ELLENOPHONIA

Τρίτη 6 Νοεμβρίου 2012

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Κρίση στην Παιδεία, κρίση στην Κοινωνία, Φιλογένεια και Παγκοσμιοποίηση (Δεύτερη ἐκδοχή)



 
Ἡ παιδεία, ὡς διαδικασία ἀναζήτησης τῆς ἀλήθειας γιὰ τὸν κόσμο καὶ τὴ ζωή, καὶ προσαρμογὴ στὸ ποικίλο περιβάλλον, ὑπῆρξε Ἑλληνικὴ κατάκτηση, ἀπὸ τὶς ἀπαρχὲς τῆς σκέψης περὶ τὸν 6ο αἰ. π.Χ. στὸν εὐρύτερο χῶρο τῆς Μεσογείου μέχρι καὶ τὴν ἵδρυση του Νεοελληνικοῦ κράτους μὲ τὴ γενναία συμβολὴ τοῦ Καποδίστρια, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ πάτρωνας τῆς δημόσιας ἐκπαιδεύσεως κι ἕνας ἀπὸ τοὺς πρωτοπόρους φιλογενεῖς Νεοέλληνες, ποὺ ἔθεσε στόχο τὴν ὀργάνωση τῶν δομῶν της, ὥστε νὰ ἀποκτήσει ἡ Ἑλλάδα ἐξειδικευμένους δημόσιους λειτουργοὺς καὶ ἐπαγγελματίες τεχνικοὺς καὶ στρατιωτικοὺς πεζικάριους καὶ ναυτικούς. Στὰ περίπου 180 χρόνια ἀπὸ τότε οἱ Νεοέλληνες προσπάθησαν νὰ ἀφομοιώσουν τὰ συμβαίνοντα στὸ ἱστορικὸ γίγνεσθαι τῆς περιοχῆς καὶ τοῦ κόσμου, εὑρισκόμενοι σὲ μία πορεία ἀμφιταλάντευσης, ἂν ἀνήκουν στὴ γειτονιά τους τὴν Ἀνατολὴ καὶ τὴ Βαλκανική, ἢ εἰς τὴ Δύση, ὅπως ὁραματίσθηκαν οἱ πρῶτοι καλαμαράδες της. Ὡστόσο ἐν σχέσει μὲ τὴν ὀργάνωση τῆς ἐκπαιδεύσεως μετὰ τὴν πρώτη θετικὴ προσπάθεια τοῦ Καποδίστρια τὸ Πανεπιστήμιο Ἀθηνῶν, τὸ Μετσόβιο Πολυτεχνεῖο καὶ ἰδίως τὸ ΑΠΘ ὀργανώθηκαν μὲ πρότυπα τὰ Πανεπιστήμια τῆς Κεντρώας Εὐρώπης, τὰ ὁποῖα παρεῖχαν μία ἰσορροπημένη δυνατότητα ἀνάπτυξης ἀνάμεσα στὶς λεγόμενες ἀνθρωπιστικὲς καὶ τὶς φυσικὲς ἐπιστῆμες.
Μετὰ ἀπὸ δύο σχεδὸν αἰῶνες τριτοβάθμιας ἐκπαίδευσης, ποὺ ἀποτέλεσε τον κύριο πυρήνα διαμόρφωσης τῆς νεοελληνικῆς δημόσιας ζωῆς, σήμερα ἀναδύονται ἀμείλικτα τὰ ἐρωτήματα γιὰ τὸ κατὰ πόσο ὑπάρχει ἡ δυνατότητα κρατικῆς παροχῆς γιὰ τὴν τερατώδη διασπορὰ ΑΕΙ καὶ ΤΕΙ σὲ ὅλη τὴν Ἑλλάδα, σὲ 66 πόλεις, ἀλλὰ καὶ ἵδρυση πολλῶν ἱδρυμάτων στὴν ἴδια πόλη (πέντε στὴ Θεσσαλονίκη, δέκα στὴν Ἀττική, καὶ δὲν λογαριάζω ἐκεῖνα τοῦ στρατοῦ, τῆς ἀστυνομίας καὶ τῆς δημόσιας διοίκησης), χωρὶς κανένα σχεδιασμὸ καὶ προοπτικὴ ἐπιβίωσης, καὶ ποιά ἡ θέση τῶν ἀνθρωπιστικῶν ἐπιστημῶν, ἰδίως ἐκείνων ποὺ συνδέονται μὲ τὸν Ἑλληνικὸ πολιτισμό, σὲ ἕνα κόσμο ποὺ δεν ἔχει σύνορα καὶ ἀποσκοπεῖ στὴν οἰκονομικὴ ἀνάπτυξη καὶ τὸ κέρδος, ἀνεξάρτητα ἀπὸ πεποιθήσεις καὶ δράσεις ἐπιμέρους συλλογικοτήτων. Ἔτσι τὰ ἐρωτήματα αὐτὰ συνδέονται ἐπιπλέον μὲ ἄλλα καίρια ποὺ ἀφοροῦν στὴν ἴδια τὴν ὕπαρξη συλλογικοτήτων. Μποροῦν π.χ. οἱ συλλογικότητες νὰ ἀντισταθοῦν στὶς καταιγιστικὲς ἐξελίξεις ποὺ σημειώθηκαν μεταπολεμικὰ καὶ ὁσημέραι ἐπέφεραν ἰσοπεδωτικὲς ἀλλοιώσεις στὸν τρόπο ζωῆς τῶν λαῶν σὲ σημεῖο  ποὺ παραδοσιακὰ πρότυπα νὰ θεωροῦνται ὀπισθοδρομική ἔκφραση ἢ καὶ νὰ ἐνοχλοῦν σφόδρα τὴν πολιτικὴ  ἢ τὴν οἰκονομικὴ ἐλίτ, ἡ ὁποία δρᾶ συνήθως ἐρήμην τῶν πολιτῶν, ὅπως καὶ στην περίπτωση τῆς πελατειακῆς ἵδρυσης ΑΕΙ καὶ ΤΕΙ στὶς ἐκλογικές τους περιφέρειες; Καὶ ἀσφαλῶς ἡ ἵδρυση αὐτῶν τῶν ἱδρυμάτων μὲ ρυθμοὺς καὶ νοοτροπίες γηπεδικὲς καὶ ὄχι φιλογένειας, ἀφοῦ καθόλου δὲν συνέβαλαν ἀπὸ τὴν προσωπικὴ περιουσία τους, βαρύνουν τοὺς πρωτεργάτες, ποὺ χρησιμοποίησαν τὸν κρατικὸ κορβανὰ ὄχι μόνο νὰ στηθοῦν ἀχρείαστες Σχολὲς καὶ Τμήματα, ἀλλὰ στέρησαν κρατικοὺς πόρους ἀπὸ τὰ ἱστορικὰ ἱδρύματα νὰ ὁλοκληρώσουν τὶς ὑποδομὲς καὶ τὴ διοικητική τους ὀργάνωση. Π.