HELLENOPHONIA

Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2026

  

ΚΥΡΙΑΚΗ Ε´ ΛΟΥΚΑ, Μνήμη τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων, Κοσμᾶ καὶ Δαμιανοῦ, 1η Νοεμβρίου 2026, (2-11-2025) - (5-11-2023), (Αριθμ. 50Β1)

 

Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ.

 

Α. 1. α. Κατά το Τυπικὸν τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας η μνήμη των δύο Αγίων Αναργύρων, «τῶν υἱῶν Θεοδότης», ετελείτο «ἐν τοῖς Δαρείου», εκκλησία στο όγδοο διαμέρισμα, παράπλευρα της Μέσης οδού και μετά το Φόρο του Κωνσταντίνου, το οποίο μνημονεύεται για τη λιτή που ξεκινούσε από τη Μεγάλη Εκκλησία.

β. Στο Συναξάριον (Synaxarium Ecclesiae Constantinopolitanae) υπάρχει η καταγραφή ότι η μητέρα τους ήταν χριστιανή και ο πατέρας τους «ἕλλην», δηλαδή ειδωλολάτρης, και ότι εκπαιδεύτηκαν στην ιατρική επιστήμη, όχι μόνο των ανθρώπων αλλά και των κτηνών και ότι τελειώθηκαν εν ειρήνη και «κατατέθησαν ἐν τόπῳ καλουμένῳ Φερεμᾶν». Προφανώς είναι και η πατρώα πόλη των. Πρόκειται για την πόλη Αιγές της Κιλικίας, κοντά στον κόλπο της Ισσού, όπου έγινε το 333 π.Χ. η περίφημη μάχη της Ισσού με νίκη του στρατεύματος του Μ. Αλεξάνδρου επί του Δαρείου. Η πόλη Αιγές της Κιλικίας, που φέρουν τη μνήμη της πατρίδος του Μ. Αλεξάνδρου, αναπτύχθηκαν εν συνεχεία και από τους επίγονους ως ελληνική και ρωμαϊκή πόλη με περίφημο Ασκληπιείο, όπου ασκείτο η Ιατρική. Στους ρωμαϊκούς χρόνους η Ιατρική ήταν ενταγμένη στην προετοιμασία των στελεχών της ρωμαϊκής διοίκησης, τα οποία προέρχονταν από την άρχουσα τάξη των γαιοκτημόνων, ή των επάρχων και λοιπών αξιωματούχων.

γ. Στην υμνολογία της εορτής οι δύο Άγιοι κατονομάζονται ώς «σοφοί ἰατροί», όχι παράδοξος τίτλος για την υμνολογία και θεολογία της Ορθοδόξου Εκκλησίας που ορά την ιστορία της ανθρωπότητας με τη φωτοείδεια της ενότητος πάσης της κτίσης και της ιστορίας. Αυτή η φωτοείδεια είναι κυρίαρχη στην υμνολογία της εορτής και το β´ Κανόνα, ποίημα του εικονόφιλου Αγίου Ιωσήφ του Υμνογράφου, ενώ στον α´ Κανόνα, ποίημα του Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού, αποτυπώνεται περισσότερο ο βασικός πυρήνας των εννέα βιβλικών Ωδών.

2. Για το καθορισμένο Ευαγγέλιο της Ε´ Κυριακής Λουκά, το οποίο διαβάζεται προ της έκτης Νοεμβρίου, πέραν της θεολογικής προτάσεως που παρατίθεται στη συνέχεια στη δεύτερη ενότητα, αξίζει να αναφερθεί η σημείωση που καταγράφεται στο Τυπικὸ τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας ότι το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα της Ε´ Κυριακής Λουκά, ήτοι Λουκ. ιστ´, 19-31, πρέπει να διαβάζεται την Κυριακή «πρὸ τοῦ γενέσθαι τὴν μνήμην τῆς κονίας τῆς κατενεχθείσης τῇ ἕκτῃ τοῦ παρόντος μηνός», με αναφορά, μάλιστα, ότι και το Αποστολικό Ανάγνωσμα πρέπει να είναι από την Προς Εβραίους το ι´, 19- 31, που έχει ως περιεχόμενο την κρίση του Θεού, πολύ κοντά, δηλαδή, στο περιεχόμενο του σημερινού Ευαγγελικού Αναγνώσματος. Στο Συναξαριστήαναφέρεται το γεγονός τῆς κονίας τῆς κατενεχθείσης, μιας τέφρας που σκέπασε την Κωνσταντινούπολη, ως γεγονός που επισυνέβηκε στα χρόνια του αυτοκράτορα Λέοντα του Μεγάλου, του Α´, (401-474). Είναι ο πρώτος αυτοκράτορας που στέφθηκε από Πατριάρχη το 457, στη μεταχαλκηδόνια περίοδο, την τόσο σημαντική για τις εορτές του Χριστού και της Θεοτόκου και την τιμή με την ίδρυση, ή την ανακαίνιση, ιερών ναών αφιερωμένων στο Χριστό και τη Θεοτόκο. Ο Συναξαριστής, όπως πολλά από τα νηπτικά, ή ομιλητικά κείμενα, τονίζουν το θέμα της μετάνοιας, το οποίο αποτελεί το θεμέλιο του εν Χριστώ βίου, ακόμη και εξ αφορμής συγκλονιστικών φυσικών φαινομένων, ώστε οι άνθρωποι να έχουν αυτογνωσία του μέτρου, να είναι ταπεινοί απέναντι σε όλο τον κόσμο, να αντιλαμβάνονται την περατότητα των δυνάμεών τους, για να συγκροτούνται σε ένα σώμα φιλαδελφείας και διακονίας των κοινών πραγμάτων. Πάντως, το φυσικό γεγονός τῆς κονίας τῆς κατενεχθείσης μπορεί να αναχθεί σε έκρηξη του ηφαιστείου του Βεζουβίου. Παρόμοιο γεγονός ήταν η έκρηξη του ηφαιστείου της Ισλανδίας του 536, σύμφωνα με τους ασχολούμενους με την Ιστορία των Φυσικών Επιστημών, που σκέπασε το μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης, και άλλαξε τη ζωή των κατοίκων της θέτοντας την αρχή του Μεσαίωνα ιδίως για τις χώρες της Δυτικής Ευρώπης.

3. Επιπλέον ενδιαφέρουσα είναι η σημείωση του Τυπικοῦ τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας για τις ακολουθίες της έκτης Νοεμβρίου, κατά την οποία εορτάζετο η Άθληση του Αγίου Παύλου, πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, του Ομολογητή (350), με τη σύναξη στη Μεγαλη Εκκλησία και ημέρα Κυριακή, με Αναγνώσματα: Αποστολικό Ἑβρ. η´, 1-6 και Ευαγγελικό Λουκ. ιβ´, 8-12, ενώ η «μνήμη τῆς μετὰ φιλανθρωπίας κατενεχθείσης κόνεως, ἐπὶ Λέοντος τοῦ μεγάλου βασιλέως τοῦ Βέσσου» γινόταν με σύναξη στο Αποστολείο των Αγίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου «τῷ ὄντι ἐν τῷ Τρικόγχῳ», εντός, δηλαδή, του συγκροτήματος του Παλατίου, με λιτή από τη Μεγάλη Εκκλησία, στο Φόρο και επάνοδο στο Αποστολείο με συμμετοχή του Πατριάρχη και Αναγνώσματα: Αποστολικό Ἑβρ. ι´, 19-31 και Ευαγγελικό Λουκ. ιστ´, 19-31, το ίδιο, δηλαδή, με την Κυριακή Ε´ Λουκά. Η διαξαγωγή της συνάξεως στο Αποστολείο είχε ιδιαίτερη σημασία, γιατί ενεπλέκετο σ᾽ αυτήν και όλη εθιμοτυπία της αυτοκρατορικής αυλής. Επρόκειτο για πάνδημη, θα μπορούσαμε να πούμε, εορτή, μιας οικουμενικής ερμηνείας της κοινής λειτουργίας των χαρισμάτων του κοινού σώματος των Ορθοδόξων, Εκκλησίας και βασιλείας.

 

Β. 1. To Eυαγγελικό Ανάγνωσμα της Ε´ Κυριακής του Λουκά συνιστά ένα ιδιαίτερο γεγονός στον ενιαύσιο εκκλησιαστικό κύκλο, καθώς τοποθετείται σταθερά μεταξύ 30 Οκτωβρίου και 5 Νοεμβρίου και δεν ακολουθεί την αριθμητική σειρά των Ευαγγελικών Αναγνωσμάτων από το Ευαγγέλιο του Ευαγγελιστή Λουκά. Το αυτό παρατηρείται και με τα Ευαγγελικά Αναγνώσματα της Ι´ και ΙΑ´ Κυριακής του Λουκά, που διαβάζονται την Κυριακή προ της Κυριακής των Προπατόρων και την Κυριακή των Προπατόρων προ της εορτής των Χριστουγέννων αντίστοιχα, λόγω περιεχομένου. Γι᾽ αυτές τις περιπτώσεις μπορούμε να πούμε ότι η καθιέρωση έγινε περί τα τέλη του 4ου αιώνα με τον καθορισμό της εορτής των Χριστουγέννων στις 25 Δεκεμβρίου. Εξάλλου, ο ορισμός του Ευαγγελικού Αναγμνώσματος της Δ´ Κυριακής Λουκά κατά την Κυριακή των Πατέρων της Ζ´ Οικουμενικής Συνόδου, μεταξύ 11 και 17 Οκτωβρίου, είναι μεταγενέστερος, μετά το 787, έτος συγκλήσεως της Συνόδου, με πρότυπο, κατά πάσα πιθανότητα, τις υπάρχουσες μεταθέσεις. Περισσότερο απορία δημιουργείται από τον καθορισμό του Ευαγγελικού Αναγνώσματος της Ε´ Κυριακής με τη μετάθεση και τη διάσπαση της αριθμητικής συνέχειας. Για μία πειστική εξήγηση θα πρέπει να συνδυάσουμε το περιεχόμενο των Ευαγγελικών Αναγνωσμάτων των τριών προηγούμενων Κυριακών, τα οποία προέρχονται όλα από το όγδοο κεφάλαιο του Κατά Λουκάν Ευαγγελίου και αποτελούν μία νοηματική ενότητα, με τη συνέχεια του εορτολογικού κύκλου. Πρόκειται για το κήρυγμα της βασιλείας των ουρανών, όπως προκαταγγέλλεται από τον πρώτο στίχο του κεφαλαίου: «Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ καθεξῆς καὶ αὐτὸς διώδευεν κατὰ πόλιν καὶ κώμην κηρύσσων καὶ εὐαγγελιζόμενος τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, καὶ οἱ δώδεκα σὺν αὐτῷ», ενώ η συνέχεια θα πρέπει να συσχετισθεί με το σημερινό Ευαγγελικό Ανάγνωσμα και την επικείμενη εορτή της Συνάξεως των Αρχιστρατήγων Μιχαήλ και Γαβριήλ και των λοιπών ασωμάτων δυνάμεων, ως εορτολογικός προχειρισμός για τις 8 Νοεμβρίου αλλά και με μία τροποποίηση των Καταβασιών ως αναγγελία της εορτής των Εισοδίων της Θεοτόκου στο Ναό από τη Σύναξη των Αρχιστρατήγων και μέχρι την Παραμονή των Εισοδίων.

2. Ο εορτασμός της Συνάξεως των ασωμάτων δυνάμεων με τον κατονομασμό των δύο Αρχιστρατήγων Μιχαήλ και Γαβριήλ κατά τον ένατο μήνα του παλαιού Ρωμαϊκού ημερολογίου αντιστοιχεί στις εννέα τάξεις των αγγέλων την όγδοη ημέρα του μήνα, ως ημέρα της ευαγγελιζόμενης υπό του Χριστού βασιλείας του Θεού. Οι δύο Αρχιστράτηγοι μετά των αγγελικών τάξεων διακονούν στο Μυστήριο της Θείας Οικονομίας, παρόντες στις Θεοφάνειες του Άσαρκου Λόγου στους Πατριαρχές Αβραάμ, Ισαάκ και Ιακώβ, στα οράματα των Προφητών, στα προδρομικά γεγονότα της ελεύσεως του αυτού και Ενσάρκου, στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου, στην πορεία των Αποστόλων της Εκκλησίας, του αυτού και Πνευματικώς ορωμένου, συνόντος και διαδιδόμενου, προσφέροντος και προσφερομένου και δεχομένου μετά του Πατρός και του Αγίου Πνεύματος την αναίμακτο θυσία, όπως και αεί αναμενομένου Βασιλέως της Δόξης Ιησού Χριστού και διαρκώς ερχομένου κατά την όραση του Ευαγγελιστού Ιωάννου στην Αποκάλυψη.

3. Η εορτή της Συνάξεως των ασωμάτων δυνάμεων θα πρέπει να εισήλθε στο εορτολόγιο την περίοδο, ή περί αυτήν, εν σχέσει και με τον καθορισμό της εορτής των Χριστουγέννων με παγίωσή της μετά την Γ´ Οικουμενική Σύνοδο το 431, οπότε και ερμηνεύθηκαν πλείστα όσα χωρία της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης σε μία ενότητα θεοφανικών γεγονότων, ως εξαγγελίες και προτυπώσεις του Ασάρκου Μεγάλης Βουλής Αγγέλου, του Κυρίου Σαβαώθ, του Κυρίου της Δόξης, του αυτού και Eνσάρκου κατά την Ενανθρώπηση, όμως σε διάκριση με τα πρόσωπα των ασωμάτων δυνάμεων, τους αγγέλους, οι οποίοι διακονούν στο Μυστήριο της Θείας Οικονομίας καθόλη την πορεία της μεταπατορικής ιστορίας του ανθρώπινου γένους έχοντες παγιωθεί στην πορεία της τελειώσεως. Είναι, εξάλλου, μία περίοδος που ακόμη και η νηπτική πράξη της Εκκλησίας με τα μοναστηριακά κέντρα της τίθεται συνοδικά με τους κανόνες λειτουργίας τους, και αρχίζει να διαμορφώνεται ο εβδομαδιαίος λειτουργικός κύκλος με τη Δευτέρα ημέρα αφιερωμένη στις ασώματες δυνάμεις κατά την τάξη της δημιουργίας και της διακονίας.

