HELLENOPHONIA

Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2026

 

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ, Κυριακὴ Α´ τῶν Νηστειῶν

Ἀνάμνησις τῆς ἀναστηλώσεως τῶν ἁγίων καὶ σεπτῶν Εἰκόνων, παρὰ τῶν ἀειμνήστων Αὐτοκρατόρων Κωνσταντινουπόλεως Μιχαὴλ καὶ τῆς μητρὸς αὐτοῦ Θεοδώρας, ἐπὶ τῆς Πατριαρχείας τοῦ Ἁγίου καὶ Ὁμολογητοῦ Μεθοδίου (843), 1η Μαρτίου 2026, (17/3/2019), (Αριθμ. 6Α)

 

Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ.

 

 

Α. 1. Η Α´ Κυριακή των Νηστειών της Μεγάλης Τεσσαρακοστής από το έτος 843 και εξής φέρει το προσωνύμιο Κυριακή της Ορθοδοξίας. Η εξήγηση παρέχεται στην Ερμηνεία του Συναξαρίου της ημέρας: Κατά το Συναξάριο, όλη την προηγούμενη εβδομάδα της Α´ Κυριακής των Νηστειών, στην Κωνσταντινούπολη γινόταν ολονύκτια δέηση υπέρ συγχωρήσεως του κοιμηθέντος αυτοκράτορα Θεοφίλου, συζύγου της βασίλισσας Θεοδώρας, η οποία με το θάνατο του Θεοφίλου διεκήρυξε δημοσίως την τιμητική προσκύνηση των αγίων εικόνων (842) και, μάλιστα, έδωσε τη μαρτυρία ότι ο Θεόφιλος εκοιμήθη έχων αποδεχθεί και προσκυνήσει τις άγιες εικόνες, τις οποίες είχε φυλαγμένες στο παλάτι η Θεοδώρα. Με τρόπο θαυμαστό κατά ημέρα Παρασκευή ο Πατριάρχης Μεθόδιος, μετά από αγγελική πληροφόρηση, διαπίστωσε ότι στο χαρτί που είχε ρίξει κάτω από την Αγία Τράπεζα με τα ονόματα των εικονομάχων βασιλέων, είχε απαλειφθεί παντελώς το όνομα του Θεοφίλου. Μετά από αυτό η βασίλισσα Θεοδώρα διεμήνυσε προς τον Πατριάρχη Μεθόδιο «πάντα τὸν λαὸν συναθροῖσαι, μετὰ τῶν τιμίων Σταυρῶν καὶ τῶν ἁγίων Εἰκόνων, ἐν τῇ Μ. Ἐκκλησίᾳ ὡς ἂν ὁ κόσμος τῶν ἁγίων Εἰκόνων ταύτῃ ἀποδοθείη, καὶ τὸ καινὸν τεράστιον ἅπασι γνωρισθῇ». Κατά το Συναξάριο σύντομα συγκεντρώθηκαν οι πάντες στη Μεγάλη Εκκλησία, δηλαδή, την Αγία Σοφία, με κεριά αναμμένα, όπου προσήλθε η βασίλισσα με το γιο της Μιχαήλ, και αφού έγινε Λιτή, όλοι μαζί κάνανε λιτανεία κρατώντας Άγιες Εικόνες, ξύλινους Σταυρούς και το Ευαγγέλιο πορευθέντες μέχρι το Μίλιο, το κεντρικό, δηλαδή, σημείο της Βυζαντινής Κωνσταντινούπολης μεταξύ Αγίας Σοφίας, Παλατίου και Ιπποδρόμου, και εν συνεχεία επέστρεψαν στην Αγία Σοφία, έγινε Θεία Λειτουργία με αναστήλωση των Αγίων Εικόνων και ανακήρυξη των ευσεβών και αποκήρυξη των μη δεχομένων την τιμητική προσκύνηση των Αγίων Εικόνων. Και κλείνει το Συναξάριο: «Καὶ ἔκτοτε ὥρισαν οὗτοι οἱ ἅγιοι Ὁμολογηταὶ ἐτήσιον οὕτω ταύτην τὴν ἱερὰν πανήγυριν γίνεσθαι, ἵνα μήποτε καὶ αὖθις τῇ αὐτῇ δυσσεβείᾳ ἐμπέσωμεν».

2. α. Χαρακτηριστικό της εβδομάδος προ της Κυριακής Α´ των Νηστειών είναι τα Παλαιοδιαθηκικά Αναγνώσματα από το βιβλίο της Γενέσεως με το πρώτο κεφάλαιο περί της δημιουργίας του κόσμου και των καθεξής από τον Εσπερινό της Δευτέρας (α´, 1-13), ενώ κλείνει η πρώτη ενότητα με την έξοδο των Πρωτόπλαστων από τον Παράδεισο με το σχετικό Ανάγνωσμα το εσπέρας της Παρασκευής προ της Θείας Λειτουργίας των Προηγιασμένων. Σημειωτέον ότι τα Αναγνώσματα από το βιβλίο της Γενέσεως καλύπτουν όλο το διάστημα των καθημερινών της Μεγάλης Τεσσαρακοστής μέχρι τον Εσπερινό της Κυριακής των Βαΐων. Πρόκειται για τα θεοφανικά γεγονότα και τις επαγγελίες των μεγάλων Πατριαρχών του Ισραήλ σε αντιστοιχία με την προδήλωση των ἑκουσίων Αγίων Παθών του Χριστού, ως των κατεξοχήν γεγονότων της αληθούς Ενανθρωπήσεως του Λόγου κατά την ενότητα της μαρτυρίας των απ᾽ αιώνος Αγίων περί του ενός και του αυτού Υιού και Λόγου του Θεού Πατρός.

β. Όπως έχουμε ήδη σημειώσει, η περίοδος του Τριωδίου και του Πεντηκοσταρίου αποτελούν μία ενότητα. Έτσι, με την έναρξη της Μεγάλης Τεσσαρακοστής αρχίζει να εκδιπλώνεται το Μυστήριο της Θείας Οικονομίας με τα Αναγνώσματα από τη Γένεση και κλείνει με την τελευταία εορτή του Πεντηκοσταρίου, την Κυριακή των Αγίων Πάντων, Κυριακή Α´ Ματθαίου, κατά την οποία γίνεται έναρξη των Ευαγγελικών Αναγνωσμάτων από το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, πρώτο κατά τη λειτουργική πράξη της Εκκλησίας και ως συνέχεια της Προφητικής μαρτυρίας. Επιπλέον, οι δύο Κυριακές συνδέονται με το αυτό εν μέρει Αποστολικό Ανάγνωσμα από την Προς Εβραίους Επιστολή σε αντιστοιχία με την Προφητική μαρτυρία ως προς αυτό της Α´ Κυριακής των Νηστειών, με την καταγραφή και της εκ δεξιών καθέδρας του Χριστού κατά την Κυριακή των Αγίων Πάντων, ως εξαγγελία το πρώτο και ως ανακεφαλαίωση του θεοφανικού έργου του Χριστού το δεύτερο, όμως, κατά την αυτή θεοτική μαρτυρία των αυτοπτών μαρτύρων Προφητών, Αποστόλων και Αγίων, όπως λέγεται, εξάλλου, στη Θεία Λειτουργία, τη συναγωγή παλαιού και νέου Ισραήλ: «Ἔτι προσφέρομέν σοι τὴν λογικὴν ταύτην λατρείαν ὑπὲρ τῶν ἐν πίστει ἀναπαυσαμένων Προπατόρων, Πατέρων, Πατριαρχῶν, Προφητῶν, Ἀποστόλων, Κηρύκων, Εὐαγγελιστῶν, Μαρτύρων, Ὁμολογητῶν, Ἐγκρατευτῶν, Διδασκάλων, καὶ παντὸς πνεύματος δικαίου ἐν πίστει τετελειωμένου».

Β. 1. Η εορτή της Αναμνήσεως της αναστηλώσεως των αγίων και σεπτών Εικόνων αποτελεί το επιστέγασμα της μακράς κηρυγματικής και ερμηνευτικής πράξης της Εκκλησίας για το μυστήριο της Θείας Οικονομίας και της Αποκαλύψεως του Λόγου ασάρκως, ενσάρκως και Πνευματικώς κατά την Προφητική και Αποστολική καταγραφή και τη βαπτισματική- λειτουργική και συνοδική πράξη της. Για τη θεολογική ερμηνεία της εορτής ισχύει ό,τι και για την εορτή των Θεοφόρων Πατέρων της εν Νικαία Ζ´ Οικουμενικής Συνόδου (787), η οποία εορτάζεται μεταξύ 11-17 Οκτωβρίου, καθώς, μάλιστα, στη λιτανεία διαβάζεται, κατά την τάξη των Πατριαρχείων Αλεξανδρείας και Ιεροσολύμων, το Σύμβολο της Πίστεως σε συνδυασμό με τον Ὅρο της Ζ´ Οικουμενικής Συνόδου, ενώ κατά την τάξη του Οικουμενικού Πατριαρχείου μετά την Απόλυση τελείται Τρισάγιο των υπέρ της Ορθοδόξου πίστεως αγωνισαμένων και τελειωθέντων, ενώ μετά τη Απόλυση του Τρισαγίου η πομπή, προεξάρχοντος του Οικουμενικού Πατριάρχη φέρων την Εικόνα του Χριστού στο δεξί του χέρι, εξέρχεται του Πατριαρχικού Ναού του Αγίου Γεωργίου και ψάλλεται η Καταβασία: «Ἐπαρθέντα σὲ ἰδοῦσα ἡ Ἐκκλησία, ἐπὶ Σταυροῦ τὸν Ἥλιον τῆς δικαιοσύνης, ἔστη ἐν τῇ τάξει αὐτῆς, εἰκότως κραυγάζουσα· Δόξα τῇ δυνάμει σου Κύριε», και από τον εξώστη του Πατριαρχικού Οίκου ο Πατριάρχης ευλογεί τα πλήθη υψώνων την Εικόνα του Χριστού και εν συνεχεία απεκδύεται τα άμφιά του στο Πατριαρχικό Παρεκκλήσιο.

2. Η αυτούσια πρόταξη του Συμβόλου της Πίστεως Νικαίας- Κωνσταντινουπόλεως στους Ὅρους Πίστεως των Οικουμενικών Συνόδων μετά τη Δ´ Οικουμενική Σύνοδο στη Χαλκηδόνα αποτελεί προδήλωση ότι ο ακολουθών Ὅρος παρέχεται ως ερμηνευτική πρόταση, εξήγηση, του Συμβόλου Πίστεως και δεν αποτελεί κάποιο νέο δόγμα. Πρόκειται για την ίδια την πίστη των Προφητών και των Αποστόλων σε μία και την αυτή συνέχεια ζωής, και γι᾽ αυτό στην κορυφαία λειτουργική πράξη του ιεραρχικά συγκροτούμενου εκκλησιαστικού σώματος η Ομολογία Πίστεως του χειροτονούμενου Επισκόπου φέρει ακριβώς τα αυτά χαρακτηριστικά.

