ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤ´ ΛΟΥΚΑ, 25 Οκτωβρίου 2026, Μνήμη τῶν Ἁγίων Μαρτύρων καὶ Νοταρίων, Μαρκιανοῦ καὶ Μαρτυρίου,- (21/10/2018), (Αριθμ. 48.1)
Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν
Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ.
Α. 1. Σύμφωνα με το Τυπικὸ τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας περί της αθλήσεως των δύο Μαρτύρων, «ἀναγνωστῶν καὶ νοταρίων», παρέχεται η πληροφορία ότι «ἐτάφησαν ἐν Μελανδησίᾳ Πόρτῃ ἐν αὐτῇ τῇ Κωνσταντινουπόλει ἐν τῷ Δευτέρῳ», ενώ το Συναξάριον (Synaxarium Ecclesiae Constantinopolitanae), πέραν της επαναλήψεως της παραπάνω μαρτυρίας, παρέχει την πληροφορία ότι ήσαν «ὑπογραφεῖς» του Ομολογητή Παύλου, Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, ο οποίος διαδέχτηκε τον Αλέξανδρο επί βασιλείας του αρειανού Κωνσταντίου (337-349) και ο οποίος Πατριάρχης Παύλος, λόγω της αντιαρειανικής δράσης, του εξορίστηκε στην Αρμενία «ἀποπνιγεὶς ὑπὸ τῶν ἀρειανῶν διὰ τὴν ὀρθόδοξον ὁμολογίαν ὑπὸ Φιλίππου τοῦ ἐπάρχου» και για την ίδια αιτία «καὶ οὗτοι οἱ μάρτυρες ἀνῃρέθησαν μαχαίρᾳ».
2. Οι βιαιότητες των αρειανών επί Κωνσταντίου και το μαρτύριο των τριών καταγράφεται από το Σωζομενό, ο οποίος μάς πληροφορεί για τον ευκτήριο οίκο που οικοδόμησε ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, πλάι στην προαναφερθείσα Πύλη στο Δεύτερο: «Προῆλθε γὰρ τὸ κακὸν καὶ μέχρι φόνων· καὶ γὰρ δὴ ἄλλοι τινὲς ἀνῃρέθησαν καὶ Μαρτύριος καὶ Μαρκιανός, οὓς συνοίκους ὄντας Παύλου λόγος ἀνδρείως ἀποθανεῖν παραδοθέντας ὑπὸ Μακεδονίου τῷ ὑπάρχῳ ὡς αἰτίους γενομένους τῆς Ἑρμογένους κακῆς ἀναιρέσεως καὶ τῆς κατ᾽ αὐτοῦ στάσεως. ἦν δὲ ὁ μὲν ὑποδιάκονος, ὁ δὲ Μαρκιανὸς ψάλτης καὶ ἀναγνώστης τῶν ἱερῶν γραφῶν· ὁ δὲ τάφος αὐτοῖς ἐστιν ἐπίσημος πρὸ τοῦ τείχους Κωνσταντινουπόλεως, οἷά γε μαρτύρων μνῆμα εὐκτήριον οἶκον περικείμενος· ὃν οἰκοδομεῖν ἤρξατο Ἰωάννης, ἐτελεσιούργησε δὲ Σισίννιος, οἱ μετὰ ταῦτα προστάντες τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἐκκλησίας. οὐ γὰρ ἄξιον νενομίκασι μαρτυρίας γερῶν ἀμοιρεῖν αὐτοὺς ὑπὸ θεοῦ τιμωμένους, καθότι καὶ ὁ τῇδε τόπος, τῶν ἐπὶ θανάτῳ ἀγομένων ἐνθάδε τὰς κεφαλὰς ἀποτεμνομένων, τὸ πρὶν ἄβατος ὢν ὑπὸ φασμάτων ἐκαθάρθη· καὶ δαιμονῶντες τῆς νόσου ἀπηλλάγησαν καὶ πολλὰ ἄλλα παράδοξα ἐπὶ τῷ τάφῳ αὐτῶν συνέβη. τάδε μὲν ἡμῖν περὶ Μαρτυρίου καὶ Μαρκιανοῦ εἰρήσθω. εἰ δέ τῳ οὐ πιθανὰ εἶναι δοκεῖ, πόνος οὐδεὶς ἀκριβέστερον παρὰ τῶν εἰδότων μαθεῖν· ἴσως γὰρ καὶ τούτων θαυμαστότερα ἀφηγήσονται».
