HELLENOPHONIA

Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου 2026

 

Ἀνάμνησις τῆς Ἁγίας Σκέπης τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καὶ Ἀειπαρθένου Μαρίας, Μνήμη τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Ἀνανίου, ἑνὸς τῶν Ἑβδομήκοντα, καὶ τοῦ Ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν Ῥωμανοῦ τοῦ Μελῳδοῦ, 1 Οκτωβρίου 2026 (1/10/25),(1-10-2023), (Αριθμ. 45Β–3)

(ΣΗΜΕΙΩΜΑ)


Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν


Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ.

 

Α. 1.α. Με απόφαση της Εκκλησίας της Ελλάδος η εορτή της Αναμνήσεως της Αγίας Σκέπης της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας μετεφέρθη την 28η Οκτωβρίου. Η αφορμή του εορτασμού είναι η φανέρωση της Παναγίας στο μοναχό Ανδρέα, τον Όσιο Ανδρέα το Σαλό, και τον ακόλουθό του Επιφάνιο, σε μία αγρυπνία τους στην Παναγία των Βλαχερνών, όπου, σύμφωνα με την υμνολογία της ημέρας, η Παναγία, ακολουθούμενη από πλήθος αγγέλων και τους Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο και τον Ευαγγελιστή Ιωάννη, η εορτή των οποίων προηγήθηκε κατ᾽ αυτάς, φανερώνεται και απλώνει τη σκέπη της ως προστασία και σκέπη του πιστού λαού της Βασιλεύουσας, σε μία περίοδο πολιορκίας από τους Άραβες επί Λέοντος ΣΤ´ του Σοφού (886-911): «Μέγα καὶ παράδοξον θαῦμα σήμερον, ὁ θαυμαστὸς Ἀνδρέας τεθέαται, ἐν τῷ περιβλέπτῳ ναῷ τῶν Βλαχερνῶν· ἡ γὰρ Παντάνασσα Δέσποινα, λαμπροφανὴς ἐπιστᾶσα, ὑπ᾽ Ἀγγέλων δορυφορούντων προπεμπομένη, μέσον δὲ τοῦ Βαπτιστοῦ, καὶ Θεολόγου Ἰωάννου χειροκρατουμένη, ἔνδον τῶν ἀδύτων εἰσελθοῦσα καὶ τὸ ἐκεῖσε φρουρούμενον μαφόριον αὐτῆς ἀναπτύξασα, τὸ τῆς παρθενίας φρικτὸν τεκμήριον, μεθ᾽ οὗ τὴν ἄχραντον κεφαλὴν αὐτῆς περιέσκεπεν, ἐν κόσμῳ περιοῦσα, καὶ τοῦτο ἐφαπλώσασα, τὸν πιστὸν λαὸν περιέσκεπεν· ὃ καὶ κατιδὼν ὁ ἱερὸς Ἐπιφάνιος, φόβῳ καὶ χαρᾷ συσχεθεὶς τὸν διδάσκαλον ἐπηρώτα· ὢ τοῦ θαύματος, τὴν χάριν αὐτῆς ἡ Βασίλισσα, διὰ τοῦ μαφορίου αὐτῆς τοῖς πιστοῖς διένειμεν, οὗ τινος θαύματος τὴν ἀνάμνησιν ἑορτάζοντες, τῇ Θεοτόκῳ βοήσωμεν, σκέπασον καὶ ἡμᾶς ἐν τῇ Σκέπῃ σου Πανάχραντε, καὶ ῥῦσαι κολάσεως τὰς ψυχὰς ἡμῶν», Εἰς τὴν Λιτήν, Ἰδιόμελο α´, ἦχος α´. Πάντως η εορτή έχει εισαχθεί μεταγενέστερα, γιατί δεν απαντά Στο Τυπικό της Μεγάλης Εκκλησίας αλλά ούτε στα Μεσαιωνικά Σλαβικά Μηνολόγια, που ακολουθούν ενπολλοίς το Τυπικό της Μεγάλης Εκκλησίας.

β. Αναφέρω τα Μηνολόγια, γιατί είναι ένα είδος που, λόγω της δομής τους, επιδέχονται ελάχιστες μεταβολές. Η εορτή, που συνδέεται με το προαναφερθέν ιστορικό γεγονός, εμφανίσθηκε στο Άγιο Όρος στα μέσα του 19ου αι. και συνδέεται αφενός μεν με την κατασκευή παρεκκλησίων της Αγίας Σκέπης με χορηγίες από Ρώσους, ή προσδεδεμένους με τη ρωσική επιρροή στο Άγιο Όρος στα μέσα του 19ου αι., ή ακόμη και με τη θεωρία του «ξανθού γένους», και αφετέρου με την Ακολουθία που συνέγραψε ο μοναχός Ιάκωβος Νεασκητιώτης το 1848, ο οποίος είχε σχέσεις με τους κύκλους ρωσικής επιρροής. Το στοιχείο που δεν πρέπει να παραθεωρείται είναι ότι η εορτή αναδύθηκε στη Ρωσία από τον Άγιο Ανδρέα Μπογκολιούμπωφ (1157-1174), συντάκτη Ακολουθίας στα σλαβονικά, αρκετά περίεργο γεγονός, σε μία περίοδο που, λόγω των Σταυροφοριών και των Σελτζούκων, η Βυζαντινή Αυτοκρατορία είχε υποστεί όχι μόνο πλήγματα ανεπανόρθωτα ως πολιτική οντότητα αλλά αναγκάσθηκε να διαχειρισθεί, πολλές φορές και με υποχωρήσεις τη Λατινική πίεση. Η πτώση της Κωνσταντινούπολης, εξάλλου, το 1204 και η κατοχή της Αγίας Σοφίας από τους Λατίνους, ήταν η κατάληξη ενός δράματος που μετρούσε προϊστορία σχεδόν τετρακόσια χρόνια και εκατό σχεδόν χρόνια επίμονης πολιορκίας. Έτσι ένας Σκύθης Άγιος, ο Άγιος Ανδρέας ο Σαλός, με ένα όραμα στην Παναγία των Βλαχερνών θα μπορούσε να είναι ένα όχημα για ένα φερτό όραμα μιας νέας Ορθόδοξης Αυτοκρατορίας με ένα πρίγκιπα, μάλιστα, Άγιο, ονόματι Ανδρέα από Βλαδίμηρο και μάλιστα σε μία ημερομηνία συνεορτής ενός Αγίου, του Αγίου Ρωμανού του Μελωδού, που έζησε σε μοναστήρι της Θεοτόκου, διακόνησε στην Παναγία των Βλαχερνών και στην υμνολογική παράδοση της Εκκλησίας κατονομάζεται ως ποιητής των Κοντακίων, άρα και του Ακαθίστου Ύμνου, κατά μία παράδοση!

γ. Επίσης η κατασκευή παρεκκλησίων της Αγίας Σκέπης σε μοναστήρια του Αγίου Όρους στα μέσα του 19ου αι. της δημιουργίας των εθνικών κρατών σ᾽ ολόκληρη την κατακερματισμένη πια Ευρώπη με παράλληλη και τη δημιουργία Ρωσικής Αποστολής στα Ιεροσόλυμα το 1847 και οθωμανική αναγνώρισή της το 1857 ελάχιστα περιθώρια αφήνει για τη στόχευση αντικατάστασης του Οικουμενικού Πατριαρχείου από τη Μόσχα. Το πώς η Μητέρα Εκκλησία αντιμετώπισε την πρόκληση αυτή, μάς παρέχεται ένα μέγα ιστορικό δίδαγμα, καθάρσεως με τη σύνοδο κατά του εθνοφυλετισμού το 1872, ανοχής, ελέους και οιμουμενικότητος της ελληνόφωνης ερμηνείας του κόσμου τριών χιλιάδων χρόνων γραπτού λόγου και ζωής, ως οικουμενικού γεγονότος και καθόλου φυλετικής διάκρισης!

2. Ιδιαίτερη μνεία γίνεται στο Τυπικό της Μεγάλης Εκκλησίας για την Ακολουθία του Αγίου Αποστόλου Ανανία, γνωστού από το όραμά του στις Πράξεις των Αποστόλων (9, 10-18), για να μεταβεί προς συνάντηση του Αποστόλου Παύλου, μετά το όραμα του δευτέρου καθοδόν προς Δαμασκό, ο οποίος Απόστολος Ανανίας είναι και ο βαπτιστής του Αποστόλου Παύλου. Τα λείψανα του Αποστόλου Ανανία μεταφέρθηκαν στην Κωνσταντινούπολη, προφανώς στην Εκκλησία των Αγίων Αποστόλων, καθώς αναφέρεται πάντα ως Απόστολος. Ιδιαιτέρως ο Απόστολος Ανανίας εορτάζεται στη Δαμασκό, όπου σώζεται η οικία του ως εκκλησία, θεωρούμενη ως ο τόπος του βαπτίσματος του Αποστόλου Παύλου.

3. Η μνήμη του Αγίου Ρωμανού, ποιητή και μελωδού των Κοντακίων, όπως μνημονεύεται στο Τυπικό της Μεγάλης Εκκλησίας, «Τελεῖται... ἐν τῷ αὐτῷ τῆς ἁγίας ἀειπαρθένου Θεοτόκου ναῷ ἐν τοῖς Κύρου».Πρόκειται για το παρεκκλήσιο του αββά Κύρου, αφιερωμένο στη Θεοτόκο, πλησίον της εκκλησίας του Αγίου Μωκίου στο έβδομο διαμέρισμα, όπου ήταν και το Προφητείο του Αγίου Ιωάννου του Βαπτιστή, σύμφωνα, μάλιστα, με το Τυπικό της Μεγάλης Εκκλησίας. Ο Άγιος Ρωμανός, γεννημένος στην Έμεσα της Συρίας, μία πόλη γνωστή από τον Άγιο Παύλο Εμέσης, ένα Πατέρα που μεσολάβησε στη μετασυνοδική περίοδο της Γ´ Οικουμενικής Συνόδου, ώστε να αρθεί το σχίσμα μεταξύ Αλεξάνδρειας και Αντιόχειας (Αγίων Κυρίλλου Αλεξανδρείας και Ιωάννου Αντιοχείας) με την Έκθεση των Διαλλαγών, πέρασε από την εκκλησία της Αναστάσεως της Βηρυτού και εν συνεχεία έζησε στην Κωνσταντινούπολη επί Αναστασίου Α' (491-518) και πρόλαβε και τα μέσα της βασιλείας Ιουστινιανού. Προφανώς έζησε στο μοναστήρι της Θεοτόκου «ἐν τοῖς Κύρου», ενώ διακόνησε στην Αγία Σοφία και το μοναστήρι των Βλαχερνών. Έτσι, μολονότι η θεολογική του παραγωγή φέρει το ιδιαίτατο βάρος της Γ´ και Δ´ Οικουμενικής Συνόδου και θα ήταν εύλογο να εορτάζεται η μνήμη του ιδίως στην Παναγία των Βλαχερνών, ένθα και η εσθήτα της Θεοτόκου, παρέμεινε να τιμάται η μνήμη του στο μοναστήρι που έζησε, ένθα και το παρεκκλήσιο το αφιερωμένο στη Θεοτόκο.

Κατά ταύτα, το γεγονός του τόπου της μνήμης του Αγίου Ρωμανού του Μελωδού ανοίγει μία επιπλέον θυρίδα κατά τη μελέτη της Γραμματείας αυτού του Υμνωδού της Εκκλησίας όχι απλώς ως λογίου αλλά και φορέως μιας νηπτικής παράδοσης που συνυφαίνεται με τη λειτουργική ζωή.

 


ΚΥΡΙΑΚΗ Β´ ΛΟΥΚΑ, Μνήμη τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρὸς ἡμῶν Ἱεροθέου, Ἐπισκόπου Ἀθηνῶν, 4 Οκτωβρίου 2026 (5/10/2025), (4-10-20) (30/9/2018), (Αριθμ. 45Β3) 

Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ.

 

Α. 1. Εχθές και σήμερα  η Εκκλησία εορτάζει τη μνήμη δύο Αγίων των αποστολικών χρόνων της Εκκλησίας στην πόλη της Αθήνας, του τόσο σημαντικού κέντρου της κλασικής και ελληνορωμαϊκής περιόδου, των Αγίων Ιεροθέου και Διονυσίου του Αρεοπαγίτη. Εξ αυτών ο Κανόνας του Αγίου Ιεροθέου, έργο του Οσίου Θεοφάνους του Γραπτού (778-845), βασίζεται στο βίο του Αγίου, όπως αποτυπώθηκε στην παράδοση της Εκκλησίας, αλλά συγχρόνως απηχεί τη νηπτική πράξη και τη συνοδική ερμηνεία των συνεπειών του άρρητου έργου του Χριστού στους θεηγόρους Αγίους της Αποστολικής περιόδου της Εκκλησίας και την έκλαμψη της χάριτος του Αγίου Πνεύματος επ᾽ αυτών κατά τη λειτουργική πράξη της δεύτερης περιόδου της Εικονομαχίας με την παραγωγή Κανόνων και Στιχηρών Προσομοίων.