 

Γ. 1. Ο ευαγγελισμός της βασιλείας του Θεού, που ακούσαμε με τα Ευαγγελικά Αναγνώσματα των τριών προηγούμενων Κυριακών ολοκληρώνεται με το ανάγνωσμα περί του πλουσίου και του παραλειφθέντος υπό των αγγέλων και εισελθόντος στους κόλπους Αβραάμ Λαζάρου. Το σημερινό, λοιπόν, Ευαγγελικό Ανάγνωσμα είναι ένας προχειρισμός της εορτής της Συνάξεως των ασωμάτων δυνάμεων και της κρίσεως του κόσμου, αλλά και μία πρόγευση του εκκλησιασμού των πάντων κατά την οικείαν έκαστος δεκτικότητα, πορευόμενοι προς το γεγονός του εκκλησιασμού της Υπεραγίας Θεοτόκου.

2. Το σημερινό Ευαγγελικό Ανάγνωσμα προέρχεται από το δέκατο έκτο κεφάλαιο, κατά το οποίο ο Χριστός ομιλεί στους Μαθητές του με παραβολές, ενώ τον παρακολουθούν οι Φαρισαίοι. Προηγείται η παραβολή του κακού οικονόμου, ο έλεγχος των Φαρισαίων, περί των οποίων ο Ευαγγελιστής Λουκάς σημειώνει: «Ἤκουον δὲ ταῦτα πάντα οἱ Φαρισαῖοι φιλάργυροι ὑπάρχοντες, καὶ ἐξεμυκτήριζον αὐτόν» (Λουκ.ιστ´, 14), η ευθεία αναφορά ότι με τον Ιωάννη έχει ολοκληρωθεί η προφητική περίοδος και ότι έχει ήδη αρχίσει η βασιλεία του Θεού: «Ὁ νόμος καὶ οἱ προφῆται ἕως Ἰωάννου· ἀπὸ τότε ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ εὐαγγελίζεται καὶ πᾶς εἰς αὐτὴν βιάζεται» (Λουκ. ιστ´, 16), υποδεικνύων ο Χριστός ουσιαστικώς τον ίδιο ως τον αναμενόμενο Βασιλέα του Ισραήλ, το Θεό Αβραάμ, τον οποίο επικαλούνταν υποκριτικώς οι φιλάργυροι Φαρισαίοι, όπως κάνουν όλοι οι φιλάργυροι και κλέπτες των κοινών αγαθών πάντοτε, ο οποίος αναιρεί την επαγγελλόμενη υπό των Φαρισαίων δικαιοσύνη, δηλαδή την κατ᾽ αυτούς σωτηρία, αναιρώντας ακόμη και τις φυσικές συμβάσεις των ανθρώπων, όπως τις καθόριζε ο Νόμος. Εν συνεχεία ο Χριστός λέγει την παραβολή του σημερινού Ευαγγελικού Αναγνώσματος, κατά την οποία ο πλούσιος βρίσκεται μακράν του Αβραάμ μετά θάνατο, βασανιζόμενος, ενώ ο πτωχός Λάζαρος εν κόλποις Αβραάμ.

3. Πρέπει να επισημάνουμε και πάλι ότι ο παραβολικός τρόπος με τον οποίο εκφέρει ο Χριστός το λόγο του είναι ένας λόγος εισαγωγικός για την προετοιμασία των Μαθητών και όλων των ανθρώπων, ώστε να αναγνωρίσουν ότι ο ομιλών είναι ο ενεργήσας και τις Θεοφάνειες στους Πατριάρχες και τους Προφήτες, ο Θεός Αβραάμ και Μωϋσέως. Όπως τα θεοφανικά γεγονότα της Παλαιάς Διαθήκης καταγράφονται με ένα λόγο απλό, με εικόνες και λόγια από την καθημερινή ζωή των ανθρώπων και το φυσικό περιβάλλον, για να καταλαβαίνει όλος ο κόσμος, έτσι κι ο Χριστός, πάντα σε αντιστοίχηση προς τις προφητικές Θεοφάνειες και επαγγελίες χρησιμοποιεί τον παραβολικό λόγο, αλλά με κέντρο τη σχέση Θεού και κόσμου, Θεού και όλων των κτισμάτων του, από κτίσεως κόσμου κατά την αποκάλυψη αυτού εν αοράτοις και ορατοίς και κατά τον πλούτο της χρηστότητος αυτού και το μέγα του έλεος. Έτσι, με τη σημερινή παραβολή ο Χριστός αναιρεί τη φαρισαϊκή οργάνωση του Ισραήλ, ξαναθέτει το θέμα της αρχέγονης ισότητος των ανθρώπων, που διαταράσσεται από την ιδιοποίηση των κοινών αγαθών και του ιδιοτελούς πλουτισμού, ένας κόλαφος και για το σύγχρονο κόσμο, και ελέγχει τις εφήμερες συμβατικές σχέσεις των ανθρώπων, οι οποίες συνιστούν ένα μεταπατορικό ειδωλοποιημένο σύστημα, το οποίο αντιστρατευόταν, και αντιστρατεύεται συνεχώς, την προφητική πίστη και επαγγελία για τον ανακαινισμό όλων των ανθρώπων εν αληθεία.

 

Δ. 1. Το Αποστολικό Ανάγνωσμα ομιλεί για τα χαρίσματα των χριστιανών, ως λειτουργίες, εκδηλώματα του ενός σώματος του Χριστού. Γράφει ο Απόστολος Παύλος προς τους Κορίνθιους, που είχαν γίνει χίλια κομμάτια διεκδικώντας, προφανώς, ιδιαίτερη θέση στην Εκκλησία, γιατί ήταν του τάδε και του τάδε, μέχρι που είχαν κάνει και ομάδα με το όνομα του Ιησού, όπως οι σύγχρονες παρασυναγωγικές οργανώσεις. Γράφει, λοιπόν, ο Απόστολος ότι όλα τα χαρίσματα είναι εκδηλώματα του ενός σώματος, και να πάψουν να περηφανεύονται γι᾽ αυτά ως ατομικά κατορθώματα, και μεταξύ αυτών μιλάει και για τα χαρίσματα των ιαμάτων, που είναι και τα πιο χειροπιαστά και αφορούν στο σώμα και την ψυχή των ανθρώπων. Επ᾽ αυτού ομιλεί για την αγάπη, την οποία συνδέει με την αλήθεια της μη εκπτώσεως από το κοινό σώμα, («οὐ ζητεῖ τὰ ἑαυτῆς»), ώστε ό,τι κάνει ο χριστιανός, και μάλιστα αυτός που έχει δωρηθεί με ιδιαίτερο χάρισμα, να είναι θεοσημεία (σημάδι, απόδειξη, της παρουσίας του Θεού) και όχι ατομικός δοξασμός, ή το χειρότερο ατομικός πορισμός και βαμπιρισμός εκμετάλλευσης και απομύζησης του φωτός και της ενέργειας των χριστιανών, καταστάσεις που ανθούν στους «θρησκευτικούς» κύκλους των αξιών, των ιδεών, των «υψηλών» ιδανικών και της υπερχειλίζουσας υποκρισίας.

2. Πρέπει να σημειωθεί ότι τα απαριθμούμενα χαρίσματα παράγουν ορατά αποτελέσματα που περιγράφονται στην προφητική αγωγή ως επτά πνεύματα του Προφήτη Ησαΐα, ή των επτά στύλων της Σοφίας, ένα θέμα που αποτελεί τον πυρήνα της νηπτικής και φιλόκαλης παράδοσης της Ορθοδόξου Εκκλησίας ως διαρκούς βιοτής και όχι ψευτοαγαπολογίας. Όθεν, σύμφωνα με τη διάρθρωση του λόγου του Αναγνώσματος, η αγάπη κρίνεται όχι από τα λόγια και τα κατά πρόσωπο ψεύδη, αλλά από την αλήθεια των πραγμάτων και των γεγονότων. Κατ᾽ αυτόν τον τρόπο ταυτίζεται η αγάπη με την αλήθεια, που είναι δύο όροι της επιφάνειας του Θεού εν τη Θεία Οικονομία αυτού.

 

Αποστολικό Ανάγνωσμα: (Τῆς ἑορτῆς), Α´ Κορ. ιβ´, 27- ιγ´, 8: « 27 Ὑμεῖς δέ ἐστε σῶμα Χριστοῦ καὶ μέλη ἐκ μέρους. 28 Καὶ οὓς μὲν ἔθετο ὁ Θεὸς ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ πρῶτον ἀποστόλους, δεύτερον προφήτας, τρίτον διδασκάλους, ἔπειτα δυνάμεις, εἶτα χαρίσματα ἰαμάτων, ἀντιλήψεις, κυβερνήσεις, γένη γλωσσῶν. 29 μὴ πάντες ἀπόστολοι; μὴ πάντες προφῆται; μὴ πάντες διδάσκαλοι; μὴ πάντες δυνάμεις; 30 μὴ πάντες χαρίσματα ἔχουσιν ἰαμάτων; μὴ πάντες γλώσσαις λαλοῦσι; μὴ πάντες διερμηνεύουσι; 31 ζηλοῦτε δὲ τὰ χαρίσματα τὰ κρείτονα. καὶ ἔτι καθ᾽ ὑπερβολὴν ὁδὸν ὑμῖν δείκνυμι- 1. Ἐὰν ταῖς γλώσσαις τῶν ἀνθρώπων λαλῶ καὶ τῶν ἀγγέλων, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, γέγονα χαλκὸς ἠχῶν ἢ κύμβαλον ἀλαλάζον. 2 καὶ ἐὰν ἔχω προφητείαν καὶ εἰδῶ τὰ μυστήρια πάντα καὶ πᾶσαν τὴν γνῶσιν, καὶ ἐὰν ἔχω πᾶσαν τὴν πίστιν, ὥστε ὄρη μεθιστάνειν, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, οὐδὲν εἰμί. 3 καὶ ἐὰν ψωμίσω πάντα τὰ ὑπάρχοντά μου, καὶ ἐὰν παραδῶ τὸ σῶμά μου ἵνα καυθήσωμαι, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, οὐδὲν ὠφελοῦμαι. 4 Ἡ ἀγάπη μακροθυμεῖ, χρηστεύεται, ἡ ἀγάπη οὐ ζηλοῖ, ἡ ἀγάπη οὐ περπερεύεται, οὐ φυσιοῦται, 5 οὐκ ἀσχημονεῖ, οὐ ζητεῖ τὰ ἑαυτῆς, οὐ παροξύνεται, οὐ λογίζεται τὸ κακόν, 6 οὐ χαίρει ἐπὶ τῇ ἀδικίᾳ, συγχαίρει δὲ τῇ ἀληθείᾳ· 7 πάντα στέγει, πάντα πιστεύει, πάντα ἐλπίζει, πάντα ὑπομένει. 8 Ἡ ἀγάπη οὐδέποτε ἐκπίπτει. εἴτε δὲ προφητεῖαι, καταργηθήσονται· εἴτε γλῶσσαι, παύσονται· εἴτε γνῶσις, καταργηθήσεται».

 

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: Λουκ. ιστ´, 19-31: «19 Ἄνθρωπος δέ τις ἦν πλούσιος, καὶ ἐνεδιδύσκετο πορφύραν καὶ βύσσον εὐφραινόμενος καθ᾽ ἡμέραν λαμπρῶς. 20 πτωχὸς δέ τις ἦν ὀνόματι Λάζαρος, ὃς ἐβέβλητο πρὸς τὸν πυλῶνα αὐτοῦ ἡλκωμένος 21 καὶ ἐπιθυμῶν χορτασθῆναι ἀπὸ τῶν ψιχίων τῶν πιπτόντων ἀπὸ τῆς τραπέζης τοῦ πλουσίου· ἀλλὰ καὶ οἱ κύνες ἐρχόμενοι ἐπέλειχον τὰ ἕλκη αὐτοῦ. 22 ἐγένετο δὲ ἀποθανεῖν τὸν πτωχὸν καὶ ἀπενεχθῆναι αὐτὸν ὑπὸ τῶν ἀγγέλων εἰς τὸν κόλπον Ἀβραάμ· ἀπέθανε δὲ καὶ ὁ πλούσιος καὶ ἐτάφη. 23 καὶ ἐν τῷ ᾅδῃ ἐπάρας τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ, ὑπάρχων ἐν βασάνοις, ὁρᾷ Ἀβραὰμ ἀπὸ μακρόθεν καὶ Λάζαρον ἐν τοῖς κόλποις αὐτοῦ. 24 καὶ αὐτὸς φωνήσας εἶπε· πάτερ Ἀβραάμ, ἐλέησόν με καὶ πέμψον Λάζαρον ἵνα βάψῃ τὸ ἄκρον τοῦ δακτύλου αὐτοῦ ὕδατος καὶ καταψύξῃ τὴν γλῶσσάν μου, ὅτι ὀδυνῶμαι ἐν τῇ φλογὶ ταύτῃ. 25 εἶπε δὲ Ἀβραάμ· τέκνον, μνήσθητι ὅτι ἀπέλαβες σὺ τὰ ἀγαθά σου ἐν τῇ ζωῇ σου, καὶ Λάζαρος ὁμοίως τὰ κακά· νῦν δὲ ὧδε παρακαλεῖται, σὺ δὲ ὀδυνᾶσαι· 26 καὶ ἐπὶ πᾶσι τούτοις μεταξὺ ἡμῶν καὶ ὑμῶν χάσμα μέγα ἐστήρικται, ὅπως οἱ θέλοντες διαβῆναι ἔνθεν πρὸς ὑμᾶς μὴ δύνωνται, μηδὲ οἱ ἐκεῖθεν πρὸς ἡμᾶς διαπερῶσιν. 27 εἶπε δέ· ἐρωτῶ οὖν σε, πάτερ, ἵνα πέμψῃς αὐτὸν εἰς τὸν οἶκον τοῦ πατρός μου· 28 ἔχω γὰρ πέντε ἀδελφούς· ὅπως διαμαρτύρηται αὐτοῖς, ἵνα μὴ καὶ αὐτοὶ ἔλθωσιν εἰς τὸν τόπον τοῦτον τῆς βασάνου. 29 λέγει αὐτῷ Ἀβραάμ· ἔχουσι Μωϋσέα καὶ τοὺς προφήτας· ἀκουσάτωσαν αὐτῶν. 30 ὁ δὲ εἶπεν· οὐχί, πάτερ Ἀβραάμ, ἀλλ᾽ ἐάν τις ἀπὸ νεκρῶν πορευθῇ πρὸς αὐτούς, μετανοήσουσιν. 31 εἶπε δὲ αὐτῷ· εἰ Μωϋσέως καὶ τῶν προφητῶν οὐκ ἀκούουσιν, οὐδὲ ἐάν τις ἐκ νεκρῶν ἀναστῇ πεισθήσονται».

Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2026

  

Μνήμη τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Δημητρίου τοῦ Μυροβλύτου (305/6) καὶ ἡ Ἀνάμνησις τοῦ γεγονότος σεισμοῦ (740), 26 Ὀκτωβρίου 2026, (26/10/25)- (21/10/2018), (Αριθμ. 48.1Β)

 

Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ.

 

1. Α. 1. Η σημερινή εορτή είναι μία υμνολογικά και λειτουργικά αλλά και φιλοκαλικά πλούσια εορτή, που έχει διαμορφωθεί σε βάθος χρόνου υπό δύο πόλους, τη Θεσσαλονίκη και την Κωνσταντινούπολη, το εκκλησιαστικό και φιλοκαλικό πλήρωμα αυτών των δύο πόλεων, τους Αγίους υμνογράφους των αλλά και το αυτοκρατορικό προσωπικό. Τα παραπάνω λέγονται για να γίνει κατανοητό ότι κάποιες εορτές συνδέονται με συγκεκριμένους τόπους και ότι η βασιλεύουσα μπορούσε να ενσωματώνει και να αναπτύσσει τοπικές εορτές, να μεταδίδει δικές της και να καθορίζει το Τυπικό της ως πρότυπο για όλη την αυτοκρατορία, χωρίς να δρα ισοπεδοτικά στη λειτουργία των μοναστηριακών Τυπικών.

2. α. Ξεκινώντας από την εορτή της μνήμης του Αγίου Δημητρίου, σύμφωνα με το Τυπικὸν τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας, με μία πρώτη ματιά προκαλεί εντύπωση ότι δίδονται κάποιες λεπτομέρειες, αλλά ο Πατριάρχης σημμετέχει στην ακολουθία της ανάμνησης του σεισμού του 740, η οποία λάμβανε χώρα στην Παναγία των Βλαχερνών με λιτή στο Φόρο, όπως στις ιδιαίτερα σημαίνουσες εορτές με παρουσία του πατριάρχη.

β. Συγκεκριμένα, σημειώνεται ότι η σύναξη του Μεγαλομάρτυρος Δημητρίου γινόταν «ἐν τῷ μαρτυρίῳ αὐτοῦ τῷ ὄντι ἐν τῷ Δευτέρῳ». Πρόκειται για εκκλησία δίπλα στην Πύλη του Ευγενίου, ακριβώς στο μεταίχμιο Κεράτιου και Βοσπόρου στο δεύτερο λόφο στο χώρο των βυζαντινών τειχών. Το ότι κτίσθηκε αυτό το μαρτύριο στον πυρήνα των αυτοκρατορικών υπηρεσιών και συγκροτημάτων μπορεί να αναχθεί ως τοποθεσία ήδη από τους χρόνους του Αγίου Κωνσταντίνου με δεδομένο το γεγονός ότι ο Μέγας Κωνσταντίνος καθοδόν προς την Κωνσταντινούπολη παρέμεινε στη Θεσσαλονίκη τα έτη 322-323 και ασφαλώς θα είχε λάβει γνώση του μαρτυρίου του Αγίου και της αρξάμενης τιμής στο χώρο της σημερινής Kρύπτης. Πάντως, οι Θεσσαλονικείς είχαν αρνηθεί επί μακρόν και στον Ιουστινιανό να χορηγήσουν τίμια λείψανα του Αγίου, κρατώντας στην Πόλη της Θεσσαλονίκης την ιδιαίτερη τιμή στον Άγιο[1]. Ίσως αυτή τη θέση μαρτυρεί το Δοξαστικό του Ανατολίου, μάλλον του Στουδίτη υμνογράφου, παρά του Πατριάρχου Αγίου Ανατολίου, με δεδομένο ότι επίσης οι Κανόνες στον Άγιο, που είναι ενταγμένοι στην Ακολουθία της εορτής, προέρχονται από πρόσωπα που έζησαν στη Θεσσαλονίκη, όπως ο Άγιος Θεοφάνης ο Γραπτός, της περιόδου μετά τον Πατριάρχη Άγιο Γερμανό, εξόριστος στη Θεσσαλονίκη, και αργότερα πολύ ο ησυχαστής και συνοδοιπόρος του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά Άγιος Φιλόθεος Κόκκινος, πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, ο οποίος, μάλιστα, σημειώνει στον Εγκωμιαστικό Κανόνα ότι η πατρική οικία του έχει την προστασία του Αγίου: «Νόσων καὶ δεινῶν ἀρρωστημάτων, δαιμόνων ἐπιβουλῆς τε σὺ διέσωσας, μέγιστε Δημήτριε, μύρου ταῖς ἀρδείαις σου, τὴν πατρικὴν οἰκίαν μοι, ἥν περ ἐφίλησας, τιμῶν τὴν ἀρετὴν τῶν τεκόντων, οἷς ἡμᾶς συνάπτοις, ὑμνοῦντάς σου τὴν χάριν», Καν. γ´, (β´ του Αγίου), Ωδή β´, τροπ. δ´. Εξάλλου, το Δοξαστικό του Ανατολίου παρέχει την πληροφορία ότι το σώμα του Αγίου βρίσκεται σε «περίκλιτο» ναό και ότι όλοι οι χριστιανοί προστρέχουν εκεί ζητώντας ίαση από τις ασθένειές τους και ότι η Θεσσαλονόκη είναι μία πόλη που μεγαλύνει τον Άγιο: «Ἔχει μὲν ἡ θειοτάτη σου ψυχὴ καὶ ἄμωμος, ἀοίδιμε Δημήτριε, τὴν οὐράνιον Ἱερουσαλὴμ κατοικητήριον, ἧς τὰ τείχη, ἐν ταῖς ἀχράντοις χερσὶ τοῦ ἀοράτου Θεοῦ ἐζωγράφηνται.Ἔχει δὲ καὶ τὸ πανέντιμον, καὶ ἀθλητικώτατόν σου σῶμα, τὸν περίκλιτον τοῦτον ναὸν ἐπὶ γῆς, ταμεῖον ἄσυλον θαυμάτων, νοσημάτων ἀλεξητήριον, ἔνθα προστρέχοντες, τὰς ἰάσεις ἀρυόμεθα. Φρούρησον πανεύφημε, τὴν σὲ μεγαλύνουσαν πόλιν, ἀπὸ τῶν ἐναντίων προσβολῶν, παρρησίαν ὡς ἔχων, πρὸς Χριστὸν τόν σὲ δοξάσαντα». Η μαρτυρία αυτή είναι της δεύτερης περιόδου της εικονομαχίας και είναι ενδεικτική και της αρχιτεκτόνησης του ναού του Αγίου Δημητρίου και του ιδιαιτέρου προνομίου της Θεσσαλονίκης να κατέχει ολόκληρο το σκήνωμα του Αγίου (σῶμα). Η πλήρης Ακολουθία με τους Κανόνες και τα Προφητικά Αναγνώσματα και ο συνεορτασμός μαζί με τη μνήμη του σεισμού του 740 πιθανόν να ανάγεται στον πατριάρχη Άγιο Φιλόθεο ως αυτόπτη γνώστη μάλιστα του εορτασμού του Μεγαλομάρτυρος στη Θεσσαλονίκη.

γ. Πάντως ιδαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι κατά το Τυπικὸν τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας κάθε μία από τις δύο εορτές είχε το ιδιαίτερο και αρμόζον για την κάθε εορτή Αποστολικό και Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: Του Αγίου Β´ Τιμ. β´, 1-10 (όπως και στο σύγχρονο τυπικό) και Ἰω. ιε´, 17-ιστ´, 3, ενώ του σεισμού Ἑβρ. 12, 6-10 και Λουκ. 8, 22-25, στίχοι πριν από το σημερινό Ευαγγελικό Ανάγνωσμα.

 

Β. 1. Το Αποστολικό Ανάγνωσμα είναι ένα από τα ξεχωριστά αποσπάσματα των Επστολών του Αποστόλου Παύλου, που αποτέλεσε ένα πρότυπο κώδικα ερμηνείας του συνδυασμού πράξης και θεωρίας του κατά Χριστόν βίου αλλά και μιας ολόκληρης φιλόκαλης νηπτικής πράξης, μιας φωτοειδούς όρασης της ζωής της ησυχίας, αλλά και της αγωνιστικότητος και του θάρρους κατενώπιον του μαρτυρίου της πίστεως.

2. Με ένα προσωπικό τόνο δραματικής έντασης ο Απόστολος Παύλος προβάλλει τις δικές του κακουχίες, προδιαγράφοντας το δικό του μαρτύριο αλλά ίσως και του ίδιου του Απόστολου Τιμοθέου, στηρίζοντάς τον στη χάρη Ιησού Χριστού, στην ανταπόκριση στη συστράτευση, στο στέφανο του μαρτυρίου, στη νόμιμη άθληση και όχι την καθ᾽ υπόκριση, αλλά κυρίως στη μνήμη Ιησού Χριστού, που θα αποτελέσει τον πυρήνα της νηπτικής πράξης, και εντέλει στον εν Χριστώ δοξασμό. Αυτό δεν σημαίνει ότι η Εκκλησία ωθεί τους χριστιανούς στο μαρτύριο, τους προετοιμάζει, όμως, να το αντέξουν, εάν χρειασθεί να κάνουν ομολογία πίστεως κατενώπιον των διωκτών, πράγμα που ουδέποτε έλειψε από τη ζωή της Εκκλησίας ακόμη και στις μέρες μας των τόσο τραγικών γεγονότων στη Μέση Ανατολή και όχι μόνο.

 

Γ. 1. Το σημερινό Ευαγγελικό Ανάγνωσμα είναι εισαγωγικό της Αρχιερατικής Προσευχής του Χριστού. Τρία είναι τα θέματα του Αναγνώσματος: α) Η αγάπη μεταξύ των Μαθητών και κατ᾽ επέκταση μεταξύ των μελών της αποστολικής κοινότητος στην προοπτική της πορείας προς τον κόσμο, δηλαδή προς όλο τον κόσμο, ή προς τα έθνη, όπου θα συναντήσουν την απόρριψη, διώξεις, ή ακόμη και το μαρτύριο. Τίθεται ως πυρήνας επομένως αυτής της πορείας η φιλαδελφία, ένα είδος εξόδου του ίδιου του ανθρώπου από τον ίδιο τον εαυτό του. β) Η αυτοπτική μαρτυρία των Αποστόλων. γ) Η επαγγελία για την έλευση του Αγίου Πνεύματος, ήτοι για την Εκκλησία της Πεντηκοστής. Έτσι ο Χριστός μαρτυρεί περί του Πατρός και του Παρακλήτου, ό δε Παράκλητος μαρτυρεί περί του Υιού και του Πατρός. Το χωρίο «ὅταν δὲ ἔλθῃ ὁ παράκλητος ὃν ἐγὼ πέμψω ὑμῖν παρὰ τοῦ Πατρός, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας ὃ παρὰ τοῦ Πατρὸς ἐκπορεύεται, ἐκεῖνος μαρτυρήσει περὶ ἐμοῦ» είναι ένα από τα πιο σημαντικά χωρία της Καινής Διαθήκης περί της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος μόνο από τον Πατέρα, ένα θέμα της ομοουσιότητος της Αγίας Τριάδος και πέμψεως του Αγίου Πνεύματος από τον ενανθρωπήσαντα Υιό στο μυστήριο της Θείας Οικονομίας, ή με πιο απλά λόγια «δι᾽ ἡμᾶς καὶ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν», καθώς εν Αγίω Πνεύματι συγροτείται η Εκκλησία της Πεντηκοστής ως Σώμα Χριστού. Ας σημειώσω επιπλέον ότι είναι ένα από τα πιο αγαπημένα χωρία που ερμηνεύει ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος στον Πέμπτο Θεολογικό του Λόγο, που αποτελεί την αποκορύφωση των ερμηνευτικών του προτάσεων για την ομολογία της θεότητος και ομοουσιότητος του Αγίου Πνεύματος με τον Πατέρα και τον Υιό, όπως ψάλλεται σε κάθε Θεία Λειτουργία η ομολογία: «Τριάδα ὁμοούσιον καὶ ἀχώριστον».

 

Αποστολικό Ανάγνωσμα: Β´ Τιμ. β´, 1-10: Σὺ οὖν, τέκνον μου, ἐνδυναμοῦ ἐν τῇ χάριτι τῇ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ 2 καὶ ἃ ἤκουσας παρ᾿ ἐμοῦ διὰ πολλῶν μαρτύρων, ταῦτα παράθου πιστοῖς ἀνθρώποις, οἵτινες ἱκανοὶ ἔσονται καὶ ἑτέρους διδάξαι. 3 Συγκακοπάθησον ὡς καλὸς στρατιώτης Ἰησοῦ Χριστοῦ. 4 οὐδεὶς στρατευόμενος ἐμπλέκεται ταῖς τοῦ βίου πραγματείαις, ἵνα τῷ στρατολογήσαντι ἀρέσῃ 5 ἐὰν δὲ καὶ ἀθλῇ τις, οὐ στεφανοῦται ἐὰν μὴ νομίμως ἀθλήσῃ 6 τὸν κοπιῶντα γεωργὸν δεῖ πρῶτον τῶν καρπῶν μεταλαμβάνειν. 7 Νόει ὃ λέγω δώσει γάρ σοι ὁ Κύριος σύνεσιν ἐν πᾶσιν. 8 Μνημόνευε Ἰησοῦν Χριστὸν ἐγηγερμένον ἐκ νεκρῶν, ἐκ σπέρματος Δαυίδ, κατὰ τὸ εὐαγγέλιόν μου, 9 ἐν ᾧ κακοπαθῶ μέχρι δεσμῶν ὡς κακοῦργος ἀλλὰ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ οὐ δέδεται. 10 διὰ τοῦτο πάντα ὑπομένω διὰ τοὺς ἐκλεκτούς, ἵνα καὶ αὐτοὶ σωτηρίας τύχωσιν τῆς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ μετὰ δόξης αἰωνίου.