3. Πιθανόν πάνω στη μαρτυρία του ιστορικού Σωζομενού δομείται η υμνογραφία της εορτής των δύο Μαρτύρων, με αναφορές και στον Ομολογητή Πατριάρχη Παύλο, ποιήματα του Αγίου Πατριάρχου Γερμανού (640-732) και ο Κανόνας ποίημα του του Οσίου Ιωσήφ του Υμνογράφου (816-886). Πάντως, αμφότεροι οι υμνογράφοι είναι φορείς της φιλοκαλικής και εικονόφιλης νηπτικής παράδοσης εκφέροντες ένα λόγο δογματικής ακρίβειας, αισθητικής και φωτοειδούς ερμηνείας, που έχει κατ᾽ ακρίβεια ως πηγή τους Λόγους του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου μέχρι λεκτικής ταυτότητος!
Β. 1. Το Αποστολικό Ανάγνωσμα προέρχεται από την Επιστολή προς Γαλάτας. Όπως έχουμε ήδη σημειώσει, η εκκλησιαστική κοινότητα της Γαλατίας, μια περιοχή πέριξ της σημερινής Άγκυρας, βασανιζόταν από τις εσωτερικές αντιθέσεις και διακρίσεις μεταξύ των χριστιανών της, των προερχομένων εξ Ιουδαίων και εξ εθνών. Το θέμα της περικοπής είναι, αν σώζεται ο άνθρωπος, αν είναι δίκαιος με άλλα λόγια κατενώπιον του Θεού, με τήρηση και των τυπικών διατάξεων του Μωσαϊκού Νόμου, κατά την παράδοση της Συναγωγής, ή αρκεί το Ευαγγέλιο, δηλαδή η πίστη στο Χριστό. Aυτή η συζήτηση βασανίζει ακόμη και σήμερα τη χριστιανοσύνη με μία μετατόπιση του θέματος σε συνδυασμό και με την Προς Ρωμαίους Επιστολή και τη δικαιοσύνη του Θεού, καθώς η δικαιοσύνη του Θεού και η δικαίωση του ανθρώπου συνδέθηκε στους νεότερους χρόνους της δυτικής χριστιανοσύνης με μία μεμονωμένη ερμηνευτική προσέγγιση, η οποία ξεπήδησε από το ερώτημα για το, αν η σωτηρία πηγάζει μόνο από τη χάρη του Θεού, οπότε ο άνθρωπος έχει προδιαγεγραμμένο τον προορισμό του, ή είναι αποτέλεσμα των «καλών έργων», με εκπλήρωση των θεϊκών επιταγών, νοουμένων ως ανταπόκρισης στη θεία δικαιοσύνη. Οι δύο εκδοχές οδήγησαν τη δυτική χριστιανοσύνη στον απόλυτο προορισμό και, κατά συνέπεια, το σύγχρονο αποχριστιανισμό των δυτικών κοινωνιών ως επανάσταση απέναντι στη θρησκευτική τους «καταπίεση». Από την άλλη, η εισαγωγή μιας υστερογενούς παραγωγής σκέψης, που προήλθε από αυτές τις κοινωνίες, σε μία αδύναμη Θεολογία, που αλλοιώθηκε από την κατεπιταγήν εκπλήρωση «θρησκευτικών» καθηκόντων, -«ιδεών, ιδανικών και αξιών»,μιάς ορολογίας, δηλαδή τρόπου σκέψεως και βιωτής, ανατριχιαστικής για τη φιλόκαλη νηπτική παράδοση της Ορθοδόξου Εκκλησίας-, μετέτρεψε τη σχετική θεματολογία σε κοινωνιολογική ανάλυση και πολιτική διαμεσολάβηση παρασκηνιακής άσκησης εξουσίας, ή μοιράσματος της πολιτικής εξουσίας, ανεξαρτήτως του γεγονότος της εκκλησιαστικής συνέχειας, ακόμα και σε περιπτώσεις που γίνεται μία δραματική επίκληση του εκκλησιαστικού γεγονότος, ή ακόμη κι αν πρόκειται για ένα αφελή κοινωνικό προφητισμό με φιλανθρώπους που πετούν νομίσματα στις κερκίδες του ιπποδρόμου.
