HELLENOPHONIA

Δευτέρα 30 Μαρτίου 2026

 

Κυριακὴ τῶν Βαΐων,

Ἡ εἰς Ἰερουσαλὴμ εἴσοδος τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, 5 Απριλίου 2026, (21/4/2019), (Αριθμ. 12Β)

 

Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ.

 

Α. Τα Αναγνώσματα της Κυριακής των Βαΐων μάς εισάγουν στην εορτή του Πάσχα. Καθ᾽ οδόν για τον εορτασμό του Πάσχα ο Χριστός πέρασε από τη Βηθανία, όπου τέλεσε την ανάσταση του φίλου του Λαζάρου (Ἰω. ια´, 1-45), κορυφώνοντας τις προς τους άλλους, ήτοι προς ημάς, θεοσημίες του, αποκαλυπτόμενος, δηλαδή, ως Θεός, όπως ομολογεί η Εκκλησία στο Απολυτίκιο του Σαββάτου του Λαζάρου αλλά και της Κυριακής των Βαΐων ενσωματώνοντάς το στο γ´ Αντίφωνο κατά το Κοινωνικό: «Τὴν κοινὴν Ἀνάστασιν πρὸ τοῦ σοῦ Πάθους πιστούμενος, ἐκ νεκρῶν ἤγειρας τὸν Λάζαρον, Χριστὲ ὁ Θεός...».

 

Β. 1. Το Αποστολικό Ανάγνωσμα μας μεταφέρει σε ένα περιβάλλον πανανθρώπινης χαράς, που συνάδει με το περιεχόμενο της εορτής. Ενώ, δηλαδή, κατά την περίοδο των Κυριακών της Μεγάλης Τεσσαρακοστής τα Αποστολικά Αναγνώσματα προήρχοντο από την Προς Εβραίους Επιστολή με μία αντιστοιχία προς τις θεοφάνειες της Παλαιάς Διαθήκης, και ιδίως τα γεγονότα από την έξοδο του Ισραήλ από την Αίγυπτο και μέχρι τη συγκρότησή τους με κέντρο την Ιερουσαλήμ, το Αποστολικό Ανάγνωσμα των Βαΐων αφορά σε όλους τους ανθρώπους. Δύο είναι τα κεντρικά σημεία του Αναγνώσματος, ότι ο Κύριος, ο Ιησούς Χριστός, είναι εγγύς και ότι είναι Θεός ειρήνης, Θεός, δηλαδή, που αίρει τις αντιθέσεις και τις συμβάσεις της ζωής, οδηγώντας τους ανθρώπους στην κοινή πορεία του ανακαινισμού εν Χριστώ και την κοινή Ανάσταση. Έτσι κι αλλιώς η Προς Φιλιππισίους είναι ένα ύμνος χαράς και ξεχειλίσματος της ευγνωμοσύνης για τη φιλάνθρωπη οικονομία και θεία συγκατάβαση του Ενανθρωπήσαντος Υιού και Λόγου του Θεού, που αποτέλεσε και το υπόβαθρο των διατυπώσεων του Συμβόλου της πίστεως «δι᾽ ἡμᾶς καὶ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν» και της καθόλου αναιρετικής κατά των αιρέσεων για το Μυστήριο της Θείας Οικονομίας του Υιού και Λόγου του Θεού Πατρός.

2. Από την άλλη το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα μάς κρατά σε μία ιστορική πορεία και χρονολογική σειρά από την Παλαιά προς την Καινή Διαθήκη, προς την πορεία της Μεγάλης Εβδομάδος, που απαιτεί τη λειτουργία του ζεύγους προτύπωση και «πλήρωμα», δηλαδή, ανακεφαλαίωση. O Xριστός, μετά την ανάσταση του Λαζάρου, βρίσκεται στο οικογενειακό τραπέζι, όπου δικονεί η Μάρθα, ενώ η Μαρία, αδελφή κι αυτή του Λαζάρου, αλείφει τα πόδια του Χριστού με μύρο. Ο Ιωάννης καταγράφει το γεγονός, γιατί μας εισάγει στα γεγονότα των παθών του Χριστού με αναφορά στην προδοσία και την παράδοση από τον Ιούδα («ὁ μέλλων αὐτὸν παραδιδόναι») και τον ενταφιασμό του («εἰς τὴν ἡμέραν τοῦ ἐνταφιασμοῦ μου τετήρηκεν αὐτό»). Ωστόσο, το μεγαλύτερο τμήμα του Ευαγγελικού Αναγνώσματος καλύπτει το γεγονός της προσελεύσεως του ὄχλου στο σπίτι του Λαζάρου, για να δουν το Χριστό αλλά και τον τετραήμερο Λάζαρο, όπως επίσης το γεγονός της εισόδου του Χριστού στα Ιεροσόλυμα. Ο Ευαγγελιστής σημειώνει ότι: «καὶ ἐπίστευον εἰς τὸν ᾿Ιησοῦν». Δεν πρόκειται για μια πίστη θεωρητική, σαν αυτά που ακούμε στις μέρες μας για ηθικές αξίες, αρχές και ιδανικά, αυτά είναι πράγματα ειδωλολατρικά, κι ας προβάλλονται και για πολύ ορθόδοξα, αλλά πρόκειται για την πίστη των απ᾽ αιώνος Αγίων, που είναι και ομολογία ότι ο Χριστός είναι ο ίδιος ο Θεός, αυτός που δημιούργησε τον άνθρωπο και τον ανακαίνισε, ο προαιώνιος Λόγος, ο αναμενόμενος βασιλεύς του Ισραήλ, γιατί δεν είναι άλλος ο αποκαλυπτόμενος Θεός των Προφητών και άλλος ο Ενανθρωπήσας. Εξάλλου, το γεγονός της ανάστασης του Λαζάρου είχε διαδοθεί και στα Ιεροσόλυμα, και οι άνθρωποι βγήκαν έξω να τον υποδεχθούν, αναγνωρίζοντας ότι πρόκειται για τον αναμενόμενο βασιλέα του Ισραήλ, τον καθήμενον πάνω σ᾽ ένα γαϊδουράκι, κατά την προφητεία του Ζαχαρία (Ἰω. 15: «μὴ φοβοῦ, θύγατερ Σιών· ἰδοὺ ὁ βασιλεύς σου ἔρχεται καθήμενος ἐπὶ πῶλον ὄνου») και κράζοντες με τα λόγια του Ησαΐα «ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου». Είναι πολύ σημαντική αυτή η σύνδεση της Προφητικής μαρτυρίας με την πίστη της Εκκλησίας ως η ούσα Πεντηκοστή των Αγίων, γιατί μας παρέχει τη μαρτυρία για την ενότητα του μυστηρίου της Θείας Οικονομίας, αλλιώς ο Χριστός υπόκειται στο χρόνο, τον μεταβάλλουμε σ᾽ ένα κοινό άνθρωπο, μεγάλο μύστη και εμπνευστή, ένα επαναστάτη, όχι, όμως, ως το Ζώντα Θεό, τον ένα και τον αυτόν των Προφητών και των Αποστόλων, τον αεί ωσαύτως έχοντα.

3. Ο Ευαγγελιστής, μάλιστα, υπογραμμίζει ότι ούτε και οι Μαθητές μπόρεσαν τότε να τον «γνωρίσουν», να αναγνωρίσουν ούτε καν τη βαϊοφόρο είσοδο, δηλαδή, τότε περί ποίου επρόκειτο, τον αναγνώρισαν ως τον αναμενόμενο Κύριο των Προφητών μετά την Ανάληψή του «ὅτε ἐδοξάσθη», όπως σημειώνει ο Ιωάννης: «16 Ταῦτα δὲ οὐκ ἔγνωσαν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ τὸ πρῶτον, ἀλλ᾽ ὅτε ἐδοξάσθη ὁ ᾿Ιησοῦς, τότε ἐμνήσθησαν ὅτι ταῦτα ἦν ἐπ᾽ αὐτῷ γεγραμμένα, καὶ ταῦτα ἐποίησαν αὐτῷ». Οι Μαθητές, δηλαδή, αναγνώρισαν το Χριστό ως Θεό εν Αγίω Πνεύματι, όπως εν Αγίω Πνεύματι (Πνευματικῶς) αναγνωρίζει και ομολογεί το Χριστό ως Θεό ο κάθε χριστιανός, όπως σημειώνει ο Ιωάννης παρακάτω στά κεφ. ιδ´, 25-29: «Ταῦτα λελάληκα ὑμῖν παρ᾽ ὑμῖν μένων· ὁ δὲ παράκλητος, τὸ Πνεῦμα τὸ ῞Αγιον ὃ πέμψει ὁ πατὴρ ἐν τῷ ὀνόματί μου, ἐκεῖνος ὑμᾶς διδάξει πάντα καὶ ὑπομνήσει ὑμᾶς πάντα ἃ εἶπον ὑμῖν. Εἰρήνην ἀφίημι ὑμῖν, εἰρήνην τὴν ἐμὴν δίδωμι ὑμῖν· οὐ καθὼς ὁ κόσμος δίδωσιν, ἐγὼ δίδωμι ὑμῖν. μὴ ταρασσέσθω ὑμῶν ἡ καρδία μηδὲ δειλιάτω. ἠκούσατε ὅτι ἐγὼ εἶπον ὑμῖν, ὑπάγω καὶ ἔρχομαι πρὸς ὑμᾶς· εἰ ἠγαπᾶτέ με, ἐχάρητε ἂν ὅτι εἶπον, πορεύομαι πρὸς τὸν πατέρα· ὅτι ὁ πατήρ μου μείζων μού ἐστι· καὶ νῦν εἴρηκα ὑμῖν πρὶν γενέσθαι, ἵνα ὅταν γένηται πιστεύσητε» και ιε´, 26-27: «ὅταν δὲ ἔλθῃ ὁ παράκλητος ὃν ἐγὼ πέμψω ὑμῖν παρὰ τοῦ πατρός, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας ὃ παρὰ τοῦ πατρὸς ἐκπορεύεται, ἐκεῖνος μαρτυρήσει περὶ ἐμοῦ· καὶ ὑμεῖς δὲ μαρτυρεῖτε, ὅτι ἀπ᾽ ἀρχῆς μετ᾽ ἐμοῦ ἐστε». Γι᾽ αυτό ο Άγ. Γρηγόριος ο Θελόγος λέγει στην παρ. 27 του Πέμπτου Θεολογικού Λόγου του ότι «ἦν τινὰ τῷ σωτῆρι καὶ εἰ πολλῶν ἐνεπίμπλαντο μαθημάτων, ἃ μὴ δύνασθαι τότε βασταχθῆναι τοῖς μαθηταῖς ἐλέγετο, δι᾽ ἃς εἶπον ἴσως αἰτίας, καὶ διὰ τοῦτο παρεκαλύπτετο· καὶ πάλιν πάντα διδαχθήσεσθαι ἡμᾶς ὑπὸ τοῦ πνεύματος ἐνδημήσαντος. τούτων ἓν εἶναι νομίζω καὶ αὐτὴν τοῦ πνεύματος τὴν θεότητα, τρανουμένην εἰς ὕστερον, ὡς τηνικαῦτα ὡρίμου καὶ χωρητῆς ἤδη τυγχανούσης τῆς γνώσεως, μετὰ τὴν τοῦ σωτῆρος ἀποκατάστασιν, οὐκέτι ἀπιστουμένου τῷ θαύματι».