χ. ἐνῶ ἱδρύονταν, ἰδίως μετὰ το 1982, Τμήματα καὶ Τμηματάκια σὲ κάθε πρωτεύουσα νομοῦ στὸ Ἀριστοτέλειο ποὺ ἱδρύθηκε τὸ 1925, ἔχει να προσληφθεῖ διοικητικὸς ὑπάλληλος μὲ διαγωνισμὸ ἀπὸ τὸ 1987, δηλ. ἐδῶ καὶ 25 ἔτη.
Πρέπει να σημειώσω ὅτι τέτοιας ὑφῆς ἐρωτήματα, ἀφήνοντας κατὰ μέρος τὴν Ἑλληνικὴ ἰδιαιτερότητα, δὲν ἀποτελοῦν προνόμιο τῆς Ἑλληνικῆς πανεπιστημιακῆς κοινότητας, ἢ γενικότερα τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας. Ἡ κρίση στὰ Πανεπιστήμια σ᾽ ὅλο τον κόσμο, καὶ ἡ μετατροπή τους σὲ οἰκονομικὲς ἐπιχειρήσεις, ἦταν φυσικὸ νὰ πλήξουν κυρίως τὶς ἀνθρωπιστικὲς ἐπιστῆμες, τῶν ὁποίων τὸ παραγόμενο ἔργο δὲν ἔχει ἄμεση οἰκονομικὴ ἀποτίμηση, συνιστᾶ ὅμως τὴν κινητήρια δύναμη τῆς κοινωνικῆς συνείδησης μὲ τὸ πάντρεμα τῶν κοινωνικῶν ἰδεῶν καὶ ἀναλύσεων μὲ τὴ σταθερὰ ἀποτίμηση τῶν ἀγωνιῶν καὶ τῶν ἀντιστάσεων τῶν τοπικῶν συλλογικοτήτων, ποὺ ἀναμετρῶνται μὲ τὴν καθημερινότητα τῆς ζωῆς καὶ τῆς ἱστορίας «ἀλλιῶς».
I. Ἔτσι πιὸ συγκεκριμένα ἡ ἔνταση ποὺ παρατηρεῖται στὶς μέρες μας γιὰ τὴν ἔρευνα ἐπὶ τοῦ ἐπιστητοῦ τῶν ἀνθρωπιστικῶν ἐπιστημῶν, ὅπως ἐπίσης καὶ ἡ θέση τῶν ἀνθρωπιστικῶν σπουδῶν στὴν ὀργάνωση τῶν Πανεπιστημίων, εἶναι θέματα, ποὺ ἀνάγονται στὶς ἀρχὲς τῆς δεκαετίας τοῦ ᾽50, δηλ. στὴν ἐποχὴ ποὺ ὁ δυτικὸς λεγόμενος κόσμος ἀνασκοπεῖ τὴ μεταπολεμικὴ κοινωνιοπολιτική του αὐτοσυνειδησία καὶ τὴν οἰκονομική του ἀνασυγκρότηση. Ἡ προσπάθεια γιὰ ταχεία ἀνόρθωση ἀπὸ τις ἐκτεταμένες πολεμικὲς καταστροφὲς ἀλλὰ καὶ τὰ ἀποτελέσματα τῆς πολεμικῆς βιομηχανίας ποὺ ἀναπτύχθηκε μὲ τὸν ἀνταγωνισμὸ γιὰ παγκόσμια ἐπιβολὴ ἀπὸ τὶς δυνάμεις ποὺ κυριάρχησαν μεταπολεμικὰ ἀνέδειξαν ἀναγκαιότητες καὶ πρακτικὲς ποὺ ἦταν ἄγνωστες ἐν πολλοῖς στὴν ἀκαδημαϊκὴ κοινότητα, τουλάχιστον τῆς προπολεμικῆς Εὐρώπης, ποὺ εἶχε ὑπηρετήσει κατεξοχὴν ἐθνικοὺς στόχους, καὶ ὅπου ἡ φιλογένεια παρέσχε ἐξαιρετικὰ δείγματα κοινωνικῆς εὐαισθησίας καὶ εὐεργεσίας. Σ᾽ αὐτὸ τὸ πλαίσιο ἀκόμη καὶ οἱ θεωρητικὲς ἐπιστῆμες, ὅπως τὰ θεωρητικὰ μαθηματικὰ καὶ ἡ φυσική, στὸ μέτρο ποὺ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δημιουργήσουν οἰκονομικὸ ἀνταγωνισμὸ θὰ μποροῦσαν νὰ θεωρηθοῦν, τουλάχιστον ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μας, ἀντιπαραγωγικὲς ἐπιστῆμες. Ἡ σύνδεση τῆς ἐπιστήμης μὲ τὴν παραγωγή, καὶ ἐσχάτως μὲ μία κατὰ παραγγελία καινοτομία στὴν ὑπηρεσία μιᾶς ἀμέσου ἐφαρμόσιμης παραγωγικῆς διαδικασίας δὲν ἀφήνει εὐρὺ περιθώριο στὴν ἐφαρμογὴ τοῦ ἀρχεγονικοῦ «ὀρέγεσθαι τοῦ οἰδέναι». Ἀκόμη καὶ τοῦ θείου Ἀλβέρτου θὰ τοῦ ἀπερρίπτετο τὸ αἴτημα γιὰ χρηματοδότηση ἐπὶ τῆς διερευνήσεως τοῦ γαλάζιου τοῦ οὐρανοῦ, μία πρόταση ποὺ δὲν ἔχει τὴν παραμικρὴ σχέση μὲ τὴν ἐπιχειρηματικότητα καὶ τὴν ἐμπορευματοποίηση τῆς παιδείας καὶ τῆς ἔρευνας, ποὺ δέχονται ὡστόσο οὐκ ὀλίγη κριτική.
