HELLENOPHONIA

Κυριακή 22 Μαρτίου 2026

 

Κυριακὴ Ε´ τῶν Νηστειῶν, Μαρίας Ὁσίας τῆς Αἰγυπτίας, 29 Μαρτίου 2026, (14/4/2019), (Αριθμ. 11Β)

 

Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ.

 

Α. 1. Η εβδομάδα της Ε´ Κυριακής των Νηστειών είναι μία εβδομάδα συνοπτική των οκτώ προηγούμενων Κυριακών, της πορείας από την αρχή του Τριωδίου. Η εβδομάδα χαρακτηρίζεται από το Μεγάλο Κανόνα του Αγίου Ανδρέα Κρήτης, τον Ακάθιστο Ύμνο και τα Προφητικά Αναγνώσματα της εβδομάδος, όπως επίσης και τα Αναγνώσματα της Θεοτόκου στη Θεία Λειτουργία του Σαββάτου, και κατά την Κυριακή από τη μνήμη της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας.

2. Την Τετάρτη ημέρα της πέμπτης εβδομάδος των Νηστειών και στο μέσον του Αποδείπνου η Εκκλησία ψάλλει το Μεγάλο Κανόνα του Αγίου Ανδρέα Κρήτης (650-740). Είναι ο μακροσκελέστερος Κανόνας της Εκκλησίας, αποτελούμενος από διακόσια πενήντα τροπάρια και ένδεκα ειρμούς, όπου εξιστορούνται τα γεγονότα από την πτώση του ανθρώπου και εξής με τα έργα της μετανοίας των Αγίων της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, όλων αυτών των Αγίων που διά της μετανοίας κατέστησαν χάριτι αυτόπτες της Αποκαλύψεως του Υιού και Λόγου  του Θεού Πατρός εν τύποις και σαρκί. Πρόκειται για ένα σύντομο υπομνηματισμό της Προφητικής και Ευαγγελικής καταγραφής των θεοφανικών γεγονότων σε μία ενότητα τύπων και ανακεφαλεώσεως με παράλληλη συνθετική παρεμβολή των αποφάσεων των έξη πρώτων Οικουμενικών Συνόδων για το μυστήριο της Θείας Οικονομίας και της κρίσεως του κόσμου. Οι πρεσβείες προς τον Άγιο Ανδρέα και την Οσία Μαρία την Αιγυπτία, ως υπόδειγμα μετανοίας, συνυφαίνονται με τα τροπάρια των Ωδών του Κανόνα προς δήλωση της σημασίας της μετανοίας, η οποία οδηγεί στην ομολογία της θεότητος του Χριστού αλλά και της αληθούς Ενανθρωπήσεως, των Παθών, του Σταυρού και της Αναστάσεως, της Κρίσεως και της διακονίας της Θεοτόκου, ιδίως με τον ειρμό της θ´ Ωδής, ἦχος πλ. β´, «Ἀσπόρου συλλήψεως, ὁ τόκος ἀνερμήνευτος, Μητρὸς ἀνάνδρου, ἄφθορος ἡ κύησις· Θεοῦ γὰρ ἡ γέννησις, καινοποιεῖ τὰς φύσεις· διό σε πᾶσαι αἱ γενεαί, ὡς Θεόνυμφον Μητέρα, ὀρθοδόξως μεγαλύνομεν».  Καθώς εμφαίνεται ο προχειρισμός προς το Μυστικό Δείπνο η Εκκλησία εντείνει το λόγο της για τη μετάνοια, όχι ως μια ψυχολογική κατάσταση, μια ατομική πράξη, μια ατομική εμπειρία, αλλά ως εκκλησιαστικό γεγονός θεωτικής πορείας μετά πάντων των Αγίων, εξαιρέτως δε της Υπεραγίας Θεοτόκου. Όσο πλησιάζουμε προς το Πάσχα, η Εκκλησία, λοιπόν, μας καλεί να μη χάσουμε την ευκαιρία και εγκλωβισθούμε στην αυτάρκειά μας, αλλά μας καλεί να απεκδυθούμε τον ιδιασμό μας και να αποκτήσουμε την εμπειρία και την πίστη των Αγίων μας και να μην αποκαρδιωθούμε με τις αποτυχίες μας, αλλά να παραδειγματισθούμε από αυτούς, γιατί ο Χριστός είναι ο πανταχού παρών και τα πάντα πληρών. Έτσι ένα από τα τροπάρια σχεδόν μας οδηγεί στη Μ. Τετάρτη: «Ψυχή μου, ψυχή μου, ἀνάστα, τί καθεύδεις; τὸ τέλος ἐγγίζει καὶ μέλλεις θορυβεῖσθαι· ἀνάνηψον οὖν, ἵνα φείσηταί σου Χριστὸς ὁ Θεός, ὁ πανταχοῦ παρὼν καὶ τὰ πάντα πληρῶν», τον Ψαλμό 137, και την Κυριακή Προσευχή. Πρόκειται, δηλαδή, για ομολογία πίστεως στο Χριστό (τον ένα και τον αυτόν των Αγίων Παλαιάς και Καινής Διαθήκης), ένα συνοψισμό των αποφάσεων της ΣΤ´ Οικουμενικής Συνόδου, στην αποδοχή της οποίας ενεπλάκη ο Άγιος Ανδρέας. Με την ίδια παιδαγωγία η Εκκλησία στο Απόδειπνο της Παρασκευής ψάλλει τον Ακάθιστο Ύμνο ολόκληρο, ως επιστέγαση και αποδοχή του όρου Θεοτόκος, ως εγγύηση της του Υιού του Θεού αληθούς ενσάρκου Οικονομίας. Όλη αυτή, δηλαδή, η περίοδος του Τριωδίου είναι μία περίοδος της εκ νέου ενσωμάτωσης του ανθρώπου στην Εκκλησία των απ᾽ αιώνος Αγίων του Θεού, που έζησαν την αποκαλύψη του Τριαδικού Θεού όχι για τον εαυτό τους αλλά ως Προφήτες και μάρτυρες για όλους τους ανθρώπους, και γι᾽ αυτό η εμπειρία τους είναι η κοινή εμπειρία και μαρτυρία της Εκκλησίας.

3. Ανεξάρτητα από τα ιστορικά γεγονότα της πολιορκίας της Κωνσταντινούπολης από τους Αβάρους το 626 και της διασώσεώς της, ο Ακάθιστος Ύμνος είναι Κοντάκιο που κατά περιεχόμενο συνδέεται με το όρο Θεοτόκος ως ερμηνευτική πρόταση ιδίως του άρθρου του Συμβόλου της Πίστεως: «Τὸν δι᾽ ἡμᾶς τοὺς ἀνθρώπους καὶ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν κατελθόντα ἐκ τῶν οὐρανῶν καὶ σαρκωθέντα ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καὶ Μαρίας τῆς Παρθένου καὶ ἐνανθρωπήσαντα» κατά πρώτον κατά τις συνοδικές αποφάσεις των Γ´-Ε´ Οικουμενικών Συνόδων. Η ομολογία του όρου Θεοτόκος υπήρξε τόσο καθοριστική για την ερμηνεία του Μυστηρίου της Θείας Οικονομίας όσο και ο όρος ὁμοούσιος για την ομολογία του Τριαδικού Θεού εν σχέσει με τις δύο πρώτες Οικουμενικές Συνόδους. Μετά, μάλιστα, τη Δ´ Οικουμενική Σύνοδο στη Χαλκηδόνα, πολλοί ναοί ανά τη Βυζαντινή αυτοκρατορία αφιερώθηκαν στη Θεοτόκο, και ακολούθησε και η ερμηνευτική υμνολογική παραγωγή και λειτουργική πράξη, όπως γίνεται αντιληπτό και με τις αποφάσεις της ΣΤ´ Οικουμενικής Συνόδου κατά του Μονοθελητισμού και του Μονοενεργητισμού. Κατά ταύτα, την πέμπτη εβδομάδα των Νηστειών η συνύπαρξη του Μεγάλου Κανόνα, ενός είδους που θα αντικαταστήσει τα Κοντάκια, και του Ακαθίστου Ύμνου προβάλλουν ως μία ενότητα και ερμηνευτική πρόταση. Έτσι, το Σάββατο προ της Ε´ Κυριακής των Νηστειών λέγεται Σάββατο του Ακάθιστου Ύμνου, που εκτός του Ακαθίστου Ύμνου, ο οποίος ψάλλεται συνήθως στο Απόδειπνο της Παρασκευής, κατά τη Θεία Λειτουργία διαβάζονται Αναγνώσματα της Θεοτόκου, Αποστολικό το αυτό με την εορτή των Εισοδίων, 21 Νοεμβρίου (Ἑβρ. θ´, 1-7) και Ευαγγελικό Ανάγνωσμα το αυτό με την εορτή του Γενεθλίου της  Θεοτόκου,  8 Σεπτεμβρίου (Λουκ. α´, 39-49, 56) και Κάθισμα το αυτό με την εορτή του Ευαγγελισμού: «Ὁ μέγας Στρατηγός, τῶν ἀΰλων Ἀγγέλων εἰς πόλιν Ναζαρέτ, ἐπιστὰς Βασιλέα, μηνύει σοι Ἄχραντε, τῶν αἰώνων καὶ Κύριον· Χαῖρε λέγων σοι, εὐλογημένη Μαρία, ἀκατάληπτον καὶ ἀνερμήνευτον βάθος, βροτῶν ἡ ἀνάκλησις», ἦχος α´, καταφάσκοντας και λειτουργικά στην πραγματική Ενανθρώπηση του Λόγου. Επισημαίνεται ότι καθόλη την πέμπτη εβδομάδα των Νηστειών, πλην των Προφητικών Αναγνωσμάτων από τον Ησαΐα, τα Προφητικά Αναγνώσματα προέρχονται από το βιβλίο της Γενέσεως και έχουν κεντρικό πρόσωπο τον Αβραάμ με τελευταίο τέτοιο Ανάγνωσμα την Παρασκευή το εσπέρας το κεφάλαιο κβ´, 1-18, της Θυσίας του Αβραάμ, προφητικού τύπου του Μυστικού Δείπνου, εν είδει προχειρισμού, και του όρκου του Θεού, ενός σημείου της οικουμενικότητος της αποκαλύψεως του Λόγου του Θεού, του αυτού δε και Ενανθρωπήσαντος[1].