4. Η αναφορά μάλιστα στη Σιών (Συναγωγή) θα έχει τη συνέχεια στη Μεγάλη Δευτέρα, όπου σημειώνεται ότι η συκή, από την οποία αναζητά καρπούς ο Χριστός και δεν βρίσκει, είναι προτύπωση του παλαιού Ισραήλ, που ενώ δέχτηκε τις θεοσημίες, απέρριψε το Χριστό ως τον αποκαλυφθέντα άσαρκο Λόγο στους Προφήτες, το Θεό των Πατέρων αυτών. Έτσι, λέγεται στο Συναξάριο της ημέρας: «Τὴν Συναγωγήν, συκῆν Χριστός, Ἑβραίων, Καρπῶν ἄμοιρον πνευματικῶν εἰκάζων, Ἀρᾷ ξηραίνει, ἧς φύγωμεν τὸ πάθος». Εξάλλου, οι κύριοι εκπρόσωποι της Σιών, οι Φαρισαίοι, που έχαναν τις δασκαλίστικες απολαβές τους, κάτι σαν τους σύγχρονους θεολόγους και τα παρεκκλησιαστικά δίκτυά τους, ήταν αυτοί που κινήθηκαν εναντίον όχι μόνο κατά του Χριστού αλλά και του Λαζάρου, θέλοντας να εξαφανίσουν από προσώπου γης και το Χριστό και τις θεοσημίες του, ιδίως το ζωντανό μάρτυρα Λάζαρο, για να σώσουν τις σοδιές τους και την καταδουλίευση των συνανθρώπων τους. Και η συνέχεια στα Ευαγγελικά Αναγνώσματα της Μεγάλης Δευτέρας με τα τρομερά Ουαί. Ο Χριστός προς κανέναν άλλον δεν απηύθυνε Ουαί, παρά μόνο προς τους θεομπαίχτες Φαρισαίους.

 

Γ. Η παρούσα ενότητα γεγονότων κλείνει με τη Μεγάλη Τρίτη το εσπέρας με το Τροπάριο της Κασσιανής: Κατά τη Μ. Δευτέρα και Μ. Τρίτη τον πρωταγωνιστικό ρόλο τον έχουν οι γυναίκες, ήδη από το Σάββατο του Λαζάρου, γιατί πορευόμαστε προς τα πάθη, τη Σταύρωση και την Ανάσταση, όπου το βάρος της μαρτυρίας το φέρουν γυναίκες, αφού οι άνδρες, που καρτερούσαν τιμές και δόξες κι εξουσία, είχαν εξαφανισθεί, ως συνήθως. (Ο ένας τον πρόδωσε για τις παράδες, ό άλλος έκανε πως δεν τον γνώριζε, κι οι ψαράδες επέστρεψαν και πάλι στις βαρκούλες τους, που για τρία σχεδόν χρόνια κόντευαν να σαπίσουν στην παραλία της Τιβεριάδος... Περπάτησε Αναστάς πάνω στα κύματα, για να τους ξαναμαζέψει στα Ιεροσόλυμα και να αρχίσουν να ξανασκέφτονται, τί έζησαν μαζί του, «καθὼς εἶπον ὑμᾶς»). Έτσι είναι πάντα οι άνδρες, λίγο βραδυκίνητοι και «υπολογιστές», χρειάζονται εξουσία για παρακίνηση, εκθηλύνονται εμπρός στο ατομικό συμφέρον και την κούφια μεγαλοπρέπειά τους.

Ασφαλώς, πρέπει πάντα να λογαριάζουμε ότι η Αποστολική Κοινότητα, η Αποστολική Εκκλησία, ζούσε σε μία ενότητα την παρουσία του Θεού ως Θεοφάνεια απαρχής κόσμου και μυσταγωγούμενη με τη ζωή των θεοπτών Πατριαρχών και Προφητών και Αποστόλων, με τον τρόπο ζωής και μαρτυρίας τους, ακόμη και καταγραφής, περί του Θεού των Πατέρων αυτών Αβραάμ και Ισαάκ και Ιακώβ, οράται τον Ιησού ως τον Κύριο της Δόξης του Ησαΐα, τον «παλαιό των ημερών». Όραση είναι ακόμη και η θεωτική εμπειρία, η οποία αναγράφεται και ως θεωρία, ιδίως στην ησυχαστική παράδοση! Γι᾽ αυτό η Αποστολική Εκκλησία «από μέσα» ανανεώνει τη Συναγωγή (και αναδύεται ως ιδιαίτερη κοινότητα με τη βαπτισματική ομολογία), που έτσι κι αλλιώς είχε πάψει μετά την ολική καταστροφή της Ιερουσαλήμ να διατηρεί την ιουδαϊκή αποκλειστικότητα, τόσο που ακόμη και κάποιοι Έλληνες (Έλληνας αυτή την εποχή σήμαινε εθνικός, ειδωλολάτρης κατά την παράδοση του δωδεκάθεου) είχαν γίνει ως προσήλυτοι Ιουδαίοι. Κάποιοι, μάλιστα, απ᾽ αυτούς βρέθηκαν στα Ιεροσόλυμα, όπως καταγράφεται στη σημερινή Ευαγγελική περικοπή της Μ. Τρίτης το εσπέρας: Ἰω. ιβ´, 20-23: «Ἦσαν δέ τινες Ἕλληνες ἐκ τῶν ἀναβαινόντων ἵνα προσκυνήσωσιν ἐν τῇ ἑορτῇ. οὗτοι οὖν προσῆλθον Φιλίππῳ τῷ ἀπὸ Βηθσαϊδὰ τῆς Γαλιλαίας, καὶ ἠρώτων αὐτὸν λέγοντες· Κύριε, θέλομεν τὸν Ἰησοῦν ἰδεῖν. ἔρχεται Φίλιππος καὶ λέγει τῷ Ἀνδρέᾳ, καὶ πάλιν Ἀνδρέας καὶ Φίλιππος καὶ λέγουσι τῷ Ἰησοῦ· ὁ δὲ Ἰησοῦς ἀπεκρίνατο αὐτοῖς λέγων· Ἐλήλυθεν ἡ ὥρα ἵνα δοξασθῇ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου».

[Σημειώνω εδώ εν παρενθέσει ότι οι Εβραίοι, που για δυο χιλιάδες χρόνια σκορπίστηκαν σ᾽ όλο τον κόσμο, συγκροτήθηκαν σε κοινότητες, έζησαν ως Διασπορά, αλλά επιβίωσαν, γιατί δεν κράτησαν την ιουδαϊκότητα ως αποκλειστικότητα, αντίθετα ανοίχτηκαν στις τοπικές κοινωνίες και προσπάθησαν να τις εντάξουν στη Συναγωγή ως προσήλυτους, γι᾽ αυτό κι αυξήθηκαν σ᾽ όλο τον κόσμο, κρατώντας ως γλώσσα της Συναγωγής τα Εβραϊκά. Κρατώντας τα Εβραϊκά ως γλώσσα της Συναγωγής, διασώθηκαν ως κοινότητες μέσα στην ιστορία δύο χιλιάδων χρόνων, γιατί ένας λαός χάνεται, όταν χάσει τη λαλιά του... Αυτό και για τις Ελληνικές κοινότητες του εξωτερικού, ή των Ορθοδόξων γενικώς!].

Επανέρχομαι στο θέμα της παρουσίας των γυναικών από το Σάββατο του Λαζάρου επεκτείνοντάς το μέχρι την Κυριακή των Μυροφόρων, οι οποίες διακονούν στο μυστήριο των Αγίων Παθών και της Ανάστασης, στο μυστήριο της Θείας Ενανθρωπήσεως και της προς ημάς Θείας Φιλανθρωπίας, με παρούσα εξαιρέτως την Παναγία κάτω από το Σταυρωμένο Χριστό. Σήμερα με τις επιρροές από τον Προτεσταντικό κόσμο και πρωτογενή αιτία τη διάρθρωση των βιομηχανικών και μεταβιομηχανικών κοινωνιών έχει αναδυθεί όλη η συζήτηση περί του αγώνα του γυναικείου φύλου, και λέγονται οι ατέλειωτες ανοησίες από θεολόγους, μεταφέροντες στην Εκκλησία προβλήματα στα οποία η Εκκλησία ουδέποτε είχε επιθέσει βάρη στους ανθρώπους και στα μέλη της. Είναι, λοιπόν, εξαιρετική η παρουσία των γυναικών στο μυστήριο της σωτηρίας του ανθρωπίνου γένους, πρώτα πρώτα με την Παναγία, ο δε Χριστός αδιακρίτως προσεγγίζει όλες τις γυναίκες. Και γιατί αδιακρίτως; Ο Χριστός αποκαλύπτεται πρώτα στη Συναγωγή, όπου την ιουδαϊκότητα δεν την παρέχει ο άνδρας, αλλά η γυναίκα, αυτό μέχρι σήμερα. Εβραίος δεν είναι ο γιος Εβραίου, αλλά ο γιος Εβραίας μάνας, ανεξάρτητα αν είναι Εβραία εκ φυλετικής καταγωγής ή προσήλυτη, παραμένοντας διαχρονικά ισχυρότατος ο θεσμός και ο ρόλος της Συναγωγής στη Διασπορά μεταξύ των εθνών. Είτε κοσμικά το δούμε, είτε θρησκευτικά, τα παιδιά είναι της μάνας όχι του πατέρα, ό,τι είναι η μάνα, αυτό είναι και τα παιδιά, την οικογένεια την συγκροτεί η μάνα, αυτή εντάσσει τα παιδιά στην κοινωνία... Κι ο Χριστός ως Θεός δεν κάνει διακρίσεις στις γυναίκες του Ισραήλ, όλες είναι εν δυνάμει μάνες... Ακόμη κι ο Ιούδας δεν κατακρίνει την πόρνη, κατακρίνει το Χριστό, γιατί δέχθηκε να σπαταληθεί το μύρο, αντί να πουληθεί και να αρπάξει τον παρά ως φιλάργυρος και ζηλόφθονος, έχοντας στο έπακρο, δηλαδή, τα χαρακτηριστικά των απελέκητων ανδρών, χρήμα και εξουσία.

Η πόρνη προσέρχεται στον Υιό της Παρθένου (αυτή είναι η φρασεολογία των σημερινών ύμνων της Εκκλησίας, «μή με τὴν πόρνην ἀποῤῥίψῃς, ὁ τεχθεὶς ἐκ Παρθένου»), καταθέτοντας όχι μόνο τη μετάνοια αλλά αναγνωρίζοντάς τον, σε αντίθεση με τον Ιούδα, ως τον αναμενόμενο Υιό του Θεού Πατρός. Αυτό σημαίνει η φράση «ὁ τεχθεὶς ἐκ Παρθένου». Ουσιαστικά πρόκειται για αποδοχή του κηρύγματος του Χριστού περί μετανοίας. Έτσι άρχιζε το κήρυγμα ο Ιωάννης Πρόδρομος, με τα ίδια λόγια άρχισε το κήρυγμα ο Χριστός, που είναι ευθεία προσφυγή στο κήρυγμα της μετανοίας των Προφητών, μήπως και τον «ἀναγνωρίσουν»...

Την ίδια γραμμή αποδίδει το Τροπάριο της Κασσιανής, που έχει υποστεί μία γλυκανάλατη και ανούσια ηθικιστική ανάλυση. Ουδέποτε οι Πατέρες, που ενέταξαν το γεγονός και το Τροπάριο στη Μεγάλη Εβδομάδα, θα ασχολούνταν με την ψυχοπάθεια των ηθικολογούντων καθαρών, αυτούς τους είχε «τακτοποιήσει» καταλλήλως η Εκκλησία ήδη με τους κανόνες της Α´ Οικουμενικής Συνόδου. Εδώ η μετάνοια είναι αποδοχή του αποκαλυπτόμενου Υιού και Λόγου του Θεού Πατρός, σε μία ενότητα πίστεως και αγιότητος Προφητών και Αποστόλων. Γι᾽ αυτό το κύριο θέμα δεν είναι η μετάνοια ως ατομική πράξη, αλλά η αποδοχή και η ανάληψη διακονίας στο μυστήριο της Θείας Οικονομίας, στο Μυστήριο της Εκκλησίας, η σύνταξη με τη μαρτυρία των Αγίων Προφητών και Αποστόλων.