2. Ο Άγιος Ιερόθεος μαζί με τον Άγιο Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη και τη γυναίκα του δεύτερου Αγία Δάμαρι, ανήκει στον πυρήνα της πρώτης εκκλησίας των Αθηνών, που προήλθε από το κήρυγμα του Αποστόλου Παύλου στην Πνύκα κατά τη μαρτυρία των Πράξεων: «Τινὲς δὲ ἄνδρες κολληθέντες αὐτῷ ἐπίστευσαν, ἐν οἷς καὶ Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης καὶ γυνὴ ὀνόματι Δάμαρις καὶ ἕτεροι σὺν αὐτοῖς». (Πράξ. ιζ΄, 34). Αμφότεροι ήσαν μέλη της Γερουσίας του Αρείου Πάγου, ενώ φαίνεται ότι ο Άγιος Διονύσιος υπήρξε ο πρώτος επίσκοπος και εν συνεχεία προχείρισε τον Άγιο Ιερόθεο, έχοντας αναλάβει ο ίδιος ιεραποστολική δράση.

3. Ο Όσιος Θεοφάνης ο Γραπτός, ο οποίος συγκρότησε και τον Κανόνα στον Άγιο Διονύσιο, διασώζει την παράδοση της Εκκλησίας ότι αμφότεροι, μαζί με τον αγαπημένο ακόλουθο του Αποστόλου Παύλου Απόστολο Τιμόθεο, παραβρέθηκαν στην Κοίμηση της Θεοτόκου. Αυτήν την παράδοση αποτυπώνει το Θεοτοκίο, ήχ. β´, μετά το Εξαποστειλάριο του Ιερομάρτυρος Διονυσίου: «Ἐν τῇ σεπτῇ κοιμήσει σου, Παναγία Παρθένε, παρῆν ὁ Διονύσιος, σὺν τῷ Ἱεροθέῳ, καὶ Τιμοθέῳ τῷ θείῳ, ἅμα τοῖς, Ἀποστόλοις, ἕκαστος ὕμνον ᾄδοντες, πρόσφορον τῇ σῇ μνήμῃ· μεθ᾽ ὧν καὶ νῦν, πᾶσα γλῶσσα βρότειος ἀνυμνεῖ σε, τὴν τοῦ Θεοῦ λοχεύτριαν, καὶ τοῦ κόσμου προστάτιν».

4. Οι Κανόνες των δύο Αγίων φαίνεται ότι έχουν προκύψει από την επίδραση που άσκησαν στη νηπτική πράξη και την ερμηνεία των μυστηρίων της Εκκλησίας τα λεγόμενα Αρεοπαγιτικά κείμενα, κυρίως το Περὶ θείων ὀνομάτων και Περὶ οὐρανίας ἱεραχίας, τα οποία προτάθηκαν ως έργα του Αγίου Διονυσίου στις συζητήσεις του 532 μεταξύ των μοναχών της Κωνσταντινούπολης και του Σεβήρου Αντιοχείας στο πλαίσιο μιας μονοφυσιτικής ερμηνείας βασικών διατυπώσεων του Αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας, ώστε να επαναδιατυπωθεί κατά Σεβήρο ο Όρος της Οικουμενικής Συνόδου της Χαλκηδόνος (451). Ανεξάρτητα από τους ισχυρισμούς θεολόγων και φιλολόγων για τα Αρεοπαγιτικά κείμενα το βέβαιο είναι ότι είναι τα πρώτα κείμενα που ερμηνεύουν τη Θεία Λειτουργία ως το μυστήριο της Θείας Οικονομίας σε μία ενότητα κτίση-δημιουργία, ιστορία και τελείωση. Ακόμη τίθεται σε συζήτηση σε γενικές γραμμές το ίδιο το κείμενο της Θείας Λειτουργίας, που, ως μυστήριο μόνο των βαπτισμένων μελών, δεν ετίθετο σε κοινό δημόσιο διάλογο παρά μόνο με έμμεσες αναφορές. Η ενέργεια αυτή προήλθε, βέβαια, από το Σεβήρο Αντιοχείας, που από την αμφισβήτηση της Χαλκηδόνος έφτασε στην οργάνωση χωριστής εκκλησιαστικής κοινότητας με θεμελίωση ιδιαίτερης ιεραρχίας, πράγμα που είχε και ως συνέπεια τη χαλάρωση ως προς τη δημοσιοποίηση των λόγων αλλά και της ερμηνείας της Θείας Ευχαριστίας. Το ευεργετικό στοιχείο, ωστόσο, ήταν η εκρηκτική προαγωγή της λειτουργικής και υμνολογικής πράξης της Εκκλησίας, η μετάβαση από το Κοντάκιο στους Κανόνες, διά των οποίων συνοψίζεται Παλαιά και Καινή Διαθήκη, η εικονογραφική αποτύπωση του Μυστηρίου της Θείας Οικονομίας και με μεγαλύτερη ένταση και οργάνωση η νηπτική πράξη, που θα αποτελέσει το φωτοειδή καρπό της αγιοσύνης για όλα τα μέλη της Εκκλησίας, ως κοινή δωρεά και προκοπή βίου. Επ᾽ αυτού ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής με τις ερμηνευτικές του προτάσεις στους Λόγους του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου και τα Αρεοπαγιτικά κείμενα φθάνει να συνδέσει το Μυστήριο της Θείας Ενανανθρωπήσεως με την κλήση σε εκκλησιασμό των πάντων, ένα κοινό όραμα για την Εκκλησία ως την Πεντηκοστή των εθνών και σύμπαντος του κόσμου. Είναι αυτό το στοιχείο που θα αξιοποιηθεί σε μία ενότητα λειτουργικής και πατερικής ερμηνείας, συνοδικής πράξης και νηπτικού βίου από τον Άγιο Ιωάννη το Δαμασκηνό και αργότερα εν τη ιστορική πορεία από τους ησυχαστές Άγιους Πατέρες, οι οποίοι συνοψίζουν ολόκληρη τη φιλοκαλική παραγωγή και νηπτική πράξη της Εκκλησίας συμπεριλαμβάνοντας και τους λαϊκούς, όλο το πλήρωμα της Εκκλησίας σε ιεραρχική ευχαριστιακή διάταξη.


Β. 1. Το Αποστολικό Ανάγνωσμα της σημερινής Κυριακής είναι ένα απόσπασμα που αφορά στο θέμα της συγκέντρωσης χρημάτων (λογείας) ως βοήθειας για την Αποστολική Εκκλησία των Ιεροσολύμων. Με ένα πολύ προσωπικό τόνο ο Απόστολος Παύλος προσπαθεί να φιλοτιμήσει τους χριστιανούς της Αχαΐας με κέντρο την Κόρινθο, που φαίνεται ότι είχαν αργοπορήσει, να συνεισφέρουν από καρδίας. Μάλιστα φέρει ως παράδειγμα τις εκκλησίες της Μακεδονίας, που, παρά την πτωχεία τους, πρόσφεραν με το παραπάνω: «1 Γνωρίζω δὲ ὑμῖν, ἀδελφοί, τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ τὴν δεδομένην ἐν ταῖς ἐκκλησίαις τῆς Μακεδονίας, 2 ὅτι ἐν πολλῇ δοκιμῇ θλίψεως ἡ περισσεία τῆς χαρᾶς αὐτῶν καὶ ἡ κατὰ βάθους πτωχεία αὐτῶν ἐπερίσσευσεν εἰς τὸ πλοῦτος τῆς ἁπλότητος αὐτῶν». (Κορινθ. Β´, κεφ. 8, 1-3) και ζητά να τον βγάλουν ασπροπρόσωπο απέναντι στους Μακεδόνες, γιατί τους έχει επαινέσει ότι αυτοί, οι Κορίνθιοι, θα εισφέρουν πολλά, γιατί έχουν ετοιμασθεί από την προηγούμενη χρονιά με ζήλο, και, μήπως, αν έλθουν μαζί του Μακεδόνες χριστιανοί και δεν έχει αποδώσει η λογεία, θα διαψευσθεί: «2 οἶδα γὰρ τὴν προθυμίαν ὑμῶν ἣν ὑπὲρ ὑμῶν καυχῶμαι Μακεδόσιν, ὅτι Ἀχαΐα παρεσκεύασται ἀπὸ πέρυσι· καὶ ὁ ἐξ ὑμῶν ζῆλος ἠρέθισε τοὺς πλείονας. 3 ἔπεμψα δὲ τοὺς ἀδελφούς, ἵνα μὴ τὸ καύχημα ἡμῶν τὸ ὑπὲρ ὑμῶν κενωθῇ ἐν τῷ μέρει τούτῳ, ἵνα, καθὼς ἔλεγον, παρεσκευασμένοι ἦτε, 4 μήπως ἐὰν ἔλθωσι σὺν ἐμοὶ Μακεδόνες καὶ εὕρωσιν ὑμᾶς ἀπαρασκευάστους καταισχυνθῶμεν ἡμεῖς, ἵνα μὴ λέγωμεν ὑμεῖς, ἐν τῇ ὑποστάσει ταύτῃ τῆς καυχήσεως». (Κορινθ. Β´, κεφ. 9, 2-4).

2. Η λογεία του Αποστόλου Παύλου αποτέλεσε πρότυπο για την ενίσχυση των πτωχών και εν κινδύνω χριστιανών, αλλά συγχρόνως και ένα ισχυρό παράδειγμα οργανώσεως του κοινωνικού βίου της Εκκλησίας, που, μετά τη δημόσια αναγνώριση της θρησκευτικής της οντότητας από το Μ. Κωνσταντίνο, απετέλεσε καταφυγή των αδυνάτων, ένα κοινό αγαθό προς τον άνθρωπο. Η φιλανθρωπία της Εκκλησίας, ως όρος, σκανδαλίζει σήμερα πολλούς ανθρώπους, οι οποίοι νομίζουν ότι αποτελεί πρόοδο μόνο η νομοθέτηση των λεγομένων ατομικών δικαιωμάτων και ελευθεριών, όπου το κράτος νομοθετεί και συγχρόνως εξουθενώνει τον πολίτη στην απροσωπία του και τη γραφειοκρατική διαμεσολάβηση, όμως, ο όρος φιλανθρωπία δεν υπάρχει στην Εκκλησία ως μία ατομική, ή ακόμη συλλογική ενέργεια, αλλά ως ανταπόκριση στη φιλανθρωπία του Θεού, του πτωχεύσαντος και ενανθρωπήσαντος Λόγου, ο οποίος δωρείται την κοινότητα των αγαθών και της ζωής. Γι᾽ αυτό ο Απόστολος ομιλεί περί της δικαιοσύνης και της απλότητος βίου και της παροχής ως ευχαριστίας προς το Θεό, που σημαίνει ανάκληση του ανθρώπου στην κατάσταση της αγάπης που δεν ζητεί τα εαυτής, γιατί ο αγαθός δότης είναι ο ίδιος Θεός, που συγκαταβαίνει, αγαπά και δίδει ανεξαιρέτως σε όλους τους ανθρώπους χωρίς διακρίσεις και νομοθετικά πλαίσια!

 

Γ. 1. Το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα είναι απόσπασμα από την Επί του Όρους Ομιλία. Συνήθως γίνεται προσφυγή, ιδίως, στο παρόν απόσπασμα από χριστιανούς και μη, είτε προς ατομικό έλεγχο των χριστιανών, ή συλλογικό έλεγχο της Εκκλησίας, ως και η Εκκλησία να διαχειρίζεται τα πράγματα ολόκληρης της ανθρωπότητας. Η Επί του Όρους Ομιλία ειπώθηκε καταρχάς ως έλεγχος του Ισραήλ περί μη τηρήσεως του Νόμου, και γι᾽ αυτό οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι, που υποτίθεται ότι γνώριζαν το Νόμο, ήταν οι πρώτοι που αμφισβήτησαν το Χριστό. Δεύτερον ο Χριστός, ο οποίος είχε κάνει την κλήση και εκλογή των Δώδεκα Αποστόλων, όπως πληροφορούμαστε από τους στίχους 13-16 του αυτού κεφαλαίου (13 καὶ ὅτε ἐγένετο ἡμέρα, προσεφώνησε τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ, καὶ ἐκλεξάμενος ἀπ᾽ αὐτῶν δώδεκα, οὓς καὶ ἀποστόλους ὠνόμασε, 14 Σίμωνα, ὃν καὶ ὠνόμασε Πέτρον, καὶ Ἀνδρέαν τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, Ἰάκωβον καὶ Ἰωάννην, Φίλιππον καὶ Βαρθολομαῖον, 15 Ματθαῖον καὶ Θωμᾶν, Ἰάκωβον τὸν τοῦ Ἁλφαίου καὶ Σίμωνα τὸν καλούμενον Ζηλωτὴν, 16 Ἰούδαν Ἰακώβου καὶ Ἰούδαν Ἰσκαριώτην, ὃς καὶ ἐγένετο προδότης), ομιλεί ανακεφαλαιώνοντας το Νόμο, τις νομικές, δηλαδή, διατάξεις που αφορούσαν στις σχέσεις μεταξύ των μελών της Συναγωγής, αίροντας την ιουδαϊκή αποκλειστικότητα, προβάλλοντας τον άνθρωπο της χάριτος, τον ανακαινισμένο εν Χριστώ άνθρωπο. Γι᾽ αυτό το κήρυγμά του διενεργείται ενώπιον του ὄχλου, μεταξύ του οποίου συμπεριλαμβάνονται και άνθρωποι αλλόφυλοι, παροικούντες στη Γαλιλαία.

