HELLENOPHONIA

Τετάρτη 21 Οκτωβρίου 2026

  

ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤ´ ΛΟΥΚΑ, 25 Οκτωβρίου 2026, Μνήμη τῶν Ἁγίων Μαρτύρων καὶ Νοταρίων, Μαρκιανοῦ καὶ Μαρτυρίου,- (21/10/2018), (Αριθμ. 48.1)

 

Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ.

 

Α. 1. Σύμφωνα με το Τυπικὸ τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας περί της αθλήσεως των δύο Μαρτύρων, «ἀναγνωστῶν καὶ νοταρίων», παρέχεται η πληροφορία ότι «ἐτάφησαν ἐν Μελανδησίᾳ Πόρτῃ ἐν αὐτῇ τῇ Κωνσταντινουπόλει ἐν τῷ Δευτέρῳ», ενώ το Συναξάριον (Synaxarium Ecclesiae Constantinopolitanae), πέραν της επαναλήψεως της παραπάνω μαρτυρίας, παρέχει την πληροφορία ότι ήσαν «ὑπογραφεῖς» του Ομολογητή Παύλου, Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, ο οποίος διαδέχτηκε τον Αλέξανδρο επί βασιλείας του αρειανού Κωνσταντίου (337-349) και ο οποίος Πατριάρχης Παύλος, λόγω της αντιαρειανικής δράσης, του εξορίστηκε στην Αρμενία «ἀποπνιγεὶς ὑπὸ τῶν ἀρειανῶν διὰ τὴν ὀρθόδοξον ὁμολογίαν ὑπὸ Φιλίππου τοῦ ἐπάρχου» και για την ίδια αιτία «καὶ οὗτοι οἱ μάρτυρες ἀνῃρέθησαν μαχαίρᾳ».

2. Οι βιαιότητες των αρειανών επί Κωνσταντίου και το μαρτύριο των τριών καταγράφεται από το Σωζομενό, ο οποίος μάς πληροφορεί για τον ευκτήριο οίκο που οικοδόμησε ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, πλάι στην προαναφερθείσα Πύλη στο Δεύτερο: «Προῆλθε γὰρ τὸ κακὸν καὶ μέχρι φόνων· καὶ γὰρ δὴ ἄλλοι τινὲς ἀνῃρέθησαν καὶ Μαρτύριος καὶ Μαρκιανός, οὓς συνοίκους ὄντας Παύλου λόγος ἀνδρείως ἀποθανεῖν παραδοθέντας ὑπὸ Μακεδονίου τῷ ὑπάρχῳ ὡς αἰτίους γενομένους τῆς Ἑρμογένους κακῆς ἀναιρέσεως καὶ τῆς κατ᾽ αὐτοῦ στάσεως. ἦν δὲ ὁ μὲν ὑποδιάκονος, ὁ δὲ Μαρκιανὸς ψάλτης καὶ ἀναγνώστης τῶν ἱερῶν γραφῶν· ὁ δὲ τάφος αὐτοῖς ἐστιν ἐπίσημος πρὸ τοῦ τείχους Κωνσταντινουπόλεως, οἷά γε μαρτύρων μνῆμα εὐκτήριον οἶκον περικείμενος· ὃν οἰκοδομεῖν ἤρξατο Ἰωάννης, ἐτελεσιούργησε δὲ Σισίννιος, οἱ μετὰ ταῦτα προστάντες τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἐκκλησίας. οὐ γὰρ ἄξιον νενομίκασι μαρτυρίας γερῶν ἀμοιρεῖν αὐτοὺς ὑπὸ θεοῦ τιμωμένους, καθότι καὶ ὁ τῇδε τόπος, τῶν ἐπὶ θανάτῳ ἀγομένων ἐνθάδε τὰς κεφαλὰς ἀποτεμνομένων, τὸ πρὶν ἄβατος ὢν ὑπὸ φασμάτων ἐκαθάρθη· καὶ δαιμονῶντες τῆς νόσου ἀπηλλάγησαν καὶ πολλὰ ἄλλα παράδοξα ἐπὶ τῷ τάφῳ αὐτῶν συνέβη. τάδε μὲν ἡμῖν περὶ Μαρτυρίου καὶ Μαρκιανοῦ εἰρήσθω. εἰ δέ τῳ οὐ πιθανὰ εἶναι δοκεῖ, πόνος οὐδεὶς ἀκριβέστερον παρὰ τῶν εἰδότων μαθεῖν· ἴσως γὰρ καὶ τούτων θαυμαστότερα ἀφηγήσονται».

3. Πιθανόν πάνω στη μαρτυρία του ιστορικού Σωζομενού δομείται η υμνογραφία της εορτής των δύο Μαρτύρων, με αναφορές και στον Ομολογητή Πατριάρχη Παύλο, ποιήματα του Αγίου Πατριάρχου Γερμανού (640-732) και ο Κανόνας ποίημα του του Οσίου Ιωσήφ του Υμνογράφου (816-886). Πάντως, αμφότεροι οι υμνογράφοι είναι φορείς της φιλοκαλικής και εικονόφιλης νηπτικής παράδοσης εκφέροντες ένα λόγο δογματικής ακρίβειας, αισθητικής και φωτοειδούς ερμηνείας, που έχει κατ᾽ ακρίβεια ως πηγή τους Λόγους του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου μέχρι λεκτικής ταυτότητος!

 

Β. 1. Το Αποστολικό Ανάγνωσμα προέρχεται από την Επιστολή προς Γαλάτας. Όπως έχουμε ήδη σημειώσει, η εκκλησιαστική κοινότητα της Γαλατίας, μια περιοχή πέριξ της σημερινής Άγκυρας, βασανιζόταν από τις εσωτερικές αντιθέσεις και διακρίσεις μεταξύ των χριστιανών της, των προερχομένων εξ Ιουδαίων και εξ εθνών. Το θέμα της περικοπής είναι, αν σώζεται ο άνθρωπος, αν είναι δίκαιος με άλλα λόγια κατενώπιον του Θεού, με τήρηση και των τυπικών διατάξεων του Μωσαϊκού Νόμου, κατά την παράδοση της Συναγωγής, ή αρκεί το Ευαγγέλιο, δηλαδή η πίστη στο Χριστό. Aυτή η συζήτηση βασανίζει ακόμη και σήμερα τη χριστιανοσύνη με μία μετατόπιση του θέματος σε συνδυασμό και με την Προς Ρωμαίους Επιστολή και τη δικαιοσύνη του Θεού, καθώς η δικαιοσύνη του Θεού και η δικαίωση του ανθρώπου συνδέθηκε στους νεότερους χρόνους της δυτικής χριστιανοσύνης με μία μεμονωμένη ερμηνευτική προσέγγιση, η οποία ξεπήδησε από το ερώτημα για το, αν η σωτηρία πηγάζει μόνο από τη χάρη του Θεού, οπότε ο άνθρωπος έχει προδιαγεγραμμένο τον προορισμό του, ή είναι αποτέλεσμα των «καλών έργων», με εκπλήρωση των θεϊκών επιταγών, νοουμένων ως ανταπόκρισης στη θεία δικαιοσύνη. Οι δύο εκδοχές οδήγησαν τη δυτική χριστιανοσύνη στον απόλυτο προορισμό και, κατά συνέπεια, το σύγχρονο αποχριστιανισμό των δυτικών κοινωνιών ως επανάσταση απέναντι στη θρησκευτική τους «καταπίεση». Από την άλλη, η εισαγωγή μιας υστερογενούς παραγωγής σκέψης, που προήλθε από αυτές τις κοινωνίες, σε μία αδύναμη Θεολογία, που αλλοιώθηκε από την κατεπιταγήν εκπλήρωση «θρησκευτικών» καθηκόντων, -«ιδεών, ιδανικών και αξιών»,μιάς ορολογίας, δηλαδή τρόπου σκέψεως και βιωτής, ανατριχιαστικής για τη φιλόκαλη νηπτική παράδοση της Ορθοδόξου Εκκλησίας-, μετέτρεψε τη σχετική θεματολογία σε κοινωνιολογική ανάλυση και πολιτική διαμεσολάβηση παρασκηνιακής άσκησης εξουσίας, ή μοιράσματος της πολιτικής εξουσίας, ανεξαρτήτως του γεγονότος της εκκλησιαστικής συνέχειας, ακόμα και σε περιπτώσεις που γίνεται μία δραματική επίκληση του εκκλησιαστικού γεγονότος, ή ακόμη κι αν πρόκειται για ένα αφελή κοινωνικό προφητισμό με φιλανθρώπους που πετούν νομίσματα στις κερκίδες του ιπποδρόμου.

2. Στο σημερινό Αποστολικό Ανάγνωσμα ο Απόστολος Παύλος, χωρίς να αναιρεί την παράδοση του Νόμου, όπου ως δικαίωση νοείται η σωτηρία ως τήρηση του Μωσαϊκού Νόμου κατά τη μαρτυρία των Δικαίων του Ισραήλ, όπως ήταν κι ο ίδιος Ισραηλίτης, κάνει τη μετάβαση στον κάθε άνθρωπο. Ουσιαστικά αναιρεί, «θάπτει» την Ιουδαϊκή αποκλειστικότητα, και μεταβαίνει στο «πᾶσα σάρξ», στον κάθε άνθρωπο, θεμελιώνοντας το λόγο του όχι στις τυπικές διατάξεις, δια των οποίων οι ἐκ τοῦ νόμου οδήγησαν το Χριστό στο Σταυρό, αλλά στο Χριστό, που ο Ισραήλ σταύρωσε, που αναίρεσε, δηλαδή, με αυτήν την πράξη του τον ίδιο τον εαυτό του, ανοίγοντας στον κάθε άνθρωπο τη συσταύρωση με το Χριστό, δηλαδή, στην αναίρεση της αμαρτίας ως αρχέγονης παραβάσεως. Τελικώς, ο Απόστολος Παύλος από την αντίθεση Νόμος ή πίστη στο Χριστό μεταβαίνει στο Σταυρωθέντα Χριστό, και ασφαλώς καλεί τους Γαλάτες χριστιανούς, να υπερβούν την αμαρτητική κατάσταση, στην οποία υπόκεινται όλοι οι άνθρωποι, κάνοντας ως ζωή τους τη ζωή του Χριστού, του Υιού του Θεού. Έτσι, από το επιμέρους μεταβαίνει ο Απόστολος Παύλος στο όλο του μυστηρίου της Θείας Οικονομίας, καλώντας τους Γαλάτες να αρνηθούν όλη τη μεταπατορική αμαρτητική κατάσταση και να συσσωματωθούν στο Χριστό.

 

Γ. 1. Το σημερινό Ευαγγελικό Ανάγνωσμα είναι συνέχεια της προηγούμενης Κυριακής, δηλαδή, της παραβολής του Σπορέως (Λουκ. η´, 5-15), όπου ο Χριστός αποκαλύπτεται ως ο Μέγας Σπορεύς, ο Δημιουργός του κόσμου και ο ἐρχόμενος των προφητικών επαγγελιών. Τούτο είναι ακόμη πιο σαφές από τον πρώτο στίχο του όγδοου κεφαλαίου, όπου ανήκει και η σημερινή Ευαγγελική περικοπή. Λέγει ο Ευαγγελιστής Λουκάς στην αρχή του κεφαλαίου: «Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ καθεξῆς καὶ αὐτὸς διώδευεν κατὰ πόλιν καὶ κώμην κηρύσσων καὶ εὐαγγελιζόμενος τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, καὶ οἱ δώδεκα σὺν αὐτῷ» (Λουκ. η´, 1). Όλο, λοιπόν, το όγδοο κεφάλαιο είναι κήρυγμα και ευαγγέλιο της βασιλείας τοῦ Θεού, μία βασιλεία που είναι για τον κάθε άνθρωπο και είναι όχι μία εσχατολογική προβολή υπεκφυγής του παρόντος, αλλά μία παρούσα πραγματικότητα «επεκτεινόμενη» στους άπειρους αιώνες της χάριτος του Θεού, που αναιρεί κάθε δαιμονική υποκρισία. Έτσι, ο Χριστός από τη Γαλιλαία, όπως μας πληροφορεί ο Ευαγγελιστής Λουκάς, είχε μεταβεί στην αντίπερα όχθη της λίμνης Γεννησαρέτ και κήρυττε και ενεργούσε τις θεοσημίες ανοιχτά σε πόλεις και κεφαλοχώρια, σε όλο τον κόσμο, όχι σε Συναγωγές μόνο για τον Ισραήλ. Στην είσοδο της πόλεως των Γαδαρηνών, που είναι η ίδια με την πόλη των Γεργεσηνών, που είδαμε στο Ευαγγελικό Ανάγνωσμα της Ε´ Κυριακής Ματθαίου, συναντά ένα δαιμονιζόμενο άνθρωπο. Στο Ευαγγέλιο του Ματθαίου είναι δύο. Η περιγραφή της θεραπείας, όπως και η απώλεια των χοίρων, ταυτίζονται κειμενικά. Ταυτίζεται και η παριγραφή της αντίδρασης των κατοίκων, αφού παρακαλούν το Χριστό να απομακρυνθεί από τον τόπο τους. Πριν το περιστατικό με τη θεραπεία του δαιμονιζόμενου, που τον βασάνιζαν χιλιάδες εμπαθείς λογισμοί (λεγεών) να κάνει χίλια κακά στον εαυτό του και τους συνανθρώπους του, ο Χριστός μέσα στο καράβι είχε γαληνέψει με το λόγο του τα κύματα της λίμνης και είχε ελέγξει την ολιγοπιστία των μαθητών του, καθώς είχαν φοβηθεί ότι θα πνιγούν («εἶπε δὲ αὐτοῖς· Ποῦ ἐστιν ἡ πίστις ὑμῶν», Λουκ. η´, 25), τώρα στο προκείμενο οι μεν Γαδαρηνοί, όχι μόνο δεν αντιλαμβάνονται τη θεοσημία της θεραπείας, αλλά τον παρακαλούν να φύγει, γιατί έχασαν το κοπάδι των χοίρων, τους οποίους οι κάτοικοι παρανόμως εξέθρευαν, λόγω απαγορεύσεως από το Νόμο βρώσεως χοιρινού κρέατος, αντίθετα ο θεραπευθείς, τον οποίο ο Χριστός συμβούλευσε, παρά την επιθυμία του να μείνει μαζί τους, να πάει σπίτι του και να διηγηθεί τη θεοσημία: «Ὑπόστρεφε εἰς τὸν οἶκόν σου καὶ διηγοῦ ὅσα ἐποίησέ σοι ὁ Θεός», δέχεται την αποκάλυψη ότι ο ενεργήσας τη θεραπεία είναι ο Θεός, και γίνεται και ο ίδιος ζωντανός κήρυκας για όλους τους ανθρώπους. Ο Ευαγγελιστής Λουκάς σημειώνει: «καὶ ἀπῆλθε καθ᾽ ὅλην τὴν πόλιν κηρύσσων ὅσα ἐποίησεν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς», (Λουκ. η´, 39).

