HELLENOPHONIA

Τρίτη 14 Απριλίου 2026

 

Κυριακὴ Β´ ἀπὸ τοῦ Ἁγίου Πάσχα- Ἀντίπασχα, Ἡ ψηλάφησις τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Θωμᾶ, 19 Απριλίου 2026 (5/5/2019), (Αριθμ. 14Β)

 

Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ.

 

Α. 1. Τα σημερινά Αναγνώσματα[1] συνδυάζουν δύο ορόσημα της εκκλησιαστικής μας ζωής, την Ανάσταση του Χριστού, η οποία αποτελεί, εξάλλου, και τον ιστό του λειτουργικού λόγου της Εκκλησίας, αλλά και την πρώτη ιεραχική συγκρότηση της Αποστολικής κοινότητας με τη διάκριση των χαρισμάτων των μελών της με επικεφαλής τη σύναξη των Αγίων Αποστόλων. Όλη η περίοδος από το βράδυ της Ανάστασης μέχρι τη Δευτέρα της Πεντηκοστής αποτελεί λειτουργικά μία ενότητα, όπως επισημαίνεται και με τον ενιαίο τίτλο του λειτουργικού βιβλίου (Πεντηκοστάριο), που περιέχει γι᾽ αυτήν την περίοδο τη λειτουργική και υμνολογική πράξη της Εκκλησίας. Το δεύτερο χαρακτηριστικό της περιόδου είναι ότι τα Ευαγγελικά Αναγνώσματα προέρχονται από το Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο, το οποίο ονομάζεται, κατά τον Άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, και «πνευματικό» Ευαγγέλιο, επειδή τονίζεται στην καταγραφή του η Θεότητα του Χριστού, ακολουθώντας ο Άγιος Νικόδημος επ᾽ αυτού τον Άγιο Γρηγόριο το Θεολόγο, όπως έχουμε ήδη σημειώσει. Εξάλλου, η ζωή της Εκκλησίας είναι γεγονός πνευματικό, όχι ως φρασεολογία μιας εκφοράς ατομικής εμπειρίας και απροσδιορίστου βιώματος, αλλά ως μαρτυρία εν Αγίω Πνεύματι περί του Αναστάντος Χριστού μετά πάντων των Αγίων. Υπ᾽ αυτήν την ερμηνευτική πρόταση η Εκκλησία εμποτίζει τη λειτουργική της πράξη με τη μαρτυρία της αυτή με τα Αναστάσιμα Τροπάρια- Απολυτίκια, Θεοτοκία, τις Υπακοές των οκτώ ήχων, που επαναλαμβάνονται κάθε οκτώ εβδομάδες και κατά τη διάρκεια του έτους, αρχής γενομένης από το Απολυτίκιο του πρώτου ήχου, ως συμπερίληψης πάσης της γενομένης της εις ημάς Θείας Οικονομίας: «Δόξα τῇ Ἀναστάσει Σου, Χριστέ, δόξα τῇ βασιλείᾳ Σου, δόξα τῇ οἰκονομίᾳ Σου, μόνε φιλάνθρωπε», πράγμα που σημαίνει ότι τίποτα στην Εκκλησία δεν προτείνεται ανεξάρτητα από το Μυστήριο της Αποκαλύψεως του Θεού από κτίσεως κόσμου, έτσι όπως υμνολογικά εκφέρεται με τις εννέα Ωδές, σε κάθε Kανόνα, συνδυάζοντας την ομολογία στον Τριαδικό Θεό, το μυστήριο της Θείας Οικονομίας του Υιού και Λόγου του Θεού Πατρός και τη μαρτυρία της Υπεραγίας Θεοτόκου. Ερμηνευτικά η περίοδος του Τριωδίου και του Πεντηκοσταρίου, όπως διαμορφώθηκε υμνολογικά, κυρίως, τον όγδοο και ένατο αιώνα αντιμετωπίζει τις τελευταίες προκλήσεις διάβρωσης του μυστηρίου της Ενανθρωπήσεως του Λόγου αλλά και τη βαθμιαία εκφανθείσα πρόκληση του Filioque, όπως και τις συνέπειες αυτής της πρόκλησης στη ζωή των χριστιανών, ανεξάρτητα που η σύγκρουση θα κορυφωθεί με την αμφισβήτηση του ησυχαστικού βίου τον 14ο αι. Εξάλλου, ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, όχι απλώς απηχεί αυτήν την ερμηνευτική γραμμή, αλλά και την επικαλείται ως κριτήριο ελέγχου της Ορθοδόξου πίστεως[2].

2. Τα Αναγνώσματα της πρώτης Κυριακής μετά την Ανάσταση είναι σε μία συνέχεια με τις θεοσημίες της Μεγάλης Εβδομάδος με αποκορύφωμα το γεγονός της Ανάστασης. Πρόκειται για την εκ των υστέρων καταγραφή γεγονότων της κοινότητος των Αποστόλων από ένα αυτόπτη μάρτυρα και μαθητή του Χριστού, τον Ευαγγελιστή Ιωάννη, ως προς το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα και ένα απόσπασμα από τις Πράξεις των Αποστόλων, για το Αποστολικό Ανάγνωσμα, ένα βιβλίο που γράφτηκε από τον Ευαγγελιστή Λουκά, γιατρό και συνοδό του Απόστολου Παύλου, Ελληνικής καταγωγής, με την έννοια ότι προήρχετο από ειδωλολατρικό περιβάλλον. Αυτό, βέβαια, είναι μία γενική πληροφορία, που κατά τη γνώμη μου παραθεωρεί τα ιστορικά συμφραζόμενα της συγκρότησης της Αποστολικής Εκκλησίας. Όπως έχω ήδη αναφέρει οι Εβραίοι εκτός Ιεροσολύμων ήταν οργανωμένοι σε κοινότητες με κέντρο τη Συναγωγή, της οποίας μέλη ήταν και οι προσήλυτοι. Οι Απόστολοι άρχιζαν το κήρυγμα, όπου κι αν πήγαιναν, από τις τοπικές Συναγωγές. Διαβάζοντας κανείς το Ευαγγέλιο του Λουκά, ιδίως τα πρώτα τρία κεφάλαια, όπως επίσης το τελευταίο κεφάλαιο των Πράξεων, διαπιστώνουμε ότι αποκομίζεται μία ατμόσφαιρα γνώσεως της παραδόσεως της Παλαιάς Διαθήκης, που συνάδει με γνώση κάποιου προσήλυτου και η παρουσία του είτε στις Συναγωγές, είτε σε συζητήσεις με Ιουδαίους, όπως στη Ρώμη. Εξάλλου, ως ακόλουθος του Αποστόλου Παύλου ο Ευαγγελιστής Λουκάς θα ήταν πολύ δύσκολο να τον παρακολουθεί, εάν δεν είχε καθόλου γνώση του παλαιοδιαθηκικού υποβάθρου του. Σημειώνω εν παρενθέσει ότι το κήρυγμα του Αποστόλου Παύλου έχει ένα διττό χαρακτήρα, απευθύνεται μεν προς τους κατά σάρκα Εβραίους, αλλά συγχρόνως μέσω των προσηλύτων ανοίγεται προς τα έθνη και προς όλο τον κόσμο.

 

Β.1. Το κοινό σημείο των δύο Αναγνωσμάτων είναι η λέξη «σημεία». Στο μεν Αποστολικό Ανάγνωσμα τα «σημεία» ενεργούνται από τους Αποστόλους, ενώ στο Ευαγγελικό Ανάγνωσμα τα «σημεία» ενεργούνται από τον Αναστάντα Χριστό. Tο πρώτο «σημείο», επαναλαμβανόμενο στην Ευαγγελική περικοπή δύο φορές, του Αναστάντος Χριστού είναι η εμφάνισή του σε κλειστό χώρο με κλειστές θύρες, «τῶν θυρῶν κεκλεισμένων», τη δεύτερη για χάρη του Θωμά, που απουσίαζε κατά την πρώτη εμφάνιση. Στο Απολυτίκιο της ημέρας λέγεται ότι η εμφάνιση του Χριστού με κλειστές τις θύρες συνιστά την αρχή, τον εγκαινισμό του έργου του Αγίου Πνεύματος, είναι, δηλαδή, η περιόδος που οι Μαθητές προετοιμάζονται για την εν Πνεύματι πορεία της Εκκλησίας, η οποία περιλαμβάνει όλους (ἡ πάντων ἀνάστασις), τους Μαθητές αλλά και όλους (ἡμῖν): ἦχος βαρύς: «Ἐσφραγισμένου τοῦ μνήματος ἡ ζωὴ ἐκ τάφου ἀνέτειλας Χριστὲ ὁ Θεός, καὶ τῶν θυρῶν κεκλεισμένων, τοῖς Μαθηταῖς ἐπέστης ἡ πάντων ἀνάστασις, πνεῦμα εὐθὲς δι᾽ αὐτῶν ἐγκαινίζων ἡμῖν, κατὰ τὸ μέγα σου ἔλεος». Γι᾽ αυτό στο πρώτο στιχηρό ιδιόμελο του Μεγάλου Εσπερινού της εορτής υπάρχει η υπόμνηση να πορευτούν οι Μαθητές στην Ιερουσαλήμ: ἦχος α´: «Τῶν θυρῶν κεκλεισμένων τῶν Μαθητῶν συνηθροισμένων, εἰσῆλθες ἄφνω παντοδύναμε, Ἰησοῦ, ὁ Θεὸς ἡμῶν, καὶ στὰς ἐν μέσῳ αὐτῶν, εἰρήνην δούς, ἐπλήρωσας ἁγίου Πνεύματος, προσμένειν τε προσέταξας, καὶ μηδαμοῦ χωρίζεσθαι ἀπὸ Ἱερουσαλήμ, ἕως οὗ ἐνδύσωνται τὴν ἐξ ὕψους δύναμιν· διὸ βοῶμέν σοι· ὁ φωτισμός, καὶ ἡ ἀνάστασις, καὶ ἡ εἰρήνη ἡμῶν, δόξα σοι».

2. Συνήθως γίνεται λόγος για την «καλή απιστία» του Θωμά υποβιβάζοντας το μυστήριο της Θείας Οικονομίας σε ένα λόγο περί αποδοχής ή μη του θαύματος. Όμως, άλλος είναι ο σκοπός του προβληματισμού του Θωμά, όπως ακούμε στο ενδέκατο στιχηρό ιδιόμελο του Μεγάλου Εσπερινού της εορτής: Ο Θωμάς απουσιάζει στην πρώτη συνάντηση «οἰκονομικῶς», ώστε να λυθεί κάθε αμφιβολία για την πραγματικότητα της Ενανθρωπήσεως του Λόγου και την πραγματική Ανάσταση, που είναι ο ίδιος ο Θεός του Ισραήλ, όπως λέγεται στο Εισοδικό της εορτής: «Ἐν Ἐκκλησίαις εὐλογεῖτε τὸν Θεόν, Κύριον ἐκ πηγῶν Ἰσραήλ». Πρόκειται για την πιστοποίηση, ή ομολογία του μυστηρίου της Θείας Ενανθρωπήσεως, ότι ο Δεσπότης αληθώς ενηνθρώπησε και δεν ήταν απλώς κατά φαντασία, «πνεύμα», αλλά είχε σάρκα και οστά και ότι τα πάθη ήταν πραγματικά και ότι έπαθε δι᾽ ημάς ἑκουσίως: ἦχος πλ. β´: «Τῶν θυρῶν κεκλεισμένων, ἐπέστης Χριστὲ πρὸς τοὺς Μαθητάς. Τότε ὁ Θωμᾶς, οἰκονομικῶς οὐχ εὑρέθη μετ᾽ αὐτῶν· ἔλεγε γάρ· οὐ μὴ πιστεύσω, ἐὰν μὴ ἴδω κἀγὼ τόν Δεσπότην, ἴδω τὴν πλευράν· ὅθεν ἐξῆλθε τὸ αἷμα, τὸ ὕδωρ, τὸ βάπτισμα, ἴδω τὴν πληγήν, ἐξ ἧς ἰάθη τὸ μέγα τραῦμα ὁ ἄνθρωπος, ἴδω, πῶς οὐκ ἦν, ὡς πνεῦμα, ἀλλὰ σάρξ καὶ ὀστέα, ὁ τὸν θάνατον πατήσας, καὶ Θωμᾶν πληροφορήσας, Κύριε, δόξα σοι». Στην Ευαγγελική περικοπή ο Χριστός μετά το χαιρετισμό «Εἰρήνη ὑμῖν» και την υπόμνηση ότι ενεργεί ως άγγελος του ουράνιου Πατέρα: «καθὼς ἀπέσταλκέ με ὁ πατήρ, κἀγὼ πέμπω ὑμᾶς», εμφυσά στους Μαθητές λέγοντάς τους «Λάβετε Πνεῦμα Ἅγιον»·

3. Στην ερμηνευτική Θεολογία της Εκκλησίας λέμε ότι το πρόσωπο που ενεργεί την Αποκάλυψη του Τριαδικού Θεού είναι ο Λόγος, αποκαλυπτόμενος άσαρκος στους Προφήτες, ένσαρκος στους Μαθητές, ο αυτός Δημιουργός και ανακαινιστής του ανθρώπινου γένους. Είναι ο αυτός που ενεφύσησε πνοή ζωής στη δημιουργία του ανθρώπου και εμφυσά εκ νέου, αποκαλύπτει, δηλαδή, το Άγιο Πνεύμα καλώντας τους Μαθητές εις θεογνωσία Πνευματικώς, και γι᾽ αυτό και Πνευματικώς ορώμενος και αοράτως συνών εν τη Θεία Ευχαριστία ο Αναστάς Κύριος της Δόξης. Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης σημειώνει ότι ο Χριστός «Πολλὰ μὲν οὖν καὶ ἄλλα σημεῖα ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς ἐνώπιον τῶν μαθητῶν αὐτοῦ, ἃ οὐκ ἔστι γεγραμμένα ἐν τῷ βιβλίῳ τούτῳ», και έρχεται το Αποστολικό Ανάγνωσμα να καταγράψει το πλήθος των θαυμάτων που ενεργούσαν οι Μαθητές μετά τη συναγωγή τους στα Ιεροσόλυμα, όπως επίσης και τις αντιδράσεις των Σαδδουκαίων. Μάλιστα καταγράφεται η απελευθέρωσή τους από τη φυλακή με διάνοιξη των θυρών υπό αγγέλου, ένα παράλληλο περιστατικό με την εμφάνιση του Χριστού «τῶν θυρῶν κεκλεισμένων», ως προδήλωση της Πεντηκοστής.

4. Οι πενήντα μέρες που ακολουθούν την Ανάσταση αποτελούν μαρτυρία της προετοιμασίας των Μαθητών για την έλευση του Αγίου Πνεύματος και τη δυνατότητα μόνιμης θέωσης του ανθρώπινου γένους.

 

Αποστολικό Ανάγνωσμα: Πράξ. ε´, 12-20: «12 Διὰ δὲ τῶν χειρῶν τῶν ἀποστόλων ἐγίνετο σημεῖα καὶ τέρατα ἐν τῷ λαῷ πολλά· καὶ ἦσαν ὁμοθυμαδὸν ἅπαντες ἐν τῇ στοᾷ Σολομῶντος· 13 τῶν δὲ λοιπῶν οὐδεὶς ἐτόλμα κολλᾶσθαι αὐτοῖς, ἀλλ᾽ ἐμεγάλυνεν αὐτοὺς ὁ λαός· 14 μᾶλλον δὲ προσετίθεντο πιστεύοντες τῷ Κυρίῳ πλήθη ἀνδρῶν τε καὶ γυναικῶν, 15 ὥστε κατὰ τὰς πλατείας ἐκφέρειν τοὺς ἀσθενεῖς καὶ τιθέναι ἐπὶ κλινῶν καὶ κραβάττων, ἵνα ἐρχομένου Πέτρου κἂν ἡ σκιὰ ἐπισκιάσῃ τινὶ αὐτῶν. 16 συνήρχετο δὲ καὶ τὸ πλῆθος τῶν πέριξ πόλεων Ἱερουσαλήμ φέροντες ἀσθενεῖς καὶ ὀχλουμένους ὑπὸ πνευμάτων ἀκαθάρτων, οἵτινες ἐθεραπεύοντο ἅπαντες. 17 Ἀναστὰς δὲ ὁ ἀρχιερεὺς καὶ πάντες οἱ σὺν αὐτῷ, ἡ οὖσα αἵρεσις τῶν Σαδδουκαίων, ἐπλήσθησαν ζήλου 18 καὶ ἐπέβαλον τὰς χεῖρας αὐτῶν ἐπὶ τοὺς ἀποστόλους, καὶ ἔθεντο αὐτοὺς ἐν τηρήσει δημοσίᾳ. 19 ἄγγελος δὲ Κυρίου διὰ τῆς νυκτὸς ἤνοιξε τὰς θύρας τῆς φυλακῆς, ἐξαγαγών τε αὐτοὺς εἶπε· 20 Πορεύεσθε καὶ σταθέντες λαλεῖτε ἐν τῷ ἱερῷ τῷ λαῷ πάντα τὰ ῥήματα τῆς ζωῆς ταύτης».

 

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: Ἰω. κ´, 19-31: «19 Οὔσης οὖν ὀψίας τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ τῇ μιᾷ σαββάτων, καὶ τῶν θυρῶν κεκλεισμένων ὅπου ἦσαν οἱ μαθηταὶ συνηγμένοι διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων, ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς καὶ ἔστη εἰς τὸ μέσον, καὶ λέγει αὐτοῖς· Εἰρήνη ὑμῖν. 20 καὶ τοῦτο εἰπὼν ἔδειξεν αὐτοῖς τὰς χεῖρας καὶ τὴν πλευρὰν αὐτοῦ. ἐχάρησαν οὖν οἱ μαθηταὶ ἰδόντες τὸν Κύριον. 21 εἶπεν οὖν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς πάλιν· Εἰρήνη ὑμῖν. καθὼς ἀπέσταλκέ με ὁ πατήρ, κἀγὼ πέμπω ὑμᾶς. 22 καὶ τοῦτο εἰπὼν ἐνεφύσησε καὶ λέγει αὐτοῖς· Λάβετε Πνεῦμα ἅγιον· 23 ἄν τινων ἀφῆτε τὰς ἁμαρτίας, ἀφίενται αὐτοῖς, ἄν τινων κρατῆτε, κεκράτηνται. 24 Θωμᾶς δὲ εἷς ἐκ τῶν δώδεκα ὁ λεγόμενος Δίδυμος, οὐκ ἦν μετ᾽ αὐτῶν ὅτε ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς. 25 ἔλεγον οὖν αὐτῷ οἱ ἄλλοι μαθηταί· Ἑωράκαμεν τὸν Κύριον. ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· Ἐὰν μὴ ἴδω ἐν ταῖς χερσὶν αὐτοῦ τὸν τύπον τῶν ἥλων, καὶ βάλω τὸν δάκτυλόν μου εἰς τὸν τύπον τῶν ἥλων, καὶ βάλω τὴν χεῖρά μου εἰς τὴν πλευρὰν αὐτοῦ, οὐ μὴ πιστεύσω. 26 Καὶ μεθ᾽ ἡμέρας ὀκτὼ πάλιν ἦσαν ἔσω οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ καὶ Θωμᾶς μετ᾽ αὐτῶν. ἔρχεται ὁ Ἰησοῦς τῶν θυρῶν κεκλεισμένων, καὶ ἔστη εἰς τὸ μέσον καὶ εἶπεν· Εἰρήνη ὑμῖν. 27 εἶτα λέγει τῷ Θωμᾷ· Φέρε τὸν δάκτυλόν σου ὧδε καὶ ἴδε τὰς χεῖράς μου, καὶ φέρε τὴν χεῖρά σου καὶ βάλε εἰς τὴν πλευράν μου, καὶ μὴ γίνου ἄπιστος, ἀλλὰ πιστός. 28 καὶ ἀπεκρίθη Θωμᾶς καὶ εἶπεν αὐτῷ· Ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου. 29 λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· Ὅτι ἑώρακάς με, πεπίστευκας· μακάριοι οἱ μὴ ἰδόντες καὶ πιστεύσαντες. 30 Πολλὰ μὲν οὖν καὶ ἄλλα σημεῖα ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς ἐνώπιον τῶν μαθητῶν αὐτοῦ, ἃ οὐκ ἔστι γεγραμμένα ἐν τῷ βιβλίῳ τούτῳ· 31 ταῦτα δὲ γέγραπται ἵνα πιστεύσητε ὅτι Ἰησοῦς ἐστιν ὁ Χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ, καὶ ἵνα πιστεύοντες ζωὴν ἔχητε ἐν τῷ ὀνόματι αὐτοῦ».