2. Αυτό είναι ένα κρίσιμο σημείο της δημόσιας παρουσίας του Χριστού, γιατί εξαρχής αποκαλύπτεται προς πάντας ως Θεός και ομιλεί για όλους τους ανθρώπους. Η ευθύνη, ασφαλώς, του Ισραήλ ήταν βαρύνουσα, γιατί αυτοί έχοντες την προφητική παράδοση όφειλαν να αναγνωρίσουν τον εν σαρκί αποκαλυφθέντα Λόγο του Θεού, το διενεργήσαντα τις Θεοφάνειες στον Αβράμ, τον Ισαάκ, τον Ιακώβ, το Μωϋσή και τους άλλους Αγίους Προφήτες. Αίρονας την ιουδαϊκή αποκλειστικότητα ο Χριστός αίρει και όλες τις συμβάσεις του βίου των ανθρώπων. Έτσι το θέμα δεν είναι απλώς η αγάπη, η αγαθοποιΐα και ο δανεισμός, αλλά η συμφιλίωση ολόκληρου του ανθρώπινου γένους στο πρόσωπο του εν σαρκί αποκαλυφθέντος Λόγου, γιατί «αὐτὸς χρηστός ἐστιν ἐπὶ τοὺς ἀχαρίστους καὶ πονηρούς», και γιατί το Μυστήριο της Θείας Οικονομίας αφορά σε όλο το ανθρώπινο γένος, κατά τη φιλανθρωπία και τον οικτιρμό του Θεού Πατρός. Πρόκειται, λοιπόν, για θεοφανικό κήρυγμα μυσταγωγίας και όχι για ένα κήρυγμα ανθρώπινης ηθικιστικής τακτοποίησης βίου και συμπεριφοράς και υποκρισίας.

3. Διαβάζοντας από την αρχή το Κατά Λουκάν Ευαγγέλιο, όπως κατανέμονται οι ευαγγελικές περικοπές κάθε μέρα της εβδομάδος στο Ορθόδοξο εορτολόγιο της περιόδου, πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι, πορευόμενοι προς τα Χριστούγεννα, αρχίζει να εκδιπλώνεται εκ των κάτω χρονικά η γενεολογία του Χριστού, παιδαγωγούμενοι εις Χριστόν, παλαιός και νέος Ισραήλ.

 

Αποστολικό Ανάγνωσμα: B´ Κορινθ. θ´, 6-11: «6 Τοῦτο δέ, ὁ σπείρων φειδομένως φειδομένως καὶ θερίσει, καὶ ὁ σπείρων ἐπ᾽ εὐλογίαις ἐπ᾽ εὐλογίαις καὶ θερίσει. 7 ἕκαστος καθὼς προαιρεῖται τῇ καρδίᾳ, μὴ ἐκ λύπης ἢ ἐξ ἀνάγκης· ἱλαρὸν γὰρ δότην ἀγαπᾷ ὁ Θεός. 8 δυνατὸς δὲ ὁ Θεὸς πᾶσαν χάριν περισσεῦσαι εἰς ὑμᾶς, ἵνα ἐν παντὶ πάντοτε πᾶσαν αὐτάρκειαν ἔχοντες περισσεύητε εἰς πᾶν ἔργον ἀγαθόν, 9 καθὼς γέγραπται· ἐσκόρπισεν, ἔδωκε τοῖς πένησιν, ἡ δικαιοσύνη αὐτοῦ μένει εἰς τὸν αἰῶνα. 10 Ὁ δὲ ἐπιχορηγῶν σπέρμα τῷ σπείροντι καὶ ἄρτον εἰς βρῶσιν χορηγήσαι καὶ πληθύναι τὸν σπόρον ὑμῶν καὶ αὐξήσαι τὰ γενήματα τῆς δικαιοσύνης ὑμῶν· 11 ἐν παντὶ πλουτιζόμενοι εἰς πᾶσαν ἁπλότητα, ἥτις κατεργάζεται δι᾽ ἡμῶν εὐχαριστίαν τῷ Θεῷ».


Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: Λουκ. στ´, 31-36: «31 καὶ καθὼς θέλετε ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι, καὶ ὑμεῖς ποιεῖτε αὐτοῖς ὁμοίως. 32 καὶ εἰ ἀγαπᾶτε τοὺς ἀγαπῶντας ὑμᾶς, ποία ὑμῖν χάρις ἐστί; καὶ γὰρ οἱ ἁμαρτωλοὶ τοὺς ἀγαπῶντας αὐτοὺς ἀγαπῶσι. 33 καὶ ἐὰν ἀγαθοποιῆτε τοὺς ἀγαθοποιοῦντας ὑμᾶς, ποία ὑμῖν χάρις ἐστί; καὶ γὰρ οἱ ἁμαρτωλοὶ τὸ αὐτὸ ποιοῦσι. 34 καὶ ἐὰν δανείζητε παρ᾽ ὧν ἐλπίζετε ἀπολαβεῖν, ποία ὑμῖν χάρις ἐστί; καὶ γὰρ ἁμαρτωλοὶ ἁμαρτωλοῖς δανείζουσιν ἵνα ἀπολάβωσι τὰ ἴσα. 35 πλὴν ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν καὶ ἀγαθοποιεῖτε καὶ δανείζετε μηδὲν ἀπελπίζοντες, καὶ ἔσται ὁ μισθὸς ὑμῶν πολύς, καὶ ἔσεσθε υἱοὶ ὑψίστου, ὅτι αὐτὸς χρηστός ἐστιν ἐπὶ τοὺς ἀχαρίστους καὶ πονηρούς. 36 Γίνεσθε οὖν οἰκτίρμονες καθὼς καὶ ὁ πατὴρ ὑμῶν οἰκτίρμων ἐστί».

Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2026

 

ΚΥΡΙΑΚΗ Α´ ΛΟΥΚΑ, 27 Σεπτεμβρίου 2026, Μνήμη τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Καλλιστράτου, καὶ τῶν σὺν αὐτῷ, (5/10/2025), (24/9/23), (27/9/2020), (223/9/2018),

(Αριθμ. 43Β3)

 

Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ.


Α. 1. Ο σήμερον εορταζόμενος Άγιος Μάρτυρας Καλλίστρατος μαρτύρησε, όπως πολλοί Μεγαλομάρτυρες, κατά την περίοδο του διωγμού του Διοκλητιανού (284-304). Ήταν ο τελευταίος μαζικός διωγμός, που εκδηλώθηκε ιδιαίτερα σφοδρά στην περιοχή της Καρχηδόνος, (Β. Αφρική), την πατρίδα του, η οποία αποτελούσε επαρχία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας με έντονο χριστιανικό στοιχείο. Από την Εκκλησιαστική Ιστορία μάς είναι γνωστά τα γεγονότα που ταλάνισαν την εκκλησία της Καρχηδόνος κατά τον προηγούμενο διωγμό του Δεκίου (249-251) από την παρουσία του Αγίου Κυπριανού, ο οποίος είναι ένας από τους μεγάλους Πατέρες, ο οποίος έγραψε για τη σημασία του Αγίου Βαπτίσματος και την ενότητα της Εκκλησίας. Πρόκειται, δηλαδή, για μία τοπική εκκλησία με βαθειά γνώση του μαρτυρίου και της σημασίας της πίστεως στο Χριστό. Ο Μάρτυς Καλλίστρατος, ο Αθλοφόρος, καταγγέλθηκε ως χριστιανός, γιατί κατά τη στράτευσή σου στο Ρωμαϊκό στρατό τα βράδια προσευχόταν. Οδηγήθηκε στο μαρτύριο εμβληθείς στη θάλασσα σε δεμένο σακί. Ο σάκος κατά τη ρίψη λύθηκε με θαυματουργικό τρόπο, πράγμα που κατέπληξε τους συστρατιώτες του, σαράντα εννέα εκ των οποίων προσχώρησαν στη χριστιανική πίστη. Εν συνεχεία όλοι μαζί οδηγήθηκαν στο θάνατο με αποκεφαλισμό.

2. Ο κανών του Αγίου είναι έργο ενός μεγάλου υμνογράφου της Εκκλησίας, του Οσίου Ιωσήφ του Υμνογράφου (816-886), που γράφει σε μία περίοπτη περίοδο υμνολογικής παραγωγής, λειτουργικής και νηπτικής πράξης της Εκκλησίας. Τα στοιχεία αυτά είναι έντονα στον κανόνα περιβαλλόμενα από τα βασικά σημεία ερμηνείας του καθόλου μυστηρίου της Θείας Οικονομίας, με την πτώση του ανθρώπου ως αγνωσία του Θεού, τη θεογνωσία του Χριστού και το φωτισμό του Αγίου Πνεύματος[1].

 

Β. Στο Αποστολικό Ανάγνωσμα ο Απόστολος Παύλος με ένα έντονα προσωπικό τόνο, έχοντας κάνει έκκληση στους Κορίνθιους να κρατήσουν την ενότητα της εκκλησιαστικής τους κοινότητας, ανεξάρτητα από την προέλευση των πιστών, καθώς μάλιστα τους έχει εξηγήσει την ταυτότητα δικαιοσύνης και χάριτος, ως ενότητα πίστης στο Χριστό, προβάλλει τον ανακαινισμένο άνθρωπο, κατά την καινή κτίση εν Χριστώ του πέμπτου κεφαλαίου, ως κατάσταση υιοθεσίας, ως την καινή επαγγελία της αγιοσύνης και της καθαιρέσεως του αποστατικού πνεύματος της πτώσης, ως ανάπλαση. Είναι ένας λόγος που αίρει είτε τη δουλεία, είτε τη μισθία, κάθε υποκριτική, δηλαδή συμπεριφορά, ή όποια ηθικιστική τακτοποίηση υποχρεώσεων, και ανάγει τον άνθρωπο στην τάξη της υιότητος, μιας ζωντανής φωτοειδούς σχέσης ανθρώπου- Θεού αλλά και μεταξύ των ανθρώπων ως αδελφών και όχι ανταγωνιστών ή αδελφοκτόνων. Ουσιαστικά είναι άρση του στίγματος του Αδάμ αλλά και του Κάιν.

 

Γ. 1. Το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα μπορεί να συνδεθεί, ως έχει ήδη σημειωθεί με την εορτή του Γενεθλίου της Θεοτόκου, ή το πρόσωπο του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου και του Αγίου Ιωάννη του Ευαγγελιστή, του μεγίστου Θεολόγου, αφού έχουμε την αρχή της κλήσεως των πρώτων Μαθητών. Έχει προηγηθεί στο τρίτο κεφάλαιο του Κατά Λουκάν Ευαγγελίου η βάπτιση του Χριστού από τον Ιωάννη, στο τέταρτο οι πειρασμοί και το κήρυγμα στις Συναγωγές της Ιουδαίας, οι θεραπείες και οι θεοσημίες, η θεραπεία της πεθεράς του Σίμωνος και με την αρχή του πέμπτου κεφαλαίου ο Χριστός ανοίγει το κήρυγμά του στον ὄχλο, προς όλο τον κόσμο. Πρέπει να σημειωθεί και πάλι ότι οι Ισραηλίτες της Ιουδαίας, των Ιεροσολύμων, θεωρούσαν τους Ισραηλίτες της Γαλιλαίας δεύτερης κατηγορίας, λόγω επιμειξιών και εγκαταστάσεων και άλλων εθνοτήτων, Ελλήνων και Ρωμαίων, στη Γαλιλαία. Ασφαλώς, στους ακροατές του Χριστού εκτός Συναγωγών, στον όχλο,περιλαμβάνονταν και μη Ιουδαίοι, ή προσήλυτοι. Σημειωτέον ότι οι προσήλυτοι είναι ένα στοιχείο που προσέφερε στον Ισραήλ το οικουμενικό στοιχείο, ένα θεόσδοτο άνοιγμα προς τα έθνη. Εξάλλου, μετά το κήρυγμα από το πλοίο του Σίμωνος- Πέτρου προς τον όχλο και την υπερπληθώρα των ιχθύων από το Σίμωνα και τους αδελφούς Ιάκωβο και Ιωάννη, παιδιά του Ζεβεδαίου, συγγενείς του Χριστού, που ήσαν και μεταξύ τους γνωστοί, ο Χριστός καλεί τον Πέτρο λέγοντας: «Μὴ φοβοῦ· ἀπὸ τοῦ νῦν ἀνθρώπους ἔσῃ ζωγρῶν». Είναι κλήση που αφορά σε όλους τους ανθρώπους, όχι μόνο στους οικείους του Νόμου. Οι τρεις τους έβγαλαν τις βάρκες στη στεριά και ακολούθησαν το Χριστό. Στο ίδιο σημείο θα τους συναντήσει ο Χριστός μετά την Ανάσταση, όταν απογοητευμένοι με τη Σταύρωση, ξαναγύρισαν στη Γεννησαρέτ και άρχισαν να επιδιορθώνουν τις βάρκες! Ας σημειωθεί ακροτελεύτια ότι ο Πέτρος, ο οποίος ήταν προηγουμένως αυτόπτης μάρτυρας της θεραπείας της πεθεράς του, δεν είχε φανεί να του είχε δημιουργήσει το γεγονός ιδιαίτερη εντύπωση. Μετά τη θεραπεία πάει στην παραλία και ετοιμάζεται να ψαρέψει, η πληθωρική ψαριά τον εντυπωσιάζει, ως γνώστη του επαγγέλματος, ίσως και όλες οι θεοσημίες, ομολογεί την αναξιότητά του, αλλά και τη θεότητα του Χριστού, γιατί πέφτει στα γόνατα του Χριστού, τον αποκαλεί Κύριο, ένα όνομα που κυριαρχεί στο Σύμβολο της Πίστεως, ώς κοινό όνομα και των τριών προσώπων της Αγίας Τριάδος. Η περιγραφή, εξάλλου, μάς παραπέμπει στην πίστη ενός Ισραηλίτη, που γνωρίζει την πρώτη εντολή του Δεκαλόγου. Έτσι εξηγείται και η άμεση ανταπόκριση στην κλήση.