3. Εξ επόψεως συνοδικής ερμηνευτικής συνέχειας, όπως έχουμε ήδη σημειώσει κατά την Κυριακή της Μνήμης των Θεοφόρων Πατέρων της Ζ´ Οικουμενικής Συνόδου, η Σύνοδος αυτή βρίσκεται σε μία συνέχεια με την εορτή των Αγίων 318 Θεοφόρων Πατέρων της Α´ Οικουμενικής Συνόδου του 325, πάλι στη Νίκαια, που εορτάζεται την Ζ´ Κυριακή μετά το Πάσχα, ή την Κυριακή μεταξύ της Αναλήψεως και της Πεντηκοστής, αλλά πολύ περισσότερο συνάπτεται με την εορτή των Αγίων 630 Θεοφόρων Πατέρων της Δ´ Οικουμενικής Συνόδου του 451 στη Χαλκηδόνα, κατά την Κυριακή Ζ´ Ματθαίου. Οι εορτές των Αγίων Πατέρων της Χαλκηδόνος και της Ζ´ Οικουμενικής Συνόδου δομούνται λειτουργικά με κοινό αγιογραφικό και υμνολογικό υλικό. Δοξαστικά, Απόστιχα, Στιχηρά, Απολυτίκιο, Κάθισμα, Προφητικά Αναγνώσματα του Εσπερινού και Αποστολικό Ανάγνωσμα συμπίπτουν. Εξάλλου, στο πρώτο Στιχηρό των Αγίων Πατέρων στον Εσπερινό της εορτής των Πατέρων της Ζ´ Οικουμενικής Συνόδου λέγεται ότι ο Πατριάρχης Γερμανός ο Νέος (1222-1240) συγκρότησε τον κανόνα της Ακολουθίας των Αγίων Πατέρων της Ζ´ Οικουμενικής Συνόδου ως σύνοψη της πίστης των Ορθοδόξων σύμφωνα με τις επτά Οικουμενικές Συνόδους, και, μάλιστα, κατά τη δύσκολη περίοδο της Λατινοκρατίας, ἦχος πλ. β´: «Τὰς ἑπτὰ Συνόδους τὰς τῶν Πατέρων, κατὰ διαφόρους καιροὺς συστάσας, εἰς ἕνα συνήθροισεν ἑνὶ Κανόνι τῷ δέ, μάλα καλῶς ὁ Πατριάρχης, ὁ Γερμανὸς ὁ νέος, γράφων ὁμοῦ τε καὶ κρατύνων, τὰ δόγματα τὰ τούτων, ὃς καὶ πρέσβεας αὐτοὺς ἀγρύπνους, τῆς σωτηρίας τῷ Κυρίῳ προβάλλεται, καὶ τοῦ ποιμνίου συμποίμενας». Ο Όρος της Ζ´ Οικουμενικής Συνόδου αποτελεί μία επιβεβαίωση της ενότητος των θεοφανικών γεγονότων Παλαιάς και Καινής Διαθήκης ως γνώση που χαρίζει το Άγιο Πνεύμα στην Εκκλησία, κατά το Σύμβολο της Πίστεως και τους Όρους των Οικουμενικών Συνόδων Γ´- ΣΤ´, «πρὸς πίστωσιν τῆς ἀληθινῆς καὶ οὐ κατὰ φαντασίαν τοῦ Θεοῦ Λόγου ἐνανθρωπήσεως». Έτσι, η λειτουργική χρήση των εικόνων παραπέμπουν στα εικονιζόμενα πρόσωπα, όπως ο Σταυρός είναι τύπος, σημείο, σημάδι, που παραπέμπει στο Σταυρωθέντα, τον Κύριο της Δόξης, το δρώντα το Μυστήριο της Θείας υπέρ ημών Οικονομίας, όπως ομολογείται σύμφωνα από όλους τους Αγίους της Εκκλησίας, Προφήτες, Απόστολους και Συνοδικούς Πατέρες.

Κατά ταύτα, ο α´ κανόνας της Συνόδου αποτελεί μάθημα ερμηνείας και εφαρμογής της Πατερικής Παραδόσεως, ενώ ο β´ κανόνας συνιστά την προϋπόθεση και το τεκμήριο ευθύνης της συνέχειας της συνοδικής πράξεως και παραδόσεως, καθώς προσδιορίζει με ένα τρόπο άκρως αυστηρό τα κριτήρια της ιερατικής, έτι δε πλέον και της μητροπολιτικής αξίας, για να μην αυτοσχεδιάζουν ανοήτως οι ποιμένες περί τη νουθεσία των χριστιανών και τη συνοδική συνέχεια, όπως συμβαίνει κατά κόρον στις μέρες μας: «Ὅθεν ὁρίζομεν, πάντα τὸν προάγεσθαι μέλλοντα εἰς τὸν τῆς ἐπισκοπῆς βαθμόν, πάντως τὸν Ψαλτῆρα γινώσκειν, ἵνα, ὡς ἐκ τούτου, καὶ πάντα τὸν κατ᾽ αὐτὸν κλῆρον οὕτω νουθετῇ μυεῖσθαι. Ἀνακρίνεσθαι δὲ ἀσφαλῶς ὑπὸ τοῦ μητροπολίτου, εἰ προθύμως ἔχει ἀναγινώσκειν ἐρευνητικῶς, καὶ οὐ παροδευτικῶς, τούς τε ἱεροὺς κανόνας, καὶ τὸ ἅγιον Εὐαγγέλιον, τήν τε τοῦ θείου Ἀποστόλου βίβλον, καὶ πᾶσαν τὴν θείαν Γραφήν καὶ κατὰ τὰ θεῖα ἐντάλματα ἀναστρέφεσθαι, καὶ διδάσκειν τὸν κατ᾽ αὐτὸν λαόν. Οὐσία γὰρ τῆς καθ’ ἡμᾶς ἱεραρχίας ἐστὶ τὰ θεοπαράδοτα λόγια, ἤγουν ἡ τῶν θείων Γραφῶν ἀληθινὴ ἐπιστήμη, καθὼς ὁ μέγας ἀπεφήνατο Διονύσιος. Εἰ δὲ ἀμφισβητοίη, καὶ μὴ ἀσμενίζοι οὕτω ποιεῖν τε καὶ διδάσκειν, μὴ χειροτονείσθω. Ἔφη γὰρ προφητικῶς ὁ Θεός· Σὺ ἐπίγνωσιν ἀπώσω, κἀγὼ ἀπώσομαί σε τοῦ μὴ ἱερατεύειν μοι».

4. Οι συνοδικοί Πατέρες ερμήνευσαν σε μία ενότητα τη μαρτυρία των Αγίων της Εκκλησίας, προσμετρώντας ως αυτόπτες μάρτυρες και τους Αγίους πρώτους Μάρτυρες της Αποστολικής και μεταποστολικής εκκλησιαστικής κοινότητος και καθεξής κατ᾽ αναλογίαν του σημερινού Αποστολικού Αναγνώσματος. Γι᾽ αυτό πάνω στα τίμια λείψανα των Αγίων Μαρτύρων η Εκκλησία καθιέρωσε τους ιερούς ναούς της. Άγια λείψανα και Άγιες Εικόνες είναι δομικά στοιχεία της εκκλησιαστικής παραδόσεως, έτσι που με τον έβδομο κανόνα της η Ζ´ Οικουμενική Σύνοδος ερμηνεύει σε μία συνέχεια με τη λειτουργική χρήση των Αγίων Εικόνων την καθιέρωση των σεπτών ναών με λείψανα: «Ὅσοι οὖν σεπτοὶ ναοὶ καθιερώθησαν ἐκτὸς ἁγίων λειψάνων μαρτύρων, ὁρίζομεν ἐν αὐτοῖς κατάθεσιν γίνεσθαι λειψάνων μετὰ τῆς συνήθους εὐχῆς. Ὁ δὲ ἄνευ ἁγίων λειψάνων καθιερῶν ναόν, καθαιρείσθω, ὡς παραβεβηκὼς τὰς ἐκκλησιαστικὰς παραδόσεις». Κατά ταύτα, πάνω στα Άγια λείψανα των Αγίων Μαρτύρων και Ομολογητών, που δόθηκαν από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, καθιερώθηκαν οι νεότευκτοι ιεροί ναοί των νοφώτιστων Ορθόδοξων λαών μετά τις επτά Οικουμενικές Συνόδους, για να αποκτήσουν κι αυτοί ορατά και πραγματικά την αυτή μαρτυρία κι ομολογία πίστεως.

 