Ὑπὸ τὸ φῶς τῶν νέων οἰκονομικῶν καὶ κοινωνικῶν συνθηκῶν οἱ λεγόμενες ἀνθρωπιστικὲς ἐπιστῆμες ἐπλήγησαν περισσότερο, ἀφοῦ σ᾽ αὐτὲς ἡ πρακτικὴ ἐφαρμογὴ καὶ τὰ παραγόμενα ἀγαθὰ εἶναι ἐνπολλοῖς ἀνέφικτο νὰ ἀποτιμηθοῦν μὲ χρηματοοικονομικοὺς ὅρους.
Ἡ βαθμιαῖα διαμορφούμενη τάση περιορισμοῦ τῶν ἀνθρωπιστικῶν σπουδῶν στὴν Εὐρώπη ἄρχισε νὰ μορφοποιεῖται μὲ τὶς κρατικὲς περικοπὲς κυρίως στὶς ἀρχὲς τῆς δεκαετίας τοῦ ᾽80 στὰ Βρεταννικὰ πανεπιστήμια, τὰ ὁποῖα ἐπιδόθηκαν σὲ ἕνα εἶδος ἐπιχειρηματικότητας μὲ τὴ μεταξὺ ἄλλων προσέλκυση φοιτητῶν, προσβλέποντας στὴν καταβολὴ ὑψηλῶν διδάκτρων, πράγμα ποὺ ἦταν ἀδιανόητο ἀκόμη καὶ γιὰ τὰ ἱστορικὰ πανεπιστήμια τῆς κεντρώας Εὐρώπης, τὰ ὁποῖα ἀναδύθηκαν ὑπὸ τὸ κοινωνικὸ αἴτημα τῆς παροχῆς μόρφωσης σ᾽ ὅλους τοὺς πολίτες ἀδιακρίτως καταγωγῆς, οἰκονομικῶν δυνατοτήτων καὶ κοινωνικῶν συμβάσεων, ὡς ἐπίτευξη ἀξιῶν ποὺ εἶχαν ἀναδυθεῖ μὲ τὴν Ἀναγέννηση, τὸ Διαφωτισμὸ καὶ τὴν ὀργάνωση τῶν ἐθνικῶν δημοκρατιῶν, καὶ πέραν τῶν τοπικῶν παρεκτροπῶν.
Ἀνεξάρτητα δηλ. ἀπὸ τὶς ἐπιχορηγήσεις ἢ τὴ χρηματοδοτούμενη ἔρευνα ἀπὸ ἑταιρεῖες μὲ τὴν ὑπογραφὴ πρωτοκόλλων συνεργασίας, ἢ ἀκόμη τὶς φιλογενεῖς δράσεις καὶ τὰ κληροδοτήματα, τὸ πανεπιστήμιο στὸν εἰκοστὸ αἰώνα ὑπῆρξε ἡ δημοκρατικὴ κατάκτηση τῆς ἐλευθερίας τοῦ πνεύματος τῶν λαῶν τῆς Εὐρώπης, οἱ ὁποῖοι εἶχαν βγεῖ θριαμβευτὲς μέσα ἀπὸ σκληρὲς ἀντιπαραθέσεις μὲ τὴν Ρωμαιοκαθολικὴ ἐκκλησία καὶ τὴν ἄκαμπτη αὐθεντία της, ὅπως ἐπίσης καὶ μὲ τὴ φεουδαλικὴ ἢ τὴ γραφειοκρατικὴ ὀργάνωση τῆς κοινωνίας στὴν κεντρώα Εὐρώπη, τὴν πανεπιστημιακὴ ὀργάνωση τῆς ὁποίας μιμήθηκαν σὲ συνδυασμὸ μὲ το κολλεγιακὸ σύστημα τὰ πρῶτα πανεπιστήμια τῆς Ἀμερικῆς, καὶ τὰ ὁποῖα θὰ ἀποτελέσουν τὴν ὀμπροσθοφυλακὴ τῆς ἔρευνας ἀμέσως μετὰ τὴ λήξη του Β´ παγκόσμιου πολέμου.