 

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: Ἰω. ιε´, 17- ιστ´, 2: «17 Ταῦτα ἐντέλλομαι ὑμῖν, ἵνα ἀγαπᾶτε ἀλλήλους. 18 Εἰ ὁ κόσμος ὑμᾶς μισεῖ, γινώσκετε ὅτι ἐμὲ πρῶτον ὑμῶν μεμίσηκεν. 19 εἰ ἐκ τοῦ κόσμου ἦτε, ὁ κόσμος ἂν τὸ ἴδιον ἐφίλει· ὅτι δὲ ἐκ τοῦ κόσμου οὐκ ἐστέ, ἀλλ᾽ ἐγὼ ἐξελεξάμην ὑμᾶς ἐκ τοῦ κόσμου, διὰ τοῦτο μισεῖ ὑμᾶς ὁ κόσμος. 20 μνημονεύετε τοῦ λόγου οὗ ἐγὼ εἶπον ὑμῖν· οὐκ ἔστι δοῦλος μείζων τοῦ κυρίου αὐτοῦ. εἰ ἐμὲ ἐδίωξαν, καὶ ὑμᾶς διώξουσιν· εἰ τὸν λόγον μου ἐτήρησαν, καὶ τὸν ὑμέτερον τηρήσουσιν. 21 ἀλλὰ ταῦτα πάντα ποιήσουσιν ὑμῖν διὰ τὸ ὄνομά μου, ὅτι οὐκ οἴδασι τὸν πέμψαντά με. 22 εἰ μὴ ἦλθον καὶ ἐλάλησα αὐτοῖς, ἁμαρτίαν οὐκ εἶχον· νῦν δὲ πρόφασιν οὐκ ἔχουσι περὶ τῆς ἁμαρτίας αὐτῶν. 23 ὁ ἐμὲ μισῶν καὶ τὸν πατέρα μου μισεῖ. 24 εἰ τὰ ἔργα μὴ ἐποίησα ἐν αὐτοῖς ἃ οὐδεὶς ἄλλος πεποίηκεν, ἁμαρτίαν οὐκ εἶχον· νῦν δὲ καὶ ἑωράκασι καὶ μεμισήκασι καὶ ἐμὲ καὶ τὸν πατέρα μου. 25 ἀλλ᾽ ἵνα πληρωθῇ ὁ λόγος ὁ γεγραμμένος ἐν τῷ νόμῳ αὐτῶν, ὅτι ἐμίσησάν με δωρεάν. 26 ὅταν δὲ ἔλθῃ ὁ παράκλητος ὃν ἐγὼ πέμψω ὑμῖν παρὰ τοῦ πατρός, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας ὃ παρὰ τοῦ Πατρὸς ἐκπορεύεται, ἐκεῖνος μαρτυρήσει περὶ ἐμοῦ· 27 καὶ ὑμεῖς δὲ μαρτυρεῖτε, ὅτι ἀπ᾽ ἀρχῆς μετ᾽ ἐμοῦ ἐστέ. - 16, 2 Ταῦτα λελάληκα ὑμῖν ἵνα μὴ σκανδαλισθῆτε. 2 ἀποσυναγώγους ποιήσουσιν ὑμᾶς· ἀλλ᾽ ἔρχεται ὥρα ἵνα πᾶς ὁ ἀποκτείνας ὑμᾶς δόξῃ λατρείαν προσφέρειν τῷ Θεῷ».



[1]. Στο Συναξάριον (Synaxarium Ecclesiae Constantinopolitanae) υπάρχει η εξής καταγραφή: «Ἰουστιανὸς ὁ ἀοίδιμος βασιλεὺς τὸν ἐπ᾽ ὀνόματι τῆς τοῦ Θεοῦ Σοφίας κτίσας ναὸν καὶ μέλλων καθιερῶσαι αὐτὸν καὶ ἁγίων μαρτύρων συνάγων λείψανα, ἠβουλήθη καὶ ἐκ τῶν τοῦ μάρτυρος Δημητρίου ἀναγαγεῖν· καὶ δὴ στείλας ἐν Θεσσαλονίκῃ τοὺς εἰς τοῦτο ὑπηρετήσαντας, ἤλπιζε τοῦ ποθουμένου τυχεῖν. Ἐκεῖνοι δὲ ἀπιόντες καὶ ἐργαλείοις τισὶ τὸν τάφον τοῦ ἁγίου ἀνοίγειν πειρώμενοι, πυρὶ ἀθρόον φωτοβολοῦντι καὶ φλογὶ ἐκεῖθεν ἐξαλλομένῃ τὰ πρόσωπα βάλλονται· φωνή τε ἐκ τοῦ πυρὸς τὸ ἐξαίσιον γέγονε· "Παύσασθε περαιτέρω πειράζοντες". Τούτοις οὖν καταπλαγέντες καὶ μηκέτι τολμῶντες ἐπιχειρεῖν, χοῦν μόνον ἐκεῖθεν ἀνελόμενοι εἰς ἁγιασμὸν καὶ τοῦτον πιστεύσαντες ἱκανὸν ἔσεσθαι, ἐπανῆλθον πρὸς τὸν βασιλέα τὸ τελεσθὲν διηγούμενοι· λαβὼν δὲ ὁ βασιλεὺς τὸν ἀποκομισθέντα χοῦν, τὸ μὲν ἥμισυ καθιέρωσε, τὸ δὲ λοιπὸν αὐτὸς εἶχεν εἰς ἁγιασμόν».

Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2026

  

ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤ´ ΛΟΥΚΑ, 25 Οκτωβρίου 2026, Μνήμη τῶν Ἁγίων Μαρτύρων καὶ Νοταρίων, Μαρκιανοῦ καὶ Μαρτυρίου,- (21/10/2018), (Αριθμ. 48.1)

 

Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ.

 

Α. 1. Σύμφωνα με το Τυπικὸ τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας περί της αθλήσεως των δύο Μαρτύρων, «ἀναγνωστῶν καὶ νοταρίων», παρέχεται η πληροφορία ότι «ἐτάφησαν ἐν Μελανδησίᾳ Πόρτῃ ἐν αὐτῇ τῇ Κωνσταντινουπόλει ἐν τῷ Δευτέρῳ», ενώ το Συναξάριον (Synaxarium Ecclesiae Constantinopolitanae), πέραν της επαναλήψεως της παραπάνω μαρτυρίας, παρέχει την πληροφορία ότι ήσαν «ὑπογραφεῖς» του Ομολογητή Παύλου, Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, ο οποίος διαδέχτηκε τον Αλέξανδρο επί βασιλείας του αρειανού Κωνσταντίου (337-349) και ο οποίος Πατριάρχης Παύλος, λόγω της αντιαρειανικής δράσης του, εξορίστηκε στην Αρμενία «ἀποπνιγεὶς ὑπὸ τῶν ἀρειανῶν διὰ τὴν ὀρθόδοξον ὁμολογίαν ὑπὸ Φιλίππου τοῦ ἐπάρχου» και για την ίδια αιτία «καὶ οὗτοι οἱ μάρτυρες ἀνῃρέθησαν μαχαίρᾳ».

2. Οι βιαιότητες των αρειανών επί Κωνσταντίου και το μαρτύριο των τριών καταγράφεται από το Σωζομενό, ο οποίος μάς πληροφορεί για τον ευκτήριο οίκο που οικοδόμησε ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, πλάι στην προαναφερθείσα Πύλη στο Δεύτερο: «Προῆλθε γὰρ τὸ κακὸν καὶ μέχρι φόνων· καὶ γὰρ δὴ ἄλλοι τινὲς ἀνῃρέθησαν καὶ Μαρτύριος καὶ Μαρκιανός, οὓς συνοίκους ὄντας Παύλου λόγος ἀνδρείως ἀποθανεῖν παραδοθέντας ὑπὸ Μακεδονίου τῷ ὑπάρχῳ ὡς αἰτίους γενομένους τῆς Ἑρμογένους κακῆς ἀναιρέσεως καὶ τῆς κατ᾽ αὐτοῦ στάσεως. ἦν δὲ ὁ μὲν ὑποδιάκονος, ὁ δὲ Μαρκιανὸς ψάλτης καὶ ἀναγνώστης τῶν ἱερῶν γραφῶν· ὁ δὲ τάφος αὐτοῖς ἐστιν ἐπίσημος πρὸ τοῦ τείχους Κωνσταντινουπόλεως, οἷά γε μαρτύρων μνῆμα εὐκτήριον οἶκον περικείμενος· ὃν οἰκοδομεῖν ἤρξατο Ἰωάννης, ἐτελεσιούργησε δὲ Σισίννιος, οἱ μετὰ ταῦτα προστάντες τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἐκκλησίας. οὐ γὰρ ἄξιον νενομίκασι μαρτυρίας γερῶν ἀμοιρεῖν αὐτοὺς ὑπὸ θεοῦ τιμωμένους, καθότι καὶ ὁ τῇδε τόπος, τῶν ἐπὶ θανάτῳ ἀγομένων ἐνθάδε τὰς κεφαλὰς ἀποτεμνομένων, τὸ πρὶν ἄβατος ὢν ὑπὸ φασμάτων ἐκαθάρθη· καὶ δαιμονῶντες τῆς νόσου ἀπηλλάγησαν καὶ πολλὰ ἄλλα παράδοξα ἐπὶ τῷ τάφῳ αὐτῶν συνέβη. τάδε μὲν ἡμῖν περὶ Μαρτυρίου καὶ Μαρκιανοῦ εἰρήσθω. εἰ δέ τῳ οὐ πιθανὰ εἶναι δοκεῖ, πόνος οὐδεὶς ἀκριβέστερον παρὰ τῶν εἰδότων μαθεῖν· ἴσως γὰρ καὶ τούτων θαυμαστότερα ἀφηγήσονται».

3. Πιθανόν πάνω στη μαρτυρία του ιστορικού Σωζομενού δομείται η υμνογραφία της εορτής των δύο Μαρτύρων, με αναφορές και στον Ομολογητή Πατριάρχη Παύλο, ποιήματα του Αγίου Πατριάρχου Γερμανού (640-732) και ο Κανόνας ποίημα του Οσίου Ιωσήφ του Υμνογράφου (816-886). Πάντως, αμφότεροι οι υμνογράφοι είναι φορείς της φιλοκαλικής και εικονόφιλης νηπτικής παράδοσης εκφέροντες ένα λόγο δογματικής ακρίβειας, αισθητικής και φωτοειδούς ερμηνείας, που έχει κατ᾽ ακρίβεια ως πηγή τους Λόγους του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου μέχρι λεκτικής ταυτότητος!

 

Β. 1. Το Αποστολικό Ανάγνωσμα προέρχεται από την Επιστολή προς Γαλάτας. Όπως έχουμε ήδη σημειώσει, η εκκλησιαστική κοινότητα της Γαλατίας, μια περιοχή πέριξ της σημερινής Άγκυρας, βασανιζόταν από τις εσωτερικές αντιθέσεις και διακρίσεις μεταξύ των χριστιανών της, των προερχομένων εξ Ιουδαίων και εξ εθνών. Το θέμα της περικοπής είναι, αν σώζεται ο άνθρωπος, αν είναι δίκαιος με άλλα λόγια κατενώπιον του Θεού, με τήρηση και των τυπικών διατάξεων του Μωσαϊκού Νόμου, κατά την παράδοση της Συναγωγής, ή αρκεί το Ευαγγέλιο, δηλαδή η πίστη στο Χριστό. Aυτή η συζήτηση βασανίζει ακόμη και σήμερα τη χριστιανοσύνη με μία μετατόπιση του θέματος σε συνδυασμό και με την Προς Ρωμαίους Επιστολή και τη δικαιοσύνη του Θεού, καθώς η δικαιοσύνη του Θεού και η δικαίωση του ανθρώπου συνδέθηκε στους νεότερους χρόνους της δυτικής χριστιανοσύνης με μία μεμονωμένη ερμηνευτική προσέγγιση, η οποία ξεπήδησε από το ερώτημα για το, αν η σωτηρία πηγάζει μόνο από τη χάρη του Θεού, οπότε ο άνθρωπος έχει προδιαγεγραμμένο τον προορισμό του, ή είναι αποτέλεσμα των «καλών έργων», με εκπλήρωση των θεϊκών επιταγών, νοουμένων ως ανταπόκρισης στη θεία δικαιοσύνη. Οι δύο εκδοχές οδήγησαν τη δυτική χριστιανοσύνη στον απόλυτο προορισμό και, κατά συνέπεια, το σύγχρονο αποχριστιανισμό των δυτικών κοινωνιών ως επανάσταση απέναντι στη θρησκευτική τους «καταπίεση». Από την άλλη, η εισαγωγή μιας υστερογενούς παραγωγής σκέψης, που προήλθε από αυτές τις κοινωνίες, σε μία αδύναμη Θεολογία, που αλλοιώθηκε από την κατεπιταγήν εκπλήρωση «θρησκευτικών» καθηκόντων, -«ιδεών, ιδανικών και αξιών»,μιάς ορολογίας, δηλαδή τρόπου σκέψεως και βιωτής, ανατριχιαστικής για τη φιλόκαλη νηπτική παράδοση της Ορθοδόξου Εκκλησίας-, μετέτρεψε τη σχετική θεματολογία σε κοινωνιολογική ανάλυση και πολιτική διαμεσολάβηση παρασκηνιακής άσκησης εξουσίας, ή μοιράσματος της πολιτικής εξουσίας, ανεξαρτήτως του γεγονότος της εκκλησιαστικής συνέχειας, ακόμα και σε περιπτώσεις που γίνεται μία δραματική επίκληση του εκκλησιαστικού γεγονότος, ή ακόμη κι αν πρόκειται για ένα αφελή κοινωνικό προφητισμό με φιλανθρώπους που πετούν νομίσματα στις κερκίδες του ιπποδρόμου.