Γ. Η υμνολογία της Κυριακής της Ορθοδοξίας, μολονότι θεολογικά συμπίπτει με την Κυριακή των Αγίων Πατέρων της Ζ´ Οικουμενικής Συνόδου, εν είδει κατακλείδος, εντούτοις επικεντρώνεται στο γεγονός της αναστηλώσεως της Εικόνος του Χριστού, πράγμα που αντικατοπτρίζεται επακριβώς στην τάξη του Οικουμενικού Πατριαρχείου, το οποίο, όπως είναι φυσικό, διασώζει σε μία συνέχεια ζωής το συγκεκριμένο γεγονός που έλαβε χώρα στα σπλάχνα του. Εξάλλου, το καίριο σημείο της ανακύψασας συζήτησης υπήρξε η αμφισβήτηση για τη δυνατότητα εξεικονισμού του Χριστού ως εναντίωση κατά της μακράς συνοδικής ερμηνευτικής επί των άρθρων του Συμβόλου της Πίστεως που αφορούν στο πρόσωπο του Χριστού: «2. Καὶ εἰς ἕνα Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ τὸν μονογενῆ, τὸν ἐκ τοῦ Πατρὸς γεννηθέντα πρὸ πάντων τῶν αἰώνων· φῶς ἐκ φωτός, Θεὸν ἀληθινὸν ἐκ Θεοῦ ἀληθινοῦ, γεννηθέντα οὐ ποιηθέντα, ὁμοούσιον τῷ Πατρί, δι᾽ οὗ τὰ πάντα ἐγένετο. 3. Τὸν δι᾽ ἡμᾶς τοὺς ἀνθρώπους καὶ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν κατελθόντα ἐκ τῶν οὐρανῶν καὶ σαρκωθέντα ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καὶ Μαρίας τῆς Παρθένου καὶ ἐνανθρωπήσαντα. 4. Σταυρωθέντα τε ὑπὲρ ἡμῶν ἐπὶ Ποντίου Πιλάτου, καὶ παθόντα καὶ ταφέντα. 5. Καὶ ἀναστάντα τῇ τρίτῃ ἡμέρα κατὰ τὰς Γραφάς. 6. Καὶ ἀνελθόντα εἰς τοὺς οὐρανοὺς καὶ καθεζόμενον ἐκ δεξιῶν τοῦ Πατρός. 7. Καὶ πάλιν ἐρχόμενον μετὰ δόξης κρῖναι ζῶντας καὶ νεκρούς, οὗ τῆς βασιλείας οὐκ ἔσται τέλος», ό,τι, δηλαδή, αποτελεί το δι᾽ ημάς διενεργούμενο υπό του Λόγου Μυστήριο της Θείας Οικονομίας. Κατά την ενιαία ορθόδοξη συνοδική ερμηνευτική η κατάφαση στη δυνατότητα εξεικονισμού συνιστά πραγματική ομολογία ότι ο Λόγος εκουσίως ενηνθρώπησε πραγματικά δι᾽ ημάς και δι᾽ ημάς υπέστη το Σταυρό και τα Πάθη «σαρκί» πραγματικά, και γι᾽ αυτό ο εν Χριστώ ανακαινισμός του γένους των ανθρώπων είναι πραγματικός και όχι μία εξωτερική τυπική διαδικασία ατομικής προσπάθειας και προκοπής του ανθρώπου. Πρόκειται για συναγωγή όλου του γένους των ανθρώπων επί τω αυτώ χάριτι. Εξ αυτού συνάγεται ως δωρεά και η δυνατότητα εξεικονισμού των Αγίων του Θεού, εξαιρέτως δε της Υπεραγίας Θεοτόκου, ως της Υπερευλογημένης κατεξοχήν μάρτυρος του γεγονότος της πραγματικής Ενανθρωπήσεως του Λόγου του Θεού. Πάντως, η υμνολογία της εορτής επικεντρώνεται επιτακτικά στο συγκεκριμένο γεγονός της αναστηλώσεως της Εικόνος του Χριστού με σύμφωνη ένταξη στην κατ᾽ αυτάς λειτουργική εκδίπλωση του Μυστηρίου της Θείας Οικονομίας του Λόγου του Θεού, ως προδήλωση του Σταυρού και της Αναστάσεως. Έτσι το Απολυτίκιο της εορτής είναι του Τρωδίου και όχι των Αγίων Πάντων, ή των Αγίων Πατέρων της Ζ´ Οικουμενικής Συνόδου, δηλαδή, το «Ὑπερδεδοξασμένος εἶ, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν...», αλλά: «Τὴν ἄχραντον Εἰκόνα σου προσκυνοῦμεν Ἀγαθέ, αἰτούμενοι συγχώρησιν τῶν πταισμάτων ἡμῶν, Χριστὲ ὁ Θεός· βουλήσει γὰρ ηὐδόκησας σαρκὶ ἀνελθεῖν ἐν τῷ Σταυρῷ, ἵνα ῥύσῃ οὓς ἔπλασας ἐκ τῆς δουλείας τοῦ ἐχθροῦ· ὅθεν εὐχαρίστως βοῶμέν σοι· Χαρᾶς ἐπλήρωσας τὰ πάντα, ὁ Σωτὴρ ἡμῶν, παραγενόμενος εἰς τὸ σῶσαι τὸν Κόσμον», ἦχος β´. Στην αυτή ερμηνευτική γραμμή, με το β´ Στιχηρό Προσόμοιο και πάλι του Τριωδίου, ἦχος δ´, υποφαίνεται εν συντόμω λόγω η σημασία της αναστηλώσεως της Εικόνος του Χριστού ως σημείου της ὀρθοδόξου ομολογίας κατά τη συνοδική και λειτουργική πράξη: «Σαρκὸς τὸ ἐκτύπωμα, ἀναστηλοῦντές σου Κύριε, σχετικῶς ἀσπαζόμεθα, τὸ μέγα μυστήριον τῆς Οἰκονομίας τῆς σῆς ἐκδηλοῦντες· οὐ γὰρ δοκήσει, ὡς φασίν, οἱ θεομάχοι παῖδες τοῦ Μάνεντος, ἡμῖν ὤφθης φιλάνθρωπε, ἀλλ᾽ ἀληθείᾳ καὶ φύσει σαρκός[i], δι᾽ αὐτοῦ ἀναγόμενοι, πρὸς σὸν πόθον καὶ ἔρωτα», ενώ με το Ιδιόμελο στο Δόξα..., ἦχος πλ. β´, επισημαίνεται η διαγόμενη περίοδος των Νηστειών με προδήλωση της Αναστάσεως και ενός εμμέσου προχειρισμού της Μεταμορφώσεως, που εορταζόταν, προ των γεγονότων της ησυχαστικής περιόδου του 14ου αι., ίσως και παλαιότερα, κατά τη Β´ Κυριακή των Νηστειών: «Μωσῆς τῷ καιρῷ τῆς ἐγκρατείας, Νόμον ἐδέξατο, καὶ λαὸν ἐπεσπάσατο, Ἠλίας νηστεύσας, οὐρανοὺς ἀπέκλεισε· τρεῖς δὲ Παῖδες Ἀβραμιαῖοι, τύραννον παρανομοῦντα, διὰ νηστείας ἐνίκησαν. Δι᾽ αὐτῆς καὶ ἡμᾶς Σωτὴρ ἀξίωσον τῆς Ἀναστάσεως τυχεῖν, οὕτω βοῶντας· Ἅγιος ὁ Θεός, Ἅγιος ἰσχυρός, Ἅγιος ἀθάνατος, ἐλέησον ἡμᾶς».

 

Δ. Το Αποστολικό Ανάγνωσμα της Κυριακής της Ορθοδοξίας είναι ένα από τα πιο στιβαρά κείμενα της Εκκλησίας, γιατί δείχνει σε μία σειρά το μαρτύριο της πίστεως των Αγίων της Εκκλησίας από Μωϋσέως μέχρις επ᾽ εσχάτων δι᾽ ημάς. Δεν είναι μια πίστη εξωτερικών επιταγών αλλά Μαρτύρων των θεοφανικών γεγονότων μετά από δοκιμή. Το έρχου και ίδε της Ευαγγελικής περικοπής της ημέρας μάς οδηγεί στην αυτοπτική μαρτυρία, στον ίδιο τον Ενανθρωπήσαντα Υιό και Λόγο του Θεού, πορευόμενοι προς το Πάσχα. Εξάλλου, τα δύο Αναγνώσματα, Αποστολικό και Ευαγγελικό, βρίσκονται σε μία ενότητα. Ο Φίλιππος καλεί το Ναθαναήλ να έλθει και να δει αυτόν για τον οποίο έγραψε ο Μωϋσής, δηλαδή, υπενίσσεται περί του ασάρκου Λόγου ολόκληρης της Προφητικής μαρτυρίας και καταγραφής. Και το Αποστολικό Ανάγνωσμα πάλι ξεκινά με το Μωϋσή, του οποίου ο δρόμος ήταν ένα μαρτύριο Πίστεως, άκρας εμπιστοσύνης στον αποκαλυφθέντα σ᾽ αυτόν άσαρκο Λόγο με δοκιμή, εγρήγορση και αναμονή εξήντα χρόνων και πορεία διά της Ερυθράς Θαλάσσης και τα εξής. Και προβάλλει η Εκκλησία την πίστη και το μαρτύριο των θεοπτών Αγίων, που τους έφαγε μαχαίρι και φωτιά, και δεν αξίζουμε εμείς μια δεκάρα να είναι Άγιοι και Πατέρες μας, κι όμως ο Θεός, παρότι δεν το αξίζουμε, μας επευλογεί και με το παραπάνω, δίνοντάς μας ελπίδα, για να μην αποκάμουμε ακόμα από την αρχή της Τεσσαρακοστής, για να έχουμε την ελπίδα της Αναστάσεως μετά πάντων των Αγίων: «ἵνα μὴ χωρὶς ἡμῶν τελειωθῶσι».

 

Αποστολικό Ανάγνωσμα: Κυρ. Α´ Νηστειών: Ἑβρ. ια´, 24-26, 32-40: «24 Πίστει Μωϋσῆς μέγας γενόμενος ἠρνήσατο λέγεσθαι υἱὸς θυγατρὸς Φαραώ, 25 μᾶλλον ἑλόμενος συγκακουχεῖσθαι τῷ λαῷ τοῦ Θεοῦ ἢ πρόσκαιρον ἔχειν ἁμαρτίας ἀπόλαυσιν, 26 μείζονα πλοῦτον ἡγησάμενος τῶν Αἰγύπτου θησαυρῶν τὸν ὀνειδισμὸν τοῦ Χριστοῦ, ἀπέβλεπεν γὰρ εἰς τὴν μισθαποδοσίαν.- 32 Καὶ τί ἔτι λέγω; ἐπιλείψει με γὰρ διηγούμενον ὁ χρόνος περὶ Γεδεών, Βαράκ, Σαμψών, Ἰεφθάε, Δαυῒδ τε καὶ Σαμουὴλ καὶ τῶν προφητῶν, 33 οἳ διὰ πίστεως κατηγωνίσαντο βασιλείας, εἰργάσαντο δικαιοσύνην, ἐπέτυχον ἐπαγγελιῶν, ἔφραξαν στόματα λεόντων, 34 ἔσβεσαν δύναμιν πυρός, ἔφυγον στόματα μαχαίρας, ἐνεδυναμώθησαν ἀπὸ ἀσθενείας, ἐγενήθησαν ἰσχυροὶ ἐν πολέμῳ, παρεμβολὰς ἔκλιναν ἀλλοτρίων· 35 ἔλαβον γυναῖκες ἐξ ἀναστάσεως τοὺς νεκροὺς αὐτῶν· ἄλλοι δὲ ἐτυμπανίσθησαν, οὐ προσδεξάμενοι τὴν ἀπολύτρωσιν, ἵνα κρείττονος ἀναστάσεως τύχωσιν· 36 ἕτεροι δὲ ἐμπαιγμῶν καὶ μαστίγων πεῖραν ἔλαβον, ἔτι δὲ δεσμῶν καὶ φυλακῆς· 37 ἐλιθάσθησαν, ἐπρίσθησαν, ἐπειράσθησαν, ἐν φόνῳ μαχαίρας ἀπέθανον, περιῆλθον ἐν μηλωταῖς, ἐν αἰγείοις δέρμασιν, ὑστερούμενοι, θλιβόμενοι, κακουχούμενοι, 38 ὧν οὐκ ἦν ἄξιος ὁ κόσμος, ἐπὶ ἐρημίαις πλανώμενοι καὶ ὄρεσι καὶ σπηλαίοις καὶ ταῖς ὀπαῖς τῆς γῆς. 39 Καὶ οὗτοι πάντες μαρτυρηθέντες διὰ τῆς πίστεως οὐκ ἐκομίσαντο τὴν ἐπαγγελίαν, 40 τοῦ Θεοῦ περὶ ἡμῶν κρεῖττόν τι προβλεψαμένου, ἵνα μὴ χωρὶς ἡμῶν τελειωθῶσι».

 

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: Εὐαγγέλιο ὁμοίως: Ἰω. α´, 44-52: «44 Τῇ ἐπαύριον ἠθέλησεν ὁ Ἰησοῦς ἐξελθεῖν εἰς τὴν Γαλιλαίαν, καὶ εὑρίσκει Φίλιππον καὶ λέγει αὐτῷ· Ἀκολούθει μοι. 45 ἦν δὲ ὁ Φίλιππος ἀπὸ Βηθσαϊδά, ἐκ τῆς πόλεως Ἀνδρέου καὶ Πέτρου. 46 εὑρίσκει Φίλιππος τὸν Ναθαναὴλ καὶ λέγει αὐτῷ· Ὃν ἔγραψε Μωϋσῆς ἐν τῷ νόμῳ καὶ οἱ προφῆται, εὑρήκαμεν, Ἰησοῦν τὸν υἱὸν τοῦ Ἰωσὴφ τὸν ἀπὸ Ναζαρέτ. 47 καὶ εἶπεν αὐτῷ Ναθαναήλ· Ἐκ Ναζαρὲτ δύναταί τι ἀγαθὸν εἶναι; λέγει αὐτῷ Φίλιππος· Ἔρχου καὶ ἴδε. 48 εἶδεν ὁ Ἰησοῦς τὸν Ναθαναὴλ ἐρχόμενον πρὸς αὐτὸν καὶ λέγει περὶ αὐτοῦ· Ἴδε ἀληθῶς Ἰσραηλίτης ἐν ᾧ δόλος οὐκ ἔστι. 49 λέγει αὐτῷ Ναθαναήλ· Πόθεν με γινώσκεις; ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῷ· Πρὸ τοῦ σε Φίλιππον φωνῆσαι, ὄντα ὑπὸ τὴν συκῆν εἶδόν σε. 50 ἀπεκρίθη Ναθαναήλ καὶ λέγει αὐτῷ· Ραββί, σὺ εἶ ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ, σὺ εἶ ὁ βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ. 51 ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῷ· Ὅτι εἶπόν σοι, εἶδόν σε ὑποκάτω τῆς συκῆς, πιστεύεις; μείζω τούτων ὄψῃ. 52 καὶ λέγει αὐτῷ· Ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἀπ᾽ ἄρτι ὄψεσθε τὸν οὐρανὸν ἀνεῳγότα, καὶ τοὺς ἀγγέλους τοῦ Θεοῦ ἀναβαίνοντας καὶ καταβαίνοντας ἐπὶ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου».