Τὴν ἴδια περίοδο ἐμφανίζεται στὰ πανεπιστήμια καὶ τὰ ἐρευνητικὰ κέντρα μία σημειωτικὴ ὁρολογίας εἰλημμένης ἀπὸ τὸν κόσμο τῆς ἐπιχειματικότητος, ποὺ καθιερώνεται ὡς νοοτροπία στὰ τέλη τῆς δεκαετίας τοῦ ᾽70, ὁπότε φαίνεται νὰ κλείνει ἡ περίοδος τῶν «παχέων ἀγελάδων» γιὰ τὴν τριτοβάθμια ἐκπαίδευση, ἀκόμη καὶ στὴν Ἀμερική, καὶ νὰ ἀνοίγει μαζὶ καὶ ἡ περιπέτεια τῶν ἀνθρωπιστικῶν καὶ κοινωνικῶν σπουδῶν. Ἀπό τὸ Πανεπιστήμιο ποὺ ἐφοδίαζε τὴν κοινωνία μὲ τὴν κάθε εἴδους ἡγεσία της, τὸ πανεπιστήμιο κλήθηκε, ἰδίως στὶς χῶρες τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἕνωσης, νὰ συνδεθεῖ μὲ τὴν παραγωγὴ καὶ τὴν ἀπασχόληση καὶ μάλιστα νὰ διαμορφώσει τὸν ἑνιαῖο εὐρωπαϊκὸ χῶρο τῆς τριτοβάθμιας ἐκπαίδευσης μὲ τὴ γενιὰ τῶν εὐρωπαίων πολιτῶν (Generation E).
II. Στὴν Ἑλλάδα ἡ εὐρωπαϊκὴ ὁλοκλήρωση γιὰ τὴν τριτοβάθμια ἐκπαίδευση ξεκίνησε μὲ ἀποσπασματικὸ τρόπο. Συνήθως οἱ κρατικὲς παρεμβάσεις γίνονται ἐκ τῶν «ἄνω», μὲ προσωπικὲς προκαταλήψεις τῶν κυβερνώντων, χωρὶς οὐσιαστικὸ διάλογο μὲ τοὺς ἐνδιαφερόμενους, μὲ διαρροὲς πρὸς τοὺς δημοσιογράφους καὶ τοὺς κομματικοὺς παράγοντες, ἢ μὲ τὸν τρόπο τῶν παράλληλων μονολόγων. Ἐξάλλου ἐκ τῶν «ἄνω» διεσπάρησαν ἀνὰ τὴν ἐπικράτεια τμήματα ΑΕΙ καὶ ΤΕΙ, ἀνάλογα μὲ τὶς πιέσεις τῶν τοπικῶν παραγόντων καὶ τῶν «ἐθνικῶν» ἐκπροσώπων. Τμήματα ἐμφανίζονταν στὰ ἀπογραφικὰ δελτία καὶ ἐκ τῶν ὑστέρων ἡ Σύγκλητος ἐπικύρωνε τὴν ἵδρυση, τὴ στιγμὴ ποὺ τὸ Ὑπουργεῖο Παιδείας ἀποφασίζει καὶ γιὰ τὸ τελευταῖο μάθημα ἑνὸς Μεταπτυχιακοῦ Προγράμματος. Σήμερα ἡ ἐλεγχόμενη νομοθετικὰ ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖο Παιδείας μεταπτυχιακὴ ἔρευνα ἔχει σταματήσει τοὺς δεῖκτες της στὰ 2008.
Οἱ ἐπιπτώσεις τῆς ἐπιβολῆς μιᾶς νομοθεσίας χωρὶς τὴ συνδρομὴ τῆς πανεπιστημιακῆς κοινότητας καὶ τὸν ἀπαραίτητο ἐσωτερικὸ διάλογο ἀναδύει ἀνὰ τριετία σχεδὸν τὴν ἐπαγγελία «μεταρρυθμίσεων», ποὺ οὐσιαστικὰ ὁδηγοῦν σὲ ἀποπροσανατολισμὸ ἀπὸ τὰ πραγματικὰ προβλήματα γιὰ τὴ βελτίωση τῆς παρεχόμενης παιδείας καὶ μιᾶς στοχευμένης ἐρευνητικῆς ὀργάνωσης, ἡ ὁποία θὰ βοηθοῦσε τὴν οἰκονομικὴ ἀνάπτυξη καὶ τὴ συνεργασία τουλάχιστον στοὺς ἀνοιχτοὺς ὁρίζοντες τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἕνωσης. Καὶ παρὰ τὶς ζυμώσεις ποὺ συντελοῦνται στὰ πανεπιστήμια ἀνὰ τὸν κόσμο, στὴν Ἑλλάδα ὁ ὅποιος διάλογος ἀνακόπτεται ἀπὸ τὴν ἐξουσιαστικὴ ἀντίληψη τῆς πολιτικῆς ἡγεσίας τοῦ τόπου ποὺ θεωρεῖ ὅτι μπορεῖ νὰ νομοθετεῖ ἐρήμην τῶν «ὑπηκόων» μὲ νομοθετήματα ποὺ μεταφέρονται ἀπὸ τὸ ἐξωτερικό, ὡς ἀντιγραφικὰ κακέκτυπα, εἴτε κατὰ τὴν πολιτικὴ στόχευση εἴτε κατὰ προσωπικὴ ἐμπειρία τῶν φορέων τῆς πολιτείας, εἴτε κατὰ πολιτικὴ διαπλοκή.
