HELLENOPHONIA

Πέμπτη 25 Ιουνίου 2026

 

Κυριακή Δ´ Ματθαίου, 28 Ἰουνίου 2026 (6 –7–2025)- (5-6-2020) (Αριθμ. 23Ν1)

Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ.

{Α. Εχθές η Εκκλησία μας εόρτασε τη μνήμη του Οσίου και Θεοφόρου Πατρός Αθανασίου του Αθωνίτη, που έζησε πριν περίπου χίλια χρόνια και είναι ο ιδρυτής της Ιεράς Μονής της Μεγίστης Λαύρας του Αγίου Όρους. Η Μεγίστη Λαύρα είναι το αρχαιότερο μοναστήρι του Όρους. Καταγόμενος ο Άγιος από την περιοχή της Τραπεζούντας με τον περίφημο ναό της Παναγίας της Χρυσοκεφάλου αλλά και της Αγίας Σοφίας, με σπουδές στην Κωνσταντινούπολη και γνωριμία με τους αυτοκρατορικούς κύκλους, μετέφερε στο χώρο του Άθω ιδιαιτέρως την τιμή στην Παναγία. Βρισκόμαστε σε μία εποχή που είχε ήδη διαμορφωθεί ο ενιαύσιος εορτολογικός κύκλος με την εκρηκτική υμνογραφική παραγωγή ερμηνείας του μυστηρίου της Θείας Ενανθρωπήσεως, υμνολογικής ερμηνείας της ομολογίας του Τριαδικού Θεού και εξαίρετης υμνολόγησης και εορτολογικής θεολόγησης της Υπεραγίας Θεοτόκου στο Μυστήριο της Θείας Οικονομίας. Πάνω σ᾽ αυτές τις σταθερές βάσεις οι Πατέρες του Αγίου Όρους θα προσκομίσουν τη νηπτική τους πράξη στο κοινό της Εκκλησίας ως μαρτυρία και βεβαιότητα συνέχειας του αγιακού βίου μέχρι τις μέρες μας. Το Δοξαστικό του Αγίου αποδίδει ακριβώς αυτήν την πορεία, ἦχος πλ. β´: «Τὸν τῆς Ἀθανασίας ἐπώνυμον, ἅπαντες εὐφημήσωμεν, τὸν ἐν τῷ Ἄθῳ, ἀνδρικῶς καὶ γενναίως ἀσκήσαντα, ὃς καὶ τὴν ποίμνην συνήγαγε ταύτην, καὶ οἶκον Κυρίῳ ἀνήγειρε πόθῳ, καὶ τῇ Μητρί του Θεοῦ ἀνέθετο· ᾗ πρεσβεύει ὑπὲρ ἡμῶν, τῶν ἐν πίστει τελούντων τὴν μνήμην αὐτοῦ»}.

Β. Τα Αναγνώσματα της Δ´ Κυριακής Ματθαίου βρίσκονται σε θεολογική συνέχεια της Γ´ Κυριακής Ματθαίου, η οποία εφέτος (2025) καλύφθηκε από την εορτή των Πρωτοκορυφαίων Αγίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου. Ωστόσο, εν συνόψει και στην προοπτική ενός νοηματικού άξονα εκδιπλώσεως ερμηνευτικά του Μυστηρίου της Θείας Οικονομίας μέσω των Αναγνωσμάτων, μπορεί να τεθεί ως συμπέρασμα των Αναγνωσμάτων της προηγούμενης Κυριακής ότι η Εκκλησία αγκαλιάζει όλη την κτίση και την ιστορία του ανθρώπινου γένους, ως συναγωγή παλαιού και νέου Ισραήλ εν πορεία, -και γι᾽ αυτό η Εκκλησία είναι Καθολική-, πίστη, δικαιοσύνη και χάρη ταυτίζονται, γιατί είναι ο ίδιος ο Υιός και Λόγος του Θεού Πατρός ο οποίος ενεργεί την αποκάλυψη, άσαρκος, ένσαρκος και Πνευματικώς ορώμενος και διαδιδόμενος χάριτι προς ημάς εν μεθέξει από εμάς της μιας και αυτής άκτιστης Βασιλείας του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος! 

Γ. 1. α) Ως προς το σημερινό Αποστολικό Ανάγνωσμα: Αυτό είναι το συμπερασματικό απόσπασμα του έκτου κεφαλαίου της Προς Ρωμαίους Επιστολής. Υπενθυμίζω την προηγηθείσα θεματολογία: Προαναγγελία της περιοδείας στη Ρώμη, για την κοινή αποστασία των ανθρώπων Ιουδαίων και εθνών και τη σημασία της μετάνοιας, τη δικαιοσύνη που ενέχει τη μετάνοια και την πίστη στο Χριστό, έχοντες όλοι οι άνθρωποι Πατριάρχη τον Αβραάμ, που προανήγγειλε το νόμο αλλά και την υπέρβασή του διά της πίστεως.