2. Στο σημερινό Αποστολικό Ανάγνωσμα ο Απόστολος Παύλος, χωρίς να αναιρεί την παράδοση του Νόμου, όπου ως δικαίωση νοείται η σωτηρία ως τήρηση του Μωσαϊκού Νόμου κατά τη μαρτυρία των Δικαίων του Ισραήλ, όπως ήταν κι ο ίδιος Ισραηλίτης, κάνει τη μετάβαση στον κάθε άνθρωπο. Ουσιαστικά αναιρεί, «θάπτει» την Ιουδαϊκή αποκλειστικότητα, και μεταβαίνει στο «πᾶσα σάρξ», στον κάθε άνθρωπο, θεμελιώνοντας το λόγο του όχι στις τυπικές διατάξεις, δια των οποίων οι ἐκ τοῦ νόμου οδήγησαν το Χριστό στο Σταυρό, αλλά στο Χριστό, που ο Ισραήλ σταύρωσε, που αναίρεσε, δηλαδή, με αυτήν την πράξη του τον ίδιο τον εαυτό του, ανοίγοντας στον κάθε άνθρωπο τη συσταύρωση με το Χριστό, δηλαδή, στην αναίρεση της αμαρτίας ως αρχέγονης παραβάσεως. Τελικώς, ο Απόστολος Παύλος από την αντίθεση Νόμος ή πίστη στο Χριστό μεταβαίνει στο Σταυρωθέντα Χριστό, και ασφαλώς καλεί τους Γαλάτες χριστιανούς, να υπερβούν την αμαρτητική κατάσταση, στην οποία υπόκεινται όλοι οι άνθρωποι, κάνοντας ως ζωή τους τη ζωή του Χριστού, του Υιού του Θεού. Έτσι, από το επιμέρους μεταβαίνει ο Απόστολος Παύλος στο όλο του μυστηρίου της Θείας Οικονομίας, καλώντας τους Γαλάτες να αρνηθούν όλη τη μεταπατορική αμαρτητική κατάσταση και να συσσωματωθούν στο Χριστό.

 

Γ. 1. Το σημερινό Ευαγγελικό Ανάγνωσμα είναι συνέχεια της προηγούμενης Κυριακής, δηλαδή, της παραβολής του Σπορέως (Λουκ. η´, 5-15), όπου ο Χριστός αποκαλύπτεται ως ο Μέγας Σπορεύς, ο Δημιουργός του κόσμου και ο ἐρχόμενος των προφητικών επαγγελιών. Τούτο είναι ακόμη πιο σαφές από τον πρώτο στίχο του όγδοου κεφαλαίου, όπου ανήκει και η σημερινή Ευαγγελική περικοπή. Λέγει ο Ευαγγελιστής Λουκάς στην αρχή του κεφαλαίου: «Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ καθεξῆς καὶ αὐτὸς διώδευεν κατὰ πόλιν καὶ κώμην κηρύσσων καὶ εὐαγγελιζόμενος τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, καὶ οἱ δώδεκα σὺν αὐτῷ» (Λουκ. η´, 1). Όλο, λοιπόν, το όγδοο κεφάλαιο είναι κήρυγμα και ευαγγέλιο της βασιλείας τοῦ Θεού, μία βασιλεία που είναι για τον κάθε άνθρωπο και είναι όχι μία εσχατολογική προβολή υπεκφυγής του παρόντος, αλλά μία παρούσα πραγματικότητα «επεκτεινόμενη» στους άπειρους αιώνες της χάριτος του Θεού, που αναιρεί κάθε δαιμονική υποκρισία. Έτσι, ο Χριστός από τη Γαλιλαία, όπως μας πληροφορεί ο Ευαγγελιστής Λουκάς, είχε μεταβεί στην αντίπερα όχθη της λίμνης Γεννησαρέτ και κήρυττε και ενεργούσε τις θεοσημίες ανοιχτά σε πόλεις και κεφαλοχώρια, σε όλο τον κόσμο, όχι σε Συναγωγές μόνο για τον Ισραήλ. Στην είσοδο της πόλεως των Γαδαρηνών, που είναι η ίδια με την πόλη των Γεργεσηνών, που είδαμε στο Ευαγγελικό Ανάγνωσμα της Ε´ Κυριακής Ματθαίου, συναντά ένα δαιμονιζόμενο άνθρωπο. Στο Ευαγγέλιο του Ματθαίου είναι δύο. Η περιγραφή της θεραπείας, όπως και η απώλεια των χοίρων, ταυτίζονται κειμενικά. Ταυτίζεται και η παριγραφή της αντίδρασης των κατοίκων, αφού παρακαλούν το Χριστό να απομακρυνθεί από τον τόπο τους. Πριν το περιστατικό με τη θεραπεία του δαιμονιζόμενου, που τον βασάνιζαν χιλιάδες εμπαθείς λογισμοί (λεγεών) να κάνει χίλια κακά στον εαυτό του και τους συνανθρώπους του, ο Χριστός μέσα στο καράβι είχε γαληνέψει με το λόγο του τα κύματα της λίμνης και είχε ελέγξει την ολιγοπιστία των μαθητών του, καθώς είχαν φοβηθεί ότι θα πνιγούν («εἶπε δὲ αὐτοῖς· Ποῦ ἐστιν ἡ πίστις ὑμῶν», Λουκ. η´, 25), τώρα στο προκείμενο οι μεν Γαδαρηνοί, όχι μόνο δεν αντιλαμβάνονται τη θεοσημία της θεραπείας, αλλά τον παρακαλούν να φύγει, γιατί έχασαν το κοπάδι των χοίρων, τους οποίους οι κάτοικοι παρανόμως εξέθρευαν, λόγω απαγορεύσεως από το Νόμο βρώσεως χοιρινού κρέατος, αντίθετα ο θεραπευθείς, τον οποίο ο Χριστός συμβούλευσε, παρά την επιθυμία του να μείνει μαζί τους, να πάει σπίτι του και να διηγηθεί τη θεοσημία: «Ὑπόστρεφε εἰς τὸν οἶκόν σου καὶ διηγοῦ ὅσα ἐποίησέ σοι ὁ Θεός», δέχεται την αποκάλυψη ότι ο ενεργήσας τη θεραπεία είναι ο Θεός, και γίνεται και ο ίδιος ζωντανός κήρυκας για όλους τους ανθρώπους. Ο Ευαγγελιστής Λουκάς σημειώνει: «καὶ ἀπῆλθε καθ᾽ ὅλην τὴν πόλιν κηρύσσων ὅσα ἐποίησεν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς», (Λουκ. η´, 39).

2. Το γεγονός της θεραπείας του δαινομιζόμενου, θεραπεία ενός πονεμένου ανθρώπινου πλάσματος, συνέβηκε σε μία περιοχή φυλετικών επιμειξιών, όπου πλην των κατοίκων της Γαλιλαίας, που εξ αυτού του γεγονότος οι κάτοικοι της Ιουδαίας δεν τους θεωρούσαν γνήσιους Ισραηλίτες, κατοικούσαν Έλληνες και Ρωμαίοι, οι οποίοι ήσαν και φορείς του ειδωλολατρικού κόσμου. Σ᾽ αυτόν τον ὄχλο, όπως λέγει το Ευαγγέλιο, απευθύνεται ο Χριστός κηρύττων και θεραπεύων, καθαιρών τις αντίθεες δυνάμεις και ευαγγελιζόμενος τη βασιλεία του Θεού, μία βασιλεία που είναι ανακαινισμός του ανθρώπινου γένους, ως οικουμενικό γεγονός και όχι αποκλειστική επαγγελία και προσωπικός πορισμός των εγωπαθών εξουσιαστικών παράσιτων κάθε εποχής και καταστάσεως.

 

Αποστολικό Ανάγνωσμα: Γαλ. β´, 16-20: «16 εἰδότες δὲ ὅτι οὐ δικαιοῦται ἄνθρωπος ἐξ ἔργων νόμου ἐὰν μὴ διὰ πίστεως Ἰησοῦ Χριστοῦ, καὶ ἡμεῖς εἰς Χριστὸν Ἰησοῦν ἐπιστεύσαμεν, ἵνα δικαιωθῶμεν ἐκ πίστεως Χριστοῦ καὶ οὐκ ἐξ ἔργων νόμου, διότι οὐ δικαιωθήσεται ἐξ ἔργων νόμου πᾶσα σάρξ. 17 Εἰ δὲ ζητοῦντες δικαιωθῆναι ἐν Χριστῷ εὑρέθημεν καὶ αὐτοὶ ἁμαρτωλοί, ἆρα Χριστὸς ἁμαρτίας διάκονος; μὴ γένοιτο. 18 εἰ γὰρ ἃ κατέλυσα ταῦτα πάλιν οἰκοδομῶ, παραβάτην ἐμαυτὸν συνίστημι. 19 ἐγὼ γὰρ διὰ νόμου νόμῳ ἀπέθανον, ἵνα Θεῷ ζήσω. 20 Χριστῷ συνεσταύρωμαι· ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός· ὃ δὲ νῦν ζῶ ἐν σαρκί, ἐν πίστει ζῶ τῇ τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀγαπήσαντός με καὶ παραδόντος ἑαυτὸν ὑπὲρ ἐμοῦ».

 

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: Λουκ. η´, 27-39: «27 ἐξελθόντι δὲ αὐτῷ ἐπὶ τὴν γῆν ὑπήντησεν αὐτῷ ἀνήρ τις ἐκ τῆς πόλεως, ὃς εἶχε δαιμόνια ἐκ χρόνων ἱκανῶν, καὶ ἱμάτιον οὐκ ἐνεδιδύσκετο, καὶ ἐν οἰκίᾳ οὐκ ἔμενεν, ἀλλ᾽ ἐν τοῖς μνήμασιν. 28 ἰδὼν δὲ τὸν Ἰησοῦν καὶ ἀνακράξας προσέπεσεν αὐτῷ καὶ φωνῇ μεγάλῃ εἶπε· Τί ἐμοὶ καὶ σοί, Ἰησοῦ υἱὲ τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου; δέομαί σου, μή με βασανίσῃς. 29 παρήγγειλε γὰρ τῷ πνεύματι τῷ ἀκαθάρτῳ ἐξελθεῖν ἀπὸ τοῦ ἀνθρώπου. πολλοῖς γὰρ χρόνοις συνηρπάκει αὐτόν, καὶ ἐδεσμεῖτο ἁλύσεσι καὶ πέδαις φυλασσόμενος, καὶ διαρρήσσων τὰ δεσμὰ ἠλαύνετο ὑπὸ τοῦ δαίμονος εἰς τὰς ἐρήμους. 30 ἐπηρώτησε δὲ αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς λέγων· Τί σοί ἐστιν ὄνομα; ὁ δὲ εἶπε· Λεγεών· ὅτι δαιμόνια πολλὰ εἰσῆλθεν εἰς αὐτόν· 31 καὶ παρεκάλει αὐτὸν ἵνα μὴ ἐπιτάξῃ αὐτοῖς εἰς τὴν ἄβυσσον ἀπελθεῖν. 32 Ἦν δὲ ἐκεῖ ἀγέλη χοίρων ἱκανῶν βοσκομένη ἐν τῷ ὄρει· καὶ παρεκάλουν αὐτὸν ἵνα ἐπιτρέψῃ αὐτοῖς εἰς ἐκείνους εἰσελθεῖν· καὶ ἐπέτρεψεν αὐτοῖς. 33 ἐξελθόντα δὲ τὰ δαιμόνια ἀπὸ τοῦ ἀνθρώπου εἰσῆλθον εἰς τοὺς χοίρους, καὶ ὥρμησεν ἡ ἀγέλη κατὰ τοῦ κρημνοῦ εἰς τὴν λίμνην καὶ ἀπεπνίγη. 34 ἰδόντες δὲ οἱ βόσκοντες τὸ γεγενημένον ἔφυγον, καὶ ἀπήγγειλαν εἰς τὴν πόλιν καὶ εἰς τοὺς ἀγρούς. 35 ἐξῆλθον δὲ ἰδεῖν τὸ γεγονός, καὶ ἦλθον πρὸς τὸν Ἰησοῦν, καὶ εὗρον καθήμενον τὸν ἄνθρωπον, ἀφ᾽ οὗ τὰ δαιμόνια ἐξεληλύθει, ἱματισμένον καὶ σωφρονοῦντα παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ, καὶ ἐφοβήθησαν. 36 ἀπήγγειλαν δὲ αὐτοῖς οἱ ἰδόντες πῶς ἐσώθη ὁ δαιμονισθείς. 37 καὶ ἠρώτησαν αὐτὸν ἅπαν τὸ πλῆθος τῆς περιχώρου τῶν Γαδαρηνῶν ἀπελθεῖν ἀπ᾽ αὐτῶν, ὅτι φόβῳ μεγάλῳ συνείχοντο· αὐτὸς δὲ ἐμβὰς εἰς τὸ πλοῖον ὑπέστρεψεν. 38 ἐδέετο δὲ αὐτοῦ ὁ ἀνήρ, ἀφ᾽ οὗ ἐξεληλύθει τὰ δαιμόνια, εἶναι σὺν αὐτῷ· ἀπέλυσε δὲ αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς λέγων· 39 Ὑπόστρεφε εἰς τὸν οἶκόν σου καὶ διηγοῦ ὅσα ἐποίησέ σοι ὁ Θεός. καὶ ἀπῆλθε καθ᾽ ὅλην τὴν πόλιν κηρύσσων ὅσα ἐποίησεν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς».

Παρασκευή 16 Οκτωβρίου 2026

 


ΚΥΡΙΑΚΗ Κ´, Μνήμη τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου καὶ Εὐαγγελιστοῦ Λουκᾶ, 18 Ὀκτωβρίου 2026, (Αριθμ. 47.1)


[ΣΗΜΕΙΩΜΑ]

 

Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ.

 

Α. 1. Κατά το Τυπικὸν τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας η σύναξη για τη μνήμη του Αγίου και πανεύφημου Αποστόλου Λουκά ετελείτο στο ναό των Αγίων Αποστόλων «τῶν μεγάλων, ἕωθεν ἀπὸ τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας τῆς λιτῆς ἀπερχομένης ἐν τῷ Φόρῳ, καὶ μετὰ τὰς συνήθεις ἐκεῖσε εὐχὰς παραγενομένης ἐν τῇ εἰρημένῃ συνάξει». Ἐν συνεχεία δίδεται η πληροφορία για το Αποστολικό και Ευαγγελικό Ανάγνωσμα ως έχει και στο σύγχρονο Τυπικό. Εξάλλου, κατά το Συναξάριο Κωνσταντινουπόλεως υπάρχει σύντομη καταγραφή του βίου του, η οποία έχει ως εξής: «Οὗτος ὑπῆρχεν ἀπὸ Ἀντιοχείας τῆς μεγάλης, ἰατρὸς τὴν τέχνην καὶ ἄκρος τὴν ζωγραφικὴν ἐπιστήμην. Ἀκούων δὲ περὶ τῆς ἐν Ἱεροσολύμοις διατριβῆς τοῦ Χριστοῦ καὶ περὶ τῶν αὐτοῦ παραδόξων θαυμάτων, καταλιπὼν τὴν Ἀντιόχειαν ἐνεδήμησε τοῖς ἐν Ἱεροσολύμοις, καὶ γνήσιος μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ ἐχρημάτισε. Μετὰ δὲ τὴν τοῦ Κυρίου ἀνάληψιν συνέκδημος καταστὰς τοῦ Παύλου, συνεγράψατο τὸ κατ᾽ αὐτὸν εὐαγγέλιον· ἔπειτα καὶ τὰς πράξεις τῶν ἀποστόλων. Ἐν ταῖς Θήβαις δὲ ταῖς ἑπταπύλαις τῆς Βοιωτίας ἀρχιερεὺς ὑπὸ τοῦ ἁγίου προχειρισθεὶς Πνεύματος, καὶ περὶ τὰ ὀγδοήκοντα ἐφθακὼς ἔτη, ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται».