Τὴν τελευταία διετία τὸ ἑλληνικὸ Πανεπιστήμιο δέχθηκε μία πρωτοφανὴ ἐπίθεση καὶ ἀπαξίωση ἀπὸ τὴν πολιτικὴ ἡγεσία τοῦ τόπου,  ἀπὸ αυτὴ ποὺ τὴν περασμένη 30ετία ἔγιναν τα ΑΕΙ σὲ κάθε πόλη, καὶ φυτεύθηκε κι ἀπὸ ἕνα ΤΕΙ σὲ κάθε χωριό, συγκρίνοντάς το τὸ ἑλληνικὸ Πανεπιστήμιο ἀκόμη καὶ μὲ τὸ Harvard τῶν δισεκατομμυρίων τοῦ προϋπολογισμοῦ του καὶ μιᾶς ἐρευνητικῆς κοινότητας ποὺ ἔφτασε στὸν Ἄρη. Ἀπὸ τὴν ἄλλη ἡ ἑλληνικὴ κοινωνία, ἐξαθλιωμένη, καλεῖται νὰ ζήσει μὲ τὶς ἴδιες συνθῆκες τῶν λαῶν τῆς Βαλκανικῆς, ὅπου τα Πανεπιστήμιά της παρουσιάζονται στὴν καλύτερη περίπτωση μετὰ τὴ θέση 3.500 στὶς παγκόσμιες κατατάξεις, ἐνῶ τὰ ἑλληνικά, ἀναλόγως τῶν ἑταιρειῶν ἀπὸ τὴ θέση 158 μέχρι τὴν τέταρτη καὶ πέμπτη ἑκατοντάδα καὶ με προϋπολισμοὺς ποὺ δὲν φθάνουν οὔτε ἑνὸς καὶ μόνο ἐργαστηρίου τῶν λεγομένων καλῶν Πανεπιστημίων τῆς Ἀμερικῆς καὶ τῆς Βρεταννίας τῶν 55.000 $, ἤ τῶν 12.500Ε διδάκτρων ἀνὰ φοιτητὴ κατ᾽ ἔτος. Ἐκτὸς κι ἂν θὰ πρέπει στὸ νέο τοπίο ἡ πολιτεία μαζὶ μὲ τὴν ἐθνικὴ πτώχευση νὰ κληρονομήσει καὶ μία νέα γενιὰ πτυχιούχων ποὺ μὲ τὴν ἀποφοίτησή τους θὰ κουβαλοῦν ἤδη καὶ προσωπικὰ ἕνα χρέος σπουδῶν ἀπὸ δίδακτρα ποὺ θὰ τοὺς ἐπιβληθοῦν ὁσονούπω, γιὰ νὰ συνάδει ἡ παραχώρηση τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας μὲ τὴν παραχώρηση τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας, ὁπότε ἡ φιλογένεια ἀντισταθμίζεται μὲ τὴν ἐθνικὴ προδοσία, ὅσο κι ἂν φέρει τὸ μανδύα τῆς προόδου, τῆς μεταρρύθμισης, τῆς ἀνταγωνιστικότητας καὶ τῆς ἀριστείας ἐν μέσω ἐξαθλίωσης καὶ εὐτελισμοῦ κάθε ἀνθρώπινης ἀξιοπρέπειας.
Ἀντ᾽αὐτῶν τῶν κούφων λόγων μόνη πρόταση γιὰ μιὰ σταθερὴ προοπτικὴ θὰ ἦταν ἡ κοινὴ συστράτευση καὶ ἡ ἀπομόνωση ὅλων ἐκείνων τῶν δυνάμεων ποὺ δροῦν μὲ ἀποκλεισμοὺς καὶ ἀποκλειστικότητες καὶ ἀπίστευτη ὑποδούλωση στὸν παντὸς εἴδους καταδυναστευτικὸ ἔλεγχο τοῦ κοινωνικοῦ σώματος, ἐμμένοντες οἱ ὑπολοιπόμενοι στὸ ὕψιστο ἀγαθὸ μιᾶς παιδείας ποὺ δίνει τὴ δυνατότητα στοὺς Ἕλληνες πολίτες νὰ ἀναπτυχθοῦν κατὰ τὶς δυνατότητές τους καὶ μόνο, ἐκπληρώνοντας ὅλοι, ὡς κοινωνικὸ σῶμα, τοὺς ὅρους τῆς φιλογένειάς μας.

(Εἰσήγηση στὸ Σύλλογο Βλατσιωτών 04-11-12)

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Ἡ θεώρηση τοῦ ἄλλου στὴν Ὀρθοδοξία


Κυρίες καὶ Κύριοι συνάδελφοι!