2. Το γεγονός της θεραπείας του δαινομιζόμενου, θεραπεία ενός πονεμένου ανθρώπινου πλάσματος, συνέβηκε σε μία περιοχή φυλετικών επιμειξιών, όπου πλην των κατοίκων της Γαλιλαίας, που εξ αυτού του γεγονότος οι κάτοικοι της Ιουδαίας δεν τους θεωρούσαν γνήσιους Ισραηλίτες, κατοικούσαν Έλληνες και Ρωμαίοι, οι οποίοι ήσαν και φορείς του ειδωλολατρικού κόσμου. Σ᾽ αυτόν τον ὄχλο, όπως λέγει το Ευαγγέλιο, απευθύνεται ο Χριστός κηρύττων και θεραπεύων, καθαιρών τις αντίθεες δυνάμεις και ευαγγελιζόμενος τη βασιλεία του Θεού, μία βασιλεία που είναι ανακαινισμός του ανθρώπινου γένους, ως οικουμενικό γεγονός και όχι αποκλειστική επαγγελία και προσωπικός πορισμός των εγωπαθών εξουσιαστικών παράσιτων κάθε εποχής και καταστάσεως.

 

Αποστολικό Ανάγνωσμα: Γαλ. β´, 16-20: «16 εἰδότες δὲ ὅτι οὐ δικαιοῦται ἄνθρωπος ἐξ ἔργων νόμου ἐὰν μὴ διὰ πίστεως Ἰησοῦ Χριστοῦ, καὶ ἡμεῖς εἰς Χριστὸν Ἰησοῦν ἐπιστεύσαμεν, ἵνα δικαιωθῶμεν ἐκ πίστεως Χριστοῦ καὶ οὐκ ἐξ ἔργων νόμου, διότι οὐ δικαιωθήσεται ἐξ ἔργων νόμου πᾶσα σάρξ. 17 Εἰ δὲ ζητοῦντες δικαιωθῆναι ἐν Χριστῷ εὑρέθημεν καὶ αὐτοὶ ἁμαρτωλοί, ἆρα Χριστὸς ἁμαρτίας διάκονος; μὴ γένοιτο. 18 εἰ γὰρ ἃ κατέλυσα ταῦτα πάλιν οἰκοδομῶ, παραβάτην ἐμαυτὸν συνίστημι. 19 ἐγὼ γὰρ διὰ νόμου νόμῳ ἀπέθανον, ἵνα Θεῷ ζήσω. 20 Χριστῷ συνεσταύρωμαι· ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός· ὃ δὲ νῦν ζῶ ἐν σαρκί, ἐν πίστει ζῶ τῇ τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀγαπήσαντός με καὶ παραδόντος ἑαυτὸν ὑπὲρ ἐμοῦ».

 

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: Λουκ. η´, 27-39: «27 ἐξελθόντι δὲ αὐτῷ ἐπὶ τὴν γῆν ὑπήντησεν αὐτῷ ἀνήρ τις ἐκ τῆς πόλεως, ὃς εἶχε δαιμόνια ἐκ χρόνων ἱκανῶν, καὶ ἱμάτιον οὐκ ἐνεδιδύσκετο, καὶ ἐν οἰκίᾳ οὐκ ἔμενεν, ἀλλ᾽ ἐν τοῖς μνήμασιν. 28 ἰδὼν δὲ τὸν Ἰησοῦν καὶ ἀνακράξας προσέπεσεν αὐτῷ καὶ φωνῇ μεγάλῃ εἶπε· Τί ἐμοὶ καὶ σοί, Ἰησοῦ υἱὲ τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου; δέομαί σου, μή με βασανίσῃς. 29 παρήγγειλε γὰρ τῷ πνεύματι τῷ ἀκαθάρτῳ ἐξελθεῖν ἀπὸ τοῦ ἀνθρώπου. πολλοῖς γὰρ χρόνοις συνηρπάκει αὐτόν, καὶ ἐδεσμεῖτο ἁλύσεσι καὶ πέδαις φυλασσόμενος, καὶ διαρρήσσων τὰ δεσμὰ ἠλαύνετο ὑπὸ τοῦ δαίμονος εἰς τὰς ἐρήμους. 30 ἐπηρώτησε δὲ αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς λέγων· Τί σοί ἐστιν ὄνομα; ὁ δὲ εἶπε· Λεγεών· ὅτι δαιμόνια πολλὰ εἰσῆλθεν εἰς αὐτόν· 31 καὶ παρεκάλει αὐτὸν ἵνα μὴ ἐπιτάξῃ αὐτοῖς εἰς τὴν ἄβυσσον ἀπελθεῖν. 32 Ἦν δὲ ἐκεῖ ἀγέλη χοίρων ἱκανῶν βοσκομένη ἐν τῷ ὄρει· καὶ παρεκάλουν αὐτὸν ἵνα ἐπιτρέψῃ αὐτοῖς εἰς ἐκείνους εἰσελθεῖν· καὶ ἐπέτρεψεν αὐτοῖς. 33 ἐξελθόντα δὲ τὰ δαιμόνια ἀπὸ τοῦ ἀνθρώπου εἰσῆλθον εἰς τοὺς χοίρους, καὶ ὥρμησεν ἡ ἀγέλη κατὰ τοῦ κρημνοῦ εἰς τὴν λίμνην καὶ ἀπεπνίγη. 34 ἰδόντες δὲ οἱ βόσκοντες τὸ γεγενημένον ἔφυγον, καὶ ἀπήγγειλαν εἰς τὴν πόλιν καὶ εἰς τοὺς ἀγρούς. 35 ἐξῆλθον δὲ ἰδεῖν τὸ γεγονός, καὶ ἦλθον πρὸς τὸν Ἰησοῦν, καὶ εὗρον καθήμενον τὸν ἄνθρωπον, ἀφ᾽ οὗ τὰ δαιμόνια ἐξεληλύθει, ἱματισμένον καὶ σωφρονοῦντα παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ, καὶ ἐφοβήθησαν. 36 ἀπήγγειλαν δὲ αὐτοῖς οἱ ἰδόντες πῶς ἐσώθη ὁ δαιμονισθείς. 37 καὶ ἠρώτησαν αὐτὸν ἅπαν τὸ πλῆθος τῆς περιχώρου τῶν Γαδαρηνῶν ἀπελθεῖν ἀπ᾽ αὐτῶν, ὅτι φόβῳ μεγάλῳ συνείχοντο· αὐτὸς δὲ ἐμβὰς εἰς τὸ πλοῖον ὑπέστρεψεν. 38 ἐδέετο δὲ αὐτοῦ ὁ ἀνήρ, ἀφ᾽ οὗ ἐξεληλύθει τὰ δαιμόνια, εἶναι σὺν αὐτῷ· ἀπέλυσε δὲ αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς λέγων· 39 Ὑπόστρεφε εἰς τὸν οἶκόν σου καὶ διηγοῦ ὅσα ἐποίησέ σοι ὁ Θεός. καὶ ἀπῆλθε καθ᾽ ὅλην τὴν πόλιν κηρύσσων ὅσα ἐποίησεν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς».

Παρασκευή 16 Οκτωβρίου 2026

 


ΚΥΡΙΑΚΗ Κ´, Μνήμη τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου καὶ Εὐαγγελιστοῦ Λουκᾶ, 18 Ὀκτωβρίου 2026, (Αριθμ. 47.1)


[ΣΗΜΕΙΩΜΑ]

 

Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ.

 

Α. 1. Κατά το Τυπικὸν τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας η σύναξη για τη μνήμη του Αγίου και πανεύφημου Αποστόλου Λουκά ετελείτο στο ναό των Αγίων Αποστόλων «τῶν μεγάλων, ἕωθεν ἀπὸ τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας τῆς λιτῆς ἀπερχομένης ἐν τῷ Φόρῳ, καὶ μετὰ τὰς συνήθεις ἐκεῖσε εὐχὰς παραγενομένης ἐν τῇ εἰρημένῃ συνάξει». Ἐν συνεχεία δίδεται η πληροφορία για το Αποστολικό και Ευαγγελικό Ανάγνωσμα ως έχει και στο σύγχρονο Τυπικό. Εξάλλου, κατά το Συναξάριο Κωνσταντινουπόλεως υπάρχει σύντομη καταγραφή του βίου του, η οποία έχει ως εξής: «Οὗτος ὑπῆρχεν ἀπὸ Ἀντιοχείας τῆς μεγάλης, ἰατρὸς τὴν τέχνην καὶ ἄκρος τὴν ζωγραφικὴν ἐπιστήμην. Ἀκούων δὲ περὶ τῆς ἐν Ἱεροσολύμοις διατριβῆς τοῦ Χριστοῦ καὶ περὶ τῶν αὐτοῦ παραδόξων θαυμάτων, καταλιπὼν τὴν Ἀντιόχειαν ἐνεδήμησε τοῖς ἐν Ἱεροσολύμοις, καὶ γνήσιος μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ ἐχρημάτισε. Μετὰ δὲ τὴν τοῦ Κυρίου ἀνάληψιν συνέκδημος καταστὰς τοῦ Παύλου, συνεγράψατο τὸ κατ᾽ αὐτὸν εὐαγγέλιον· ἔπειτα καὶ τὰς πράξεις τῶν ἀποστόλων. Ἐν ταῖς Θήβαις δὲ ταῖς ἑπταπύλαις τῆς Βοιωτίας ἀρχιερεὺς ὑπὸ τοῦ ἁγίου προχειρισθεὶς Πνεύματος, καὶ περὶ τὰ ὀγδοήκοντα ἐφθακὼς ἔτη, ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται».

2. α. Με βάση τις Πράξεις των Αποστόλων, επίσης το συγκλονιστικό τέταρτο κεφάλαιο με το χαιρετισμό του Απόστολου Παύλου από την Επιστολή προς Κολοσσαείς, γραμμένη στο τέλος της πρώτης φυλάκισης του Αποστόλου Παύλου στη Ρώμη, παρόντος του Ευαγγελιστή Λουκά, από το οποίο προέρχεται και το σημερινό Αποστολικό Ανάγνωσμα, το επίσης οραματικό εικοστό τέταρτο και τελευταίο κεφάλαιο του Κατά Λουκά Ευαγγελίου, έχουμε μία άμεση πρόσβαση για την πορεία των δύο προς τα έθνη, ό ένας Εβραίος με ελληνική παιδεία κι ο άλλος Έλληνας, μάλλον προσήλυτος.

β. Ο τρόπος με τον οποίο ο Ευαγγελιστής Λουκάς περιγράφει στο εικοστό τέταρτο κεφάλαιο του Ευαγγελίου την εμφάνιση του Αναστάντος Χριστού την τρίτη ημέρα στους δύο φίλους που πορεύονταν προς Εμμαούς κατονομάζοντας μόνο τον Κλεόπα, αφήνοντας να εννοηθεί ότι ο άλλος ήταν ο ίδιος, αλλά και από το περιεχόμενο της συζητήσεως του Χριστού μαζί τους, εξάγεται ότι και ο Λουκάς έχει γνώση του μωσαϊκού νόμου και της προφητικής παράδοσης, γι᾽ αυτό προτείνεται η ερμηνεία ότι πρόκειται περί προσηλύτου. Γι᾽ αυτό οι στίχοι του Συναξαρίου της ημέρας πρέπει να θεωρούνται ακριβείς: «Εἰς Ἐμμαοὺς βλέπειν σε κἂν πρὶν εἰργόμην,/ (Λουκᾶς λέγει), "τρανῶς σε νῦν Χριστὲ βλέπω"./ Ὀγδοάτῃ δεκάτῃ πέρατος βίου ἔμμορε Λουκᾶς».

γ. Ο εορτασμός του Αποστόλου Λουκά στο ναό των Αγίων Αποστόλων δικαιολογείται από το γεγονός ότι εκεί είχε μεταφερθεί από τη Θήβα το λείψανο του Αγίου περίπου την ίδια εποχή που είχε μεταφερθεί και το λείψανο του Αγίου Ανδρέα από την Πάτρα το 357 επί Κωνστάντιου Β´. Σημειωτέον ότι μετά από πολλές περιπέτειες τα λείψανα του Αγίου κατέληξαν στην Πάδοβα και ένα τμήμα τους επαναπατρίστηκε στη Θήβα με τις ενέργειες του νυν Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου κατά τη θητεία του ως Θηβών. Περί της υπάρξεως του λειψάνου-σκηνώματος του Αγίου στο ναό των Αγίων Αποστόλων μας πληροφορεί το Κοντάκιον του Αγίου με τον οἶκο του: «Ὡς ἰατρὸς καὶ μαθητὴς Λουκᾶ ἠγαπημένος, μυστικῇ χειρουργίᾳ τὰ πάθη τῆς ψυχῆς μου, καὶ τὰ τοῦ σώματος ὁμοῦ ἴασαι, καὶ δὸς μοι κατὰ πάντα εὐεκτεῖν, καὶ σοῦ τὴν παναοίδιμον γηθόμενος γεραίρειν πανήγυριν, ὄμβροις τε δακρύων, ἀντὶ μύρων τὸ σεπτόν σου καὶ πάντιμον σῶμα καταβρέχειν· ὡς στήλη γὰρ ζωῆς ἐγγεγραμμένη τῷ ναῷ τῷ θαυμαστῷ τῶν Ἀποστόλων πᾶσιν ἐκφώνει, καθάπερ καὶ σὺ τὸ πρῶτον, τὸ θεῖον γράψας, Χριστοῦ Εὐαγγέλιον».

δ. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν η μαρτυρία και οι καταγραφές του Αγ. Γρηγορίου του Θεολόγου επισημαίνων ιδιαιτέρως ότι ο Ευαγγελιστής Λουκάς κήρυξε στην Αχαΐα ομιλών για τους εκ της περιτομής και τα έθνη, πάντα, όμως, σε μία ατμόσφαιρα φωτοείδειας όλες οι καταγραφές του και όχι μόνο η ακόλουθη: «Οἱ ἀπόστολοι δὲ, οὐ ξένοι τῶν πολλῶν ἐθνῶν τε καὶ πόλεων, εἰς ἃς ἐμερίσθησαν, ἵνα πανταχοῦ δράμῃ τὸ Εὐαγγέλιον, ἵνα μηδὲν ἀλαμπὲς ᾖ τοῦ τρισσοῦ φωτός, καὶ τῆς ἀληθείας ἀφώτιστον, ὥστε καὶ τοῖς ἐν σκότῳ καὶ σκιᾷ θανάτου καθημένοις λυθῆναι τὴν νύκτα τῆς ἀγνωσίας; Ἵν᾿ ἡμεῖς μέν, φησὶν, εἰς τὰ ἔθνη, αὐτοὶ δὲ εἰς τὴν περιτομήν, ἤκουσας Παύλου λέγοντος, Ἔστω Πέτρου ἡ Ἰουδαία· τί Παύλῳ κοινὸν πρὸς τὰ ἔθνη, Λουκᾷ πρὸς Ἀχαΐαν, Ἀνδρέᾳ πρὸς τὴν Ἤπειρον, Ἰωάννῃ πρὸς Ἔφεσον, Θωμᾷ πρὸς Ἰνδικήν, Μάρκῳ πρὸς Ἰταλίαν;».

ε. Τη φιλόκαλη και φωτοειδή ατμόσφαιρα της εικονόφιλης περιόδου του όγδοου αιώνα αντικατοπτρίζει η υμνολογία της εορτής του Αγίου Λουκά, τόσο ως προς τα Προσόμοια Στιχηρά, τα Ιδιόμελα, τα Δοξαστικά, τα Θεοτοκία, και ως εκ τούτου τα περισσότερα ποιήματα του Ανατολίου του Στουδίτη και όχι του Αγίου Ανατολίου του Πατριάρχη, όσο και ως προς τον Κανόνα, ποίημα του αξεπέραστου υμνογράφου Οσίου Θεοφάνους του Γραπτού, που θυμίζουν, πάντως, όλα την φιλόκαλη και φωτοειδή νηπτική εκφορά των Λόγων του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου.

στ. Εντύπωση προκαλείται από τα τρία Προφητικά Αναγνώσματα, τα οποία προέρχονται όλα από τις Επιστολές του Αποστόλου Πέτρου. Μία εξήγηση, ίσως, προέρχεται από το γεγονός της συμπτώσεως της ταυτόχρονης μεταφοράς στην Κωνσταντινούπολη του σκηνώματος των δύο Αγίων Ανδρέα και Λουκά, ή η επιλογή έγινε σ᾽ αυτήν την πρώιμη περίοδο υπό τη σημασία που υπήρχε στη διάκριση: εκ περιτομής- έθνη.

 

Β. Περισσότερο βιογραφικά ως προς τον Ευαγγελιστή Λουκά πρέπει να εκληφθεί το Αποστολικό και Ευαγγελικό Ανάγνωσμα με μόνη παρατήρηση ότι, όταν ομιλεί ο Χριστός περί νηπίων, ομιλεί περί αγαθών εν τη καρδία ανθρώπων και όχι περί ηλιθίων, ως εκλαμβάνουν αυτούς οι κατεχόμενοι υπό αντίθεων πνευμάτων χειραγωγοί και όλα τα ενεργειακά παράσιτα.

 

Αποστολικό Ανάγνωσμα: Τοῦ Εὐαγγελιστοῦ, Κολοσ. δ´, 5-11, 14-18: «5 ᾿Εν σοφίᾳ περιπατεῖτε πρὸς τοὺς ἔξω, τὸν καιρὸν ἐξαγοραζόμενοι. 6 ὁ λόγος ὑμῶν πάντοτε ἐν χάριτι, ἅλατι ἠρτυμένος, εἰδέναι πῶς δεῖ ὑμᾶς ἑνὶ ἑκάστῳ ἀποκρίνεσθαι. 7 Τὰ κατ᾽ ἐμὲ πάντα γνωρίσει ὑμῖν Τυχικὸς ὁ ἀγαπητὸς ἀδελφὸς καὶ πιστὸς διάκονος καὶ σύνδουλος ἐν Κυρίῳ, 8 ὃν ἔπεμψα πρὸς ὑμᾶς εἰς αὐτὸ τοῦτο, ἵνα γνῷ τὰ περὶ ὑμῶν καὶ παρακαλέσῃ τὰς καρδίας ὑμῶν, 9 σὺν ᾿Ονησίμῳ τῷ πιστῷ καὶ ἀγαπητῷ ἀδελφῷ, ὅς ἐστιν ἐξ ὑμῶν· πάντα ὑμῖν γνωριοῦσι τὰ ᾧδε. 10 ᾿Ασπάζεται ὑμᾶς ᾿Αρίσταρχος ὁ συναιχμάλωτός μου, καὶ Μᾶρκος ὁ ἀνεψιὸς Βαρνάβα, – περὶ οὗ ἐλάβετε ἐντολάς· ἐὰν ἔλθῃ πρὸς ὑμᾶς, δέξασθε αὐτόν, – 11 καὶ ᾿Ιησοῦς ὁ λεγόμενος ᾿Ιοῦστος, οἱ ὄντες ἐκ περιτομῆς, οὗτοι μόνοι συνεργοὶ εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, οἵτινες ἐγενήθησάν μοι παρηγορία. 14ἀσπάζεται ὑμᾶς Λουκᾶς ὁ ἰατρὸς ὁ ἀγαπητὸς καὶ Δημᾶς. 15 ἀσπάσασθε τοὺς ἐν Λαοδικείᾳ ἀδελφοὺς καὶ Νυμφᾶν καὶ τὴν κατ᾽ οἶκον αὐτοῦ ἐκκλησίαν· 16 καὶ ὅταν ἀναγνωσθῇ παρ᾽ ὑμῖν ἡ ἐπιστολή, ποιήσατε ἵνα καὶ ἐν τῇ Λαοδικέων ἐκκλησίᾳ ἀναγνωσθῇ, καὶ τὴν ἐκ Λαοδικείας ἵνα καὶ ὑμεῖς ἀναγνῶτε. 17 καὶ εἴπατε ᾿Αρχίππῳ· βλέπε τὴν διακονίαν ἣν παρέλαβες ἐν Κυρίῳ, ἵνα αὐτὴν πληροῖς. 18 ῾Ο ἀσπασμὸς τῇ ἐμῇ χειρὶ Παύλου.μνημονεύετέ μου τῶν δεσμῶν. ῾Η χάρις μεθ᾽ ὑμῶν· ἀμήν».

 

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: Τοῦ Εὐαγγελιστοῦ, Λουκ., ι´, 16-21: «16 ῾Ο ἀκούων ὑμῶν ἐμοῦ ἀκούει, καὶ ὁ ἀθετῶν ὑμᾶς ἐμὲ ἀθετεῖ· ὁ δὲ ἐμὲ ἀθετῶν ἀθετεῖ τὸν ἀποστείλαντά με. 17 ῾Υπέστρεψαν δὲ οἱ ἑβδομήκοντα μετὰ χαρᾶς λέγοντες· Κύριε, καὶ τὰ δαιμόνια ὑποτάσσεται ἡμῖν ἐν τῷ ὀνόματί σου. 18 Εἶπε δὲ αὐτοῖς· ἐθεώρουν τὸν σατανᾶν ὡς ἀστραπὴν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ πεσόντα. 19 ἰδοὺ δίδωμι ὑμῖν τὴν ἐξουσίαν τοῦ πατεῖν ἐπάνω ὄφεων καὶ σκορπίων καὶ ἐπὶ πᾶσαν τὴν δύναμιν τοῦ ἐχθροῦ, καὶ οὐδὲν ὑμᾶς οὐ μὴ ἀδικήσῃ. 20 πλὴν ἐν τούτῳ μὴ χαίρετε, ὅτι τὰ πνεύματα ὑμῖν ὑποτάσσεται· χαίρετε δὲ ὅτι τὰ ὀνόματα ὑμῶν ἐγράφη ἐν τοῖς οὐρανοῖς. 21 ᾿Εν αὐτῇ τῇ ὥρᾳ ἠγαλλιάσατο τῷ πνεύματι ὁ ᾿Ιησοῦς καὶ εἶπεν· ἐξομολογοῦμαί σοι, πάτερ, κύριε τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, ὅτι ἀπέκρυψας ταῦτα ἀπὸ σοφῶν καὶ συνετῶν, καὶ ἀπεκάλυψας αὐτὰ νηπίοις· ναί, ὁ πατήρ, ὅτι οὕτως ἐγένετο εὐδοκία ἔμπροσθέν σου».

Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2026

 

ΚΥΡΙΑΚΗ Δ´ ΛΟΥΚΑ, Τῶν Θεοφόρων Πατέρων τῆς ἐν Νικαίᾳ Ζ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (787), 11 Ὀκτωβρίου 2026, (12/10/2025) (15-10-2023), (14/10/2018), (Αριθμ. 47Γ)

 

Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ.

 

Α. 1. Την Κυριακή μεταξύ 11-17 Οκτωβρίου η Εκκλησία εορτάζει τη μνήμη τῶν Αγίων Πατέρων της Ζ´  Οικουμενικής Συνόδου, που συνεκλήθη από τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο ΣΤ´ και τη μητέρα του Ειρήνη, την Αθηναία, στον Ιερό Ναό της Αγίας Σοφίας στη Νίκαια της Βιθυνίας το 787, και ο οποίος ναός, μετά το 1922, το 2012 μετατράπηκε σε τζαμί. Βρισκόμαστε ακόμη στην εποχή της Εκκλησίας των πέντε Πατριαρχείων με τον Πάπα Ρώμης Αδριανό, Ταράσιο Κωνσταντινουπόλεως, που είναι αδελφός του πατρός του Αγίου Φωτίου, Πολιτιανό Αλεξανδρείας, Θεοδώρητο Αντιοχείας και Ηλία Ιεροσολύμων. Αυτή είναι η πρώτη φάση λήξης της εικονομαχίας, εναντίον της προσπάθειας που έγινε, κυρίως από την αυτοκρατορική εξουσία και από τους μονοφυσιτικούς και ανεικονικούς κύκλους, να καταργήσουν τη λειτουργική χρήση των αγίων εικόνων, καταργώντας εμμέσως την ερμηνεία της πίστεως κατά τις συνοδικές ερμηνευτικές προτάσεις των Οικουμενικών Συνόδων Γ´- ΣΤ´ και ουσιαστικώς κατά το Σύμβολο της Πίστεως, ως ομολογείται η ενανθρώπηση του Λόγου. Η δεύτερη φάση της εικονομαχίας λήγει με την αναστήλωση των αγίων εικόνων με υποστηρίκτρια την αυτοκράτειρα Θεοδώρα το 842, επί Πατριάρχου Αγίου Μεθοδίου, ένα γεγονός που εορτάζουμε κατά την Α´ Κυριακή των Νηστειών (Μεγάλη Τεσσαρακοστή), η οποία ονομάζεται Κυριακή της Ορθοδοξίας ως προχειρισμός του Πάσχα.

2. Η σημερινή εορτή των 367 Αγίων Πατέρων της Ζ´ Οικουμενικής Συνόδου βρίσκεται σε μία συνέχεια με την εορτή των Αγίων 318 Θεοφόρων Πατέρων της Α´ Οικουμενικής Συνόδου του 325, πάλι στη Νίκαια, που εορτάζεται την Ζ´  Κυριακή μετά το Πάσχα, ή την Κυριακή μεταξύ της Αναλήψεως και της Πεντηκοστής, αλλά πολύ περισσότερο συνάπτεται με την εορτή των Αγίων 630 Θεοφόρων Πατέρων της Δ´ Οικουμενικής Συνόδου του 451 στη Χαλκηδόνα, τρεις μήνες πριν, σε μία από τις Κυριακές Ματθαίου. Έχω σημειώσει «ότι σχεδόν όλος ο μήνας Ιούλιος είναι γεμάτος με τις μνήμες Αγίων Μεγαλομαρτύρων, ανδρών και γυναικών, που μαρτύρησαν ομολογώντας την πίστη στο Χριστό, κυρίως κατά την πρώτη χριστιανική περίοδο, όταν ακόμη η Εκκλησία δεν ήταν αναγνωρισμένη ως δημόσια θρησκευτική οντότητα, ενώ οι χριστιανοί, λόγω του κηρύγματος της ισότητας όλων των ανθρώπων, εθεωρούντο ως ανατρεπτικός- επαναστατικός κίνδυνος για την κοινωνική τάξη και ασφάλεια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, η οποία είχε μία εκπληκτική δημόσια οργάνωση». Πάνω στα τίμια λείψανα των Αγίων Μαρτύρων η Εκκλησία καθιέρωσε τους ιερούς ναούς της. Άγια λείψανα και άγιες εικόνες είναι δομικά στοιχεία της εκκλησιαστικής παραδόσεως, έτσι που με τον έβδομο κανόνα της η Ζ´ Οικουμενική Σύνοδος ερμηνεύει σε μία συνέχεια με τη λειτουργική χρήση των αγίων εικόνων την καθιέρωση των σεπτών ναών με τίμια λείψανα: «Ὅσοι οὖν σεπτοὶ ναοὶ καθιερώθησαν ἐκτὸς ἁγίων λειψάνων μαρτύρων, ὁρίζομεν ἐν αὐτοῖς κατάθεσιν γίνεσθαι λειψάνων μετὰ τῆς συνήθους εὐχῆς. Ὁ δὲ ἄνευ ἁγίων λειψάνων καθιερῶν ναόν, καθαιρείσθω, ὡς παραβεβηκὼς τὰς ἐκκλησιαστικὰς παραδόσεις».

3. Οι εορτές των Αγίων Πατέρων της Χαλκηδόνος και της Ζ´ Οικουμενικής Συνόδου δομούνται λειτουργικά με κοινό αγιογραφικό και υμνολογικό υλικό. Δοξαστικά, Απόστιχα, Στιχηρά, Απολυτίκιο, Κάθισμα, Προφητικά Αναγνώσματα του Εσπερινού και Αποστολικό Ανάγνωσμα συμπίπτουν. Εξάλλου, στο πρώτο Στιχηρό των Αγίων Πατέρων στον Εσπερινό της σημερινής εορτής λέγεται ότι ο Πατριάρχης Γερμανός ο Νέος (1222-1240) συγκρότησε τον κανόνα της Ακολουθίας των Αγίων Πατέρων της Ζ´ Οικουμενικής Συνόδου ως σύνοψη της πίστης των Ορθοδόξων σύμφωνα με τις επτά Οικουμενικές Συνόδους, και, μάλιστα, κατά τη δύσκολη περίοδο της Λατινοκρατίας,: «Τὰς ἑπτὰ Συνόδους τὰς τῶν Πατέρων, κατὰ διαφόρους καιροὺς συστάσας, εἰς ἕνα συνήθροισεν ἑνὶ Κανόνι τῷ δέ, μάλα καλῶς ὁ Πατριάρχης, ὁ Γερμανὸς ὁ νέος,γράφων ὁμοῦ τε καὶ κρατύνων, τὰ δόγματα τὰ τούτων, ὃς καὶ πρέσβεας αὐτοὺς ἀγρύπνους, τῆς σωτηρίας τῷ Κυρίῳ προβάλλεται, καὶ τοῦ ποιμνίου συμποίμενας».

4. Ο Όρος της Ζ´ Οικουμενικής Συνόδου αποτελεί μία επιβεβαίωση της ενότητος των θεοφανικών γεγονότων Παλαιάς και Καινής Διαθήκης ως γνώση που χαρίζει το Άγιο Πνεύμα στην Εκκλησία, κατά το Σύμβολο της Πίστεως και τους Όρους των Οικουμενικών Συνόδων Γ´- ΣΤ´, «πρὸς πίστωσιν τῆς ἀληθινῆς καὶ οὐ κατὰ φαντασίαν τοῦ θεοῦ Λόγου ἐνανθρωπήσεως». Έτσι, η λειτουργική χρήση των εικόνων παραπέμπουν στα εικονιζόμενα πρόσωπα, όπως ο Σταυρός είναι τύπος, σημείο, σημάδι, που παραπέμπει στο Σταυρωθέντα, τον Κύριο της Δόξης, το δρώντα το Μυστήριο της Θείας υπέρ ημών Οικονομίας, όπως ομολογείται σύμφωνα από όλους τους Αγίους της Εκκλησίας, Προφήτες, Απόστολους και Συνοδικούς Πατέρες. Κατά ταύτα, ο α´ κανόνας της Συνόδου αποτελεί μάθημα ερμηνείας και εφαρμογής της Πατερικής Παραδόσεως, ενώ ο β´ κανόνας συνιστά την προϋπόθεση και το τεκμήριο ευθύνης της συνέχειας της συνοδικής πράξεως και παραδόσεως, καθώς προσδιορίζει με ένα τρόπο άκρως αυστηρό τα κριτήρια της ιερατικής, έτι δε πλέον και της μητροπολιτικής αξίας, για να μην αυτοσχεδιάζουν ανοήτως οι ποιμένες περί τη νουθεσία των χριστιανών και τη συνοδική συνέχεια: «Ὅθεν ὁρίζομεν, πάντα τὸν προάγεσθαι μέλλοντα εἰς τὸν τῆς ἐπισκοπῆς βαθμόν, πάντως τὸν Ψαλτῆρα γινώσκειν, ἵνα, ὡς ἐκ τούτου, καὶ πάντα τὸν κατ᾽ αὐτὸν κλῆρον οὕτω νουθετῇ μυεῖσθαι.Ἀνακρίνεσθαι δὲ ἀσφαλῶς ὑπὸ τοῦ μητροπολίτου, εἰ προθύμως ἔχει ἀναγινώσκειν ἐρευνητικῶς, καὶ οὐ παροδευτικῶς, τούς τε ἱεροὺς κανόνας, καὶ τὸ ἅγιον Εὐαγγέλιον, τήν τε τοῦ θείου Ἀποστόλου βίβλον, καὶ πᾶσαν τὴν θείαν Γραφήν· καὶ κατὰ τὰ θεῖα ἐντάλματα ἀναστρέφεσθαι, καὶ διδάσκειν τὸν κατ᾽ αὐτὸν λαόν. Οὐσία γὰρ τῆς καθ’ ἡμᾶς ἱεραρχίας ἐστὶ τὰ θεοπαράδοτα λόγια, ἤγουν ἡ τῶν θείων Γραφῶν ἀληθινὴ ἐπιστήμη, καθὼς ὁ μέγας ἀπεφήνατο Διονύσιος. Εἰ δὲ ἀμφισβητοίη, καὶ μὴ ἀσμενίζοι οὕτω ποιεῖν τε καὶ διδάσκειν, μὴ χειροτονείσθω. Ἔφη γὰρ προφητικῶς ὁ Θεός· Σὺ ἐπίγνωσιν ἀπώσω, κἀγὼ ἀπώσομαί σε τοῦ μὴ ἱερατεύειν μοι».

5. Γι᾽ αυτό στην Πατριαρχική Σχολή, ήδη από το 12 αι., υπήρχαν τρεις διδάσκαλοι, του Ευαγγελίου, του Αποστόλου και του Ψαλτήρος, ενώ σήμερα περί άλλα τυρβάζονται ιερείς και θεολόγοι, αποδομούντες με αυτοσχεδιασμούς την εκκλησιαστική συνέχεια με μία οίηση μεγαλύτερη και του Αρείου.

6. Η συνεχής αναφορά από την υμνολογία της εορτής και του Κανόνα των Αγίων Πατέρων, ποίημα του Θεοφάνους του Γραπτού, στις διατυπώσεις και τη συνοδική ερμηνεία του Συμβόλου της πίστεως, μαζί με τις προφητικές εξαγγελίες, έχουν ως κέντρο τόσο την ομολογία του Τριαδικού Θεού όσο και το μυστήριο της εκουσίας ενανθρωπήσεως του Υιού και Λόγου, την υπέρ ημών οικονομία υπό το δογματικό ορισμό της Παναγίας ως Θεοτόκου. Υπ᾽ αυτήν την οπτική η ορολογία που επεξηγεί το άρθρο του Συμβόλου του Πίστεως «σαρκωθέντα... καὶ ἐνανθρωπήσαντα» και η συναφής ορολογία σὰρξ και σῶμα και σωματούμενος, αναφέρονται στο μυστήριο της ενανθρωπήσεως ότι, δηλαδή, ο Λόγος δημιούργησε εξ άκρας συλλήψεως, ἀσυνδυάστως, κατά το σημερινό Κανόνα, την ιδία αυτού ανθρώπινη φύση και γι᾽ αυτό εικονίζεται αγκαλοφορούμενος. Στο Θεοτοκίο της πρώτης Ωδής λέγεται: «Ὡς οἱ Πατέρες εὐσεβῶς ἐδίδαξαν, ὁμολογοῦμεν πιστῶς, Παρθενικὴν μήτραν, ἀνωδίνως τέξασαν, μετὰ σαρκὸς τὸν ἄσαρκον, προσκυνοῦμέν τε τούτου, στηλογραφοῦντες τὴν μόρφωσιν, καὶ τιμητικῶς ἀσπαζόμεθα», και γι᾽ αυτό η μεν προσκύνηση είναι «σχετική», δεν υποκαθιστά τον ενανθρωπήσαντα, όπως στον ειδωλικό κόσμο, είναι, δηλαδή, υπόμνηση της γενομένης χάριτος, και η αναστήλωση, ιδίως της εικόνας του Χαλκίτη Χριστού πάνω από την κεντρική πύλη του Παλατίου, δήλωνε ότι το παλάτιο και όλη η αυτοκρατορία ετίθεντο υπό το έλεός του Χριστού και της Θεομήτορος. Εξάλλου, η παρουσία της Θεοτόκου ως η απόλυτη βεβαίωση ότι ο Λόγος ενηνθρώπησε πραγματικά, παρήγαγε, ιδίως με τους Κανόνες όχι μόνο μία δοξολογική θεολογική ερμηνεία αλλά την τιμητική προσκύνηση με παραγωγή εικόνων, μοναστηριών, κοπή νομισμάτων, όπου ακόμη και η στέψη των αυτοκρατόρων απεικονίζεται να γίνεται από τη Θεοτόκο.

 

Β. 1. To σημερινό Aποστολικό Ανάγνωσμα αποτελεί το τέλος της Προς Τίτον Επιστολής του Αποστόλου Παύλου. Πρόκειται, πραγματικώς, για τον Επίλογο, του οποίου ο νοηματικός πυρήνας του είναι η έκφραση της αρχής της περικοπής «Πιστός ὁ λόγος». Η Προς Τίτον είναι μία σύντομη προσωπική επιστολή τριών παραγράφων, όπου ο Απόστολος Παύλος επισημαίνει στον Τίτο να προσέξει τους ανθρώπους που η σκέψη τους είναι στο κέρδος, δηλαδή στο χρήμα και την καταδυναστευτική εξουσία που πηγάζει από αυτό: στ. 11 «αἰσχροῦ κέρδους χάριν» (κεφ. α´, 11) και στις παραχρήσεις του βίου, έχοντας κατά νουν ότι «11 Ἐπεφάνη γὰρ ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ ἡ σωτήριος πᾶσιν ἀνθρώποις, 12 παιδεύουσα ἡμᾶς ἵνα ἀρνησάμενοι τὴν ἀσέβειαν καὶ τὰς κοσμικὰς ἐπιθυμίας σωφρόνως καὶ δικαίως καὶ εὐσεβῶς ζήσωμεν ἐν τῷ νῦν αἰῶνι, 13 προσδεχόμενοι τὴν μακαρίαν ἐλπίδα καὶ ἐπιφάνειαν τῆς δόξης τοῦ μεγάλου Θεοῦ καὶ σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ» (κεφ. β´, 11-13).

2. Υπενθυμίζει ότι προ της κλήσεώς του από το Χριστό ήταν κι αυτός ένας άνθρωπος χωρίς ελπίδα, και η μεταστροφή του δεν προέρχεται από το ότι τώρα έγινε ένας καλός και δίκαιος (δηλ. τηρεί το Νόμο) αλλά οφείλεται στο έλεος του Χριστού και την ένταξή του στην Εκκλησία. Να πώς το λέει αυτολεξεί ο Απόστολος: «3 Ἦμεν γάρ ποτε καὶ ἡμεῖς ἀνόητοι, ἀπειθεῖς, πλανώμενοι, δουλεύοντες ἐπιθυμίαις καὶ ἡδοναῖς ποικίλαις, ἐν κακίᾳ καὶ φθόνῳ διάγοντες, στυγητοί, μισοῦντες ἀλλήλους· 4 ὅτε δὲ ἡ χρηστότης καὶ ἡ φιλανθρωπία ἐπεφάνη τοῦ σωτῆρος ἡμῶν Θεοῦ, 5 οὐκ ἐξ ἔργων τῶν ἐν δικαιοσύνῃ ὧν ἐποιήσαμεν ἡμεῖς, ἀλλὰ κατὰ τὸν αὐτοῦ ἔλεον ἔσωσεν ἡμᾶς διὰ λουτροῦ παλιγγενεσίας καὶ ἀνακαινώσεως Πνεύματος ἁγίου, 6 οὗ ἐξέχεεν ἐφ᾽ ἡμᾶς πλουσίως διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ σωτῆρος ἡμῶν, 7 ἵνα δικαιωθέντες τῇ ἐκείνου χάριτι κληρονόμοι γενώμεθα κατ᾽ ἐλπίδα ζωῆς αἰωνίου» (κεφ. γ´, 3-7). Ακολουθεί, λοιπόν, ο στίχος «8 Πιστὸς ὁ λόγος· καὶ περὶ τούτων βούλομαί σε διαβεβαιοῦσθαι». Ουσιαστικά ο Απόστολος Παύλος υπενθυμίζει στον Τίτο ότι η διακονία του έχει να κάνει με τις συνέπειες της πίστης στο Χριστό, όχι ως έργο και ζωή που τη δικαιούμαστε, γιατί τηρούμε κάποιες εντολές, αλλά γιατί είμαστε ηλεημένοι, όχι εξουσιαστικά, αλλά ως αποδέκτες της χάριτος, η οποία αφορά σ᾽ όλο τον κόσμο. Γι᾽ αυτό στον Κανόνα της εορτής τονίζεται και ξανατονίζεται ότι ο πλούτος της Εκκλησίας και της θεογνωσίας είναι τα επτά χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος, ούτε ιδέες, ούτε θεωρίες, ούτε αξίες, δηλαδή όλα αυτά τα ωραία λογάκια, που εκφέρονται, για να ξεγελούν τους ανθρώπους... Όλα αυτά που μας πλασσάρονται και για πολύ σύγχρονα, ένα ομοίωμα της πολιτικής ατζέντας των σύγχρονων και αυριανών κοσμοκρατόρων της καταδυνάστευσης των ανθρώπων με θρησκευτικό, ουσιαστικώς, ειδωλικό περιεχόμενο, όπου η θεογνωσία αντικαθίσταται άνευ αιδούς με την ανθρωπογνωσία του εθνικού κόσμου. Πολύ παλαιά ιστορία για την Εκκλησία, ακόμη και για τον Ισραήλ των αποκαλυπτικών χρόνων!

 

Γ. 1. Η σημερινή Ευαγγελική περικοπή της παραβολής του σπορέως, όπως συνηθίζεται να λέγεται, έρχεται ως επιστέγασμα των ήδη λεχθέντων. Ο Χριστός, μετά την ανάσταση του υιού της χήρας της Ναΐν, έχει συνάντηση με δύο από τους μαθητές του Ιωάννη, οι οποίοι τον ρωτούν: «σὺ εἶ ὁ ἐρχόμενος ἢ ἕτερον προσδοκῶμεν;» (Λουκ. ζ´, 20), απαντώντας τους να πουν στον Ιωάννη για τις θεοσημίες που ενεργεί. Ο Χριστός, λοιπόν, ομιλεί για τον Ιωάννη, όταν αναχώρησαν οι δύο, λαός και τελώνες βαπτίζονται από τον Ιωάννη, όχι οι Φαρισαίοι. Ακολουθεί η φιλοξενία του σε σπίτι Φαρισαίου, η προσέλευση της μετανοηθείσας αμαρτωλής, η συγχώρεσή της, η αμφισβήτηση από τους συνανακειμένους «τίς οὗτός ἐστιν ὃς καὶ ἁμαρτίας ἀφίησιν;», ο έπαινος της πίστεως της γυναικός: «Ἡ πίστις σου σέσωκέ σε· πορεύου εἰς εἰρήνην» (Λουκ. ζ´, 50), και στην αρχή του η´ κεφαλαίου δίδεται η πληροφορία από το Λουκά ότι ο Χριστός περνούσε από πόλεις και μεγαλοχώρια «1... κηρύσσων καὶ εὐαγγελιζόμενος τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, καὶ οἱ δώδεκα σὺν αὐτῷ», ενώ διενεργούσε θεοσημίες στο λαό, που κάθε φορά γινόταν και περισσότερος. Και, καθώς έβλεπε να πληθαίνει ο κόσμος, περιμένοντας, μάλλον, κι άλλα θαύματα, είπε την παραβολή του σπορέως σε ένα ακροατήριο που γνώριζε από σπορά ενός χωραφιού και από τις τυχόν απώλειες του σπόρου, φανερώνοντάς τους με παραβολικό τρόπο, με ένα παράδειγμα πολύ χειροπιαστό, παρμένο από την αγροτική ζωή των ανθρώπων, ότι είναι ο μεγάλος σπορέας, ότι είναι ο ερχόμενος του Ισραήλ, όπως είχε απαντήσει παραπάνω στους δύο μαθητές του Ιωάννη.

2. Ο Χριστός, όπως πριν από αυτόν οι Προφήτες κατά την καταγραφή των θεοφανικών γεγονότων, χρησιμοποιεί τον παραστατικό, παραβολικό λόγο, μία γλώσσα παραδειγματική, με εικόνες και σύμβολα παρμένα από τη φυσική πραγματικότητα, όπως π.χ. το αμπέλι, το χωράφι, ο σπόρος, η πέτρα, το δίχτυ, το φως, γι᾽ αυτό στην πατερική ερμηνευτική λέγονται φυσικά σύμβολα, που παραπέμπουν σε γεγονότα και πρόσωπα, σε «γενόμενα» κι όχι σε διανοητικά σχήματα και τεχνάσματα της φαντασίας, που κατασκευάζονται από τη διάνοια και τη φαντασία του ανθρώπου και δεν αντιστοιχούν σε κάποια χειροπιαστή πραγματικότητα, που είναι διανοήματα και υποθέσεις που γίνονται κι απογίνονται και πολλάκις χρησιμοποιούνται, για να αποκρύψουν την αλήθεια και να ξεγελάσουν τους ανθρώπους. Χρησιμοποιεί, λοιπόν, εδώ την παραβολή του σπορέως, για να προβληματίσει τον όχλο, ο οποίος τον ακολουθεί και περιμένει θαύματα, ότι είναι ο Θεός, που καθαιρεί τις αντίθεες δυνάμεις, καλώντας τους σε καρποφορία, στη βασιλεία του Θεού, η οποία απαιτεί, όμως, υπομονή, σαν το σπόρο που σπέρνεται, και το φύτρωμά του απαιτεί από το γεωργό υπομονή, για να φυτρώσει και να καρποφορήσει, τους καλεί σε μετάνοια και πίστη καρποφορίας.

3. Ο Χριστός, λοιπόν, είτε ενεργεί θεοσημίες, είτε ομιλεί με παραβολές, ετοιμάζει τον ὄχλο, δηλαδή, όλο τον κόσμο κι όχι μόνο τους εισερχόμενους στη Συναγωγή, να πιστεύσουν ότι ήγγικε η βασιλεία του Θεού, ως παρόν γεγονός και όχι απλώς σαν κάτι μελλοντικό, για την άλλη ζωή, μία εσχατολογική προβολή ερήμην της ιστορίας, (που είναι και πολύ της μόδας σα σπουδαία νέα θεολογία, μια συγκαλυμμένη απάτη υπό λεκτικά σχήματα, ανέρειστους ερμηνευτικούς αυτοσχεδιασμούς και θολά διανοήματα), μία υποκριτική υπεκφυγή αναλήψεως ευθύνης στο παρόν, ότι είναι ο ερχόμενος των προφητικών οράσεων, καθώς κάνει, επίσης, η Εκκλησία σήμερα παιδαγωγώντας μας προς την εορτή της Ενανθρωπήσεως, κατά την ερμηνευτική συνέχεια των Αγίων Πατέρων των επτά Οικουμενικών Συνόδων και των Κανόνων τους.

 

Αποστολικό Ανάγνωσμα: Τίτ. γ´, 8-15: «8 Πιστὸς ὁ λόγος· καὶ περὶ τούτων βούλομαί σε διαβεβαιοῦσθαι, ἵνα φροντίζωσι καλῶν ἔργων προΐστασθαι οἱ πεπιστευκότες τῷ Θεῷ. ταῦτά ἐστι τὰ καλὰ καὶ ὠφέλιμα τοῖς ἀνθρώποις· 9 μωρὰς δὲ ζητήσεις καὶ γενεαλογίας καὶ ἔρεις καὶ μάχας νομικὰς περιίστασο· εἰσὶ γὰρ ἀνωφελεῖς καὶ μάταιοι. 10 αἱρετικὸν ἄνθρωπον μετὰ μίαν καὶ δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ, 11 εἰδὼς ὅτι ἐξέστραπται ὁ τοιοῦτος καὶ ἁμαρτάνει ὢν αὐτοκατάκριτος. 12 Ὅταν πέμψω Ἀρτεμᾶν πρός σε ἢ Τυχικόν, σπούδασον ἐλθεῖν πρός με εἰς Νικόπολιν· ἐκεῖ γὰρ κέκρικα παραχειμάσαι. 13 Ζηνᾶν τὸν νομικὸν καὶ Ἀπολλὼ σπουδαίως πρόπεμψον, ἵνα μηδὲν αὐτοῖς λείπῃ. 14 μανθανέτωσαν δὲ καὶ οἱ ἡμέτεροι καλῶν ἔργων προΐστασθαι εἰς τὰς ἀναγκαίας χρείας, ἵνα μὴ ὦσιν ἄκαρποι. 15 Ἀσπάζονταί σε οἱ μετ᾽ ἐμοῦ πάντες. ἄσπασαι τοὺς φιλοῦντας ἡμᾶς ἐν πίστει. Ἡ χάρις μετὰ πάντων ὑμῶν· ἀμήν».

 

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: Λουκ. η´, 5-15: «5 Ἐξῆλθεν ὁ σπείρων τοῦ σπεῖραι τὸν σπόρον αὐτοῦ. καὶ ἐν τῷ σπείρειν αὐτὸν ὃ μὲν ἔπεσε παρὰ τὴν ὁδόν, καὶ κατεπατήθη, καὶ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ κατέφαγεν αὐτό· 6 καὶ ἕτερον ἔπεσεν ἐπὶ τὴν πέτραν, καὶ φυὲν ἐξηράνθη διὰ τὸ μὴ ἔχειν ἰκμάδα· 7 καὶ ἕτερον ἔπεσεν ἐν μέσῳ τῶν ἀκανθῶν, καὶ συμφυεῖσαι αἱ ἄκανθαι ἀπέπνιξαν αὐτό. 8 καὶ ἕτερον ἔπεσεν εἰς τὴν γῆν τὴν ἀγαθήν, καὶ φυὲν ἐποίησε καρπὸν ἑκατονταπλασίονα. ταῦτα λέγων ἐφώνει· Ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν ἀκουέτω. 9 Ἐπηρώτων δὲ αὐτὸν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ λέγοντες· Τίς εἴη ἡ παραβολὴ αὕτη;. 10 ὁ δὲ εἶπεν· Ὑμῖν δέδοται γνῶναι τὰ μυστήρια τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ, τοῖς δὲ λοιποῖς ἐν παραβολαῖς, ἵνα βλέποντες μὴ βλέπωσι καὶ ἀκούοντες μὴ συνιῶσιν. 11 Ἔστι δὲ αὕτη ἡ παραβολή· ὁ σπόρος ἐστὶν ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ· 12 οἱ δὲ παρὰ τὴν ὁδόν εἰσιν οἱ ἀκούσαντες, εἶτα ἔρχεται ὁ διάβολος καὶ αἴρει τὸν λόγον ἀπὸ τῆς καρδίας αὐτῶν, ἵνα μὴ πιστεύσαντες σωθῶσιν. 13 οἱ δὲ ἐπὶ τῆς πέτρας οἳ ὅταν ἀκούσωσι, μετὰ χαρᾶς δέχονται τὸν λόγον, καὶ οὗτοι ῥίζαν οὐκ ἔχουσιν, οἳ πρὸς καιρὸν πιστεύουσι καὶ ἐν καιρῷ πειρασμοῦ ἀφίστανται. 14 τὸ δὲ εἰς τὰς ἀκάνθας πεσόν, οὗτοί εἰσιν οἱ ἀκούσαντες, καὶ ὑπὸ μεριμνῶν καὶ πλούτου καὶ ἡδονῶν τοῦ βίου πορευόμενοι συμπνίγονται καὶ οὐ τελεσφοροῦσι. 15 τὸ δὲ ἐν τῇ καλῇ γῇ, οὗτοί εἰσιν οἵτινες ἐν καρδίᾳ καλῇ καὶ ἀγαθῇ ἀκούσαντες τὸν λόγον κατέχουσι καὶ καρποφοροῦσιν ἐν ὑπομονῇ».

Κυριακή 4 Οκτωβρίου 2026

 


ΚΥΡΙΑΚΗ Β´ ΛΟΥΚΑ, Μνήμη τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρὸς ἡμῶν Ἱεροθέου, Ἐπισκόπου Ἀθηνῶν, 4 Οκτωβρίου 2026 (5/10/2025), (4-10-20) (30/9/2018), (Αριθμ. 45Β3) 

Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ.

 

Α. 1. Εχθές και σήμερα  η Εκκλησία εορτάζει τη μνήμη δύο Αγίων των αποστολικών χρόνων της Εκκλησίας στην πόλη της Αθήνας, του τόσο σημαντικού κέντρου της κλασικής και ελληνορωμαϊκής περιόδου, των Αγίων Ιεροθέου και Διονυσίου του Αρεοπαγίτη. Εξ αυτών ο Κανόνας του Αγίου Ιεροθέου, έργο του Οσίου Θεοφάνους του Γραπτού (778-845), βασίζεται στο βίο του Αγίου, όπως αποτυπώθηκε στην παράδοση της Εκκλησίας, αλλά συγχρόνως απηχεί τη νηπτική πράξη και τη συνοδική ερμηνεία των συνεπειών του άρρητου έργου του Χριστού στους θεηγόρους Αγίους της Αποστολικής περιόδου της Εκκλησίας και την έκλαμψη της χάριτος του Αγίου Πνεύματος επ᾽ αυτών κατά τη λειτουργική πράξη της δεύτερης περιόδου της Εικονομαχίας με την παραγωγή Κανόνων και Στιχηρών Προσομοίων.

2. Ο Άγιος Ιερόθεος μαζί με τον Άγιο Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη και τη γυναίκα του δεύτερου Αγία Δάμαρι, ανήκει στον πυρήνα της πρώτης εκκλησίας των Αθηνών, που προήλθε από το κήρυγμα του Αποστόλου Παύλου στην Πνύκα κατά τη μαρτυρία των Πράξεων: «Τινὲς δὲ ἄνδρες κολληθέντες αὐτῷ ἐπίστευσαν, ἐν οἷς καὶ Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης καὶ γυνὴ ὀνόματι Δάμαρις καὶ ἕτεροι σὺν αὐτοῖς». (Πράξ. ιζ΄, 34). Αμφότεροι ήσαν μέλη της Γερουσίας του Αρείου Πάγου, ενώ φαίνεται ότι ο Άγιος Διονύσιος υπήρξε ο πρώτος επίσκοπος και εν συνεχεία προχείρισε τον Άγιο Ιερόθεο, έχοντας αναλάβει ο ίδιος ιεραποστολική δράση.

3. Ο Όσιος Θεοφάνης ο Γραπτός, ο οποίος συγκρότησε και τον Κανόνα στον Άγιο Διονύσιο, διασώζει την παράδοση της Εκκλησίας ότι αμφότεροι, μαζί με τον αγαπημένο ακόλουθο του Αποστόλου Παύλου Απόστολο Τιμόθεο, παραβρέθηκαν στην Κοίμηση της Θεοτόκου. Αυτήν την παράδοση αποτυπώνει το Θεοτοκίο, ήχ. β´, μετά το Εξαποστειλάριο του Ιερομάρτυρος Διονυσίου: «Ἐν τῇ σεπτῇ κοιμήσει σου, Παναγία Παρθένε, παρῆν ὁ Διονύσιος, σὺν τῷ Ἱεροθέῳ, καὶ Τιμοθέῳ τῷ θείῳ, ἅμα τοῖς, Ἀποστόλοις, ἕκαστος ὕμνον ᾄδοντες, πρόσφορον τῇ σῇ μνήμῃ· μεθ᾽ ὧν καὶ νῦν, πᾶσα γλῶσσα βρότειος ἀνυμνεῖ σε, τὴν τοῦ Θεοῦ λοχεύτριαν, καὶ τοῦ κόσμου προστάτιν».

4. Οι Κανόνες των δύο Αγίων φαίνεται ότι έχουν προκύψει από την επίδραση που άσκησαν στη νηπτική πράξη και την ερμηνεία των μυστηρίων της Εκκλησίας τα λεγόμενα Αρεοπαγιτικά κείμενα, κυρίως το Περὶ θείων ὀνομάτων και Περὶ οὐρανίας ἱεραχίας, τα οποία προτάθηκαν ως έργα του Αγίου Διονυσίου στις συζητήσεις του 532 μεταξύ των μοναχών της Κωνσταντινούπολης και του Σεβήρου Αντιοχείας στο πλαίσιο μιας μονοφυσιτικής ερμηνείας βασικών διατυπώσεων του Αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας, ώστε να επαναδιατυπωθεί κατά Σεβήρο ο Όρος της Οικουμενικής Συνόδου της Χαλκηδόνος (451). Ανεξάρτητα από τους ισχυρισμούς θεολόγων και φιλολόγων για τα Αρεοπαγιτικά κείμενα το βέβαιο είναι ότι είναι τα πρώτα κείμενα που ερμηνεύουν τη Θεία Λειτουργία ως το μυστήριο της Θείας Οικονομίας σε μία ενότητα κτίση-δημιουργία, ιστορία και τελείωση. Ακόμη τίθεται σε συζήτηση σε γενικές γραμμές το ίδιο το κείμενο της Θείας Λειτουργίας, που, ως μυστήριο μόνο των βαπτισμένων μελών, δεν ετίθετο σε κοινό δημόσιο διάλογο παρά μόνο με έμμεσες αναφορές. Η ενέργεια αυτή προήλθε, βέβαια, από το Σεβήρο Αντιοχείας, που από την αμφισβήτηση της Χαλκηδόνος έφτασε στην οργάνωση χωριστής εκκλησιαστικής κοινότητας με θεμελίωση ιδιαίτερης ιεραρχίας, πράγμα που είχε και ως συνέπεια τη χαλάρωση ως προς τη δημοσιοποίηση των λόγων αλλά και της ερμηνείας της Θείας Ευχαριστίας. Το ευεργετικό στοιχείο, ωστόσο, ήταν η εκρηκτική προαγωγή της λειτουργικής και υμνολογικής πράξης της Εκκλησίας, η μετάβαση από το Κοντάκιο στους Κανόνες, διά των οποίων συνοψίζεται Παλαιά και Καινή Διαθήκη, η εικονογραφική αποτύπωση του Μυστηρίου της Θείας Οικονομίας και με μεγαλύτερη ένταση και οργάνωση η νηπτική πράξη, που θα αποτελέσει το φωτοειδή καρπό της αγιοσύνης για όλα τα μέλη της Εκκλησίας, ως κοινή δωρεά και προκοπή βίου. Επ᾽ αυτού ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής με τις ερμηνευτικές του προτάσεις στους Λόγους του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου και τα Αρεοπαγιτικά κείμενα φθάνει να συνδέσει το Μυστήριο της Θείας Ενανανθρωπήσεως με την κλήση σε εκκλησιασμό των πάντων, ένα κοινό όραμα για την Εκκλησία ως την Πεντηκοστή των εθνών και σύμπαντος του κόσμου. Είναι αυτό το στοιχείο που θα αξιοποιηθεί σε μία ενότητα λειτουργικής και πατερικής ερμηνείας, συνοδικής πράξης και νηπτικού βίου από τον Άγιο Ιωάννη το Δαμασκηνό και αργότερα εν τη ιστορική πορεία από τους ησυχαστές Άγιους Πατέρες, οι οποίοι συνοψίζουν ολόκληρη τη φιλοκαλική παραγωγή και νηπτική πράξη της Εκκλησίας συμπεριλαμβάνοντας και τους λαϊκούς, όλο το πλήρωμα της Εκκλησίας σε ιεραρχική ευχαριστιακή διάταξη.


Β. 1. Το Αποστολικό Ανάγνωσμα της σημερινής Κυριακής είναι ένα απόσπασμα που αφορά στο θέμα της συγκέντρωσης χρημάτων (λογείας) ως βοήθειας για την Αποστολική Εκκλησία των Ιεροσολύμων. Με ένα πολύ προσωπικό τόνο ο Απόστολος Παύλος προσπαθεί να φιλοτιμήσει τους χριστιανούς της Αχαΐας με κέντρο την Κόρινθο, που φαίνεται ότι είχαν αργοπορήσει, να συνεισφέρουν από καρδίας. Μάλιστα φέρει ως παράδειγμα τις εκκλησίες της Μακεδονίας, που, παρά την πτωχεία τους, πρόσφεραν με το παραπάνω: «1 Γνωρίζω δὲ ὑμῖν, ἀδελφοί, τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ τὴν δεδομένην ἐν ταῖς ἐκκλησίαις τῆς Μακεδονίας, 2 ὅτι ἐν πολλῇ δοκιμῇ θλίψεως ἡ περισσεία τῆς χαρᾶς αὐτῶν καὶ ἡ κατὰ βάθους πτωχεία αὐτῶν ἐπερίσσευσεν εἰς τὸ πλοῦτος τῆς ἁπλότητος αὐτῶν». (Κορινθ. Β´, κεφ. 8, 1-3) και ζητά να τον βγάλουν ασπροπρόσωπο απέναντι στους Μακεδόνες, γιατί τους έχει επαινέσει ότι αυτοί, οι Κορίνθιοι, θα εισφέρουν πολλά, γιατί έχουν ετοιμασθεί από την προηγούμενη χρονιά με ζήλο, και, μήπως, αν έλθουν μαζί του Μακεδόνες χριστιανοί και δεν έχει αποδώσει η λογεία, θα διαψευσθεί: «2 οἶδα γὰρ τὴν προθυμίαν ὑμῶν ἣν ὑπὲρ ὑμῶν καυχῶμαι Μακεδόσιν, ὅτι Ἀχαΐα παρεσκεύασται ἀπὸ πέρυσι· καὶ ὁ ἐξ ὑμῶν ζῆλος ἠρέθισε τοὺς πλείονας. 3 ἔπεμψα δὲ τοὺς ἀδελφούς, ἵνα μὴ τὸ καύχημα ἡμῶν τὸ ὑπὲρ ὑμῶν κενωθῇ ἐν τῷ μέρει τούτῳ, ἵνα, καθὼς ἔλεγον, παρεσκευασμένοι ἦτε, 4 μήπως ἐὰν ἔλθωσι σὺν ἐμοὶ Μακεδόνες καὶ εὕρωσιν ὑμᾶς ἀπαρασκευάστους καταισχυνθῶμεν ἡμεῖς, ἵνα μὴ λέγωμεν ὑμεῖς, ἐν τῇ ὑποστάσει ταύτῃ τῆς καυχήσεως». (Κορινθ. Β´, κεφ. 9, 2-4).

2. Η λογεία του Αποστόλου Παύλου αποτέλεσε πρότυπο για την ενίσχυση των πτωχών και εν κινδύνω χριστιανών, αλλά συγχρόνως και ένα ισχυρό παράδειγμα οργανώσεως του κοινωνικού βίου της Εκκλησίας, που, μετά τη δημόσια αναγνώριση της θρησκευτικής της οντότητας από το Μ. Κωνσταντίνο, απετέλεσε καταφυγή των αδυνάτων, ένα κοινό αγαθό προς τον άνθρωπο. Η φιλανθρωπία της Εκκλησίας, ως όρος, σκανδαλίζει σήμερα πολλούς ανθρώπους, οι οποίοι νομίζουν ότι αποτελεί πρόοδο μόνο η νομοθέτηση των λεγομένων ατομικών δικαιωμάτων και ελευθεριών, όπου το κράτος νομοθετεί και συγχρόνως εξουθενώνει τον πολίτη στην απροσωπία του και τη γραφειοκρατική διαμεσολάβηση, όμως, ο όρος φιλανθρωπία δεν υπάρχει στην Εκκλησία ως μία ατομική, ή ακόμη συλλογική ενέργεια, αλλά ως ανταπόκριση στη φιλανθρωπία του Θεού, του πτωχεύσαντος και ενανθρωπήσαντος Λόγου, ο οποίος δωρείται την κοινότητα των αγαθών και της ζωής. Γι᾽ αυτό ο Απόστολος ομιλεί περί της δικαιοσύνης και της απλότητος βίου και της παροχής ως ευχαριστίας προς το Θεό, που σημαίνει ανάκληση του ανθρώπου στην κατάσταση της αγάπης που δεν ζητεί τα εαυτής, γιατί ο αγαθός δότης είναι ο ίδιος Θεός, που συγκαταβαίνει, αγαπά και δίδει ανεξαιρέτως σε όλους τους ανθρώπους χωρίς διακρίσεις και νομοθετικά πλαίσια!

 

Γ. 1. Το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα είναι απόσπασμα από την Επί του Όρους Ομιλία. Συνήθως γίνεται προσφυγή, ιδίως, στο παρόν απόσπασμα από χριστιανούς και μη, είτε προς ατομικό έλεγχο των χριστιανών, ή συλλογικό έλεγχο της Εκκλησίας, ως και η Εκκλησία να διαχειρίζεται τα πράγματα ολόκληρης της ανθρωπότητας. Η Επί του Όρους Ομιλία ειπώθηκε καταρχάς ως έλεγχος του Ισραήλ περί μη τηρήσεως του Νόμου, και γι᾽ αυτό οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι, που υποτίθεται ότι γνώριζαν το Νόμο, ήταν οι πρώτοι που αμφισβήτησαν το Χριστό. Δεύτερον ο Χριστός, ο οποίος είχε κάνει την κλήση και εκλογή των Δώδεκα Αποστόλων, όπως πληροφορούμαστε από τους στίχους 13-16 του αυτού κεφαλαίου (13 καὶ ὅτε ἐγένετο ἡμέρα, προσεφώνησε τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ, καὶ ἐκλεξάμενος ἀπ᾽ αὐτῶν δώδεκα, οὓς καὶ ἀποστόλους ὠνόμασε, 14 Σίμωνα, ὃν καὶ ὠνόμασε Πέτρον, καὶ Ἀνδρέαν τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, Ἰάκωβον καὶ Ἰωάννην, Φίλιππον καὶ Βαρθολομαῖον, 15 Ματθαῖον καὶ Θωμᾶν, Ἰάκωβον τὸν τοῦ Ἁλφαίου καὶ Σίμωνα τὸν καλούμενον Ζηλωτὴν, 16 Ἰούδαν Ἰακώβου καὶ Ἰούδαν Ἰσκαριώτην, ὃς καὶ ἐγένετο προδότης), ομιλεί ανακεφαλαιώνοντας το Νόμο, τις νομικές, δηλαδή, διατάξεις που αφορούσαν στις σχέσεις μεταξύ των μελών της Συναγωγής, αίροντας την ιουδαϊκή αποκλειστικότητα, προβάλλοντας τον άνθρωπο της χάριτος, τον ανακαινισμένο εν Χριστώ άνθρωπο. Γι᾽ αυτό το κήρυγμά του διενεργείται ενώπιον του ὄχλου, μεταξύ του οποίου συμπεριλαμβάνονται και άνθρωποι αλλόφυλοι, παροικούντες στη Γαλιλαία.

2. Αυτό είναι ένα κρίσιμο σημείο της δημόσιας παρουσίας του Χριστού, γιατί εξαρχής αποκαλύπτεται προς πάντας ως Θεός και ομιλεί για όλους τους ανθρώπους. Η ευθύνη, ασφαλώς, του Ισραήλ ήταν βαρύνουσα, γιατί αυτοί έχοντες την προφητική παράδοση όφειλαν να αναγνωρίσουν τον εν σαρκί αποκαλυφθέντα Λόγο του Θεού, το διενεργήσαντα τις Θεοφάνειες στον Αβράμ, τον Ισαάκ, τον Ιακώβ, το Μωϋσή και τους άλλους Αγίους Προφήτες. Αίρονας την ιουδαϊκή αποκλειστικότητα ο Χριστός αίρει και όλες τις συμβάσεις του βίου των ανθρώπων. Έτσι το θέμα δεν είναι απλώς η αγάπη, η αγαθοποιΐα και ο δανεισμός, αλλά η συμφιλίωση ολόκληρου του ανθρώπινου γένους στο πρόσωπο του εν σαρκί αποκαλυφθέντος Λόγου, γιατί «αὐτὸς χρηστός ἐστιν ἐπὶ τοὺς ἀχαρίστους καὶ πονηρούς», και γιατί το Μυστήριο της Θείας Οικονομίας αφορά σε όλο το ανθρώπινο γένος, κατά τη φιλανθρωπία και τον οικτιρμό του Θεού Πατρός. Πρόκειται, λοιπόν, για θεοφανικό κήρυγμα μυσταγωγίας και όχι για ένα κήρυγμα ανθρώπινης ηθικιστικής τακτοποίησης βίου και συμπεριφοράς και υποκρισίας.

3. Διαβάζοντας από την αρχή το Κατά Λουκάν Ευαγγέλιο, όπως κατανέμονται οι ευαγγελικές περικοπές κάθε μέρα της εβδομάδος στο Ορθόδοξο εορτολόγιο της περιόδου, πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι, πορευόμενοι προς τα Χριστούγεννα, αρχίζει να εκδιπλώνεται εκ των κάτω χρονικά η γενεολογία του Χριστού, παιδαγωγούμενοι εις Χριστόν, παλαιός και νέος Ισραήλ.

 

Αποστολικό Ανάγνωσμα: B´ Κορινθ. θ´, 6-11: «6 Τοῦτο δέ, ὁ σπείρων φειδομένως φειδομένως καὶ θερίσει, καὶ ὁ σπείρων ἐπ᾽ εὐλογίαις ἐπ᾽ εὐλογίαις καὶ θερίσει. 7 ἕκαστος καθὼς προαιρεῖται τῇ καρδίᾳ, μὴ ἐκ λύπης ἢ ἐξ ἀνάγκης· ἱλαρὸν γὰρ δότην ἀγαπᾷ ὁ Θεός. 8 δυνατὸς δὲ ὁ Θεὸς πᾶσαν χάριν περισσεῦσαι εἰς ὑμᾶς, ἵνα ἐν παντὶ πάντοτε πᾶσαν αὐτάρκειαν ἔχοντες περισσεύητε εἰς πᾶν ἔργον ἀγαθόν, 9 καθὼς γέγραπται· ἐσκόρπισεν, ἔδωκε τοῖς πένησιν, ἡ δικαιοσύνη αὐτοῦ μένει εἰς τὸν αἰῶνα. 10 Ὁ δὲ ἐπιχορηγῶν σπέρμα τῷ σπείροντι καὶ ἄρτον εἰς βρῶσιν χορηγήσαι καὶ πληθύναι τὸν σπόρον ὑμῶν καὶ αὐξήσαι τὰ γενήματα τῆς δικαιοσύνης ὑμῶν· 11 ἐν παντὶ πλουτιζόμενοι εἰς πᾶσαν ἁπλότητα, ἥτις κατεργάζεται δι᾽ ἡμῶν εὐχαριστίαν τῷ Θεῷ».


Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: Λουκ. στ´, 31-36: «31 καὶ καθὼς θέλετε ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι, καὶ ὑμεῖς ποιεῖτε αὐτοῖς ὁμοίως. 32 καὶ εἰ ἀγαπᾶτε τοὺς ἀγαπῶντας ὑμᾶς, ποία ὑμῖν χάρις ἐστί; καὶ γὰρ οἱ ἁμαρτωλοὶ τοὺς ἀγαπῶντας αὐτοὺς ἀγαπῶσι. 33 καὶ ἐὰν ἀγαθοποιῆτε τοὺς ἀγαθοποιοῦντας ὑμᾶς, ποία ὑμῖν χάρις ἐστί; καὶ γὰρ οἱ ἁμαρτωλοὶ τὸ αὐτὸ ποιοῦσι. 34 καὶ ἐὰν δανείζητε παρ᾽ ὧν ἐλπίζετε ἀπολαβεῖν, ποία ὑμῖν χάρις ἐστί; καὶ γὰρ ἁμαρτωλοὶ ἁμαρτωλοῖς δανείζουσιν ἵνα ἀπολάβωσι τὰ ἴσα. 35 πλὴν ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν καὶ ἀγαθοποιεῖτε καὶ δανείζετε μηδὲν ἀπελπίζοντες, καὶ ἔσται ὁ μισθὸς ὑμῶν πολύς, καὶ ἔσεσθε υἱοὶ ὑψίστου, ὅτι αὐτὸς χρηστός ἐστιν ἐπὶ τοὺς ἀχαρίστους καὶ πονηρούς. 36 Γίνεσθε οὖν οἰκτίρμονες καθὼς καὶ ὁ πατὴρ ὑμῶν οἰκτίρμων ἐστί».

Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 2026

 

Ἀνάμνησις τῆς Ἁγίας Σκέπης τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καὶ Ἀειπαρθένου Μαρίας, Μνήμη τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Ἀνανίου, ἑνὸς τῶν Ἑβδομήκοντα, καὶ τοῦ Ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν Ῥωμανοῦ τοῦ Μελῳδοῦ, 1 Οκτωβρίου 2026 (1/10/25),(1-10-2023), (Αριθμ. 45Β–3)

(ΣΗΜΕΙΩΜΑ)


Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν


Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ.

 

Α. 1.α. Με απόφαση της Εκκλησίας της Ελλάδος η εορτή της Αναμνήσεως της Αγίας Σκέπης της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας μετεφέρθη την 28η Οκτωβρίου. Η αφορμή του εορτασμού είναι η φανέρωση της Παναγίας στο μοναχό Ανδρέα, τον Όσιο Ανδρέα το Σαλό, και τον ακόλουθό του Επιφάνιο, σε μία αγρυπνία τους στην Παναγία των Βλαχερνών, όπου, σύμφωνα με την υμνολογία της ημέρας, η Παναγία, ακολουθούμενη από πλήθος αγγέλων και τους Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο και τον Ευαγγελιστή Ιωάννη, η εορτή των οποίων προηγήθηκε κατ᾽ αυτάς, φανερώνεται και απλώνει τη σκέπη της ως προστασία και σκέπη του πιστού λαού της Βασιλεύουσας, σε μία περίοδο πολιορκίας από τους Άραβες επί Λέοντος ΣΤ´ του Σοφού (886-911): «Μέγα καὶ παράδοξον θαῦμα σήμερον, ὁ θαυμαστὸς Ἀνδρέας τεθέαται, ἐν τῷ περιβλέπτῳ ναῷ τῶν Βλαχερνῶν· ἡ γὰρ Παντάνασσα Δέσποινα, λαμπροφανὴς ἐπιστᾶσα, ὑπ᾽ Ἀγγέλων δορυφορούντων προπεμπομένη, μέσον δὲ τοῦ Βαπτιστοῦ, καὶ Θεολόγου Ἰωάννου χειροκρατουμένη, ἔνδον τῶν ἀδύτων εἰσελθοῦσα καὶ τὸ ἐκεῖσε φρουρούμενον μαφόριον αὐτῆς ἀναπτύξασα, τὸ τῆς παρθενίας φρικτὸν τεκμήριον, μεθ᾽ οὗ τὴν ἄχραντον κεφαλὴν αὐτῆς περιέσκεπεν, ἐν κόσμῳ περιοῦσα, καὶ τοῦτο ἐφαπλώσασα, τὸν πιστὸν λαὸν περιέσκεπεν· ὃ καὶ κατιδὼν ὁ ἱερὸς Ἐπιφάνιος, φόβῳ καὶ χαρᾷ συσχεθεὶς τὸν διδάσκαλον ἐπηρώτα· ὢ τοῦ θαύματος, τὴν χάριν αὐτῆς ἡ Βασίλισσα, διὰ τοῦ μαφορίου αὐτῆς τοῖς πιστοῖς διένειμεν, οὗ τινος θαύματος τὴν ἀνάμνησιν ἑορτάζοντες, τῇ Θεοτόκῳ βοήσωμεν, σκέπασον καὶ ἡμᾶς ἐν τῇ Σκέπῃ σου Πανάχραντε, καὶ ῥῦσαι κολάσεως τὰς ψυχὰς ἡμῶν», Εἰς τὴν Λιτήν, Ἰδιόμελο α´, ἦχος α´. 

β. Η εορτή, πάντως, έχει εισαχθεί μεταγενέστερα, γιατί δεν απαντά Στο Τυπικό της Μεγάλης Εκκλησίας αλλά ούτε στα Μεσαιωνικά Σλαβικά Μηνολόγια, που ακολουθούν ενπολλοίς το Τυπικό της Μεγάλης Εκκλησίας. Αναφέρω τα Μηνολόγια, γιατί είναι ένα είδος που, λόγω της δομής τους, επιδέχονται ελάχιστες μεταβολές. Η εορτή, που συνδέεται με το προαναφερθέν ιστορικό γεγονός, εμφανίσθηκε στο Άγιο Όρος στα μέσα του 19ου αι. και συνδέεται αφενός μεν με την κατασκευή παρεκκλησίων της Αγίας Σκέπης με χορηγίες από Ρώσους, ή προσδεδεμένους με τη ρωσική επιρροή στο Άγιο Όρος στα μέσα του 19ου αι., ή ακόμη και με τη θεωρία του «ξανθού γένους», και αφετέρου με την Ακολουθία που συνέγραψε ο μοναχός Ιάκωβος Νεασκητιώτης το 1848, ο οποίος είχε σχέσεις με τους κύκλους ρωσικής επιρροής. Το στοιχείο που δεν πρέπει να παραθεωρείται είναι ότι η εορτή αναδύθηκε στη Ρωσία από τον Άγιο Ανδρέα Μπογκολιούμπωφ (1157-1174), συντάκτη Ακολουθίας στα σλαβονικά, αρκετά περίεργο γεγονός, σε μία περίοδο που, λόγω των Σταυροφοριών και των Σελτζούκων, η Βυζαντινή Αυτοκρατορία είχε υποστεί όχι μόνο πλήγματα ανεπανόρθωτα ως πολιτική οντότητα αλλά αναγκάσθηκε να διαχειρισθεί, πολλές φορές και με υποχωρήσεις τη Λατινική πίεση. Η πτώση της Κωνσταντινούπολης, εξάλλου, το 1204 και η κατοχή της Αγίας Σοφίας από τους Λατίνους, ήταν η κατάληξη ενός δράματος που μετρούσε προϊστορία σχεδόν τετρακόσια χρόνια και εκατό σχεδόν χρόνια επίμονης πολιορκίας. Έτσι ένας Σκύθης Άγιος, ο Άγιος Ανδρέας ο Σαλός, με ένα όραμα στην Παναγία των Βλαχερνών θα μπορούσε να είναι ένα όχημα για ένα φερτό όραμα μιας νέας Ορθόδοξης Αυτοκρατορίας με ένα πρίγκιπα, μάλιστα, Άγιο, ονόματι Ανδρέα από Βλαδίμηρο και μάλιστα σε μία ημερομηνία συνεορτής ενός Αγίου, του Αγίου Ρωμανού του Μελωδού, που έζησε σε μοναστήρι της Θεοτόκου, διακόνησε στην Παναγία των Βλαχερνών και στην υμνολογική παράδοση της Εκκλησίας κατονομάζεται ως ποιητής των Κοντακίων, άρα και του Ακαθίστου Ύμνου, κατά μία παράδοση!

γ. Επίσης η κατασκευή παρεκκλησίων της Αγίας Σκέπης σε μοναστήρια του Αγίου Όρους στα μέσα του 19ου αι. της δημιουργίας των εθνικών κρατών σ᾽ ολόκληρη την κατακερματισμένη πια Ευρώπη με παράλληλη και τη δημιουργία Ρωσικής Αποστολής στα Ιεροσόλυμα το 1847 και οθωμανική αναγνώρισή της το 1857 ελάχιστα περιθώρια αφήνει για τη στόχευση αντικατάστασης του Οικουμενικού Πατριαρχείου από τη Μόσχα. Το πώς η Μητέρα Εκκλησία αντιμετώπισε την πρόκληση αυτή, μάς παρέχεται ένα μέγα ιστορικό δίδαγμα, καθάρσεως με τη σύνοδο κατά του εθνοφυλετισμού το 1872, ανοχής, ελέους και οιμουμενικότητος της ελληνόφωνης ερμηνείας του κόσμου τριών χιλιάδων χρόνων γραπτού λόγου και ζωής, ως οικουμενικού γεγονότος και καθόλου φυλετικής διάκρισης!

2. Ιδιαίτερη μνεία γίνεται στο Τυπικό της Μεγάλης Εκκλησίας για την Ακολουθία του Αγίου Αποστόλου Ανανία, γνωστού από το όραμά του στις Πράξεις των Αποστόλων (9, 10-18), για να μεταβεί προς συνάντηση του Αποστόλου Παύλου, μετά το όραμα του δευτέρου καθοδόν προς Δαμασκό, ο οποίος Απόστολος Ανανίας είναι και ο βαπτιστής του Αποστόλου Παύλου. Τα λείψανα του Αποστόλου Ανανία μεταφέρθηκαν στην Κωνσταντινούπολη, προφανώς στην Εκκλησία των Αγίων Αποστόλων, καθώς αναφέρεται πάντα ως Απόστολος. Ιδιαιτέρως ο Απόστολος Ανανίας εορτάζεται στη Δαμασκό, όπου σώζεται η οικία του ως εκκλησία, θεωρούμενη ως ο τόπος του βαπτίσματος του Αποστόλου Παύλου.

3. Η μνήμη του Αγίου Ρωμανού, ποιητή και μελωδού των Κοντακίων, όπως μνημονεύεται στο Τυπικό της Μεγάλης Εκκλησίας, «Τελεῖται... ἐν τῷ αὐτῷ τῆς ἁγίας ἀειπαρθένου Θεοτόκου ναῷ ἐν τοῖς Κύρου».Πρόκειται για το παρεκκλήσιο του αββά Κύρου, αφιερωμένο στη Θεοτόκο, πλησίον της εκκλησίας του Αγίου Μωκίου στο έβδομο διαμέρισμα, όπου ήταν και το Προφητείο του Αγίου Ιωάννου του Βαπτιστή, σύμφωνα, μάλιστα, με το Τυπικό της Μεγάλης Εκκλησίας. Ο Άγιος Ρωμανός, γεννημένος στην Έμεσα της Συρίας, μία πόλη γνωστή από τον Άγιο Παύλο Εμέσης, ένα Πατέρα που μεσολάβησε στη μετασυνοδική περίοδο της Γ´ Οικουμενικής Συνόδου, ώστε να αρθεί το σχίσμα μεταξύ Αλεξάνδρειας και Αντιόχειας (Αγίων Κυρίλλου Αλεξανδρείας και Ιωάννου Αντιοχείας) με την Έκθεση των Διαλλαγών, πέρασε από την εκκλησία της Αναστάσεως της Βηρυτού και εν συνεχεία έζησε στην Κωνσταντινούπολη επί Αναστασίου Α' (491-518) και πρόλαβε και τα μέσα της βασιλείας Ιουστινιανού. Προφανώς έζησε στο μοναστήρι της Θεοτόκου «ἐν τοῖς Κύρου», ενώ διακόνησε στην Αγία Σοφία και το μοναστήρι των Βλαχερνών. Έτσι, μολονότι η θεολογική του παραγωγή φέρει το ιδιαίτατο βάρος της Γ´ και Δ´ Οικουμενικής Συνόδου και θα ήταν εύλογο να εορτάζεται η μνήμη του ιδίως στην Παναγία των Βλαχερνών, ένθα και η εσθήτα της Θεοτόκου, παρέμεινε να τιμάται η μνήμη του στο μοναστήρι που έζησε, ένθα και το παρεκκλήσιο το αφιερωμένο στη Θεοτόκο.

Κατά ταύτα, το γεγονός του τόπου της μνήμης του Αγίου Ρωμανού του Μελωδού ανοίγει μία επιπλέον θυρίδα κατά τη μελέτη της Γραμματείας αυτού του Υμνωδού της Εκκλησίας όχι απλώς ως λογίου αλλά και φορέως μιας νηπτικής παράδοσης που συνυφαίνεται με τη λειτουργική ζωή.

Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2026

 

ΚΥΡΙΑΚΗ Α´ ΛΟΥΚΑ, 27 Σεπτεμβρίου 2026, Μνήμη τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Καλλιστράτου, καὶ τῶν σὺν αὐτῷ, (5/10/2025), (24/9/23), (27/9/2020), (223/9/2018),

(Αριθμ. 43Β3)

 

Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ.


Α. 1. Ο σήμερον εορταζόμενος Άγιος Μάρτυρας Καλλίστρατος μαρτύρησε, όπως πολλοί Μεγαλομάρτυρες, κατά την περίοδο του διωγμού του Διοκλητιανού (284-304). Ήταν ο τελευταίος μαζικός διωγμός, που εκδηλώθηκε ιδιαίτερα σφοδρά στην περιοχή της Καρχηδόνος, (Β. Αφρική), την πατρίδα του, η οποία αποτελούσε επαρχία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας με έντονο χριστιανικό στοιχείο. Από την Εκκλησιαστική Ιστορία μάς είναι γνωστά τα γεγονότα που ταλάνισαν την εκκλησία της Καρχηδόνος κατά τον προηγούμενο διωγμό του Δεκίου (249-251) από την παρουσία του Αγίου Κυπριανού, ο οποίος είναι ένας από τους μεγάλους Πατέρες, ο οποίος έγραψε για τη σημασία του Αγίου Βαπτίσματος και την ενότητα της Εκκλησίας. Πρόκειται, δηλαδή, για μία τοπική εκκλησία με βαθειά γνώση του μαρτυρίου και της σημασίας της πίστεως στο Χριστό. Ο Μάρτυς Καλλίστρατος, ο Αθλοφόρος, καταγγέλθηκε ως χριστιανός, γιατί κατά τη στράτευσή σου στο Ρωμαϊκό στρατό τα βράδια προσευχόταν. Οδηγήθηκε στο μαρτύριο εμβληθείς στη θάλασσα σε δεμένο σακί. Ο σάκος κατά τη ρίψη λύθηκε με θαυματουργικό τρόπο, πράγμα που κατέπληξε τους συστρατιώτες του, σαράντα εννέα εκ των οποίων προσχώρησαν στη χριστιανική πίστη. Εν συνεχεία όλοι μαζί οδηγήθηκαν στο θάνατο με αποκεφαλισμό.

2. Ο κανών του Αγίου είναι έργο ενός μεγάλου υμνογράφου της Εκκλησίας, του Οσίου Ιωσήφ του Υμνογράφου (816-886), που γράφει σε μία περίοπτη περίοδο υμνολογικής παραγωγής, λειτουργικής και νηπτικής πράξης της Εκκλησίας. Τα στοιχεία αυτά είναι έντονα στον κανόνα περιβαλλόμενα από τα βασικά σημεία ερμηνείας του καθόλου μυστηρίου της Θείας Οικονομίας, με την πτώση του ανθρώπου ως αγνωσία του Θεού, τη θεογνωσία του Χριστού και το φωτισμό του Αγίου Πνεύματος[1].

 

Β. Στο Αποστολικό Ανάγνωσμα ο Απόστολος Παύλος με ένα έντονα προσωπικό τόνο, έχοντας κάνει έκκληση στους Κορίνθιους να κρατήσουν την ενότητα της εκκλησιαστικής τους κοινότητας, ανεξάρτητα από την προέλευση των πιστών, καθώς μάλιστα τους έχει εξηγήσει την ταυτότητα δικαιοσύνης και χάριτος, ως ενότητα πίστης στο Χριστό, προβάλλει τον ανακαινισμένο άνθρωπο, κατά την καινή κτίση εν Χριστώ του πέμπτου κεφαλαίου, ως κατάσταση υιοθεσίας, ως την καινή επαγγελία της αγιοσύνης και της καθαιρέσεως του αποστατικού πνεύματος της πτώσης, ως ανάπλαση. Είναι ένας λόγος που αίρει είτε τη δουλεία, είτε τη μισθία, κάθε υποκριτική, δηλαδή συμπεριφορά, ή όποια ηθικιστική τακτοποίηση υποχρεώσεων, και ανάγει τον άνθρωπο στην τάξη της υιότητος, μιας ζωντανής φωτοειδούς σχέσης ανθρώπου- Θεού αλλά και μεταξύ των ανθρώπων ως αδελφών και όχι ανταγωνιστών ή αδελφοκτόνων. Ουσιαστικά είναι άρση του στίγματος του Αδάμ αλλά και του Κάιν.

 

Γ. 1. Το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα μπορεί να συνδεθεί, ως έχει ήδη σημειωθεί με την εορτή του Γενεθλίου της Θεοτόκου, ή το πρόσωπο του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου και του Αγίου Ιωάννη του Ευαγγελιστή, του μεγίστου Θεολόγου, αφού έχουμε την αρχή της κλήσεως των πρώτων Μαθητών. Έχει προηγηθεί στο τρίτο κεφάλαιο του Κατά Λουκάν Ευαγγελίου η βάπτιση του Χριστού από τον Ιωάννη, στο τέταρτο οι πειρασμοί και το κήρυγμα στις Συναγωγές της Ιουδαίας, οι θεραπείες και οι θεοσημίες, η θεραπεία της πεθεράς του Σίμωνος και με την αρχή του πέμπτου κεφαλαίου ο Χριστός ανοίγει το κήρυγμά του στον ὄχλο, προς όλο τον κόσμο. Πρέπει να σημειωθεί και πάλι ότι οι Ισραηλίτες της Ιουδαίας, των Ιεροσολύμων, θεωρούσαν τους Ισραηλίτες της Γαλιλαίας δεύτερης κατηγορίας, λόγω επιμειξιών και εγκαταστάσεων και άλλων εθνοτήτων, Ελλήνων και Ρωμαίων, στη Γαλιλαία. Ασφαλώς, στους ακροατές του Χριστού εκτός Συναγωγών, στον όχλο,περιλαμβάνονταν και μη Ιουδαίοι, ή προσήλυτοι. Σημειωτέον ότι οι προσήλυτοι είναι ένα στοιχείο που προσέφερε στον Ισραήλ το οικουμενικό στοιχείο, ένα θεόσδοτο άνοιγμα προς τα έθνη. Εξάλλου, μετά το κήρυγμα από το πλοίο του Σίμωνος- Πέτρου προς τον όχλο και την υπερπληθώρα των ιχθύων από το Σίμωνα και τους αδελφούς Ιάκωβο και Ιωάννη, παιδιά του Ζεβεδαίου, συγγενείς του Χριστού, που ήσαν και μεταξύ τους γνωστοί, ο Χριστός καλεί τον Πέτρο λέγοντας: «Μὴ φοβοῦ· ἀπὸ τοῦ νῦν ἀνθρώπους ἔσῃ ζωγρῶν». Είναι κλήση που αφορά σε όλους τους ανθρώπους, όχι μόνο στους οικείους του Νόμου. Οι τρεις τους έβγαλαν τις βάρκες στη στεριά και ακολούθησαν το Χριστό. Στο ίδιο σημείο θα τους συναντήσει ο Χριστός μετά την Ανάσταση, όταν απογοητευμένοι με τη Σταύρωση, ξαναγύρισαν στη Γεννησαρέτ και άρχισαν να επιδιορθώνουν τις βάρκες! Ας σημειωθεί ακροτελεύτια ότι ο Πέτρος, ο οποίος ήταν προηγουμένως αυτόπτης μάρτυρας της θεραπείας της πεθεράς του, δεν είχε φανεί να του είχε δημιουργήσει το γεγονός ιδιαίτερη εντύπωση. Μετά τη θεραπεία πάει στην παραλία και ετοιμάζεται να ψαρέψει, η πληθωρική ψαριά τον εντυπωσιάζει, ως γνώστη του επαγγέλματος, ίσως και όλες οι θεοσημίες, ομολογεί την αναξιότητά του, αλλά και τη θεότητα του Χριστού, γιατί πέφτει στα γόνατα του Χριστού, τον αποκαλεί Κύριο, ένα όνομα που κυριαρχεί στο Σύμβολο της Πίστεως, ώς κοινό όνομα και των τριών προσώπων της Αγίας Τριάδος. Η περιγραφή, εξάλλου, μάς παραπέμπει στην πίστη ενός Ισραηλίτη, που γνωρίζει την πρώτη εντολή του Δεκαλόγου. Έτσι εξηγείται και η άμεση ανταπόκριση στην κλήση.

2. Πορευόμενη η Εκκλησία προς το γεγονός της Γεννήσεως του Χριστού, ως γεγονός που αφορά σε όλο τον κόσμο, εγκαινιάζει την ανάγνωση του Ευαγγελίου του Λουκά, τρεις σχεδόν μήνες πριν, για να κατηχηθούμε άπαντες με ασφάλεια, όπως σημειώνει ο Ευαγγελιστής από τις πρώτες γραμμές του Ευαγγελίου του, αυτός ένας προσήλυτος, ή ένας χριστιανός εξ εθνών!

 

Αποστολικό Ανάγνωσμα: Β´ Κορινθ. στ´, 16- ζ´, 1: «16 Τίς δὲ συγκατάθεσις ναῷ Θεοῦ μετὰ εἰδώλων; ὑμεῖς γὰρ ναὸς Θεοῦ ἐστε ζῶντος, καθὼς εἶπεν ὁ Θεὸς ὅτι ἐνοικήσω ἐν αὐτοῖς καὶ ἐμπεριπατήσω, καὶ ἔσομαι αὐτῶν Θεός, καὶ αὐτοὶ ἔσονταί μοι λαός. 17 διὸ ἐξέλθετε ἐκ μέσου αὐτῶν καὶ ἀφορίσθητε, λέγει Κύριος, καὶ ἀκαθάρτου μὴ ἅπτεσθε, κἀγὼ εἰσδέξομαι ὑμᾶς, 18 καὶ ἔσομαι ὑμῖν εἰς πατέρα καὶ ὑμεῖς ἔσεσθέ μοι εἰς υἱοὺς καὶ θυγατέρας, λέγει Κύριος παντοκράτωρ.- 1 Ταύτας οὖν ἔχοντες τὰς ἐπαγγελίας, ἀγαπητοί, καθαρίσωμεν ἑαυτοὺς ἀπὸ παντὸς μολυσμοῦ σαρκὸς καὶ πνεύματος, ἐπιτελοῦντες ἁγιωσύνην ἐν φόβῳ Θεοῦ».

 

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: Λουκ. ε´, 1-11: «1 Ἐγένετο δὲ ἐν τῷ τὸν ὄχλον ἐπικεῖσθαι αὐτῷ τοῦ ἀκούειν τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ καὶ αὐτὸς ἦν ἑστὼς παρὰ τὴν λίμνην Γεννησαρέτ, 2 καὶ εἶδε δύο πλοῖα ἑστῶτα παρὰ τὴν λίμνην· οἱ δὲ ἁλιεῖς ἀποβάντες ἀπ’ αὐτῶν ἀπέπλυνον τὰ δίκτυα. 3 ἐμβὰς δὲ εἰς ἓν τῶν πλοίων, ὃ ἦν Σίμωνος, ἠρώτησεν αὐτὸν ἀπὸ τῆς γῆς ἐπαναγαγεῖν ὀλίγον· καὶ καθίσας ἐδίδασκεν ἐκ τοῦ πλοίου τοὺς ὄχλους. 4 ὡς δὲ ἐπαύσατο λαλῶν, εἶπε πρὸς τὸν Σίμωνα· Ἐπανάγαγε εἰς τὸ βάθος καὶ χαλάσατε τὰ δίκτυα ὑμῶν εἰς ἄγραν. 5 καὶ ἀποκριθεὶς Σίμων εἶπεν αὐτῷ· Ἐπιστάτα, δι᾽ ὅλης νυκτὸς κοπιάσαντες οὐδὲν ἐλάβομεν· ἐπὶ δὲ τῷ ῥήματί σου χαλάσω τὸ δίκτυον. 6 καὶ τοῦτο ποιήσαντες συνέκλεισαν πλῆθος ἰχθύων πολύ· διερρήγνυτο δὲ τὸ δίκτυον αὐτῶν. 7 καὶ κατένευσαν τοῖς μετόχοις τοῖς ἐν τῷ ἑτέρῳ πλοίῳ τοῦ ἐλθόντας συλλαβέσθαι αὐτοῖς· καὶ ἦλθον, καὶ ἔπλησαν ἀμφότερα τὰ πλοῖα, ὥστε βυθίζεσθαι αὐτά. 8 ἰδὼν δὲ Σίμων Πέτρος προσέπεσε τοῖς γόνασιν Ἰησοῦ λέγων· Ἔξελθε ἀπ᾽ ἐμοῦ, ὅτι ἀνὴρ ἁμαρτωλός εἰμι, Κύριε· 9 θάμβος γὰρ περιέσχεν αὐτὸν καὶ πάντας τοὺς σὺν αὐτῷ ἐπὶ τῇ ἄγρᾳ τῶν ἰχθύων ᾗ συνέλαβον, 10 ὁμοίως δὲ καὶ Ἰάκωβον καὶ Ἰωάννην, υἱοὺς Ζεβεδαίου, οἳ ἦσαν κοινωνοὶ τῷ Σίμωνι. καὶ εἶπε πρὸς τὸν Σίμωνα ὁ Ἰησοῦς· Μὴ φοβοῦ· ἀπὸ τοῦ νῦν ἀνθρώπους ἔσῃ ζωγρῶν. 11 καὶ καταγαγόντες τὰ πλοῖα ἐπὶ τὴν γῆν, ἀφέντες ἅπαντα ἠκολούθησαν αὐτῷ».



[1]. Βλ. β´ και δ´ τροπάρια της α´ Ωδής.: «Ὥσπερ φαεινότατος ἀστήρ, ἐξανατείλας ηὔγασας, θεογνωσίας φωτί, Χριστοῦ τὴν Ἐκκλησίαν, τὸ σκότος δὲ ἤλασας Μάρτυς τῆς ἀγνωσίας, καὶ τεμένη τῆς πλάνης καθεῖλες», «Ἄνθραξ θείου Πνεύματος πυρί, ὁ ἱερὸς Γυμνάσιος, προσαναπτόμενος, ἐδείχθη καὶ τῆς πλάνης, τὴν ὕλην κατέφλεξε, θαύμασι δὲ δροσίζει, φλεγομένους καύσει παθημάτων».