2. α. Με βάση τις Πράξεις των Αποστόλων, επίσης το συγκλονιστικό τέταρτο κεφάλαιο με το χαιρετισμό του Απόστολου Παύλου από την Επιστολή προς Κολοσσαείς, γραμμένη στο τέλος της πρώτης φυλάκισης του Αποστόλου Παύλου στη Ρώμη, παρόντος του Ευαγγελιστή Λουκά, από το οποίο προέρχεται και το σημερινό Αποστολικό Ανάγνωσμα, το επίσης οραματικό εικοστό τέταρτο και τελευταίο κεφάλαιο του Κατά Λουκά Ευαγγελίου, έχουμε μία άμεση πρόσβαση για την πορεία των δύο προς τα έθνη, ό ένας Εβραίος με ελληνική παιδεία κι ο άλλος Έλληνας, μάλλον προσήλυτος.

β. Ο τρόπος με τον οποίο ο Ευαγγελιστής Λουκάς περιγράφει στο εικοστό τέταρτο κεφάλαιο του Ευαγγελίου την εμφάνιση του Αναστάντος Χριστού την τρίτη ημέρα στους δύο φίλους που πορεύονταν προς Εμμαούς κατονομάζοντας μόνο τον Κλεόπα, αφήνοντας να εννοηθεί ότι ο άλλος ήταν ο ίδιος, αλλά και από το περιεχόμενο της συζητήσεως του Χριστού μαζί τους, εξάγεται ότι και ο Λουκάς έχει γνώση του μωσαϊκού νόμου και της προφητικής παράδοσης, γι᾽ αυτό προτείνεται η ερμηνεία ότι πρόκειται περί προσηλύτου. Γι᾽ αυτό οι στίχοι του Συναξαρίου της ημέρας πρέπει να θεωρούνται ακριβείς: «Εἰς Ἐμμαοὺς βλέπειν σε κἂν πρὶν εἰργόμην,/ (Λουκᾶς λέγει), "τρανῶς σε νῦν Χριστὲ βλέπω"./ Ὀγδοάτῃ δεκάτῃ πέρατος βίου ἔμμορε Λουκᾶς».

γ. Ο εορτασμός του Αποστόλου Λουκά στο ναό των Αγίων Αποστόλων δικαιολογείται από το γεγονός ότι εκεί είχε μεταφερθεί από τη Θήβα το λείψανο του Αγίου περίπου την ίδια εποχή που είχε μεταφερθεί και το λείψανο του Αγίου Ανδρέα από την Πάτρα το 357 επί Κωνστάντιου Β´. Σημειωτέον ότι μετά από πολλές περιπέτειες τα λείψανα του Αγίου κατέληξαν στην Πάδοβα και ένα τμήμα τους επαναπατρίστηκε στη Θήβα με τις ενέργειες του νυν Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου κατά τη θητεία του ως Θηβών. Περί της υπάρξεως του λειψάνου-σκηνώματος του Αγίου στο ναό των Αγίων Αποστόλων μας πληροφορεί το Κοντάκιον του Αγίου με τον οἶκο του: «Ὡς ἰατρὸς καὶ μαθητὴς Λουκᾶ ἠγαπημένος, μυστικῇ χειρουργίᾳ τὰ πάθη τῆς ψυχῆς μου, καὶ τὰ τοῦ σώματος ὁμοῦ ἴασαι, καὶ δὸς μοι κατὰ πάντα εὐεκτεῖν, καὶ σοῦ τὴν παναοίδιμον γηθόμενος γεραίρειν πανήγυριν, ὄμβροις τε δακρύων, ἀντὶ μύρων τὸ σεπτόν σου καὶ πάντιμον σῶμα καταβρέχειν· ὡς στήλη γὰρ ζωῆς ἐγγεγραμμένη τῷ ναῷ τῷ θαυμαστῷ τῶν Ἀποστόλων πᾶσιν ἐκφώνει, καθάπερ καὶ σὺ τὸ πρῶτον, τὸ θεῖον γράψας, Χριστοῦ Εὐαγγέλιον».

δ. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν η μαρτυρία και οι καταγραφές του Αγ. Γρηγορίου του Θεολόγου επισημαίνων ιδιαιτέρως ότι ο Ευαγγελιστής Λουκάς κήρυξε στην Αχαΐα ομιλών για τους εκ της περιτομής και τα έθνη, πάντα, όμως, σε μία ατμόσφαιρα φωτοείδειας όλες οι καταγραφές του και όχι μόνο η ακόλουθη: «Οἱ ἀπόστολοι δὲ, οὐ ξένοι τῶν πολλῶν ἐθνῶν τε καὶ πόλεων, εἰς ἃς ἐμερίσθησαν, ἵνα πανταχοῦ δράμῃ τὸ Εὐαγγέλιον, ἵνα μηδὲν ἀλαμπὲς ᾖ τοῦ τρισσοῦ φωτός, καὶ τῆς ἀληθείας ἀφώτιστον, ὥστε καὶ τοῖς ἐν σκότῳ καὶ σκιᾷ θανάτου καθημένοις λυθῆναι τὴν νύκτα τῆς ἀγνωσίας; Ἵν᾿ ἡμεῖς μέν, φησὶν, εἰς τὰ ἔθνη, αὐτοὶ δὲ εἰς τὴν περιτομήν, ἤκουσας Παύλου λέγοντος, Ἔστω Πέτρου ἡ Ἰουδαία· τί Παύλῳ κοινὸν πρὸς τὰ ἔθνη, Λουκᾷ πρὸς Ἀχαΐαν, Ἀνδρέᾳ πρὸς τὴν Ἤπειρον, Ἰωάννῃ πρὸς Ἔφεσον, Θωμᾷ πρὸς Ἰνδικήν, Μάρκῳ πρὸς Ἰταλίαν;».

ε. Τη φιλόκαλη και φωτοειδή ατμόσφαιρα της εικονόφιλης περιόδου του όγδοου αιώνα αντικατοπτρίζει η υμνολογία της εορτής του Αγίου Λουκά, τόσο ως προς τα Προσόμοια Στιχηρά, τα Ιδιόμελα, τα Δοξαστικά, τα Θεοτοκία, και ως εκ τούτου τα περισσότερα ποιήματα του Ανατολίου του Στουδίτη και όχι του Αγίου Ανατολίου του Πατριάρχη, όσο και ως προς τον Κανόνα, ποίημα του αξεπέραστου υμνογράφου Οσίου Θεοφάνους του Γραπτού, που θυμίζουν, πάντως, όλα την φιλόκαλη και φωτοειδή νηπτική εκφορά των Λόγων του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου.

στ. Εντύπωση προκαλείται από τα τρία Προφητικά Αναγνώσματα, τα οποία προέρχονται όλα από τις Επιστολές του Αποστόλου Πέτρου. Μία εξήγηση, ίσως, προέρχεται από το γεγονός της συμπτώσεως της ταυτόχρονης μεταφοράς στην Κωνσταντινούπολη του σκηνώματος των δύο Αγίων Ανδρέα και Λουκά, ή η επιλογή έγινε σ᾽ αυτήν την πρώιμη περίοδο υπό τη σημασία που υπήρχε στη διάκριση: εκ περιτομής- έθνη.

 

Β. Περισσότερο βιογραφικά ως προς τον Ευαγγελιστή Λουκά πρέπει να εκληφθεί το Αποστολικό και Ευαγγελικό Ανάγνωσμα με μόνη παρατήρηση ότι, όταν ομιλεί ο Χριστός περί νηπίων, ομιλεί περί αγαθών εν τη καρδία ανθρώπων και όχι περί ηλιθίων, ως εκλαμβάνουν αυτούς οι κατεχόμενοι υπό αντίθεων πνευμάτων χειραγωγοί και όλα τα ενεργειακά παράσιτα.

 

Αποστολικό Ανάγνωσμα: Τοῦ Εὐαγγελιστοῦ, Κολοσ. δ´, 5-11, 14-18: «5 ᾿Εν σοφίᾳ περιπατεῖτε πρὸς τοὺς ἔξω, τὸν καιρὸν ἐξαγοραζόμενοι. 6 ὁ λόγος ὑμῶν πάντοτε ἐν χάριτι, ἅλατι ἠρτυμένος, εἰδέναι πῶς δεῖ ὑμᾶς ἑνὶ ἑκάστῳ ἀποκρίνεσθαι. 7 Τὰ κατ᾽ ἐμὲ πάντα γνωρίσει ὑμῖν Τυχικὸς ὁ ἀγαπητὸς ἀδελφὸς καὶ πιστὸς διάκονος καὶ σύνδουλος ἐν Κυρίῳ, 8 ὃν ἔπεμψα πρὸς ὑμᾶς εἰς αὐτὸ τοῦτο, ἵνα γνῷ τὰ περὶ ὑμῶν καὶ παρακαλέσῃ τὰς καρδίας ὑμῶν, 9 σὺν ᾿Ονησίμῳ τῷ πιστῷ καὶ ἀγαπητῷ ἀδελφῷ, ὅς ἐστιν ἐξ ὑμῶν· πάντα ὑμῖν γνωριοῦσι τὰ ᾧδε. 10 ᾿Ασπάζεται ὑμᾶς ᾿Αρίσταρχος ὁ συναιχμάλωτός μου, καὶ Μᾶρκος ὁ ἀνεψιὸς Βαρνάβα, – περὶ οὗ ἐλάβετε ἐντολάς· ἐὰν ἔλθῃ πρὸς ὑμᾶς, δέξασθε αὐτόν, – 11 καὶ ᾿Ιησοῦς ὁ λεγόμενος ᾿Ιοῦστος, οἱ ὄντες ἐκ περιτομῆς, οὗτοι μόνοι συνεργοὶ εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, οἵτινες ἐγενήθησάν μοι παρηγορία. 14ἀσπάζεται ὑμᾶς Λουκᾶς ὁ ἰατρὸς ὁ ἀγαπητὸς καὶ Δημᾶς. 15 ἀσπάσασθε τοὺς ἐν Λαοδικείᾳ ἀδελφοὺς καὶ Νυμφᾶν καὶ τὴν κατ᾽ οἶκον αὐτοῦ ἐκκλησίαν· 16 καὶ ὅταν ἀναγνωσθῇ παρ᾽ ὑμῖν ἡ ἐπιστολή, ποιήσατε ἵνα καὶ ἐν τῇ Λαοδικέων ἐκκλησίᾳ ἀναγνωσθῇ, καὶ τὴν ἐκ Λαοδικείας ἵνα καὶ ὑμεῖς ἀναγνῶτε. 17 καὶ εἴπατε ᾿Αρχίππῳ· βλέπε τὴν διακονίαν ἣν παρέλαβες ἐν Κυρίῳ, ἵνα αὐτὴν πληροῖς. 18 ῾Ο ἀσπασμὸς τῇ ἐμῇ χειρὶ Παύλου.μνημονεύετέ μου τῶν δεσμῶν. ῾Η χάρις μεθ᾽ ὑμῶν· ἀμήν».

 

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: Τοῦ Εὐαγγελιστοῦ, Λουκ., ι´, 16-21: «16 ῾Ο ἀκούων ὑμῶν ἐμοῦ ἀκούει, καὶ ὁ ἀθετῶν ὑμᾶς ἐμὲ ἀθετεῖ· ὁ δὲ ἐμὲ ἀθετῶν ἀθετεῖ τὸν ἀποστείλαντά με. 17 ῾Υπέστρεψαν δὲ οἱ ἑβδομήκοντα μετὰ χαρᾶς λέγοντες· Κύριε, καὶ τὰ δαιμόνια ὑποτάσσεται ἡμῖν ἐν τῷ ὀνόματί σου. 18 Εἶπε δὲ αὐτοῖς· ἐθεώρουν τὸν σατανᾶν ὡς ἀστραπὴν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ πεσόντα. 19 ἰδοὺ δίδωμι ὑμῖν τὴν ἐξουσίαν τοῦ πατεῖν ἐπάνω ὄφεων καὶ σκορπίων καὶ ἐπὶ πᾶσαν τὴν δύναμιν τοῦ ἐχθροῦ, καὶ οὐδὲν ὑμᾶς οὐ μὴ ἀδικήσῃ. 20 πλὴν ἐν τούτῳ μὴ χαίρετε, ὅτι τὰ πνεύματα ὑμῖν ὑποτάσσεται· χαίρετε δὲ ὅτι τὰ ὀνόματα ὑμῶν ἐγράφη ἐν τοῖς οὐρανοῖς. 21 ᾿Εν αὐτῇ τῇ ὥρᾳ ἠγαλλιάσατο τῷ πνεύματι ὁ ᾿Ιησοῦς καὶ εἶπεν· ἐξομολογοῦμαί σοι, πάτερ, κύριε τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, ὅτι ἀπέκρυψας ταῦτα ἀπὸ σοφῶν καὶ συνετῶν, καὶ ἀπεκάλυψας αὐτὰ νηπίοις· ναί, ὁ πατήρ, ὅτι οὕτως ἐγένετο εὐδοκία ἔμπροσθέν σου».

Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2026

 

ΚΥΡΙΑΚΗ Δ´ ΛΟΥΚΑ, Τῶν Θεοφόρων Πατέρων τῆς ἐν Νικαίᾳ Ζ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (787), 11 Ὀκτωβρίου 2026, (12/10/2025) (15-10-2023), (14/10/2018), (Αριθμ. 47Γ)

 

Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ.