2. Πορευόμενη η Εκκλησία προς το γεγονός της Γεννήσεως του Χριστού, ως γεγονός που αφορά σε όλο τον κόσμο, εγκαινιάζει την ανάγνωση του Ευαγγελίου του Λουκά, τρεις σχεδόν μήνες πριν, για να κατηχηθούμε άπαντες με ασφάλεια, όπως σημειώνει ο Ευαγγελιστής από τις πρώτες γραμμές του Ευαγγελίου του, αυτός ένας προσήλυτος, ή ένας χριστιανός εξ εθνών!

 

Αποστολικό Ανάγνωσμα: Β´ Κορινθ. στ´, 16- ζ´, 1: «16 Τίς δὲ συγκατάθεσις ναῷ Θεοῦ μετὰ εἰδώλων; ὑμεῖς γὰρ ναὸς Θεοῦ ἐστε ζῶντος, καθὼς εἶπεν ὁ Θεὸς ὅτι ἐνοικήσω ἐν αὐτοῖς καὶ ἐμπεριπατήσω, καὶ ἔσομαι αὐτῶν Θεός, καὶ αὐτοὶ ἔσονταί μοι λαός. 17 διὸ ἐξέλθετε ἐκ μέσου αὐτῶν καὶ ἀφορίσθητε, λέγει Κύριος, καὶ ἀκαθάρτου μὴ ἅπτεσθε, κἀγὼ εἰσδέξομαι ὑμᾶς, 18 καὶ ἔσομαι ὑμῖν εἰς πατέρα καὶ ὑμεῖς ἔσεσθέ μοι εἰς υἱοὺς καὶ θυγατέρας, λέγει Κύριος παντοκράτωρ.- 1 Ταύτας οὖν ἔχοντες τὰς ἐπαγγελίας, ἀγαπητοί, καθαρίσωμεν ἑαυτοὺς ἀπὸ παντὸς μολυσμοῦ σαρκὸς καὶ πνεύματος, ἐπιτελοῦντες ἁγιωσύνην ἐν φόβῳ Θεοῦ».

 

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: Λουκ. ε´, 1-11: «1 Ἐγένετο δὲ ἐν τῷ τὸν ὄχλον ἐπικεῖσθαι αὐτῷ τοῦ ἀκούειν τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ καὶ αὐτὸς ἦν ἑστὼς παρὰ τὴν λίμνην Γεννησαρέτ, 2 καὶ εἶδε δύο πλοῖα ἑστῶτα παρὰ τὴν λίμνην· οἱ δὲ ἁλιεῖς ἀποβάντες ἀπ’ αὐτῶν ἀπέπλυνον τὰ δίκτυα. 3 ἐμβὰς δὲ εἰς ἓν τῶν πλοίων, ὃ ἦν Σίμωνος, ἠρώτησεν αὐτὸν ἀπὸ τῆς γῆς ἐπαναγαγεῖν ὀλίγον· καὶ καθίσας ἐδίδασκεν ἐκ τοῦ πλοίου τοὺς ὄχλους. 4 ὡς δὲ ἐπαύσατο λαλῶν, εἶπε πρὸς τὸν Σίμωνα· Ἐπανάγαγε εἰς τὸ βάθος καὶ χαλάσατε τὰ δίκτυα ὑμῶν εἰς ἄγραν. 5 καὶ ἀποκριθεὶς Σίμων εἶπεν αὐτῷ· Ἐπιστάτα, δι᾽ ὅλης νυκτὸς κοπιάσαντες οὐδὲν ἐλάβομεν· ἐπὶ δὲ τῷ ῥήματί σου χαλάσω τὸ δίκτυον. 6 καὶ τοῦτο ποιήσαντες συνέκλεισαν πλῆθος ἰχθύων πολύ· διερρήγνυτο δὲ τὸ δίκτυον αὐτῶν. 7 καὶ κατένευσαν τοῖς μετόχοις τοῖς ἐν τῷ ἑτέρῳ πλοίῳ τοῦ ἐλθόντας συλλαβέσθαι αὐτοῖς· καὶ ἦλθον, καὶ ἔπλησαν ἀμφότερα τὰ πλοῖα, ὥστε βυθίζεσθαι αὐτά. 8 ἰδὼν δὲ Σίμων Πέτρος προσέπεσε τοῖς γόνασιν Ἰησοῦ λέγων· Ἔξελθε ἀπ᾽ ἐμοῦ, ὅτι ἀνὴρ ἁμαρτωλός εἰμι, Κύριε· 9 θάμβος γὰρ περιέσχεν αὐτὸν καὶ πάντας τοὺς σὺν αὐτῷ ἐπὶ τῇ ἄγρᾳ τῶν ἰχθύων ᾗ συνέλαβον, 10 ὁμοίως δὲ καὶ Ἰάκωβον καὶ Ἰωάννην, υἱοὺς Ζεβεδαίου, οἳ ἦσαν κοινωνοὶ τῷ Σίμωνι. καὶ εἶπε πρὸς τὸν Σίμωνα ὁ Ἰησοῦς· Μὴ φοβοῦ· ἀπὸ τοῦ νῦν ἀνθρώπους ἔσῃ ζωγρῶν. 11 καὶ καταγαγόντες τὰ πλοῖα ἐπὶ τὴν γῆν, ἀφέντες ἅπαντα ἠκολούθησαν αὐτῷ».



[1]. Βλ. β´ και δ´ τροπάρια της α´ Ωδής.: «Ὥσπερ φαεινότατος ἀστήρ, ἐξανατείλας ηὔγασας, θεογνωσίας φωτί, Χριστοῦ τὴν Ἐκκλησίαν, τὸ σκότος δὲ ἤλασας Μάρτυς τῆς ἀγνωσίας, καὶ τεμένη τῆς πλάνης καθεῖλες», «Ἄνθραξ θείου Πνεύματος πυρί, ὁ ἱερὸς Γυμνάσιος, προσαναπτόμενος, ἐδείχθη καὶ τῆς πλάνης, τὴν ὕλην κατέφλεξε, θαύμασι δὲ δροσίζει, φλεγομένους καύσει παθημάτων».

Σάββατο 26 Σεπτεμβρίου 2026

 

Ἡ μετάστασις τοῦ Ἀποστόλου καὶ Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου, 26 Σεπτεμβρίου 2026 (26/9/2025), (26-9-23), (26/9/2018) (Αριθμ. 44Α2)

 

Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ.

 

Α. 1. Εορτάζει σήμερα η Εκκλησία τη μετάσταση του Αποστόλου και Ευαγγελιστού Ιωάννου του Θεολόγου. Είναι ο νεότερος από τους Αποστόλους, παιδί, όπως και ο Απόστολος Ιάκωβος, του Ζεβεδαίου, από τη Βηθσαϊδά, και της Μυροφόρου Σαλώμης, συγγενικού προσώπου της Παναγίας, η οποία είχε παρακολουθήσει μαζί με την Παναγία και την Αγία Μαρία τη Μαγδαληνή τη Σταύρωση. Την Κυριακή Α´ Λουκά, (που φέτος είναι η αυριανή 27 Σεπτεμβρίου), συναντoύμε τους αδελφούς Ζεβεδαίου στο πλοιάριο του πατέρα τους στη λίμνη Γεννησαρέτ, μαζί με το Σίμωνα- Πέτρο, από το πλοιάριο του οποίου κήρυξε στον ὄχλο ο Χριστός, και μετά εγκαταλείπουν τα πλοιάρια στη στεριά και ακολουθούν το Χριστό. Στη Σταύρωση του Χριστού ο Ιωάννης αναλαμβάνει να φροντίσει μετά την Παναγία. Εκτός από το Ευαγγέλιο, που η Εκκλησία το αναγινώσκει από το βράδυ της Αναστάσεως και καθόλη τη διάρκεια της Πεντηκοστής, έχουν διασωθεί, ενταγμένες στον Κανόνα της Καινής Διαθήκης, οι τρεις Καθολικές Επιστολές και η Αποκάλυψη, το τελευταίο βιβλίο της Καινής Διαθήκης, που γράφτηκε στην Πάτμο σε περίοδο εξορίας του από την Έφεσο, της οποίας φέρεται ως επίσκοπός της, στην Έφεσο, στην οποία είχε κηρύξει περί το 55 και ο Απόστολος Παύλος, μία πόλη οικονομικό κέντρο και συγχρόνως περίφημη στον αρχαίο κόσμο για το ναό της Εφέσιας Αρτέμιδος, όπου μαρτύρησε με βάναυσο μαρτύριο και ο Απόστολος Τιμόθεος από τα χέρια του ειδωλολατρικού πλήθους, και όπου συγκλήθηκε πιθανόν στον Ι. Ν. στη μνήμη του Ευαγγελιστή Ιωάννου, που λείψανά του σώζονται μέχρι σήμερα, και η περίφημη Γ´ Οικουμενική Σύνοδος το 431, η οποία αποτελεί με το δογματικό ορισμό της Παναγίας ως Θεοτόκου το κέντρο της ερμηνείας του μυστηρίου της Ενανθρωπήσεως του Υιού και Λόγου του Θεού Πατρός και το σταθερό θεμέλιο της συνοδικής συγκροτήσεως της Εκκλησίας για τις επόμενες Οικουμενικές Συνόδους, τις τοπικές και την Ενδημούσα Σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη μέχρι σήμερα. Είναι το σημείο που κατά την εαρινή εορτή τελείται η υπαίθριος Πατριαρχική Θ. Λειτουργία. Καθώς η Έφεσος υπήρξε κέντρο ειδωλολατρίας και πορνικών μυστηρίων, γι᾽ αυτό στην υμνολογία λέγεται ότι ο Ιωάννης κατήγαγε τα είδωλα[1].

2. Ο τάφος του στην Έφεσο εθεωρείτο πηγή ιαμάτων, ενώ στην υμνολογία της Εκκλησίας πέρασε η πίστη ότι μετά την ταφή του, μετέστη, όπως πριν η Παναγία: «Τὴν τῶν Ἀποστόλων ἀκρότητα, τῆς θεολογίας τὴν σάλπιγγα, τὸν πνευματικὸν στρατηγόν, τὸν τὴν οἰκουμένην Θεῷ καθυποτάξαντα, δεῦτε οἱ πιστοὶ μακαρίσωμεν, Ἰωάννην τὸν ἀοίδιμον, ἐκ γῆς μεθιστάμενον, καὶ γῆς οὐκ ἀφιστάμενον, ἀλλὰ ζῶντα καὶ μένοντα, τὴν φοβερὰν τοῦ Δεσπότου δευτέραν ἔλευσιν, ἣν ἀκατακρίτως ὑπαντῆσαι ἡμᾶς αἴτησαι, φίλε μυστικέ, Χριστοῦ ἐπιστήθιε, τοὺς ἐκ πόθου ἐκτελοῦντας τὴν μνήμην σου» (Στη Λιτή, ε´ Στιχηρό Ιδιόμελο). Εξάλλου, στο τελευταίο κεφάλαιο του Κατὰ Ἰωάννην Ευαγγελίου, λίγο παραπάνω από το σημερινό Ευαγγελικό Ανάγνωσμα, όπου ο Χριστός εμφανίζεται μετά την Ανάσταση στους Μαθητές στη λίμνη Γεννησαρέτ και ζητά από τον Πέτρο τρεις φορές, κατ᾽ αντιστοιχίαν της τριπλής αρνήσεως, την επιβεβαιώση ότι τον αγαπά, ότι θα γίνει ποιμήν, ότι θα τον ακολουθήσει, δίδεται η μαρτυρία από τον ίδιο τον Ιωάννη ότι υπήρχε η φήμη ότι ο Χριστός θα τον άφηνε στη γη μέχρι τη δεύτερη έλευσή του: «22 λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· Ἐὰν αὐτὸν θέλω μένειν ἕως ἔρχομαι, τί πρὸς σέ; σύ ἀκολούθει μοι. 23 ἐξῆλθεν οὖν ὁ λόγος οὗτος εἰς τοὺς ἀδελφοὺς ὅτι ὁ μαθητὴς ἐκεῖνος οὐκ ἀποθνήσκει· καὶ οὐκ εἶπεν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς ὅτι οὐκ ἀποθνήσκει, ἀλλ᾽  Ἐὰν αὐτὸν θέλω μένειν ἕως ἔρχομαι, τί πρὸς σέ;» (Ἰω. κα´,  22-23).