Η φρασεολογία του Τροπαρίου είναι χαρακτηριστική: «Κύριε, ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα γυνή, τὴν σὴν αἰσθομένη Θεότητα, μυροφόρου ἀναλαβοῦσα τάξιν, ὀδυρομένη μύρα σοι, πρὸ τοῦ ἐνταφιασμοῦ κομίζει. Οἴμοι! λέγουσα, ὅτι νύξ μοι, ὑπάρχει, οἶστρος ἀκολασίας, ζοφώδης τε καὶ ἀσέληνος, ἔρως τῆς ἁμαρτίας. Δέξαι μου τὰς πηγὰς τῶν δακρύων, ὁ νεφέλαις διεξάγων τῆς θαλάσσης τὸ ὕδωρ· κάμφθητί μοι πρὸς τοὺς στεναγμοὺς τῆς καρδίας, ὁ κλίνας τοὺς οὐρανούς, τῇ ἀφάτῳ σου κενώσει· καταφιλήσω τοὺς ἀχράντους σου πόδας, ἀποσμήξω τούτους δὲ πάλιν, τοῖς τῆς κεφαλῆς μου βοστρύχοις, ὧν ἐν τῷ Παραδείσῳ Εὔα τὸ δειλινόν, κρότον τοῖς ὠσὶν ἠχηθεῖσα, τῷ φόβῳ ἐκρύβη. Ἁμαρτιῶν μου τὰ πλήθη καὶ κριμάτων σου ἀβύσσους, τίς ἐξιχνιάσει ψυχοσῶστα Σωτήρ μου; Μή με τὴν σὴν δούλην παρίδῃς, ὁ ἀμέτρητον ἔχων τὸ ἔλεος».

Το κέντρο βάρους του Τροπαρίου δεν είναι η κατάσταση της γυναικός, έτσι κι αλλιώς ο Χριστός καλεί τους πάντες μας σε μετάνοια, η γυνή, δηλαδή, του Τροπαρίου προστρέχει στο Χριστό ως το Θεό και αφήνεται στο έλεός του, αναγνωρίζει, δηλαδή, ότι η σωτηρία της είναι δώρο του Θεού και όχι καμιά κατάκτηση και έπαθλο δικό της, γιατί έκανε τη χάρη στο Χριστό (ή στους ανθρώπους) μετανοώντας. Το Τροπάριο λέγει: «τὴν σὴν αἰσθομένη Θεότητα», φθάνει με τη μετάνοιά της στην κατάσταση της διακρίσεως των πνευμάτων, όπως σε ανάλογη περίπτωση στο Περί κατασκευής του ανθρώπου λέγει ο Άγ. Γρηγόριος Νύσσης: «Τὸ μὲν γὰρ διακρίνειν ἐπιστημόνως τὸ καλὸν ἐκ τοῦ κακοῦ͵ τελειοτέρας ἕξεως εἶναί φησιν ὁ Ἀπόστολος καὶ γεγυμνασμένων αἰσθητηρίων (Ἑβρ. 5, 14), διὸ καὶ πρόσταγμα ποιεῖται πάντα δοκιμάζειν καὶ τοῦ πνευματικοῦ τὸ διακρίνειν ἴδιον εἶναί φησιν», βλέπει το Φως το αληθινό και εναποθέτει το είναι της στο Δημιουργό της: «ὁ νεφέλαις διεξάγων τῆς θαλάσσης τὸ ὕδωρ», τον αναγνωρίζει ως τον Ενανθρωπήσαντα Υιό και Λόγο: «ὁ κλίνας τοὺς οὐρανούς, τῇ ἀφάτῳ σου κενώσει», με αναφορά, μάλιστα, στην προπατορική αποστασία και απομάκρυνση εκ των ποδών του Θεού της Εύας, κυριευθείσης από το φόβο, εις αντικατάσταση της αγάπης του πλάσματος προς το δότη των ευεργεσιών: «καταφιλήσω τοὺς ἀχράντους σου πόδας, ἀποσμήξω τούτους δὲ πάλιν, τοῖς τῆς κεφαλῆς μου βοστρύχοις, ὧν ἐν τῷ Παραδείσῳ Εὔα τὸ δειλινόν, κρότον τοῖς ὠσὶν ἠχηθεῖσα, τῷ φόβῳ ἐκρύβη».

Η παραπεσούσα, λοιπόν, ομολογώντας το Χριστό ως Θεό κατά προφητικό χάρισμα, ορά πνευματικώς ήδη τα Άγια Πάθη και αναλαμβάνει δια του μυρισμού να διακονήσει ως μυροφόρος: «μυροφόρου ἀναλαβοῦσα τάξιν»!

 

Aποστολικό Ανάγνωσμα: Φιλιπ. δ´, 4-9: «Χαίρετε ἐν Κυρίῳ πάντοτε· πάλιν ἐρῶ, χαίρετε. 5 τὸ ἐπιεικὲς ὑμῶν γνωσθήτω πᾶσιν ἀνθρώποις. ὁ Κύριος ἐγγύς. 6 μηδὲν μεριμνᾶτε, ἀλλ᾽ ἐν παντὶ τῇ προσευχῇ καὶ τῇ δεήσει μετὰ εὐχαριστίας τὰ αἰτήματα ὑμῶν γνωριζέσθω πρὸς τὸν Θεόν. 7 καὶ ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ ἡ ὑπερέχουσα πάντα νοῦν φρουρήσει τὰς καρδίας ὑμῶν καὶ τὰ νοήματα ὑμῶν ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ. 8 Τὸ λοιπόν, ἀδελφοί, ὅσα ἐστὶν ἀληθῆ, ὅσα σεμνά, ὅσα δίκαια, ὅσα ἁγνά, ὅσα προσφιλῆ, ὅσα εὔφημα, εἴ τις ἀρετὴ καὶ εἴ τις ἔπαινος, ταῦτα λογίζεσθε· 9 ἃ καὶ ἐμάθετε καὶ παρελάβετε καὶ ἠκούσατε καὶ εἴδετε ἐν ἐμοί, ταῦτα πράσσετε· καὶ ὁ Θεὸς τῆς εἰρήνης ἔσται μεθ᾽ ὑμῶν».

 

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: Ἰω. ιβ´, 1-18: «1. Ὁ οὖν ᾿Ιησοῦς πρὸ ἓξ ἡμερῶν τοῦ πάσχα ἦλθεν εἰς Βηθανίαν, ὅπου ἦν Λάζαρος ὁ τεθνηκώς, ὃν ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν. 2 ἐποίησαν οὖν αὐτῷ δεῖπνον ἐκεῖ, καὶ ἡ Μάρθα διηκόνει· ὁ δὲ Λάζαρος εἷς ἦν τῶν ἀνακειμένων σὺν αὐτῷ. 3 ἡ οὖν Μαρία, λαβοῦσα λίτραν μύρου νάρδου πιστικῆς πολυτίμου, ἤλειψε τοὺς πόδας τοῦ ᾿Ιησοῦ καὶ ἐξέμαξε ταῖς θριξὶν αὐτῆς τοὺς πόδας αὐτοῦ· ἡ δὲ οἰκία ἐπληρώθη ἐκ τῆς ὀσμῆς τοῦ μύρου. 4 λέγει οὖν εἷς ἐκ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ, ᾿Ιούδας Σίμωνος ᾿Ισκαριώτης, ὁ μέλλων αὐτὸν παραδιδόναι· 5 διατί τοῦτο τὸ μύρον οὐκ ἐπράθη τριακοσίων δηναρίων καὶ ἐδόθη πτωχοῖς; 6 εἶπε δὲ τοῦτο οὐχ ὅτι περὶ τῶν πτωχῶν ἔμελεν αὐτῷ, ἀλλ' ὅτι κλέπτης ἦν, καὶ τὸ γλωσσόκομον εἶχε καὶ τὰ βαλλόμενα ἐβάσταζεν. 7 εἶπεν οὖν ὁ ᾿Ιησοῦς· ἄφες αὐτήν, εἰς τὴν ἡμέραν τοῦ ἐνταφιασμοῦ μου τετήρηκεν αὐτό. 8 τοὺς πτωχοὺς γὰρ πάντοτε ἔχετε μεθ᾽ ἑαυτῶν, ἐμὲ δὲ οὐ πάντοτε ἔχετε. 9 ῎Εγνω οὖν ὄχλος πολὺς ἐκ τῶν ᾿Ιουδαίων ὅτι ἐκεῖ ἐστι, καὶ ἦλθον οὐ διὰ τὸν ᾿Ιησοῦν μόνον, ἀλλ᾽ ἵνα καὶ τὸν Λάζαρον ἴδωσιν ὃν ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν. 10 ἐβουλεύσαντο δὲ οἱ ἀρχιερεῖς ἵνα καὶ τὸν Λάζαρον ἀποκτείνωσιν, 11 ὅτι πολλοὶ δι᾽ αὐτὸν ὑπῆγον τῶν ᾿Ιουδαίων καὶ ἐπίστευον εἰς τὸν ᾿Ιησοῦν. 12 Τῇ ἐπαύριον ὄχλος πολὺς ὁ ἐλθὼν εἰς τὴν ἑορτήν, ἀκούσαντες ὅτι ἔρχεται ᾿Ιησοῦς εἰς ῾Ιεροσόλυμα, 13 ἔλαβον τὰ βαΐα τῶν φοινίκων καὶ ἐξῆλθον εἰς ὑπάντησιν αὐτῷ, καὶ ἔκραζον· ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου, ὁ βασιλεὺς τοῦ ᾿Ισραήλ. 14 εὑρὼν δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς ὀνάριον ἐκάθισεν ἐπ᾽ αὐτό, καθώς ἐστι γεγραμμένον· 15 μὴ φοβοῦ, θύγατερ Σιών· ἰδοὺ ὁ βασιλεύς σου ἔρχεται καθήμενος ἐπὶ πῶλον ὄνου. 16 Ταῦτα δὲ οὐκ ἔγνωσαν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ τὸ πρῶτον, ἀλλ᾽ ὅτε ἐδοξάσθη ὁ ᾿Ιησοῦς, τότε ἐμνήσθησαν ὅτι ταῦτα ἦν ἐπ᾽ αὐτῷ γεγραμμένα, καὶ ταῦτα ἐποίησαν αὐτῷ. 17 ᾿Εμαρτύρει οὖν ὁ ὄχλος ὁ ὢν μετ᾽ αὐτοῦ ὅτε τὸν Λάζαρον ἐφώνησεν ἐκ τοῦ μνημείου καὶ ἤγειρεν αὐτὸν ἐκ νεκρῶν. 18 διὰ τοῦτο καὶ ὑπήντησεν αὐτῷ ὁ ὄχλος, ὅτι ἤκουσαν τοῦτο αὐτὸν πεποιηκέναι τὸ σημεῖον. 19 οἱ οὖν Φαρισαῖοι εἶπον πρὸς ἑαυτούς· θεωρεῖτε ὅτι οὐκ ὠφελεῖτε οὐδέν; ἴδε ὁ κόσμος ὀπίσω αὐτοῦ ἀπῆλθεν».

Κυριακή 29 Μαρτίου 2026

 

Κυριακὴ Ε´ τῶν Νηστειῶν, Μαρίας Ὁσίας τῆς Αἰγυπτίας, 29 Μαρτίου 2026, (14/4/2019), (Αριθμ. 11Β)

 

Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ.