 

Α. 1. Την Κυριακή μεταξύ 11-17 Οκτωβρίου η Εκκλησία εορτάζει τη μνήμη τῶν Αγίων Πατέρων της Ζ´  Οικουμενικής Συνόδου, που συνεκλήθη από τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο ΣΤ´ και τη μητέρα του Ειρήνη, την Αθηναία, στον Ιερό Ναό της Αγίας Σοφίας στη Νίκαια της Βιθυνίας το 787, και ο οποίος ναός, μετά το 1922, το 2012 μετατράπηκε σε τζαμί. Βρισκόμαστε ακόμη στην εποχή της Εκκλησίας των πέντε Πατριαρχείων με τον Πάπα Ρώμης Αδριανό, Ταράσιο Κωνσταντινουπόλεως, που είναι αδελφός του πατρός του Αγίου Φωτίου, Πολιτιανό Αλεξανδρείας, Θεοδώρητο Αντιοχείας και Ηλία Ιεροσολύμων. Αυτή είναι η πρώτη φάση λήξης της εικονομαχίας, εναντίον της προσπάθειας που έγινε, κυρίως από την αυτοκρατορική εξουσία και από τους μονοφυσιτικούς και ανεικονικούς κύκλους, να καταργήσουν τη λειτουργική χρήση των αγίων εικόνων, καταργώντας εμμέσως την ερμηνεία της πίστεως κατά τις συνοδικές ερμηνευτικές προτάσεις των Οικουμενικών Συνόδων Γ´- ΣΤ´ και ουσιαστικώς κατά το Σύμβολο της Πίστεως, ως ομολογείται η ενανθρώπηση του Λόγου. Η δεύτερη φάση της εικονομαχίας λήγει με την αναστήλωση των αγίων εικόνων με υποστηρίκτρια την αυτοκράτειρα Θεοδώρα το 842, επί Πατριάρχου Αγίου Μεθοδίου, ένα γεγονός που εορτάζουμε κατά την Α´ Κυριακή των Νηστειών (Μεγάλη Τεσσαρακοστή), η οποία ονομάζεται Κυριακή της Ορθοδοξίας ως προχειρισμός του Πάσχα.

2. Η σημερινή εορτή των 367 Αγίων Πατέρων της Ζ´ Οικουμενικής Συνόδου βρίσκεται σε μία συνέχεια με την εορτή των Αγίων 318 Θεοφόρων Πατέρων της Α´ Οικουμενικής Συνόδου του 325, πάλι στη Νίκαια, που εορτάζεται την Ζ´  Κυριακή μετά το Πάσχα, ή την Κυριακή μεταξύ της Αναλήψεως και της Πεντηκοστής, αλλά πολύ περισσότερο συνάπτεται με την εορτή των Αγίων 630 Θεοφόρων Πατέρων της Δ´ Οικουμενικής Συνόδου του 451 στη Χαλκηδόνα, τρεις μήνες πριν, σε μία από τις Κυριακές Ματθαίου. Έχω σημειώσει «ότι σχεδόν όλος ο μήνας Ιούλιος είναι γεμάτος με τις μνήμες Αγίων Μεγαλομαρτύρων, ανδρών και γυναικών, που μαρτύρησαν ομολογώντας την πίστη στο Χριστό, κυρίως κατά την πρώτη χριστιανική περίοδο, όταν ακόμη η Εκκλησία δεν ήταν αναγνωρισμένη ως δημόσια θρησκευτική οντότητα, ενώ οι χριστιανοί, λόγω του κηρύγματος της ισότητας όλων των ανθρώπων, εθεωρούντο ως ανατρεπτικός- επαναστατικός κίνδυνος για την κοινωνική τάξη και ασφάλεια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, η οποία είχε μία εκπληκτική δημόσια οργάνωση». Πάνω στα τίμια λείψανα των Αγίων Μαρτύρων η Εκκλησία καθιέρωσε τους ιερούς ναούς της. Άγια λείψανα και άγιες εικόνες είναι δομικά στοιχεία της εκκλησιαστικής παραδόσεως, έτσι που με τον έβδομο κανόνα της η Ζ´ Οικουμενική Σύνοδος ερμηνεύει σε μία συνέχεια με τη λειτουργική χρήση των αγίων εικόνων την καθιέρωση των σεπτών ναών με τίμια λείψανα: «Ὅσοι οὖν σεπτοὶ ναοὶ καθιερώθησαν ἐκτὸς ἁγίων λειψάνων μαρτύρων, ὁρίζομεν ἐν αὐτοῖς κατάθεσιν γίνεσθαι λειψάνων μετὰ τῆς συνήθους εὐχῆς. Ὁ δὲ ἄνευ ἁγίων λειψάνων καθιερῶν ναόν, καθαιρείσθω, ὡς παραβεβηκὼς τὰς ἐκκλησιαστικὰς παραδόσεις».

3. Οι εορτές των Αγίων Πατέρων της Χαλκηδόνος και της Ζ´ Οικουμενικής Συνόδου δομούνται λειτουργικά με κοινό αγιογραφικό και υμνολογικό υλικό. Δοξαστικά, Απόστιχα, Στιχηρά, Απολυτίκιο, Κάθισμα, Προφητικά Αναγνώσματα του Εσπερινού και Αποστολικό Ανάγνωσμα συμπίπτουν. Εξάλλου, στο πρώτο Στιχηρό των Αγίων Πατέρων στον Εσπερινό της σημερινής εορτής λέγεται ότι ο Πατριάρχης Γερμανός ο Νέος (1222-1240) συγκρότησε τον κανόνα της Ακολουθίας των Αγίων Πατέρων της Ζ´ Οικουμενικής Συνόδου ως σύνοψη της πίστης των Ορθοδόξων σύμφωνα με τις επτά Οικουμενικές Συνόδους, και, μάλιστα, κατά τη δύσκολη περίοδο της Λατινοκρατίας,: «Τὰς ἑπτὰ Συνόδους τὰς τῶν Πατέρων, κατὰ διαφόρους καιροὺς συστάσας, εἰς ἕνα συνήθροισεν ἑνὶ Κανόνι τῷ δέ, μάλα καλῶς ὁ Πατριάρχης, ὁ Γερμανὸς ὁ νέος,γράφων ὁμοῦ τε καὶ κρατύνων, τὰ δόγματα τὰ τούτων, ὃς καὶ πρέσβεας αὐτοὺς ἀγρύπνους, τῆς σωτηρίας τῷ Κυρίῳ προβάλλεται, καὶ τοῦ ποιμνίου συμποίμενας».

4. Ο Όρος της Ζ´ Οικουμενικής Συνόδου αποτελεί μία επιβεβαίωση της ενότητος των θεοφανικών γεγονότων Παλαιάς και Καινής Διαθήκης ως γνώση που χαρίζει το Άγιο Πνεύμα στην Εκκλησία, κατά το Σύμβολο της Πίστεως και τους Όρους των Οικουμενικών Συνόδων Γ´- ΣΤ´, «πρὸς πίστωσιν τῆς ἀληθινῆς καὶ οὐ κατὰ φαντασίαν τοῦ θεοῦ Λόγου ἐνανθρωπήσεως». Έτσι, η λειτουργική χρήση των εικόνων παραπέμπουν στα εικονιζόμενα πρόσωπα, όπως ο Σταυρός είναι τύπος, σημείο, σημάδι, που παραπέμπει στο Σταυρωθέντα, τον Κύριο της Δόξης, το δρώντα το Μυστήριο της Θείας υπέρ ημών Οικονομίας, όπως ομολογείται σύμφωνα από όλους τους Αγίους της Εκκλησίας, Προφήτες, Απόστολους και Συνοδικούς Πατέρες. Κατά ταύτα, ο α´ κανόνας της Συνόδου αποτελεί μάθημα ερμηνείας και εφαρμογής της Πατερικής Παραδόσεως, ενώ ο β´ κανόνας συνιστά την προϋπόθεση και το τεκμήριο ευθύνης της συνέχειας της συνοδικής πράξεως και παραδόσεως, καθώς προσδιορίζει με ένα τρόπο άκρως αυστηρό τα κριτήρια της ιερατικής, έτι δε πλέον και της μητροπολιτικής αξίας, για να μην αυτοσχεδιάζουν ανοήτως οι ποιμένες περί τη νουθεσία των χριστιανών και τη συνοδική συνέχεια: «Ὅθεν ὁρίζομεν, πάντα τὸν προάγεσθαι μέλλοντα εἰς τὸν τῆς ἐπισκοπῆς βαθμόν, πάντως τὸν Ψαλτῆρα γινώσκειν, ἵνα, ὡς ἐκ τούτου, καὶ πάντα τὸν κατ᾽ αὐτὸν κλῆρον οὕτω νουθετῇ μυεῖσθαι.Ἀνακρίνεσθαι δὲ ἀσφαλῶς ὑπὸ τοῦ μητροπολίτου, εἰ προθύμως ἔχει ἀναγινώσκειν ἐρευνητικῶς, καὶ οὐ παροδευτικῶς, τούς τε ἱεροὺς κανόνας, καὶ τὸ ἅγιον Εὐαγγέλιον, τήν τε τοῦ θείου Ἀποστόλου βίβλον, καὶ πᾶσαν τὴν θείαν Γραφήν· καὶ κατὰ τὰ θεῖα ἐντάλματα ἀναστρέφεσθαι, καὶ διδάσκειν τὸν κατ᾽ αὐτὸν λαόν. Οὐσία γὰρ τῆς καθ’ ἡμᾶς ἱεραρχίας ἐστὶ τὰ θεοπαράδοτα λόγια, ἤγουν ἡ τῶν θείων Γραφῶν ἀληθινὴ ἐπιστήμη, καθὼς ὁ μέγας ἀπεφήνατο Διονύσιος. Εἰ δὲ ἀμφισβητοίη, καὶ μὴ ἀσμενίζοι οὕτω ποιεῖν τε καὶ διδάσκειν, μὴ χειροτονείσθω. Ἔφη γὰρ προφητικῶς ὁ Θεός· Σὺ ἐπίγνωσιν ἀπώσω, κἀγὼ ἀπώσομαί σε τοῦ μὴ ἱερατεύειν μοι».

5. Γι᾽ αυτό στην Πατριαρχική Σχολή, ήδη από το 12 αι., υπήρχαν τρεις διδάσκαλοι, του Ευαγγελίου, του Αποστόλου και του Ψαλτήρος, ενώ σήμερα περί άλλα τυρβάζονται ιερείς και θεολόγοι, αποδομούντες με αυτοσχεδιασμούς την εκκλησιαστική συνέχεια με μία οίηση μεγαλύτερη και του Αρείου.

6. Η συνεχής αναφορά από την υμνολογία της εορτής και του Κανόνα των Αγίων Πατέρων, ποίημα του Θεοφάνους του Γραπτού, στις διατυπώσεις και τη συνοδική ερμηνεία του Συμβόλου της πίστεως, μαζί με τις προφητικές εξαγγελίες, έχουν ως κέντρο τόσο την ομολογία του Τριαδικού Θεού όσο και το μυστήριο της εκουσίας ενανθρωπήσεως του Υιού και Λόγου, την υπέρ ημών οικονομία υπό το δογματικό ορισμό της Παναγίας ως Θεοτόκου. Υπ᾽ αυτήν την οπτική η ορολογία που επεξηγεί το άρθρο του Συμβόλου του Πίστεως «σαρκωθέντα... καὶ ἐνανθρωπήσαντα» και η συναφής ορολογία σὰρξ και σῶμα και σωματούμενος, αναφέρονται στο μυστήριο της ενανθρωπήσεως ότι, δηλαδή, ο Λόγος δημιούργησε εξ άκρας συλλήψεως, ἀσυνδυάστως, κατά το σημερινό Κανόνα, την ιδία αυτού ανθρώπινη φύση και γι᾽ αυτό εικονίζεται αγκαλοφορούμενος. Στο Θεοτοκίο της πρώτης Ωδής λέγεται: «Ὡς οἱ Πατέρες εὐσεβῶς ἐδίδαξαν, ὁμολογοῦμεν πιστῶς, Παρθενικὴν μήτραν, ἀνωδίνως τέξασαν, μετὰ σαρκὸς τὸν ἄσαρκον, προσκυνοῦμέν τε τούτου, στηλογραφοῦντες τὴν μόρφωσιν, καὶ τιμητικῶς ἀσπαζόμεθα», και γι᾽ αυτό η μεν προσκύνηση είναι «σχετική», δεν υποκαθιστά τον ενανθρωπήσαντα, όπως στον ειδωλικό κόσμο, είναι, δηλαδή, υπόμνηση της γενομένης χάριτος, και η αναστήλωση, ιδίως της εικόνας του Χαλκίτη Χριστού πάνω από την κεντρική πύλη του Παλατίου, δήλωνε ότι το παλάτιο και όλη η αυτοκρατορία ετίθεντο υπό το έλεός του Χριστού και της Θεομήτορος. Εξάλλου, η παρουσία της Θεοτόκου ως η απόλυτη βεβαίωση ότι ο Λόγος ενηνθρώπησε πραγματικά, παρήγαγε, ιδίως με τους Κανόνες όχι μόνο μία δοξολογική θεολογική ερμηνεία αλλά την τιμητική προσκύνηση με παραγωγή εικόνων, μοναστηριών, κοπή νομισμάτων, όπου ακόμη και η στέψη των αυτοκρατόρων απεικονίζεται να γίνεται από τη Θεοτόκο.

 

Β. 1. To σημερινό Aποστολικό Ανάγνωσμα αποτελεί το τέλος της Προς Τίτον Επιστολής του Αποστόλου Παύλου. Πρόκειται, πραγματικώς, για τον Επίλογο, του οποίου ο νοηματικός πυρήνας του είναι η έκφραση της αρχής της περικοπής «Πιστός ὁ λόγος». Η Προς Τίτον είναι μία σύντομη προσωπική επιστολή τριών παραγράφων, όπου ο Απόστολος Παύλος επισημαίνει στον Τίτο να προσέξει τους ανθρώπους που η σκέψη τους είναι στο κέρδος, δηλαδή στο χρήμα και την καταδυναστευτική εξουσία που πηγάζει από αυτό: στ. 11 «αἰσχροῦ κέρδους χάριν» (κεφ. α´, 11) και στις παραχρήσεις του βίου, έχοντας κατά νουν ότι «11 Ἐπεφάνη γὰρ ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ ἡ σωτήριος πᾶσιν ἀνθρώποις, 12 παιδεύουσα ἡμᾶς ἵνα ἀρνησάμενοι τὴν ἀσέβειαν καὶ τὰς κοσμικὰς ἐπιθυμίας σωφρόνως καὶ δικαίως καὶ εὐσεβῶς ζήσωμεν ἐν τῷ νῦν αἰῶνι, 13 προσδεχόμενοι τὴν μακαρίαν ἐλπίδα καὶ ἐπιφάνειαν τῆς δόξης τοῦ μεγάλου Θεοῦ καὶ σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ» (κεφ. β´, 11-13).