2. Στο σημερινό Αποστολικό Ανάγνωσμα ο Απόστολος Παύλος, χωρίς να αναιρεί την παράδοση του Νόμου, όπου ως δικαίωση νοείται η σωτηρία ως τήρηση του Μωσαϊκού Νόμου κατά τη μαρτυρία των Δικαίων του Ισραήλ, όπως ήταν κι ο ίδιος Ισραηλίτης, κάνει τη μετάβαση στον κάθε άνθρωπο. Ουσιαστικά αναιρεί, «θάπτει» την Ιουδαϊκή αποκλειστικότητα, και μεταβαίνει στο «πᾶσα σάρξ», στον κάθε άνθρωπο, θεμελιώνοντας το λόγο του όχι στις τυπικές διατάξεις, δια των οποίων οι ἐκ τοῦ νόμου οδήγησαν το Χριστό στο Σταυρό, αλλά στο Χριστό, που ο Ισραήλ σταύρωσε, που αναίρεσε, δηλαδή, με αυτήν την πράξη του τον ίδιο τον εαυτό του, ανοίγοντας στον κάθε άνθρωπο τη συσταύρωση με το Χριστό, δηλαδή, στην αναίρεση της αμαρτίας ως αρχέγονης παραβάσεως. Τελικώς, ο Απόστολος Παύλος από την αντίθεση Νόμος ή πίστη στο Χριστό μεταβαίνει στο Σταυρωθέντα Χριστό, και ασφαλώς καλεί τους Γαλάτες χριστιανούς, να υπερβούν την αμαρτητική κατάσταση, στην οποία υπόκεινται όλοι οι άνθρωποι, κάνοντας ως ζωή τους τη ζωή του Χριστού, του Υιού του Θεού. Έτσι, από το επιμέρους μεταβαίνει ο Απόστολος Παύλος στο όλο του μυστηρίου της Θείας Οικονομίας, καλώντας τους Γαλάτες να αρνηθούν όλη τη μεταπατορική αμαρτητική κατάσταση και να συσσωματωθούν στο Χριστό.
Γ. 1. Το σημερινό Ευαγγελικό Ανάγνωσμα είναι συνέχεια της προηγούμενης Κυριακής, δηλαδή, της παραβολής του Σπορέως (Λουκ. η´, 5-15), όπου ο Χριστός αποκαλύπτεται ως ο Μέγας Σπορεύς, ο Δημιουργός του κόσμου και ο ἐρχόμενος των προφητικών επαγγελιών. Τούτο είναι ακόμη πιο σαφές από τον πρώτο στίχο του όγδοου κεφαλαίου, όπου ανήκει και η σημερινή Ευαγγελική περικοπή. Λέγει ο Ευαγγελιστής Λουκάς στην αρχή του κεφαλαίου: «Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ καθεξῆς καὶ αὐτὸς διώδευεν κατὰ πόλιν καὶ κώμην κηρύσσων καὶ εὐαγγελιζόμενος τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, καὶ οἱ δώδεκα σὺν αὐτῷ» (Λουκ. η´, 1). Όλο, λοιπόν, το όγδοο κεφάλαιο είναι κήρυγμα και ευαγγέλιο της βασιλείας τοῦ Θεού, μία βασιλεία που είναι για τον κάθε άνθρωπο και είναι όχι μία εσχατολογική προβολή υπεκφυγής του παρόντος, αλλά μία παρούσα πραγματικότητα «επεκτεινόμενη» στους άπειρους αιώνες της χάριτος του Θεού, που αναιρεί κάθε δαιμονική υποκρισία. Έτσι, ο Χριστός από τη Γαλιλαία, όπως μας πληροφορεί ο Ευαγγελιστής Λουκάς, είχε μεταβεί στην αντίπερα όχθη της λίμνης Γεννησαρέτ και κήρυττε και ενεργούσε τις θεοσημίες ανοιχτά σε πόλεις και κεφαλοχώρια, σε όλο τον κόσμο, όχι σε Συναγωγές μόνο για τον Ισραήλ. Στην είσοδο της πόλεως των Γαδαρηνών, που είναι η ίδια με την πόλη των Γεργεσηνών, που είδαμε στο Ευαγγελικό Ανάγνωσμα της Ε´ Κυριακής Ματθαίου, συναντά ένα δαιμονιζόμενο άνθρωπο. Στο Ευαγγέλιο του Ματθαίου είναι δύο. Η περιγραφή της θεραπείας, όπως και η απώλεια των χοίρων, ταυτίζονται