β) Η αναδρομή στον Πατριάρχη Αβραάμ, ο οποίος προηγείται χρονικά της παραδόσεως του Νόμου, του Μωϋσέως και όλων των μεταγενέστερων διατάξεων, που περιγράφονται στην Πεντάτευχο, είναι συγχρόνως αναγωγή όλων των ανθρώπων, όλων των πιστών αδιακρίτως, στα τέκνα του Αβραάμ, κατονομάζοντάς τους ως «κατ᾽ ἐπαγγελίαν» κληρονόμους, ότι, δηλαδή, οι Θεοφάνειες και υποσχέσεις του Θεού προς τον Αβραάμ αφορούν σε όλους που αποδέχονται την πίστη του Αβραάμ και, επομένως, η ενδιάμεση φάση του Μωσαϊκού Νόμου έχει προπαρακευαστικό χαρακτήρα για την αποδοχή του Χριστού, ως του ενός και του αυτού Θεού του παλαιού και νέου Ισραήλ, όπου κυριαρχεί το ζεύγος επαγγελία πατριαρχική (οικουμενική)- πίστη στο Χριστό, και όχι το ζεύγος Νόμος- πίστη ως επιμέρους παιδαγωγική διαδικασία δεκτικότητας των νηπίων. Η υπέρβαση της ενδιάμεσης κατάστασης, που είναι ρήξη με την ιουδαϊκή αποκλειστικότητα και όχι με τις Προφητικές επαγγελίες, εκβάλλει στην ενότητα πάντων στο πρόσωπο του Χριστού, του νέου Αδάμ. Η υπόμνηση του βαπτίσματος (κατά το «ὁμολογῶ ἓν βάπτισμα εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν» αργότερα στο Σύμβολο της Πίστεως) και η αποδοχή του κοινού ανακαινισμού παντός του ανθρωπίνου γένους ως κοινής δωρεάς του Ενανθρωπήσαντος και Σταυρωθέντος Υιού και Λόγου του Θεού Πατρός, αίρει όλες τις φυλετικές, κοινωνικές, ακόμη και τις βιολογικές διακρίσεις σε γυναίκα και άνδρα, καθώς η δωρούμενη υπό του Ενανθρωπήσαντος υιοθεσία συνιστά επάνοδο στην προπτωτική κατάσταση. Γι᾽ αυτό λέγεται ότι οι Θεοφάνειες του Ισραήλ εκβάλλουν και ανακεφαλαιώνονται στο Χριστό, ο οποίος συνέχει τα τρία αξιώματα του Ισραήλ, τον οποίο εισάγει στο Μυστικό Δείπνο ολοτελώς, βασιλεύς- δημιουργός, προφήτης/διδάσκαλος, (γι᾽ αυτό χρησιμοποιεί τις παραβολές) και Αρχιερεύς/ θύτης και θύμα, προσφέρων,  προσφερόμενος, δεχόμενος τη λογική θυσία, διαδιδόμενος, ορώμενος και μετεχόμενος Πνευματικώς υπό όλων των μελών της Εκκλησίας και ως κλήση προς πάν το ανθρώπινο.

γ) Ο Απόστολος Παύλος από την πλαστή αντίθεση Νόμος ή πίστη στο Χριστό μεταβαίνει καταρχάς στο Σταυρωθέντα Χριστό και την ελευθερία που χάρισε με την ανάπλαση του ανθρώπινου γένους, που είναι κλήση να υπερβούμε την αμαρτητική κατάσταση, στην οποία υπόκεινται όλοι οι άνθρωποι, κάνοντας ως ζωή τη ζωή του Χριστού, του Υιού του Θεού. Έτσι, από το επιμέρους μεταβαίνει ο Απόστολος Παύλος στο όλο του μυστηρίου της Θείας Οικονομίας, καλώντας μας να αρνηθούμε όλη τη μεταπατορική αμαρτητική κατάσταση και να συσσωματωθούμε χάριτι, Πνευματικώς, στο Χριστό με συγκεκριμένη καρποφορία, απαλλαγμένοι από την καταδυνάστευση των ανθρώπων από την αμαρτία, από τους εμπαθείς λογισμούς και τα αδελφοκτόνα έργα της ιδιοτέλειας.