 

Β. 1. Την Ε´ Κυριακή των Νηστειών η Εκκλησία εορτάζει τη μνήμη της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας, ως ὑποδείγματος μετανοίας[2] αλλά και απορρίψεως της υποκρισίας των ανθρώπων, που κρύβουν τη μεταπατορική φθορά στην εγωκεντρική τους συστροφή, την αυτοθέωση και νοητική τους ικάνωση, ότι μπορούν, δηλαδή, άνευ της θεοποιού ενεργείας του Θεού και μέσω επιτέλεσης συμβατικών κτιστών μέσων, διατάξεων και εντολών, να πετύχουν τη σωτηρία, την άρση της περατότητας και της κτιστότητας. Ο λόγος είναι σαφής: Σωζόμαστε εν τω Ενανθρωπήσαντι Λόγω, όχι γιατί το αξίζουμε, αλλά γιατί το έλεος του Θεού είναι άπειρο και η φιλανθρωπία του απερινόητος.

2. Η μνήμη της Οσίας εορτάζεται, επίσης, και κατά την πρώτη Απριλίου. Εν πολλοίς η υμνολογία των δύο εορτών συμπίπτει με τους δύο Κανόνες που βασίζονται στο Συναξάρι της Οσίας, γραμμένο είτε από τον Άγιο Σωφρόνιο (560-638), Πατριάρχη Ιεροσολύμων, είτε από κάποιο μαθητή του κατά τη δική του θεολογική και νηπτική πράξη. Ο Άγιος Σωφρόνιος είναι Πατέρας της Εκκλησίας, μοναχός της Μονής Αγίου Θεοδοσίου και πολέμιος του Μονοθελητισμού, είναι γνωστός υμνογράφος και αναθεωρητής του Τυπικού του Αγίου Σάββα, το οποίο, μαζί με την Ὑποτύπωση της Μονής Στουδίου της Κωνσταντινούπολης, θα περάσει εν μέρει στο Τυπικό της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας. Στο Συναξάρι της Οσίας κυριαρχεί η δύναμη του Σταυρού του Κυρίου, η παρουσία της Υπεραγίας Θεοτόκου, η παρουσία του Οσίου Ζωσιμά για την πιστοποίηση στη μετοχή της Οσίας στο Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας κατά το Μυστικό Δείπνο στη Μονή του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου παρά τον Ιορδάνη και την εν απαθεία βιωτή της σε σημείο που να περπατάει πάνω στα νερά του Ιορδάνη, όπως οι Θεόπτες Άγιοι του Ισραήλ, κλείνοντας έτσι με τη μνήμη της η Εκκλησία τον κύκλο των Κυριακών της μετανοίας ως θύρας της δωρούμενης υπό του Ενανθρωπήσαντος Λόγου σωτηρίας κατά το Κατανυκτικό τροπάριο στο Δόξα... των Κυριακών του Τριωδίου: «Τῆς μετανοίας ἄνοιξόν μοι πύλας Ζωοδότα, ὀρθρίζει γὰρ τὸ πνεῦμά μου, πρὸς ναὸν τὸν ἅγιόν σου, ναὸν φέρον τοῦ σώματος, ὅλον ἐσπιλωμένον, ἀλλ᾽ ὡς οἰκτίρμων κάθαρον, εὐσπλάγχνῳ σου ἐλέει».

 

Γ. 1. Τα δύο Αναγνώσματα της ημέρας είναι άκρως ευχαριστιακού περιεχομένου, σε προχειρισμό της ελεύσεως των γεγονότων της Μεγάλης Εβδομάδος, του Μυστικού Δείπνου αλλά και της Πεντηκοστής. Το Αποστολικό Ανάγνωσμα είναι η συνέχεια της πολύ γνωστής περικοπής της Θεοτόκου, των εορτών των Εισοδίων, της Αγίας Σκέπης και του Σαββάτου της σημερινής Κυριακής, ως συνέχεια και ενότητα Προφητικού τύπου της Σκηνής του Μαρτυρίου και των τελουμένων εν αυτή ολοκαυτωμάτων και της Παναγίας της Θεοτόκου ως της Νέας Σκηνής του «σωματουμένου» Λόγου, κατά τον Άγιο Σωφρόνιο, του Αρχιερέως Χριστού, του προσφέροντος, προσφερομένου και δεχομένου την αναίμακτο θυσία μετά το Σταυρό, την ταφή και την Ανάσταση «δι᾽ ἡμᾶς και διὰ τὴν ἡμῶν σωτηρίαν» στην Εκκλησία των Αγίων της Πεντηκοστής, Πρωτότοκου αδελφού ημών ως Ενανθρωπήσαντος. Όπως επανειλημμένα έχει τονισθεί, ανακεφαλαιών τις Προφητικές οράσεις και την πορεία του Ισραήλ ο Χριστός ενώνει τις χαρισματικές λειτουργίες, τα αξιώματα του Ισραήλ (του Βασιλέως, του Προφήτη και του Αρχιερέως) και προσάγει τον Ισραήλ στο Μυστικό Δείπνο, οδηγών τους Μαθητές και τους Αποστόλους να τον αναγνωρίσουν και Πνευματικώς ορώμενο και μετεχόμενο ως το Ζώντα Θεό εν δεξιά του Πατρός Καθεζόμενο και αεί ερχόμενο, «οὗ τῆς βασιλείας οὐκ ἔσται τέλος» μετά του Πατρός και του Αγίου Πνεύματος.

2. Το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα βρίσκεται σε αντιστοιχία με το Αποστολικό Ανάγνωσμα και ουσιαστικώς σε συνέχεια του Ευαγγελικού Αναγνώσματος της προηγούμενικης Κυριακής και νοηματικά με το στίχο 30 του ένατου κεφαλαίου εκ του Κατά Μάρκον Ευαγγελίου, κατά τον οποίο ο Χριστός και οι Μαθητές «παρεπορεύοντο διὰ τῆς Γαλιλαίας» προς Ιεροσόλυμα[3]. Ακόμη και μετά τη Μεταμόρφωση οι Μαθητές «οὐκ ἴσχυσαν» να θεραπεύσουν τον υιό ενός εκ του ὄχλου, του έχοντος πνεύμα άλαλο. Ακολουθούν και άλλες θεοσημίες, η συζήτηση με τον πλούσιο, ο οποίος έγινε περίλυπος σαν του είπε ο Χριστός να μοιράσει τα υπάρχοντά του και να τον ακολουθήσει στο δρόμο της θυσίας και του σταυρού, και με παρόμοιο τρόπο απάντησε ο Χριστός στους Μαθητές ζητώντας από αυτούς, που τον είχαν δει μεταμορφούμενο, και «οὐκ ἴσχυσαν», για την ολιγοπιστία τους, όπως ο Πέτρος, να αρνηθούν την ίδια τους την οικογενειακή ύπαρξη: «Ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐδείς ἐστιν ὃς ἀφῆκεν οἰκίαν ἢ ἀδελφοὺς ἢ ἀδελφὰς ἢ πατέρα ἢ μητέρα ἢ γυναῖκα ἢ τέκνα ἢ ἀγροὺς ἕνεκεν ἐμοῦ καὶ ἕνεκεν τοῦ εὐαγγελίου», Μάρκ. ι´, 29, επισημαίνοντας εκ δευτέρου ότι ο «ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδοθήσεται τοῖς ἀρχιερεῦσι καὶ γραμματεῦσι, καὶ κατακρινοῦσιν αὐτὸν θανάτῳ καὶ παραδώσουσιν αὐτὸν τοῖς ἔθνεσι».

Και ενώ ο Χριστός ομιλεί για το σταυρικό του θάνατο και την ανάσταση, οι άλλοι δύο αυτόπτες μάρτυρες της Μεταμορφώσεως, Ιάκωβος και Ιωάννης, στην ίδια γραμμή με τον Απόστολο Πέτρο ζητούν κοσμικά αξιώματα και διαμεσολαβητική, όχι χαρισματική, εξουσία. Ελέγχοντας, λοιπόν, τους Μαθητές ο Χριστός κάνει διάκριση ανάμεσα στο μεταπατορικό κόσμο της φθοράς και της διαρρήξεως των ανθρωπίνων σχέσεων με την καταδυνάστευση του ενός ανθρώπου επί των άλλων, την άρση, δηλαδή, της φιλαδελφίας, και τη βασιλεία του Θεού, προβάλλων έτι πλέον τη διακονία και αυτοπροσφορά ως την κατεξοχήν χαρισματική λειτουργία του κοινού σώματος της Εκκλησίας, ακυρώνοντας πλήρως τις συμβάσεις του βίου παραδεικνύων τη νέα ζωή, προς μία βιωτή που τείνει προς τη νηπτική απάθεια, ώστε να γίνουν οι Απόστολοι όργανα του Αγίου Πνεύματος.

 

Αποστολικό Ανάγνωσμα: Ἑβρ. θ´, 11-14: «11 Χριστὸς δὲ παραγενόμενος ἀρχιερεὺς τῶν μελλόντων ἀγαθῶν διὰ τῆς μείζονος καὶ τελειοτέρας σκηνῆς, οὐ χειροποιήτου, τοῦτ᾽ ἔστιν οὐ ταύτης τῆς κτίσεως, 12 οὐδὲ δι᾽ αἵματος τράγων καὶ μόσχων, διὰ δὲ τοῦ ἰδίου αἵματος εἰσῆλθεν ἐφάπαξ εἰς τὰ Ἅγια, αἰωνίαν λύτρωσιν εὑράμενος. 13 Εἰ γὰρ τὸ αἷμα ταύρων καὶ τράγων καὶ σποδὸς δαμάλεως ῥαντίζουσα τοὺς κεκοινωμένους ἁγιάζει πρὸς τὴν τῆς σαρκὸς καθαρότητα, 14 πόσῳ μᾶλλον τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ, ὃς διὰ Πνεύματος αἰωνίου ἑαυτὸν προσήνεγκεν ἄμωμον τῷ Θεῷ, καθαριεῖ τὴν συνείδησιν ὑμῶν ἀπὸ νεκρῶν ἔργων εἰς τὸ λατρεύειν Θεῷ ζῶντι;».

 

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: Μαρκ. ι´, 32-45: «32  Ἦσαν δὲ ἐν τῇ ὁδῷ ἀναβαίνοντες εἰς Ἱεροσόλυμα· καὶ ἦν προάγων αὐτοὺς ὁ Ἰησοῦς, καὶ ἐθαμβοῦντο, καὶ ἀκολουθοῦντες ἐφοβοῦντο. καὶ παραλαβὼν πάλιν τοὺς δώδεκα ἤρξατο αὐτοῖς λέγειν τὰ μέλλοντα αὐτῷ συμβαίνειν, 33 ὅτι Ἰδοὺ ἀναβαίνομεν εἰς Ἱεροσόλυμα καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδοθήσεται τοῖς ἀρχιερεῦσι καὶ γραμματεῦσι, καὶ κατακρινοῦσιν αὐτὸν θανάτῳ καὶ παραδώσουσιν αὐτὸν τοῖς ἔθνεσι, 34 καὶ ἐμπαίξουσιν αὐτῷ καὶ μαστιγώσουσιν αὐτὸν καὶ ἐμπτύσουσιν αὐτῷ καὶ ἀποκτενοῦσιν αὐτὸν, καὶ τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀναστήσεται. 35 Καὶ προσπορεύονται αὐτῷ Ἰάκωβος καὶ Ἰωάννης υἱοὶ Ζεβεδαίου λέγοντες· Διδάσκαλε, θέλομεν ἵνα ὃ ἐὰν αἰτήσωμεν ποιήσῃς ἡμῖν. 36 ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· Τί θέλετε ποιῆσαί με ὑμῖν; 37 οἱ δὲ εἶπον αὐτῷ· Δὸς ἡμῖν ἵνα εἷς ἐκ δεξιῶν καὶ εἷς ἐξ εὐωνύμων σου καθίσωμεν ἐν τῇ δόξῃ σου. 38 ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· Οὐκ οἴδατε τί αἰτεῖσθε. δύνασθε πιεῖν τὸ ποτήριον ὃ ἐγὼ πίνω, καὶ τὸ βάπτισμα ὃ ἐγὼ βαπτίζομαι βαπτισθῆναι; 39 οἱ δὲ εἶπον αὐτῷ· Δυνάμεθα. ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· Τὸ μὲν ποτήριον ὃ ἐγὼ πίνω πίεσθε, καὶ τὸ βάπτισμα ὃ ἐγὼ βαπτίζομαι βαπτισθήσεσθε· 40 τὸ δὲ καθίσαι ἐκ δεξιῶν μου καὶ ἐξ εὐωνύμων οὐκ ἔστιν ἐμὸν δοῦναι, ἀλλ᾽ οἷς ἡτοίμασται. 41 καὶ ἀκούσαντες οἱ δέκα ἤρξαντο ἀγανακτεῖν περὶ Ἰακώβου καὶ Ἰωάννου. 42 ὁ δὲ Ἰησοῦς προσκαλεσάμενος αὐτοὺς λέγει αὐτοῖς· Οἴδατε ὅτι οἱ δοκοῦντες ἄρχειν τῶν ἐθνῶν κατακυριεύουσιν αὐτῶν καὶ οἱ μεγάλοι αὐτῶν κατεξουσιάζουσιν αὐτῶν. 43 οὐχ οὕτω δὲ ἔσται ἐν ὑμῖν, ἀλλ᾽ ὃς ἐὰν θέλῃ γενέσθαι μέγας ἐν ὑμῖν, ἔσται ὑμῶν διάκονος, 44 καὶ ὃς ἐὰν θέλῃ ὑμῶν γενέσθαι πρῶτος, ἔσται πάντων δοῦλος· 45 καὶ γὰρ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἦλθε διακονηθῆναι, ἀλλὰ διακονῆσαι καὶ δοῦναι τὴν ψυχὴν αὐτοῦ λύτρον ἀντὶ πολλῶν».



[1]. Γεν. κβ´, 16-18: «Κατ᾿ ἐμαυτοῦ ὤμοσα, λέγει Κύριος, οὗ εἵνεκεν ἐποίησας τὸ ρῆμα τοῦτο, καὶ οὐκ ἐφείσω τοῦ υἱοῦ σου τοῦ ἀγαπητοῦ δι᾿ ἐμέ, ἦ μὴν εὐλογῶν εὐλογήσω σε, καὶ πληθύνων πληθυνῶ τὸ σπέρμα σου, ὡς τοὺς ἀστέρας τοῦ οὐρανοῦ καὶ ὡς τὴν ἄμμον τὴν παρὰ τὸ χεῖλος τῆς θαλάσσης, καὶ κληρονομήσει τὸ σπέρμα σου τὰς πόλεις τῶν ὑπεναντίων· καὶ ἐνευλογηθήσονται ἐν τῷ σπέρματί σου πάντα τὰ ἔθνη τῆς γῆς, ἀνθ᾿ ὧν ὑπήκουσας τῆς ἐμῆς φωνῆς».

[2]. Εξαποστειλάριιο της Οσίας, στον Όρθρο, ἦχος γ´: «Ὑπόδειγμα μετανοίας, σὲ ἔχοντες πανοσία Μαρία Χριστὸν δυσώπει, ἐν τῷ καιρῷ τῆς Νηστείας, τοῦτο ἡμῖν δωρηθῆναι, ὅπως ἐν πίστει καὶ πόθῳ, σὲ ᾄσμασιν εὐφημῶμεν».

[3]. Μάρκ. θ´, 30-31: «Καὶ ἐκεῖθεν ἐξελθόντες παρεπορεύοντο διὰ τῆς Γαλιλαίας, καὶ οὐκ ἤθελεν ἵνα τις γνῷ· ἐδίδασκε γὰρ τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς ὅτι υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοται εἰς χεῖρας ἀνθρώπων, καὶ ἀποκτενοῦσιν αὐτόν, καὶ ἀποκτανθεὶς τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀναστήσεται».

 

Ὁ Εὐαγγελισμὸς τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καὶ Ἀειπαρθένου Μαρίας, 25 Μαρτίου 2026 (25/3/2019), (Αριθμ. 8Ν2) 

 

Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ.

 

Α. 1. Η εορτή του Ευαγγελισμού είναι από εκείνες τις εορτές με Προεόρτια, κυρίως εορτή και μεθέορτη την επόμενη μέρα, κατά την οποία εορτάζεται η Σύναξη του συνεργούντος αγίου προσώπου, ή των συνεργούντων αγίων προσώπων. Στην περίπτωση του Ευαγγελισμού, μετά τη διόρθωση του Ιουλιανού ημερολογίου το 1923, έχουμε Απόδοση της εορτής κατά τον Εσπερινό της κύριας ημέρας και την επομένη τη Σύναξη του Αρχάγγελου Γαβριήλ, καθώς πάντοτε πέφτουν, με όποια διακύμανση της εορτής του Πάσχα, μετά την Κυριακή των Απόκρεω. Ως εκ τούτου τα Προεόρτια και η Σύναξη του Αρχάγγελου Γαβριήλ συνθέτουν και στοιχεία από τα προβλεπόμενα στα καθέκαστα του Τριωδίου, όπως εφέτος που στα Προεόρτια αντί τις Καταβασίες «Θαλάσσης τὸ ἐρυθραῖον πέλαγος...», λέγονται οι Καταβασίες της Θεοτόκου «Ἀνοίξω τὸ στόμα μου...», ή για τη Σύναξη του Αρχάγγελου Γαβριήλ ακολουθείται η τάξη των καθημερινών της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, ενώ η ακολουθία της κύριας εορτής γίνεται μόνο κατά τα προβλεπόμενα από το Μηναίο με τη Θεία Λειτουργία του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου.

2. α. 1. Η εορτή του Ευαγγελισμού αποτελεί τη λειτουργική και ερμηνευτική συνέχεια της εορτής των Εισοδίων της Θεοτόκου στο Ναό. Εξάλλου, ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου ενεργείται εν εαυτή ως του παλατίου του νέου Ισραήλ, κατά τη μνηστεία της Θεοτόκου με τον Ιωσήφ, γι᾽ αυτό ο Ευαγγελιστής Ματθαίος σημειώνει: Ματθ. α´, 18-24: «18 Τοῦ δὲ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἡ γένεσις οὕτως ἦν· μνηστευθείσης τῆς μητρὸς αὐτοῦ Μαρίας τῷ Ἰωσήφ, πρὶν ἢ συνελθεῖν αὐτοὺς εὑρέθη ἐν γαστρὶ ἔχουσα ἐκ Πνεύματος ἁγίου. 19 Ἰωσὴφ δὲ ὁ ἀνὴρ αὐτῆς, δίκαιος ὢν καὶ μὴ θέλων αὐτὴν παραδειγματίσαι, ἐβουλήθη λάθρᾳ ἀπολῦσαι αὐτήν. 20 ταῦτα δὲ αὐτοῦ ἐνθυμηθέντος ἰδοὺ ἄγγελος Κυρίου κατ᾽ ὄναρ ἐφάνη αὐτῷ λέγων· Ἰωσὴφ υἱὸς Δαυΐδ, μὴ φοβηθῇς παραλαβεῖν Μαριὰμ τὴν γυναῖκά σου, τὸ γὰρ ἐν αὐτῇ γεννηθὲν ἐκ πνεύματός ἐστιν ἁγίου· 21 τέξεται δὲ υἱὸν καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν, αὐτὸς γὰρ σώσει τὸν λαὸν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν αὐτῶν. 22 Τοῦτο δὲ ὅλον γέγονεν ἵνα πληρωθῇ τὸ ῥηθὲν ὑπὸ τοῦ Κυρίου διὰ τοῦ προφήτου λέγοντος· 23 Ἰδοὺ ἡ παρθένος ἐν γαστρὶ ἕξει καὶ τέξεται υἱόν, καὶ καλέσουσι τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἐμμανουήλ, ὅ ἐστιν μεθερμηνευόμενον Μεθ᾽ ἡμῶν ὁ Θεός. 24 Διεγερθεὶς δὲ ὁ Ἰωσὴφ ἀπὸ τοῦ ὕπνου ἐποίησεν ὡς προσέταξεν αὐτῷ ὁ ἄγγελος Κυρίου καὶ παρέλαβε τὴν γυναῖκα αὐτοῦ, 25 καὶ οὐκ ἐγίνωσκεν αὐτὴν ἕως οὗ ἔτεκε τὸν υἱόν αὐτῆς τὸν πρωτότοκον, καὶ ἐκάλεσε τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν».

α. 2. Και ενώ στο πρώτο κεφάλαιο της Θεοφάνειας προς τον Ιωσήφ γίνεται λόγος περί της γυναικός αλλά και παρθένου, στη συνέχεια του Κατά Ματθαίον Ευαγγελίου στο δεύτρο κεφάλαιο ο λόγος επικεντρώνεται στο «παιδίον καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ». Ο «κατ᾽ ὄναρ» άγγελος του Θεού διατάσσει τον Ιωσήφ δύο φορές: «παράλαβε τὸ παιδίον καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ καὶ φεῦγε εἰς Αἴγυπτον» (β´, 13), «ἐγερθεὶς παράλαβε τὸ παιδίον καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ καὶ πορεύου εἰς γῆν ᾿Ισραήλ» (β´, 20). Εξάλλου, η ανταπόκριση του Ιωσήφ περιγράφεται επίσης με την αποδοχή ότι αναλαμβάνει το έργο της διακονίας του παιδός και της μητρός αυτού, αποτελώντας το σιωπηλό μάρτυρα αυτής του θεοφανικού έργου: «῾Ο δὲ ἐγερθεὶς παρέλαβε τὸ παιδίον καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ νυκτὸς καὶ ἀνεχώρησεν εἰς Αἴγυπτον» (β´, 14), «Ὁ δὲ ἐγερθεὶς παρέλαβε τὸ παιδίον καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ καὶ ἦλθεν εἰς γῆν ᾿Ισραήλ» (β´, 21). Ας επισημανθεί ότι ο όρος ὄναρ έχει ένα παραβολικό χαρακτήρα, κατά τον εκφραστικό τρόπο της Αγίας Γραφής, προκειμένου να επικοινωνηθεί στον κόσμο ένα θεοφανικό γεγονός στο πλαίσιο της Ενανθρωπήσεως ως πραγματικού γεγονότος με όλα τα συνεπαγόμενα του «δι᾽ ἡμᾶς», αποκλειομένου όποιου επηρεασμού από την κτιστή πραγματικότητα και τα διανοήματα του Ιωσήφ.

α. 3. Στο σημερινό Ευαγγελικό Ανάγνωσμα προταγωνιστεί η Θεοτόκος και ο μεταφέρων Αρχάγγελος Γαβριήλ με το άγγελμα της Ενανθρωπήσεως του Λόγου του Θεού, εκπροσωπών τις αγγελικές δυνάμεις, ενώ η μνηστεία Ιωσήφ και το ζεύγος Ζαχαρία και Ελισάβετ εντάσσονται στον υποστηρικτικό κύκλο μεθέξεως της Θεοφάνειας: «Ἐν δὲ τῷ μηνὶ τῷ ἕκτῳ ἀπεστάλη ὁ ἄγγελος Γαβριὴλ ἀπὸ τοῦ Θεοῦ εἰς πόλιν τῆς Γαλιλαίας, ᾗ ὄνομα Ναζαρέτ, 27 πρὸς παρθένον μεμνηστευμένην ἀνδρί, ᾧ ὄνομα Ἰωσήφ, ἐξ οἴκου Δαυΐδ, καὶ τὸ ὄνομα τῆς παρθένου Μαριάμ». Κατά ένα θεοτικό τρόπο είναι παρόντα όλα τα λογικά όντα στο υπερφυές εκρηκτικό γεγονός της Ενανθρωπήσεως του Λόγου και της αναδημιουργίας του σύμπαντος κτιστού κόσμου με προκαθήμενη τη Θεοτόκο εξαιρέτως! Πρόκειται για ένα γεγονός οικουμενικότητος, με αυτόπτες μάρτυρες, ένα κοινό γεγονός της Εκκλησίας για όλο τον κόσμο, μία άρση όλων των ειδωλικών αρχέτυπων του διχασμού και του δαιμονικού ιδιασμού. Γι᾽ αυτό και η σωτηρία δεν είναι ένα ατομικό γεγονός, είναι εκκλησιαστικό γεγονός μετά πάντων των αυτοπτών του Λόγου- ασάρκως, ενσάρκως και Πνευματικώς-, εξαιρέτως δε της Υπεραγίας Θεοτόκου. Γι᾽ αυτό ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός επικαλείται το ίδιο το γεγονός του Ευαγγελισμού και του άρθρου του Συμβόλου της Πίστεως «καὶ σαρκωθέντα ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καὶ Μαρίας τῆς Παρθένου καὶ ἐνανθρωπήσαντα» ως ερμηνευτική πρόταση για τη μεταβολή των Τιμίων Δώρων σε σῶμα και αίμα Χριστού: «Μεταβαλὼν τῷ Πνεύματί σου τῷ Ἁγίῳ» στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας ως κορύφωση της Θείας Οικονομίας του Υιού και Λόγου.

α. 4. Κατά ταύτα είναι σαφές, γιατί λειτουργικά, ερμηνευτικά, συνοδικά και νηπτικά η Θεοτόκος υπερυψούται πάντων των κτιστών όντων, των ανθρώπων και των αγγέλων, και τιμάται εξαιρέτως, εκτός, βέβαια, από τους ασεβείς της ιδιόμορφης θεολογίας, που την θεωρούν «άγαμη μητέρα». Εξάλλου, υφίστανται της ίδιας νοοτροπίας όντα ως ναρκισσιστικά ασυναίσθητα παρασιτικά αρπακτικά, που υποτιμούν την ίδια τη γυναίκα θεωρώντας την εργαλείο ποικίλης εκμετάλλευσης και εντέλει και κυησιακού τράφικινγκ, για την ατομική αυτοπραγμάτωση του όποιου δομικώς πάσχοντος.

β. Στην Ορθόδοξη εικονογραφία η παράσταση του Ευαγγελισμού με την Παναγία ένθρονη έμπροσθεν μόνου βημοθύρου, ή σε όρθια στάση κατά νηπτική κλίση του σώματος και της κεφαλής, με όπισθεν αυτής και άνω της καταπετάσματος, παραπέμπει στο Προφητικό Ανάγνωσμα εκ του Ιεζεκιήλ περί του καταπετάσματος και της αδιοδεύτου ανατολικής πύλης. Το Θεοφανικό γεγονός επισημαίνεται με την παράσταση του Προφητικού δακτύλου του Θεού, φυσικού συμβόλου, που αποδίδεται με ακτίνα προδηλουμένου φωτός επί της κεφαλής της, ενώ η ενασχόλησή της με τον πόκο, σαφώς παραπέμπει στην προτύπωσή της ως πόκου[1]. Κατά ταύτα, και πάλι και εν παρενθέσει επαναλαμβάνω αυτολεξεί ό, τι επεσήμανα κατά την ερμηνεία της εορτής των Εισοδίων (Αριθμ. 53, 21 Νοεμβρίου 2018), προς απαλοιφή διανοητικών μυθευμάτων και κοινωνιολογικών τερατουργημάτων: «Για να αντιληφθούμε ένα βασικό στοιχείο της υμνολογίας, η οποία δίνει μία εικόνα της ζωής της Παναγίας, ιδίως κατά την Είσοδό της στο Ναό, πρέπει να λάβουμε ως προϋπόθεση όλη την ερμηνευτική που ακολούθησε στη μεταποστολική περίοδο, την κυρηγματική πράξη των Πατέρων της Εκκλησίας, που επέμειναν στην ενότητα των θεοφανικών γεγονότων της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, στην ερμηνεία των εξαγγελιών και των εκπληρώσεων, σ᾽ αυτό που λέγεται στην εκκλησιαστική γλώσσα τύπος, παραστατικές εικόνες, σκιά, δηλαδή μία εικόνα παραβολική, και αλήθεια, εκπληρουμένη στο πρόσωπο του Χριστού, αποκαλυφθέντος καταρχάς στο στενό οικογενειακό του κύκλο, με εξαίρετη θέση αυτή της Υπεραγίας Θεοτόκου, των γονέων της, της Ελισάβετ και του Ζαχαρία και του υιού αυτών Ιωάννη του Προδρόμου, οι οποίοι ήσαν οι φορείς της Προφητικής παραδόσεως του Ισραήλ. Μόνο, αν έχουμε υπόψη μας όλη αυτήν την ενότητα της παραδόσεως, αντιστοιχίας θεοφανικών γεγονότων Παλαιάς και Καινής Διαθήκης, καθίσταται κατανοητή η υμνολογική ερμηνευτική της Εκκλησίας για γεγονότα της αγίας ζωής της Υπεραγίας Θεοτόκου, που δεν καταγράφονται λεπτομερειακά στην Καινή Διαθήκη, αλλά συμπληρώνονται διά των εξαγγελιών υπό των Προφητών της Παλαιάς Διαθήκης και εν συνεχεία αντιστοίχησης στα πρόσωπα της Καινής Διαθήκης, μία μέθοδο που την εφήρμοσε στό κήρυγμά του ο Χριστός, ώστε να τον αναγνωρίσει ο Ισραήλ και ο ὄχλος, όλοι οι άνθρωποι αδιακρίτως φυλετικής καταγωγής, ότι είναι ο ίδιος ο Θεός Αβραάμ και Ισαάκ και Ιακώβ, ως Νέος Αδάμ και η Παναγία ως Νέα Εύα. Σημειώνω όλα αυτά, για να μην παγιδευόμαστε από την παραφιλολογία της λεγόμενης απόκρυφης γραμματείας, η οποία προβάλλεται προς αμφισβήτηση της παρουσίας της Θεοτόκου στο μυστήριο της Θείας Ενανθρωπήσεως. Η απόκρυφη γραμματεία προήλθε από αποκλίνοντες χριστιανούς, που ήθελαν να ερμηνεύσουν την παράδοση της Παλαιάς και Καινής Διαθήκης κατά τη δική τους γνώμη και κατά τις προσωπικές τους πεποιθήσεις, στο περιθώριο της εκκλησιαστικής κοινότητας».

γ. Η λειτουργική ενότητα Ευαγγελισμού και Εισοδίων εκφαίνεται με τα Απολυτίκια των δύο εορτών, κατά τα οποία σε μία συνέχεια των Προφητικών εξαγγελιών τα Εισόδια είναι το προοίμιο, η προκήρυξη, η εξαγγελία της ανακεφαλαιώσεως του Μυστηρίου της υπέρ ημών Θείας Οικονομίας, ενώ ο Ευαγγελισμός είναι το κεφάλαιο, η φανέρωση (ἦχος δ´: «Σήμερον τῆς εὐδοκίας Θεοῦ τὸ προοίμιον, καὶ τῆς τῶν ἀνθρώπων σωτηρίας ἡ προκήρυξις ἐν Ναῷ τοῦ Θεοῦ, τρανῶς ἡ Παρθένος δείκνυται, καὶ τὸν Χριστὸν τοῖς πᾶσι προκαταγγέλλεται. Αὐτῇ καὶ ἡμεῖς μεγαλοφώνως βοήσωμεν, Χαῖρε τῆς οἰκονομίας τοῦ Κτίστου ἡ ἐκπλήρωσις», ἦχος δ´: «Σήμερον τῆς σωτηρίας ἡμῶν τό Κεφάλαιον, καί τοῦ ἀπ᾽ αἰῶνος Μυστηρίου ἡ φανέρωσις·Υἱός τοῦ Θεοῦ, Υἱός τῆς Παρθένου γίνεται, καί Γαβριήλ τὴν χάριν εὐαγγελίζεται. Διό καὶ ἡμεῖς σὺν αὐτῷ τῇ Θεοτόκῳ βοήσωμεν· Χαῖρε Κεχαριτωμένη, ὁ Κύριος μετὰ σοῦ»). Εξάλλου, οι δύο εορτές συνέχονται από το αυτό Προφητικό Ανάγνωσμα από τον Ιεζεκιήλ, κεφ. 43, 27-44,14, τρίτο στη σειρά στον Εσπερινό των Εισοδίων, δεύτερο στη σειρά στον Εσπερινό του Ευαγγελισμού, καθώς το τρίτο Προφητικό Ανάγνωσμα του Ευαγγελισμού από το βιβλίο των Παροιμιών, κεφ. 9, 1-11, «Ἡ σοφία ᾠκοδόμησεν ἑαυτῇ οἶκον καὶ ὑπήρεισε στύλους ἑπτά... τούτῳ γὰρ τῷ τρόπῳ πολὺν ζήσεις χρόνον, καὶ προστεθήσεταί σοι ἔτη ζωῆς», προκαταγγέλλει τον άληκτο χρόνο της ημέρας της «ὀγδόης καὶ ἐπέκεινα», θέτοντας την προδήλως ευχαριστιακή προτροπή «Ἔλθετε, φάγετε τὸν ἐμὸν ἄρτον, καὶ πίετε οἶνον, ὃν κεκέρακα ὑμῖν», που συνιστά ευθύ προχειρισμό των Παθών και του Μυστικού Δείπνου.