Τὸ σημερινὸ συνέδριο μὲ τὴ θεματολογία του εἰσάγει ἐξαρχῆς τὴν ἑτερότητα ὡς μία θεμελιακὴ παράμετρο τῆς Εὐρωπαϊκῆς, τουλάχιστον, πραγματικότητας, ἐν σχέσει μὲ τὴ θρησκευτικὴ ἔκφραση τῶν Εὐρωπαίων πολιτῶν. Συγχρόνως πρέπει νὰ ἀναφέρω ὅτι στὴ Θεσσαλονίκη τοῦ 2012 οἱ ἱστορικές μνῆμες μᾶς μεταφέρουν σὲ μία ἱστορικὴ διαδρομὴ συγκρούσεων, οἱ ὁποῖες εἶχαν ἐπιπτώσεις πολὺ σημαντικὲς στὴ ζωὴ αὐτῆς τῆς πόλης πολιτιστικὰ καὶ οκονομικά, τῆς Θεσσαλονίκης ἡ ὁποία ἀναπτύσσεται στοὺς Ἑλληνιστικοὺς χρόνους, δρέπει τὰ προνόμια τῆς πρωτεύουσας μιᾶς ρωμαϊκῆς ἐπαρχίας, χρηματίζει «συμβασιλεύουσα» καὶ περίφημο θρησκευτικὸ κέντρο ὑπὸ τὴν προστασία τοῦ πάτρωνα ἁγίου της Δημητρίου, ἀλλὰ καὶ προσελκύει ἐν συνεχεία, λόγω τῆς θέσης της, ποικίλες ὁμάδες ἀπὸ τοὺς Γενοβέζους καὶ τοὺς Φράγκους, τοὺς Ὀθωμανοὺς κατακτητὲς καὶ τοὺς σεφαραδίτες Ἑβραίους το 16ο- 17ο αἰ. Ἀναφέρω αὐτὰ τὰ στοιχεῖα, γιατὶ θέλω νὰ ἐπισημάνω ὅτι ἡ πολυπολιτισμικότητα, χαρακτηριστικὸ τῆς σύγχρονης Εὐρώπης, ὑπῆρξε βασικὸ χαρακτηριστικὸ καὶ κινητήρια δύναμη τῆς πόλης μας μέχρι τὸ πρόσφατο παρελθόν. Στὴ συνέχεια, ἡ ἀπώλεια αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπινου πλούτου της ἀντανακλᾶ ἕνα εἶδος ἐπαρχιωτισμοῦ, στὸν ὁποῖο καταδικάστηκε μεταπολεμικά, καὶ ὥς ἕνα βαθμὸ ἔγινε θύμα κι αὐτὴ τοῦ β´ παγκόσμιου πολέμου, ζώντας ἐπιπλέον τὶς συνέπειες τῆς δημιουργίας τῶν ἐθνικῶν κρατῶν στὰ Βαλκάνια καὶ τῆς ἐξελίξεώς τους τὰ τελευταῖα ἑξήντα χρόνια.
Πέραν, λοιπόν, ἀπὸ τὶς εὐρωπαϊκὲς ἐξελίξεις κατὰ τὸν 20ο αἰ. εἶναι βέβαιο ὅτι οἱ θρησκευτικὲς συλλογικότητες ἀναμετρῶνται, ὅπως πάντα, μὲ τὴν ἱστορική τους συνέχεια σ᾽ ἕνα κόσμο, ὅμως, ποὺ τὰ ἐπιστημονικὰ δεδομένα ἀγγίζουν πιὰ τὰ ἀπώτατα ὅρια τῆς φύσης καὶ τῆς ζωῆς, κι ἐνῶ ἡ πρόσβαση στὴν πληροφορία, ἡ live ἀναμετάδοση τῶν γεγονότων, ὅπου γῆς καὶ διαστήματος, μορφοποιοῦν, μὲ παρέμβαση ἢ μὴ ἐκ τῶν ἄνω, τὴν παγκόσμια κοινότητα τῶν πολιτῶν, πράγμα ποὺ σημαίνει ὅτι ὁ ἄλλος δὲν εἶναι, ὡς πρόσληψη, οὔτε ἄγνωστος, οὔτε ἀνοίκειος, οὔτε ξένος, μπορεῖ ὅμως νὰ εἶναι, καὶ εἶναι στὴν πραγματικότητα καὶ ξένος καί ἀλήτης, πάροικος καὶ παρεπίδημος καὶ μετανάστης καὶ ἀνέστιος ἀνὰ πάσα στιγμή, μὲ δεδομένο τὸ γεγονὸς μιᾶς διαρκοῦς μετανάστευσης ὡς δυνατότητας ἢ καὶ ἀναγκαιότητας ἐπιβίωσης γιὰ λόγους τουλάχιστον πολιτικοὺς ἢ οἰκονομικούς. Περισσότερο, λοιπόν, ἀπὸ κάθε ἄλλη ἐποχὴ ὁ ἄλλος εἶναι πλησίον καὶ ὁ πλησίον, κατὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴ σημασία τοῦ ὅρου, καὶ διαρκῶς ἐρχόμενος.
Γιὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴ κοινότητα, πού ἀναδύθηκε ἱστορικὰ πέριξ τῶν χωρῶν καὶ τῶν νήσων τῆς Μεσογείου, ἡ ἑτερότητα βιώθηκε ὡς διάκριση ἀπὸ τὰ ἐπισήμως ἀποδεκτὰ κοινωνικὰ καὶ θρησκευτικὰ σχήματα, ἐξαιτίας τῶν ἀντιδράσεων ποὺ συνάντησε ἀπὸ τὸ κοινωνικό της περιβάλλον, ἀλλὰ καὶ ἐξαιτίας τῶν ἔντονων μεσσιανικῶν τάσεων τῆς ἐγγύτητος τοῦ τέλους τοῦ κόσμου ποὺ βίωναν οἱ χριστιανοὶ τῶν πρώτων χρόνων.
Πάντως ἡ βαθμιαῖα προσαρμογὴ τῆς ἀρχέγονης Ἐκκλησίας στὶς πολιτικὲς δομὲς καὶ ἡ ἀφομοίωσή τους ἐπιτεύχθηκε μὲ τὸ συνεχὴ διάλογο μὲ τὸ κοινωνικὸ περιβάλλον. Δὲν εἶναι τυχαῖο τὸ γεγονὸς ὅτι στὴν ἱστορική της πορεία ἡ ἐκκλησιαστικὴ κοινότητα καλλιέργησε τὸ γραμματειακὸ εἶδος τοῦ διαλόγου: διάλογος μὲ τοὺς Ἕλληνες, τοὺς Ἰουδαίους, ἀργότερα τοὺς Μωαμεθανούς, γιὰ νὰ ἀναλυθοῦν οἱ διαφορές, ἀλλὰ καὶ νὰ βρεθοῦν γέφυρες ἐπικοινωνίας καὶ συνεννόησης, χωρὶς νὰ παραβλέψουμε γεγονότα συγκρούσεων καὶ ἐξαχρείωσης τοῦ ἀνθρώπινου γένους. Ἐξάλλου τέτοια φαινόμενα διαιρέσεων, ἀκόμη καὶ πολέμων, ἔχουν χαρακτηρίσει στὸ παρελθὸν ἐσωτερικὰ ἀκόμη καὶ τὴν ἴδια τὴ χριστιανοσύνη.
Πρέπει ὅμως νὰ παρατηρήσουμε ὅτι, ἐν σχέσει πρὸς τὸ παρελθόν, μετὰ τὸ 19ο καὶ ἰδίως στὴ διάρκεια τοῦ 20ου αἰ. τῶν δύο παγκόσμιων πολέμων, ἡ πολιτική, ὡς πράξη καὶ στρατηγική, ἔχει ἀνοίξει νέους δρόμους συνεννόησης, ἀφήνοντας κατὰ μέρος τὶς θεολογικὲς διαφωνίες ἢ τὶς θρησκευτικὲς ἀντιθέσεις, ἀναγκάζοντας ἔν τινι μέτρω τὸ ἱερατεῖο καὶ τοὺς θεολόγους νὰ ἀναστοχαστοῦν τὸ ρόλο τους στοὺς ἀνοιχτοὺς ὁρίζοντες τῆς Κοινωνίας τῶν ἐθνῶν, τῆς παγκόσμιας συνεργασίας ἢ εὐρύτατων πολιτικῶν ἑνώσεων. Αὐτὴ ἡ πραγματικότητα ὤθησε τοὺς θρησκευτικοὺς ἡγέτες πρὸς μία ἐξωστρέφεια, σχεδὸν ἀναγκαστική, δημιουργώντας ἐσωτερικὰ πολλὲς φορὲς ἀποσχιστικὲς τάσεις καὶ ἀκρότητες φανατισμοῦ καὶ μισαλλοδοξίας, ποὺ κατὰ βάση πραγματώνουν μία τάση φόβου ὅτι ὁ ἄλλος ἀποτελεῖ κίνδυνο ἀλλοίωσης τῆς παράδοσης ἢ ἀκόμη εἶναι μιαρὸς ἢ αἱρετικός, καὶ μετὰ ἄνθρωπος! Πάντως ἀκόμη κι ἂν τὸ αἴτημα τῆς συνεργασίας τῶν λαῶν προέρχεται ἀπὸ τὸ χῶρο τῆς διπλωματίας, τῆς πολιτικῆς καὶ τῆς οἰκονομίας, ἂν δηλ. προηγήθηκε στὴν πράξη ἡ πολιτικὴ τῆς θεολογίας, ἡ ἀλήθεια ὅτι ὁ ἄλλος εἶναι συγχρόνως ὁ ἑκάστοτε πλησίον ἔχει καθαρὰ θεολογικὴ βάση, ἐνῶ τὸ ὑπόβαθρο τῆς πολιτικῆς προϋποθέτει τὴν ὕπαρξη τυπικῶν ὅρων καὶ συμφωνιῶν χωρὶς νὰ ἀναστοχάζονται οἱ πολιτικοὶ ἡγέτες ἀρχεγονικά πρότυπα ἢ τὴν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητας, πράγματα ποὺ ἀπασχολοῦν τὴ θεολογία, ἡ ὁποία παραμετρεῖται μὲ τὸ ὑπαρξιακὸ βίωμα τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου, δηλ. τῶν ὁρίων τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης.
Ἐκκινώντας, λοιπόν, ἡ Ὀρθόδοξη θεολογία ἀπὸ τὴν ἱστορία τῆς δημιουργίας τοῦ κόσμου, ὅπως καταγράφεται στὸ βιβλίο τῆς Γενέσεως ἐκκινεῖ οὐσιαστικὰ ἀπὸ τὴν ἀρχέγονη ἑνότητα τοῦ ἀνθρώπινου γένους σὲ ἕνα ἐξελικτικὸ σχῆμα, ὅπου ἀκόμη καὶ ἡ φυσικὴ διάκριση σὲ ἄνδρα καὶ γυναίκα ἕπεται τῆς δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου. Ἔτσι στὸ Α´ κεφάλαιο τῆς Γενέσεως διαλαμβάνονται τὰ περὶ τῆς δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου, Γεν. 1, 26: «Ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ᾽ εἰκόνα ἡμετέραν καὶ καθ᾽ ὁμοίωσιν...», καὶ Γεν. 1, 27-28: «ἄρσεν καὶ θῆλυ ἐποίησεν αὐτούς», ποὺ σημαίνει ὅτι ἑνότητα καὶ ἑτερότητα ἐκφαίνονται ὡς φυσικὸ πρότυπο, ἐνῶ μὲ τὸ ἐξελικτικὸ σχῆμα τοῦ «κατ᾽ εἰκόνα καὶ καθ᾽ ὁμοίωσιν» Θεοῦ ἐπισημαίνεται ἡ διάκριση τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴν ὑπόλοιπη δημιουργία, ἀλλὰ συνιστᾶ ταυτοχρόνως καὶ τὸ κριτήριο τῆς διαφύλαξης τῆς ἑνότητας ἐν τῇ ἑτερότητι στὴν πορεία πρὸς τὸ «καθ᾽ ὁμοίωσιν».