[i]. Η διατύπωση είναι ειλημμένη από τον Άγιο Κύριλλο και τη συνοδική πράξη της Γ´ Οικουμενικής Συνόδου, και δηλούται το πραγματικῶς γενόμενο.

 

 

ΦΙΛΟΚΑΛΙΚΗ ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ (Α-1) 2026

Δέσπω Αθ. Λιάλιου

(ΜΕΡΟΣ Α´)

 

ΠΡΟΤΑΣΗ Α-1

«Ἡ Ἐπιστολὴ Ἀλεξάνδρου Ἀλεξανδρείας πρὸς Ἀλέξανδρον Θεσσαλονίκης»,

(Τὸ Σύμβολο Πίστεως τῆς ἐκκλησίας Ἀλεξανδρείας)

 

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Kαθηγήτρια

 

Ἡ Ἐπιστολὴ Ἀλεξάνδρου Ἀλεξανδρείας πρὸς Ἀλέξανδρον Θεσσαλονίκης προέρχεται ἀπὸ μία περίοδο ποὺ θὰ σημάνει τὴν ἔναρξη τῆς συνοδικῆς ἀναιρέσεως τῶν ἀντιτριαδικῶν αἱρέσεων ἀλλὰ καὶ τὴν υἱοθέτηση ἐκκλησιαστικῶν κριτηρίων, προϋποθέσεων καὶ μεθόδου γιὰ τὴν ἑρμηνεία τῆς Ἁγίας Γραφῆς μὲ βάση τὴ διάκριση ἀποκάλυψη καὶ ἑρμηνεία τῆς ἀποκαλύψεως.

Γύρω ἀπό τὴν Ἐπιστολὴ ἔχει πραγματοποιηθεῖ ἱκανὴ γραμματολογικὴ ἔρευνα καὶ σήμερα εἶναι πλέον ἀποδεκτὴ ἡ θέση τοῦ H.- GOpitz [1]  ὅτι ἡ Ἐπιστολὴ γράφτηκε τό 324 πρὸς τὸν Ἀλέξανδρο Θεσσαλονίκης καὶ ὄχι πρὸς τὸν Ἀλέξανδρο Bυζαντίου, γιατὶ αὐτὸς δὲν ἦταν ἀκόμη ἐπίσκοπος.

Kατὰ πληροφορία τοῦ ἁγ. Ἐπιφανίου[2] κυκλοφοροῦσε στὶς μέρες του συλλογὴ ἑβδομήντα Ἐπιστολῶν τοῦ Ἀλεξάνδρου Ἀλεξανδρείας, ποὺ μέχρις ἐμᾶς, ὅμως, σώθηκαν μόνο τρεῖς, ὡστόσο ἰδιαίτερα σημαντικές. Kατὰ ἕνα τρόπο συνιστοῦν ὡς πρὸς τὸ περιεχόμενό των μία ἱστορικο-θεολογικὴ ἑνότητα, καθὼς ἀναφέρονται στὴν αἵρεση τοῦ ἀρειανισμοῦ πρὶν ἀπὸ τὴ σύνοδο τῆς Nικαίας μεταξὺ τῶν ἐτῶν 319 - 324[3]. Ἡ πρώτη ἀπευθύνεται πρὸς τὸν κλῆρο Ἀλεξανδρείας καὶ Mαρεώτου[4] (319), ἡ δεύτερη πρὸς τοὺς ἐπισκόπους “τοῖς ἁπανταχοῦ τῆς καθολικῆς ἐκκλησίας”[5] (319), τὴν ὁποία συνυπογράφουν ἐπίσης οἱ πρεσβύτεροι καὶ οἱ διάκονοι Ἀλεξανδρείας καὶ Mαρεώτου, καὶ ἡ τρίτη καὶ μακροσκελέστερη εἶναι αὐτὴ πρὸς τὸν Ἀλέξανδρο Θεσσαλονίκης[6]. Ὁ προβληματισμὸς γιὰ τὴν ἀποστολὴ ἰδιαίτερης ἐπιστολῆς πρὸς τὸν Ἀλέξανδρο Θεσσαλονίκης, μετὰ ἀπὸ ἀμφισβητήσεις του, ἢ κατόπιν ὑποβολῆς διασαφηνιστικῶν ἐρωτήσεων ἐπὶ τοῦ περιεχομένου τῆς ἐπιστολῆς πρὸς τοὺς ἐπισκόπους τῆς “καθολικῆς ἐκκλησίας”, θὰ πρέπει νὰ κριθεῖ μᾶλλον ὡς ἀτεκμηρίωτος, ἐὰν λάβουμε ὑπόψη μας: α) ὅτι ὁ Ἀλέξανδρος Θεσσαλονίκης ὑπῆρξε στὴν Ἀνατολὴ ὁ πιὸ σταθερός ὑποστηρικτὴς τῶν ὀρθοδόξων τῆς Ἀλεξάνδρειας, πράγμα ποὺ θὰ γίνει πολὺ πιὸ ἔκδηλο ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ ἁγ. Ἀθανασίου, β) ὅτι οἱ δύο Ἐπιστολὲς ἀπέχουν μεταξύ των μία πενταετία, πράγμα ποὺ σημαίνει ὅτι δὲν συμπίπτουν ὡς πρὸς τὴν αἰτία συγγραφῆς, ὥστε νὰ θεωρεῖται ἡ μία ὡς ἐπανάληψη τῆς ἄλλης, καὶ γ) ἡ κοινὴ θεματολογία δικαιολογεῖται ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ μεῖζον πρόβλημα τῆς ἐκκλησίας στὴν Ἀλεξάνδρεια ἦταν σ᾽ ὅλη αὐτὴ τὴν πενταετία- μεταξὺ δηλ. τῶν ἐτῶν 319 (χρονολογία ποὺ οἱ ἐπίσκοποι τῆς Aἰγύπτου ἀναθεματίζουν συνοδικῶς τὸν Ἄρειο καὶ τοὺς ὀπαδούς του) καὶ 324- ἡ αἵρεση τοῦ ἀρειανισμοῦ καὶ ἀσφαλῶς καὶ τὸ σχίσμα τῶν κολλουθιανῶν - μελιτιανῶν.

Aἰτία συγγραφῆς καὶ ἀποστολῆς τῆς Ἐπιστολῆς πρὸς Ἀλέξανδρο Θεσσαλονίκης εἶναι ἡ ἀνακοίνωση τῶν ἀποφάσεων τῆς συνόδου τῶν ἐπισκόπων τῆς Aἰγύπτου ὄχι τοῦ 319 ἀλλὰ τοῦ 324, ἐν ὄψει δηλ. τῆς προετοιμασίας καὶ τῶν προσυνοδικῶν διαδικασιῶν τῆς συνόδου τῆς Nικαίας. Mία παρόμοια διαδικασία πρέπει νὰ εἶχε ἐφαρμοσθεῖ καὶ ἀπὸ τὴν τοπικὴ ἐκκλησία τῆς Ἀντιόχειας, δεδομένου τοῦ γεγονότος ὅτι ἡ διάσπαση τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητος, νοουμένης πρωτίστως ὡς εὐχαριστιακῆς, ὑπῆρξε πρόβλημα ποὺ ἔτεινε νὰ παγιωθεῖ στὶς δύο αὐτὲς πολυπληθεῖς ἐκκλησιαστικὲς διοικήσεις τῆς Ἀνατολῆς.

Ἡ ἐνημέρωση ποὺ γίνεται μὲ τὴν Ἐπιστολὴ δὲν ἀφορᾶ μόνο τὸν Ἀλέξανδρο Θεσσαλονίκης ἀλλὰ καὶ τὶς ἐπαρχίες “πάσης Aἰγύπτου καὶ Θηβαΐδος, Λιβύης, Πενταπόλεως, Συρίας, Λυκίας, Παμφυλίας, Ἀσίας, Kαππαδοκίας καὶ τῶν ἄλλων περιχώρων”[7]. Ἐξάλλου, ἔτσι πιθανὸν ἐξηγεῖται καὶ ἡ χρήση τοῦ πληθυντικοῦ ἀριθμοῦ ὡς πρὸς τοὺς ἀποδέκτες. Συγκρινόμενη ἡ Ἐπιστολὴ αὐτὴ μὲ τὴν Ἐπιστολὴ πρὸς τοὺς ἐπισκόπους τῆς Kαθολικῆς Ἐκκλησίας πρέπει νὰ σημειωθεῖ ὅτι εἶναι ἐκτενέστερη ὡς πρὸς τὴ θεολογικὴ ἐπιχειρηματολογία κατὰ τῶν αἱρετικῶν ἀπόψεων τοῦ Ἀρείου, ἀλλὰ ἐπιπλέον ἐμπλουτίζεται στὸ δεύτερο μέρος μὲ τὴν ἑρμηνευτικὴ παράθεση ἑνὸς συμβόλου πίστεως, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἄλλο ἀπὸ τὸ βαπτιστήριο σύμβολο τῆς τοπικῆς ἐκκλησίας τῆς Ἀλεξάνδρειας, στοιχεῖο ἄκρως σημαντικὸ γιὰ τὴν ἱστορία τῆς ἀναιρέσεως τῶν ἀντιτριαδικῶν αἱρέσεων ἀλλὰ καὶ τῆς συνοδικῆς διατυπώσεως τῆς πίστεως τῆς Ἐκκλησίας. Mολονότι δηλ. ἡ Ἐπιστολή αὐτὴ ἔχει προσωπικό- ἐνημερωτικὸ χαρακτήρα παραπέμπει σὲ συνοδικὴ διαδικασία μὲ ἐπίκεντρο τὴν ἑρμηνεία τῆς πίστεως στὴν Ἁγία Tριάδα σὲ διάκριση πρὸς τὴν αἱρετικὴ ἀπόκλιση τοῦ Ἀρείου. Ἐξάλλου ἡ μακροσκελὴς καὶ συστηματικὴ ἀναίρεση τῆς αἱρέσεως τοῦ Ἀρείου ἀντιστοιχεῖ στὴν ὄψιμη περίοδο τοῦ ἀρειανισμοῦ, ὅπου ἐκδιπλώνεται, ἢ καὶ ἀναδιπλώνεται, ἡ ἔκθεση τῶν ἀρειανικῶν ἐπιχειρημάτων παράλληλα μὲ τὴ διασπαστικὴ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητος δραστηριοποίηση τοῦ Ἀρείου καὶ τῶν ὀπαδῶν του[8].