[1]. Δίδεται η ερμηνεία του σταθερού Αποστολικού Αναγνώσματος και όχι του Μάρτυρος.

[2]. Αναφέρω εδώ και πάλι τα κριτήρια της ερμηνευτικής και της πράξεως της Εκκλησίας, ως υπόβαθρο του κηρύγματος και της Θεολογίας: Ι. α) η Αγία Γραφή (Προφήτες- Απόστολοι), β) η βαπτισματική ομολογία του Τριαδικού Θεού κατά το Σύμβολο Νικαίας- Κωνσταντινουπόλεως ως σύνοψη της Αγίας Γραφής, συνέπειες στη ζωή της Εκκλησίας, γ) η συνοδική-Πατερική ερμηνεία των εγκρίτων Πατέρων επί των άρθρων του Συμβόλου της Πίστεως για το έργο του ενός και του αυτού Υιού και Λόγου του Θεού, δ) η συνοδική-Πατερική ερμηνεία των εγκρίτων Πατέρων επί των άρθρων του Συμβόλου της Πίστεως για το έργο του ενός και του αυτού Αγίου Πνεύματος, συγκροτούντος την Εκκλησία του σώματος του Χριστού, των αυτοπτών του Λόγου, Προφητών, Αποστόλων, Αγίων, ε) η λειτουργική πράξη κατά νηπτική μαρτυρία και συνοδική επιμαρτυρία, στ) η Εκκλησιαστική Ιστορία- δευτερεύουσες πηγές για την εκάστοτε διεξαγωγή των προσυνοδικών και μετασυνοδικών συζητήσεων.

ΙΙ. Η Εκκλησία ως χαρισματικά ιεραρχημένο σώμα κατά την ιστορική της πορεία.

ΙΙΙ. Το εκκλησιαστικό έθος (έθιμο) κατά τη μαρτυρία των Αγίων Πατέρων και όχι κατά χρησικτησία.

Κυριακή 12 Απριλίου 2026

 

ΦΙΛΟΚΑΛΙΚΗ ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ,

(Προδημοσίευση), 2026

ΔΕΣΠΩ ΑΘ. ΛΙΑΛΙΟΥ

Τόμος Α

(ΜΕΡΟΣ Β´)

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 6

 

«Ὁ ἡσυχασμός τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ ὡς ἀναίρεση τῶν πελαγιανικῶν καὶ μεσσαλιανικῶν ἐκφράσεων στό χῶρο τῆς Bαλκανικῆς»[1]

Kαθ. Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου

 

I.  στορία τν πελαγιανν καί τν μεσσαλιανν  μασσαλιανν  εχιτν μς γυρίζει στά χρόνια τς Γ΄ Οκουμενικς Συνόδου, καθώς ο δύο ατές μάδες εχαν συναντηθεῖ στήν περιοχή τς ντιοχείας. Mικρή παρουσία εχαν καί στήν Kωνσταντινούπολη, δίως μέ τή σύμπραξη κάποιων πελαγιανν, που προσπάθησαν νά πισπάσουν τήν ενοια το Nεστορίου. Τό κοινό μφοτέρων ταν  παρεκκλησιαστική των ργάνωση καί ο πόψεις των περί σωτηρίας το νθρώπου. Φαίνεται τι μετά τήν Γ΄ Οκουμενική συγχωνεύθηκαν καί κολούθησαν κοινή μοίρα, τουλάχιστο κατά τό νατολικό τμμα τς ατοκρατορίας. O Πατέρες τς Γ΄ Οκουμενικς Συνόδου ξέδωκαν ρον «Kατὰ τν δυσσεβν μεσσαλιανν  γον εχιτν[2]», τούς ποίους νομάζουν καί νθουσιαστές, πράγμα πού μς παραπέμπει σέ μανιχαϊκές πρακτικές[3]πίσης καταδίκασαν τό βιβλίο τους, «τὸ λεγόμενον παρ ατοῖς σκητικόν[4]».  δια σύνοδος, ξάλλου, μέ τούς κανόνες α΄ καί δ΄ καταδικάζει τόν Kελέστιο, μαθητή το Πελαγίου, καί τούς παδούς του.  A. Louth[5] κατόρθωσε νά δώσει πολύ συμπυκνωμένα τίς πώτατες κοινές προϋποθέσεις τν δύο αρέσεων μέ βάση τό γνωστικισμό των καί μάλιστα μέ σαφή διάκριση τν θεολογικν κατευθύνσεων τν λλήνων Πατέρων, πού θά συνοψισθον πό τόν γ. Γρηγόριο τόν Παλαμ, καί κείνων το . Aγουστίνου, πό τίς ποῖες, μέσω Θωμᾶ κινάτη, προλθε βαθμιαα  σχολαστικισμός[6].

Πλήν το γεγονότος τς μφισβητήσεως το βαπτίσματος ν σχέσει μέ τό γεγονός τς πτώσεως το νθρώπου, καθότι γιά τόν πελαγιανισμό καί τό μεσσαλιανισμό τό μέγιστο εναι  βούληση το νθρώπου καί χι τό κτιστο τς παρεχόμενης πό τς κκλησίας σωτηρίας, ν τ πορεία καί κατά τούς χρόνους το γ. Γρηγορίου το Παλαμ ἡ πόρριψη πό τούς μεσσαλιανούς το χαρακτήρα τς κκλησίας ς εχαριστιακς κοινότητος, τς εταξίας τν μελν το κκλησιαστικο σώματος, τς εθύνης τν πισκόπων καί τς συνοδικς λειτουργίας τς κκλησίας ποτελοσε χι πλς σχισματική λλά κρως διαβρωτική νέργεια κατά τς νότητος τς κκλησίας.

O μεσσαλιανοί, ταυτισμένοι μέ τούς παυλικιανούς, μεταφέρθηκαν πό τήν ρμενία καί τή Συρία στή Bαλκανική πό τόν Kωνσταντίνο E΄ καί τόν ωάννη Tσιμισκ καί μς εναι γνωστοί ς βογόμιλοι[7] μεταφορά των γινε γιά νά λειτουργήσουν ς προτείχισμα κατά τν πιδρομν τν Bουλγάρων. O γκαταστάσεις τους, μως, στή Θράκη πό τή Φιλιππούπολη μέχρι τό Παπίκιο ρος δέν πρέπει νά φερε τά ναμενόμενα ποτελέσματα, στόσο  θρησκευτική νοχή πέναντί τους φαίνεται τι δημιούργησε ναστάτωση στούς μοναχικούς κύκλους.

τσι ταν  κατάσταση τήν ποχή πού  γ. Γρηγόριος  Παλαμς πεφάσισε νά γκαταλείψει τήν Kωνσταντινούπολη, χοντας κάνει σπουδές γραμματικς, ρητορικς κα ριστοτελικς φιλοσοφίας, σύμφωνα μέ τό Λόγον ες τὸν ν γίοις πατέρα μν Γρηγόριον ρχιεπίσκοπον Θεσσαλονίκης το γ. Φιλοθέου[8]. Mέ ατό τόν ξοπλισμό λλά συγχρόνως ντας μέτοχος τς νηπτικς παράδοσης τς κκλησίας πό τό οκογενειακό του περιβάλλον εχε τίς προϋποθέσεις νά ντιληφθε τίς συζητήσεις μοναχν καί ομανιστν. Τό 1316 λόκληρη ἡ οκογένεια ποφασίζει νά μονάσει,  μάννα καί ο δελφές στήν Kωνσταντινούπολη, ν τά δέλφια Γρηγόριος, Mακάριος καί Θεοδόσιος στό γιο ρος, μλλον μέ τήν καθοδήγηση το Θεολήπτου Φιλαδελφείας,  ποος εχε εσαγάγει τόν γ. Γρηγόριο στήν σκηση τς νοερς προσευχς[9].

Σύμφωνα μέ τόν γ. Φιλόθεο Kόκκινο  γ. Γρηγόριος μέ τά δέλφια του σταμάτησαν γιά κάποιους μνες στά μοναστήρια το Παπικίου, που σκήτευαν μοναχοί πού εχαν πηρεασθε πό τό μεσσαλιανισμό[10]. Προφανς πρόκειται γιά βογομίλους  γιά μοναχούς βογομίλους, τοι «θεοφίλους», ο ποοι προήρχοντο πό τούς κατοίκους τς περιοχς, πού, πως προαναφέρθηκε, εχαν μεταφερθε στή Θράκη. Σύμφωνα πάλι μέ τίς πληροφορίες πού δίδει  γ. Φιλόθεος  γ. Γρηγόριος εχε συζητήσεις μαζί τους περί τς νοερς προσευχς. O βογόμιλοι ρκονταν στό «Πάτερ μν», πού λεγαν πτά φορές τήν μέρα καί πέντε φορές τή νύχτα[11]. Φαίνεται τι  γ. Γρηγόριος φερε σέ παφή κάποιους πό τούς προεσττες τους μέ τούς μοναχικούς κύκλους τς Kωνσταντινούπολης καί δημιούργησε γι ατό δυσαρέσκεια[12] πληροφορία το γ. Φιλοθέου τι κάποιοι προσπάθησαν νά τόν δηλητηριάσουν δέν πιβεβαιώνεται πό λλη πηγή[13]. Τό βέβαιο εναι τι ο βογόμιλοι παιξαν να φυγόκεντρο ρόλο καί πνευματικά μειναν ξένοι πρός τήν Kωνσταντινούπολη.  διέλευση το γ. Γρηγορίου πό τό Παπίκιο δεν δικαιολογε τήν ποψία γιά δθεν πίδραση πού δέχθηκε  γ. Γρηγόριος πό τούς βογόμιλους μοναχούς το Παπικίου.

 

II Bαρλαάμ, πού κατηγόρησε τόν γ. Γρηγόριο γιά μεσσαλιανισμό[14], δέν εχε νστάσεις μόνο γιά τίς θεολογικές προτάσεις το γ. Γρηγορίου λλά καί γιά τήν συχαστική μέθοδο προσευχς πό σύγχυση μέ κείνη τν μεσσαλιανν, σφαλς μέ παράλληλη πλούστευση το σκοπο τς νοερς προσευχς.

 ποψη το μακαριστο π. ω. Meyendorff τι « βογομιλισμός κα  συχασμός, πού στά Bαλκάνια εχαν πλωθε σέ κοινωνικά πολύ παρόμοιους κύκλους, σως εχαν χαρακτηριστικά πνευματικότητος κοινά[15]» κα τι «βρίσκονταν μως σέ βασική ντίθεση ταν γινόταν λόγος γιά τά παραδοσιακά δόγματα τς κκλησίας, στά ποα οἱ ρθόδοξοι συχαστές παρέμειναν γνήσια προσκολλημένοι», εναι πολύ πιφανειακή, γιατί ο συχαστές δέν ποτελοσαν ατονομημένες μοναχικές κοινότητες στίς παρυφές τς κκλησίας, οτε σκονταν στή νοερά προσευχή νεξάρτητα πό τή μοναστική καί μυστηριακή ζωή τς κκλησίας[16]πό τή θεολογική παραγωγή το γ. Γρηγορίου δέν συνάγεται τι ο θεολογικές του προτάσεις νεχαν να προβληματισμό θεωρητικς στοιχείωσης, ντίθετα,  γ. Γρηγόριος, πέραν τν θεολογικν κριτηρίων τς κκλησιαστικς παραδόσεως γιά τήν ρμηνεία τς ποκαλύψεως τοῦ Tριαδικο Θεο, δηλ. γία Γραφή, Σύμβολο τς πίστεως, κύρος τν Πατέρων, προσθέτει καί τή μαρτυρία τς λειτουργικς πράξης τς κκλησίας. Tό κρίσιμο σημεο παρεξηγήσεως τς νοερς προσευχς τν συχαστν καί τς συγχύσεώς της μέ κείνη τν μεσσαλιανν ταν  πίστη τν συχαστν τι στήν κατάσταση τς θεώσεως εχαν ραση το κτίστου φωτός ς παροχή καί δωρεά το Θεον ο μεσσαλιανοί πίστευαν τι νώνονται μέ τό Θεό μέσως, νεξάρτητα πό τή θεία χάρη καί τή ζωή τς κκλησίας.  παραφθορά τν μυστηρίων το βαπτίσματος καί τς θείας Eχαριστίας καί  πουσία εραρχικο σώματος τν μεσσαλιανν - βογομίλων, καθιστον τίς ατιάσεις τοῦ Bαρλαάμ κατά το γ. Γρηγορίου το Παλαμ πολύτως δικαιολόγητες.

Σύγχρονοι δυτικοί ρευνητές συγκλίνουν στήν πανάληψη τν πιχειρημάτων το Bαρλαάμ καί ν συνεχεία τοῦ κινδύνου κατά το γ. Γρηγορίου το Παλαμ πιμένοντες σέ να ποτιθέμενο πνευματικό λιτισμό[17] το γ. Γρηγορίου καί τν συχαστν ταυτίζοντάς τους μέ τίς νθουσιαστικές τάσεις τν βογομίλων  τν μεσσαλιανν[18], ο ποοι ταν ποκομμένοι πό τήν νιαία προφητική καί ποστολική παράδοση, πως πίσης καί πό τά μυστήρια τς κκλησίας[19].

Χωρίς νά παραβλέπουμε τήν ατία γιά τήν ρχική σύγκρουση γ. Γρηγορίου καί Bαρλαάμ, πού ποτυπώνεται στούς ντιρρητικούς, καθώς  Bαρλαάμ δυνατοσε νά ξεύρει βάσιμη τεκμηρίωση τόσο γιά τό Filioque σο κα γιά τήν ναίρεσή του, πιστεύουμε τι  μείζων διαφορά φοροσε τή γνώση το Θεο, δηλ. τό θέμα τς ποκαλύψεως τοῦ Θεο στόν κόσμο, τήν ποία  Bαρλαάμ θεωροσε κπεφρασμένη στατικά στήν γία Γραφή,  προσεγγιζομένη μέσω τς διανοητικς διεργασίας, πράγμα πού γιά τόν γ. Γρηγόριο σήμαινε τόν ταυτισμό το Bαρλαάμ μέ τούς ενομιανούς καί τούς γνωστικούς- μεσσαλιανούς το 4ου καί 5ου μ. X., δηλ. μέ τούς ντιτριαδικούς αρετικούς τν πρώτων αώνων.

ξ πόψεως διανοητικς διεργασίας το Bαρλαάμ  ντιμαχόμενος λόγος σχετικοποιε σφαλς μφότερες τίς θέσεις, δηλ. ρθοδόξων καί Λατίνων καί δηγε στόν γνωστικισμό[20]ναντίον κριβς ατς τς μεθοδολογίας το Bαρλαάμ  γ. Γρηγόριος προτείνει τήν ρμηνεία τού Συμβόλου πίστεως Nικαίας- Kωνσταντινουπόλεως, το μόνου ποδεκτο Συμβόλου πίστεως στήν νατολή δη πό τήν Γ΄ Οκουμενική Σύνοδο, κολουθώντας τήν πατερική μέθοδο τς διπλς γνώσεως, καί χρησιμοποιε τόν ποδεικτικό λόγο,  ποος διασφαλίζει τήν νιαία παραδοσιακή διάκριση Θεο - δημιουργίας, δηλ. κτίστου - κτιστο λλά καί τήν πίστη στήν ατοφανέρωση το Θεο, πράγμα πού ριοθετεῖ τή δυνατότητα το νθρώπινου κτιστο λόγου στήν  περιοχή τς ξερευνήσεως μόνο τς κτιστς πραγματικότητας[21].

 

III. πίσημα  σύγκρουση γ. Γρηγορίου καί Bαρλαάμ τοποθετεται τό 1340, ν  γ. Γρηγόριος εχε δη συντάξει τίς πρτες Tριάδες το ργου του πὲρ τν ερς συχαζόντων.  Bαρλαάμ ρξατο χειρν δίκων ναντίον τν συχαστν καταγγέλλοντάς τους στόν πατριάρχη Kαλέκα τό 1340 γιά μεσσαλιανισμό καί μάλιστα μέ τόν έρα τοῦ πολιτικο παράγοντα, καθώς τό προηγούμενο τος εχε μεταβε στήν Avignon ς πεσταλμένος το ατοκράτορα πρός τόν πάπα Bενέδικτο τό IB΄.

 μετάβαση το γ. Γρηγορίου στόν γ. ρος μετά πό τριετή διαμονή στή Θεσσαλονίκη γινε κατά μήνα Nοέμβριο. πό τό Συνοδικό Tόμο το 1341 πληροφορούμαστε τι  Bαρλαάμ πρέπει νά εχε καταγγείλει προσωπικά τόν γ. Γρηγόριο: «O μν λλ κα τν κκλησίαν το Θεο παρελθν (δηλ.  Bαρλαάμ) κα τ περ τούτου νενέγκας τῇ μν μετριότητι, κατηγορν μάλιστα το τιμιωτάτου ν ερομονάχοις κυρίου Γρηγορίου το Παλαμξτησε μετακληθναι κα ατος ες τν καθ μς ερν κα θείαν σύνοδον[22]».

ποτέλεσμα τν διαβουλεύσεων το γ. Γρηγορίου μέ τούς γιορετες πατέρες ταν  γιορειτικός Tόμος[23]ὁ ποος θά ποτελέσει κατά τό πόμενο κρίσιμο τος 1341 στή σύνοδο τς Kωνσταντινούπολης τή βάση γιά τήν ναίρεση τν ατιάσεων περί μεσσαλιανισμο πό μέρους το Bαρλαάμ κατά το συχασμο. Στή σύνοδο το 1341 τούς γιορετες πατέρες κπροσώπησε  γ. Γρηγόριος[24].

Πάντως εναι κπληκτικό τό γεγονός τι σύγχρονοι ρωμαιοκαθολικοί θεολόγοι, πως  LMClukas, υοθετον τίς ατιάσεις το Bαρλαάμ κατά τν συχαστν τι χι μόνο μέ τή νηπτική πράξη τς μονολόγιστης προσευχς λλά καί μέ τόν γιορειτικό Tόμο δρασαν ς προφητική πνευματική περεξουσία[25]μπνεόμενοι πό τίς ρχές τοῦ εαγριανισμο καί το μεσσαλιανισμο, καί οσιαστικά συνιστον ο συχαστές το γίου ρους διότυπες μάδες στίς παρυφές τς κκλησίας, δηλ. μάδες παρόμοιες μέ κενες τν βογομίλων - μεσσαλιανν τς Bαλκανικς.

Kατ ρχάς πρέπει νά πισημάνουμε τι τόν γιορειτικό Tόμο προσυπογράφει κα πικυρώνει  ερισσο καί γίου ρους άκωβος,  πίσκοπος δηλ. τς τοπικς κκλησίας, στόν ποο πήγετο  μοναστική κοινότητα το γίου ρους, ν ο γούμενοι τν μοναστηριν το γίου ρους ταν πολλν θνοτήτων[26] διαδικασία πού κολούθησαν ο γιορετες πατέρες, προκειμένου νά ντιμετωπίσουν τήν κατ ατν καταγγελία μαρτυρε τήν τήρηση πό μέρους των τς κκλησιαστικς τάξης, μέ τήν προσφυγή των στόν τοπικό πίσκοπο κα τήν νάληψη δράσης πό κοινο. Θά μποροσε νά ποτεθε παρξη διότυπων τάσεων προφητισμο κα πνευματικο λιτισμο πό μέρους τν μοναχν, ν  γιορειτικός Tόμος, πού εναι οσιαστικά μολογία, πολογία καί πόμνημα, εχε γραφε σέ ντιπαράθεση πρός τόν πίσκοπο γίου ρους  τή σύνοδο Kωνσταντινουπόλεως.

O νέργειες τν συχαστν προϋποθέτουν ρθή κκλησιολογία καί ποδείχθηκαν σύμφωνες μέ τήν κκλησιαστική πράξη το μοναχισμο τς ρθοδόξου κκλησίας. Eναι  Bαρλαάμ πού, ν κατήγγειλε τούς συχαστές στή σύνοδο Kωνσταντινουπόλεως, ρνήθηκε ν συνεχεία νά δεχθε τίς ποφάσεις τς συνόδου το 1341 καί δυσαρεστημένος φυγε στή Δύση.  Βαρλαάμ λθε στήν νατολή ς πλανώδιος χαρισματοχος καί πλθε ς ντιησυχαστής διανοητής, λαβών τά πίχειρα τν πράξεών του. ντίθετα ο γιορετες πατέρες, κολούθησαν κατά γράμμα τή συνοδική κκλησιαστική πράξη στήν περάσπιση τς νηπτικς παραδόσεως τς κκλησίας σέ μία νότητα μέ τή δογματική ρμηνεία τς πίστεως καί διακόνησαν κατόπιν στήν κκλησία ς πίσκοποι, πως  διος  γ. Γρηγόριος καί ὁ Φιλόθεος, ερομόναχος τς μονς Λαύρας, πατριάρχης Kωνσταντινουπόλεως κα γιος τς κκλησίας μας[27].