 

Β. 1. Η μνήμη του Ευαγγελιστή Ιωάννη εορτάζεται στις 8 Μαΐου, ακριβώς στην κατακλείδα του διαστήματος (4 Απριλίου έως τις 8 Μαΐου) εντός του οποίου κυμαίνεται έως έσχατο χρονικό σημείο και ο εορτασμός του Πάσχα. Με τη μνήμη του ο Ευαγγελιστής, ο οποίος σφράγισε με την αυτοπτική του μαρτυρία τη ζωή της Εκκλησίας στις δυο πρώτες γενιές των χριστιανών, είναι κι ο ίδιος παρών στο γεγονός της Αναστάσεως απτά, εορταστικά και εορτολογικά και όχι μόνο με την ευαγγελική του καταγραφή «Ἐν ἀρχῇ ἦν ο Λόγος...». Είναι παρών πάλι και με την εορτή της μεταστάσεως τρεις μήνες προ των Χριστουγέννων, ως ο Ευαγγελιστής που καταφάσκει με τρόπο εμφατικό το γεγονός της Σαρκώσεως και πάντα με θέαση την ενότητα του μυστηρίου της Θείας Οικονομίας από κτίσεως κόσμου μέχρι τους άπειρους αιώνες της Βασιλείας του Θεού, του αεί ερχομένου ἐν δόξῃ, όπως θριαμβευτικά καταγράφεται στο τέλος της Αποκαλύψεως[2]. Από την αρχή του Ευαγγελίου του, («1 Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος, καὶ ὁ Λόγος ἦν πρὸς τὸν Θεόν, καὶ Θεὸς ἦν ὁ Λόγος. 2 Οὗτος ἦν ἐν ἀρχῇ πρὸς τὸν Θεόν. 3 πάντα δι᾽ αὐτοῦ ἐγένετο, καὶ χωρὶς αὐτοῦ ἐγένετο οὐδὲ ἓν ὃ γέγονεν 4 ἐν αὐτῷ ζωὴ ἦν, καὶ ἡ ζωὴ ἦν τὸ φῶς τῶν ἀνθρώπων.... ») ουσιαστικά μάς ανάγει στην πρώτη στιγμή της Δημιουργίας, ή το Ευαγγέλιο του Ιωάννη, κατ᾽ αντιστοιχία της Γενέσεως, είναι η συνέχεια της καταγραφής της προφητικής ανακεφαλαιώσεως, όπου κατ᾽ άμφω ο δρων είναι ο εις και ο αυτός άσαρκος και ένσαρκος Λόγος, συνεκφαίνων τον Πατέρα και υποδεικνύων τη θεότητα του Αγίου Πνεύματος, ο αυτός Δημιουργός και ανακαινιστής του γένους των ανθρώπων (Γενέσεως α´, 1-3: «Ἐν ἀρχῇ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν. 2 ἡ δὲ γῆ ἦν ἀόρατος καὶ ἀκατασκεύαστος, καὶ σκότος ἐπάνω τῆς ἀβύσσου, καὶ πνεῦμα Θεοῦ ἐπεφέρετο ἐπάνω τοῦ ὕδατος. 3 καὶ εἶπεν ὁ Θεός· γενηθήτω φῶς· καὶ ἐγένετο φῶς»).

2. Στην υμνολογία της εορτής έρχεται και επανέρχεται το πρώτο κεφάλαιο του Ευαγγελίου με σαφείς προεκτάσεις στην παράδοση του μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας και την ομολογία της Αγίας Τριάδος σ᾽ ένα πλαίσιο φωτοείδειας που έχει αποτυπωθεί στο Σύμβολο της Πίστεως και τους Όρους των Οικουμενικών Συνόδων. (Στη Λιτή, Στιχηρό Ιδιόμελο, στο Δόξα, ἦχ. δ´, ποίημα Βυζαντίου: «Ἀναπεσὼν ἐν τῷ στήθει τοῦ Διδασκάλου Χριστοῦ, ἐν τῷ δείπνῳ Κυρίου, ἠγαπημένε Μαθητά, ἐκεῖθεν ἔγνως τὰ ἄρρητα, καὶ τὴν οὐράνιον πᾶσιν ἐβρόντησας φωνήν· Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος, καὶ ὁ Λόγος ἦν πρὸς τὸν Θεόν, καὶ Θεὸς ἦν ὁ Λόγος, τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν, τὸ φωτίζον πάντα ἄνθρωπον, εἰς τὸν κόσμον ἐρχόμενον, Χριστὸς ὁ Θεός, καὶ Σωτὴρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν», επίσης Κάθισμα, ἦχ. πλ. δ´: «Τῆς σοφίας τῷ στήθει ἀναπεσών, καὶ τὴν γνῶσιν τοῦ Λόγου καταμαθών, ἐνθέως ἐβρόντησας· Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος, καλλιγραφήσας πρῶτος, τὴν ἄναρχον γέννησιν, καὶ καταγγείλας πᾶσι, τοῦ Λόγου τὴν σάρκωσιν· ὅθεν καὶ τῇ γλώττῃ, σαγηνεύσας τὰ ἔθνη, τὴν χάριν τοῦ Πνεύματος,ἐκδιδάσκεις τοῖς πέρασι, Θεολόγε Ἀπόστολε· πρὲσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, τῶν πταισμάτων ἄφεσιν δωρήσασθαι, τοῖς ἑορτάζουσι πόθῳ, τὴν ἁγίαν μνήμην σου», και το Εξαποστειλάριο: «Βροντῆς υἱὸς γενόμενος, βροτοῖς ἐθεολόγησας, τό, ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος, Ἀπόστολε Ἰωάννη, ἐπιπεσὼν τῷ στήθει γάρ· Πιστῶς τῷ τοῦ Δεσπότου σου, κἀκεῖθεν ἀρυσάμενος, θεολογίας τὰ ῥεῖθρα, τὴν κτίσιν πᾶσαν ἀρδεύεις». Περιεκτικό όλων είναι το Δοξαστικό του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλως Γερμανού, ή του Βυζαντίου, ἦχ. β´: «Τὸν υἱὸν τῆς βροντῆς, τὸν θεμέλιον τῶν θείων λόγων, τὸν ἀρχηγὸν τῆς θεολογίας, καὶ κήρυκα πρώτιστον, τῆς ἀληθοῦς δογμάτων Θεοῦ σοφίας, τὸν ἠγαπημένον Ἰωάννην καὶ Παρθένον, μερόπων γένος κατὰ χρέος εὐφημήσωμεν· οὗτος γάρ, ἄληκτον ἔχων τὸ θεῖον ἐν ἑαυτῷ, τό, Ἐν ἀρχῇ μὲν ἔφησεν ὁ Λόγος· αὖθίς τε τὸ πρὸς τὸν Πατέρα ἀχώριστον, καὶ τὸ ἴσον μετὰ ταῦτα, τῆς τοῦ Πατρὸς οὐσίας, δεικνύων ἡμῖν δι' αὐτοῦ, τὴν ὀρθοδοξίαν τῆς Ἁγίας Τριάδος,δημιουργόν τε ὄντα σὺν τῷ Πατρί, καὶ ζωὴν φέροντα, καὶ φῶς ἀληθινόν, τὸν αὐτὸν ἔδειξεν ἡμῖν. Ὢ θαύματος ἐκστατικοῦ καὶ πράγματος ἐκπληκτικοῦ! ὅτι πλήρης ὢν τῆς ἀγάπης, πλήρης γέγονε καὶ τῆς θεολογίας, δόξῃ καὶ τιμῇ καὶ πίστει, θέμεθλος ὑπάρχων, τῆς ἀκραιφνοῦς ἡμῶν πίστεως, δι᾽  ἧς τύχοιμεν τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν, ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῆς κρίσεως».

3. Οι σύγχρονοι θεολόγοι, που ασχολούνται με λεκτικά σχήματα, ερήμην των κειμένων της ενιαίας εκκλησιαστικής παραδόσεως, αντιμετωπίζουν τον εικονισμό του φωτός (φως ο Πατήρ, φως ο Υιός, φως το Άγιο Πνεύμα) ως ένα τυπικό σχήμα, γιατί το φως π.χ. είναι λεπτότατο κατά τη φύση, προσιδιάζον προς το άϋλο του Θεού. Πρόκειται για επιδράσεις από το αρχαιοελληνικό κοσμοείδωλο της αντιθέσεως αισθητών και νοητών, που ουδόλως συνάδει με την εκκλησιαστική ερμηνευτική, η οποία δομείται με την ομολογία του αποκαλυφθέντος ασάρκου Λόγου στους Προφήτες, δημιουργού του φωτός και πάσης κτίσεως, του αυτού και ενανθρωπήσαντος και περιβαλλομένου το φως ὡς ἱμάτιον.

 

Γ. Συγκρίνοντας τις δύο εορτές του Ευαγγελιστή πρέπει να σημειώσουμε ότι ουσιαστικά συμπίπτουν κατά τα Προφητικά Αναγνώσματα, που προέρχονται από τις Καθολικές Επιστολές του Ιωάννου, το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα, τα Στιχητά του Εσπερινού, τα Στιχηρά Ιδιόμελα, τα Στιχηρά Προσόμοια, το Απολυτίκιο, το Κάθισμα και το Δοξαστικό της Θείας Λειτουργίας. Η εαρινή μνήμη του Αγίου είναι ενταγμένη στο αναστάσιμο πλαίσιο με αντίστοιχους τους Κανόνες και η σημερινή στο θεομητορικό πλαίσιο της διακονίας της Παναγίας ως προχειρισμού της Θείας Ενανθρωπήσεως με αντίστοιχους Κανόνες.

 

Δ. Όλα τα Αναγνώσματα της εορτής έχουν ως άξονα την αγάπη, όχι ως μία ατομική αρετή, πρώτα πρώτα είναι η αγάπη του Θεού ως ενέργεια που ουσιώνει την κτίση, (φῶς), τη συντηρεί και τη σώζει, πρωτίστως τον άνθρωπο. Μπορούμε να πούμε ότι η αγάπη του Θεού είναι το ίδιο το Μυστήριο της Θείας Οικονομίας, το οποίο αποτελεί ως κοινότητα βίου το μέτρο της αγάπης για όλα τα κτιστά όντα και, ιδίως, για τον άνθρωπο!

 

Ε. Ας σημειωθεί ότι οι δύο εορτές του Αγίου Ιωάννου του Ευαγγελιστού ετελούντο στην Κωνσταντινούπολη όχι στην Εκκλησία των Αγίων Αποστόλων αλλά στο Αποστολείο του Αγίου Ιωάννου, πλησίον της Αγίας Σοφίας, «τῆς ἁγιωτάτης Μεγάλης Ἐκκλησίας» με κοινό εορτασμό και απερχόμενη λιτή από τη Μεγάλη Εκκλησία στο Αποστολείο, δηλαδή ήσαν πατριαρχικές εορτές, όπως υπό το αυτό σκεπτικό και όλες οι εορτές του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου συναρτώντο στην Αγία Σοφία, καθώς δημιουργήθηκε ξεχωριστό Προφητείο του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου εντός του Ναού των Αγίων Θεοδώρων στον τρίτο λόφο, τον οποίο είχε ιδρύσει ο ύπατος Σφωράκιος, ή Σπαράκιος (το 452, ένα χρόνο μετά τη Σύνοδο της Χαλκηδόνος) και ο οποίος Ναός υπήγετο και αυτός κατευθείαν στην Αγία Σοφία. Στο Τυπικό της Μεγάλης Εκκλησίας φέρεται ως Ευαγγελικό Ανάγνωσμα εκείνο του ΙΑ´  Εωθινού Ευαγγελίου. Σημειωτέον επίσης ότι όλα τα Αναγνώσματα Εσπερινού και της κυριώνυμης ημέρας προέρχονται από τα κείμενα του Ευαγγελιστή, ακόμη και τα φερόμενα ως Προφητικά.