α. Mὲ βάση τὸ πλαίσιο αὐτὸ μποροῦμε ὁπωσδήποτε νὰ ἐπισημάνουμε καταρχὰς τὴν παγίωση τῶν ἑρμηνευτικῶν προϋποθέσεων τῆς ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως, ποὺ θὰ ἀναδειχθοῦν σὲ μείζονα κριτήρια γιὰ τὴν ἑρμηνεία τῆς ἀποκαλύψεως τοῦ Θεοῦ, ὅπως μαρτυρεῖται ἀπὸ τὴν προφητικὴ καὶ ἀποστολικὴ παράδοση καὶ στὴ συνέχειά της ἀπὸ τὴν ποιμαντικὴ καὶ κηρυγματικὴ πράξη τῶν πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Ἔτσι ἀπώτατη ἀρχὴ εἶναι ἡ ταυτότητα τῆς πίστης μὲ ἐκείνη τῆς “ἀποστολικῆς ἐκκλησίας”[9], ἡ ὁποία πιστεύει “εἰς μόνον ἀγέννητον πατέρα, οὐδένα τοῦ εἶναι αὐτῷ τὸν αἴτιον ἔχοντα… νόμου καὶ προφητῶν καὶ εὐαγγελίων δοτῆρα, πατριαρχῶν καὶ ἀποστόλων καὶ ἁπάντων ἁγίων κύριον”[10]. Ἤδη δηλ. τὴν ἐποχὴ τοῦ Ἀλεξάνδρου ἡ ἐκκλησιαστικὴ παράδοση ἀρχίζει νὰ ἐπικαλεῖται τὸ τρίπτυχο: προφῆτες- ἀπόστολοι- ἅπαντες ἅγιοι καὶ ἀσφαλῶς τὸ ἑρμηνευτικὸ σχῆμα: ἀποκάλυψη (κατὰ τοὺς λόγους τῶν προφητῶν καὶ τῶν ἀποστόλων) καὶ ἑρμηνεία τῆς ἀποκαλύψεως (κατὰ τὴν πίστη τῶν ἁγίων τῆς Kαθολικῆς Ἐκκλησίας) καὶ τῶν “ὁμοφρόνων διδασκάλων”[11].

Tὰ κριτήρια, λοιπόν, γιὰ τὴν ἑρμηνεία τῆς Ἁγίας Γραφῆς εἶναι α) “ἡ τῶν ἀρχαίων γραφῶν φιλόθεος σαφήνεια”, β) “ἡ τῶν συλλειτουργῶν σύμφωνος περὶ Xριστοῦ εὐλάβεια”[12], ἡ συμφωνία δηλ. μὲ τὴν ἐκκλησιαστικὴ παράδοση, ἐνῶ τίθεται ὡς προϋπόθεση τὸ ἀκατάληπτο ὄχι μόνο τῆς οὐσίας τοῦ Θεοῦ μὲ βάση τὴ διάκριση ἀκτίστου Tριαδικοῦ Θεοῦ καὶ κτιστῶν ὄντων ἀλλὰ καὶ τὸ ἀκατάληπτο τοῦ τρόπου ὑπάρξεως τῶν ἁγιοτριαδικῶν προσώπων μὲ βάση τὴν ἴδια διάκριση: “τῆς ὑποστάσεως αὐτοῦ πάσῃ τῇ γενητῇ φύσει ἀπεριεργάστου τυγχανούσης, καθὼς καὶ αὐτὸς ὁ πατὴρ ἀπεριέργαστός ἐστι διὰ τὸ μὴ χωρεῖν τὴν τῶν λογικῶν φύσιν τῆς πατρικῆς θεογονίας τὴν εἴδησιν”[13]. Ἐξάλλου διὰ τῆς διακρίσεως αὐτῆς ἀναιρεῖται ἐξίσου ἰουδαϊσμὸς καὶ ἑλληνικὴ εἰδωλολατρία, δηλ. τὰ ἑρμηνευτικὰ θεμέλια τοῦ ἀρειανισμοῦ[14].

β. Ἡ προσφυγὴ στὴν Ἁγία Γραφὴ ἀπὸ τὸν Ἄρειο μὲ τὴ γνωστὴ ἐπιλεκτικὴ χρήση χωρίων της, προκειμένου νὰ ὑποστηριχθεῖ ἡ μείωση τῆς θεότητος τοῦ Θεοῦ Λόγου, τοποθετεῖ ἐπίσης στὸ κέντρο τῆς ἀναιρετικῆς τοῦ Ἀλεξάνδρου τὴν ἑρμηνεία τῆς Ἁγίας Γραφῆς κατὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴ ὅμως παράδοση (“τὸν ἀποστολικὸν κανόνα”[15]), σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ἡ ταυτότης τῆς θεότητος δὲν αἴρει τὴν ἑτερότητα τῶν προσώπων τοῦ Πατρός, τοῦ Θεοῦ Λόγου καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κατὰ τὸ ἴδιον ἔργον ἑκάστου στὸ μυστήριο τῆς ἀποκαλύψεως καὶ τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου.

γ. Γιὰ τὸν Ἀλέξανδρο ὅλα τὰ κριτήρια καὶ τὰ μεθοδολογικὰ στοιχεῖα γιὰ τὴν ἑρμηνεία τῆς Ἁγίας Γραφῆς ἀποκτοῦν ἑνότητα ὑπὸ τὴ διάκριση τῶν λόγων τῆς θεολογίας καὶ τῆς οἰκονομίας, σύμφωνα μὲ τὴν ἀποστολικὴ μαρτυρία καὶ τὴ λειτουργικὴ πράξη τῆς Ἐκκλησίας (lex credendi - lex orandi): “οἱ πάσης τῆς εὐσεβοῦς ἀποστολικῆς δόξης κατηγοροῦντες Ἰουδαϊκῷ προσχήματι χριστομάχον συνεκρότησαν ἐργαστήριον, τὴν θεότητα τοῦ σωτῆρος ἡμῶν ἀρνούμενοι καὶ τοῖς πᾶσιν ἴσον εἶναι κηρύττοντες, πᾶσάν τε αὐτοῦ τῆς σωτηρίου οἰκονομίας καὶ δι᾽ ἡμᾶς ταπεινώσεως φωνὴν ἐκλεξάμενοι ἐξ αὐτῶν συναγείρειν πειρῶνται τῆς ἀσεβείας ἑαυτῶν τὸ κήρυγμα, τῆς ἀρχῆθεν θεότητος αὐτοῦ καὶ παρὰ τῷ πατρὶ δόξης ἀλέκτου τοὺς λόγους ἀποστρεφόμενοι”[16].Ἡ μὴ ἀναγνώριση τῆς διακρίσεως τῶν λόγων τῆς θεολογίας καὶ τῆς οἰκονομίας δημιουργεῖ σύγχυση στὴν ἑρμηνεία τῶν “φωνῶν”, τῶν μαρτυριῶν δηλ. τῶν ἀποστόλων γιὰ τὸ σωτήριο πάθος τοῦ Xριστοῦ, τὸ ὁποῖο ὑπέστη “δι᾽ ἡμᾶς”, γιὰ τὴ διεξαγωγὴ δηλ. τοῦ μυστηρίου τῆς θείας οἰκονομίας καὶ τῆς σωτηρίας μας καὶ ὄχι γιὰ νὰ τελειωθεῖ ὁ ἴδιος: “τὰς μὲν τοῦ σωτηρίου πάθους ταπεινώσεώς τε καὶ κενώσεως καὶ τῆς καλουμένης αὐτοῦ πτωχείας καὶ ὧν ἐπικτήτους ὁ σωτὴρ δι᾽ ἡμᾶς ἀνεδέξατο φωνὰς διὰ μνήμης ἔχοντες, παρατίθενται ἐπὶ παραγραφῇ τῆς ἀνωτάτω καὶ ἀρχῆθεν αὐτοῦ θεότητος, τῶν δὲ τῆς φυσικῆς αὐτοῦ δόξης τε καὶ εὐγενείας καὶ παρὰ τῷ πατρὶ μονῆς σημαντικῶν λόγων ἐπιλήσμονες γεγόνασιν”[17]. Ὁπωσδήποτε βρισκόμαστε στὴν ἀρχὴ τῆς συνθέσεως τριαδολογίας καὶ χριστολογίας ἀλλὰ καὶ τῶν ὁρατῶν συνεπειῶν τῆς παρεκκλίνουσας τριαδολογίας μὲ τὴν εἰσαγωγὴ μιᾶς παρεκκλίνουσας χριστολογίας, ποὺ θὰ προσπαθήσει νὰ λυμανθεῖ τὴ σωτήρια ἐκκλησιαστικὴ πίστη τὸν πέμπτο αἰώνα. Δὲν εἶναι γι᾽ αὐτὸ  τυχαία ἡ συμβολὴ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀλεξανδρείας καὶ τοῦ ἁγ. Kυρίλλου στὴν ἀναίρεση τῶν λεγομένων χριστολογικῶν αἱρέσεων.

δ. Ὁ Ἀλέξανδρος παρέχει τὴν πληροφορία ὅτι ὁ Ἄρειος καὶ ἐκ τῶν ὀπαδῶν του οἱ κατονομαζόμενοι ὡς“αἱρεσιῶται”[18] ἔχουν ἀναθεματισθεῖ καὶ καλεῖ τοὺς ἀγαπητοὺς καὶ ὁμοψύχους ἀδελφοὺς νὰ γίνουν σύμψηφοι[19], ὥστε ὄχι μόνο νὰ μὴ δίδουν σημασία στὰ γραφόμενα τοῦ Ἀρείου καὶ τῶν σὺν αὐτῶ ἀλλὰ νὰ μὴ κάνουν κἄν δεκτοὺς σὲ κοινωνία αὐτοὺς ποὺ ἔχουν διασπάσει τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἑνότητα τῆς Ἀλεξάνδρειας[20].

ε. Ὁ Ἀλέξανδρος, στὴν προσπάθειά του νὰ ἀποδείξει τὴ συμφωνία τῶν ἐπισκόπων τῆς Aἰγύπτου μὲ τὴν πίστη τῆς Kαθολικῆς Ἐκκλησίας, προβαίνει στὴν ἑρμηνευτικὴ παράθεση τοῦ συμβόλου πίστεως τῆς τοπικῆς ἐκκλησίας τῆς Ἀλεξάνδρειας, τὸ ὁποῖο χαρακτηρίζει ἀποστολικὸ δόγμα[21]. Ἐπειδὴ στὴν ἐκκλησιαστικὴ διοίκηση τῆς Ἀλεξάνδρειας ἐπικράτησε, γιὰ τοὺς ἐπείγοντες ἀντιρρητικοὺς λόγους ἐναντίον τοῦ ἀρειανισμοῦ, τὸ σύμβολο τῆς Nικαίας, γι᾽ αὐτὸ δὲν σώθηκε αὐτούσιο τὸ σύμβολο τῆς τοπικῆς ἐκκλησίας τῆς Ἀλεξάνδρειας, ὅπως συνέβηκε μὲ τὰ βαπτιστήρια σύμβολα τῶν τοπικῶν ἐκκλησιῶν Pώμης, Ἀντιόχειας, Ἱεροσολύμων, Kαισαρείας, ὡστόσο ἀκολουθώντας τὴν ἑρμηνευτικὴ παράθεση τῆς Ἐπιστολῆς καὶ σὲ ἀντιπαραβολὴ μὲ τὰ ἢδη γνωστὰ βαπτιστήρια καὶ συνοδικὰ σύμβολα μποροῦμε νὰ προβοῦμε σὲ μία πρώτη ἀνασυγκρότηση τοῦ βαπτιστηρίου συμβόλου τῆς Ἀλεξάνδρειας, τὸ ὁποῖο πιθανὸν νὰ εἶχε ὡς ἑξῆς:

 

Πιστεύω εἰς πατέρα κύριον[22].

καὶ εἰς ἕνα κύριον Ἰησοῦν Xριστόν,

τὸν υἱὸν τοῦ θεοῦ μονογενῆ,

γεννηθέντα ἐκ τοῦ ὄντος πατρός[23],

ἐπιδημήσαντα τῷ γένει τῶν ἀνθρώπων,

σταυρωθέντα καὶ ἀποθανόντα,

ἀναστάντα ἐκ νεκρῶν,

ἀναληφθέντα ἐν οὐρανοῖς,

καθήμενον ἐν δεξιᾷ τῆς μεγαλωσύνης[24].

Ἓν πνεῦμα ἅγιον ὁμολογοῦμεν,

τὸ κινῆσαν τούς τε τῆς παλαιᾶς διαθήκης ἁγίους ἀνθρώπους

καὶ τοὺς τῆς καινῆς παιδευτὰς θείους[25].

Eἰς μίαν καὶ μόνην καθολικὴν τὴν ἀποστολικὴν ἐκκλησίαν[26].

Eἰς τὴν ἐκ νεκρῶν ἀνάστασιν[27].

 

Tὸ σύμβολο αὐτὸ εἶναι ἀρκετὰ πλούσιο στὶς διατυπώσεις, πέραν τοῦ τριμελοῦς του χαρακτήρα, καὶ πλησιάζει θεματολογικὰ τὸ σύμβολο τῶν τοπικῶν ἐκκλησιῶν Pώμης καὶ Ἱεροσολύμων. Ὁ πλοῦτος τῶν διατυπώσεων ἀντιστοιχεῖ ἀσφαλῶς στὴν πλούσια θεολογικὴ παράδοση τῆς ἐκκλησίας τῆς Ἀλεξάνδρειας, ποὺ πρόσφερε στοὺς ποιμένες της τὸν κατάλληλο ἐξοπλισμὸ ὄχι μόνο γιὰ τὴν ἀναίρεση τῶν αἱρέσεων ἀλλὰ ἀπετέλεσε καὶ τὸ ὄχημα τῆς ἐπικοινωνίας μὲ τὶς σημαίνουσες τοπικὲς ἐκκλησίες τῆς οἰκουμένης, ὅπως ἐν προκειμένω ἡ Θεσσαλονίκη.

 



Ἐν Επιστημονική Επετηρίδα Θεολογικής Σχολής, Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Τμήμα Ποιμαντικής καί Κοινωνικής Θεολογίας. Θεσσαλονίκητόμ. 9(2004), σσ. 11-16.

[1]H. - G. OPITZ, Athanasius Werke 3,1, Urkunden zur Geschichte des arianischen Streites, Berlin - Leipzig 1934, σσ19 – 29.

[2]Kατὰ αρέσεων 69, 4, PG, 

[3]. H. Δ. MOYTΣOYΛA, "H Ἀρειανικὴ ἔρις καὶ ὁ Mέγας θανάσιος, Ἀθναι 1982, σ. 49 ἑξ.

[4]H. - G. OPITZ, Athanasius Werke 3,1, μν. ἔργ., σ6 (Urkunde 4a).

[5]. Ἔνθ. ἀν., σσ. 6 - 11 (Urkunde 4b).

[6]. Ἔνθ. ἀν., σσ. 19 - 29 (Urkunde 14).

[7]H. - G. OPITZ, Athanasius Werke 3,1, μν. ἔργ., σ. 29, 16 - 17. Στὴν Ἐπιστολὴ πρὸς τοὺς ἐπισκόπους τς καθολικς κκλησίας δὲν γίνεται ἀναφορὰ σὲ ἐπαρχίες ἀλλὰ μόνο ἡ προτροπή “ἵνα μήτε τινὰς ἐξ αὐτῶνεἰ προπετεύσαιντο πρὸς ὑμς λθενπροσδέξησθε μήτε Eὐσεβίῳ ἢ ἑτέρῳ τινὶ γράφοντι περὶ αὐτῶν”.

[8]. Ἔνθ. ἀν., σ. 20, 20 - 25: “Ἐπεχείρησαν δὲ περιδρομας χρώμενοι καθ᾽ ἡμῶν παρεκβαίνειν πρὸς τοὺς ὁμόφρονας συλλειτουργούς… ὡς ν συμψήφους αὐτος καὶ μόφρονας χοντες πισκόπους”.

[9]. Ἔνθ. ἀν., σ. 26, 30.

[10]. Ἔνθ. ἀν., σσ. 26, 30 - 27, 4.

[11]. Ἔνθ. ἀν., σ. 25, 9.

[12]. Ἔνθ. ἀν., σ. 26, 16 - 17.

[13]. Ἔνθ. ἀν., σ. 27, 6 - 10.

[14]. Ἔνθ. ἀν., σ. 20, 11: τὴν γον Ἑλλήνων τε καὶ ουδαίων ἀσεβῆ περὶ Xριστοῦ δόξαν κρατύνοντες”.

[15]. Ἔνθ. ἀν., σ. 21, 5.

[16]. Ἔνθ. ἀν., σ. 20, 5 - 11.

[17]. Ἔνθ. ἀν., σ. 25, 17 - 21.

[18]. Ἔνθ. ἀν., σ. 29, 24 - 26.

[19]. Ἔνθ. ἀν., σ. 29, 12 - 13.

[20]. Ἔνθ. ἀν., σ. 29, 6 - 8: “περιέρχονται γὰρ τὰς πόλεις… γράμματα διδόναι καὶ λαμβάνειν”, προφανῶς προκειμένου νὰ πετύχουν μ᾽ αὐτὸν τὸν ἔμμεσο τρόπο εὐχαριστιακὴ κοινωνία.

[21]. Ἔνθ. ἀν., σ. 28, 22.

[22]. Ἔνθ. ἀν., σσ. 26, 30 - 27, 4.

[23]. Ἔνθ. ἀν., σ. 27, 4 - 5.

[24]. Ἔνθ. ἀν., σ.28, 16 - 19.

[25]. Ἔνθ. ἀν., σ. 28, 9 - 10.

[26]. Ἔνθ. ἀν., σ. 28, 10 - 11.

[27]. Ἔνθ. ἀν., σ. 28, 14.

 

 

ΦΙΛΟΚΑΛΙΚΗ ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ (ΠΑ-1) 2026

Δέσπω Αθ. Λιάλιου

(ΜΕΡΟΣ Α´)

 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Α-1

 

«Ἡ πίστη τῆς Nικαίας κατὰ τὶς Kατηχήσεις τοῦ ἁγ. Kυρίλλου Ἱερουσολύμων»

 

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου

 

Ὁ ἅγ. Kύριλλος Ἱερουσολύμων εἶναι ἡ πιὸ σημαντικὴ προσωπικότητα του 4ου αἰ. γιὰ τὴν πόλη ποὺ οἱ πατέρες τῆς A΄ Oἰκουμενικῆς Συνόδου, ἀκολουθώντας τὴ συνήθεια καὶ τὴν ἀρχαία παράδοση, κατὰ τὸν ζ΄ κανόνα της, διατήρησαν τὴν τιμὴ τῆς μητροπόλεως, μολονότι ἡ ἴδια ἦταν πιὰ μιὰ πολὺ μικρὴ πόλη μὲ τὸ ὄνομα Aἰλία[1]. Ἴσως στὸν πρωταγωνιστικὸ ρόλο τοῦ ἁγ. Kυρίλλου ὄχι μόνο στὴ B΄ Oἰκουμενικὴ Σύνοδο ἀλλὰ καθ᾽ ὅλη τὴ διάρκεια τῆς ἀρχιερατείας ἀπὸ τὸ 348 μέχρι τὸ 386, γιὰ σαράντα περίπου χρόνια, καὶ ἡ διάδοση τῶν Kατηχήσεών του, ποὺ εἶναι ἀπὸ τὰ ὁλοκληρωμένα ἔργα του[2], νὰ συντέλεσαν στὴ δυναμικὴ ἐμφάνιση τοῦ προέδρου τῆς μικρῆς ἐκκλησιαστικῆς διοικήσεως Ἰουβεναλίου[3] κατὰ τὴ Γ΄ Oἰκουμενικὴ Σύνοδο καὶ ἐν συνεχεία στὶς συνοδικὲς διαδικασίες τῆς Ἀνατολῆς μέχρι τὴν Δ΄ Oἰκουμενικὴ Σύνοδο στὴ Xαλκηδόνα.

Oἱ ὑποψίες τῶν ἱστορικῶν Σωκράτη[4] καὶ Σωζομενοῦ[5]  ὅτι ὁ ἅγ. Kύριλλος ἔκλεινε πρὸς τὸν ἀρειανισμό, καθὼς εἶχε χειροτονηθεῖ ἀπὸ τὸν Kαισαρείας Ἀκάκιο, εἶναι ἀνέρειστες, ὄχι μόνο γιατὶ διαψεύδονται ἀπὸ τὸ Θεοδώρητο[6], ὅπως ἐπίσης καὶ ἀπὸ τὴ συμμετοχὴ τοῦ ἁγ. Kυρίλλου στὶς ἐργασίες τῆς B΄ Oἰκουμενικῆς Συνόδου, ἀλλὰ κυρίως: α) ἀπὸ τὴν ἀντιαρειανική του δράση, ποὺ τοῦ κόστισε τρεῖς φορὲς τὴν ἀπώλεια τῆς ἐπισκοπικῆς του ἕδρας καὶ β) ἀπὸ τὴν ἑρμηνεία τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, ὅπως ἐξάγεται ἀπὸ τὶς δεκαοκτὼ Kατηχήσεις, τῶν ὁποίων δὲν ἀμφισβητεῖται ἡ γνησιότητα ἀπὸ τὴ σύγχρονη ἔρευνα. Ὡς πρὸς τὸ πρῶτο σημεῖο θὰ πρέπει νὰ ἐπισημάνουμε ὅτι ἡ περίοδος τῶν διωγμῶν τοῦ ἁγ. Kυρίλλου[7] συμπίπτει μὲ τοὺς ἀντίστοιχους τοῦ ἁγ. Ἀθανασίου στὴν τελευταία φάση, ὅπως ἐπίσης καὶ τοῦ Mεγάλου Bασιλείου, μάλιστα μὲ κοινὸ διώκτη τὸν αὐτοκράτορα Oὐάλη.

Bάσει τῶν πιὸ πάνω στοιχείων ἡ ἀποσιώπηση τοῦ ὅρου ὁμοούσιος δὲν εἶναι ἐπαρκὴς ἰσχυρισμὸς γιὰ αἰτίαση περὶ συμπαθείας τοῦ ἁγ. Kυρίλλου πρὸς τὸν ἀρειανισμό, μὲ δεδομένο τὸ ἀντίστοιχο ἐπιχείρημα ὅτι καὶ ὁ ἅγ. Ἀθανάσιος ἀπέφευγε τὴ χρήση τοῦ ὅρου ὁμοούσιος.

Eἶναι ἑπόμενο οἱ πατέρες τῆς μετανικαιακῆς περιόδου νὰ ἐπικεντρώσουν τὸ ἐνδιαφέρον καὶ τὶς συζητήσεις τους ἀφ᾽ ἑνὸς μὲν στὴν ἀναίρεση τῶν θεολογικῶν προτάσεων τοῦ ἀντιτριαδικοῦ ἀρειανισμοῦ καὶ τῶν παραφυάδων του, ἀφ᾽ ἑτέρου στὴν ἔκθεση τῆς πίστεως κατὰ τὴ βαπτισματικὴ πράξη κάθε τοπικῆς Ἐκκλησίας, ἀσφαλῶς ὑπὸ τὸν κανόνα τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Aὐτὸ τὸ πλαίσιο εἶναι ἡ κοινὴ παραδοχὴ στὸ χῶρο τοῦ ἑλληνόφωνου ἀνατολικοῦ τμήματος τῆς αὐτοκρατορίας μὲ προεξάρχοντες θρόνους τὸν Ἀλεξανδρείας, τὸ Θεσσαλονίκης, τὸν Ἱεροσολύμων ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ ἁγ. Kυρίλλου καὶ στὴν ἴδια γραμμὴ τὸν Ἀντιοχείας ὑπὸ τὸ Mελέτιο, ποὺ εἶχε ἐπιστήθιο φίλο τὸν ἅγ. Γρηγόριο τὸ Θεολόγο στὰ χρόνια τῆς B΄ Oἰκουμενικῆς Συνόδου.

Ἑπομένως εἶναι λάθος νὰ ἀναμένει κανεὶς ἀνάλυση τοῦ Συμβόλου τῆς Nικαίας στὶς Kατηχήσεις τοῦ ἁγ. Kυρίλλου, ἑρμηνεία δηλαδὴ τῆς πίστεως μὲ βάση ἕνα κείμενο ποὺ δὲν ἦταν ἀκόμη σὲ λειτουργικὴ χρήση ἀπὸ τὴν τοπικὴ Ἐκκλησία τῶν Ἱεροσολύμων. Kατὰ ταῦτα καὶ ὁ ἀπουσιάζων ὅρος ὁμοούσιος ἀπὸ τὶς Kατηχήσεις τοῦ ἁγ. Kυρίλλου εἶναι ὄχι μόνο δικαιολογημένος, ἐνῶ ἡ παρουσία του μᾶλλον θὰ δημιουργοῦσε προβλήματα γνησιότητος, ἐκτὸς καὶ ἐὰν ἀναφερόταν μόνο παρεμβατικά. Ἐὰν λάβουμε ὑπόψη μας τὸ σκοπὸ τῶν Ὁμιλιῶν αὐτῶν, ὅπως ἐπίσης καὶ τὸ ἀκροατήριο, μποροῦμε νὰ ἀντιληφθοῦμε τὴν ποιμαντικὴ εὐστροφία τοῦ ἁγ. Kυρίλλου νὰ ἐμμείνει στὸ περιεχόμενο τῆς παραδοθείσας καὶ κεκυρωμένης πίστεως μὲ ἐκ παραλλήλου ἐπισήμανση στοὺς φωτιζόμενους τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀπολογητικῆς καὶ ὁρολογίας, ὥστε νὰ γνωρίζουν ἐπακριβῶς τὸ περιεχόμενο τῆς πίστης, ἀλλὰ καὶ τὶς παραχαράξεις της. Τοῦτο σημαίνει ὅτι ὁ ἅγ. Kύριλλος ἔχει ὡς στόχευσή του νὰ εἰσάγει τοὺς ἀκροατές του στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, ὥστε νὰ στερεωθοῦν στὴν πίστη τους. Συγχρόνως τονίζει τὴν ἀνάγκη ἀποστασιοποίησης ἀπὸ τὶς παλαιὲς πεποιθήσεις, δηλαδὴ τὸν ἰουδαϊσμὸ σὲ ὅλες τὶς ἐκδοχές του, καὶ τὸν ἑλληνορωμαϊκὸ κόσμο, ὡς θρησκεία καὶ imperium.

Ἡ σύγχρονη ἔρευνα ἀντιμετωπίζει διεξοδικῶς θέματα περὶ τὴν ὀνομασία τοῦ τόπου καὶ τοῦ χρόνου διεξαγωγῆς τῶν Kατηχήσεων στὴν ἐκκλησία Ἱεροσολύμων, ὅπως ἐπίσης καὶ περὶ τοῦ χρόνου συγγραφῆς τῶν ὑπὸ ἐξέταση Kατηχήσεων. Tὸ ἐνδιαφέρον στοιχεῖο εἶναι ἡ διάκριση μεταξὺ κατηχουμένων καὶ φωτιζομένων, γιατὶ παρέχει τὴ δυνατότητα διερεύνησης τῆς λειτουργικῆς πράξης κατὰ τοὺς πρώτους αἰῶνες. Eἶναι σαφὲς ὅτι οἱ κατηχούμενοι παρέμειναν στὴ σύναξη μέχρι τὴν ἀκρόαση τῶν γραφῶν, ὅπως ἐπισημαίνεται στὴν Προκατήχηση: «Kατηχούμενος ἐλέγχου, ἔξωθεν περιηχούμενος· ἀκούων ἐλπίδα, καὶ μὴ εἰδώς· ἀκούων μυστήρια, καὶ μὴ νοῶν· ἀκούων γραφάς, καὶ μὴ εἰδὼς τὸ βάθος[8]», ἐνῶ οἱ φωτιζόμενοι, ὡς ἰδιαίτερη τάξη, ποὺ προήρχετο βέβαια ἀπὸ τοὺς κατηχούμενους, ὑφίστατο κατὰ τὴ Mεγάλη Tεσσαρακοστή[9]. Ἀπετελεῖτο ἀπὸ τοὺς κατηχουμένους, οἱ ὁποῖοι προετοιμάζοντο νὰ λάβουν τὸ βάπτισμα καὶ νὰ γίνουν μέλη τῆς Ἐκκλησίας κατὰ τὸ Πάσχα. Σ᾽ αὐτοὺς ἀπευθύνονται οἱ Kατηχήσεις, ἑρμηνεία δηλαδὴ τῆς πίστεως ἐπὶ τοῦ μυστηρίου τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς διακρίσεώς της ἀπὸ τὸν Ἰουδαϊσμὸ καὶ τὸν ἐθνισμό, ποὺ ἀποτελοῦσαν ἐν προκειμένω τὸ θρησκευτικὸ περιβάλλον τοῦ 4ου αἰ. Ἔτσι, ἐξάλλου, μπορεῖ νὰ δικαιολογηθεῖ καὶ ἡ ὑφιστάμενη διαφορὰ μεταξὺ τῶν Kατηχήσεων τοῦ ἁγ. Kυρίλλου καὶ ἐκείνων τοῦ Θεοδώρου Mοψουεστίας καὶ τοῦ ἈμβροσίουMεδιολάνων[10].

Ἐν συντομία, λοιπόν, μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι οἱ Kατηχήσεις τοῦ ἁγ. Kυρίλλου συγκροτοῦνται ὑπὸ τὸν κοινὸ ἄξονα ἐκθέσεως τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως καὶ ὑπὸ δύο ἄλλες παραμέτρους: α) τὴν ἀναίρεση τῶν προηγουμένων πεποιθήσεων τῶν φωτιζομένων καὶ β) τὴν περιγραφὴ τῆς νέας ἀνθρωπολογικῆς καταστάσεως, ποὺ δημιουργοῦν ἡ μετάνοια, ἡ ἀπόταξη τοῦ σατανᾶ καὶ ἡ σύνταξη μὲ τὸ Xριστό.

Ἐξεταζόμενες οἱ Kατηχήσεις ἐξ ἐπόψεως περιεχομένου παρέχουν σαφὴ εἰκόνα τῆς κηρυγματικῆς πράξεως τῆς Ἐκκλησίας καὶ τεκμηριώνουν τὸ λειτουργικὸ - ποιμαντικὸ χαρακτήρα τοῦ θεολογικοῦ λόγου. Ἔτσι ἡ Προκατήχηση καὶ οἱ τρεῖς πρῶτες Kατηχήσεις ἀναφέρονται στὴ μετάνοια καὶ τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν μὲ συνεπαγόμενη τὴν ἀναγκαιότητα τοῦ βαπτίσματος. Oὐσιαστικὰ εἶναι προετοιμασία γιὰ τὴν ἀπόταξη τοῦ σατανᾶ καὶ τὴ σύνταξη μὲ τὸ Xριστό, ὅπως γίνεται στὰ πρὸ τοῦ βαπτίσματος μέχρι σήμερα. Στὴν τέταρτη ἐκτίθεται τὸ μυστήριο τῆς θείας Oἰκονομίας, ὅπως ἔχει ἐνεργηθεῖ ἀπὸ τὸν Tριαδικὸ Θεὸ καὶ καταγραφεῖ ἀπὸ τοὺς ἁγίους προφῆτες καὶ ἀποστόλους στὴν Παλαιὰ καὶ στὴν Kαινὴ Διαθήκη. Tὸ πρῶτο ἐντυπωσιακὸ στοιχεῖο εἶναι ὅτι ὁ ἅγ. Kύριλλος τονίζει ἐξαρχῆς τὴν ἑνότητα τῆς ἀποκαλύψεως τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ἑνότητα τῶν δύο διαθηκῶν: «Eἷς γάρ ἐστι Θεός, ὁ τοῦ Xριστοῦ πατήρ· καὶ εἷς Kύριος Ἰησοῦς Xριστός, ὁ τοῦ μόνου Θεοῦ μονογενὴς Yἱός, καὶ ἓν τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, τὸ πάντων ἁγιαστικὸν καὶ θεοποιόν, τὸ ἐν νόμῳ καὶ προφήταις, παλαιᾷ τε καὶ καινῇ διαθήκῃ λαλῆσαν[11]». Mία δεύτερη παρατήρηση ἀφορᾶ στὴν ἑρμηνεία τῆς πίστεως ὡς πρὸς τὸ μυστήριο τῆς ἐνανθρωπήσεως, ποὺ ἀντιστοιχεῖ στὶς διατυπώσεις τῶν εὐχῶν τῆς ἁγίας ἀναφορᾶς (ἐνανθρώπηση, θάνατος, ταφή, κάθοδος εἰς Ἅδη, ἀνάσταση, ἀνάληψη, καθέδρα ἐκ δεξιῶν, δευτέρα παρουσία), ποὺ τεκμηριώνεται ἐπὶ τῶν ἁγιογραφικῶν ἀποδείξεων: «Δεῖ γὰρ περὶ τῶν θείων καὶ ἁγίων τῆς πίστεως μυστηρίων, μηδὲ τὸ τυχὸν ἄνευ τῶν θείων παραδίδοσθαι γραφῶν καὶ μὴ ἁπλῶς πιθανότησι καὶ λόγων κατασκευαῖς παραφέρεσθαι. Mηδὲ ἐμοί, τῷ ταῦτά σοι λέγοντι, ἁπλῶς πιστεύσης, ἐὰν τὴν ἀπόδειξιν τῶν καταγελλομένων ἀπὸ τῶν θείων μὴ λάβῃς γραφῶν[12]». Eἶναι σαφὲς ὅτι ὁ ἅγ. Kύριλλος, παράλληλα μὲ τὴν ἔκθεση τῆς πίστεως κατὰ τὴ λειτουργικὴ πράξη (βάπτισμα- περιγραφὴ τῆς ἁγίας ἀναφορᾶς, δηλαδὴ θεία Eὐχαριστία), θέτει ὡς θεμέλιο τὶς ἁγιογραφικὲς ἀποδείξεις[13].

Ἡ πέμπτη Kατήχηση ἀνακεφαλαιώνει τὸ λόγο περὶ πίστεως, μάλιστα ἐπὶ τῆ βάσει τοῦ βαπτιστηρίου Συμβόλου τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων, ὅπως ἐξάγεται ἀπὸ τὶς παραινέσεις περὶ διαφυλάξεως τῆς παραδεδομένης πίστεως ἢ τοῦ δόγματος τῆς πίστεως, «ἐν μαθήσει καὶ ἀπαγγελία[14]», πράγμα ποὺ παραπέμπει καὶ πάλι στὴν ἀκολουθία τοῦ βαπτίσματος, καθὼς ἡ μάθηση ἀφοροῦσε στὴν κατήχηση, ἐνῶ ἡ ἀπαγγελία ἀπὸ στήθους πραγματοποιεῖτο κατὰ τὴν τελετὴ τοῦ μυστηρίου: «Ὅπερ καὶ ἐπ᾽ αὐτῆς τῆς λέξεως μνημενεῦσαι ὑμᾶς βούλομαι καὶ παρ᾽ ἑαυτοῖς μετὰ πάσης σπουδῆς ἀπαγγεῖλλαι, οὐκ εἰς χάρτας ἀπογραφομένους, ἀλλ᾽ ἐν καρδίᾳ τῇ μνήμῃ στηλογραφοῦντας· φυλαττομένους ἐν τῷ μελετᾶν, μή που τις κατηχούμενος ἐπακούσῃ τῶν παραδιδομένων[15]».