Ἐν συνεχεία στὴν ἐκκλησιαστικὴ κοινότητα τῆς Κ. Διαθήκης ἀκόμη καὶ ἡ φυσικὴ ἑτερότητα αἴρεται ἐν Χριστῷ: «Οὐκ ἔνι ἄρσεν καὶ θῆλυ πάντες γὰρ ὑμεῖς εἷς ἐστε ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ (Γαλ. 3, 28)». Στὴν ἴδια γραμμὴ ὁ ἅγ. Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, ἕνας ἀπὸ τοὺς πιὸ δυναμικοὺς ἐκπροσώπους τῆς Βυζαντινῆς Θεολογίας, ποὺ ἐργάστηκε γιὰ τὴν κατανόηση τῶν διατυπώσεων τοῦ Ὅρου τῆς Χαλκηδόνος ἀπὸ τοὺς Χριστιανοὺς σ᾽ Ἀνατολὴ καὶ Δύση, ἐπανέρχεται μὲ παρόμοιες διατυπώσεις: «(ὁ Χριστὸς) πρῶτον ἑνώσας ἡμῖν ἑαυτοὺς ἐν ἑαυτῷ διὰ τῆς ἀφαρέσεως τῆς κατὰ τὸ ἄρρεν καὶ θῆλυ διαφορᾶς, καὶ ἀντὶ ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν, οἷς ὁ τῆς διαιρέσεως ἐνθεωρεῖται μάλιστα τρόπος, ἀνθρώπους μόνον κυρίως τε καὶ ἀληθῶς ἀποδείξας».
 Ἄν ἡ ἄρση τῆς φυσικῆς ἑτερότητας θεμελιώνεται Χριστολογικά, ἡ ἑνότητα τοῦ ἀνθρώπινου γένους ἐν Χριστῷ αἴρει τὶς συμβάσεις τοῦ βίου στὸ προαναφερθὲν χωρίο τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, θρησκευτικὲς ἢ ἐθνικές, μὲ ἕνα τρόπο προκλητικὰ ἐπαναστατικό, ἀκόμη καὶ γιὰ τὸν ἄνθρωπο στὶς μέρες μας: «Οὐκ ἔνι Ἰουδαῖος οὐδὲ Ἕλλην, οὐκ ἔνι δοῦλος οὐδὲ ἐλεύθερος». Ἀνακαλώντας, λοιπόν, ἡ πρώτη Ἐκκλησία τὴν ἀφήγηση τῆς Γενέσεως καὶ ἀποτυπώνοντας τὶς ἔντονες διακρίσεις καὶ διαιρέσεις, ποὺ ἐπισυνέβηκαν στὴν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητας, ἀνακεφαλαιώνει τὸ λόγο της προβάλλοντας τὸ γεγονὸς τῆς ἀναδημιουργίας ἐν Χριστῷ. Εἶναι σὰν καὶ νὰ παραδέχεται τὸ : Πήραμε τὴ ζωή μας λάθος, κι ἀλλάξαμε ζωή,  μὲ τὰ λόγια τοῦ Γιώργου Σεφέρη, ἑνὸς μεγάλου σύγχρονου Ἕλληνα ποιητῆ.
Πρόκειται οὐσιαστικὰ γιὰ τὸ αἴτημα τῆς ἑνότητας, χωρὶς νὰ ἐξαφανίζεται ἡ ἑτερότητα, μία ἑνότητα, ὅμως, ποὺ δὲν δρᾶ καταδυναστευτικὰ ἢ ἐξουσιαστικά, καὶ δὲν ἐξασφαλίζεται μὲ τὴ δύναμη τοῦ νόμου, τοῦ ἀστυνόμου, τοῦ εἰσαγγελέα ἢ καὶ τοῦ πολυβόλου, ἀλλὰ μὲ τὴ δύναμη τῆς ἀγάπης, ποὺ δὲν ζητᾶ τὰ «ἑαυτῆς», μὲ τὴ δύναμη τῆς ἐξόδου ἀπὸ τὴν ἀτομικὴ περιχαράκωση πρὸς συνάντηση τοῦ ἄλλου, τοῦ πλησίον, πού, ὅταν ἐκπληρώνεται ὁ λόγος τοῦ Κυρίου «ἀγάπα τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτὸν» πλησίον δὲν εἶναι ὁ ἄλλος, ἀλλὰ ἐμεῖς οἱ ἴδιοι ὡς πρὸς τοὺς ἰδίους. Τοῦτο σημαίνει, ὅμως, ἐνδοσκόπηση καὶ ἄρση ὅλων τῶν συμβάσεων τῆς ἱστορίας, ἰδίως ἐκείνων ποὺ διασποῦν τὴν ἀρχεγονικὴ ἑνότητα τοῦ γένους τῶν ἀνθρώπων.
Ἐντέλει μπορῶ νὰ πῶ ὅτι σὲ ἕνα κόσμο ἀπίστευτα ἀνοιχτὸ εἴμαστε καταδικασμένοι νὰ ζήσουμε μὲ τὸν ἄλλο, τὸ δεύτερο ἑαυτό μας.

(Εἰσήγηση στὸ Διεθνὲς Συνέδριο τοῦ ΑΠΘ- Συμβουλίου τῆς Εὐρώπης: Πολιτισμοί και Θρησκείες σε Διάλογο. Ο άλλος στις Διάφορες Θρησκείες)