 

Αποστολικό Ανάγνωσμα: Α´ Ἰω. δ´, 12-19: «12 Θεὸν οὐδεὶς πώποτε τεθέαται· ἐὰν ἀγαπῶμεν ἀλλήλους, ὁ Θεὸς ἐν ἡμῖν μένει καὶ ἡ ἀγάπη αὐτοῦ τετελειωμένη ἐστὶν ἐν ἡμῖν. 13 ἐν τούτῳ γινώσκομεν ὅτι ἐν αὐτῷ μένομεν καὶ αὐτὸς ἐν ἡμῖν, ὅτι ἐκ τοῦ Πνεύματος αὐτοῦ δέδωκεν ἡμῖν. 14 Καὶ ἡμεῖς τεθεάμεθα καὶ μαρτυροῦμεν ὅτι ὁ πατὴρ ἀπέσταλκε τὸν υἱὸν σωτῆρα τοῦ κόσμου. 15 ὃς ἂν ὁμολογήσῃ ὅτι Ἰησοῦς ἐστιν ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ Θεὸς ἐν αὐτῷ μένει καὶ αὐτὸς ἐν τῷ Θεῷ. 16 καὶ ἡμεῖς ἐγνώκαμεν καὶ πεπιστεύκαμεν τὴν ἀγάπην ἣν ἔχει ὁ Θεὸς ἐν ἡμῖν. Ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστί, καὶ ὁ μένων ἐν τῇ ἀγάπῃ ἐν τῷ Θεῷ μένει καὶ ὁ Θεὸς ἐν αὐτῷ. 17 Ἐν τούτῳ τετελείωται ἡ ἀγάπη μεθ' ἡμῶν, ἵνα παρρησίαν ἔχωμεν ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῆς κρίσεως, ὅτι καθὼς ἐκεῖνός ἐστι, καὶ ἡμεῖς ἐσμεν ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ. 18 φόβος οὐκ ἔστιν ἐν τῇ ἀγάπῃ, ἀλλ᾽ ἡ τελεία ἀγάπη ἔξω βάλλει τὸν φόβον, ὅτι ὁ φόβος κόλασιν ἔχει, ὁ δὲ φοβούμενος οὐ τετελείωται ἐν τῇ ἀγάπῃ. 19 Ἡμεῖς ἀγαπῶμεν αὐτόν, ὅτι αὐτὸς πρῶτος ἠγάπησεν ἡμᾶς».

 

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: Ἰω. ιθ´, 25-27 και κα´, 24-25: «25 Οἱ μὲν οὖν στρατιῶται ταῦτα ἐποίησαν. εἱστήκεισαν δὲ παρὰ τῷ σταυρῷ τοῦ Ἰησοῦ ἡ μήτηρ αὐτοῦ καὶ ἡ ἀδελφὴ τῆς μητρὸς αὐτοῦ, Μαρία ἡ τοῦ Κλωπᾶ καὶ Μαρία ἡ Μαγδαληνή. 26 Ἰησοῦς οὖν ἰδὼν τὴν μητέρα καὶ τὸν μαθητὴν παρεστῶτα ὃν ἠγάπα, λέγει τῇ μητρί αὐτοῦ· Γύναι, ἴδε ὁ υἱός σου, 27 εἶτα λέγει τῷ μαθητῇ· Ἰδοὺ ἡ μήτηρ σου. καὶ ἀπ' ἐκείνης τῆς ὥρας ἔλαβεν ὁ μαθητὴς αὐτὴν εἰς τὰ ἴδια- 24 Οὗτός ἐστιν ὁ μαθητὴς ὁ μαρτυρῶν περὶ τούτων καὶ γράψας ταῦτα, καὶ οἴδαμεν ὅτι ἀληθὴς ἐστιν ἡ μαρτυρία αὐτοῦ. 25 ἔστι δὲ καὶ ἄλλα πολλὰ ὅσα ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς, ἅτινα ἐὰν γράφηται καθ᾽ ἕν, οὐδὲ αὐτὸν οἶμαι τὸν κόσμον χωρῆσαι τὰ γραφόμενα βιβλία. Ἀμήν».



[1]. Στιχηρό Προσόμοιο β´, πλ. β´, στο Μικρό Εσπερινό της Μεταστάσεως: «Τὴν ζάλην μετεποίησε, τῆς πλάνης τῶν εἰδώλων πρίν, εἰς γαλήνην, ὁ Ἀπόστολος Χριστοῦ, τὸν κόσμον ὁδηγήσας, ἐν πίστει ὀρθοδόξῳ· καὶ νῦν πρεσβεύει ὑπὲρ πάντων ἡμῶν», όπως ο Χριστός. Βλ. Επίσης Στη Λιτή στο Καὶ νῦν, Θεοτοκίο: «Ὁ σὺν Πατρὶ καὶ Πνεύματι δοξολογούμενος Υἱός, ἐν ὑψίστοις ὑπὸ τῶν Χερουβίμ, τὸν πρωτόπλαστον ἀναπλάσαι βουλόμενος, ὅλον ἑαυτὸν ἐκένωσεν ἀφράστως ἐν μήτρᾳ, σου, Θεοτόκε πανύμνητε, καὶ ἐκ σοῦ ἀνατείλας, ἐφώτισε πάντα τὸν κόσμον Θεότητι, ῥυσάμενος εἰδωλομανίας, καὶ ἐν ἑαυτῷ θεώσας εἰς οὐρανοὺς συνανήγαγε τὸ ἀνθρώπινον, Χριστὸς ὁ Θεός, καὶ Σωτὴρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν».

[2]. Ἀποκ. κβ´, 20-21: «Λέγει ὁ μαρτυρῶν ταῦτα· Ναὶ ἔρχομαι ταχύ. Ἀμήν, ναὶ ἔρχου, Κύριε Ἰησοῦ. 21 Ἡ χάρις τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ μετὰ πάντων τῶν ἁγίων· Ἀμήν».

Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου 2026


 Ἡ Σύλληψις τοῦ Προδρόμου καὶ Βαπτιστοῦ Ἰωάννου, 23 Σεπτεμβρίου 2026 (23/9/25), (23-9-2018), (Αριθμ. 43, 1A)


Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ.

 

 

Α. Κατά το Τυπικὸ τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας, (με τη μορφή που διασώθηκε του 10ου-11ου αι.) η εορτή φέρει τον τίτλο: «τὸ νέον ἔτος καὶ ἡ σύλληψις τῆς ἁγίας Ἐλισάβετ, ὅτε συνέλαβεν τὸν προφήτην, πρόδρομον καὶ βαπτιστὴν Ἰωάννην», και η σύναξη γινόταν στο Προφητείο του «ἐν τοῖς Σπαρακίου», ή Σφαρακίου, (πλησίον, δηλαδή, της Παναγίας των Χαλκοπρατείων), και ότι η ακολουθία «τῆς λειτουργίας, καθάπερ εἰς τὸ γενέσιον αὐτοῦ». Πρέπει να σημειωθεί ότι το αναφερόμενο νέο έτος αφορούσε στη γέννηση του Οκταβιανού Αυγούστου, του «μοναρχήσαντος ἐπὶ τῆς γῆς», και εφαρμόσθηκε στην Ανατολή από το Μεγάλο Κωνσταντίνο, δημοσίως ως αρχή της ινδίκτου. Αργότερα, περί το 462 καθιερώθηκε η 1η Σεπτεμβρίου ως αρχή της ινδίκτου, καθώς ήδη από το 457 τη στέψη του αυτοκράτορα την έκανε ο Πατριάρχης, πράγμα που σήμανε την ακύρωση όποιας νοηματοδότησης μιας αυτοκρατορικής ρωμαϊκής λατρείας, ή δημόσιας εορτής. Εκκλησιαστικά η 23η Σεπτεμβρίου ήταν μία ημερομηνία με διττή σημασία με δεδομένο ότι στο Α´ κεφάλαιο του Ευαγγελίου του Λουκά ιστορείται η σύλληψη του Ιωάννη αλλά συγχρόνως αμέσως μετά και μέχρι τα Χριστούγεννα τα Ευαγγελικά Αναγνώσματα είναι από το Ευαγγέλιο του Λουκά. Πάντως, η μεταφορά της ινδίκτου την 1η Σεπτεμβρίου μπορεί να μην είναι άσχετη και με την εορτή του Γενεθλίου της Θεοτόκου την 8η Σεπτεμβρίου, ενώ οι επτά προηγούμενες ημέρες να αποτελούν και την προεόρτια περίοδο, πράγμα σύνηθες στο εορτολόγιο της Εκκλησίας.

 

Β. Είχαμε ήδη επισημάνει κατά το Γενέθλιο του Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου (24 Ιουνίου) ότι το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα προήρχετο κατά παρέκκλιση από το α´ κεφάλαιο του Κατά Λουκάν Ευαγγελίου, στο οποίο καταγράφεται η θαυμαστή σύλληψη, γέννηση, ονοματοδοσία του Ιωάννη και η προφητεία του πατρός του, ιερέως Ζαχαρία, περί του προδρομικού έργου του Ιωάννη («Καὶ σύ, παιδίον, προφήτης ὑψίστου κληθήσῃ· προπορεύσῃ γὰρ πρὸ προσώπου Κυρίου ἑτοιμάσαι ὁδοὺς αὐτοῦ», Λουκ. α´, 76).

 

Γ. Η εορτή του Γενεθλίου του Ιωάννη τοποθετείται κατά τη μαρτυρία του Ευαγγελιστή Λουκά (Λουκ. α´, 26: «Ἐν δὲ τῷ μηνὶ τῷ ἕκτῳ ἀπεστάλη ὁ ἄγγελος Γαβριὴλ ἀπὸ τοῦ Θεοῦ εἰς πόλιν τῆς Γαλιλαίας, ᾗ ὄνομα Ναζαρέτ, 27 πρὸς παρθένον μεμνηστευμένην ἀνδρί, ᾧ ὄνομα Ἰωσήφ, ἐξ οἴκου Δαυῒδ, καὶ τὸ ὄνομα τῆς παρθένου Μαριάμ») έξι μήνες προ της Γεννήσεως του Χριστού, αποτελώντας αυτό το χρονικό διάστημα προχειρισμό. Με τη σημερινή εορτή η Εκκλησία, σχεδόν τρεις μήνες προ της Γεννήσεως του Χριστού, σε περίοδο θεοφανικών γεγονότων των Προπατόρων, εορτάζει τη σύλληψη του Αγίου Προδρόμου και Βαπτιστή Ιωάννη σε προχειρισμό και προς την εορτή των Εισοδίων. Έτσι, μέχρι τις 19 Νοεμβρίου επανέρχεται στις καθημερινές η χρήση της Παρακλητικής, με τις Καταβασίες στον Όρθρο μέχρι 7 Νοεμβρίου «Ἀνοίξω τὸ στόμα μου», Κοντάκιο Θεομητορικό «Προστασία τῶν Χριστιανῶν ἀκαταίσχυντε, μεσιτεία πρὸς τὸν Ποιητὴν ἀμετάθετε. Μὴ παρίδῃς ἁμαρτωλῶν δεήσεων φωνάς, ἀλλὰ πρόφθασον, ὡς ἀγαθή, εἰς τὴν βοήθειαν ἡμῶν, τῶν πιστῶς κραυγαζόντων σοι· Τάχυνον εἰς πρεσβείαν, καὶ σπεῦσον εἰς ἱκεσίαν, ἡ προστατεύουσα ἀεί, Θεοτόκε, τῶν τιμώντων σε», επίσης από τις 8 Νοεμβρίου μέχρι την εορτή της Αποδόσεως των Εισοδίων, 25 Νοεμβρίου, πάλι Κοντάκιο Θεομητορικό «Ὁ καθαρώτατος ναὸς τοῦ Σωτῆρος, ἡ πολυτίμητος παστὰς καὶ Παρθένος, τὸ ἱερὸν θησαύρισμα τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ, σήμερον εἰσάγεται, ἐν τῷ οἴκῳ Κυρίου, τὴν χάριν συνεισάγουσα, τὴν ἐν Πνευματι Θείῳ· ἣν ἀνυμνοῦσιν Ἄγγελοι Θεοῦ· Αὕτη ὑπάρχει σκηνὴ ἐπουράνιος», και στην τελική ευθεία για τη Γέννηση του Χριστού από 26 Νοεμβρίου μέχρι τις 24 Δεκεμβρίου το Κοντάκιο «Ἡ Παρθένος σήμερον, τὸν προαιώνιον Λόγον, ἐν Σπηλαίῳ ἔρχεται, ἀποτεκεῖν ἀπορρήτως. Χόρευε ἡ οἰκουμένη ἀκουτισθεῖσα· δόξασον μετὰ Ἀγγέλων καὶ τῶν Ποιμένων, βουληθέντα ἐποφθῆναι, παιδίον νέον, τὸν πρὸ αἰώνων Θεόν».

 

Δ. Εν σχέσει με την εορτή του Γενεθλίου η σημερινή εορτή δεν έχει Προφητικά Αναγνώσματα, και τη συνεπαγόμενη πληθώρα των προφητικών προρρήσεων, όπως επίσης το σημερινό Αποστολικό και Ευαγγελικό Ανάγνωσμα έχουν κέντρο τους την πίστη στον αναμενόμενο ένσαρκο Λόγο, τον Ιησού Χριστό. Ωστόσο στην υμνολογία της εορτής αναπαράγονται τα Αναγνώσματα του Γενεθλίου με πιο χαρακτηριστικό τον Οἶκο: «Τὸ ἱερὸν Εὐαγγέλιον ἀναπτύξωμεν, ὁ Λουκᾶς ἡμῖν ἔγραψεν ὁ Ἱερὸς καὶ θαυμάσιος, καὶ τὴν τοῦ Προδρόμου θεασώμεθα σύλληψιν, τὴν φαιδρὰν καὶ ἐπίσημον· φησὶ γάρ, ὡς εἰσῆλθεν ὁ πρεσβύτης καὶ δίκαιος Ζαχαρίας, εἰς τὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων τοῦ θυμιᾶσαι, τῷ τῆς ἐφημερίας καιρῷ, ἐπέστη αὐτῷ Γαβριήλ, εὐαγγελιζόμενος καὶ λέγων· Ἕξεις Ἱεράρχα υἱὸν ἐν τῷ γήρᾳ, Προφήτην τε καὶ Πρόδρομον, φωνήν τε καὶ κήρυκα, καὶ λύχνον ἀείφωτον, τὸν μύστην τῆς χάριτος».