κειμενικά. Ταυτίζεται και η παριγραφή της αντίδρασης των κατοίκων, αφού παρακαλούν το Χριστό να απομακρυνθεί από τον τόπο τους. Πριν το περιστατικό με τη θεραπεία του δαιμονιζόμενου, που τον βασάνιζαν χιλιάδες εμπαθείς λογισμοί (λεγεών) να κάνει χίλια κακά στον εαυτό του και τους συνανθρώπους του, ο Χριστός μέσα στο καράβι είχε γαληνέψει με το λόγο του τα κύματα της λίμνης και είχε ελέγξει την ολιγοπιστία των μαθητών του, καθώς είχαν φοβηθεί ότι θα πνιγούν («εἶπε δὲ αὐτοῖς· Ποῦ ἐστιν ἡ πίστις ὑμῶν», Λουκ. η´, 25), τώρα στο προκείμενο οι μεν Γαδαρηνοί, όχι μόνο δεν αντιλαμβάνονται τη θεοσημία της θεραπείας, αλλά τον παρακαλούν να φύγει, γιατί έχασαν το κοπάδι των χοίρων, τους οποίους οι κάτοικοι παρανόμως εξέθρευαν, λόγω απαγορεύσεως από το Νόμο βρώσεως χοιρινού κρέατος, αντίθετα ο θεραπευθείς, τον οποίο ο Χριστός συμβούλευσε, παρά την επιθυμία του να μείνει μαζί τους, να πάει σπίτι του και να διηγηθεί τη θεοσημία: «Ὑπόστρεφε εἰς τὸν οἶκόν σου καὶ διηγοῦ ὅσα ἐποίησέ σοι ὁ Θεός», δέχεται την αποκάλυψη ότι ο ενεργήσας τη θεραπεία είναι ο Θεός, και γίνεται και ο ίδιος ζωντανός κήρυκας για όλους τους ανθρώπους. Ο Ευαγγελιστής Λουκάς σημειώνει: «καὶ ἀπῆλθε καθ᾽ ὅλην τὴν πόλιν κηρύσσων ὅσα ἐποίησεν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς», (Λουκ. η´, 39).
2. Το γεγονός της θεραπείας του δαινομιζόμενου, θεραπεία ενός πονεμένου ανθρώπινου πλάσματος, συνέβηκε σε μία περιοχή φυλετικών επιμειξιών, όπου πλην των κατοίκων της Γαλιλαίας, που εξ αυτού του γεγονότος οι κάτοικοι της Ιουδαίας δεν τους θεωρούσαν γνήσιους Ισραηλίτες, κατοικούσαν Έλληνες και Ρωμαίοι, οι οποίοι ήσαν και φορείς του ειδωλολατρικού κόσμου. Σ᾽ αυτόν τον ὄχλο, όπως λέγει το Ευαγγέλιο, απευθύνεται ο Χριστός κηρύττων και θεραπεύων, καθαιρών τις αντίθεες δυνάμεις και ευαγγελιζόμενος τη βασιλεία του Θεού, μία βασιλεία που είναι ανακαινισμός του ανθρώπινου γένους, ως οικουμενικό γεγονός και όχι αποκλειστική επαγγελία και προσωπικός πορισμός των εγωπαθών εξουσιαστικών παράσιτων κάθε εποχής και καταστάσεως.
Αποστολικό Ανάγνωσμα: Γαλ. β´, 16-20: «16 εἰδότες δὲ ὅτι οὐ δικαιοῦται ἄνθρωπος ἐξ ἔργων νόμου ἐὰν μὴ διὰ πίστεως Ἰησοῦ Χριστοῦ, καὶ ἡμεῖς εἰς Χριστὸν Ἰησοῦν ἐπιστεύσαμεν, ἵνα δικαιωθῶμεν ἐκ πίστεως Χριστοῦ καὶ οὐκ ἐξ ἔργων νόμου, διότι οὐ δικαιωθήσεται ἐξ ἔργων νόμου πᾶσα σάρξ. 17 Εἰ δὲ ζητοῦντες δικαιωθῆναι ἐν Χριστῷ εὑρέθημεν καὶ αὐτοὶ ἁμαρτωλοί, ἆρα Χριστὸς ἁμαρτίας διάκονος; μὴ γένοιτο. 18 εἰ γὰρ ἃ κατέλυσα ταῦτα πάλιν οἰκοδομῶ, παραβάτην ἐμαυτὸν συνίστημι. 19 ἐγὼ γὰρ διὰ νόμου νόμῳ ἀπέθανον, ἵνα Θεῷ ζήσω. 20 Χριστῷ συνεσταύρωμαι· ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός· ὃ δὲ νῦν ζῶ ἐν σαρκί, ἐν πίστει ζῶ τῇ τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀγαπήσαντός με καὶ παραδόντος ἑαυτὸν ὑπὲρ ἐμοῦ».
Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: Λουκ. η´, 27-39: «27 ἐξελθόντι δὲ αὐτῷ ἐπὶ τὴν γῆν ὑπήντησεν αὐτῷ ἀνήρ τις ἐκ τῆς πόλεως, ὃς εἶχε δαιμόνια ἐκ χρόνων ἱκανῶν, καὶ ἱμάτιον οὐκ ἐνεδιδύσκετο, καὶ ἐν οἰκίᾳ οὐκ ἔμενεν, ἀλλ᾽ ἐν τοῖς μνήμασιν. 28 ἰδὼν δὲ τὸν Ἰησοῦν καὶ ἀνακράξας προσέπεσεν αὐτῷ καὶ φωνῇ μεγάλῃ εἶπε· Τί ἐμοὶ καὶ σοί, Ἰησοῦ υἱὲ τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου; δέομαί σου, μή με βασανίσῃς. 29 παρήγγειλε γὰρ τῷ πνεύματι τῷ ἀκαθάρτῳ ἐξελθεῖν ἀπὸ τοῦ ἀνθρώπου. πολλοῖς γὰρ χρόνοις συνηρπάκει αὐτόν, καὶ ἐδεσμεῖτο ἁλύσεσι καὶ πέδαις φυλασσόμενος, καὶ διαρρήσσων τὰ δεσμὰ ἠλαύνετο ὑπὸ τοῦ δαίμονος εἰς τὰς ἐρήμους. 30 ἐπηρώτησε δὲ αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς λέγων· Τί σοί ἐστιν ὄνομα; ὁ δὲ εἶπε· Λεγεών· ὅτι δαιμόνια πολλὰ εἰσῆλθεν εἰς αὐτόν· 31 καὶ παρεκάλει αὐτὸν ἵνα μὴ ἐπιτάξῃ αὐτοῖς εἰς τὴν ἄβυσσον ἀπελθεῖν. 32 Ἦν δὲ ἐκεῖ ἀγέλη χοίρων ἱκανῶν βοσκομένη ἐν τῷ ὄρει· καὶ παρεκάλουν αὐτὸν ἵνα ἐπιτρέψῃ αὐτοῖς εἰς ἐκείνους εἰσελθεῖν· καὶ ἐπέτρεψεν αὐτοῖς. 33 ἐξελθόντα δὲ τὰ δαιμόνια ἀπὸ τοῦ ἀνθρώπου εἰσῆλθον εἰς τοὺς χοίρους, καὶ ὥρμησεν ἡ ἀγέλη κατὰ τοῦ κρημνοῦ εἰς τὴν λίμνην καὶ ἀπεπνίγη. 34 ἰδόντες δὲ οἱ βόσκοντες τὸ γεγενημένον ἔφυγον, καὶ ἀπήγγειλαν εἰς τὴν πόλιν καὶ εἰς τοὺς ἀγρούς. 35 ἐξῆλθον δὲ ἰδεῖν τὸ γεγονός, καὶ ἦλθον πρὸς τὸν Ἰησοῦν, καὶ εὗρον καθήμενον τὸν ἄνθρωπον, ἀφ᾽ οὗ τὰ δαιμόνια ἐξεληλύθει, ἱματισμένον καὶ σωφρονοῦντα παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ, καὶ ἐφοβήθησαν. 36 ἀπήγγειλαν δὲ αὐτοῖς οἱ ἰδόντες πῶς ἐσώθη ὁ δαιμονισθείς. 37 καὶ ἠρώτησαν αὐτὸν ἅπαν τὸ πλῆθος τῆς περιχώρου τῶν Γαδαρηνῶν ἀπελθεῖν ἀπ᾽ αὐτῶν, ὅτι φόβῳ μεγάλῳ συνείχοντο· αὐτὸς δὲ ἐμβὰς εἰς τὸ πλοῖον ὑπέστρεψεν. 38 ἐδέετο δὲ αὐτοῦ ὁ ἀνήρ, ἀφ᾽ οὗ ἐξεληλύθει τὰ δαιμόνια, εἶναι σὺν αὐτῷ· ἀπέλυσε δὲ αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς λέγων· 39 Ὑπόστρεφε εἰς τὸν οἶκόν σου καὶ διηγοῦ ὅσα ἐποίησέ σοι ὁ Θεός. καὶ ἀπῆλθε καθ᾽ ὅλην τὴν πόλιν κηρύσσων ὅσα ἐποίησεν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς».