HELLENOPHONIA

Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2026

 

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ, Ἀνάμνησις τῆς ἀπὸ τοῦ Παραδείσου τῆς τρυφῆς ἐξορίας τοῦ Πρωτοπλάστου Ἀδάμ, 22 ΦΕβρουαρίου 2026, (10/3/2019, (Αριθμ. 5Α)

 

Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ.

 

Α. 1. Η Κυριακή της Τυρινής, όπως και η εβδομάδα που προηγήθηκε, είναι μία ιδιαίτερη Κυριακή κατά την περίοδο του Τριωδίου, καθώς σηματοδοτεί την τελική προετοιμασία προ της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Πρόκειται για μια εβδομάδα μεθόρια. Έτσι, κατ᾽ αναλογία προς την πρώτη εβδομάδα των Νηστειών, ή εν είδει προδηλώσεώς της, την Τετάρτη και την Παρασκευή δεν τελείται Θεία Λειτουργία (κατ᾽ ουδένα τρόπο Προηγιασμένη), παρεκτός εάν συμπέσει μνήμη Αγίου, οπότε τελείται η Θεία Λειτουργία του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, και παραλείπεται η τάξη του Τριωδίου. Παράλληλα το Σάββατο επιτελείται η Μνήμη πάντων τῶν ἐν ἀσκήσει λαμψάντων Ἁγίων ἀνδρῶν τε καὶ γυναικῶν, ως υποδειγμάτων μετανοίας για την αρχόμενη άσκηση των χριστιανών κατά το επικείμενο στάδιο καθ᾽ οδόν προς το Πάσχα, αλλά και προς παρηγορία για τη μνεία της εξόδου του Πρωτόπλαστου Αδάμ από του Παραδείσου: «Τοῦ ἐν Ἐδὲμ Παραδείσου, δεῦτε ἴδωμεν ἄνθη ἀείζῳα, τὰ θεοβλαστούργητα, Πατέρων σπουδάσματα, ὧν ὑπάρχει μόνος γεωργὸς ὁ Κύριος», Κανών α´, Ὠδή ε´, ἦχος πλ. δ´, των Αγίων Πατέρων. Προς τούτοις, το Προφητικό Ανάγνωσμα στον Εσπερινό του Σαββάτου της Τυρινής, προερχόμενο από το όγδοο κεφάλαιο των Προφητειών του Προφήτη Ζαχαρία, έχει ως θέμα τη νηστεία, συνδεόμενη, όμως, με τη μέγιστη εορτή του εξιλασμού, των δέκα ημερών της μετανοίας των Εβραίων[1], εορτή στην οποία ο Προφήτης, που πρωταγωνίστησε μαζί με τον Προφήτη Αγγαίο στην ανοικοδόμηση του Ναού στα Ιεροσόλυμα μετά τη Βαβυλώνια αιχμαλωσία, εξαγγέλλει την είσοδο σ᾽ αυτήν πολλών λαών και πολλών εθνών και όχι μόνο του Ισραήλ, σπάζοντας την Ιουδαϊκή αποκλειστικότητα με την αυτοπτική πίστη ότι ο Κύριος Παντοκράτωρ θα είναι για όλα τα έθνη και τους λαούς[2]. [Γι᾽ αυτό στην Ερμηνεία του Συναξαρίου της σημερινής Κυριακής γίνεται λόγος για τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή ως «ἀποδεκατισμοῦ» όλου του ενιαυτού: «Ἰστέον δέ, ὡς ἀποδεκατισμός ἐστιν αὕτη ἡ ἁγία καὶ μεγάλη Τεσσαρακοστὴ τοῦ ὅλου ἐνιαυτοῦ· ἐπειδὴ γὰρ ἀπὸ ῥαθυμίας ἀεὶ νηστεύειν, καὶ τῶν κακῶν ἀργεῖν οὐχ αἱρούμεθα, ὥς τι θέρος ψυχῶν ταύτην οἱ Ἀπόστολοι, καὶ οἱ θεῖοι Πατέρες παρέδωκαν· ὡς ἄν, ὅσα διὰ τοῦ ἐνιαυτοῦ ὅλου ἄτοπα διεπραξάμεθα, νῦν συντριβόμενοι, καὶ διὰ νηστείας ταπεινούμενοι, ἀπαλείψωμεν, ἣν καὶ φυλάττειν ὀφείλομεν ἀκριβέστερον»]. Εξάλλου, αμέσως μετά, στο ένατο κεφάλαιο, εξαγγέλλεται η είσοδος του βασιλέως του Ισραήλ στα Ιεροσόλυμα πάνω σε γαϊδουράκι, που είναι η προφητική προδήλωση της Βαϊοφόρου: «Χαῖρε σφόδρα, θύγατερ Σιών· κήρυσσε, θύγατερ ῾Ιερουσαλήμ· ἰδοὺ ὁ βασιλεύς σου ἔρχεταί σοι, δίκαιος καὶ σῴζων αὐτός, πραῢς καὶ ἐπιβεβηκὼς ἐπὶ ὑποζύγιον καὶ πῶλον νέον», Ζαχ. θ´, 9, ενώ στο τελευταίο κεφάλαιο, το δέκατο τέταρτο, προεικονίζεται προφητικά με την εορτή της σκηνοπηγίας η Πεντηκοστή.

2. Στην ερμηνεία του Συναξαρίου της Κυριακής της Τυρινής, ήτοι της αναμνήσεως της εξορίας του Αδάμ από τον Παράδεισο, προβάλλεται, όπως στην αρχή του Τριωδίου, η ενότητα των θεοφανικών γεγονότων της Αποκαλύψεως του Υιού και Λόγου του Θεού από κτίσεως κόσμου μέχρι την Πεντηκοστή, ως συνόψιση του Μυστηρίου της Θείας Οικονομίας και επαναγωγή των πάντων στη βασιλεία των ουρανών, στον Παράδεισο της Εδέμ: «Πάντα οὖν ταῦτα οἱ Θεοφόροι Πατέρες παραστῆσαι βουλόμενοι διὰ τοῦ Τριῳδίου παντός, πρῶτα μέν, τὰ τῆς Παλαιᾶς προτιθέασιν· ὧν πρῶτον, δημιουργία, καὶ ἡ ἐκ τῆς τρυφῆς ἔκπτωσις τοῦ Ἀδάμ, ἧς ἀρτίως τὴν μνήμην ποιούμεθα, εἶτα καὶ τῶν λοιπῶν, διὰ τῶν Μωσαϊκῶν καὶ Προφητικῶν, καὶ πλέον τῶν Δαυϊτῶν λόγων, καί τινα τέως τῶν τῆς χάριτος ἐπιβάλλοντες[3]. Εἶτα κατὰ τάξιν, καὶ τὰ τῆς νέας Διαθήκης· ὧν πρῶτός ἐστιν ὁ Εὐαγγελισμός, οἰκονομίᾳ Θεοῦ ἀρρήτῳ, ἐν τῇ ἁγίᾳ Τεσσαρακοστῇ σχεδὸν ἀεὶ εὑρισκόμενος· διά τε Λαζάρου, καὶ τῶν Βαΐων, καὶ τῆς ἁγίας καὶ μεγάλης Ἑβδομάδος, τῶν ἱερῶν ἀναγινωσκομένων Εὐαγγελίων, αὐτῶν τε τῶν ἁγίων καὶ σωτηριωδῶν Παθῶν του Χριστοῦ κατὰ λεπτὸν ὑμνουμένων· εἶτα, καὶ τῆς Ἀναστάσεως, καὶ τῶν λοιπῶν, μέχρι τῆς καθόδου τοῦ Πνεύματος, τῶν ἱερῶν Πράξεων διαγορευουσῶν, ὅπως τὸ κήρυγμα γέγονε, καὶ τοὺς Ἁγίους πάντας συνήγαγεν».

 

Β. 1. Η συναγωγή των Αγίων αποτελεί το υπόβαθρο της ερμηνείας των γεγονότων της Προφητικής, Ευαγγελικής και Αποστολικής μαρτυρίας, όχι ως ενός θεωρητικού συστήματος ερμηνείας της ιστορίας και της πορείας του ανθρώπινου γένους αλλά ως συνεχούς πράξης, άσκησης για άρση όλων των αντιθέσεων, άρση της εναντίωσης προς το δοτήρα των κοινών αγαθών Θεό και των συνανθρώπων. Έτσι, στην υμνολογία της ημέρας κυριαρχεί η ερμηνεία της προπατορικής αποστασίας του Αδάμ και των απογόνων του, ως γύμνωσης και απομάκρυνσης από τη Δόξα του Θεού, σκοτισμού, δηλαδή, του νου και υποδούλωσης του ανθρώπου στα φθοροποιά πάθη και τους εμπαθείς λογισμούς, σε μία ενότητα ερμηνευόμενη η παράβαση των ορίων της κτιστότητος, η στέρηση του παραδείσου και οι μεταπατορικές συνέπειες στο ανθρώπινο γένος, που γεύεται πια μια εμπαθή ζωή ιδιοποιήσεως των κοινών αγαθών, ενώ η καταγραφόμενη στην υμνολογία Προφητική πράξη προσδίδει στη νηστεία την αντίστιξη προς την προπατορική παράβαση αλλά και την αναμονή της θεραπείας από τον ίδιο το Ζωοδότη Χριστό: «Ἀδὰμ τοῦ Παραδείσου διώκεται, τροφῆς μεταλαβὼν ὡς παρήκοος, Μωσῆς θεόπτης ἐχρημάτισε, νηστείᾳ τὰ ὄμματα, τῆς ψυχῆς καθηράμενος. Διὸ τοῦ Παραδείσου οἰκήτορες γενέσθαι ἐπιποθοῦντες, ἀπαλλαγῶμεν τῆς ἀλυσιτελοῦς τροφῆς, καὶ Θεὸν καθορᾷν ἐφιέμενοι, Μωσαϊκῶς τὴν τετράδα, τῆς δεκάδος νηστεύσωμενπροσευχῇ καὶ τῇ δεήσει, εἰλικρινῶς προσκαρτεροῦντες, κατευνάσωμεν τῆς ψυχῆς τὰ παθήματα, ἀποσοβήσωμεν τῆς σαρκὸς τὰ οἰδήματα, κοῦφοι πρὸς τὴν ἄνω πορείαν μετίωμεν, ὅπου αἱ τῶν Ἀγγέλων χορεῖαι, ἀσιγήτοις φωναῖς, τὴν ἀδιαίρετον ἀνυμνοῦσι Τριάδα, καθορᾷν τὸ ἀμήχανον κάλλος, καὶ δεσποτικόν. Ἐκεῖ ἀξίωσον ἡμᾶς, Υἱὲ Θεοῦ ζωοδότα, τοὺς ἐπὶ σοὶ πεποιθότας, συγχορεῦσαι ταῖς τῶν Ἀγγέλων στρατιαῖς, ταῖς τῆς τεκούσης σε Μητρὸς Χριστὲ πρεσβείαις, καὶ Ἀποστόλων, καὶ τῶν Μαρτύρων, καὶ πάντων τῶν Ἁγίων», Στιχηρό Ιδιόμελο του Τριωδίου, ἦχος πλ. α´. Σημειωτέον ότι η σαρανταήμερη νηστεία συνιστά παραπομπή στη σαρανταήμερη νηστεία του Μωϋσή και την επιγενόμενη σ᾽ αυτόν Θεοφάνεια και, ασφαλώς, στη σαρανταήμερη νηστεία του Χριστού, ο οποίος αναλαμβάνει το Μωσαϊκό νόμο ανακεφαλαιώνοντάς τον και αποκαλύπτεται ως ο ενανθρωπήσας πραγματικώς Υιός και Λόγος του Πατρός και Ζωοδότης του ανθρωπίνου γένους, που θεραπεύει, ως Νέος Αδάμ, την παράβαση του παλαιού.

2. Κατά ταύτα, επίσης το Αποστολικό και το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα συνιστούν μία ενότητα αλλά με διπλή στόχευση κατά τη διπλή σύσταση του ανθρώπου από αισθητό σώμα και λογική ψυχή. Έτσι, στο Αποστολικό Ανάγνωσμα ο Απόστολος Παύλος προτρέπει τους χριστιανούς να γρηγορούν, για να μην κυριεύονται από τους εμπαθείς λογισμούς, ιδίως της κατακρίσεως των συνανθρώπων τους, πράγμα που καταλύει την αδελφική σχέση των ανθρώπων και ενσπείρει τη διχοστασία και την έπαρση, που είναι σκοτισμός του νου και απομάκρυνση από τη χάρη και τη δόξα του Θεού. Η υπόμνηση ότι ο άνθρωπος δεν έχει καμία εξουσία στους συνανθρώπους του, και ότι όλοι έχουμε την ανάγκη από το έλεος και τη χάρη του Θεού, είναι μία ευθεία παραπομπή στην προπατορική αποστασία, αλλά συγχρόνως τούτο συνιστά και ένα διαρκές αίτημα μη υπερβάσεως των ορίων της κτιστότητός μας. Η υπέρβαση είναι πρώτα φθοροποιό πάθος του νου, εμπαθής λογισμός, που απαιτεί κάθαρση, ώστε να φωτισθεί ο νους, κινούμενος προς το Θεό, και να αντιληφθεί ο άνθρωπος ότι δεν υπερτερεί σε τίποτα από τους συνανθρώπους του, ή ότι οι αδελφοί του είναι όντως οι πραγματικοί οικέτες προς το Θεό, άρα και υπερτερούν έναντι αυτού. Μία τέτοια στάση Αγίων έχει καταγραφεί επανειλημμένα στη νηπτική παράδοση και τους βίους των Αγίων ασκητών, και γι᾽ αυτό η Εκκλησία θέτει τη μνήμη τους το Σάββατο της Τυρινής.

3. Τις μεταπατορικές συνέπειες της προπατορικής αποστασίας περιλαμβάνει ουσιαστικώς και το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα, στο οποίο ο Χριστός συνιστά την απαλλαγή από τους εμπαθείς λογισμούς που δημιουργούν την ανειλικρινή και υποκριτική διάθεση και συμπεριφορά, η οποία υποστηρίζεται μετά από τη θησαυρική παράχρηση και ιδιοποίηση των κοινών αγαθών. Η περικοπή προέρχεται από μία μεγάλη ενότητα, που ξεκινά από το πέμπτο κεφάλαιο του Κατά Ματθαίον Ευαγγελίου και περιλαμβάνει την Επί του Όρους Ομιλία, δηλαδή, τους Μακαρισμούς, την ανακεφαλαίωση του Μωσαϊκού Νόμου, τον έλεγχο της υποκριτικής και ναρκισσιστικής συμπεριφοράς, μία ευθεία αναφορά προς τους Φαρισαίους, την Κυριακή προσευχή με την κατακλείδα: «ὅτι σοῦ ἐστιν ἡ βασιλεία καὶ ἡ δύναμις καὶ ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας· ἀμήν», Ματθ. στ´, 13, και αμέσως μετά ακολουθεί η σημερινή Ευαγγελική περικοπή, κατά την οποία ο Χριστός ανατρέπει την κρατούσα Φαρισαϊκή αντίληψη περί της νηστείας κατά παράχρηση του Μωσαϊκού Νόμου, καθώς η νηστεία, όπως έχει ήδη σημειωθεί παραπάνω, ήταν συνυφασμένη με τη μετάνοια και, μάλιστα, όλου του Ισραήλ. Ο θησαυρισμός και ιδιοποίηση των κοινών αγαθών συνιστά πράξη άρσης της νηστείας, είναι πλησμονή, πέραν από την κατακυρίευση των συνανθρώπων με την υλική ισχύ, και, ασφαλώς, σ᾽ αυτήν την περίπτωση η όποια νηστεία είναι μία υποκριτική κίνηση. Νηστεία και θησαυρισμός είναι καταστάσεις εκ διαμέτρου αντίθετες, οπότε η μετάνοια ως σημείο της ελεύσεως της βασιλείας των ουρανών, κατά το κήρυγμα του Χριστού, ήταν έξω από τη λογική των φορέων της υποκρίσεως του Ισραήλ και κάθε ανθρώπινης κοινωνίας. Στην αρχή, λοιπόν, της Μεγάλης Τεσσαρακοστής στην Εκκλησία διαβάζεται η σημερινή Ευαγγελική περικοπή, για να αντιληφθούμε οι χριστιανοί ότι η νηστεία είναι η θύρα που οδηγεί στη μετάνοια, στην αρχή, δηλαδή, της εν Χριστώ ζωής και εν τη πορεία προς το Πάσχα κατά τα διαλαμβανόμενα στην Ερμηνεία του Συναξαρίου.

4. Σε ένα κόσμο φαρισαϊκής και ναρκισσιστικής υποκρίσεως της ισχύος και της καταδυναστεύσεως των ανθρώπων και των κοινωνιών, πολλές φορές μάλιστα με υποκριτικές διακηρύξεις από διεθνείς οργανώσεις και οργανισμούς και ρήτρες που ισχύουν εν πολλοίς μόνο για τους αδύνατους και τις φτωχές χώρες, ο λόγος της Εκκλησίας δεν μπορεί να είναι μία ωραιολογία μελλοντικής εκπλήρωσης, αγαπολογία και συναγελασμός με την εκμετάλλευση και τον απανθρωπισμό των αδυνάτων, γιατί οδηγεί στον απελπισμό των ανθρώπων, ενώ συνιστά άρνηση της ίδιας της διακονίας της Εκκλησίας, που είναι διακονία αληθείας και ζωής πρωτίστως για όλους τους ταπεινούς και κατατρεγμένους. Και επιπλέον, ο παράδεισος δεν είναι ένα μελλοντικό αγαθό αλλά ένα απολεσθέν, που ο νυν καιρός το επισπά, ή το χάνει διά παντός. Είναι ανάκληση το παρόν στάδιο και εγρήγορση, όχι καθησυχασμός με την ειδωλοποίηση του μέλλοντος, ή της άλλης ζωής, εν είδει θλιβερότατης υποκρίσεως. Ο Λόγος ενηνθρώπησε και αυτός είναι η πραγματικότητα της Εκκλησίας και το κοινό αγαθό, χωρίς καμία σύμβαση και συμβιβασμό διακρίσεων κατάχρησης της δημιουργίας του. Τα «ουαί» του Χριστού δεν αφορούσαν στη μετά θάνατο ζωή, αλλά στην παρούσα, γιατί το «νυν» συμπαρεκτείνεται. Και γι᾽ αυτό ξεσήκωσαν και την αγανάκτηση των Φαρισαίων... Εξάλλου, εάν αντιληφθούμε την εντολή του Χριστού: «19 Μὴ θησαυρίζετε ὑμῖν θησαυροὺς ἐπὶ τῆς γῆς, ὅπου σὴς καὶ βρῶσις ἀφανίζει, καὶ ὅπου κλέπται διορύσσουσιν καὶ κλέπτουσιν· 20 θησαυρίζετε δὲ ὑμῖν θησαυροὺς ἐν οὐρανῷ...» ως αφορώσα σε εμάς τους ιδίους και όχι απευθυνόμενη προς τους άλλους, τότε καμία θεωρία εσχατολογίας δεν ισχύει ενώπιον των ανθρώπων που βιώνουν την παντός είδους βία και ανέχεια στην παρούσα ζωή, κι όλες οι θεωρίες αναιρούνται από τη σκληρή πραγματικότητα της ιδιοτέλειας και της αρπαγής των κοινών επιούσιων πόρων της ζωής. Εν τέλει η πίστη στη βασιλεία του Θεού είναι κρίση επί της ίδιας της ζωής μας εδώ και τώρα συμπαρεκτεινόμενη!

 

Αποστολικό Ανάγνωσμα: Ρωμ. ιγ´, 11- ιδ´, 4: «1 Καὶ τοῦτο, εἰδότες τὸν καιρόν, ὅτι ὥρα ἡμᾶς ἤδη ἐξ ὕπνου ἐγερθῆναι· νῦν γὰρ ἐγγύτερον ἡμῶν ἡ σωτηρία ἢ ὅτε ἐπιστεύσαμεν. 12 ἡ νὺξ προέκοψεν, ἡ δὲ ἡμέρα ἤγγικεν. ἀποθώμεθα οὖν τὰ ἔργα τοῦ σκότους καὶ ἐνδυσώμεθα τὰ ὅπλα τοῦ φωτός. 13 ὡς ἐν ἡμέρᾳ εὐσχημόνως περιπατήσωμεν, μὴ κώμοις καὶ μέθαις, μὴ κοίταις καὶ ἀσελγείαις, μὴ ἔριδι καὶ ζήλῳ, 14 ἀλλ᾽ ἐνδύσασθε τὸν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, καὶ τῆς σαρκὸς πρόνοιαν μὴ ποιεῖσθε εἰς ἐπιθυμίας.- 1 Τὸν δὲ ἀσθενοῦντα τῇ πίστει προσλαμβάνεσθε, μὴ εἰς διακρίσεις διαλογισμῶν. 2 ὃς μὲν πιστεύει φαγεῖν πάντα, ὁ δὲ ἀσθενῶν λάχανα ἐσθίει. 3 ὁ ἐσθίων τὸν μὴ ἐσθίοντα μὴ ἐξουθενείτω, καὶ ὁ μὴ ἐσθίων τὸν ἐσθίοντα μὴ κρινέτω· ὁ Θεὸς γὰρ αὐτὸν προσελάβετο. 4 σὺ τίς εἶ ὁ κρίνων ἀλλότριον οἰκέτην; τῷ ἰδίῳ Κυρίῳ στήκει ἢ πίπτει· σταθήσεται δέ· δυνατὸς γάρ ἐστιν ὁ Θεὸς στῆσαι αὐτόν».

 

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: Ματθ. στ´, 14-21: «14 Ἐὰν γὰρ ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν, ἀφήσει καὶ ὑμῖν ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος· 15 ἐὰν δὲ μὴ ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν, οὐδὲ ὁ πατὴρ ὑμῶν ἀφήσει τὰ παραπτώματα ὑμῶν. 16 Ὅταν δὲ νηστεύητε, μὴ γίνεσθε ὥσπερ οἱ ὑποκριταὶ σκυθρωποί, ἀφανίζουσι γὰρ τὰ πρόσωπα αὐτῶν ὅπως φανῶσι τοῖς ἀνθρώποις νηστεύοντες· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ὅτι ἀπέχουσιν τὸν μισθὸν αὐτῶν. 17 σὺ δὲ νηστεύων ἄλειψαί σου τὴν κεφαλὴν καὶ τὸ πρόσωπόν σου νίψαι, 18 ὅπως μὴ φανῇς τοῖς ἀνθρώποις νηστεύων ἀλλὰ τῷ πατρί σου τῷ ἐν τῷ κρυπτῷ· καὶ ὁ πατήρ σου ὁ βλέπων ἐν τῷ κρυπτῷ ἀποδώσει σοι ἐν τῷ φανερῷ. 19 Μὴ θησαυρίζετε ὑμῖν θησαυροὺς ἐπὶ τῆς γῆς, ὅπου σὴς καὶ βρῶσις ἀφανίζει, καὶ ὅπου κλέπται διορύσσουσιν καὶ κλέπτουσιν· 20 θησαυρίζετε δὲ ὑμῖν θησαυροὺς ἐν οὐρανῷ, ὅπου οὔτε σὴς οὔτε βρῶσις ἀφανίζει, καὶ ὅπου κλέπται οὐ διορύσσουσιν οὐδὲ κλέπτουσιν· 21 ὅπου γάρ ἐστιν ὁ θησαυρὸς ὑμῶν, ἐκεῖ ἔσται καὶ ἡ καρδία ὑμῶν».



[1]. «Τάδε λέγει Κύριος παντοκράτωρ· νηστεία ἡ τετρὰς καὶ νηστεία ἡ πέμπτη καὶ νηστεία ἡ ἑβδόμη καὶ νηστεία ἡ δεκάτη ἔσονται τῷ οἴκῳ ᾿Ιούδα εἰς χαρὰν καὶ εὐφροσύνην καὶ εἰς ἑορτὰς ἀγαθάς, καὶ εὐφρανθήσεσθε, καὶ τὴν ἀλήθειαν καὶ τὴν εἰρήνην ἀγαπήσατε», Ζαχ. η´, 9.

[2]. «Καὶ ἥξουσι λαοὶ πολλοὶ καὶ ἔθνη πολλὰ ἐκζητῆσαι τὸ πρόσωπον Κυρίου παντοκράτορος ἐν ῾Ιερουσαλὴμ καὶ ἐξιλάσασθαι τὸ πρόσωπον Κυρίου. 23 τάδε λέγει Κύριος παντοκράτωρ· ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, ἐὰν ἐπιλάβωνται δέκα ἄνδρες ἐκ πασῶν τῶν γλωσσῶν τῶν ἐθνῶν καὶ ἐπιλάβωνται τοῦ κρασπέδου ἀνδρὸς ᾿Ιουδαίου λέγοντες· πορευσόμεθα μετὰ σοῦ, διότι ἀκηκόαμεν ὅτι ὁ Θεὸς μεθ᾿ ὑμῶν ἐστί», Ζαχ. η´, 22-23.

[3]. Η διατύπωση «καί τινα τέως τῶν τῆς χάριτος ἐπιβάλλοντες», προφανώς σχετίζεται με την εορτή της Μνήμης πάντων τῶν ἐν ἀσκήσει λαμψάντων Ἁγίων ἀνδρῶν τε καὶ γυναικῶν του Σαββάτου της Τυρινής.

Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2026

 

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΕΩ, Μνεία τῆς δευτέρας καὶ ἐνδόξου Παρουσίας τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, 15 Φεβρουαρίου 2026, (3/3/2019), (Αριθμ. 4Α2)

 

Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ.

 

Α. 1. H τρίτη Κυριακή του Τριωδίου είναι γνωστή ως Κυριακή της Απόκρεω, λόγω της αρχόμενης νηστείας με την αποχή από το κρέας και πλήρως την επόμενη Κυριακή με αποχή και από το τυρί. Φέρεται και ως Κυριακή της Κρίσεως, αλλά η κύρια μνεία είναι της Δευτέρας και ενδόξου Παρουσίας του Χριστού, καθώς αντιστοιχεί στο Ευαγγελικό Ανάγνωσμα της ημέρας, ενώ συγχρόνως είναι εισοδική στην επόμενη Κυριακή, τη λεγόμενη της Τυρινής, κατά την οποία «ἀνάμνησιν ποιούμεθα τῆς ἀπὸ τοῦ Παραδείσου τῆς τρυφῆς ἐξορίας τοῦ Πρωτοπλάστου Ἀδάμ». Εκ πρώτης αναγνώσεως δημιουργείται η εντύπωση κάποιας ανακολουθίας ως προς την κατά συνέχεια εκδίπλωση της πορείας του ανθρώπινου γένους, ωστόσο υπάρχει επαρκής ερμηνεία, αν και η παρεμβολή της Κυριακής της Τυρινής έχει τους ιστορικούς λόγους.

2. Η πτώση του Αδάμ, και μεταπατορικά των φυσικών απογόνων του, δεν αφορά στην απώλεια ενός μελλοντικού αγαθού αλλά ενός δεδομένου, στην απώλεια του Παραδείσου της τρυφής[1], στην απώλεια του προχωρήματος της κατά το λόγο της δημιουργίας του ενθέου προκοπής του, ο δε ανακαινισμός του από τον Ενανθρωπήσαντα Υιό και Λόγο του Θεού Πατρός είναι αναδημιουργία, επάνοδος στην προτέρα κατάσταση της χάριτος. Γι᾽ αυτό, εξάλλου, ο Χριστός είναι ο Νέος Αδάμ, αρχή και μέση και τέλος όλου του Μυστηρίου της Θείας Οικονομίας, της δημιουργίας και της ιστορίας, και η Θεοτόκος είναι η Νέα Εύα, η κλίμαξ, το ὄρος και η πύλη του Παραδείσου. Οι έσχατες ημέρες παραπέμπουν στο μυστήριο της Ενανθρωπήσεως, όπως λέγεται στο Στιχηρό Ιδιόμελο της Υπαπαντής στη Λιτή, ἦχος α´: «παλαιὸς ἡμερῶν, ὁ καὶ τὸν νόμον πάλαι ἐν Σινᾷ δοὺς τῷ Μωσεῖ, σήμερον βρέφος ὁρᾶται, καὶ κατὰ νόμον, ὡς νόμου Ποιητής, τὸν νόμον ἐκπληρῶν, ναῷ προσάγεται, καὶ τῷ Πρεσβύτῃ ἐπιδίδοται. Δεξάμενος δὲ τοῦτον Συμεὼν ὁ δίκαιος, καὶ τῶν δεσμῶν τὴν ἔκβασιν ἰδὼν τελεσθεῖσαν, γηθοσύνως ἐβόα· Εἶδον οἱ ὀφθαλμοί μου, τὸ ἀπ᾽ αἰῶνος Μυστήριον ἀποκεκρυμμένον, ἐπ᾽ ἐσχάτων τούτων ἡμερῶν φανερωθέν, φῶς διασκεδάζον, τῶν ἀπίστων ἐθνῶν τὴν σκοτόμαιναν, καὶ δόξαν τοῦ νεολέκτου Ἰσραήλ· διὸ ἀπόλυσον τὸν δοῦλόν σου, ἐκ τῶν δεσμῶν τοῦδε τοῦ σαρκίου, πρὸς τὴν ἀγήρω καὶ θαυμασίαν ἄληκτον ζωήν, ὁ παρέχων τῷ κόσμῳ τὸ μέγα ἔλεος». Έτσι, η κρίση παραμετράται με την αρχή ως προς το κατά πώς τοποθετείται έκαστος κατενώπιον του Θεού, του Κυρίου της Δόξης, στην ενότητα της δημιουργίας και της ιστορίας όλες οι γενεές του ανθρώπινου γένους, όπως λέγεται στο α´ Ιδιόμελο του Τριωδίου της σημερινής Κυριακής, ότι την ημέρα της κρίσεως όλοι θα γίνουν της αυτής ηλικίας, ἦχος πλ. β´: «Ἐννοῶ τὴν ἡμέραν ἐκείνην καὶ τὴν ὥραν, ὅταν μέλλωμεν πάντες, γυμνοὶ καὶ ὡς κατάκριτοι, τῷ ἀδεκάστῳ Κριτῇ παρίστασθαι· τότε σάλπιγξ ἠχήσει μέγα, καὶ τὰ θεμέλια τῆς γῆς σεισθήσονται, καὶ οἱ νεκροὶ ἐκ τῶν μνημάτων ἐξαναστήσονται, καὶ ἡλικία μία πάντες γενήσονται, καὶ πάντων τὰ κρυπτὰ φανερὰ παρίστανται ἐνώπιόν σου, καὶ κόψονται, καὶ κλαύσονται, καὶ εἰς τὸ πῦρ τὸ ἐξώτερον ἀπελεύσονται οἱ μηδέποτε μετανοήσαντες, καὶ ἐν χαρᾷ καὶ ἀγαλλιάσει ὁ τῶν Δικαίων κλῆρος εἰσελεύσεται εἰς παστάδα οὐράνιον».

3. Καθίσταται σαφές, εξάλλου, ότι η επίθεση κατά της Πεντατεύχου είναι αθεότατη επίθεση κατά του ίδιου του Χριστού, κατά της πίστης της Εκκλησίας στον Παλαιό των ημερών και Νέο Αδάμ, δημιουργό και ανακαινιστή του γένους των ανθρώπων, καθώς είναι διάσπαση της αποκαλύψεως του Θεού μεταξύ των Πατριαρχών, των Προφητών και των Αποστόλων, σα να είναι άλλος ο Θεός της Παλαιάς Διαθήκης και άλλος της Καινής. Ασφαλώς τον ίδιο αθεότατο στόχο έχουν οι επιθέσεις και εναντίον του κειμένου της Παλαιάς Διαθήκης των Εβδομήκοντα και προβολής του εβραϊκού κειμένου, γιατί έτσι επιτυγχάνεται ο στόχος αποκοπής της λειτουργικής ερμηνευτικής της Εκκλησίας με αποκοπή της υμνολογίας της από την κειμενική πηγή της των Εβδομήκοντα με κειμενικό μετεωρισμό όλων των Κανόνων και των Καταβασιών σε αδιασαφήνιστη πηγή, σαν να έρχεται ο Χριστός σαν ένας από μηχανής θεός και να μην είναι ο ποιητής και δημιουργός του σύμπαντος κόσμου, ο οποίος «εἶπε καὶ ἐγένετο» ο σύμπας κόσμος κατά την ανεξιχνίαστο θεία βουλή, αλλά προήλθαν τα πάντα «εκ μηχανιστικού αυτομάτου» μιας «επιστήμης» εσχατολογικής ολοκληρώσεως.

 

Β. 1. Η νηστεία, η οποία γίνεται αυστηρότερη από την επόμενη Κυριακή, δεν αποτελεί μία αυτοτελή αρετή, ένα ανθρώπινο ατομικό κατόρθωμα, αλλά αντιστοιχεί στη θεραπεία της προπατορικής παρακοής στην εντολή του Θεού, «καὶ ἐνετείλατο Κύριος ὁ Θεὸς τῷ ᾿Αδὰμ λέγων· ἀπὸ παντὸς ξύλου τοῦ ἐν τῷ παραδείσῳ βρώσει φαγῇ, ἀπὸ δὲ τοῦ ξύλου τοῦ γινώσκειν καλὸν καὶ πονηρόν, οὐ φάγεσθε ἀπ᾿ αὐτοῦ· ᾗ δ᾿ ἂν ἡμέρᾳ φάγητε ἀπ᾿ αὐτοῦ, θανάτῳ ἀποθανεῖσθε», Γεν. β´, 16-17, στην εθελούσια, δηλαδή, κίνηση του χριστιανού να αρνηθεί την ιδιοποίηση των κοινών αγαθών, μένοντας στα όρια της κτιστότητός του και της αδελφοσύνης. Επιπλέον, τόσο το Αποστολικό όσο και το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα προβάλλουν ουσιαστικώς το θέμα του τρόπου περί τη βρώση (των ειδωλοθύτων) ή της κοινής συντηρήσεως στη ζωή (πείνα, δίψα, ξενιτεία, γυμνότητα, ασθένεια, φυλακή, καταστάσεις που οδηγούν στην πενία) ως κριτήριο της επισπάσεως της βασιλείας των ουρανών. Γι᾽ αυτό λέγεται ότι η σωτηρία μας είναι κοινή χάρη και όχι ατομικό κατόρθωμα, και, καθώς ο άνθρωπος είναι μεθόριος της ορατής και αοράτου δημιουργίας, η συντήρηση στη ζωή είναι κοινή χάρη, γιατί όλος ο κόσμος, όπως περιγράφεται στα δύο πρώτα κεφάλαια της Γενέσεως, δόθηκε στον άνθρωπο ως κοινό αγαθό. Πρόκειται για κρίση επί πολύ συγκεκριμένων πραγμάτων, που δεν επιδέχεται την υπεκφυγή και την υποκρισία του ανθρώπινου λόγου. Εξάλλου, στην ιστορία της ανθρωπότητος είναι γνωστό ότι η μεγαλύτερη απάτη διενεργείται με το λόγο, ενώ η ισότιμη και αδελφική μετοχή στον πλούτο της δημιουργίας είναι δυσκολοκατόρθωτη. Γι᾽ αυτό στη λειτουργική και νηπτική πράξη η νηστεία προβάλλεται ως προστάδιο της μετανοίας και τίθεται, ουσιαστικώς, κεντρικά από το Χριστό στο σημερινό Ευαγγελικό Ανάγνωσμα δια της κοινής μετοχής στα αγαθά της δημιουργίας.

2. α. Το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα προέρχεται από την κατακλείδα του εικοστού πέμπτου κεφαλαίου του Κατά Ματθαίον Ευαγγελίου. Προηγείται η παραβολή για τις δέκα παρθένες και η παραβολή των ταλάντων στο πλαίσιο χρήσης του παραβολικού, παραστατικού τρόπου για το τί είναι η βασιλεία των ουρανών, ενώ στην αρχή του εικοστού έκτου κεφαλαίου παρέχεται η πληροφορία ότι ο λόγος περί της βασιλείας των ουρανών και περί της Δευτέρας Παρουσίας του Χριστού έγινε δύο ημέρες πριν το τελευταίο Πάσχα του Χριστού στα Ιεροσόλυμα: «Καὶ ἐγένετο ὅτε ἐτέλεσεν ὁ Ἰησοῦς πάντας τοὺς λόγους τούτους, εἶπε τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ· Οἴδατε ὅτι μετὰ δύο ἡμέρας τὸ πάσχα γίνεται, καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοται εἰς τὸ σταυρωθῆναι».