δ. Ως προς το τρήμερο της εορτής του Ευαγγελισμού επισημαίνεται ότι με την υμνολογία και τον Προεόρτιο Κανόνα σχεδόν καταγράφονται όλες οι προτυπώσεις και εξαγγελίες της Παρθένου Μαρίας ως της μόνης Θεοτόκου, στην κυρίως εορτή οι εξαγγελίες επικεντρώνονται στον Προφητικώς εξαγγελθέντα καί ενανθρωπήσαντα Λόγο του Θεού Πατρός, ενώ ο Κανών της Συνάξεως καταγράφει το έργο του Αρχάγγελου Γαβριήλ, προς διάκριση του άκτιστου και απερινόητου έργου του Λόγου του Θεού Πατρός εν ευδοκία Πατρός και συμπαρομαρτούντος του Αγίου Πνεύματος, από το έργο και τις ενέργειες των κτιστών όντων, όπως είναι και οι άγγελου, ακόμη και ο Μέγας Ταξιάρχης. Ο δια της Ενανθρωπήσεως του Λόγου δωρηθείς ανακαινισμός αφορά σε όλο το ανθρώπινο γένος, από Αδάμ και Εύας, ενώ η άρση του προπατορικού αμαρτήματος διενεργείται εξ άκρας συλλήψεως στην Παναγία, και δεν τίθεται περαιτέρω θέμα συζητήσεως, καθώς γι᾽ αυτό, εξάλλου, είναι Θεοτόκος και αναφέρεται λειτουργικά «ἐξαιρέτως».

 

Β. 1. Πρέπει πάντα να έχουμε κατά νουν ότι και κατά τις Θεομητορικές εορτές το κεντρικό πρόσωπο είναι ο Ενανθρωπήσας Υιός και Λόγος του Θεού Πατρός. Δεν πρόκειται, δηλαδή, για μία αυτονομημένη εορτή, αφού στο πρόσωπο της Παναγίας συνοψίζεται η κατάφαση του ανθρωπίνου γένους στην αποδοχή της φιλανθρωπίας του Θεού. Αυτός που προσφέρει, όμως, τον ανακαινισμό είναι ο ίδιος ο Θεός, αποκαλυπτόμενος στη δημιουργία και σ᾽ όλη την πορεία, την ιστορία του ανθρώπου. Γι᾽ αυτό, εξάλλου, εάν ο Ευαγγελισμός «πέφτει» καθημερινή κατά τη Σαρακοστή τελείται Θεία Λειτουργία και όχι Προηγιασμένη. Η εορτή του Ευαγγελισμού συνδέεται επιπλέον με τους Χαιρετισμούς της Θεοτόκου (Ἀκάθιστος Ὕμνος), που είναι μέρος της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, ως απτή απόδειξη και ομολογία της Θείας Οικονομίας του Υιού. Η παρουσία, δηλαδή, της Παναγίας πιστοποιεί, βεβαιώνει, το γεγονός της Ενανθρωπήσεως, γι᾽ αυτό δύο θέματα της ερμηνείας των άρθρων του Συμβόλου της Πίστεως είναι η αποδοχή του όρου Θεοτόκος και η δυνατότητα εξεικονισμού του προσώπου του Χριστού ως Ενανθρωπήσαντος Λόγου, ως του ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ, ομολογουμένου ως του προαιωνίου Υιού και Λόγου του Θεού Πατρός, ασάρκου φανερωθέντος στους Προφήτες, ενσάκου διά της Ενανθρωπήσεως στους Αποστόλους, του αυτού και Πνευματικώς ορωμένου εν τη Πεντηκοστή και Πνευματικώς μετεχομένου εν τη Θεία Λειτουργία, ως συμπαρεκτεινόμενη Πεντηκοστή, του αυτού δε και αναμενομένου εν τη κρίσει. Πρόκειται για τις αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων Γ´- Ζ´, μιας μακράς ερμηνευτικής περιόδου της Εκκλησίας, κατά την οποία ανθοφόρησε παράλληλα και η υμνολογική λατρευτική ερμηνευτική της Εκκλησίας.

 

Γ. Και πάλι τα Αναγνώσματα του Ευαγγελισμού βρίσκονται σε νοηματική ενότητα με αναφορὰ στη μαρτυρία του Πατριάρχη Αβραάμ στο Αποστολικό Ανάγνωσμα («ἀλλὰ σπέρματος Ἀβραὰμ ἐπιλαμβάνεται»), και την αναφορά του «οἴκου» Δαυῒδ και Ιακώβ στο Ευαγγελικό Ανάγνωσμα, δηλαδή, παρέχεται η κοινή μαρτυρία των Προφητών της Παλαιάς Διαθήκης, στους οποίους ο Λόγος αποκαλύπτεται άσαρκος. Η αναφορά του Αβραάμ στο Αποστολικό Ανάγνωσμα καταδεικνύει ότι η προσφερόμενη δωρεά αφορά σ᾽ όλον τον παλαιό Ισραήλ, αφού ο Αβραάμ είναι ο δεξάμενος πρώτος την αποκάλυψη του άσαρκου Λόγου (έξοδος από τη γη και τη συγγένειά του, η θυσία και η φιλοξενία ως τύποι της Θ. Ευχαριστίας), ενώ οι Προφήτες της Ευαγγελικής Περικοπής πιστοποιούν τη διαρκή παρουσία του Λόγου στο λαό του Ισραήλ από τον Ιακώβ μέχρι το Δαυΐδ, που είναι ο προφητάναξ που συγκρότησε τον Ισραήλ με κέντρο την Ιερουσαλήμ και γι᾽ αυτό φέρεται ως προφητικός τύπος του Χριστού. Εξάλλου στο τέλος της Αποκαλύψεως λέγεται στον Ευαγγελιστή Ιωάννη: «Ἐγὼ Ἰησοῦς ἔπεμψα τὸν ἄγγελόν μου μαρτυρῆσαι ὑμῖν ταῦτα ἐπὶ ταῖς ἐκκλησίαις. ἐγώ εἰμι ἡ ῥίζα καὶ τὸ γένος Δαυΐδ, ὁ ἀστὴρ ὁ λαμπρὸς ὁ πρωϊνός». Ένας, λοιπόν, και ο αυτός είναι ο άσαρκος και ο ένσαρκος Λόγος, στην αποκάλυψη του οποίου η Παναγία καταφάσκει, ως Νέα Εύα και Ζωοδόχος Πηγή, να διακονήσει το μυστήριο της Θείας ενσάρκου Οικονομίας, αποδεχόμενη μετά από προετοιμασία να καρποφορήσει Πνευματικώς το Δημιουργό και ανακαινιστή του σύμπαντος κόσμου, πορευόμενο στο Πάθος και την Ανάσταση, «δι᾽ ἡμᾶς καὶ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν», όπως ομολογούμε στο Σύμβολο της Πίστεως.

Δ. Η μετάφραση της Βιβλικής Εταιρείας ως προς την έκφραση: «ἐν ᾧ γὰρ πέπονθεν αὐτὸς πειρασθείς»= «Ἔτσι, ἐπειδή ὁ ἴδιος ὑπέφερε καί δοκιμάσθηκε», είναι μάλλον ανακριβής, γιατί η δατύπωση «ἐν ᾧ» δεν μου φαίνεται συμπερασματική, «έτσι», το «ἐν ᾧ» είναι εμπρόθετη δοτική χαριστική, που σημαίνει: Επειδή για χάρη αυτού του λαού έχει πάθει δοκιμαζόμενος, γίνεται νά βοηθήσει αὐτούς πού δοκιμάζονται, πράγμα που συνάδει με τη διατύπωση του Συμβόλου της Πίστεως «δι᾽ ἡμᾶς καὶ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν» και με όλη την ερμηνευτική πατερική παράδοση του «ἑκουσίως» της Θείας Ενανθρωπήσεως.

 

Αποστολικό Ανάγνωσμα: Ἑβρ. β΄, 11–18: «11 [Ἀδελφοί], ὅ τε γὰρ ἁγιάζων καὶ οἱ ἁγιαζόμενοι ἐξ ἑνὸς πάντες· δι᾽ ἣν αἰτίαν οὐκ ἐπαισχύνεται ἀδελφοὺς αὐτοὺς καλεῖν, 12 λέγων· ἀπαγγελῶ τὸ ὄνομά σου τοῖς ἀδελφοῖς μου, ἐν μέσῳ ἐκκλησίας ὑμνήσω σε· 13 καὶ πάλιν· ἐγὼ ἔσομαι πεποιθὼς ἐπ᾽ αὐτῷ· καὶ πάλιν· ἰδοὺ ἐγὼ καὶ τὰ παιδία ἅ μοι ἔδωκεν ὁ Θεός. 14 ἐπεὶ οὖν τὰ παιδία κεκοινώνηκε σαρκός καὶ αἵματος, καὶ αὐτὸς παραπλησίως μετέσχε τῶν αὐτῶν, ἵνα διὰ τοῦ θανάτου καταργήσῃ τὸν τὸ κράτος ἔχοντα τοῦ θανάτου, τοῦτ᾽ ἔστι τὸν διάβολον, 15 καὶ ἀπαλλάξῃ τούτους, ὅσοι φόβῳ θανάτου διὰ παντὸς τοῦ ζῆν ἔνοχοι ἦσαν δουλείας. 16 οὐ γὰρ δήπου ἀγγέλων ἐπιλαμβάνεται, ἀλλὰ σπέρματος Ἀβραὰμ ἐπιλαμβάνεται. 17 ὅθεν ὤφειλε κατὰ πάντα τοῖς ἀδελφοῖς ὁμοιωθῆναι, ἵνα ἐλεήμων γένηται καὶ πιστὸς ἀρχιερεὺς τὰ πρὸς τὸν Θεόν, εἰς τὸ ἱλάσκεσθαι τὰς ἁμαρτίας τοῦ λαοῦ. 18 ἐν ᾧ γὰρ πέπονθεν αὐτὸς πειρασθείς, δύναται τοῖς πειραζομένοις βοηθῆσαι».

 

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: Λουκ. α΄, 24-38: «24 Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις συνέλαβεν Ἐλισὰβετ ἡ γυνὴ Ζαχαρίου˙ καὶ περιέκρυβεν ἑαυτὴν μῆνας πέντε, 25 λέγουσα ὅτι Οὕτω μοι πεποίηκεν ὁ Κύριος ἐν ἡμέραις αἷς ἐπεῖδεν ἀφελεῖν τό ὄνειδός μου ἐν ἀνθρώποις. 26 Ἐν δὲ τῷ μηνὶ τῷ ἕκτῳ ἀπεστάλη ὁ ἄγγελος Γαβριὴλ ἀπὸ τοῦ Θεοῦ εἰς πόλιν τῆς Γαλιλαίας, ᾗ ὄνομα Ναζαρέτ, 27 πρὸς παρθένον μεμνηστευμένην ἀνδρὶ, ᾧ ὄνομα Ἰωσὴφ, ἐξ οἴκου Δαυΐδ, καὶ τὸ ὄνομα τῆς παρθένου Μαριάμ. 28 καὶ εἰσελθὼν ὁ ἄγγελος πρὸς αὐτὴν εἶπε· Χαῖρε, κεχαριτωμένη· ὁ Κύριος μετὰ σοῦ· εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξίν. 29 ἡ δὲ ἰδοῦσα διεταράχθη ἐπὶ τῷ λόγῳ αὐτοῦ, καὶ διελογίζετο ποταπὸς εἴη ὁ ἀσπασμὸς οὗτος. 30 καὶ εἶπεν ὁ ἄγγελος αὐτῇ· Μὴ φοβοῦ, Μαριάμ· εὗρες γὰρ χάριν παρὰ τῷ Θεῷ. 31 καὶ ἰδοὺ συλλήψῃ ἐν γαστρὶ καὶ τέξῃ υἱόν, καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν. 32 οὗτος ἔσται μέγας καὶ υἱὸς ὑψίστου κληθήσεται, καὶ δώσει αὐτῷ Κύριος ὁ Θεὸς τὸν θρόνον Δαυῒδ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ, 33 καὶ βασιλεύσει ἐπὶ τὸν οἶκον Ἰακὼβ εἰς τοὺς αἰῶνας, καὶ τῆς βασιλείας αὐτοῦ οὐκ ἔσται τέλος. 34 εἶπε δὲ Μαριὰμ πρὸς τὸν ἄγγελον· Πῶς ἔσται μοι τοῦτο, ἐπεὶ ἄνδρα οὐ γινώσκω; 35 καὶ ἀποκριθεὶς ὁ ἄγγελος εἶπεν αὐτῇ· Πνεῦμα ἅγιον ἐπελεύσεται ἐπὶ σέ καὶ δύναμις ὑψίστου ἐπισκιάσει σοι· διὸ καὶ τὸ γεννώμενον ἅγιον κληθήσεται υἱὸς Θεοῦ. 36 καὶ ἰδοὺ Ἐλισάβετ ἡ συγγενής σου καὶ αὐτὴ συνεληφυῖα υἱὸν ἐν γήρει αὐτῆς, καὶ οὗτος μὴν ἕκτος ἐστὶν αὐτῇ τῇ καλουμένῃ στείρᾳ· 37 ὅτι οὐκ ἀδυνατήσει παρὰ τῷ Θεῷ πᾶν ῥῆμα. 38 εἶπεν δὲ Μαριάμ· Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατὰ τὸ ῥῆμά σου. καὶ ἀπῆλθεν ἀπ' αὐτῆς ὁ ἄγγελος».



[1]. Κανὼν α´ Προεόρτιος, ὠδὴ γ´, ἦχος δ´: «Ὁ θεῖος πόκος, ἑτοιμάζου, Παρθένε ἀμόλυντε· ἐπὶ σὲ γὰρ ὁ Θεός, ὡς ὑετὸς καταβήσεται, ξηρᾶναι τὰ ῥεύματα, τῆς παραβάσεως». Πρβλ. Κανόνα α´, ὠδὴ θ´, ἦχος δ´, τροπάριο ε´, της εορτής: « Δανιὴλ σε ὄρος καλεῖ νοητόν· Γεννήτριαν Θεοῦ Ἡσαΐας· Βλέπει δὲ ὡς πόκον Γεδεών, Δαυῒδ δέ, Ἁγίασμα φάσκει, πύλην δέ σε ἄλλος· δὲ Γαβριὴλ σοι κραυγάζει· Χαῖρε κεχαριτωμένη· Κύριος μετὰ σοῦ».

Δευτέρα 16 Μαρτίου 2026

 

Κυριακὴ Δ´ τῶν Νηστειῶν,

Ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κλίμακος, 22 Μαρτίου 2026, (7/4/2019), (Αριθμ. 10Α)

 

Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ

 

Α. 1. Κατά τη Δ´ Κυριακή των Νηστειών η Εκκλησία τιμά τη μνήμη ενός από τους μεγαλύτερους νηπτικούς Αγίους Πατέρες, ο οποίος συνδυάζει τη νήψη και τη λογιοσύνη. Η μνήμη του Αγίου Ιωάννη της Κλίμακος εορτάζεται χωριστά στον αγιολογικό κύκλο στις 30 Μαρτίου. Γεννημένος στη Συρία το 523, κοιμήθηκε στα 606, δηλαδή μετά την Ε´ Οικουμενική Σύνοδο, έγινε γνωστός ευρύτατα, καθώς ασκήτεψε στην Ιερά Μονή Αγίας Αικατερίνης του όρους Σινά, της οποίας υπήρξε και Ηγούμενος, ένα μοναστήρι που και στις μέρες μας είναι παγκόσμια γνωστό με συνεχή λειτουργία από το 527 και με Αγίους Πατέρες που πλούτισαν την εκκλησιαστική παράδοση, νηπτική και λειτουργική πράξη και εκκλησιαστική λογιοσύνη. Το μοναστήρι κτίσθηκε αλλά ενισχύθηκε από τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό στο χώρο που ο Μωϋσής είχε τη θεοπτία της φλεγόμενης και μη κατακαιόμενης βάτου και θεωρείται, ως γνωστόν, ιερός τόπος για τους χριστιανούς, τους Εβραίους και το Ισλάμ με διαθήκη προστασίας του από τον ίδιο το Μωάμεθ.

2. Ο Άγιος Ιωάννης φέρει το προσωνύμιο της Κλίμακος από το ομώνυμο έργο του, που φαίνεται ότι αποτέλεσε βασικό ανάγνωσμα στα μοναστήρια και άσκησε συνεχή επιρροή στη φιλοκαλική βιωτή και ανάγνωση, ιδίως στους ησυχαστικούς κύκλους και τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά. Η Κλίμαξ είναι έργο διαρθρωμένο σε 30 κεφάλαια (Λόγους) και αρχίζει με τη δημιουργία του ανθρώπου, τη μεταπατορική πορεία του με τις παλινδρομήσεις (πάθη) και τις αρετές, για να καταλήξει στο Θεόπτη Μωϋσή, που η παρουσία του ήταν ζωντανή στο ίδιο το μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη, χωρίς να παραθεωρεί αυτός κανένα από τους Προφήτες, τους Ευαγγελιστές και τους έγκριτους Αγίους Πατέρες. Το Μωϋσή έχει παράδειγμα βίου, όπως ο ίδιος παραδέχεται και αυτόν προτείνει και προς πάντας ως τον ανελθόντα στην κατάσταση της απαθείας: «Ὅταν, λοιπόν, ὅλος ὁ ἄνθρωπος οἷόν πως συνακραθῇ τῇ τοῦ Θεοῦ ἀγάπῃ, τότε καὶ ἐκτὸς τοῦ ἐν τῷ σώματι ὡς δι’ ἐσόπτρου τινὸς τὴν τῆς ψυχῆς δείκνυσι  λαμπρότητα· οὕτως δοξάζεται Μωϋσῆς ὁ θεόπτης ἐκεῖνος. Οἱ τοιοῦτον ἰσάγγελον κατειληφότες, πολλάκις τροφῆς σωματικῆς ἐπιλανθάνονται» (Λόγ. 30, Περὶ τοῦ συνδέσμου τῆς ἐναρέτου τριάδος ἐν ἀρεταῖς).

3. Διαβάζοντας την Κλίμακα μπορούμε να επισημάνουμε εν συντομία τα εξής, ώστε να γίνει κατανοητό, γιατί προβάλλει η Εκκλησία κατά τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή τον Άγιο Ιωάννη ως παράδειγμα οσιακού βίου και λογιοσύνης:

α. Η Κλίμαξ είναι ανάγνωσμα που αφορά σε όλη την ανθρωπότητα, με την ίδια σημασία που με την περίοδο του Τριωδίου σημαίνεται η πορεία του ανθρώπινου γένους κατά τη δημιουργία και τη μεταπατορική του πορεία, ως η αρχή της υπέρ ημών Θείας Οικονομίας. Ήδη στη δεύτερη παράγραφο του πρώτου Λόγου, Περὶ ἀποταγῆς βίου, διαβάζουμε: «Πάντων τῶν προαιρουμένων ὁ Θεὸς πάντων ζωή· πάντων ἡ σωτηρία πιστῶν, ἀπίστων· δικαίων, ἀδίκων· εὐσεβῶν, ἀσεβῶν· ἀπαθῶν, ἐμπαθῶν· μοναχῶν, κοσμικῶν· σοφῶν, ἰδιωτῶν· ὑγιῶν, ἀσθενῶν· νέων, προβεβηκότων. Ὥσπερ φωτὸς χύσις, καὶ ἡλίου θέα, καὶ ἀέρων ἐναλλαγή, καὶ ἀλλοίωσις οὐκ ἔστιν· "Οὐ γὰρ προσωποληψία παρὰ Θεῷ"». Αρχή αρχή, δηλαδή, δηλώνεται ότι ο Θεός δεν αλλάζει ανάλογα με τη συμπεριφορά των λογικών όντων, αλλά τα λογικά όντα, όπως οι άνθρωποι, που έχουν προαίρεση, ελεύθερη βούληση, επιλέγουν να ενεργούν με συγκεκριμένα αποτελέσματα, κολασμού ή θεοπτίας. Για τους Θεόπτες ο Θεός είναι φως, ενώ για τους κολασμένους είναι σκότος και πύρ, διαρκής βασανισμός από την απουσία, την αποστροφή προς τη θεοποιό χάρη.

β. Πέραν από την κατάταξη των παθών, εμπαθών λογισμών, και προς θεραπεία των παράλληλων αρετών σε μία κλίμακα αναβάσεων, η επανάκληση στον κατά Θεό βίο, αρχίζει με τη μετάνοια, μία λέξη σημείο του κηρύγματος των Προφητών, του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου και του ιδίου του Χριστού, προς επάνοδο, δηλαδή, του ανθρώπου στην κατάσταση του μη επηρεασμού απ᾽ ό,τι αποτελεί εμπαθή προσβολή, ή ακόμη προς υπέρβαση και των αγαθών λογισμών, των αρετών, ακόμη και των βιολογικών αναγκών, όπως είναι η τροφή,  κατά το παράδειγμα του Μωϋσή που έμεινε σαράντα μέρες νηστικός μέχρι να έχει τη θεοπτία του άσαρκου Λόγου. Σ᾽ αυτήν την κατάσταση ο Θεόπτης, όπως ο Μωϋσής, βρίσκεται στην κατάσταση της θεομίμητης απάθειας, κατά τον προτελευταίο εικοστό ένατο Λόγο: Περὶ τοῦ ἐπιγείου οὐρανοῦ τῆς  θεομιμήτου ἀπαθείας, καὶ τελειότητος, καὶ ἀναστάσεως ψυχῆς πρὸ τῆς κοινῆς ἀναστάσεως. Είναι κλήση για την κατά χάρη υπέρβαση όλων αυτών των συμβάσεων που συνιστούν την κτιστότητά μας.

γ. Είναι αυτονόητο ότι ακόμη και οι προβαλλόμενες αρετές δεν αποτελούν αυτοσκοπό, γιατί έτσι κέντρο θα ήταν ο άνθρωπος και όχι ο Θεός ως η ενότητα του σύμπαντος κόσμου και όλων των ανθρώπων απροσωπολήπτως. Γι᾽ αυτό στον τελευταίο του Λόγο, Περὶ τοῦ συνδέσμου τῆς ἐναρέτου τριάδος ἐν ἀρεταῖς, ο Άγιος Ιωάννης, εκτός του παραδείγματος του Μωϋσέως συνθέτει την τριάδα των αρετών πίστη, ελπίδα και αγάπη με αναφορά στην κλίμακα του Ιακώβ, και όχι ως μία ανθρώπινη προσπάθεια κατάκτησης αρετών και προκοπής δι᾽ ιδίων ανθρώπινων μέσων και δυνατοτήτων. Ταυτίζει, εξάλλου, την αγάπη με το Θεό, με τη φανέρωση, ἔλλαμψη, της άκτιστης δωρεάς του Θεού, που είναι, ωστόσο, έξω από κάθε ανθρώπινο μέτρο, η οποία για τον άνθρωπο μετεχόμενη συνιστά την κατάσταση της υιοθεσίας, και γι᾽ αυτό τίθεται η διασαφήνιση ότι «Ἀγάπη, καὶ ἀπάθεια, καὶ υἱοθεσία, τοῖς ὀνόμασι, καὶ μόνοις διακέκριται», επαφέροντας με ένα άκρως σαφή λόγο τη νηπτική αγωγή και πράξη σε καθαρά αγιογραφικό πλαίσιο, αναιρώντας τις γνωστικές τάσεις του Πελαγιανισμού, που επιβίωσαν μέχρι τα χρόνια του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά με τη μορφή του Μεσσαλιανισμού, ή της αμφισβήτησης της άκτιστης δωρεάς του Θεού, τις αποκλίνουσες από την εκκλησιαστική ζωή ερμηνείες του μυστηρίου της Ενανθρωπήσεως του Υιού και Λόγου του Θεού, με την επιμονή ανάδειξης της συνέχειας των Θεοφανικών γεγονότων της Προφητικής παράδοσης με την Ευαγγελική μαρτυρία του Αποστόλου Παύλου, του μεγάλου μύστη, και τις συνέπειες για την πίστη των χριστιανών, όχι ως μίας ιδιαιτερότητας αλλά ως φορέων της οικουμενικότητας του ανθρώπινου γένους, χωρίς προσωποληψία. Πρόκειται για ένα λόγο και μία αγωγή άκρως αντισυμβατική, που απαιτεί νέκρωση όλων των συμβάσεων του βίου για τη διάβαση προς την ανάσταση προ της κοινής αναστάσεως και όχι για ένα λόγο στοχαστικό, ανθρώπινης τεχνολογίας: «Ὁ λόγος Κυρίου ὁ ἐκ Κυρίου ἁγνὸς διαμένων εἰς αἰῶνα αἰῶνος· γὰρ Θεὸν μὴ γνοὺς στοχαστικῶς ἀποφθέγγεται», (Λόγ. 30, Περὶ τοῦ συνδέσμου τῆς ἐναρέτου τριάδος ἐν ἀρεταῖς), πράγμα που ισχύει για όλες τις εποχές και ιδίως στις μέρες μας, κατά τις οποίες πολλοί επαίρονται για τη «θεολογία» τους.

 

Β. Οι δύο εορτές του Αγίου Ιωάννη υμνολογικά συμπίπτουν εν πολλοίς, με ίδια Στιχηρά Εσπερινού, ίδιο Απολυτίκιο, κατά περιεχόμενο το ίδιο Συναξάριο, διαφορετικό Κοντάκιο. Ως προς τους Κανόνες, ο πρώτος Κανόνας, με έμφαση στις ασκητικές αρετές του Αγίου και τις διδασκαλίες, τις διδαχές, τα διδάγματα, της Κλίμακος, λέγεται στις 30 Μαρτίου, ενώ κατά την εορτή της Δ´ Κυριακής των Νηστειών λέγεται ο δεύτερος Κανόνας, που σε συνδυασμό με τον πρώτο Κανόνα του Τριωδίου απηχεί περισσότερο τη νηπτική αγωγή, η οποία αφορά σε όλο το εκκλησιαστικό πλήρωμα στο πλαίσιο της προετοιμασίας, μάλιστα, κατά την περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Σ᾽ αυτό το πλαίσιο και με το δεύτερο Κανόνα με μία άκρως ρεαλιστική γλώσσα τονίζεται ότι η νόσος της πτωτικής κατάστασης του ανθρώπου είναι οι εμπαθείς λογισμοί, που ως ληστές απεκδύουν τον άνθρωπο από το λογικό[1], πλήττουν και αρπάζουν το νου του, τον συσκοτίζουν και γεννούν τα φθοροποιά πάθη και γεμίζουν σαν αγκάθια τον άνθρωπο με μώλωπες και πληγές, με αμαρτήματα και πταίσματα που παρεκκλίνουν τον άνθρωπο από την πίστη στο δημιουργό του. Η βίωση της οδύνης, η μετανοία, η σταύρωση του λογισμού, η προσευχή για την έλευση του ελέους του Θεού τίθενται ως θεραπευτικό αντίδοτο για τον τραυματισμένο άνθρωπο με ευθεία αναφορά στο Σταυρό του Χριστού και την κατάλυση του θανάτου εκ των εμπαθών λογισμών με τον εκούσιο Σταυρικό θάνατο του Χριστού[2] «σαρκί».

 

Γ. 1. Η πίστη και η ελπίδα είναι τα θέματα των Αναγνωσμάτων της σημερινής Κυριακής με την ελπίδα, μάλιστα, ως ανακεφαλαίωση επαγγελιών, να ταυτίζεται με την πίστη. Το Αποστολικό Ανάγνωσμα είναι ειλημμένο από το έκτο κεφάλαιο της Προς Εβραίους Επιστολής και αναφέρεται στην επαγγελία που δόθηκε από το Θεό στον Πατριάρχη Αβραάμ περί ελεύσεως εκ του σπέρματός του του σωτήρα του κόσμου, και στο Μελχισεδέκ, Προφητικό τύπο του Χριστού, που ήταν «ἀπάτωρ, ἀμήτωρ, ἀγενεαλόγητος, μήτε ἀρχὴν ἡμερῶν μήτε ζωῆς τέλος ἔχων, ἀφωμοιωμένος δὲ τῷ υἱῷ τοῦ Θεοῦ, μένει ἱερεὺς εἰς τὸ διηνεκές», όπως λέγει στο έβδομο κεφάλαιο ο Απόστολος Παύλος, ζ´, 3. Η αναφορά στο διπλό όρκο του Θεού, προκειμένου για τη βεβαίωση των επαγγελιών του Θεού, γίνεται με τη χρήση μιας συμβατής, κατανοητής από τον άνθρωπο γλώσσας, καθώς με τον όρκο παρέχεται η διαβεβαίωση περί τηρήσεως της εμπιστοσύνης, της συνθήκης, της διαθήκης που συνάπτεται από δύο μέρη, και ως προς το Θεό αυτή είναι πέραν από τα ανθρώπινα μέτρα, και γι᾽ αυτό λέμε ότι γίνεται χρήση ενός παραβολικού λόγου. Ο Απόστολος Παύλος προβάλλει την πίστη ως ελπίδα του Πατριάρχη Αβραάμ, που, ενώ ο ίδιος είχε επευλογηθεί και είχε αυτός τις επαγγελίες από το Θεό, δέχθηκε την ευλογία του Μελχισεδέκ, ως ιερέως του Θεού του Υψίστου και πρόσφερε το ένα δέκατο των υπαρχόντων του, μολονότι το ιερατικό αξίωμα και τον αποδεκατισμό θα τα είχαν τα παιδιά του Λευΐ. Ωστόσο, ο Πατριάρχης, έχων Προφητική όραση και αναγνωρίζοντας στο πρόσωπο του Μελχισεδέκ τον επαγγελλόμενο ένσαρκο Λόγο, δέχεται την ευλογία, μολονότι αυτό φαίνεται εν πρώτοις ως άρση της προς αυτόν επαγγελίας. Ο δεύτερος όρκος, βεβαίωση του Θεού, περί της οποίας ομιλεί στο Αποστολικό Ανάγνωσμα ο Απόστολος Παύλος, είναι η έλευση του Αγίου Πνεύματος, κατά τη μαρτυρία, εξάλλου, και του Κατά Ιωάννη Ευαγγελίου, περί ελεύσεως του Παρακλήτου, ο οποίος θα οδηγήσει τους Αποστόλους και όλους τους δεχόμενους την ευλογία της Εκκλησίας την Πεντηκοστή και κατά την Πνευματική αναγέννηση αυτών να αναγνωρίσουν το Χριστό ως τον Υιό και Λόγο του Θεού Πατρός και όχι ως ένα απλό άνθρωπο, κομίζοντες την πίστη και την ελπίδα ότι αυτός είναι και ο καθεζόμενος εκ δεξιών του Πατρός και πάλιν ερχόμενος. Το Αποστολικό, λοιπόν, Ανάγνωσμα ως επαγγελία και ως δεύτερη επαγγελία και βεβαίωση του Θού έχει ένα άκρως ευχαριστιακό περιεχόμενο, που, αναγινωσκόμενο την περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, επαγγέλλει το Μυστικό Δείπνο, την είσοδό μας στο καταπέτασμα του Ναού του νέου Ισραήλ, «ὅπου πρόδρομος ὑπὲρ ἡμῶν εἰσῆλθεν Ἰησοῦς, κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδὲκ ἀρχιερεὺς γενόμενος εἰς τὸν αἰῶνα», ως Πρωτότοκος αδελφός ημών ο ένσαρκος Λόγος.