 

Ε. Πιο κοντά στο περιεχόμενο της εορτής είναι το Αποστολικό Ανάγνωσμα, που φέρεται ως του Προδρόμου, γιατί άπτεται του προτυπικού γεγονότος της στειρότητος και της θαυματουργικής υπερβάσεως των φυσικών όρων, όπως στην περίπτωση της Σάρας και της Ελισάβετ, αλλά με μία αναγωγή (ἀλληγορούμενα) στον παλαιό και το νέο Ισραήλ, που ενοποιεί ο ίδιος ο Ενανθρωπήσας. Είναι ο παλαιός Ισραήλ ο υιός, τα τέκνα που προήλθαν από το Σινά, με τη Διαθήκη, το Νόμο του Μωϋσέως, και της ελευθέρας είναι τα τέκνα της ἄνω Ἰερουσαλήμ, δηλαδή, της Εκκλησίας, ως μητέρας όλων των ανθρώπων, αφού ο Λόγος δυνάμει και πραγματικά ανακαίνισε με την Ενανθρώπησή του όλο το ανθρώπινο γένος, του παρέσχε το φως της γνώσεως, ως ήλιος της δικαιοσύνης. Επ᾽ αυτού ο λόγος του Αποστόλου Παύλου είναι συγκλονιστικά οικουμενικός προς τους Γαλάτας, οι οποίοι είχαν χωρισθεί σε ομάδες ανάλογα με την προέλευσή τους, εξ Ιουδαίων και σε εξ εθνών, επισημαίνοντας ότι οι επαγγελίες αφορούν στον υιό της ελευθέρας, στην Εκκλησία, στην Ἄνω Ἰερουσαλήμ: «26 ἡ δὲ ἄνω Ἰερουσαλὴμ ἐλευθέρα ἐστίν, ἥτις ἐστὶ μήτηρ πάντων ἡμῶν».

 

ΣΤ. Επίσης, η Ελισάβετ και Ιωάννης είναι υπηρέτες στο μυστήριο της Θείας Οικονομίας, αποδέχονται το ρόλο τους σε συμφωνία με τη μαρτυρία περί του ασάρκως αποκαλυφθέντος Υιού και Λόγου του Πατρός στους Προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης. Γι᾽ αυτό και τα Προφητικά Αναγνώσματα της εορτής του Γενεθλίου του Ιωάννη αναφέρονται στην Αποκάλυψη του Θεού στον Αβραάμ (παράλληλο παράδειγμα ατεκνίας) και τη σύναψη της Διαθήκης με τον Ισαάκ (Γεν. Κεφ. 17,15-17,19 - 18,11-14 - 21,1-2,4-8), την εξ ατεκνίας γέννηση του Σαμψών από το Μανωέ, του πλέον επιφανούς εκ των κριτών (Κριτ. Κεφ. 13, 2-8, 13-14, 17-18, 21) και την ευθεία αναφορά στον Ιωάννη και το Χριστό από τον Ησαΐα με ένα δραματικό σπάσιμο της ιουδαϊκής αποκλειστικότητος και της υπέρβασης όποιας ατεκνίας, αφού η φωνή της ευφροσύνης αφορά μία αναγγελία «ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς» («Φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ. Ἑτοιμάσατε τὴν ὁδὸν Κυρίου, εὐθείας ποιεῖτε τὰς τρίβους αὐτοῦ, πᾶσα φάραγξ πληρωθήσεται, καὶ πᾶν ὄρος καὶ βουνὸς ταπεινωθήσεται, καὶ ἔσται τὰ σκολιὰ εἰς εὐθεῖαν, καὶ αἱ τραχεῖαι εἰς ὁδοὺς λείας, καὶ ὄψεται πᾶσα σάρξ τὸ σωτήριον τοῦ Θεοῦ. Ἐπ᾽ ὅρους ὑψηλοῦ ἀνάβηθι ὁ εὐαγγελιζόμενος Σιών, ὕψωσον ἐν ἰσχύϊ τὴν φωνήν σου, ὁ εὐαγγελιζόμενος Ἱερουσαλήμ, ὑψώσατε, μὴ φοβεῖσθε. Ἐγὼ Κύριος ὁ Θεός, ἐγὼ ἐπακούσομαι, ὁ Θεὸς Ἰσραήλ, καὶ οὐκ ἐγκαταλείψω αὐτούς» - «Εὐφρανθήτω ὁ οὐρανὸς ἄνωθεν, καὶ αἱ νεφέλαι ῥανάτωσαν δικαιοσύνην, ἀνατειλάτω ἡ γῆ, καὶ βλαστησάτω ἔλεος, καὶ δικαιοσύνην ἀνατειλάτω ἅμα. Φωνὴν εὐφροσύνης ἀναγγείλατε ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς, καὶ ἀκουστὸν γενέσθω τοῦτο », Ἡσ. Κεφ. 40,1-5, 9: 41, 17-18: 45,8 : 48, 20-21: 54,1).

 

Αποστολικό Ανάγνωσμα: (Του Προδρόμου): Γαλ. δ´, 22-27: «22 Γέγραπται γὰρ ὅτι Ἀβραὰμ δύο υἱοὺς ἔσχεν, ἕνα ἐκ τῆς παιδίσκης καὶ ἕνα ἐκ τῆς ἐλευθέρας. 23 ἀλλ᾽ ὁ μὲν ἐκ τῆς παιδίσκης κατὰ σάρκα γεγέννηται, ὁ δὲ ἐκ τῆς ἐλευθέρας δι᾽ ἐπαγγελίας. 24 ἅτινά ἐστιν ἀλληγορούμενα. αὗται γάρ εἰσι δύο διαθῆκαι, μία μὲν ἀπὸ ὄρους Σινᾶ, εἰς δουλείαν γεννῶσα, ἥτις ἐστὶν Ἄγαρ· 25 τὸ γὰρ Ἄγαρ Σινᾶ ὄρος ἐστὶν ἐν τῇ Ἀραβίᾳ, συστοιχεῖ δὲ τῇ νῦν Ἰερουσαλήμ, δουλεύει δὲ μετὰ τῶν τέκνων αὐτῆς· 26 ἡ δὲ ἄνω Ἰερουσαλὴμ ἐλευθέρα ἐστίν, ἥτις ἐστὶ μήτηρ πάντων ἡμῶν. 27 γέγραπται γάρ· εὐφράνθητι στεῖρα ἡ οὐ τίκτουσα, ῥῆξον καὶ βόησον ἡ οὐκ ὠδίνουσα· ὅτι πολλὰ τὰ τέκνα τῆς ἐρήμου μᾶλλον ἢ τῆς ἐχούσης τὸν ἄνδρα».

 

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: (Του Προδρόμου) Λουκ. α´, 5-25: «5 Ἐγένετο ἐν ταῖς ἡμέραις Ἡρῴδου τοῦ βασιλέως τῆς Ἰουδαίας ἱερεύς τις ὀνόματι Ζαχαρίας ἐξ ἐφημερίας Ἀβιά, καὶ γυνὴ αὐτῷ ἐκ τῶν θυγατέρων Ἀαρών, καὶ τὸ ὄνομα αὐτῆς Ἐλισάβετ. 6 ἦσαν δὲ δίκαιοι ἀμφότεροι ἐναντίον τοῦ Θεοῦ, πορευόμενοι ἐν πάσαις ταῖς ἐντολαῖς καὶ δικαιώμασιν τοῦ Κυρίου ἄμεμπτοι. 7 καὶ οὐκ ἦν αὐτοῖς τέκνον, καθότι ἡ Ἐλισάβετ ἦν στεῖρα, καὶ ἀμφότεροι προβεβηκότες ἐν ταῖς ἡμέραις αὐτῶν ἦσαν. 8 Ἐγένετο δὲ ἐν τῷ ἱερατεύειν αὐτὸν ἐν τῇ τάξει τῆς ἐφημερίας αὐτοῦ ἔναντι τοῦ Θεοῦ, 9 κατὰ τὸ ἔθος τῆς ἱερατείας ἔλαχε τοῦ θυμιᾶσαι εἰσελθὼν εἰς τὸν ναὸν τοῦ Κυρίου· 10 καὶ πᾶν τὸ πλῆθος ἦν τοῦ λαοῦ προσευχόμενον ἔξω τῇ ὥρᾳ τοῦ θυμιάματος. 11 ὤφθη δὲ αὐτῷ ἄγγελος Κυρίου ἑστὼς ἐκ δεξιῶν τοῦ θυσιαστηρίου τοῦ θυμιάματος. 12 καὶ ἐταράχθη Ζαχαρίας ἰδών, καὶ φόβος ἐπέπεσεν ἐπ᾽ αὐτόν. 13 εἶπε δὲ πρὸς αὐτὸν ὁ ἄγγελος· Μὴ φοβοῦ, Ζαχαρία· διότι εἰσηκούσθη ἡ δέησίς σου, καὶ ἡ γυνή σου Ἐλισάβετ γεννήσει υἱόν σοι, καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰωάννην· 14 καὶ ἔσται χαρά σοι καὶ ἀγαλλίασις, καὶ πολλοὶ ἐπὶ τῇ γενέσει αὐτοῦ χαρήσονται. 15 ἔσται γὰρ μέγας ἐνώπιον τοῦ Κυρίου, καὶ οἶνον καὶ σίκερα οὐ μὴ πίῃ, καὶ Πνεύματος ἁγίου πλησθήσεται ἔτι ἐκ κοιλίας μητρὸς αὐτοῦ, 16 καὶ πολλοὺς τῶν υἱῶν Ἰσραὴλ ἐπιστρέψει ἐπὶ Κύριον τὸν Θεὸν αὐτῶν. 17 καὶ αὐτὸς προελεύσεται ἐνώπιον αὐτοῦ ἐν πνεύματι καὶ δυνάμει Ἠλίου, ἐπιστρέψαι καρδίας πατέρων ἐπὶ τέκνα καὶ ἀπειθεῖς ἐν φρονήσει δικαίων, ἑτοιμάσαι Κυρίῳ λαὸν κατεσκευασμένον. 18 καὶ εἶπε Ζαχαρίας πρὸς τὸν ἄγγελον· Κατὰ τί γνώσομαι τοῦτο; ἐγὼ γάρ εἰμι πρεσβύτης καὶ ἡ γυνή μου προβεβηκυῖα ἐν ταῖς ἡμέραις αὐτῆς. 19 καὶ ἀποκριθεὶς ὁ ἄγγελος εἶπεν αὐτῷ· Ἐγώ εἰμι Γαβριὴλ ὁ παρεστηκὼς ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, καὶ ἀπεστάλην λαλῆσαι πρός σε καὶ εὐαγγελίσασθαί σοι ταῦτα. 20 καὶ ἰδοὺ ἔσῃ σιωπῶν καὶ μὴ δυνάμενος λαλῆσαι ἄχρι ἧς ἡμέρας γένηται ταῦτα, ἀνθ᾽ ὧν οὐκ ἐπίστευσας τοῖς λόγοις μου, οἵτινες πληρωθήσονται εἰς τὸν καιρὸν αὐτῶν. 21 καὶ ἦν ὁ λαὸς προσδοκῶν τὸν Ζαχαρίαν, καὶ ἐθαύμαζον ἐν τῷ χρονίζειν αὐτὸν ἐν τῷ ναῷ. 22 ἐξελθὼν δὲ οὐκ ἠδύνατο λαλῆσαι αὐτοῖς, καὶ ἐπέγνωσαν ὅτι ὀπτασίαν ἑώρακεν ἐν τῷ ναῷ· καὶ αὐτὸς ἦν διανεύων αὐτοῖς, καὶ διέμενεν κωφός. 23 καὶ ἐγένετο ὡς ἐπλήσθησαν αἱ ἡμέραι τῆς λειτουργίας αὐτοῦ ἀπῆλθεν εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ. 24 Μετὰ δὲ ταύτας τὰς ἡμέρας συνέλαβεν Ἐλισάβετ ἡ γυνὴ αὐτοῦ· καὶ περιέκρυβεν ἑαυτὴν μῆνας πέντε, 25 λέγουσα ὅτι Οὕτω μοι πεποίηκεν ὁ Κύριος ἐν ἡμέραις αἷς ἐπεῖδεν ἀφελεῖν τὸ ὄνειδός μου ἐν ἀνθρώποις».

Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου 2026

 Κυριακὴ μετὰ τὴν Ὕψωσιν, 2Ο Σεπτεμβρίου 2026 (21/9/2025) (17 -9- 2023), (16/9/2018), (Αριθμ. 42. 1ΒN)

 

Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ.

 

Α. 1. Η σημερινή Κυριακή παρουσιάζει σταθερή ένταξη στο Εορτολόγιο με σταθερά Αναγνώσματα, που παραπέμπουν, μάλιστα, με το Ευαγγελικό στη Γ´ Κυριακή των Νηστειών, δηλαδή την Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως.

2. Ας σημειωθεί, εξάλλου, ότι μετά την καταστροφή της Ιερουσαλήμ από τους Ρωμαίους το 70 π.Χ. η πόλη είχε σχεδόν ερημωθεί. Από τις ιστορικές πηγές είναι γνωστοί οι πόλεμοι κατά Ιουδαίων, και είναι ο ρωμαίος αυτοκράτορας Ανδριανός αργότερα που προσπάθησε να εξαφανίσει επιπλέον κάθε τι από την ήδη κατεστραμμένη Ιερουσαλήμ που θα θύμιζε την κατοίκησή της από τον Ισραήλ, μέχρι σε σημείο που άλλαξε και το όνομα της Ιερουσαλήμ σε Αιλία Καπιτωλίνα, ένα όνομα που διατηρήθηκε ως επίσημο όνομα μέχρι τα έτη της αυτοκρατορίας του Μεγάλου Κωνσταντίνου, όπως εξάγεται και από τον ζ´ κανόνα της Α´ Οικουμενικής Συνόδου για τη διατήρηση της μητροπολιτικής αξίας από τον επίσκοπο της Αιλίας, χωρίς να έχει αυτός επιρροή, ή ευθύνη, σε κανένα επιπλέον ζωτικό χώρο[1]. Αυτό το ιστορικό και πραγματικό πλαίσιο ήταν ο λόγος που ο Ιεροσολύμων είναι τέταρτος στα πρεσβεία τιμής μεταξύ των παλαίφατων Πατριαρχείων.

3. Ας επαναλάβω επιπλέον ότι κατά το Τυπικὸν τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας η μνήμη της ΣΤ´ Οικουμενικής Συνόδου, μαζί με τη μνήμη της ευρέσεως του λειψάνου του Αγίου Πρωτομάρτυρος Στεφάνου και τη μνήμη του Αγίου Ακακίου, επισκόπου Μελιτηνής, μολονότι καταγράφεται κατά τη 15η Σεπτεμβρίου καθορίζεται συγχρόνως η «σύναξις» να τελείται στη Μεγάλη Εκκλησία κατά την Κυριακή μετά την Ύψωση. Και ασφαλώς για τη συνοδική πράξη δεν είναι περίεργη η σύνδεση του Αγίου Ακακίου, επισκόπου Μελιτηνής, με την ΣΤ´  Οικουμενική Σύνοδο, αν λάβουμε υπόψη ότι ο Άγιος Ακάκιος είναι ένα από τα κεντρικά πρόσωπα της μετασυνοδικής περιόδου της Γ´  Οικουμενικής Συνόδου, προς τον οποίο ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας απηύθυνε το πρώτο Ὑπομνηστικό, στο οποίο παρέχει τις ερμηνευτικές διατυπώσεις επί της Ἐκθέσεως των Διαλλαγών του 433, διά της οποίας κατέστη δυνατή η άρση του σχίσματος μεταξύ Αλεξάνδρειας κα Αντιόχειας και η συμπόρευση προς τη Δ´  Οικουμενική Σύνοδο, της οποίας περαιτέρω διασάφηση είναι η ΣΤ´  Οικουμενική Σύνοδος του 680/81. Επιπλέον, ας επισημανθεί ότι τρεις Κανόνες της εν συνεχεία Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου (692) άπτονται της τιμής και προσκυνήσεως του Τιμίου Σταυρού

 

Β. Η αναφορά στη σταθερότητα εν τω Εορτολογίω της σημερινής Κυριακής, συνδέεται, πλην της επανάληψης πολλών υμνολογικών στοιχείων από την εορτή της Υψώσεως, και με τα σταθερά Αναγνώσματα. Με μία πιο προσεκτική μελέτη του λειτουργικού υλικού της περιόδου, μπορώ να πω με μία σχετικά ασφαλή εκτίμηση ότι, ενώ στην εορτή της Υψώσεως η σύνδεση παραπέμπει με το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα στη Μεγάλη Παρασκευή (αλλά με ενσωμάτωση και των προτυπώσεων της Θεοτόκου, λόγω και του Γενεθλίου της), νοηματοδοτώντας και την άκρως αυστηρή νηστεία της εορτής, τα Προεόρτια και η Κυριακή μετά την Ύψωση αποτελούν πηγή, ή σημείο υπομνήσεως, ή συσχετισμού της εορτής με την τρίτη Κυριακή των Νηστειών, δηλαδή, την Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως, με την ανάγνωση του αυτού Ευαγγελικού Αναγνώσματος.

 

Γ. Το Αποστολικό Ανάγνωσμα είναι το ΚΑ´ εκ των Επιστολών της Κυριακής, το οποίο θα το ξανασυναντήσουμε. Κατά περιεχόμενο εν πολλοίς συμπίπτει με το Αποστολικό Ανάγνωσμα της Γ´  Κυριακής του Ματθαίου (Ρωμ ε´, 1-10), αν και οι αποδέκτες στο σημερινό Ανάγνωσμα είναι οι χριστιανοί της Γαλατίας, όπως και την προηγούμενη Κυριακή, οι οποίοι μετέφεραν την ένταση και αντίθεση του θρησκευτικού και κοινωνικού τους υποβάθρου στο κοινό της Εκκλησίας με μία, μάλλον, υπεροπτική συμπεριφορά των εξ Ιουδαίων χριστιανών ότι οι χριστιανοί όφειλαν να τηρούν και τις τυπικές διατάξεις του Νόμου. Στην προβολή του αντιθετικού σχήματος Νόμος-πίστη στο Χριστό ο Απόστολος Παύλος προβάλλει το Σταυρό του Χριστού ως την πιστοποίηση και βεβαιότητα της σωτηρίας, την οποία ο άνθρωπος δεν αξίζει, αλλά παρέχεται δωρεάν σε όλα τα έθνη, εξ αγάπης Θεού. Πρέπει να επισημάνουμε ότι η δικαίωση και η δικαιοσύνη δεν έχουν τη σημερινή σημασία των όρων της Νομικής επιστήμης, αλλά αποτελούν όρους ένταξης στο λαό του Ισραήλ και συμμόρφωσης στις εντολές του Θεού Αβραάμ και Ισαάκ και Ιακώβ. Ο Απόστολος Παύλος, ζώντας το Ζώντα Θεό παλαιού και νέου Ισραήλ, αίρει την αντίθεση, λέγοντας ότι «ἐγὼ γὰρ διὰ νόμου νόμῳ ἀπέθανον, ἵνα Θεῷ ζήσω», εν τω ανακεφαλαιώσαντι τη Θεία Οικονομία Χριστώ, τω δι᾽ ημάς Σταυρωθέντι, ήτοι για όλο το ανθρώπινο γένος.

 

Δ. Στην ίδια γραμμή, ότι το Μυστήριο της Θείας Οικονομίας με κορυφαίο γεγονός τον προχειρισμό του θανάτου στο Σταυρό και τον παρεχόμενο ανακαινισμό όλου του ανθρώπινου γένους διά της Ενανθρωπήσεως του Λόγου, αλλά κατά τη δεκτικότητα εκάστου αποδοχή της παρεχόμενης χάριτος του Αναστάντος Χριστού, μας παρέχει το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα. Πρόκειται για την αποδοχή και ομολογία της θεότητος του Χριστού, που περνάει από τη Σταύρωση και την κατάλυση του θανάτου, την κατάλυση του αποστατικού πνεύματος. Ο χριστιανός καλείται να υπερβεί τον εαυτό του και την αυτοθέωσή του, την αυτάρκειά του, να υπερβεί την οίησή του και να πορευθεί γευόμενος τη δόξα του Αναστάντος. Η βεβαίωση του Χριστού είναι ότι η βασιλεία του Θεού είναι μία παρούσα πραγματικότητα, και ότι οι άγιοι γεύονται από τούτη τη ζωή τη δόξα του Υιού του ανθρώπου, που είναι και Υιός του Πατρός, γιατί η περικοπή κλείνει με το «δυνάμει», που σημαίνει κάτι το πραγματικό, το χειροπιαστό κι όχι μια αόριστη εσχατολογία, αποκομμένη από τη ζωή, από την ιστορία. Όλα εδώ και τώρα, χωρίς σταμάτημα στους αιώνες των αιώνων, ένα διαρκές προχώρημα. Η πρόσκληση, για να άρει ο χριστιανός το σταυρό του, δεν έχει πρωταρχικά τη σημασία να άρει τα βάσανά του και να έχει υπομονή, γιατί τότε ο Χριστός θα έμοιαζε με ένα Θεό που ζητάει να αυτομαστιγωθούν οι άνθρωποι, αυτό δεν συνάδει κατ᾽ ουδένα τρόπο με το μυστήριο της θείας φιλανθρωπίας στο Θεό που δημιουργεί, συντηρεί και ανακαινίζει τον άνθρωπο και τα σύμπαντα. Ο Χριστός ανακαλεί τον άνθρωπο στην αρχαία δόξα, καλεί να κάνει, δηλαδή, ο καθένας μας εν τω προσώπω του Χριστού, αυτό που δεν έκανε ο Αδάμ στον παράδεισο.

 

Αποστολικό Ανάγνωσμα: Γαλ. β´, 16-20: «16 εἰδότες δὲ ὅτι οὐ δικαιοῦται ἄνθρωπος ἐξ ἔργων νόμου ἐὰν μὴ διὰ πίστεως Ἰησοῦ Χριστοῦ, καὶ ἡμεῖς εἰς Χριστὸν Ἰησοῦν ἐπιστεύσαμεν, ἵνα δικαιωθῶμεν ἐκ πίστεως Χριστοῦ καὶ οὐκ ἐξ ἔργων νόμου, διότι οὐ δικαιωθήσεται ἐξ ἔργων νόμου πᾶσα σάρξ. 17 Εἰ δὲ ζητοῦντες δικαιωθῆναι ἐν Χριστῷ εὑρέθημεν καὶ αὐτοὶ ἁμαρτωλοί, ἆρα Χριστὸς ἁμαρτίας διάκονος; μὴ γένοιτο. 18 εἰ γὰρ ἃ κατέλυσα ταῦτα πάλιν οἰκοδομῶ, παραβάτην ἐμαυτὸν συνίστημι. 19 ἐγὼ γὰρ διὰ νόμου νόμῳ ἀπέθανον, ἵνα Θεῷ ζήσω. 20 Χριστῷ συνεσταύρωμαι· ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός· ὃ δὲ νῦν ζῶ ἐν σαρκί, ἐν πίστει ζῶ τῇ τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀγαπήσαντός με καὶ παραδόντος ἑαυτὸν ὑπὲρ ἐμοῦ. 21 Οὐκ ἀθετῶ τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ· εἰ γὰρ διὰ νόμου δικαιοσύνη, ἄρα Χριστὸς δωρεὰν ἀπέθανεν».

 

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: (το αυτό με Γ´ ΚΥΡΙΑΚΗ ΝΗΣΤΕΙΩΝ): Μάρκ. η´, 34- θ´, 1:«34 Καὶ προσκαλεσάμενος τὸν ὄχλον σὺν τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ εἶπεν αὐτοῖς· Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ, καὶ ἀκολουθείτω μοι. 35 ὃς γὰρ ἂν θέλῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ σῶσαι, ἀπολέσει αὐτήν· ὃς δ' ἂν ἀπολέσῃ τὴν ἑαυτοῦ ψυχὴν ἕνεκεν ἐμοῦ καὶ τοῦ εὐαγγελίου, οὗτος σώσει αὐτήν. 36 τί γὰρ ὠφελήσει ἄνθρωπον ἐὰν κερδήσῃ τὸν κόσμον ὅλον, καὶ ζημιωθῇ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ; 37 ἢ τί δώσει ἄνθρωπος ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς αὐτοῦ; 38 ὃς γὰρ ἐὰν ἐπαισχυνθῇ με καὶ τοὺς ἐμοὺς λόγους ἐν τῇ γενεᾷ ταύτῃ τῇ μοιχαλίδι καὶ ἁμαρτωλῷ, καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπαισχυνθήσεται αὐτὸν ὅταν ἔλθῃ ἐν τῇ δόξῃ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ μετὰ τῶν ἀγγέλων τῶν ἁγίων.- 1 Καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς· Ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι εἰσί τινες ὧδε τῶν ἑστηκότων, οἵτινες οὐ μὴ γεύσωνται θανάτου ἕως ἂν ἴδωσι τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ ἐληλυθυῖαν ἐν δυνάμει».



[1]. Καν. ζ´ : «Ἐπειδὴ συνήθεια κεκράτηκε, καὶ παράδοσις ἀρχαία, ὥστε τὸν ἐν  Αἰλίᾳ ἐπίσκοπον τιμᾶσθαι, ἐχέτω τὴν ἀκολουθίαντῆς τιμῆς·   τῇ  μητροπόλει σῳζομένου τοῦ οἰκείου ἀξιώματος».