 

Α. 1. Η εβδομάδα της Ε´ Κυριακής των Νηστειών είναι μία εβδομάδα συνοπτική των οκτώ προηγούμενων Κυριακών, της πορείας από την αρχή του Τριωδίου. Η εβδομάδα χαρακτηρίζεται από το Μεγάλο Κανόνα του Αγίου Ανδρέα Κρήτης, τον Ακάθιστο Ύμνο και τα Προφητικά Αναγνώσματα της εβδομάδος, όπως επίσης και τα Αναγνώσματα της Θεοτόκου στη Θεία Λειτουργία του Σαββάτου, και κατά την Κυριακή από τη μνήμη της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας.

2. Την Τετάρτη ημέρα της πέμπτης εβδομάδος των Νηστειών και στο μέσον του Αποδείπνου η Εκκλησία ψάλλει το Μεγάλο Κανόνα του Αγίου Ανδρέα Κρήτης (650-740). Είναι ο μακροσκελέστερος Κανόνας της Εκκλησίας, αποτελούμενος από διακόσια πενήντα τροπάρια και ένδεκα ειρμούς, όπου εξιστορούνται τα γεγονότα από την πτώση του ανθρώπου και εξής με τα έργα της μετανοίας των Αγίων της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, όλων αυτών των Αγίων που διά της μετανοίας έγιναν χάριτι αυτόπτες της Αποκαλύψεως του Υιού και Λόγου  του Θεού Πατρός εν τύποις και σαρκί. Πρόκειται για ένα σύντομο υπομνηματισμό της Προφητικής και Ευαγγελικής καταγραφής των θεοφανικών γεγονότων σε μία ενότητα τύπων και ανακεφαλεώσεως με παράλληλη συνθετική παρεμβολή των αποφάσεων των έξη πρώτων Οικουμενικών Συνόδων για το μυστήριο της Θείας Οικονομίας και της κρίσεως του κόσμου. Οι πρεσβείες προς τον Άγιο Ανδρέα και την Οσία Μαρία την Αιγυπτία, ως υπόδειγμα μετανοίας, συνυφαίνονται με τα τροπάρια των Ωδών του Κανόνα προς δήλωση της σημασίας της μετανοίας, η οποία οδηγεί στην ομολογία της θεότητος του Χριστού αλλά και της αληθούς Ενανθρωπήσεως, των Παθών, του Σταυρού και της Αναστάσεως, της Κρίσεως και της διακονίας της Θεοτόκου, ιδίως με τον ειρμό της θ´ Ωδής, ἦχος πλ. β´, «Ἀσπόρου συλλήψεως, ὁ τόκος ἀνερμήνευτος, Μητρὸς ἀνάνδρου, ἄφθορος ἡ κύησις· Θεοῦ γὰρ ἡ γέννησις, καινοποιεῖ τὰς φύσεις· διό σε πᾶσαι αἱ γενεαί, ὡς Θεόνυμφον Μητέρα, ὀρθοδόξως μεγαλύνομεν».  Καθώς εμφαίνεται ο προχειρισμός προς το Μυστικό Δείπνο η Εκκλησία εντείνει το λόγο της για τη μετάνοια, όχι ως μια ψυχολογική κατάσταση, μια ατομική πράξη, μια ατομική εμπειρία, αλλά ως εκκλησιαστικό γεγονός θεωτικής πορείας μετά πάντων των Αγίων, εξαιρέτως δε της Υπεραγίας Θεοτόκου. Όσο πλησιάζουμε προς το Πάσχα, η Εκκλησία, λοιπόν, μας καλεί να μη χάσουμε την ευκαιρία και εγκλωβισθούμε στην αυτάρκειά μας, αλλά μας καλεί να απεκδυθούμε τον ιδιασμό μας και να αποκτήσουμε την εμπειρία και την πίστη των Αγίων μας και να μην αποκαρδιωθούμε από τις αποτυχίες μας, αλλά να παραδειγματισθούμε από αυτούς, γιατί ο Χριστός είναι ο πανταχού παρών και τα πάντα πληρών. Έτσι ένα από τα τροπάρια σχεδόν μας οδηγεί στη Μ. Τετάρτη: «Ψυχή μου, ψυχή μου, ἀνάστα, τί καθεύδεις; τὸ τέλος ἐγγίζει καὶ μέλλεις θορυβεῖσθαι· ἀνάνηψον οὖν, ἵνα φείσηταί σου Χριστὸς ὁ Θεός, ὁ πανταχοῦ παρὼν καὶ τὰ πάντα πληρῶν», τον Ψαλμό 137, και την Κυριακή Προσευχή. Πρόκειται, δηλαδή, για ομολογία πίστεως στο Χριστό (τον ένα και τον αυτόν των Αγίων Παλαιάς και Καινής Διαθήκης), ένα συνοψισμό των αποφάσεων της ΣΤ´ Οικουμενικής Συνόδου, στην αποδοχή της οποίας ενεπλάκη ο Άγιος Ανδρέας. Με την ίδια παιδαγωγία η Εκκλησία στο Απόδειπνο της Παρασκευής ψάλλει τον Ακάθιστο Ύμνο ολόκληρο, ως επιστέγαση και αποδοχή του όρου Θεοτόκος, ως εγγύηση της του Υιού του Θεού αληθούς ενσάρκου Οικονομίας. Όλη αυτή, δηλαδή, η περίοδος του Τριωδίου είναι μία περίοδος της εκ νέου ενσωμάτωσης του ανθρώπου στην Εκκλησία των απ᾽ αιώνος Αγίων του Θεού, που έζησαν την αποκαλύψη του Τριαδικού Θεού όχι για τον εαυτό τους αλλά ως Προφήτες και μάρτυρες για όλους τους ανθρώπους, και γι᾽ αυτό η εμπειρία τους είναι η κοινή εμπειρία και μαρτυρία της Εκκλησίας.

3. Ανεξάρτητα από τα ιστορικά γεγονότα της πολιορκίας της Κωνσταντινούπολης από τους Αβάρους το 626 και της διασώσεώς της, ο Ακάθιστος Ύμνος είναι Κοντάκιο που κατά περιεχόμενο συνδέεται με το όρο Θεοτόκος ως ερμηνευτική πρόταση ιδίως του άρθρου του Συμβόλου της Πίστεως: «Τὸν δι᾽ ἡμᾶς τοὺς ἀνθρώπους καὶ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν κατελθόντα ἐκ τῶν οὐρανῶν καὶ σαρκωθέντα ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καὶ Μαρίας τῆς Παρθένου καὶ ἐνανθρωπήσαντα» κατά πρώτον κατά τις συνοδικές αποφάσεις των Γ´-Ε´ Οικουμενικών Συνόδων. Η ομολογία του όρου Θεοτόκος υπήρξε τόσο καθοριστική για την ερμηνεία του Μυστηρίου της Θείας Οικονομίας όσο και ο όρος ὁμοούσιος για την ομολογία του Τριαδικού Θεού εν σχέσει με τις δύο πρώτες Οικουμενικές Συνόδους. Μετά, μάλιστα, τη Δ´ Οικουμενική Σύνοδο στη Χαλκηδόνα, πολλοί ναοί ανά τη Βυζαντινή αυτοκρατορία αφιερώθηκαν στη Θεοτόκο, και ακολούθησε και η ερμηνευτική υμνολογική παραγωγή και λειτουργική πράξη, όπως γίνεται αντιληπτό και με τις αποφάσεις της ΣΤ´ Οικουμενικής Συνόδου κατά του Μονοθελητισμού και του Μονοενεργητισμού. Κατά ταύτα, την πέμπτη εβδομάδα των Νηστειών η συνύπαρξη του Μεγάλου Κανόνα, ενός είδους που θα αντικαταστήσει τα Κοντάκια, και του Ακαθίστου Ύμνου προβάλλουν ως μία ενότητα και ερμηνευτική πρόταση. Έτσι, το Σάββατο προ της Ε´ Κυριακής των Νηστειών λέγεται Σάββατο του Ακάθιστου Ύμνου, που εκτός του Ακαθίστου Ύμνου, ο οποίος ψάλλεται συνήθως στο Απόδειπνο της Παρασκευής, κατά τη Θεία Λειτουργία διαβάζονται Αναγνώσματα της Θεοτόκου, Αποστολικό το αυτό με την εορτή των Εισοδίων, 21 Νοεμβρίου (Ἑβρ. θ´, 1-7) και Ευαγγελικό Ανάγνωσμα το αυτό με την εορτή του Γενεθλίου της  Θεοτόκου,  8 Σεπτεμβρίου (Λουκ. α´, 39-49, 56) και Κάθισμα το αυτό με την εορτή του Ευαγγελισμού: «Ὁ μέγας Στρατηγός, τῶν ἀΰλων Ἀγγέλων εἰς πόλιν Ναζαρέτ, ἐπιστὰς Βασιλέα, μηνύει σοι Ἄχραντε, τῶν αἰώνων καὶ Κύριον· Χαῖρε λέγων σοι, εὐλογημένη Μαρία, ἀκατάληπτον καὶ ἀνερμήνευτον βάθος, βροτῶν ἡ ἀνάκλησις», ἦχος α´, καταφάσκοντας και λειτουργικά στην πραγματική Ενανθρώπηση του Λόγου. Επισημαίνεται ότι καθόλη την πέμπτη εβδομάδα των Νηστειών, πλην των Προφητικών Αναγνωσμάτων από τον Ησαΐα, τα Προφητικά Αναγνώσματα προέρχονται από το βιβλίο της Γενέσεως και έχουν κεντρικό πρόσωπο τον Αβραάμ με τελευταίο τέτοιο Ανάγνωσμα την Παρασκευή το εσπέρας το κεφάλαιο κβ´, 1-18, της Θυσίας του Αβραάμ, προφητικού τύπου του Μυστικού Δείπνου, εν είδει προχειρισμού, και του όρκου του Θεού, ενός σημείου της οικουμενικότητος της αποκαλύψεως του Λόγου του Θεού, του αυτού δε και Ενανθρωπήσαντος[1].

 

Β. 1. Την Ε´ Κυριακή των Νηστειών η Εκκλησία εορτάζει τη μνήμη της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας, ως ὑποδείγματος μετανοίας[2] αλλά και απορρίψεως της υποκρισίας των ανθρώπων, που κρύβουν τη μεταπατορική φθορά στην εγωκεντρική τους συστροφή, την αυτοθέωση και νοητική τους ικάνωση, ότι μπορούν, δηλαδή, άνευ της θεοποιού ενεργείας του Θεού και μέσω επιτέλεσης συμβατικών κτιστών μέσων, διατάξεων και εντολών, να πετύχουν τη σωτηρία, την άρση της περατότητας και της κτιστότητας. Ο λόγος είναι σαφής: Σωζόμαστε εν τω Ενανθρωπήσαντι Λόγω, όχι γιατί το αξίζουμε, αλλά γιατί το έλεος του Θεού είναι άπειρο και η φιλανθρωπία του απερινόητος.

2. Η μνήμη της Οσίας εορτάζεται, επίσης, και κατά την πρώτη Απριλίου. Εν πολλοίς η υμνολογία των δύο εορτών συμπίπτει με τους δύο Κανόνες που βασίζονται στο Συναξάρι της Οσίας, γραμμένο είτε από τον Άγιο Σωφρόνιο (560-638), Πατριάρχη Ιεροσολύμων, είτε από κάποιο μαθητή του κατά τη δική του θεολογική και νηπτική πράξη. Ο Άγιος Σωφρόνιος είναι Πατέρας της Εκκλησίας, μοναχός της Μονής Αγίου Θεοδοσίου και πολέμιος του Μονοθελητισμού, είναι γνωστός υμνογράφος και αναθεωρητής του Τυπικού του Αγίου Σάββα, το οποίο, μαζί με την Ὑποτύπωση της Μονής Στουδίου της Κωνσταντινούπολης, θα περάσει εν μέρει στο Τυπικό της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας. Στο Συναξάρι της Οσίας κυριαρχεί η δύναμη του Σταυρού του Κυρίου, η παρουσία της Υπεραγίας Θεοτόκου, η παρουσία του Οσίου Ζωσιμά για την πιστοποίηση στη μετοχή της Οσίας στο Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας κατά το Μυστικό Δείπνο στη Μονή του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου παρά τον Ιορδάνη και την εν απαθεία βιωτή της σε σημείο που να περπατάει πάνω στα νερά του Ιορδάνη, όπως οι Θεόπτες Άγιοι του Ισραήλ, κλείνοντας έτσι με τη μνήμη της η Εκκλησία τον κύκλο των Κυριακών της μετανοίας ως θύρας της δωρούμενης υπό του Ενανθρωπήσαντος Λόγου σωτηρίας κατά το Κατανυκτικό τροπάριο στο Δόξα... των Κυριακών του Τριωδίου: «Τῆς μετανοίας ἄνοιξόν μοι πύλας Ζωοδότα, ὀρθρίζει γὰρ τὸ πνεῦμά μου, πρὸς ναὸν τὸν ἅγιόν σου, ναὸν φέρον τοῦ σώματος, ὅλον ἐσπιλωμένον, ἀλλ᾽ ὡς οἰκτίρμων κάθαρον, εὐσπλάγχνῳ σου ἐλέει».

 

Γ. 1. Τα δύο Αναγνώσματα της ημέρας είναι άκρως ευχαριστιακού περιεχομένου, σε προχειρισμό της ελεύσεως των γεγονότων της Μεγάλης Εβδομάδος, του Μυστικού Δείπνου αλλά και της Πεντηκοστής. Το Αποστολικό Ανάγνωσμα είναι η συνέχεια της πολύ γνωστής περικοπής της Θεοτόκου, των εορτών των Εισοδίων, της Αγίας Σκέπης και του Σαββάτου της σημερινής Κυριακής, ως συνέχεια και ενότητα Προφητικού τύπου της Σκηνής του Μαρτυρίου και των τελουμένων εν αυτή ολοκαυτωμάτων και της Παναγίας της Θεοτόκου ως της Νέας Σκηνής του «σωματουμένου» Λόγου, κατά τον Άγιο Σωφρόνιο, του Αρχιερέως Χριστού, του προσφέροντος, προσφερομένου και δεχομένου την αναίμακτο θυσία μετά το Σταυρό, την ταφή και την Ανάσταση «δι᾽ ἡμᾶς και διὰ τὴν ἡμῶν σωτηρίαν» στην Εκκλησία των Αγίων της Πεντηκοστής, Πρωτότοκου αδελφού ημών ως Ενανθρωπήσαντος. Όπως επανειλημμένα έχει τονισθεί, ανακεφαλαιών τις Προφητικές οράσεις και την πορεία του Ισραήλ ο Χριστός ενώνει τις χαρισματικές λειτουργίες, τα αξιώματα του Ισραήλ (του Βασιλέως, του Προφήτη και του Αρχιερέως) και προσάγει τον Ισραήλ στο Μυστικό Δείπνο, οδηγών τους Μαθητές και τους Αποστόλους να τον αναγνωρίσουν και Πνευματικώς ορώμενο και μετεχόμενο ως το Ζώντα Θεό εν δεξιά του Πατρός Καθεζόμενο και αεί ερχόμενο, «οὗ τῆς βασιλείας οὐκ ἔσται τέλος» μετά του Πατρός και του Αγίου Πνεύματος.

2. Το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα βρίσκεται σε αντιστοιχία με το Αποστολικό Ανάγνωσμα και ουσιαστικώς σε συνέχεια του Ευαγγελικού Αναγνώσματος της προηγούμενικης Κυριακής και νοηματικά με το στίχο 30 του ένατου κεφαλαίου εκ του Κατά Μάρκον Ευαγγελίου, κατά τον οποίο ο Χριστός και οι Μαθητές «παρεπορεύοντο διὰ τῆς Γαλιλαίας» προς Ιεροσόλυμα[3]. Ακόμη και μετά τη Μεταμόρφωση οι Μαθητές «οὐκ ἴσχυσαν» να θεραπεύσουν τον υιό ενός εκ του ὄχλου, του έχοντος πνεύμα άλαλο. Ακολουθούν και άλλες θεοσημίες, η συζήτηση με τον πλούσιο, ο οποίος έγινε περίλυπος σαν του είπε ο Χριστός να μοιράσει τα υπάρχοντά του και να τον ακολουθήσει στο δρόμο της θυσίας και του σταυρού, και με παρόμοιο τρόπο απάντησε ο Χριστός στους Μαθητές ζητώντας από αυτούς, που τον είχαν δει μεταμορφούμενο, και «οὐκ ἴσχυσαν», για την ολιγοπιστία τους, όπως ο Πέτρος, να αρνηθούν την ίδια τους την οικογενειακή ύπαρξη: «Ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐδείς ἐστιν ὃς ἀφῆκεν οἰκίαν ἢ ἀδελφοὺς ἢ ἀδελφὰς ἢ πατέρα ἢ μητέρα ἢ γυναῖκα ἢ τέκνα ἢ ἀγροὺς ἕνεκεν ἐμοῦ καὶ ἕνεκεν τοῦ εὐαγγελίου», Μάρκ. ι´, 29, επισημαίνοντας εκ δευτέρου ότι ο «ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδοθήσεται τοῖς ἀρχιερεῦσι καὶ γραμματεῦσι, καὶ κατακρινοῦσιν αὐτὸν θανάτῳ καὶ παραδώσουσιν αὐτὸν τοῖς ἔθνεσι».

Και ενώ ο Χριστός ομιλεί για το σταυρικό του θάνατο και την ανάσταση, οι άλλοι δύο αυτόπτες μάρτυρες της Μεταμορφώσεως, Ιάκωβος και Ιωάννης, στην ίδια γραμμή με τον Απόστολο Πέτρο ζητούν κοσμικά αξιώματα και διαμεσολαβητική, όχι χαρισματική, εξουσία. Ελέγχοντας, λοιπόν, τους Μαθητές ο Χριστός κάνει διάκριση ανάμεσα στο μεταπατορικό κόσμο της φθοράς και της διαρρήξεως των ανθρωπίνων σχέσεων με την καταδυνάστευση του ενός ανθρώπου επί των άλλων, την άρση, δηλαδή, της φιλαδελφίας, και τη βασιλεία του Θεού, προβάλλων έτι πλέον τη διακονία και αυτοπροσφορά ως την κατεξοχήν χαρισματική λειτουργία του κοινού σώματος της Εκκλησίας, ακυρώνοντας πλήρως τις συμβάσεις του βίου παραδεικνύων τη νέα ζωή, προς μία βιωτή που τείνει προς τη νηπτική απάθεια, ώστε να γίνουν οι Απόστολοι όργανα του Αγίου Πνεύματος.

 

Αποστολικό Ανάγνωσμα: Ἑβρ. θ´, 11-14: «11 Χριστὸς δὲ παραγενόμενος ἀρχιερεὺς τῶν μελλόντων ἀγαθῶν διὰ τῆς μείζονος καὶ τελειοτέρας σκηνῆς, οὐ χειροποιήτου, τοῦτ᾽ ἔστιν οὐ ταύτης τῆς κτίσεως, 12 οὐδὲ δι᾽ αἵματος τράγων καὶ μόσχων, διὰ δὲ τοῦ ἰδίου αἵματος εἰσῆλθεν ἐφάπαξ εἰς τὰ Ἅγια, αἰωνίαν λύτρωσιν εὑράμενος. 13 Εἰ γὰρ τὸ αἷμα ταύρων καὶ τράγων καὶ σποδὸς δαμάλεως ῥαντίζουσα τοὺς κεκοινωμένους ἁγιάζει πρὸς τὴν τῆς σαρκὸς καθαρότητα, 14 πόσῳ μᾶλλον τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ, ὃς διὰ Πνεύματος αἰωνίου ἑαυτὸν προσήνεγκεν ἄμωμον τῷ Θεῷ, καθαριεῖ τὴν συνείδησιν ὑμῶν ἀπὸ νεκρῶν ἔργων εἰς τὸ λατρεύειν Θεῷ ζῶντι;».

 

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: Μαρκ. ι´, 32-45: «32  Ἦσαν δὲ ἐν τῇ ὁδῷ ἀναβαίνοντες εἰς Ἱεροσόλυμα· καὶ ἦν προάγων αὐτοὺς ὁ Ἰησοῦς, καὶ ἐθαμβοῦντο, καὶ ἀκολουθοῦντες ἐφοβοῦντο. καὶ παραλαβὼν πάλιν τοὺς δώδεκα ἤρξατο αὐτοῖς λέγειν τὰ μέλλοντα αὐτῷ συμβαίνειν, 33 ὅτι Ἰδοὺ ἀναβαίνομεν εἰς Ἱεροσόλυμα καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδοθήσεται τοῖς ἀρχιερεῦσι καὶ γραμματεῦσι, καὶ κατακρινοῦσιν αὐτὸν θανάτῳ καὶ παραδώσουσιν αὐτὸν τοῖς ἔθνεσι, 34 καὶ ἐμπαίξουσιν αὐτῷ καὶ μαστιγώσουσιν αὐτὸν καὶ ἐμπτύσουσιν αὐτῷ καὶ ἀποκτενοῦσιν αὐτὸν, καὶ τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀναστήσεται. 35 Καὶ προσπορεύονται αὐτῷ Ἰάκωβος καὶ Ἰωάννης υἱοὶ Ζεβεδαίου λέγοντες· Διδάσκαλε, θέλομεν ἵνα ὃ ἐὰν αἰτήσωμεν ποιήσῃς ἡμῖν. 36 ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· Τί θέλετε ποιῆσαί με ὑμῖν; 37 οἱ δὲ εἶπον αὐτῷ· Δὸς ἡμῖν ἵνα εἷς ἐκ δεξιῶν καὶ εἷς ἐξ εὐωνύμων σου καθίσωμεν ἐν τῇ δόξῃ σου. 38 ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· Οὐκ οἴδατε τί αἰτεῖσθε. δύνασθε πιεῖν τὸ ποτήριον ὃ ἐγὼ πίνω, καὶ τὸ βάπτισμα ὃ ἐγὼ βαπτίζομαι βαπτισθῆναι; 39 οἱ δὲ εἶπον αὐτῷ· Δυνάμεθα. ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· Τὸ μὲν ποτήριον ὃ ἐγὼ πίνω πίεσθε, καὶ τὸ βάπτισμα ὃ ἐγὼ βαπτίζομαι βαπτισθήσεσθε· 40 τὸ δὲ καθίσαι ἐκ δεξιῶν μου καὶ ἐξ εὐωνύμων οὐκ ἔστιν ἐμὸν δοῦναι, ἀλλ᾽ οἷς ἡτοίμασται. 41 καὶ ἀκούσαντες οἱ δέκα ἤρξαντο ἀγανακτεῖν περὶ Ἰακώβου καὶ Ἰωάννου. 42 ὁ δὲ Ἰησοῦς προσκαλεσάμενος αὐτοὺς λέγει αὐτοῖς· Οἴδατε ὅτι οἱ δοκοῦντες ἄρχειν τῶν ἐθνῶν κατακυριεύουσιν αὐτῶν καὶ οἱ μεγάλοι αὐτῶν κατεξουσιάζουσιν αὐτῶν. 43 οὐχ οὕτω δὲ ἔσται ἐν ὑμῖν, ἀλλ᾽ ὃς ἐὰν θέλῃ γενέσθαι μέγας ἐν ὑμῖν, ἔσται ὑμῶν διάκονος, 44 καὶ ὃς ἐὰν θέλῃ ὑμῶν γενέσθαι πρῶτος, ἔσται πάντων δοῦλος· 45 καὶ γὰρ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἦλθε διακονηθῆναι, ἀλλὰ διακονῆσαι καὶ δοῦναι τὴν ψυχὴν αὐτοῦ λύτρον ἀντὶ πολλῶν».