 γιορειτικός Tόμος, πού θυμίζει συνοδικό κείμενο, συντάχθηκε μέ ατό τόν τρόπο, χι γιατί ο κπρόσωποι τς γιορειτικς κοινότητας νόμιζαν τι συγκροτοσαν περσύνοδο χαρισματούχων, λλά γιατί θελαν πάση θυσία νά πογραμμίσουν τήν ποδοχή τς κκλησιαστικς παραδόσεως. Πρόκειται οσιαστικά γιά κθεση  τς ρθοδόξου πίστεως μέ πόρριψη συγκεκριμένων ατιάσεων ν εδει ποστροφν καί προσφυγή στήν νότητα τς μπειρίας τν προφητν, τν Ἀποστόλων καί τν γίων τς κκλησίας. Mάλιστα  προσφυγή στήν μπειρία τν φορέων τς κκλησιαστικς παραδόσεως δέν ποτελε παράθεση χωρίων  γιογραφικν καί πατερικν χρήσεων, πράγμα πού εναι καταφανές στά κείμενα το Bαρλαάμ καί ν συνεχεία το κινδύνου καί το Γρηγορ προσφυγή στόν ποδεικτικό λόγο τν προφητν, τν ποστόλων, τν γίων συντίθεται μέ τό λειτουργικό λόγο, προκειμένου νά πορριφθε παντελς  ποια ποψία περί ατονομήσεως τν μοναχν το γίου ρους πό τήν κκλησιαστική πράξη καί παράδοση.

Πρέπει νά σημειώσουμε τι  γιορειτικός Tόμος, ς ρμηνευτική θεολογική πρόταση, συγκροτε τό σταθερό θεολογικό ξονα λόκληρης τς θεολογικς παραγωγς το γ. Γρηγορίου, πού εναι  νότητα το μυστηρίου τς ποκαλύψεως το Θεο Mωϋσς, ο προφτες, ο Ἀπόστολοι, ο γιοι γίνονται κατά τή θεοποιό χάρη δέκτες τοῦ μυστηρίου τς ποκαλύψεως το Θεο ποος, ν εναι ϊδίως τρισυπόστατος, ποκαλύπτεται προοδευτικά μέσα στό στορικό γίγνεσθαι κατά τή δεκτικότητα τν νθρώπων. π ατήν τήν ννοια καταγράφονται ο φάσεις τοῦ μυστηρίου τς θείας Οκονομίας, δηλ. ο ποδείξεις τν προφητν καί τν Ἀποστόλων, καί σέ μία συνέχεια ζως συντελεται  ρμηνεία πό τούς Πατέρες τς κκλησίας ς θεωτική μπειρία. τσι  προσαγωγή τν πατερικν χρήσεων συνιστ τήν κατάφαση στήν στορική συνέχεια τς κκλησιαστικς κοινότητας καί εναι πόδειξη τς ταυτότητας μπειρίας τν π αἰῶνος γίων, μις μπειρίας, μως, πού εναι δωρεά το Θεο, το σάρκου Yο καί Λόγου το Θεο, το ατο δέ νσάρκου κα πνευματικς ρωμένου. Γιά τόν γ. Γρηγόριο τήν νότητα τς ποκαλύψεως το Θεο τήν γγυται  Yός καί Λόγος το Θεο Πατρός, ποος ν γίω Πνεύματι ναγνωρίζεται ετε πό τούς προφτες, ετε πό τούς Ἀποστόλους, ετε πό τούς γίους, ετε στό μέλλοντα αώνα[28].

Γιά τούς γιορετες πατέρες  ποκάλυψη το Θεο παρεχόμενη χάρη καί  συνεπαγόμενη σωτηρία, εναι κτιστη, ς δωρεά το κτίστου Θεο κα φορ στόν λο νθρωπο, στό νοητό καί ασθητό στοιχεο του, καθότι καί  Λόγος τόν λο νθρωπο προσέλαβε. Πρόκειται γιά ρση τς διαρχικς νθρωπολογίας μέ τήν γγύηση το ρου τς Xαλκηδόνας[29]. Καθίσταται μάλιστα πλήρως ντιληπτή  σημασία τς μονολόγιστης εχς, πού πευθύνεται στό Xριστό.  μονολόγιστη εχή καί  γρήγορση γιά τήν λευση το Kυρίου δέν ναιρε τό μυστήριο τς κκλησίας, πού σκεπάζει τούς αἰῶνες τν αώνων.

 Bαρλαάμ προσπάθησε νά διαβάλει τούς συχαστές συνδέοντάς τους μέ τούς μεσσαλιανούς τς Θράκης, ετε γιατί εχε σύγχυση, καθώς μάλιστα εχε γνοια τς νηπτικς παραδόσεως τς κκλησίας, ετε δρασε μέ κακοβουλία. Πάντως, εναι βέβαιο τι  διος ταν φορέας το σχολαστικισμο καί νός νθρωπισμο πού ναιροσε τήν νέργεια το Θεο, πού κατέφασκε στήν ατονομία τν δυνάμεων το νθρώπου, ρημώνοντας οσιαστικς τόν νθρωπο πό τή χάρη το Θεο. Πρόκειται γιά ναβίωση το γνωστικισμο, πού κάνει τά ρήματα τς γίας Γραφς καί τν Πατέρων τς κκλησίας θρησκευτικά στερεότυπα καί τήν κκλησία θρησκεία κα χι φανέρωση το ιδίου Yο καί Λόγου το Θεο Πατρός ν Πνεύματι γίω στήν στορία.



[1]. Χριστιανική Θεσσαλονίκη ΛΘ´-Μ ́ Δημήτρια, Πρακτικά ΙΗ´ Διεθνές Επιστημονικό Συμπόσιο: Ἐκκλησιαστικοί συγγραφεῖς τῆς Θεσσαλονίκης (ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΒΛΑΤΑΔΩΝ, 4-6 Νοεμβρίου 2004) - ΙΘ´ Διεθνές Ἐπιστημονικό Συμπόσιο Θεσσαλονίκη καί ἡ Χερσόνησος τοῦ Αἵμου, Θεσσαλονίκη 2011, σ. 197-205.

[2]Acta Conciliorum Oecumenicorumἐκδ. E. Schwartz, (Argentorati 1914), Berlin - Lipsiae 1962, τόμ 1.1.7, σ. 117, 3.

[3] . J. Meyendorff, «Messalianism or Anti-messalianism? A Fresh Look at the “Macariana” Problem», ἐν KYRIAKON, A Festschrift for J. Quasten, Münster 1970, τόμ. 2, σ. 587.

[4]Acta Conciliorum Oecumenicorum, μν. ἔργ.,τόμ. 1.1.7, σ. 118, 5.

[5]«Messalianism and Pelagianism», SP 17: 3 (1982), σσ. 127- 135.

[6]. Πρβλ. J. C. Larchet, «Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς καὶ ἡ πατερική παράδοση», ἐν Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς στήν ἱστορία καὶ τό παρόν, Πρακτικά Διεθνῶν Ἐπιστημονικῶν Συνεδρίων Ἀθηνῶν (13 – 15 Nοεμβρίου 1998) καὶ Λεμεσοῦ (5 – 7 Nοεμβρίου 1999), Ἅγιον Ὄρος 2000, σ. 334.

[7]. Ἰω. Ἀναστασίου, Oἱ Παυλικιανοί. Ἡ ἱστορία καὶ ἡ διδασκαλία των ἀπὸ τῆς ἐμφανίσεως μέχρι καὶ τῶν νεωτέρων χρόνων, διδ. διατριβή, Ἀθῆναι 1959, σσ. 95, 101 ἑξ., 107, 111. Πρβλ. M. dε Groote, «An Anonymous Sermon against the Hagarenes, the Bogomils, and the Jews», ἐν HTR 97:3 (2004), σ. 331.

[8]. Δ. Γ. Tσάμη, Φιλοθέου Kωνσταντινουπόλεως τοῦ Kοκκίνου Ἁγιολογικά κείμενα. A΄ Θεσσαλονικεῖς ἅγιοι, ἐν Θεσσαλονικεῖς Bυζαντινοί Συγγραφεῖς 4 (Kέντρον Bυζαντινῶν Ἐρευνῶν), Θεσσαλονίκη 1985, & 11, σ. 437, 1 - 8.

[9]. Ἔνθ. ἀν., & 12, σ. 439, 1 - 8.

[10]. D. Obolensky, ThBogomils, Cambridge 1948, σσ. 258 – 259.

[11]. Δ. Γ. Tσάμη, Φιλοθέου Kωνσταντινουπόλεως τοῦ Kοκκίνου Ἁγιολογικά κείμενα. A΄, μν. ἔργ., & 15, σ. 443, 1 – 8.

[12]. Ἔνθ. ἀν., & 15, σ. 445, 71 – 77.

[13]. Ἔνθ. ἀν., & 16, σ. 445, 10 – 14.

[14]Bλ. Δ. Γ. Kουτσούρη, Σύνοδοι καί θεολογία γιά τόν ἡσυχασμό. Ἡ συνοδική διαδικασία μέ ἀφορμή τίς ἡσυχαστικές ἔριδες, διδ. διατριβή, Ἀθῆναι 1997, σ. 54.

[15]. J. Meyendorff, A study of Gregory Palamas (μετφ. G. Lawrence), St. Vladimir’s Seminary press, 21974, σ. 33.

[16]. Πρβλ. J. Meyendorff, «Mount Athos in thε Fourteenth Century: Spiritual and Intellectual Legacy», ἐν Dumbarton Oaks Papers, τόμ. 42 (1988), σ. 159.

[17]. L. M. Clukas, The Hesychast Controversy in Byzantium in the Fourteenth Century: A Consideration of thε Basic Evidence, διδ. διατριβή, University of California, Los Angeles 1975, σσ. 27, 32.

[18]. Ἔνθ. ἀν., σσ. 18, 23 ξ.

[19]. Bλ. L. M. Clukas, «Eschatological Theory in Byzantine Hesychasm: A parallel to Joachin da Fiore», ἐν Byzantinische Zeitschrift, München, 70(1977), σσ. 324 - 346. Πρβλ. J. Meyendorff, «Mount Athos in the Fourteenth Century: Spiritual and Intellectual Legacy», μν. ἔργ., σ. 165.

[20]. Πρβλ. X. Tερέζη, Ἡ θέση τῆς ἑλληνικῆς φιλοσοφίας στήν ρθόδοξη Ἀνατολή. Σπουδή στόν Ἅγιο Γρηγόριο Παλαμᾶ (Φιλοσοφική καὶ Θεολογική Bιβλιοθήκη 32), Θεσσαλονίκη 1995, σ. 12.

[21]NMατσούκα, «Ἡ διπλή θεολογική μεθοδολογία Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ», ἐν Πρακτικά Θεολογικοῦ Συνεδρίου εἰς τιμήν καὶ μνήμην τοῦ ἐν ἁγίοις πατρός ἡμῶν Γρηγορίου ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης τοῦ Παλαμᾶ (12 – 14 Nοεμβρίου 1984), Θεσσαλονίκη 1986, σσ. 90 – 92.

[22]IΩ. Kαρμίρη, Tὰ δογματικὰ καὶ συμβολικὰ μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Kαθολικῆς Ἐκκλησίας, ἐν Ἀθήναις 21960, τόμ. 1, σ. 355.

[23]Γρηγορίου Παλαμᾶ Συγγράμματα, τόμ. B΄, Πραγματεῖαι καὶ ἐπιστολαὶ γραφεῖσαι κατά τά ἔτη 1340 – 1346, εἰσαγωγή – ἐπιμέλεια Π. Xρήστου, ἐκδ. B. Ψευτογκᾶς, Θεσσαλονίκη 1966, σσ. 551 – 577.

[24]. Δ. Γ. Kουτσούρη, Σύνοδοι καί θεολογία γιά τόν ἡσυχασμό. Ἡ συνοδική διαδικασία μέ ἀφορμή τίς ἡσυχαστικές ἔριδες, μν. ἔργ., 60 ἑξ.

[25]. L. M. Clukas, «Eschatological Theory in Byzantine Hesychasm: A parallel to Joachin da Fiore», μν. ἔργ., σσ. 326 – 327 καὶ 333.

[26]Πρβλ. R. E. Sinkewicz, «Gregory Palamas», ἐν La théologie byzantine et sa tradition II (XIII– XIXs.), διευθ. C. G. Conticello – V. Conticello, Centre d’Études des Religions du livre, Turnhout: Brepols 2002, σ. 159.

[27]. R. F. Taft, «Mount Athos: A Late Chapter in the History of the Byzantine Rite», ἐν Dumbarton Oaks Papers, τόμ. 42 (1988), σ. 190.

[28]Γρηγορίου Παλαμᾶ Συγγράμματα, τόμ. B΄, μν. ἔργ., σ. 567, 1 – 8.

[29]Ἡ κατάφαση στό «εἶδος σωματικὸν» τοῦ Xριστοῦ δέν ἀναιρεῖ τή γνώση τοῦ Xριστοῦ διά τῶν μυστηρίων μέ κέντρο τή θεία Eὐχαριστία, πνευματικῶς. Ὁλοκληρωμένη εἶναι, προκειμένου γιά τόν ἅγ. Γρηγόριο, ἡ διατύπωση περί ἀποκαλύψεως τοῦ ἀσάρκου, ἐνσάρκου καὶ πνευματικῶς ὁρωμένου Yἱοῦ καί Λόγου καί ὄχι μόνο περί τῆς ἐνανθρωπήσεως. Πρβλ. J. Meyendorff, Christ in eastern christian thought, St. Vladimir’s Seminary press, 1975, σσ. 202- 207.