2. Υπενθυμίζει ότι προ της κλήσεώς του από το Χριστό ήταν κι αυτός ένας άνθρωπος χωρίς ελπίδα, και η μεταστροφή του δεν προέρχεται από το ότι τώρα έγινε ένας καλός και δίκαιος (δηλ. τηρεί το Νόμο) αλλά οφείλεται στο έλεος του Χριστού και την ένταξή του στην Εκκλησία. Να πώς το λέει αυτολεξεί ο Απόστολος: «3 Ἦμεν γάρ ποτε καὶ ἡμεῖς ἀνόητοι, ἀπειθεῖς, πλανώμενοι, δουλεύοντες ἐπιθυμίαις καὶ ἡδοναῖς ποικίλαις, ἐν κακίᾳ καὶ φθόνῳ διάγοντες, στυγητοί, μισοῦντες ἀλλήλους· 4 ὅτε δὲ ἡ χρηστότης καὶ ἡ φιλανθρωπία ἐπεφάνη τοῦ σωτῆρος ἡμῶν Θεοῦ, 5 οὐκ ἐξ ἔργων τῶν ἐν δικαιοσύνῃ ὧν ἐποιήσαμεν ἡμεῖς, ἀλλὰ κατὰ τὸν αὐτοῦ ἔλεον ἔσωσεν ἡμᾶς διὰ λουτροῦ παλιγγενεσίας καὶ ἀνακαινώσεως Πνεύματος ἁγίου, 6 οὗ ἐξέχεεν ἐφ᾽ ἡμᾶς πλουσίως διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ σωτῆρος ἡμῶν, 7 ἵνα δικαιωθέντες τῇ ἐκείνου χάριτι κληρονόμοι γενώμεθα κατ᾽ ἐλπίδα ζωῆς αἰωνίου» (κεφ. γ´, 3-7). Ακολουθεί, λοιπόν, ο στίχος «8 Πιστὸς ὁ λόγος· καὶ περὶ τούτων βούλομαί σε διαβεβαιοῦσθαι». Ουσιαστικά ο Απόστολος Παύλος υπενθυμίζει στον Τίτο ότι η διακονία του έχει να κάνει με τις συνέπειες της πίστης στο Χριστό, όχι ως έργο και ζωή που τη δικαιούμαστε, γιατί τηρούμε κάποιες εντολές, αλλά γιατί είμαστε ηλεημένοι, όχι εξουσιαστικά, αλλά ως αποδέκτες της χάριτος, η οποία αφορά σ᾽ όλο τον κόσμο. Γι᾽ αυτό στον Κανόνα της εορτής τονίζεται και ξανατονίζεται ότι ο πλούτος της Εκκλησίας και της θεογνωσίας είναι τα επτά χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος, ούτε ιδέες, ούτε θεωρίες, ούτε αξίες, δηλαδή όλα αυτά τα ωραία λογάκια, που εκφέρονται, για να ξεγελούν τους ανθρώπους... Όλα αυτά που μας πλασσάρονται και για πολύ σύγχρονα, ένα ομοίωμα της πολιτικής ατζέντας των σύγχρονων και αυριανών κοσμοκρατόρων της καταδυνάστευσης των ανθρώπων με θρησκευτικό, ουσιαστικώς, ειδωλικό περιεχόμενο, όπου η θεογνωσία αντικαθίσταται άνευ αιδούς με την ανθρωπογνωσία του εθνικού κόσμου. Πολύ παλαιά ιστορία για την Εκκλησία, ακόμη και για τον Ισραήλ των αποκαλυπτικών χρόνων!

 

Γ. 1. Η σημερινή Ευαγγελική περικοπή της παραβολής του σπορέως, όπως συνηθίζεται να λέγεται, έρχεται ως επιστέγασμα των ήδη λεχθέντων. Ο Χριστός, μετά την ανάσταση του υιού της χήρας της Ναΐν, έχει συνάντηση με δύο από τους μαθητές του Ιωάννη, οι οποίοι τον ρωτούν: «σὺ εἶ ὁ ἐρχόμενος ἢ ἕτερον προσδοκῶμεν;» (Λουκ. ζ´, 20), απαντώντας τους να πουν στον Ιωάννη για τις θεοσημίες που ενεργεί. Ο Χριστός, λοιπόν, ομιλεί για τον Ιωάννη, όταν αναχώρησαν οι δύο, λαός και τελώνες βαπτίζονται από τον Ιωάννη, όχι οι Φαρισαίοι. Ακολουθεί η φιλοξενία του σε σπίτι Φαρισαίου, η προσέλευση της μετανοηθείσας αμαρτωλής, η συγχώρεσή της, η αμφισβήτηση από τους συνανακειμένους «τίς οὗτός ἐστιν ὃς καὶ ἁμαρτίας ἀφίησιν;», ο έπαινος της πίστεως της γυναικός: «Ἡ πίστις σου σέσωκέ σε· πορεύου εἰς εἰρήνην» (Λουκ. ζ´, 50), και στην αρχή του η´ κεφαλαίου δίδεται η πληροφορία από το Λουκά ότι ο Χριστός περνούσε από πόλεις και μεγαλοχώρια «1... κηρύσσων καὶ εὐαγγελιζόμενος τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, καὶ οἱ δώδεκα σὺν αὐτῷ», ενώ διενεργούσε θεοσημίες στο λαό, που κάθε φορά γινόταν και περισσότερος. Και, καθώς έβλεπε να πληθαίνει ο κόσμος, περιμένοντας, μάλλον, κι άλλα θαύματα, είπε την παραβολή του σπορέως σε ένα ακροατήριο που γνώριζε από σπορά ενός χωραφιού και από τις τυχόν απώλειες του σπόρου, φανερώνοντάς τους με παραβολικό τρόπο, με ένα παράδειγμα πολύ χειροπιαστό, παρμένο από την αγροτική ζωή των ανθρώπων, ότι είναι ο μεγάλος σπορέας, ότι είναι ο ερχόμενος του Ισραήλ, όπως είχε απαντήσει παραπάνω στους δύο μαθητές του Ιωάννη.

2. Ο Χριστός, όπως πριν από αυτόν οι Προφήτες κατά την καταγραφή των θεοφανικών γεγονότων, χρησιμοποιεί τον παραστατικό, παραβολικό λόγο, μία γλώσσα παραδειγματική, με εικόνες και σύμβολα παρμένα από τη φυσική πραγματικότητα, όπως π.χ. το αμπέλι, το χωράφι, ο σπόρος, η πέτρα, το δίχτυ, το φως, γι᾽ αυτό στην πατερική ερμηνευτική λέγονται φυσικά σύμβολα, που παραπέμπουν σε γεγονότα και πρόσωπα, σε «γενόμενα» κι όχι σε διανοητικά σχήματα και τεχνάσματα της φαντασίας, που κατασκευάζονται από τη διάνοια και τη φαντασία του ανθρώπου και δεν αντιστοιχούν σε κάποια χειροπιαστή πραγματικότητα, που είναι διανοήματα και υποθέσεις που γίνονται κι απογίνονται και πολλάκις χρησιμοποιούνται, για να αποκρύψουν την αλήθεια και να ξεγελάσουν τους ανθρώπους. Χρησιμοποιεί, λοιπόν, εδώ την παραβολή του σπορέως, για να προβληματίσει τον όχλο, ο οποίος τον ακολουθεί και περιμένει θαύματα, ότι είναι ο Θεός, που καθαιρεί τις αντίθεες δυνάμεις, καλώντας τους σε καρποφορία, στη βασιλεία του Θεού, η οποία απαιτεί, όμως, υπομονή, σαν το σπόρο που σπέρνεται, και το φύτρωμά του απαιτεί από το γεωργό υπομονή, για να φυτρώσει και να καρποφορήσει, τους καλεί σε μετάνοια και πίστη καρποφορίας.

3. Ο Χριστός, λοιπόν, είτε ενεργεί θεοσημίες, είτε ομιλεί με παραβολές, ετοιμάζει τον ὄχλο, δηλαδή, όλο τον κόσμο κι όχι μόνο τους εισερχόμενους στη Συναγωγή, να πιστεύσουν ότι ήγγικε η βασιλεία του Θεού, ως παρόν γεγονός και όχι απλώς σαν κάτι μελλοντικό, για την άλλη ζωή, μία εσχατολογική προβολή ερήμην της ιστορίας, (που είναι και πολύ της μόδας σα σπουδαία νέα θεολογία, μια συγκαλυμμένη απάτη υπό λεκτικά σχήματα, ανέρειστους ερμηνευτικούς αυτοσχεδιασμούς και θολά διανοήματα), μία υποκριτική υπεκφυγή αναλήψεως ευθύνης στο παρόν, ότι είναι ο ερχόμενος των προφητικών οράσεων, καθώς κάνει, επίσης, η Εκκλησία σήμερα παιδαγωγώντας μας προς την εορτή της Ενανθρωπήσεως, κατά την ερμηνευτική συνέχεια των Αγίων Πατέρων των επτά Οικουμενικών Συνόδων και των Κανόνων τους.

 

Αποστολικό Ανάγνωσμα: Τίτ. γ´, 8-15: «8 Πιστὸς ὁ λόγος· καὶ περὶ τούτων βούλομαί σε διαβεβαιοῦσθαι, ἵνα φροντίζωσι καλῶν ἔργων προΐστασθαι οἱ πεπιστευκότες τῷ Θεῷ. ταῦτά ἐστι τὰ καλὰ καὶ ὠφέλιμα τοῖς ἀνθρώποις· 9 μωρὰς δὲ ζητήσεις καὶ γενεαλογίας καὶ ἔρεις καὶ μάχας νομικὰς περιίστασο· εἰσὶ γὰρ ἀνωφελεῖς καὶ μάταιοι. 10 αἱρετικὸν ἄνθρωπον μετὰ μίαν καὶ δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ, 11 εἰδὼς ὅτι ἐξέστραπται ὁ τοιοῦτος καὶ ἁμαρτάνει ὢν αὐτοκατάκριτος. 12 Ὅταν πέμψω Ἀρτεμᾶν πρός σε ἢ Τυχικόν, σπούδασον ἐλθεῖν πρός με εἰς Νικόπολιν· ἐκεῖ γὰρ κέκρικα παραχειμάσαι. 13 Ζηνᾶν τὸν νομικὸν καὶ Ἀπολλὼ σπουδαίως πρόπεμψον, ἵνα μηδὲν αὐτοῖς λείπῃ. 14 μανθανέτωσαν δὲ καὶ οἱ ἡμέτεροι καλῶν ἔργων προΐστασθαι εἰς τὰς ἀναγκαίας χρείας, ἵνα μὴ ὦσιν ἄκαρποι. 15 Ἀσπάζονταί σε οἱ μετ᾽ ἐμοῦ πάντες. ἄσπασαι τοὺς φιλοῦντας ἡμᾶς ἐν πίστει. Ἡ χάρις μετὰ πάντων ὑμῶν· ἀμήν».

 

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: Λουκ. η´, 5-15: «5 Ἐξῆλθεν ὁ σπείρων τοῦ σπεῖραι τὸν σπόρον αὐτοῦ. καὶ ἐν τῷ σπείρειν αὐτὸν ὃ μὲν ἔπεσε παρὰ τὴν ὁδόν, καὶ κατεπατήθη, καὶ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ κατέφαγεν αὐτό· 6 καὶ ἕτερον ἔπεσεν ἐπὶ τὴν πέτραν, καὶ φυὲν ἐξηράνθη διὰ τὸ μὴ ἔχειν ἰκμάδα· 7 καὶ ἕτερον ἔπεσεν ἐν μέσῳ τῶν ἀκανθῶν, καὶ συμφυεῖσαι αἱ ἄκανθαι ἀπέπνιξαν αὐτό. 8 καὶ ἕτερον ἔπεσεν εἰς τὴν γῆν τὴν ἀγαθήν, καὶ φυὲν ἐποίησε καρπὸν ἑκατονταπλασίονα. ταῦτα λέγων ἐφώνει· Ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν ἀκουέτω. 9 Ἐπηρώτων δὲ αὐτὸν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ λέγοντες· Τίς εἴη ἡ παραβολὴ αὕτη;. 10 ὁ δὲ εἶπεν· Ὑμῖν δέδοται γνῶναι τὰ μυστήρια τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ, τοῖς δὲ λοιποῖς ἐν παραβολαῖς, ἵνα βλέποντες μὴ βλέπωσι καὶ ἀκούοντες μὴ συνιῶσιν. 11 Ἔστι δὲ αὕτη ἡ παραβολή· ὁ σπόρος ἐστὶν ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ· 12 οἱ δὲ παρὰ τὴν ὁδόν εἰσιν οἱ ἀκούσαντες, εἶτα ἔρχεται ὁ διάβολος καὶ αἴρει τὸν λόγον ἀπὸ τῆς καρδίας αὐτῶν, ἵνα μὴ πιστεύσαντες σωθῶσιν. 13 οἱ δὲ ἐπὶ τῆς πέτρας οἳ ὅταν ἀκούσωσι, μετὰ χαρᾶς δέχονται τὸν λόγον, καὶ οὗτοι ῥίζαν οὐκ ἔχουσιν, οἳ πρὸς καιρὸν πιστεύουσι καὶ ἐν καιρῷ πειρασμοῦ ἀφίστανται. 14 τὸ δὲ εἰς τὰς ἀκάνθας πεσόν, οὗτοί εἰσιν οἱ ἀκούσαντες, καὶ ὑπὸ μεριμνῶν καὶ πλούτου καὶ ἡδονῶν τοῦ βίου πορευόμενοι συμπνίγονται καὶ οὐ τελεσφοροῦσι. 15 τὸ δὲ ἐν τῇ καλῇ γῇ, οὗτοί εἰσιν οἵτινες ἐν καρδίᾳ καλῇ καὶ ἀγαθῇ ἀκούσαντες τὸν λόγον κατέχουσι καὶ καρποφοροῦσιν ἐν ὑπομονῇ».