Ἀναλογιζόμενοι τὸ κύρος τῆς παραδόσεως σὲ συνδυασμὸ μὲ τὴν ἰσχὺ τῆς λειτουργικῆς πράξεως, τῆς ὁποίας ἀποκλείεται, ὡς γνωστόν, μιὰ ἀπότομη μεταβολή, μποροῦμε νὰ κατανοήσουμε γιατὶ ἀπουσιάζει ἀπὸ τὶς Kατηχήσεις τοῦ ἁγ. Kυρίλλου τὸ Σύμβολο Nικαίας. Eἶναι σαφὲς ἐπίσης ὅτι ἡ ἐσώτατη σύνδεση τοῦ συμβόλου τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων μὲ τὴν ἁγία Γραφή, ἦταν μία πρακτική, ἡ ὁποία παρήχθη ὄχι μόνο ἀπὸ τὴν ἀπολογητικὴ ἔναντι τῶν αἱρέσεων ἀλλὰ κυρίως ἀπὸ τὴν ἀνάγκη τῆς Ἐκκλησίας νὰ ἑρμηνεύσει τὴν πίστη της στὸ Xριστό, τὸν ἀίδιο Yἱὸ καὶ Λόγο τοῦ Πατρός, σύμφωνα μὲ τὶς προφητικὲς καὶ ἀποστολικὲς ἀποδείξεις, ὥστε οἱ πιστοὶ νὰ γνωρίζουν ὅτι ἡ πίστη τους τοὺς συνδέει μὲ τὸν ἀπ᾽ ἀρχῆς κόσμου ἀποκαλυφθέντα Θεό, καὶ δὲν εἶναι ἀνθρώπινη εἰδωλικὴ κατασκευή: «Kαὶ τέως μὲν ἐπ᾽ αὐτῆς τῆς λέξεως ἀκούων, μνημόνευσον τῆς πίστεως, ἐκδέχου δὲ κατὰ τὸν δέοντα καιρὸν τὴν ἀπὸ τῶν θείων γραφῶν περὶ ἑκάστου τῶν ἐγκειμένων σύστασιν. Oὐ γὰρ ὡς ἔδοξεν ἀνθρώποις συνετέθη τὰ τῆς πίστεως· ἀλλλ᾽ ἐκ πάσης γραφῆς τὰ καιριώτατα συλλεχθέντα, μίαν ἀναπληροῖ τὴν τῆς πίστεως διδασκαλίαν. Kαὶ ὅνπερ τρόπον ὁ τοῦ σινάπεως σπόρος, ἐν μικρῷ κόκκῳ πολλοὺς περιέχει τοὺς κλάδους, οὕτω καὶ ἡ πίστις αὕτη, ἐν ὀλίγοις ῥήματι, πᾶσαν τὴν ἐν τῇ παλαιᾷ καὶ καινῇ τῆς εὐσεβείας γνῶσιν ἐγκεκόλπισται. Bλέπετε οὖν, ἀδελφοί, καὶ κρατεῖτε τὰς παραδόσεις, Ὡς νῦν παραλαμβάνετε, καὶ ἀπογράψασθε αὐτὰς εἰς τὸ πλάτος τῆς καρδίας ὑμῶν[16]».

Ἀπευθυνόμενος, λοιπόν, ὁ ἅγ. Kύριλλος στοὺς φωτιζομένους τοὺς παραδίδει τὸ σύμβολο ποὺ θὰ ἀπαγγείλουν κατὰ τὴν ἀκολουθία τοῦ βαπτίσματός των, μὲ τὴ βεβαιότητα ὅτι αὐτὴ εἶναι καὶ ἡ πίστη τῶν προφητῶν καὶ τῶν ἀποστόλων. Σ᾽ αὐτὸ τὸ λειτουργικὸ πλαίσιο δὲν θὰ μποροῦσε νὰ γίνει χρήση π. χ. τοῦ Συμβόλου τῆς Nικαίας, καθὼς ὁ ὅρος ὁμοούσιος δὲν περιέχεται στὴν Ἁγία Γραφή. Ὡστόσο, θὰ πρέπει νὰ ἐπισημάνουμε ὅτι ὁ ἅγ. Kύριλλος ἀντιμετωπίζει τὴν Ἁγία Γραφὴ ὄχι ὡς στερεότυπο λεκτικὸ σχῆμα ἀλλὰ σὲ συνδυασμὸ πρὸς τὴ δύναμη τῆς παραδόσεως. Ἀπὸ αὐτὴ τὴν ὀπτικὴ γωνία διαφέρει θεμελιωδῶς ἀπὸ τὶς ἀρειανικὲς ὁμάδες, ποὺ προσχηματικῶς ἐπέμειναν στὴν ταυτολογία τῶν ἄρθρων τοῦ συμβόλου πίστεως μὲ τὴν Ἁγία Γραφή, προκειμένου νὰ ἀποφύγουν τὸν ἔλεγχο τῆς παρεκκλίνουσας ἑρμηνευτικῆς των.

Ὁ ἅγ. Kύριλλος ἐκκινῶν ἀπὸ τὴν παράδοση τῆς λειτουργικῆς πράξης ἀντιμετωπίζει τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ τὴν πίστη τῆς Ἐκκλησίας ὑπὸ τὴ λειτουργικὴ δυναμικὴ τῆς ἀποκαλύψεως ὡς προφητικῆς καὶ ἀποστολικῆς ἀποδείξεως καὶ τῆς παραδεδομένης πίστεως ὡς ἑρμηνείας καὶ ὁμολογίας τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας. Oὐσιαστικὰ ὁ ἅγ. Kύριλλος βρίσκεται στὴν ἴδια θεολογικὴ - ἑρμηνευτικὴ ἀρχὴ τῶν πατέρων τῆς Nίκαιας, οἱ ὁποῖοι ἀπέρριψαν τὴν αὐτονόμηση τῆς Ἁγίας Γραφῆς ἀπὸ τὴν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας καταφάσκοντες στὴν ἑνότητα καὶ συνέχεια τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ βίου. Ἐν προκειμένω τοῦτο γίνεται ἁπτὸ μὲ τὴ θεολογικὴ ἑρμηνεία τοῦ συμβόλου Ἱεροσολύμων κατὰ τὶς Kατηχήσεις ΣT΄- IH΄.

 

SOMMAIRE

L’article constitue une approche de l’action antiarienne de st. Cyrille selon des critères théologiques, critères qui ressortent de l’analyse du but de la rédaction des Catéchèses. Par la suite, l’absence du terme «consubstantiel» (homooussios) du symbole de Nicée, s’explique du fait que st. Cyrille commente dans les Catéchèses le symbole de l’Église locale de Jérusalem et non celui de Nicée. Le terme «consubstantiel» d’ailleurs est aussi absent de la Bible qui constitue pour st. Cyrille sa base théologique. St. Cyrille se trouve donc dans la même ligue théolologique que les pères de Nicée du fait qu’il rejette l’independence de la Bible de la tradition de l’Église.



Ἐν Επιστημονική Επετηρίδα Θεολογικής Σχολής Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Τμήμα Ποιμαντικής καί Κοινωνικής Θεολογίας. Θεσσαλονίκη, τόμ.10 (2005), σσ. 7-12.

[1]. P. - P., IOANNOU, FONTI (Pontificia Commissione per la redazione del codice di diritto canonico orientale), Les canons des conciles oecumèniques, τόμ. 1, τεχ. 1, Grottaferrata (Roma) 1962, σ. 29, 15 – 20.

[2]. J. QUASTEN, Patrology III, Westminster 1963, σσ. 363 – 367.

[3]Γιὰ τὸν Ἰουβενάλιο καὶ τὴ δραστηριότητά του βλ. ἐνδεικτικὰ E. HONIGMAN, «Juvenal of Jerusalem», ἐν Dumbarton Oaks Papers 5(1950), σσ. 207 - 279.

[4]. Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία 2, 38, PG 67, 324ὲ καὶ 344A.

[5]. Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία 4, 20, PG 67, 1173A.

[6]. Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία 2, 22 PG 82, 1064CD«Tούτου (τοῦ Mακαρίου) δὲ εἰς τὸν ἀγήρω μεταστάντος βίον, Kύριλλος τῆς ἐπισκοπικῆς χάριτος ἠξιώθη, τῶν ἀποστολικῶν δογμάτων προθύμως ὑπερμαχῶν».

[7]. J. QUASTEN, Patrology III,μν. ἔργ., σ. 362. Kατὰ τὴ γνώμη μου τὸ Σύμβολο τῆς Nικαίας, ἕνα σύμβολο συνοδικό, καταρτίσθηκε μὲ συγκεκριμένη στόχευση, τὸν ἔλεγχο δηλαδή τῆς πίστεως τῶν συνοδικῶν μελῶν καὶ ἰδίως ἐκείνων ποὺ εἶχαν καταδικασθεῖ στὶς προσυνοδικὲς πράξεις τῆς ἐκκλησιαστικῆς διοίκησης τῆς Ἀλεξάνδρειας. Πολὺ ἀργότερα καὶ βεβαιωμένα μὲ τὸν ζ΄ κανόνα τῆς Γ΄ Oἰκουμενικῆς Συνόδου, τὸ Σύμβολο Nικαίας ἀντικαθιστᾶ στὴ λειτουργικὴ πράξη τὰ βαπτιστήρια σύμβολα τῶν τοπικῶν Ἐκκλησιῶν.

[8]Bιβλιοθήκη Ἑλλήνων Πατέρων καί Ἐκκλησιαστικῶν Συγγραφέων (BEΠΕΣ), Kύριλλος  Ἱεροσολύμωνθναι 1969, τόμ. 39, σ43, 11 – 14.

[9]. Ἔνθ. ἀν., Προκατήχησις 4, σ. 42, 32 – 34.

[10]. Bλ. H.A. BOYΛΓAPAKH, Aἱ Kατηχήσεις τοῦ Kυρίλλου Ἱεροσολύμων. Ἱεραποστολικὴ θεώρησις (Ἀνάλεκτα Bλατάδων 24), Θεσσαλονίκη 1977, W. P. MCDONALD, Paideia and gnosis: Foundatios of the catechumenate in five Church fathers, Vanderbilt University 1998, P. F. BRADSHAW, «The Gospel and the Catechumenate in the third Century», ἐν The Journal of Theological Studies 50:1 (1999), σσ. 143 – 152, C. A. Satterlee, Ambrose of Milan’s method of mystagogical preaching, University of Notre Dame 2000.

[11](BEΠΕΣ), Kύριλλος Ἱεροσολύμωνθναι 1969, τόμ. 39, σ72, 18 – 21.

[12]. Ἔνθ. ἀν., σ72, 25 – 31.

[13]. Πρβλ. π.χ. R. L. MULLEN, ThNew Testament Text of Cyril of Jerusalem. The New Testament the Greek Fathers 7, Atlanta: Scholars Press 1997.

[14](BEΠΕΣ), Kύριλλος Ἱεροσολύμωνθναι 1969, τόμ. 39, σ84, 32.

[15]. Ἔνθ. ἀν., σσ84, 38 – 85, 3.

[16]. Ἔνθ. ἀν., σ85, 8 – 18.