 

2. α. Σε αντιστοιχία προς το Αποστολικό Ανάγνωσμα βρίσκεται και το Ευαγγελικό, το οποίο είναι απόσπασμα από το ένατο κεφάλαιο του Κατά Μάρκον Ευαγγελίου. Στην αρχή του κεφαλαίου διαβάζουμε το λόγο του Χριστού «Καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς· Ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι εἰσί τινες ὧδε τῶν ἑστηκότων, οἵτινες οὐ μὴ γεύσωνται θανάτου, ἕως ἂν ἴδωσι τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ ἐληλυθυῖαν ἐν δυνάμει», ενώ εν συνεχεία γίνεται λόγος για τη Μεταμόρφωσή του ενώπιον των Αποστόλων Πέτρου, Ιακώβου και Ιωάννη, και έπεται το σημερινό Ευαγγελικό Ανάγνωσμα.

β. Καθώς πλησίαζε, λοιπόν, ο καιρός των Αγίων Παθών και ο Μυστικός Δείπνος ο Χριστός παραδεικνύει με τη Μεταμόρφωση τη θεότητά του, επαγγελλόμενος την Πεντηκοστή και συγχρόνως κηρύττει την ελεύση της Βασιλείας των Ουρανών και παραδεικνύει προς όλο τον κόσμο, ανοιχτά προς τον ὄχλο και όχι μόνο προς το Ισραήλ, ότι είναι ο εν σαρκί Υιός και Λόγος του Θεού Πατρός, ο ανακεφαλαιών τις Προφητικές οράσεις του Ισραήλ και Βασιλεύς Δημιουργός και ανακαινιστής του γένους των ανθρώπων, ο Κύριος ο Θεός, που για χάρη των ανθρώπων γίνεται άνθρωπος, και καταργεί κάθε αντίθεη και δαιμονική δύναμη, ως πρόγευση της πλήρους εκφάνσεως της κοινής Βασιλείας του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Γι᾽ αυτό μετά τη θεραπεία του κατεχομένου υπό δαιμονικού πνεύματος άλαλου υιού του ενός εκ του ὄχλου, τη στιγμή που ο ὄχλος πάει να τον ανακηρύξει Βασιλέα, ο Χριστός ομιλεί αποκαλύπτων «ὅτι Ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοται εἰς χεῖρας ἀνθρώπων, καὶ ἀποκτενοῦσιν αὐτόν, καὶ ἀποκτανθεὶς τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀναστήσεται», καλώντας όλους σε συμπόρευση και έχοντας ελέγξει την ολιγοπιστία των Μαθητών, αυτών ακόμη που τον είδαν Μεταμορφούμενο, κι, όμως, δείλιασαν και «καὶ οὐκ ἴσχυσαν».

 

Αποστολικό Ανάγνωσμα: Ἑβρ. στ´, 13-20: «13 Τῷ γὰρ Ἀβραὰμ ἐπαγγειλάμενος ὁ Θεός, ἐπεὶ κατ᾽ οὐδενὸς εἶχε μείζονος ὀμόσαι, ὤμοσε καθ᾽ ἑαυτοῦ 14 λέγων· ἦ μὴν εὐλογῶν εὐλογήσω σε καὶ πληθύνων πληθυνῶ σε· 15 καὶ οὕτω μακροθυμήσας ἐπέτυχε τῆς ἐπαγγελίας· 16 ἄνθρωποι μὲν κατὰ τοῦ μείζονος ὀμνύουσι, καὶ πάσης αὐτοῖς ἀντιλογίας πέρας εἰς βεβαίωσιν ὁ ὅρκος· 17 ἐν ᾧ περισσότερον βουλόμενος ὁ Θεὸς ἐπιδεῖξαι τοῖς κληρονόμοις τῆς ἐπαγγελίας τὸ ἀμετάθετον τῆς βουλῆς αὐτοῦ, ἐμεσίτευσεν ὅρκῳ, 18 ἵνα διὰ δύο πραγμάτων ἀμεταθέτων, ἐν οἷς ἀδύνατον ψεύσασθαι Θεόν, ἰσχυρὰν παράκλησιν ἔχωμεν οἱ καταφυγόντες κρατῆσαι τῆς προκειμένης ἐλπίδος· 19 ἣν ὡς ἄγκυραν ἔχομεν τῆς ψυχῆς ἀσφαλῆ τε καὶ βεβαίαν καὶ εἰσερχομένην εἰς τὸ ἐσώτερον τοῦ καταπετάσματος, 20 ὅπου πρόδρομος ὑπὲρ ἡμῶν εἰσῆλθεν Ἰησοῦς, κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδὲκ ἀρχιερεὺς γενόμενος εἰς τὸν αἰῶνα».

 

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: Μάρκ. θ´, 17-31: «17 καὶ ἀποκριθεὶς εἷς ἐκ τοῦ ὄχλου εἶπε· Διδάσκαλε, ἤνεγκα τὸν υἱόν μου πρὸς σέ, ἔχοντα πνεῦμα ἄλαλον. 18 καὶ ὅπου ἂν αὐτὸν καταλάβῃ, ῥήσσει αὐτόν, καὶ ἀφρίζει καὶ τρίζει τοὺς ὀδόντας αὐτοῦ, καὶ ξηραίνεται· καὶ εἶπον τοῖς μαθηταῖς σου ἵνα αὐτὸ ἐκβάλωσι, καὶ οὐκ ἴσχυσαν. 19 ὁ δὲ ἀποκριθεὶς αὐτῷ λέγει· Ὦ γενεὰ ἄπιστος, ἕως πότε πρὸς ὑμᾶς ἔσομαι; ἕως πότε ἀνέξομαι ὑμῶν; φέρετε αὐτὸν πρός με. καὶ ἤνεγκαν αὐτὸν πρὸς αὐτόν. 20 καὶ ἰδὼν αὐτὸν εὐθέως τὸ πνεῦμα ἐσπάραξεν αὐτόν, καὶ πεσὼν ἐπὶ τῆς γῆς ἐκυλίετο ἀφρίζων. 21 καὶ ἐπηρώτησε τὸν πατέρα αὐτοῦ· Πόσος χρόνος ἐστὶν ὡς τοῦτο γέγονεν αὐτῷ; ὁ δὲ εἶπε· Παιδιόθεν. 22 καὶ πολλάκις αὐτὸν καὶ εἰς πῦρ ἔβαλε καὶ εἰς ὕδατα, ἵνα ἀπολέσῃ αὐτόν· ἀλλ᾽ εἴ τι δύνασαι, βοήθησον ἡμῖν σπλαγχνισθεὶς ἐφ᾽ ἡμᾶς. 23 ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῷ· Τὸ εἰ δύνασαι πιστεῦσαι, πάντα δυνατὰ τῷ πιστεύοντι. 24 καὶ εὐθέως κράξας ὁ πατὴρ τοῦ παιδίου μετὰ δακρύων ἔλεγε· Πιστεύω, Κύριε· βοήθει μου τῇ ἀπιστίᾳ. 25 ἰδὼν δὲ ὁ Ἰησοῦς ὅτι ἐπισυντρέχει ὄχλος ἐπετίμησε τῷ πνεύματι τῷ ἀκαθάρτῳ λέγων αὐτῷ· Τὸ πνεῦμα τὸ ἄλαλον καὶ κωφόν, ἐγώ σοι ἐπιτάσσω, ἔξελθε ἐξ αὐτοῦ καὶ μηκέτι εἰσέλθῃς εἰς αὐτόν. 26 καὶ κράξαν καὶ πολλὰ σπαράξαν αὐτὸν ἐξῆλθε, καὶ ἐγένετο ὡσεὶ νεκρός, ὥστε πολλοὺς λέγειν ὅτι ἀπέθανεν. 27 ὁ δὲ Ἰησοῦς κρατήσας αὐτὸν τῆς χειρὸς ἤγειρεν αὐτόν, καὶ ἀνέστη. 28 Καὶ εἰσελθόντα αὐτὸν εἰς οἶκον οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἐπηρώτων αὐτὸν κατ᾽ ἰδίαν, ὅτι ἡμεῖς οὐκ ἠδυνήθημεν ἐκβαλεῖν αὐτό. 29 καὶ εἶπεν αὐτοῖς· Τοῦτο τὸ γένος ἐν οὐδενὶ δύναται ἐξελθεῖν εἰ μὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ. 30 Καὶ ἐκεῖθεν ἐξελθόντες παρεπορεύοντο διὰ τῆς Γαλιλαίας, καὶ οὐκ ἤθελεν ἵνα τις γνῷ· 31 ἐδίδασκε γὰρ τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς ὅτι Ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοται εἰς χεῖρας ἀνθρώπων, καὶ ἀποκτενοῦσιν αὐτόν, καὶ ἀποκτανθεὶς τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀναστήσεται».



[1]. Κανών α´ του Τριωδίου, ὠδὴ δ´, ἦχος πλ. α´, τροπάρια α´ και β´: «Λῃσταί μου ἐσύλησαν, τὴν ἐργασίαν τὴν ἔνθεον, καὶ κατέλιπόν με ταῖς πληγαῖς τιμωρούμενον», «Ἐξέδυσαν, Σῶτέρ με, τῶν ἐντολῶν σου οἱ ἄστατοι λογισμοί μου· ὅθεν μεμαστίγωμαι πταίσμασι».

[2]. Κάθισμα του Τριωδίου: «Τὸν ἄχραντον Σταυρόν, σου Σωτὴρ ἡμῶν ὡς ὅπλον σωτηρίας κατέχοντες, ἐν αὐτῷ σοι βοῶμεν· Σῶσον ἡμᾶς, ὁ παθὼν ἑκουσίως ὑπὲρ ἡμῶν, ὁ πάντων Θεὸς ὡς πολυέλεος», και «Πάτερ Ἰωάννη Ὅσιε, ἀναπτερώσας τὸν νοῦν, πρὸς Θεὸν διὰ πίστεως, κοσμικῆς συγχύσεως ἐβδελύξω τὸ ἄστατον, καὶ τὸν Σταυρόν σου ἀναλαβόμενος, τῷ Παντεπόπτῃ κατηκολούθησας, σῶμα δυσήνιον ἀγωγαῖς ἀσκήσεως τῷ λογισμῷ, σθένει δουλωσάμενος τοῦ θείου Πνεύματος», Στιχηρό Εσπερινού δ´, ἦχος πλ. δ´.