β. Πρέπει να σημειώσουμε ότι ο Χριστός με την τέλεση αυτών των λόγων υπογραμμίζει ευθέως ότι ο ίδιος είναι ο Βασιλεύς, περί του οποίου ομίλησαν ο Μωϋσής και οι Προφήτες, ενώ χρησιμοποιεί τον παραβολικό λόγο, παραστάσεις, δηλαδή, από τη φυσική πραγματικότητα και την ιστορία του Ισραήλ, για να γίνει κατανοητός από τους Μαθητές και τους ακροατές του, πράγμα που σημαίνει ότι κατά την ερμηνεία θα πρέπει να ενταχθούν στην ενιαία θεοφανική παρουσία του Λόγου, όπως ομολογείται συνοπτικά στο Σύμβολο της πίστεως «οὗ τῆς βασιλείας οὐκ ἔσται τέλος». Κατά ταύτα, η διάκριση των ανθρώπων σε πρόβατα και ερίφια, δηλαδή, σε δίκαιους και αμαρτωλούς, πρέπει να συσχετιθεί με την παρουσία των δύο αυτών ειδών στις διατάξεις του Μωσαϊκού Νόμου, στην υπ᾽ αυτόν ενότητα των χαρισματικών αξιωμάτων του Ισραήλ αλλά και του Θεού ως του ποιμένος της επισυναγωγής Ισραήλ. Στο ακροατήριό του ἦταν γνωστή η φρασεολογία περί του Κυρίου του Θεού και των προβάτων του, σημαινόντων τον Ισραήλ, από την έξοδο από την Αίγυπτο, τις λευϊτικές διατάξεις των ολοκαυτωμάτων, τους Ψαλμούς και την Προφητική παράδοση, όπως επίσης και τα περί αποδιοπομπαίου τράγου. Στην ίδια γραμμή στοιχεί η Ευαγγελική καταγραφή, κατά την οποία, μετά την Ανάσταση και την εμφάνιση του Χριστού στη λίμνη Γεννησαρέτ, δίδεται η εντολή στον αρνήσαντα αυτόν Πέτρο να ποιμάνει τα πρόβατά του[2]. Εξάλλου, ο ίδιος ο Χριστός είναι ο αμνός του Θεού, ο αίρων την αμαρτία του κόσμου. Δεν πρόκειται για μία ερμηνεία κατά τα φυσικά χαρακτηριστικά των δύο ειδών αλλά για την ενότητα της αποκαλύψεως του Θεού κατά την εκδίπλωση του Μυστηρίου της Θείας Οικονομίας και της τελικής κρίσεως ως καταγράφεται από το βιβλίο της Γενέσεως μέχρι και το «ναὶ ἔρχου, Κύριε ᾿Ιησοῦ» της διαρκούς εγρηγόρσεως του βιβλίου της Αποκαλύψεως, γιατί η βασιλεία των ουρανών δεν είναι μία κατάσταση μόνο των εσχάτων, μιας απροσδιόριστης εσχατολογίας, είναι ένα αγαθό που ξεκινά από την ιστορία, από το νῦν, είναι κρίση στην κάθε στιγμή, στην κάθε απόφαση, στα βάθη της καρδίας και της κοινής πορείας της ανθρωπότητας.

γ. Τέλος ο παραστατικός τρόπος περί της κρίσεως με τις φοβερές εικόνες, που με απλοϊκό τρόπο καταγράφεται και στην εικονογραφία, ερμηνεύεται υπό το σχήμα του φωτός και του σκότους, κατά το οποίο οι μεν άγιοι θα εκλαμπρύνονται από τη δόξα του Θεού, ενώ οι κολασμένοι θα είναι βυθισμένοι στο σκότος της αγνωσίας της χάριτος και της αποστασίας. Πρέπει να σημειωθεί μετ᾽ εμφάσεως ότι δεν κολάζει ο Θεός, αλλά ο ίδιος ο άνθρωπος, κατά την προαίρεση και τη δεκτικότητά του, εξ ιδίας βουλήσεως, αποδεχόμενος ή απορρίπτων τη χάρη, γίνεται φωτοειδής, ή σατανογνώμων, από την παρούσα ζωή. Ο Θεός είναι αεί Ων, όπως ολόκληρη η δημιουργία κατά χάρη, τα όντα, και μόνο η αποστασία και η εμμονή στην αποστασία των λογικών όντων, των φθοροποιών πνευμάτων και του αποστάτη ανθρώπου, ο οποίος παρυποστασιάζει τη φωτοείδεια, δημιουργούν την κόλαση, το κάλπικο βασίλειο του σκότους και των φθοροποιών δυνάμεων.

 

Αποστολικό Ανάγνωσμα: Α´ Κορ. η´, 8- θ´, 2: «8 Βρῶμα δὲ ἡμᾶς οὐ παρίστησι τῷ Θεῷ· οὔτε γὰρ ἐὰν φάγωμεν περισσεύομεν, οὔτε ἐὰν μὴ φάγωμεν ὑστερούμεθα. 9 βλέπετε δὲ μήπως ἡ ἐξουσία ὑμῶν αὕτη πρόσκομμα γένηται τοῖς ἀσθενοῦσιν. 10 ἐὰν γάρ τις ἴδῃ σε, τὸν ἔχοντα γνῶσιν, ἐν εἰδωλείῳ κατακείμενον, οὐχὶ ἡ συνείδησις αὐτοῦ ἀσθενοῦς ὄντος οἰκοδομηθήσεται εἰς τὸ τὰ εἰδωλόθυτα ἐσθίειν; 11 καὶ ἀπολεῖται ὁ ἀσθενῶν ἀδελφὸς ἐπὶ τῇ σῇ γνώσει, δι᾽ ὃν Χριστὸς ἀπέθανεν. 12 οὕτω δὲ ἁμαρτάνοντες εἰς τοὺς ἀδελφοὺς καὶ τύπτοντες αὐτῶν τὴν συνείδησιν ἀσθενοῦσαν εἰς Χριστὸν ἁμαρτάνετε. 13 διόπερ εἰ βρῶμα σκανδαλίζει τὸν ἀδελφόν μου, οὐ μὴ φάγω κρέα εἰς τὸν αἰῶνα, ἵνα μὴ τὸν ἀδελφόν μου σκανδαλίσω.- 1 Οὐκ εἰμὶ ἀπόστολος; οὐκ εἰμὶ ἐλεύθερος; οὐχὶ Ἰησοῦν Χριστὸν τὸν Κύριον ἡμῶν ἑώρακα; οὐ τὸ ἔργον μου ὑμεῖς ἐστε ἐν Κυρίῳ; 2 εἰ ἄλλοις οὐκ εἰμὶ ἀπόστολος, ἀλλά γε ὑμῖν εἰμι· ἡ γὰρ σφραγὶς τῆς ἐμῆς ἀποστολῆς ὑμεῖς ἐστε ἐν Κυρίῳ».

 

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: Ματθ. κε´, 31-46: « 31 Ὅταν δὲ ἔλθῃ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐν τῇ δόξῃ αὐτοῦ καὶ πάντες οἱ ἅγιοι ἄγγελοι μετ᾽ αὐτοῦ, τότε καθίσει ἐπὶ θρόνου δόξης αὐτοῦ· 32 καὶ συναχθήσεται ἔμπροσθεν αὐτοῦ πάντα τὰ ἔθνη, καὶ ἀφοριεῖ αὐτοὺς ἀπ᾽ ἀλλήλων, ὥσπερ ὁ ποιμὴν ἀφορίζει τὰ πρόβατα ἀπὸ τῶν ἐρίφων, 33 καὶ στήσει τὰ μὲν πρόβατα ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ τὰ δὲ ἐρίφια ἐξ εὐωνύμων. 34 τότε ἐρεῖ ὁ βασιλεὺς τοῖς ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ· δεῦτε, οἱ εὐλογημένοι τοῦ πατρός μου, κληρονομήσατε τὴν ἡτοιμασμένην ὑμῖν βασιλείαν ἀπὸ καταβολῆς κόσμου· 35 ἐπείνασα γὰρ καὶ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν, ἐδίψησα καὶ ἐποτίσατέ με, ξένος ἤμην καὶ συνηγάγετέ με, 36 γυμνὸς καὶ περιεβάλετέ με, ἠσθένησα καὶ ἐπεσκέψασθέ με, ἐν φυλακῇ ἤμην καὶ ἤλθετε πρός με. 37 τότε ἀποκριθήσονται αὐτῷ οἱ δίκαιοι λέγοντες· κύριε, πότε σε εἴδομεν πεινῶντα καὶ ἐθρέψαμεν, ἢ διψῶντα καὶ ἐποτίσαμεν; 38 πότε δέ σε εἴδομεν ξένον καὶ συνηγάγομεν, ἢ γυμνὸν καὶ περιεβάλομεν; 39 πότε δέ σε εἴδομεν ἀσθενῆ ἢ ἐν φυλακῇ καὶ ἤλθομεν πρός σε; 40 καὶ ἀποκριθεὶς ὁ βασιλεὺς ἐρεῖ αὐτοῖς· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐφ᾽ ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε. 41 Τότε ἐρεῖ καὶ τοῖς ἐξ εὐωνύμων· πορεύεσθε ἀπ᾽ ἐμοῦ οἱ κατηραμένοι εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον τὸ ἡτοιμασμένον τῷ διαβόλῳ καὶ τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ· 42 ἐπείνασα γὰρ καὶ οὐκ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν, ἐδίψησα καὶ οὐκ ἐποτίσατέ με, 43 ξένος ἤμην καὶ οὐ συνηγάγετέ με, γυμνὸς καὶ οὐ περιεβάλετέ με, ἀσθενὴς καὶ ἐν φυλακῇ καὶ οὐκ ἐπεσκέψασθέ με. 44 τότε ἀποκριθήσονται αὐτῷ καὶ αὐτοὶ λέγοντες· κύριε, πότε σε εἴδομεν πεινῶντα ἢ διψῶντα ἢ ξένον ἢ γυμνὸν ἢ ἀσθενῆ ἢ ἐν φυλακῇ καὶ οὐ διηκονήσαμέν σοι; 45 τότε ἀποκριθήσεται αὐτοῖς λέγων· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐφ᾽ ὅσον οὐκ ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἐλαχίστων, οὐδὲ ἐμοὶ ἐποιήσατε. 46 καὶ ἀπελεύσονται οὗτοι εἰς κόλασιν αἰώνιον, οἱ δὲ δίκαιοι εἰς ζωὴν αἰώνιον».



[1]. Βλ. Στιχηρό Προσόμοιο στο Δόξα, στον Εσπερινό της Κυριακής της Τυρινής, ἦχος πλ. β´: «Ἐκάθισεν Ἀδάμ, ἀπέναντι τοῦ Παραδείσου, καὶ τὴν ἰδίαν γύμνωσιν θρηνῶν ὠδύρετο. Οἴμοι, τὸν ἀπάτῃ πονηρᾷ πεισθέντα καὶ κλαπέντα, καὶ δόξης μακρυνθέντα! οἴμοι, τὸν ἁπλότητι γυμνόν, νῦν δὲ ἠπορημένον! Ἀλλ᾽ ὦ Παράδεισε, οὐκέτι σου τῆς τρυφῆς ἀπολαύσω, οὐκέτι ὄψομαι τὸν Κύριον καὶ Θεόν μου καὶ Πλάστην· εἰς γῆν γάρ ἀπελεύσομαι, ἐξ ἧς καὶ προσελήφθην. Ἐλεῆμον, Οἰκτίρμον, βοῶ σοι· Ἐλέησόν με τὸν παραπεσόντα».

[2]. Ἰω. κα´, 15-16: «Ὅτε οὖν ἠρίστησαν, λέγει τῷ Σίμωνι Πέτρῳ ὁ Ἰησοῦς· Σίμων Ἰωνᾶ, ἀγαπᾷς με πλέον τούτων; λέγει αὐτῷ· Ναί, Κύριε, σὺ οἶδας ὅτι φιλῶ σε. λέγει αὐτῷ· Βόσκε τὰ ἀρνία μου. λέγει αὐτῷ πάλιν δεύτερον· Σίμων Ἰωνᾶ, ἀγαπᾷς με; λέγει αὐτῷ· Ναί, Κύριε, σὺ οἶδας ὅτι φιλῶ σε. λέγει αὐτῷ· Ποίμαινε τὰ πρόβατά μου. λέγει αὐτῷ τὸ τρίτον· Σίμων Ἰωνᾶ, φιλεῖς με; ἐλυπήθη ὁ Πέτρος ὅτι εἶπεν αὐτῷ τὸ τρίτον, φιλεῖς με, καὶ εἶπεν αὐτῷ· Κύριε, σὺ πάντα οἶδας, σὺ γινώσκεις ὅτι φιλῶ σε. λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· Βόσκε τὰ πρόβατά μου».

Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 2026

 

Ψυχοσάββατο. Μνήμη πάντων τῶν ἀπ᾽ αἰῶνος κεκοιμημένων ὀρθοδόξων χριστιανῶν, 14 Φεβρουαρίου 2026, (2/3/2019), (Αριθμ. 3Α2)

 

Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ.

 

Α. 1. Στο εορτολόγιο της Εκκλησίας, σύμφωνα με το Συναξάριο, δύο φορές το έτος αναφέρεται ότι κατά τα καθιερωθέντα από τους Αγίους Πατέρες η Εκκλησία ποιεί «μνείαν πάντων τῶν ἀπ᾽ αἰῶνος κοιμηθέντων εὐσεβῶς, ἐπ᾽ ἐλπίδι ἀναστάσεως ζωῆς αἰωνίου, οἱ θειότατοι Πατέρες ἐθέσπισαν». Πρόκειται για το Σάββατο προ της Κυριακής των Απόκρεω και το Σάββατο προ της Κυριακής της Πεντηκοστής. Πρέπει να σημειωθεί ότι μετάθεση της Ακολουθίας των Ψυχών το Σάββατο του Ασώτου, δηλαδή ένα Σάββατο ενωρίτερα, γίνεται μόνο στην περίπτωση που συμπίπτει η εορτή της Υπαπαντής, ή η Απόδοσή της, με το Ψυχοσάββατο, πράγμα που σημαίνει ότι το Ψυχοσάββατο συνάπτεται με την Κυριακή των Απόκρεω, ή της Κρίσεως, και το δεύτερο οπωσδήποτε με την Κυριακή της Πεντηκοστής.

2. Όπως έχουμε ήδη σημειώσει κατά την ερμηνεία της Κυριακής του Τελώνου και Φαρισαίου, στην έναρξη του Τριωδίου, η περίοδος από την Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου μέχρι την Κυριακή των Αγίων Πάντων, και κατ᾽ ακρίβειαν μέχρι το Σάββατο των Αγίων Πάντων, που είναι η Απόδοση της Πεντηκοστής, συνιστά μία ενότητα θεολογική κατά την ερμηνεία του Συναξαρίου του Τριωδίου από τον Άγιο Κάλλιστο Ξανθόπουλο, Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, ο οποίος απηχεί τόσο τη λειτουργική πράξη όσο και την πατερική ερμηνευτική, η οποία ήταν γνωστή κατ᾽ αυτόν τον άξονα ήδη από την εποχή των Αγίων Αθανασίου και Κυρίλλου, Πατριαρχών Αλεξανδρείας. Αυτή η ενότητα υπογραμμίζεται με τα δύο Ψυχοσάββατα, τα οποία παρουσιάζουν κοινή λειτουργική ταξη με επιπλέον στοιχείο την προσθήκη, όπως είναι φυσικό, της τάξης του Πεντηκοσταρίου κατά το δεύτερο Ψυχοσάββατο προ της Πεντηκoστής. Πιθανότατα πρόκειται για δευτέρωση του Ψυχοσάββατου του Τριωδίου κατ᾽ αναλογία της ερμηνευτικής γραμμής για την αποκάλυψη του Λόγου ασάρκως, ενσάρκως και Πνευματικώς ορωμένου και μετεχομένου, ως Προφητική προδήλωση, εξαγγελία, ανακεφαλαίωση και δοξασμός, όπως καταγράφεται στο κοινό Θεοτοκίο των Στιχηρών Προσομοίων, ἦχος πλ. β´: «Σὺ εἶ ὁ Θεὸς ἡμῶν ὁ ἐν σοφίᾳ δημιουργήσας τὸ πᾶν, ὁ καὶ τοὺς Προφήτας ἐξαποστείλας ἡμῖν προφητεῦσαί σου τὴν παρουσίαν, καὶ Ἀποστόλους κηρῦξαι σου τὰ μεγαλεῖα· καὶ οἱ μέν, προεφήτευον τὴν ἔλευσίν σου, οἱ δέ, τῷ βαπτίσματι ἐφώτισαν τὰ ἔθνη, Μάρτυρες δὲ ἔτυχον δόξης ἐκ τούτων, καὶ πρεσβεύουσιν ἐκτενῶς σοι τῷ Δεσπότῃ, σὺν τῇ τεκούσῃ σε Μητρί. Ἀνάπαυσον ὁ Θεὸς ψυχάς, ἃς προσελάβου, καὶ ἡμᾶς καταξίωσον τῆς βασιλείας σου, ὁ Σταυρὸν ὑπομείνας δι᾽ ἐμὲ τὸν κατάκριτον, ὁ λυτρωτής μου καὶ Θεός». Η κατ᾽ αναλογία του πρώτου τέλεση του δευτέρου Ψυχοσάββατου προ της Πεντηκοστής δικαιολογεί την ύπαρξη των εἱρμών των Ὠδῶν γ´, στ´, η´ και θ´, λόγω Σαββάτου, εκ των Καταβασιών της πρώτης Κυριακής του Τριωδίου, ἦχος πλ. β´: «Ὡς ἐν ἠπείρῳ πεζεύσας ὁ Ἰσραήλ, ἐν ἀβύσσῳ ἴχνεσι, τὸν διώκτην Φαραώ, καθορῶν ποντούμενον, Θεῷ ἐπινίκιον ᾠδήν, ἐβόα, ᾄσωμεν»[1], ενώ κατά το Ψυχοσάββατο προ των Απόκρεω λέγονται πάντοτε εἱρμοί- Ὠδές από τις Καταβασίες «ᾎσμα ἀναπέμψωμεν λαοί...»  και συγκεκριμένα οι εἱρμοί της η´ Ὠδῆς, ἦχος πλ. δ´: «Τὸν ἐν ὄρει, ἁγίῳ δοξασθέντα, καὶ ἐν βάτῳ, πυρὶ τὸ τῆς Ἀειπαρθένου, τῷ Μωϋσῇ μυστήριον γνωρίσαντα, Κύριον ὑμνεῖτε, καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας» , και της θ´ Ὠδῆς: «Τὸν προδηλωθέντα ἐν ὄρει τῷ Νομοθέτῃ, ἐν πυρὶ καὶ βάτῳ, τόκον τὸν τῆς Ἀειπαρθένου, εἰς ἡμῶν τῶν πιστῶν σωτηρίαν, ὕμνοις ἀσιγήτοις μεγαλύνομεν», πιθανόν εν είδει προχειρισμού του Ευαγγελισμού και της εορτής της Μεταμορφώσεως, η οποία εορτάζετο προ των μεγάλων γεγονότων της ησυχαστικῆς περιόδου κατά τη Β´ Κυριακή των Νηστειών, ή και παλαιότερα, ή και ως κατακλείδος της Υπαπαντής. Ως εκ τούτου κατά τη δευτέρωση του Ψυχοσάββατου προ της Πεντηκοστής μεταγενέστερα φαίνεται λογικός ο θησαυρισμός των εἱρμῶν από τις Καταβασίες της πρώτης Κυριακής του Τριωδίου «Ὡς ἐν ἠπείρῳ πεζεύσας...», καθώς υπάρχει διακύμανση των Καταβασιών κατά τις τρεις πρώτες Κυριακές του Τριωδίου, οι οποίες εξαρτώνται από τη σύμπτωση με την Απόδοση της εορτής της Υπαπαντής, οπότε κυριαρχεί το «Χέρσον ἀβυσσοτόκον» αντί των «Ὡς ἐν ἠπείρῳ πεζεύσας...», «Τὴν Μωσέως ᾠδήν...», «Βοηθὸς καὶ σκεπαστής...».

3. Οι Καταβασίες του Ψυχοσάββατου είναι μοναδικές, γιατί αναφέρονται όλοι οι εἱρμοί- Ὠδές στις Θεοφάνειες του Λόγου στους Πατριάρχες (Πεντάτευχος) και τους Προφήτες[2] και δεν ακολουθούν την τυπική διάταξη των εννέα ᾽Ωδῶν των άλλων εορτών του ενιαυτού. Ακόμη και η θ´ Ὠδή, της Παναγίας, η μόνη κατά περιεχόμενο που αντιστοιχεί σε Ευαγγελική καταγραφή, στην περίπτωση του Ψυχοσάββατου αναφέρεται στο θεοφανικό γεγονός της Παλαιάς Διαθήκης της φλεγόμενης και μη κατακαιόμενης βάτου κατενώπιον του Μωϋσή (Πεντάτευχος), μιας εκ των πλέον γνωστών προτυπώσεων της Παναγίας, ή της Παναγίας ως κατασκίου όρους,  εκ του οποίου απεκολλήθη ως λίθος ο Χριστός, μία σταθερή προτύπωση της Θεοφάνειας στον Προφήτη Αββακούμ σε όλες τις Καταβασίες του ενιαυτού. Εκτός του ευθέος κατονομασμού του Μωϋσέως και του υποβάθρου των Ψαλμών η φρασεολογία των εννέα Ωδών περιλαμβάνει την ομολογία στο Θεό Λόγο «ἐγώ εἰμι ὁ Θεὸς ὑμῶν», ως το Δημιουργό του Σύμπαντος κόσμου «Ὁ στερεώσας ἐν τῇ χειρί σου, Λόγε Θεοῦ, τοὺς οὐρανοὺς ἐν τῷ φωτισμῷ».

Η παράσταση του φωτός και του πυρός ως υποβάθρου της αναδύσεως της δημιουργίας αλλά και της αποκαλύψεως του Λόγου στην ιστορία του Ισραήλ με ενταυτώ την προδήλωση της Ενανθρωπήσεως παρέχει την ενοποίηση του σύμπαντος κόσμου ως φωτοειδούς αποτελέσματος της φωτοειδούς προσταγής του αεί κτίζοντος τον κόσμο, προαπελθόντων και ζώντων τέκνων του προπάτορος Αδάμ, ενώ με τους δύο όρους Θεοτόκος και Ἀειπάρθενος για την Παναγία ομολογείται η πραγματική Ενανθρώπηση. Όπως έχει ήδη σημειωθεί, με τον Άγιο Ιωάννη τον Προφήτη και Πρόδρομο και τον Άγιο Συμεώνα το Θεοδόχο κατά την Υπαπαντή η απόλυση αμφοτέρων των αυτοπτών μαρτύρων του Ενανθρωπήσαντος Λόγου είναι συγχρόνως και έλευση των δύο θεοπτών Αγίων προς τους προαπελθόντας από Αδάμ και μέχρις Ιησού Χριστού, για να φέρουν και στους εν Άδη το άγγελμα ότι ο Θεός, ο προδηλούμενος υπό των Πατριαρχών και των Προφητών, ήδη σεσάρκωται.

Η φωτοχυσία, επομένως, των εννέα Ὠδῶν του Ψυχοσάββατου συνάδει με τα εόρτια γεγονότα που προηγήθηκαν αλλά και με το φωτοειδές γεγονός της Μεταμορφώσεως, που έπεται κατά την πρώτη μορφή του Τριωδίου, όπως έχει σημειωθεί παραπάνω, κατά την οποία όλο το ανθρώπινο γένος είναι παρόν, λουσμένοι μέσα στην αυτή φωτοείδεια του Μεταμορφωθέντος Χριστού και παραδείξαντος τη θεότητά του, ζώντες και κεκοιμημένοι θεόπτες Άγιοι, Μωϋσής, Ηλίας και οι τρεις Μαθητές, εκπρόσωποι ζώντων και κεκοιμημένων.

Δεν είναι, μάλιστα, τυχαίο ότι στην υμνολογία του Ψυχοσάββατου οι ευχές της Εκκλησίας θυμίζουν το αίτημα του Αποστόλου Πέτρου περί κατασκηνώσεως[3] (Ματθ. ιζ´, 4:« 4 ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Πέτρος εἶπε τῷ Ἰησοῦ· Κύριε, καλόν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι· εἰ θέλεις, ποιήσωμεν ὧδε τρεῖς σκηνάς, σοὶ μίαν καὶ Μωσεῖ μίαν καὶ μίαν Ἠλίᾳ »), χωρίς να παραλείπεται η σύνδεση με το Ευαγγέλιο της Κυριακής, ήτοι της Δευτέρας Παρουσίας του Χριστού και της κρίσεως του κόσμου: «Ἐν τῇ φρικτῇ, ἐλεύσει σου Οἰκτίρμον, ἐκ δεξιῶν τῶν προβάτων σου στῆσον, τοὺς ὀρθοδόξως σοι ἐν βίῳ λειτουργήσαντας, Χριστέ, καὶ μεταστάντας πρὸς σέ», Κανών α´, Ὠδὴ ζ´, ἦχος πλ. δ´.

 

Γ. 1. Και ενώ πρωταρχικά τα αιτήματα της ακολουθίας είναι υπέρ των εὐσεβῶς θανέντων, οι επανειλημμένες αναφορές στη δημιουργία του κόσμου και του ανθρώπου συνιστά αίτημα που αφορά σε όλους τους προαπελθόντας, κάτι που αντικατοπτρίζεται στο Αποστολικό Ανάγνωσμα, το οποίο είναι το αυτό με το δεύτερο Ψυχοσάββατο προ της Πεντηκοστής και το Μυστήριον ἐπὶ τῶν ἱερῶς κεκοιμημένων.

2. Τιθέμενη, λοιπόν, η Μνήμη πάντων τῶν ἀπ᾽ αἰῶνος κεκοιμημένων ὀρθοδόξων χριστιανῶν προ της Κυριακής της Δευτέρας Παρουσίας του Χριστού, πέραν της παραμυθίας των συγγενών όσων έχασαν τους δικούς τους ανθρώπους και δεν βρέθηκαν, για να συνοδευτούν με την προσευχή της Εκκλησίας, επαγγέλλεται την πίστη της Εκκλησίας για την ενότητα του ανθρώπινου γένους κατά το λόγο της δημιουργίας, της ιστορίας και των εσχάτων, όπου κυριαρχεί ο συνοχέας του παντός Χριστός, κατά την έκφραση του Θεοτοκίου της θ´ Ὠδῆς, ἦχος πλ. δ´: «Ὑπὲρ νοῦν ὁ τόκος σου· γεννᾷς γὰρ τὸν προόντα, καὶ γαλουχεῖς ἀφράστως, τὸν τροφοδότην τοῦ κόσμου, ἀνακλίνεις τὸν τοῦ παντὸς συνοχέα, Χριστὸν μόνον λυτρωτήν ἡμῶν, Πανάμωμε».

 

Αποστολικό Ανάγνωσμα: Α´ Θεσσ. δ´, 13-17: «13 Οὐ θέλομεν δὲ ὑμᾶς ἀγνοεῖν, ἀδελφοί, περὶ τῶν κοιμωμένων, ἵνα μὴ λυπῆσθε καθὼς καὶ οἱ λοιποὶ οἱ μὴ ἔχοντες ἐλπίδα. 14 εἰ γὰρ πιστεύομεν ὅτι Ἰησοῦς ἀπέθανε καὶ ἀνέστη, οὕτω καὶ ὁ Θεὸς τοὺς κοιμηθέντας διὰ τοῦ Ἰησοῦ ἄξει σὺν αὐτῷ. 15 τοῦτο γὰρ ὑμῖν λέγομεν ἐν λόγῳ Κυρίου, ὅτι ἡμεῖς οἱ ζῶντες οἱ περιλειπόμενοι εἰς τὴν παρουσίαν τοῦ Κυρίου οὐ μὴ φθάσωμεν τοὺς κοιμηθέντας· 16 ὅτι αὐτὸς ὁ Κύριος ἐν κελεύσματι, ἐν φωνῇ ἀρχαγγέλου καὶ ἐν σάλπιγγι Θεοῦ καταβήσεται ἀπ᾽ οὐρανοῦ, καὶ οἱ νεκροὶ ἐν Χριστῷ ἀναστήσονται πρῶτον, 17 ἔπειτα ἡμεῖς οἱ ζῶντες οἱ περιλειπόμενοι ἅμα σὺν αὐτοῖς ἁρπαγησόμεθα ἐν νεφέλαις εἰς ἀπάντησιν τοῦ Κυρίου εἰς ἀέρα, καὶ οὕτω πάντοτε σὺν Κυρίῳ ἐσόμεθα».

 

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: Λουκ. κα´, 8-9, 25-27, 35-36: «8 καὶ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· Οὐδὲ ἐγὼ λέγω ὑμῖν ἐν ποίᾳ ἐξουσίᾳ ταῦτα ποιῶ. 9 Ἤρξατο δὲ πρὸς τὸν λαὸν λέγειν τὴν παραβολὴν ταύτην· Ἄνθρωπός τις ἐφύτευσεν ἀμπελῶνα, καὶ ἐξέδετο αὐτὸν γεωργοῖς καὶ ἀπεδήμησε χρόνους ἱκανούς- 25 ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· Ἀπόδοτε τοίνυν τὰ Καίσαρος Καίσαρι καὶ τὰ τοῦ Θεοῦ τῷ Θεῷ. 26 καὶ οὐκ ἴσχυσαν ἐπιλαβέσθαι αὐτοῦ ῥήματος ἐναντίον τοῦ λαοῦ, καὶ θαυμάσαντες ἐπὶ τῇ ἀποκρίσει αὐτοῦ ἐσίγησαν. 27 Προσελθόντες δέ τινες τῶν Σαδδουκαίων, οἱ λέγοντες μὴ εἶναι ἀνάστασιν, ἐπηρώτησαν αὐτὸν.- 35 οἱ δὲ καταξιωθέντες τοῦ αἰῶνος ἐκείνου τυχεῖν καὶ τῆς ἀναστάσεως τῆς ἐκ νεκρῶν οὔτε γαμοῦσιν οὔτε γαμίζονται· 36 οὔτε γὰρ ἀποθανεῖν ἔτι δύνανται· ἰσάγγελοι γάρ εἰσι, καὶ υἱοί εἰσι τοῦ Θεοῦ, τῆς ἀναστάσεως υἱοὶ ὄντες».



[1]. [Ὠδὴ γ´: «Οὔκ ἐστιν ἅγιος ὡς σὺ, Κύριε ὁ Θεός μου, ὁ ὑψώσας τὸ κέρας, τῶν πιστῶν σου Ἀγαθέ, καὶ στερεώσας αὐτούς, ἐν τῇ πέτρᾳ τῆς ὁμολογίας σου», Ὠδὴ στ´: «Τοῦ βίου τὴν θάλασσαν, ὑψουμένην καθορῶν, τῶν πειρασμῶν τῷ κλύδωνι, ἐν εὐδίῳ λιμένι σου προσδραμών, βοῶ σοι· Ἀνάγαγε ἐκ φθορᾶς τὴν ζωήν μου Πολυέλεε», Ὠδὴ η´: «Αἰνοῦμεν, εὐλογοῦμεν καὶ προσκυνοῦμεν τὸν Κύριον. Ἐκ φλογὸς τοῖς Ὁσίοις, δρόσον ἐπήγασας, καὶ δικαίου θυσίαν, ὕδατι ἔφλεξας· ἅπαντα γὰρ δρὰς Χριστέ, μόνῳ τῷ βούλεσθαι· σὲ ὑπερυψοῦμεν εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας». Ὠδὴ θ´: «Θεὸν ἀνθρώποις ἰδεῖν ἀδύνατον, ὃν οὐ τολμᾶ Ἀγγέλων ἀτενίσαι τὰ τάγματα, διὰ σοῦ δὲ Πάναγνε ὡράθη βροτοῖς, Λόγος σεσαρκωμένος, ὃν μεγαλύνοντες, σὺν ταῖς οὐρανίαις Στρατιαῖς, σὲ μακαρίζομεν»].

[2]. Ὠδὴ α´, «ᾎσμα ἀναπέμψωμεν λαοί, τῷ θαυμαστῷ Θεῷ τῷ ἡμῶν, ἀπαλλάξαντι τὸν Ἰσραὴλ ἐκ δουλείας, ᾠδὴν ἐπινίκιον ᾄδοντες καὶ βοῶντες· ᾌσωμέν σοι, τῷ μόνῳ Δεσπότῃ».

Ὠδὴ β´, «Ἴδετε, ἴδετε, ὅτι ἐγώ εἰμι ὁ Θεὸς ὑμῶν, ὁ πρὸ τῶν αἰώνων γεννηθεὶς ἐκ τοῦ Πατρός, καὶ ἐκ τῆς Παρθένου ἐπ᾽ ἐσχάτων, πλὴν ἀνδρὸς κυηθείς, καὶ λύσας τὴν ἁμαρτίαν, τοῦ προπάτορος Ἀδάμ, ὡς φιλάνθρωπος».

Ὠδὴ γ´, «Ὁ στερεώσας ἐν τῇ χειρί σου, Λόγε Θεοῦ τους οὐρανοὺς ἐν τῷ φωτισμῷ, τῆς σῆς ἀληθοῦς ἐπιγνώσεως, στερέωσον καὶ ἡμῶν, τῶν ἐπὶ σοὶ πεποιθότων τὰς καρδίας».

Ὠδὴ δ´, «Ἐξ ὄρους κατασκίου, Λόγε ὁ Προφήτης, τῆς μόνης Θεοτόκου, μέλλοντος σαρκοῦσθαι, θεοπτικῶς κατενόει, καὶ τῷ φόβω, ἐδοξολόγει σου τὴν δύναμιν».

Ὠδὴ ε´, «Ὀρθρίζει τὸ πνεῦμά μου, πρὸς σὲ ὁ Θεός, διότι φῶς τὰ προστάγματα, τῆς παρουσίας σου· ἐν αὐτοῖς οὖν καταύγασον, τὸν νοῦν ἡμῶν Δέσποτα, καὶ ὁδήγησον, ἐν τρίβῳ ζωῆς».

Ὠδὴ στ´, «Συνεχόμενον δέξαι με φιλάνθρωπε, ἐκ πταισμάτων πολλῶν, προσπίπτοντα τοῖς οἰκτιρμοῖς σου, ὡς τὸν Προφήτην, Κύριε, καὶ σῶσόν με».

[Συναξάριο: «Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, μνείαν πάντων τῶν ἀπ᾽ αἰῶνος κοιμηθέντων εὐσεβῶς, ἐπ᾽ ἐλπίδι ἀναστάσεως ζωῆς αἰωνίου, οἱ θειότατοι Πατέρες ἐθέσπισαν»].

Ὠδὴ ζ´, «Ὁ ἐν ἀρχῇ, τὴν γῆν θεμελιώσας, καὶ οὐρανοὺς τῷ λόγῳ, στερεώσας, εὐλογητὸς εἶ εἰς τοὺς αἰῶνας Κύριε, ὁ Θεὸς τῶν Πατέρων ἡμῶν».

Ὠδὴ η´, «Τὸν ἐν ὄρει, ἁγίῳ δοξασθέντα, καὶ ἐν βάτῳ, πυρὶ τὸ τῆς Ἀειπαρθένου, τῷ Μωϋσῇ μυστήριον γνωρίσαντα, Κύριον ὑμνεῖτε, καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας».

Ὠδὴ θ´, «Τὸν προδηλωθέντα ἐν ὄρει τῷ Νομοθέτῃ, ἐν πυρὶ καὶ βάτῳ, τόκον τὸν τῆς Ἀειπαρθένου, εἰς ἡμῶν τῶν πιστῶν σωτηρίαν, ὕμνοις ἀσιγήτοις μεγαλύνομεν».

[3]. Στιχηρό Εσπερινού στο Δόξα, ἦχος πλ. β´: «Ἀρχή μοι καὶ ὑπόστασις, τὸ πλαστουργόν σου γέγονε πρόσταγμα· βουληθεὶς γὰρ ἐξ ἀοράτου τε καὶ ὁρατῆς με ζῷον συμπῆξαι φύσεως, γῆθέν μου τὸ σῶμα διέπλασας, δέδωκας δέ μοι ψυχήν, τῇ θείᾳ σου καὶ ζωοποιῷ ἐμπνεύσει· διὸ Σωτὴρ τοὺς δούλους σου ἐν χώρᾳ ζώντων, ἐν σκηναῖς Δικαίων ἀνάπαυσον», Ἐξαποστειλάριο, ἦχος γ´: «Ὁ καὶ νεκρῶν καὶ ζώντων, ἐξουσιάζων ὡς Θεός, ἀνάπαυσον τοὺς σοὺς δούλους, ἐν ταῖς σκηναῖς τῶν ἐκλεκτῶν· εἰ γὰρ καὶ ἥμαρτον Σῶτερ, ἀλλ᾽ οὐκ ἀπέστησαν ἐκ σοῦ»,

Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2026

 

Κυριακὴ μετὰ τὴν ἑορτὴν τῆς Ὑπαπαντῆς,   Κυριακὴ τοῦ Ἀσώτου, 

(Κυριακὴ ΙΖ´Λουκᾶ), 8 Φεβρουαρίου 2026 (24/2/2019), (Αριθμ. 2Ν2) 

 

Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ

 

Α. 1. Εφέτος η Κυριακή της παραβολής του Ασώτου φέρει και υμνολογικά στοιχεία της Υπαπαντής, καθώς κείται μεταξύ της εορτής και της Αποδόσεως. Σημειωτέον τα Αναγνώσματα είναι καθορισμένα, ενώ με το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα κλείνει και ο κύκλος των Ευαγγελικών Αναγνωσμάτων εκ του κατά Κυριακάς Κατά Λουκάν Ευαγγελίου.

2. α. Την προηγούμενη Κυριακή με την αναδρομή στο γεγονός της προπατορικής αποστασίας και φαρισαϊκής εκπτώσεως έχει τεθεί, «ὥσπερ τις προγυμνασία καὶ παρακίνησις», για τη σωτήρια μετάνοια ο σκοπός και της σημερινής Κυριακής με την παραβολή του Ασώτου. Στην αυτή συνέχεια η υμνολογία της σημερινής Κυριακής αποτελεί μία από τις πιο λαμπρές ερμηνευτικές προτάσεις για τα αποτελέσματα της προπατορικής αποστασίας σε όλο το ανθρώπινο γένος και τη σημασία της μετανοίας ως επισυναγωγής του ανθρώπου προς το Ζωοδότη Θεό πάσης κτίσεως. Ο Άσωτος της παραβολής του Ευαγγελικού Αναγνώσματος αποτελεί την αφορμή και το παραστατικό, παραβολικό υπόβαθρο, για να εκδιπλωθεί η μεταπατορική περιπέτεια της αποστασίας και της ερημώσεως του ανθρώπου από τη χάρη του Θεού σε σημείο αλογίας και μεταπτώσεως στην κατάσταση των αλόγων ζώων, που δρουν κατά την ενστικτώδη κίνηση της απλής επιβιώσεως, όπως λέγεται στον Ψαλμό 48, 21: «καὶ ἄνθρωπος ἐν τιμῇ ὢν οὐ συνῆκε, παρασυνεβλήθη τοῖς κτήνεσι τοῖς ἀνοήτοις καὶ ὡμοιώθη αὐτοῖς». Ενώ, λοιπόν, σε όλη την υμνολογία της Κυριακής υπάρχει στο υπόβαθρο η λέξη ἄσωτος, με την υμνολογία  ερμηνεύεται θεολογικά σε τί συνίσταται η προπατορική πτώση και η μεταπατορική κατάσταση του ανθρώπου, η απώλεια του παραδείσου, αλλά και πώς επεμβαίνει φιλανθρώπως ο Θεός για τη σωτηρία του ανθρωπίνου γένους.

β. Ήδη από το πρώτο Ιδιόμελο του Εσπερινού υπάρχει η αναφορά στον «προαιώνιον γεωργὸν ἡμῶν Θεόν», την προπατορική αποστασία και την εκ του παραδείσου έξοδο, καθώς δεν υπήρξε η μετάνοια από μέρους των Πρωτοπλάστων. Πρόκειται για μία αναδρομή στα τρία πρώτα κεφάλαια της Γενέσεως[1]. Στο δεύτερο Ιδιόμελο, ἦχος α´, καλούνται οι χριστιανοί να ζήσουν τη δύναμη του μυστηρίου της Θείας Οικονομίας. Έτσι, ο άσωτος είναι ο πεπτωκώς άνθρωπος, ο οποίος με τη μετάνοια περιβάλλεται και πάλι με τη δόξα του Πανάγαθου Πατέρα, καθώς με την παράθεση της τράπεζας με το μόσχο το σιτευτό παραβάλλεται το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, ο Μυστικός Δείπνος: «Ἐπιγνῶμεν ἀδελφοὶ τοῦ μυστηρίου τὴν δύναμιν· τὸν γὰρ ἐκ τῆς ἁμαρτίας, πρὸς τὴν πατρικὴν ἑστίαν, ἀναδραμόντα, Ἄσωτον υἱὸν ὁ πανάγαθος Πατήρ, προϋπαντήσας ἀσπάζεται, καὶ πάλιν τῆς οἰκείας δόξης χαρίζεται τὰ γνωρίσματα, καὶ μυστικὴν τοῖς ἄνω ἐπιτελεῖ εὐφροσύνην, θύων τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν, ἵνα ἡμεῖς ἀξίως πολιτευσώμεθα, τῷ τε θύσαντι φιλανθρώπῳ Πατρί, καὶ τῷ ἐνδόξῳ θύματι, τῷ Σωτῆρι τῶν ψυχῶν ἡμῶν».

γ. Η προπατορική παράβαση και οι μεταπατορικές αμαρτίες είναι η στέρηση της δόξας και της βασιλείας του Θεού, η πτωχεία, η αμεθεξία, η ακοινωνησία, η αμαύρωση του κατ᾽ εικόνα και η έκπτωση στην κατάσταση της αλογίας, η απομάκρυνση από τη δόξα του Θεού, η δουλεία[2] στους εμπαθείς και φθοροποιούς λογισμούς: «Τὸν πλοῦτον τὸν πατρῷον, ἐσκόρπισα δεινῶς, καὶ πενητεύσας, αἰσχύνης πεπλήρωμαι, δουλούμενος τοῖς ἀκάρποις λογισμοῖς· διό σοι βοῶ φιλάνθρωπε· Οἴκτειρόν με, σῶσον», Κανών α´, Ὠδὴ στ´ του Τριωδίου, τροπάριο β´, ἦχος β´, και «Φθοροποιοῖς λογισμοῖς, ὑπαχθεὶς ἠμαυρώθην, καὶ ἐκ σοῦ ἐμακρύνθην, ὅλως ἔξω ἐμαυτοῦ, γενόμενος Οἰκτίρμον· διὸ ἐν μετανοίᾳ, προσπίπτοντά σοι σῶσον», Κανών α´,  Ὠδὴ η´ του Τριωδίου, τροπάριο γ´,  ἦχος β´. Στην ανομία του ανθρώπου, καθώς κατέχεται ο νους του από τις αντίθεες δαιμονικές δυνάμεις, τους πονηρούς δαίμονες, η θεραπεία διενεργείται με το μυστήριο της κραταιάς παρέμβασης του Θεού, κατά το οποίο ο ίδιος ο Λόγος ἑκουσίως, δηλαδή, πραγματικά, κενούται, συγκαταβαίνει, κατέρχεται, «πτωχεύει», για να πλουτίσει με τη θεία δόξα και βασιλεία του και πάλι τον έρημο εν ακοινωνησία με το Θεό και τους συνανθρώπους του άνθρωπο, «δι᾽ ἡμᾶς καὶ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν»: «Στέναξον νῦν, ψυχή μου, παναθλία, καὶ ἀναβόησον Χριστῷ· Ὁ δι᾽ ἐμὲ ἑκουσίως πτωχεύσας Κύριε, πτωχεύσαντά με ἐκ πάσης ἀγαθοεργίας, καλῶν περιουσίᾳ, ὡς ἀγαθός καὶ πολύελεος, μόνος καταπλούτισον», Κανών α´, Ὠδὴ θ´ του Τριωδίου, τροπάριο γ´, ἦχος β´. Δεν πρόκειται για την απώλεια ενός μελλοντικού αγαθού αλλά για την ανάκληση στην προτέρα δόξα και βασιλεία, για μια νέα επανεκκίνηση της πορείας όλου του ανθρώπινου γένους, για την ενότητα της δημιουργίας του Θεού και πάλι πλημμυρισμένη από τη χάρη του: «Ἐσκόρπισα τὸν πλοῦτόν σου, ἐκδαπανήσας Κύριε, καὶ πονηροῖς δαιμονίοις καθυπετάγην ὁ τάλας· ἀλλὰ Σωτὴρ πανεύσπλαγχνε τὸν Ἄσωτον οἰκτείρησον, καὶ ῥυπωθέντα κάθαρον, τὴν πρώπην ἀποδιδούς μοι, στολὴν τῆς σῆς βασιλείας», Εξαποστειλάριο έτερο, ἦχος β´. Ο εκουσίως δωρούμενος ανακαινισμός από τον πτωχεύσαντα Λόγο του Θεού Πατρός, τον σαρκωθέντα και ενανθρωπήσαντα, είναι η διαρκής κλήση του ανθρώπου σε μετάνοια ἑκουσίως, γιατί η κόλαση και ο παράδεισος είναι πάντα θέμα του εθελότρεπτου νου του ανθρώπου, πάντα θέμα εκουσιότητος και προαιρέσεως, γιατί αυτή είναι η προίκα του ανθρώπου, ο λογισμός του[3], εμπαθής ή καθαρός, ενεργούμενος από τη χάρη του Θεού, ή αποστρεφόμενος τη χάρη του Θεού και εκπίπτων στην κατάσταση της αλογίας και της φθοράς: «Ἥν περ ποτέ, εἰργάσω εὐφροσύνην, τῇ τοῦ, Ἀσώτου Ἀγαθέ, ἐπιστροφῇ ἑκουσίῳ· ταύτην νῡν ποίησον καὶ ἐπ᾽ ἐμοὶ τῷ ἀθλίῳ προσεφαπλῶν μοι, τὰς σὰς σεπτὰς ἀγκάλας ἵνα σωθεὶς ὑμνολογῶ σου τὴν ἄκραν συγκατάβασιν», Κανών α´, Ὠδὴ θ´ του Τριωδίου, τροπάριο δ´, ἦχος β´.

δ. Πρέπει εν κατακλείδι να σημειώσουμε εκ νέου ότι η υμνολογία της Κυριακής του Ασώτου σε άκρα αντιστοιχία προς το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα συνιστά ένα προχειρισμό του Μυστικού Δείπνου και συγχρόνως είναι κλήση του ανθρώπου για συνεχή μετάνοια, ως αντίδοτο στην προπατορική αποστασία, ώστε να αξιωθεί ο άνθρωπος τη βασιλεία των ουρανών ως διαρκές γεγονός, δωρηθέν προς όλο το ανθρώπινο γένος υπό του συγκαταβάντος Λόγου του Θεού, χωρίς να εκβιάζεται ο άνθρωπος να αποδεχθεί την ευεργεσία, γιατί η ενανθρώπηση του Λόγου δεν αναιρεί την προαίρεση του ανθρώπου, την ελευθερία του, καθώς ο ενανθρωπήσας Λόγος δεν είναι κάποιο συλλογικό πρόσωπο αλλά ο εις της Αγίας Τριάδος που υποστασιάζει την ανθρώπινη φύση, τη δημιουργεί εκ νέου στη μήτρα της Θεοτόκου, την ενώνει ἑαυτῷ εξ άκρας συλλήψεως, όπως ερμηνεύει ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας, και δεν αφήνει στην απέξω κάποιον πτωχό, κανένα άνθρωπο. Γι᾽ αυτό η σωτηρία είναι κοινή δωρεά και θέμα φύσεως των λογικών όντων, τα οποία είναι προικισμένα με τη δυνατότητα, εκτός από τη δημιουργική και τη ζωοποιό ενέργεια όλων των κτιστών όντων, και με τη σοφοποιό και τη θεοποιό ενέργεια του Θεού ἀρχῆθεν. Γι᾽ αυτό μία θεώρηση του ανθρώπου ως μεταβατικής φύσης μιας ακτιβιστικής θεολογίας υπό τη συγκάλυψη του προσώπου, ήτοι της ολοκληρώσεως σε μία απροσδιόριστη εσχατολογία, είναι αποκτήνωση και έσχατος δαιμονισμός.

 

Β. Το Αποστολικό Ανάγνωσμα, προερχόμενο από την πρώτη Επιστολή Προς Κορινθίους, τίθεται ως εισαγωγή του Ευαγγελικού Αναγνώσματος, που αφορά κυρίως στους εξ Eθνών χριστιανούς της Κορίνθου, οι οποίοι προήρχοντο από ένα περιβάλλον μιας κοινωνίας όχι μόνο έκλυτου βίου αλλά και διαρχικών και γνωστικών αντιλήψεων, σύμφωνα με τις οποίες υπάρχει για τον άνθρωπο όχι απλώς οξεία αντίθεση σώματος και πνεύματος, υλικού και πνευματικού στοιχείου, αλλά και ότι μόνο το πνευματικό στοιχείο είναι αθάνατο, ότι το σώμα είναι φυλακή της ψυχής, από την οποία πρέπει να ελευθερωθεί. Ο Απόστολος Παύλος θέτει ως κέντρο την Ανάσταση (έγερση) του Χριστού και εξ αυτού του σωτηρίου γεγονότος την ανάσταση του κάθε ανθρώπου ως μιας οντότητος, σώματος και πνεύματος, γιατί, κατά το λόγο της δημιουργίας και του εν Χριστώ ανακαινισμού, αμφότερα ανήκουν στο Θεό. Ουσιαστικά πρόκειται για αναίρεση τόσο του αρχαιοελληνικού κοσμοειδώλου και της ανθρώπινης αυτάρκειας ιδιασμού, αλλά και έτι πλέον, για τη χορηγία αντίδοτου, την ενοίκηση του Αγίου Πνεύματος.

 

Γ. Το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα είναι η πολύ γνωστή περικοπή της παραβολής του Ασώτου, η οποία κείται στο δέκατο πέμπτο κεφάλαιο του Κατά Λουκάν Ευαγγελίου. Στην αρχή του κεφαλαίου ο Απόστολος Λουκάς μάς πληροφορεί ότι πλησίαζαν να ακούσουν το Χριστό «πάντες οἱ τελῶναι καὶ οἱ ἁμαρτωλοί», ενώ οι Φαρισαίοι και οι γραμματείς τον κατηγορούσαν ότι δεχόταν με χαρά τους αμαρτωλούς και συνέτρωγε με αυτούς. Πριν την παραβολή του Ασώτου είπε ο Χριστός το παράδειγμα για την αναζήτηση από το βοσκό του ενός χαμένου από τα εκατό πρόβατα και την αναζήτηση και τη χαρά της εύρεσης της μιας χαμένης δραχμής από μια γυναίκα που είχε δέκα. Μετά την παραβολή του Ασώτου το δέκατο έκτο κεφάλαιο συνεχίζει με την παραβολή του κακού οικονόμου και κλείνει η ενότητα με τον έλεγχο των Φαρισαίων, που θεωρούσαν τον εαυτό τους κατά πάντα δίκαιο, δηλαδή συμπεριφέρονταν ως τιμητές και φύλακες του Μωσαϊκού Νόμου περιφρονώντας τους άλλους ανθρώπους: «Ὑμεῖς ἐστε οἱ δικαιοῦντες ἑαυτοὺς ἐνώπιον τῶν ἀνθρώπων, ὁ δὲ Θεὸς γινώσκει τὰς καρδίας ὑμῶν· ὅτι τὸ ἐν ἀνθρώποις ὑψηλὸν βδέλυγμα ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. 16 Ὁ νόμος καὶ οἱ προφῆται ἕως Ἰωάννου· ἀπὸ τότε ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ εὐαγγελίζεται καὶ πᾶς εἰς αὐτὴν βιάζεται» (Λουκ. ιστ´, 15-16). Ο Χριστός τους απαντά, επομένως, ότι είναι ο εξαγγελθείς από το Νόμο και τους Προφήτες βασιλεύς, ο οποίος ανακεφαλαιώνει το Νόμο και ευαγγελίζεται τη βασιλεία του Θεού για τον κάθε άνθρωπο και όχι μόνο για τον Ισραήλ κατά την ιουδαϊκή αποκλειστικότητα ήδη από του νῦν, γιατί Αυτός είναι ο παλαιός και ο των εσχάτων ημερών. Εξάλλου, ο διαγογγυσμός των Φαρισαίων είναι μία έμμεση διαμαρτυρία εναντίον του Χριστού ότι κήρυττε στον ὄχλο, καθώς πολλοί ήσαν εθνικοί, ή δοτοί στη Ρωμαϊκή εξουσία, όπως οι τελώνες, αμαρτωλοί κατά την αντίληψη των Φαρισαίων και των γραμματέων της αποκλειστικότητος του αληθινού Θεού ως του Θεού μόνο του Ισραήλ και όχι όλων των Εθνών. Αυτή η εκδοχή δικαιολογείται με τον καταληκτικό λόγο του Χριστού: «Ὁ νόμος καὶ οἱ προφῆται ἕως Ἰωάννου· ἀπὸ τότε ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ εὐαγγελίζεται καὶ πᾶς εἰς αὐτὴν βιάζεται». Με αυτήν την ερμηνευτική προοπτική οι δύο υιοί της παραβολής μπορεί να αντιπροσωπεύουν τα Έθνη ο νεότερος και τον Ισραήλ ο πρεσβύτερος, ο οποίος δεν μπορεί να ανεχθεί το βασιλέα του και Θεό του ως Πατέρα όλης της ανθρωπότητας, και, μάλιστα, τα αμαρτωλά έθνη να τυγχάνουν κατ᾽ αυτόν μεγαλύτερης ευφροσύνης από τον Ισραήλ, που ήταν ο περιούσιος λαός του Νόμου και των Προφητών. Προς μία τέτοια ερμηνευτική προσέγγιση συντείνει η υμνολογία της εορτής, η οποία αποτελεί συμπερασμό μιας μακράς ερμηνευτικής κηρυγματικής και νηπτικής κατάληξης για την αναγωγή της παραβολής στην προπατορική αποστασία και τη μεταπατορική περίοδο κατοχής του ανθρώπου από τα φθοροποιά πάθη, οπότε με το μυστήριο της Θείας Οικονομίας του Υιού και Λόγου του Θεού από κτίσεως κόσμου και εις τους αιώνας των αιώνων αίρεται κάθε αποκλειστικότητα υπό τον ευαγγελισμό και προχειρισμό του Μυστικού Δείπνου και της κλήσεως σε μετάνοια προς εκκλησιασμό των πάντων κατά τη δεκτικότητα εκάστου.

 

Αποστολικό Ανάγνωσμα:  Α´ Κορινθ. στ´, 12-20: «12 Πάντα μοι ἔξεστιν, ἀλλ᾿ οὐ πάντα συμφέρει· πάντα μοι ἔξεστιν, ἀλλ᾿ οὐκ ἐγὼ ἐξουσιασθήσομαι ὑπό τινος. 13 τὰ βρώματα τῇ κοιλίᾳ καὶ ἡ κοιλία τοῖς βρώμασιν· ὁ δὲ Θεὸς καὶ ταύτην καὶ ταῦτα καταργήσει. τὸ δὲ σῶμα οὐ τῇ πορνείᾳ, ἀλλὰ τῷ Κυρίῳ, καὶ ὁ Κύριος τῷ σώματι· 14 ὁ δὲ Θεὸς καὶ τὸν Κύριον ἤγειρε καὶ ἡμᾶς ἐξεγερεῖ διὰ τῆς δυνάμεως αὐτοῦ. 15 οὐκ οἴδατε ὅτι τὰ σώματα ὑμῶν μέλη Χριστοῦ ἐστιν; ἄρα οὖν τὰ μέλη τοῦ Χριστοῦ ποιήσω πόρνης μέλη; μὴ γένοιτο. 16 ἢ οὐκ οἴδατε ὅτι ὁ κολλώμενος τῇ πόρνῃ ἓν σῶμά ἐστιν; ἔσονται γάρ, φησίν, οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν· 17 ὁ δὲ κολλώμενος τῷ Κυρίῳ ἓν πνεῦμά ἐστι. 18 φεύγετε τὴν πορνείαν. πᾶν ἁμάρτημα ὃ ἐὰν ποιήσῃ ἄνθρωπος ἐκτὸς τοῦ σώματός ἐστιν, ὁ δὲ πορνεύων εἰς τὸ ἴδιον σῶμα ἁμαρτάνει. 19 ἢ οὐκ οἴδατε ὅτι τὸ σῶμα ὑμῶν ναὸς τοῦ ἐν ὑμῖν ῾Αγίου Πνεύματός ἐστιν, οὗ ἔχετε ἀπὸ Θεοῦ, καὶ οὐκ ἐστὲ ἑαυτῶν; 20 ἠγοράσθητε γὰρ τιμῆς· δοξάσατε δὴ τὸν Θεὸν ἐν τῷ σώματι ὑμῶν καὶ ἐν τῷ πνεύματι ὑμῶν, ἅτινά ἐστι τοῦ Θεοῦ».

 

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα:  Λουκ. ιε´, 11-32: «11 Εἶπε δέ· Ἄνθρωπός τις εἶχε δύο υἱούς. 12 καὶ εἶπεν ὁ νεώτερος αὐτῶν τῷ πατρί· πάτερ, δός μοι τὸ ἐπιβάλλον μέρος τῆς οὐσίας. καὶ διεῖλεν αὐτοῖς τὸν βίον. 13 καὶ μετ᾽ οὐ πολλὰς ἡμέρας συναγαγὼν ἅπαντα ὁ νεώτερος υἱὸς ἀπεδήμησεν εἰς χώραν μακράν, καὶ ἐκεῖ διεσκόρπισεν τὴν οὐσίαν αὐτοῦ ζῶν ἀσώτως. 14 δαπανήσαντος δὲ αὐτοῦ πάντα ἐγένετο λιμὸς ἰσχυρὰ κατὰ τὴν χώραν ἐκείνην, καὶ αὐτὸς ἤρξατο ὑστερεῖσθαι. 15 καὶ πορευθεὶς ἐκολλήθη ἑνὶ τῶν πολιτῶν τῆς χώρας ἐκείνης, καὶ ἔπεμψεν αὐτὸν εἰς τοὺς ἀγροὺς αὐτοῦ βόσκειν χοίρους· 16 καὶ ἐπεθύμει γεμίσαι τὴν κοιλίαν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν κερατίων ὧν ἤσθιον οἱ χοῖροι, καὶ οὐδεὶς ἐδίδου αὐτῷ. 17 εἰς ἑαυτὸν δὲ ἐλθὼν εἶπε· πόσοι μίσθιοι τοῦ πατρός μου περισσεύουσιν ἄρτων, ἐγὼ δὲ λιμῷ ὧδε ἀπόλλυμαι! 18 ἀναστὰς πορεύσομαι πρὸς τὸν πατέρα μου καὶ ἐρῶ αὐτῷ· πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου· 19 οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου· ποίησόν με ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου. 20 καὶ ἀναστὰς ἦλθε πρὸς τὸν πατέρα ἑαυτοῦ. ἔτι δὲ αὐτοῦ μακρὰν ἀπέχοντος εἶδεν αὐτὸν ὁ πατὴρ αὐτοῦ καὶ ἐσπλαγχνίσθη, καὶ δραμὼν ἐπέπεσεν ἐπὶ τὸν τράχηλον αὐτοῦ καὶ κατεφίλησεν αὐτόν. 21 εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ υἱός· πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου, καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου. 22 εἶπε δὲ ὁ πατὴρ πρὸς τοὺς δούλους αὐτοῦ· ἐξενέγκατε τὴν στολὴν τὴν πρώτην καὶ ἐνδύσατε αὐτόν, καὶ δότε δακτύλιον εἰς τὴν χεῖρα αὐτοῦ καὶ ὑποδήματα εἰς τοὺς πόδας, 23 καὶ ἐνέγκαντες τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν θύσατε, καὶ φαγόντες εὐφρανθῶμεν, 24 ὅτι οὗτος ὁ υἱός μου νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησεν, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη. καὶ ἤρξαντο εὐφραίνεσθαι. 25 Ἦν δὲ ὁ υἱὸς αὐτοῦ ὁ πρεσβύτερος ἐν ἀγρῷ· καὶ ὡς ἐρχόμενος ἤγγισε τῇ οἰκίᾳ, ἤκουσε συμφωνίας καὶ χορῶν, 26 καὶ προσκαλεσάμενος ἕνα τῶν παίδων ἐπυνθάνετο τί εἴη ταῦτα. 27 ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ ὅτι ὁ ἀδελφός σου ἥκει, καὶ ἔθυσεν ὁ πατήρ σου τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν, ὅτι ὑγιαίνοντα αὐτὸν ἀπέλαβεν. 28 ὠργίσθη δὲ καὶ οὐκ ἤθελεν εἰσελθεῖν. ὁ οὖν πατὴρ αὐτοῦ ἐξελθὼν παρεκάλει αὐτόν. 29 ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπε τῷ πατρὶ· ἰδοὺ τοσαῦτα ἔτη δουλεύω σοι καὶ οὐδέποτε ἐντολήν σου παρῆλθον, καὶ ἐμοὶ οὐδέποτε ἔδωκας ἔριφον ἵνα μετὰ τῶν φίλων μου εὐφρανθῶ· 30 ὅτε δὲ ὁ υἱός σου οὗτος, ὁ καταφαγών σου τὸν βίον μετὰ πορνῶν, ἦλθεν, ἔθυσας αὐτῷ τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν. 31 ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ· τέκνον, σὺ πάντοτε μετ᾽ ἐμοῦ εἶ, καὶ πάντα τὰ ἐμὰ σά ἐστιν· 32 εὐφρανθῆναι δὲ καὶ χαρῆναι ἔδει, ὅτι ὁ ἀδελφός σου οὗτος νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη».



[1]. «Εἰς ἀναμάρτητον χώραν, καὶ ζωηράν, ἐπιστεύθην, γεωσπορήσας τὴν ἁμαρτίαν, τῇ δρεπάνῃ ἐθέρισα, τοὺς στάχυας τῆς ἀμελείας, καὶ δραγμάτων ἐστοίβασα, πράξεών μου τὰς θημωνίας, ἃς καὶ κατέστρωσα οὐχ ἅλωνι τῆς μετανοίας. Ἀλλ᾽ αἰτῶ σε, τὸν προαιώνιον γεωργὸν ἡμῶν Θεόν, τῷ ἀνέμῳ τῆς σῆς φιλευσπλαγχνίας ἀπολίκμισον τὸ ἄχυρον τῶν ἔργων μου καὶ σιτάρχησον τῇ ψυχῇ μου τὴν ἄφεσιν, εἰς τὴν οὐράνιόν σου συγκλείων με ἀποθήκην καὶ σῶσόν με», Ιδιόμελο α´  του Τριωδίου, ἦχος α´.

[2]. «Ἀπὸ τῶν σῶν ἐντολῶν μακρυνθεὶς ἐδουλώθην παναθλίως τῷ πλάνῳ, ἐπιστρέφοντα δὲ νῦν, τὸν Ἄσωτον ὡς πάλαι, προσπίπτοντά σοι δέξαι, ἐπουράνιε Πάτερ», Κανών α´, Ὠδὴ η´ του Τριωδίου, τροπάριο β´, ἦχος β´.

[3]. «Πάτερ ἀγαθέ, ἐμακρύνθην ἀπὸ σοῦ μὴ ἐγκαταλίπῃς με, μηδὲ ἀχρεῖον δείξῃς τῆς βασιλείας σου· ὁ ἐχθρὸς ὁ παμπόνηρος ἐγύμνωσέ με, καὶ ᾖρέ μου τὸν πλοῦτον· τῆς ψυχῆς τὰ χαρίσματα ἀσώτως διεσκόρπισα, ἀναστὰς οὖν, ἐπιστρέψας πρὸς σὲ ἐκβοῶ· Ποίησόν με ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου, ὁ δι᾽ ἐμὲ ἐν Σταυρῷ τὰς ἀχράντους σου χεῖρας ἁπλώσας, ἵνα τοῦ δεινοῦ θηρὸς ἀφαρπάσῃς με, καὶ τὴν πρώτην καταστολὴν ἐπενδύσῃς με, ὡς μόνος πολυέλεος», Στιχηρό Ιδιόμελο δ´ του Τριωδίου, ἦχος πλ. β´.