[1]. Γεν. κβ´, 16-18: «Κατ᾿ ἐμαυτοῦ ὤμοσα, λέγει Κύριος, οὗ εἵνεκεν ἐποίησας τὸ ρῆμα τοῦτο, καὶ οὐκ ἐφείσω τοῦ υἱοῦ σου τοῦ ἀγαπητοῦ δι᾿ ἐμέ, ἦ μὴν εὐλογῶν εὐλογήσω σε, καὶ πληθύνων πληθυνῶ τὸ σπέρμα σου, ὡς τοὺς ἀστέρας τοῦ οὐρανοῦ καὶ ὡς τὴν ἄμμον τὴν παρὰ τὸ χεῖλος τῆς θαλάσσης, καὶ κληρονομήσει τὸ σπέρμα σου τὰς πόλεις τῶν ὑπεναντίων· καὶ ἐνευλογηθήσονται ἐν τῷ σπέρματί σου πάντα τὰ ἔθνη τῆς γῆς, ἀνθ᾿ ὧν ὑπήκουσας τῆς ἐμῆς φωνῆς».

[2]. Εξαποστειλάριιο της Οσίας, στον Όρθρο, ἦχος γ´: «Ὑπόδειγμα μετανοίας, σὲ ἔχοντες πανοσία Μαρία Χριστὸν δυσώπει, ἐν τῷ καιρῷ τῆς Νηστείας, τοῦτο ἡμῖν δωρηθῆναι, ὅπως ἐν πίστει καὶ πόθῳ, σὲ ᾄσμασιν εὐφημῶμεν».

[3]. Μάρκ. θ´, 30-31: «Καὶ ἐκεῖθεν ἐξελθόντες παρεπορεύοντο διὰ τῆς Γαλιλαίας, καὶ οὐκ ἤθελεν ἵνα τις γνῷ· ἐδίδασκε γὰρ τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς ὅτι υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοται εἰς χεῖρας ἀνθρώπων, καὶ ἀποκτενοῦσιν αὐτόν, καὶ ἀποκτανθεὶς τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀναστήσεται».

Τετάρτη 25 Μαρτίου 2026

 

Ὁ Εὐαγγελισμὸς τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καὶ Ἀειπαρθένου Μαρίας, 25 Μαρτίου 2026 (25/3/2019), (Αριθμ. 8Ν2) 

 

Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ.

 

Α. 1. Η εορτή του Ευαγγελισμού είναι από εκείνες τις εορτές με Προεόρτια, κυρίως εορτή και μεθέορτη την επόμενη μέρα, κατά την οποία εορτάζεται η Σύναξη του συνεργούντος αγίου προσώπου, ή των συνεργούντων αγίων προσώπων. Στην περίπτωση του Ευαγγελισμού, μετά τη διόρθωση του Ιουλιανού ημερολογίου το 1923, έχουμε Απόδοση της εορτής κατά τον Εσπερινό της κύριας ημέρας και την επομένη τη Σύναξη του Αρχάγγελου Γαβριήλ, καθώς πάντοτε πέφτουν, με όποια διακύμανση της εορτής του Πάσχα, μετά την Κυριακή των Απόκρεω. Ως εκ τούτου τα Προεόρτια και η Σύναξη του Αρχάγγελου Γαβριήλ συνθέτουν και στοιχεία από τα προβλεπόμενα στα καθέκαστα του Τριωδίου, όπως εφέτος που στα Προεόρτια αντί τις Καταβασίες «Θαλάσσης τὸ ἐρυθραῖον πέλαγος...», λέγονται οι Καταβασίες της Θεοτόκου «Ἀνοίξω τὸ στόμα μου...», ή για τη Σύναξη του Αρχάγγελου Γαβριήλ ακολουθείται η τάξη των καθημερινών της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, ενώ η ακολουθία της κύριας εορτής γίνεται μόνο κατά τα προβλεπόμενα από το Μηναίο με τη Θεία Λειτουργία του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου.

2. α. 1. Η εορτή του Ευαγγελισμού αποτελεί τη λειτουργική και ερμηνευτική συνέχεια της εορτής των Εισοδίων της Θεοτόκου στο Ναό. Εξάλλου, ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου ενεργείται εν εαυτή ως του παλατίου του νέου Ισραήλ, κατά τη μνηστεία της Θεοτόκου με τον Ιωσήφ, γι᾽ αυτό ο Ευαγγελιστής Ματθαίος σημειώνει: Ματθ. α´, 18-24: «18 Τοῦ δὲ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἡ γένεσις οὕτως ἦν· μνηστευθείσης τῆς μητρὸς αὐτοῦ Μαρίας τῷ Ἰωσήφ, πρὶν ἢ συνελθεῖν αὐτοὺς εὑρέθη ἐν γαστρὶ ἔχουσα ἐκ Πνεύματος ἁγίου. 19 Ἰωσὴφ δὲ ὁ ἀνὴρ αὐτῆς, δίκαιος ὢν καὶ μὴ θέλων αὐτὴν παραδειγματίσαι, ἐβουλήθη λάθρᾳ ἀπολῦσαι αὐτήν. 20 ταῦτα δὲ αὐτοῦ ἐνθυμηθέντος ἰδοὺ ἄγγελος Κυρίου κατ᾽ ὄναρ ἐφάνη αὐτῷ λέγων· Ἰωσὴφ υἱὸς Δαυΐδ, μὴ φοβηθῇς παραλαβεῖν Μαριὰμ τὴν γυναῖκά σου, τὸ γὰρ ἐν αὐτῇ γεννηθὲν ἐκ πνεύματός ἐστιν ἁγίου· 21 τέξεται δὲ υἱὸν καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν, αὐτὸς γὰρ σώσει τὸν λαὸν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν αὐτῶν. 22 Τοῦτο δὲ ὅλον γέγονεν ἵνα πληρωθῇ τὸ ῥηθὲν ὑπὸ τοῦ Κυρίου διὰ τοῦ προφήτου λέγοντος· 23 Ἰδοὺ ἡ παρθένος ἐν γαστρὶ ἕξει καὶ τέξεται υἱόν, καὶ καλέσουσι τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἐμμανουήλ, ὅ ἐστιν μεθερμηνευόμενον Μεθ᾽ ἡμῶν ὁ Θεός. 24 Διεγερθεὶς δὲ ὁ Ἰωσὴφ ἀπὸ τοῦ ὕπνου ἐποίησεν ὡς προσέταξεν αὐτῷ ὁ ἄγγελος Κυρίου καὶ παρέλαβε τὴν γυναῖκα αὐτοῦ, 25 καὶ οὐκ ἐγίνωσκεν αὐτὴν ἕως οὗ ἔτεκε τὸν υἱόν αὐτῆς τὸν πρωτότοκον, καὶ ἐκάλεσε τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν».

α. 2. Και ενώ στο πρώτο κεφάλαιο της Θεοφάνειας προς τον Ιωσήφ γίνεται λόγος περί της γυναικός αλλά και παρθένου, στη συνέχεια του Κατά Ματθαίον Ευαγγελίου στο δεύτρο κεφάλαιο ο λόγος επικεντρώνεται στο «παιδίον καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ». Ο «κατ᾽ ὄναρ» άγγελος του Θεού διατάσσει τον Ιωσήφ δύο φορές: «παράλαβε τὸ παιδίον καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ καὶ φεῦγε εἰς Αἴγυπτον» (β´, 13), «ἐγερθεὶς παράλαβε τὸ παιδίον καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ καὶ πορεύου εἰς γῆν ᾿Ισραήλ» (β´, 20). Εξάλλου, η ανταπόκριση του Ιωσήφ περιγράφεται επίσης με την αποδοχή ότι αναλαμβάνει το έργο της διακονίας του παιδός και της μητρός αυτού, αποτελώντας το σιωπηλό μάρτυρα αυτού του θεοφανικού έργου: «῾Ο δὲ ἐγερθεὶς παρέλαβε τὸ παιδίον καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ νυκτὸς καὶ ἀνεχώρησεν εἰς Αἴγυπτον» (β´, 14), «Ὁ δὲ ἐγερθεὶς παρέλαβε τὸ παιδίον καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ καὶ ἦλθεν εἰς γῆν ᾿Ισραήλ» (β´, 21). Ας επισημανθεί ότι ο όρος ὄναρ έχει ένα παραβολικό χαρακτήρα, κατά τον εκφραστικό τρόπο της Αγίας Γραφής, προκειμένου να επικοινωνηθεί στον κόσμο ένα θεοφανικό γεγονός στο πλαίσιο της Ενανθρωπήσεως ως πραγματικού γεγονότος με όλα τα συνεπαγόμενα του «δι᾽ ἡμᾶς», αποκλειομένου όποιου επηρεασμού από την κτιστή πραγματικότητα και τα διανοήματα του Ιωσήφ.

α. 3. Στο σημερινό Ευαγγελικό Ανάγνωσμα προταγωνιστεί η Θεοτόκος και ο μεταφέρων Αρχάγγελος Γαβριήλ το άγγελμα της Ενανθρωπήσεως του Λόγου του Θεού, εκπροσωπών τις αγγελικές δυνάμεις, ενώ η μνηστεία Ιωσήφ και το ζεύγος Ζαχαρία και Ελισάβετ εντάσσονται στον υποστηρικτικό κύκλο μεθέξεως της Θεοφάνειας: «Ἐν δὲ τῷ μηνὶ τῷ ἕκτῳ ἀπεστάλη ὁ ἄγγελος Γαβριὴλ ἀπὸ τοῦ Θεοῦ εἰς πόλιν τῆς Γαλιλαίας, ᾗ ὄνομα Ναζαρέτ, 27 πρὸς παρθένον μεμνηστευμένην ἀνδρί, ᾧ ὄνομα Ἰωσήφ, ἐξ οἴκου Δαυΐδ, καὶ τὸ ὄνομα τῆς παρθένου Μαριάμ». Κατά ένα θεοτικό τρόπο είναι παρόντα όλα τα λογικά όντα στο υπερφυές εκρηκτικό γεγονός της Ενανθρωπήσεως του Λόγου και της αναδημιουργίας του σύμπαντος κτιστού κόσμου με προκαθήμενη τη Θεοτόκο εξαιρέτως! Πρόκειται για ένα γεγονός οικουμενικότητος, με αυτόπτες μάρτυρες, ένα κοινό γεγονός της Εκκλησίας για όλο τον κόσμο, μία άρση όλων των ειδωλικών αρχέτυπων του διχασμού και του δαιμονικού ιδιασμού. Γι᾽ αυτό και η σωτηρία δεν είναι ένα ατομικό γεγονός, είναι εκκλησιαστικό γεγονός μετά πάντων των αυτοπτών του Λόγου- ασάρκως, ενσάρκως και Πνευματικώς-, εξαιρέτως δε της Υπεραγίας Θεοτόκου. Γι᾽ αυτό ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός επικαλείται το ίδιο το γεγονός του Ευαγγελισμού και του άρθρου του Συμβόλου της Πίστεως «καὶ σαρκωθέντα ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καὶ Μαρίας τῆς Παρθένου καὶ ἐνανθρωπήσαντα» ως ερμηνευτική πρόταση για τη μεταβολή των Τιμίων Δώρων σε σῶμα και αίμα Χριστού: «Μεταβαλὼν τῷ Πνεύματί σου τῷ Ἁγίῳ» στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας ως κορύφωση της Θείας Οικονομίας του Υιού και Λόγου.

α. 4. Κατά ταύτα είναι σαφές, γιατί λειτουργικά, ερμηνευτικά, συνοδικά και νηπτικά η Θεοτόκος υπερυψούται πάντων των κτιστών όντων, των ανθρώπων και των αγγέλων, και τιμάται εξαιρέτως, εκτός, βέβαια, από τους ασεβείς της ιδιόμορφης θεολογίας, που την θεωρούν «άγαμη μητέρα». Εξάλλου, υφίστανται της ίδιας νοοτροπίας όντα ως ναρκισσιστικά ασυναίσθητα παρασιτικά αρπακτικά, που υποτιμούν την ίδια τη γυναίκα θεωρώντας την εργαλείο ποικίλης εκμετάλλευσης και εντέλει και κυησιακού τράφικινγκ, για την ατομική αυτοπραγμάτωση του όποιου δομικώς πάσχοντος.


β. Στην Ορθόδοξη εικονογραφία η παράσταση του Ευαγγελισμού με την Παναγία ένθρονη έμπροσθεν μόνου βημοθύρου, ή σε όρθια στάση κατά νηπτική κλίση του σώματος και της κεφαλής, με όπισθεν αυτής και άνω του καταπετάσματος, παραπέμπει στο Προφητικό Ανάγνωσμα εκ του Ιεζεκιήλ περί του καταπετάσματος και της αδιοδεύτου ανατολικής πύλης. Το Θεοφανικό γεγονός επισημαίνεται με την παράσταση του Προφητικού δακτύλου του Θεού, φυσικού συμβόλου, που αποδίδεται με ακτίνα προδηλουμένου φωτός επί της κεφαλής της, ενώ η ενασχόλησή της με τον πόκο, σαφώς παραπέμπει στην προτύπωσή της ως πόκου[1]. Κατά ταύτα, και πάλι και εν παρενθέσει επαναλαμβάνω αυτολεξεί ό, τι επεσήμανα κατά την ερμηνεία της εορτής των Εισοδίων (Αριθμ. 53, 21 Νοεμβρίου 2018), προς απαλοιφή διανοητικών μυθευμάτων και κοινωνιολογικών τερατουργημάτων: «Για να αντιληφθούμε ένα βασικό στοιχείο της υμνολογίας, η οποία δίνει μία εικόνα της ζωής της Παναγίας, ιδίως κατά την Είσοδό της στο Ναό, πρέπει να λάβουμε ως προϋπόθεση όλη την ερμηνευτική που ακολούθησε στη μεταποστολική περίοδο, την κυρηγματική πράξη των Πατέρων της Εκκλησίας, που επέμειναν στην ενότητα των θεοφανικών γεγονότων της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, στην ερμηνεία των εξαγγελιών και των εκπληρώσεων, σ᾽ αυτό που λέγεται στην εκκλησιαστική γλώσσα τύπος, παραστατικές εικόνες, σκιά, δηλαδή μία εικόνα παραβολική, και αλήθεια, εκπληρουμένη στο πρόσωπο του Χριστού, αποκαλυφθέντος καταρχάς στο στενό οικογενειακό του κύκλο, με εξαίρετη θέση αυτή της Υπεραγίας Θεοτόκου, των γονέων της, της Ελισάβετ και του Ζαχαρία και του υιού αυτών Ιωάννη του Προδρόμου, οι οποίοι ήσαν οι φορείς της Προφητικής παραδόσεως του Ισραήλ. Μόνο, αν έχουμε υπόψη μας όλη αυτήν την ενότητα της παραδόσεως, αντιστοιχίας θεοφανικών γεγονότων Παλαιάς και Καινής Διαθήκης, καθίσταται κατανοητή η υμνολογική ερμηνευτική της Εκκλησίας για γεγονότα της αγίας ζωής της Υπεραγίας Θεοτόκου, που δεν καταγράφονται λεπτομερειακά στην Καινή Διαθήκη, αλλά συμπληρώνονται διά των εξαγγελιών υπό των Προφητών της Παλαιάς Διαθήκης και εν συνεχεία αντιστοίχησης στα πρόσωπα της Καινής Διαθήκης, μία μέθοδο που την εφήρμοσε στό κήρυγμά του ο Χριστός, ώστε να τον αναγνωρίσει ο Ισραήλ και ο ὄχλος, όλοι οι άνθρωποι αδιακρίτως φυλετικής καταγωγής, ότι είναι ο ίδιος ο Θεός Αβραάμ και Ισαάκ και Ιακώβ, ως Νέος Αδάμ και η Παναγία ως Νέα Εύα. Σημειώνω όλα αυτά, για να μην παγιδευόμαστε από την παραφιλολογία της λεγόμενης απόκρυφης γραμματείας, η οποία προβάλλεται προς αμφισβήτηση της παρουσίας της Θεοτόκου στο μυστήριο της Θείας Ενανθρωπήσεως. Η απόκρυφη γραμματεία προήλθε από αποκλίνοντες χριστιανούς, που ήθελαν να ερμηνεύσουν την παράδοση της Παλαιάς και Καινής Διαθήκης κατά τη δική τους γνώμη και κατά τις προσωπικές τους πεποιθήσεις, στο περιθώριο της εκκλησιαστικής κοινότητας».

γ. Η λειτουργική ενότητα Ευαγγελισμού και Εισοδίων εκφαίνεται με τα Απολυτίκια των δύο εορτών, κατά τα οποία σε μία συνέχεια των Προφητικών εξαγγελιών τα Εισόδια είναι το προοίμιο, η προκήρυξη, η εξαγγελία της ανακεφαλαιώσεως του Μυστηρίου της υπέρ ημών Θείας Οικονομίας, ενώ ο Ευαγγελισμός είναι το κεφάλαιο, η φανέρωση (ἦχος δ´: «Σήμερον τῆς εὐδοκίας Θεοῦ τὸ προοίμιον, καὶ τῆς τῶν ἀνθρώπων σωτηρίας ἡ προκήρυξις ἐν Ναῷ τοῦ Θεοῦ, τρανῶς ἡ Παρθένος δείκνυται, καὶ τὸν Χριστὸν τοῖς πᾶσι προκαταγγέλλεται. Αὐτῇ καὶ ἡμεῖς μεγαλοφώνως βοήσωμεν, Χαῖρε τῆς οἰκονομίας τοῦ Κτίστου ἡ ἐκπλήρωσις», ἦχος δ´: «Σήμερον τῆς σωτηρίας ἡμῶν τό Κεφάλαιον, καί τοῦ ἀπ᾽ αἰῶνος Μυστηρίου ἡ φανέρωσις·Υἱός τοῦ Θεοῦ, Υἱός τῆς Παρθένου γίνεται, καί Γαβριήλ τὴν χάριν εὐαγγελίζεται. Διό καὶ ἡμεῖς σὺν αὐτῷ τῇ Θεοτόκῳ βοήσωμεν· Χαῖρε Κεχαριτωμένη, ὁ Κύριος μετὰ σοῦ»). Εξάλλου, οι δύο εορτές συνέχονται από το αυτό Προφητικό Ανάγνωσμα από τον Ιεζεκιήλ, κεφ. 43, 27-44,14, τρίτο στη σειρά στον Εσπερινό των Εισοδίων, δεύτερο στη σειρά στον Εσπερινό του Ευαγγελισμού, καθώς το τρίτο Προφητικό Ανάγνωσμα του Ευαγγελισμού από το βιβλίο των Παροιμιών, κεφ. 9, 1-11, «Ἡ σοφία ᾠκοδόμησεν ἑαυτῇ οἶκον καὶ ὑπήρεισε στύλους ἑπτά... τούτῳ γὰρ τῷ τρόπῳ πολὺν ζήσεις χρόνον, καὶ προστεθήσεταί σοι ἔτη ζωῆς», που προκαταγγέλλει τον άληκτο χρόνο της ημέρας της «ὀγδόης καὶ ἐπέκεινα», θέτοντας την προδήλως ευχαριστιακή προτροπή «Ἔλθετε, φάγετε τὸν ἐμὸν ἄρτον, καὶ πίετε οἶνον, ὃν κεκέρακα ὑμῖν», που συνιστά ευθύ προχειρισμό των Παθών και του Μυστικού Δείπνου.

δ. Ως προς το τρήμερο της εορτής του Ευαγγελισμού επισημαίνεται ότι με την υμνολογία και τον Προεόρτιο Κανόνα σχεδόν καταγράφονται όλες οι προτυπώσεις και εξαγγελίες της Παρθένου Μαρίας ως της μόνης Θεοτόκου, στην κυρίως εορτή οι εξαγγελίες επικεντρώνονται στον Προφητικώς εξαγγελθέντα καί ενανθρωπήσαντα Λόγο του Θεού Πατρός, ενώ ο Κανών της Συνάξεως καταγράφει το έργο του Αρχάγγελου Γαβριήλ, προς διάκριση του άκτιστου και απερινόητου έργου του Λόγου του Θεού Πατρός εν ευδοκία Πατρός και συμπαρομαρτούντος του Αγίου Πνεύματος, από το έργο και τις ενέργειες των κτιστών όντων, όπως είναι και οι άγγελοι, ακόμη και ο Μέγας Ταξιάρχης. Ο δια της Ενανθρωπήσεως του Λόγου δωρηθείς ανακαινισμός αφορά σε όλο το ανθρώπινο γένος, από Αδάμ και Εύας, ενώ η άρση του προπατορικού αμαρτήματος διενεργείται εξ άκρας συλλήψεως στην Παναγία, και δεν τίθεται περαιτέρω θέμα συζητήσεως, καθώς γι᾽ αυτό, εξάλλου, είναι Θεοτόκος και αναφέρεται λειτουργικά «ἐξαιρέτως».

 

Β. 1. Πρέπει πάντα να έχουμε κατά νουν ότι και κατά τις Θεομητορικές εορτές το κεντρικό πρόσωπο είναι ο Ενανθρωπήσας Υιός και Λόγος του Θεού Πατρός. Δεν πρόκειται, δηλαδή, για μία αυτονομημένη εορτή, αφού στο πρόσωπο της Παναγίας συνοψίζεται η κατάφαση του ανθρωπίνου γένους στην αποδοχή της φιλανθρωπίας του Θεού. Αυτός που προσφέρει, όμως, τον ανακαινισμό είναι ο ίδιος ο Θεός, αποκαλυπτόμενος στη δημιουργία και σ᾽ όλη την πορεία, την ιστορία του ανθρώπου. Γι᾽ αυτό, εξάλλου, εάν ο Ευαγγελισμός «πέφτει» καθημερινή κατά τη Σαρακοστή τελείται Θεία Λειτουργία και όχι Προηγιασμένη. Η εορτή του Ευαγγελισμού συνδέεται επιπλέον με τους Χαιρετισμούς της Θεοτόκου (Ἀκάθιστος Ὕμνος), που είναι μέρος της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, ως απτή απόδειξη και ομολογία της Θείας Οικονομίας του Υιού. Η παρουσία, δηλαδή, της Παναγίας πιστοποιεί, βεβαιώνει, το γεγονός της Ενανθρωπήσεως, γι᾽ αυτό δύο θέματα της ερμηνείας των άρθρων του Συμβόλου της Πίστεως είναι η αποδοχή του όρου Θεοτόκος και η δυνατότητα εξεικονισμού του προσώπου του Χριστού ως Ενανθρωπήσαντος Λόγου, ως του ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ, ομολογουμένου ως του προαιωνίου Υιού και Λόγου του Θεού Πατρός, ασάρκου φανερωθέντος στους Προφήτες, ενσάκου διά της Ενανθρωπήσεως στους Αποστόλους, του αυτού και Πνευματικώς ορωμένου εν τη Πεντηκοστή και Πνευματικώς μετεχομένου εν τη Θεία Λειτουργία, ως συμπαρεκτεινόμενη Πεντηκοστή, του αυτού δε και αναμενομένου εν τη κρίσει. Πρόκειται για τις αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων Γ´- Ζ´, μιας μακράς ερμηνευτικής περιόδου της Εκκλησίας, κατά την οποία ανθοφόρησε παράλληλα και η υμνολογική λατρευτική ερμηνευτική της Εκκλησίας.

 

Γ. Και πάλι τα Αναγνώσματα του Ευαγγελισμού βρίσκονται σε νοηματική ενότητα με αναφορὰ στη μαρτυρία του Πατριάρχη Αβραάμ στο Αποστολικό Ανάγνωσμα («ἀλλὰ σπέρματος Ἀβραὰμ ἐπιλαμβάνεται»), και την αναφορά του «οἴκου» Δαυῒδ και Ιακώβ στο Ευαγγελικό Ανάγνωσμα, δηλαδή, παρέχεται η κοινή μαρτυρία των Προφητών της Παλαιάς Διαθήκης, στους οποίους ο Λόγος αποκαλύπτεται άσαρκος. Η αναφορά του Αβραάμ στο Αποστολικό Ανάγνωσμα καταδεικνύει ότι η προσφερόμενη δωρεά αφορά σ᾽ όλον τον παλαιό Ισραήλ, αφού ο Αβραάμ είναι ο δεξάμενος πρώτος την αποκάλυψη του άσαρκου Λόγου (έξοδος από τη γη και τη συγγένειά του, η θυσία και η φιλοξενία ως τύποι της Θ. Ευχαριστίας), ενώ οι Προφήτες της Ευαγγελικής Περικοπής πιστοποιούν τη διαρκή παρουσία του Λόγου στο λαό του Ισραήλ από τον Ιακώβ μέχρι το Δαυΐδ, που είναι ο προφητάναξ που συγκρότησε τον Ισραήλ με κέντρο την Ιερουσαλήμ και γι᾽ αυτό φέρεται ως προφητικός τύπος του Χριστού. Εξάλλου στο τέλος της Αποκαλύψεως λέγεται στον Ευαγγελιστή Ιωάννη: «Ἐγὼ Ἰησοῦς ἔπεμψα τὸν ἄγγελόν μου μαρτυρῆσαι ὑμῖν ταῦτα ἐπὶ ταῖς ἐκκλησίαις. ἐγώ εἰμι ἡ ῥίζα καὶ τὸ γένος Δαυΐδ, ὁ ἀστὴρ ὁ λαμπρὸς ὁ πρωϊνός». Ένας, λοιπόν, και ο αυτός είναι ο άσαρκος και ο ένσαρκος Λόγος, στην αποκάλυψη του οποίου η Παναγία καταφάσκει, ως Νέα Εύα και Ζωοδόχος Πηγή, να διακονήσει το μυστήριο της Θείας ενσάρκου Οικονομίας, αποδεχόμενη μετά από προετοιμασία να καρποφορήσει Πνευματικώς το Δημιουργό και ανακαινιστή του σύμπαντος κόσμου, πορευόμενο στο Πάθος και την Ανάσταση, «δι᾽ ἡμᾶς καὶ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν», όπως ομολογούμε στο Σύμβολο της Πίστεως.

Δ. Η μετάφραση της Βιβλικής Εταιρείας ως προς την έκφραση: «ἐν ᾧ γὰρ πέπονθεν αὐτὸς πειρασθείς»= «Ἔτσι, ἐπειδή ὁ ἴδιος ὑπέφερε καί δοκιμάσθηκε», είναι μάλλον ανακριβής, γιατί η δατύπωση «ἐν ᾧ» δεν μου φαίνεται συμπερασματική, «έτσι», το «ἐν ᾧ» είναι εμπρόθετη δοτική χαριστική, που σημαίνει: Επειδή για χάρη αυτού του λαού έχει πάθει δοκιμαζόμενος, γίνεται νά βοηθήσει αὐτούς πού δοκιμάζονται, πράγμα που συνάδει με τη διατύπωση του Συμβόλου της Πίστεως «δι᾽ ἡμᾶς καὶ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν» και με όλη την ερμηνευτική πατερική παράδοση του «ἑκουσίως» της Θείας Ενανθρωπήσεως.

 

Αποστολικό Ανάγνωσμα: Ἑβρ. β΄, 11–18: «11 [Ἀδελφοί], ὅ τε γὰρ ἁγιάζων καὶ οἱ ἁγιαζόμενοι ἐξ ἑνὸς πάντες· δι᾽ ἣν αἰτίαν οὐκ ἐπαισχύνεται ἀδελφοὺς αὐτοὺς καλεῖν, 12 λέγων· ἀπαγγελῶ τὸ ὄνομά σου τοῖς ἀδελφοῖς μου, ἐν μέσῳ ἐκκλησίας ὑμνήσω σε· 13 καὶ πάλιν· ἐγὼ ἔσομαι πεποιθὼς ἐπ᾽ αὐτῷ· καὶ πάλιν· ἰδοὺ ἐγὼ καὶ τὰ παιδία ἅ μοι ἔδωκεν ὁ Θεός. 14 ἐπεὶ οὖν τὰ παιδία κεκοινώνηκε σαρκός καὶ αἵματος, καὶ αὐτὸς παραπλησίως μετέσχε τῶν αὐτῶν, ἵνα διὰ τοῦ θανάτου καταργήσῃ τὸν τὸ κράτος ἔχοντα τοῦ θανάτου, τοῦτ᾽ ἔστι τὸν διάβολον, 15 καὶ ἀπαλλάξῃ τούτους, ὅσοι φόβῳ θανάτου διὰ παντὸς τοῦ ζῆν ἔνοχοι ἦσαν δουλείας. 16 οὐ γὰρ δήπου ἀγγέλων ἐπιλαμβάνεται, ἀλλὰ σπέρματος Ἀβραὰμ ἐπιλαμβάνεται. 17 ὅθεν ὤφειλε κατὰ πάντα τοῖς ἀδελφοῖς ὁμοιωθῆναι, ἵνα ἐλεήμων γένηται καὶ πιστὸς ἀρχιερεὺς τὰ πρὸς τὸν Θεόν, εἰς τὸ ἱλάσκεσθαι τὰς ἁμαρτίας τοῦ λαοῦ. 18 ἐν ᾧ γὰρ πέπονθεν αὐτὸς πειρασθείς, δύναται τοῖς πειραζομένοις βοηθῆσαι».

 

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: Λουκ. α΄, 24-38: «24 Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις συνέλαβεν Ἐλισὰβετ ἡ γυνὴ Ζαχαρίου˙ καὶ περιέκρυβεν ἑαυτὴν μῆνας πέντε, 25 λέγουσα ὅτι Οὕτω μοι πεποίηκεν ὁ Κύριος ἐν ἡμέραις αἷς ἐπεῖδεν ἀφελεῖν τό ὄνειδός μου ἐν ἀνθρώποις. 26 Ἐν δὲ τῷ μηνὶ τῷ ἕκτῳ ἀπεστάλη ὁ ἄγγελος Γαβριὴλ ἀπὸ τοῦ Θεοῦ εἰς πόλιν τῆς Γαλιλαίας, ᾗ ὄνομα Ναζαρέτ, 27 πρὸς παρθένον μεμνηστευμένην ἀνδρὶ, ᾧ ὄνομα Ἰωσὴφ, ἐξ οἴκου Δαυΐδ, καὶ τὸ ὄνομα τῆς παρθένου Μαριάμ. 28 καὶ εἰσελθὼν ὁ ἄγγελος πρὸς αὐτὴν εἶπε· Χαῖρε, κεχαριτωμένη· ὁ Κύριος μετὰ σοῦ· εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξίν. 29 ἡ δὲ ἰδοῦσα διεταράχθη ἐπὶ τῷ λόγῳ αὐτοῦ, καὶ διελογίζετο ποταπὸς εἴη ὁ ἀσπασμὸς οὗτος. 30 καὶ εἶπεν ὁ ἄγγελος αὐτῇ· Μὴ φοβοῦ, Μαριάμ· εὗρες γὰρ χάριν παρὰ τῷ Θεῷ. 31 καὶ ἰδοὺ συλλήψῃ ἐν γαστρὶ καὶ τέξῃ υἱόν, καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν. 32 οὗτος ἔσται μέγας καὶ υἱὸς ὑψίστου κληθήσεται, καὶ δώσει αὐτῷ Κύριος ὁ Θεὸς τὸν θρόνον Δαυῒδ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ, 33 καὶ βασιλεύσει ἐπὶ τὸν οἶκον Ἰακὼβ εἰς τοὺς αἰῶνας, καὶ τῆς βασιλείας αὐτοῦ οὐκ ἔσται τέλος. 34 εἶπε δὲ Μαριὰμ πρὸς τὸν ἄγγελον· Πῶς ἔσται μοι τοῦτο, ἐπεὶ ἄνδρα οὐ γινώσκω; 35 καὶ ἀποκριθεὶς ὁ ἄγγελος εἶπεν αὐτῇ· Πνεῦμα ἅγιον ἐπελεύσεται ἐπὶ σέ καὶ δύναμις ὑψίστου ἐπισκιάσει σοι· διὸ καὶ τὸ γεννώμενον ἅγιον κληθήσεται υἱὸς Θεοῦ. 36 καὶ ἰδοὺ Ἐλισάβετ ἡ συγγενής σου καὶ αὐτὴ συνεληφυῖα υἱὸν ἐν γήρει αὐτῆς, καὶ οὗτος μὴν ἕκτος ἐστὶν αὐτῇ τῇ καλουμένῃ στείρᾳ· 37 ὅτι οὐκ ἀδυνατήσει παρὰ τῷ Θεῷ πᾶν ῥῆμα. 38 εἶπεν δὲ Μαριάμ· Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατὰ τὸ ῥῆμά σου. καὶ ἀπῆλθεν ἀπ' αὐτῆς ὁ ἄγγελος».



[1]. Κανὼν α´ Προεόρτιος, ὠδὴ γ´, ἦχος δ´: «Ὁ θεῖος πόκος, ἑτοιμάζου, Παρθένε ἀμόλυντε· ἐπὶ σὲ γὰρ ὁ Θεός, ὡς ὑετὸς καταβήσεται, ξηρᾶναι τὰ ῥεύματα, τῆς παραβάσεως». Πρβλ. Κανόνα α´, ὠδὴ θ´, ἦχος δ´, τροπάριο ε´, της εορτής: « Δανιὴλ σε ὄρος καλεῖ νοητόν· Γεννήτριαν Θεοῦ Ἡσαΐας· Βλέπει δὲ ὡς πόκον Γεδεών, Δαυῒδ δέ, Ἁγίασμα φάσκει, πύλην δέ σε ἄλλος· δὲ Γαβριὴλ σοι κραυγάζει· Χαῖρε κεχαριτωμένη· Κύριος μετὰ σοῦ».