2. Πρέπει να σημειώσουμε ότι αποστασία, απομάκρυνση από το φωτοδότη Θεό και η κυριαρχία από τους εμπαθείς λογισμούς είναι η μεταπατορική ασθένεια της νοσούσας ανθρώπινης φύσης, η πραγματική δουλεία, που παράγει αντίστοιχους καρπούς, όπως αντίθετα οι θεόπτες Πατριάρχες καταυγάζονται από τη χάρη και τη Δόξα του Θεού και παράγουν έργα δικαιοσύνης για όλο τον Ισραήλ και πέραν αυτού και ζουν εν οράσει την αναμονή της ανακεφαλαιώσεως του σύμπαντος κόσμου. Με τον ίδιο τρόπο στη νηπτική μας παράδοση και τη ζωή της Εκκλησίας η διαρκής θεραπεία προβάλλει την εξαγόρευση των εμπαθών λογισμών, που αποκόπτουν τον άνθρωπο από το κοινό σώμα, ώστε ο νους να αναπαύεται στην έμπρακτη πίστη, καθώς η σωτηρία δεν είναι ατομική υπόθεση, ούτε καν σχέση, γιατί τέτοιες καταστάσεις χαρακτηρίζουν τους εφήμερους οργανισμούς και τις όποιες ομάδες, παρά είναι ενοείδεια νοός, που καταυγάζεται από τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. Πρόκειται για την ένταξη του ανθρώπου στο κοινό σώμα της Εκκλησίας, όπου κτίση και πορεία ως αναπαυμός νου και έργων μετά πάντων των Αγίων εκβάλλουν στα έσχατα της τελειώσεως.

3. Στο λόγο της Εκκλησίας περί παραιτήσεως από παντός νόμου και δικαιώματος, με τη «δουλεία» στο Θεό, την αφοσίωση σ᾽ αυτόν, οδηγούμαστε στην αγάπη που «οὐ ζητεῖ τὰ ἑαυτῆς», στην αποκτήση χάριτι νουν Χριστού Εσταυρωμένου, με τη διαρκή αναφορά του ονόματος του Χριστού μονολογίστως, του Κυρίου της Δόξης, οπότε ακόμη και ο όποιος λόγος περί προσώπου και σχέσεων μοιάζει με κοινωνιολογική καρικατούρα και φιλοσοφικό μετεωρισμό, που μένει άνευ καρπών ως παραθεωρία, ή «τεχνολογία». Ένας τέτοιος λόγος είναι πειρασμικός έναντι του λόγου της Εκκλησίας που αγκαλιάζει το σύμπαντα κόσμο, κτίση, ιστορία και έσχατα και γι᾽ αυτό ο λόγος της Εκκλησίας είναι ένας λόγος οικουμενικής αγιοσύνης, επίκαιρος και ανοιχτός στον κάθε άνθρωπο εν τη πράξει, γιατί αίρει τις συμβάσεις του βίου και οδηγεί στην εγρήγορση και την αναμονή της Βασιλείας του Θεού ως παρούσας πραγματικότητας και ασφαλέστατα δεν έχει ουδεμία σχέση με την πειρασμική αγωνία της όποιας ιδιοτέλειας και κοσμικής δουλείας και κατεξουσίασης.

4. Εξάλλου πρέπει να υποσημειώσω ότι η διασαφήνηση για τη χρήση του όρου «δουλεία», κατά το «ανθρώπινον», όπως υπογραμμίζει ο Απόστολος Παύλος, ενέχει αγιογραφικό υπόβαθρο, καθότι έχει χρησιμοποιηθεί στην Παλαιά Διαθήκη, ιδίως στους Ψαλμούς, όπου ταυτίζεται με την αφοσίωση στο Θεό, τη διάκριση Θεού και δημιουργημάτων, αλλά και την πίστη των δικαίων Πατριαρχών. Επιπλέον, λαμβάνοντας υπόψιν μας τη διάκριση των ανθρώπων του εθνικού κόσμου σε ελεύθερους και δούλους η προβολή για τη «δουλεία» στο Θεό δια της κοινής πίστης στο Χριστό, ουσιαστικώς αποτελεί αναίρεση της κοινωνικής και πολιτικής διάκρισης των ανθρώπων σε δούλους και ελεύθερους, πράγμα που αποτέλεσε το πνευματικό επαναστατικό κτύπημα της Εκκλησίας έναντι όποιου καταναγκασμού και επιβολής και κατεξουσίασης του ανθρώπου στη συνέχεια της ιστορίας.

Δ. 1. Το σημερινό Ευαγγελικό Ανάγνωσμα προέρχεται από το όγδοο κεφάλαιο του Κατά Ματθαίον Ευαγγελίου. Από τα κεφάλαια 5-7 προερχόταν το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα της προηγούμενης Κυριακής περί της ανακεφαλαιώσεως της πίστης στο Χριστό και της αληθινής προσευχής, του Πάτερ ἡμῶν, που είναι μία διαρκής επίκληση της βασιλείας των οὐρανών, όπως την ακούμε σε κάθε Θεία Λειτουργία. Οι Μακαρισμοί, που συνοψίζουν τη δικαιοσύνη του Νόμου εκβάλλουν στην πίστη της ελεύσεως της βασιλείας του Πατρός, δηλαδή όλου του κόσμου, Ιουδαίων και εθνών, γι᾽ αυτό πίστη, δικαιοσύνη και χάρη ταυτίζονται, όπως έχουμε ήδη σημειώσει.

2. Η γενόμενη αναφορά σε Μακαρισμούς και όχι στη λεγόμενη Επί του Όρους Ομιλία έγινε με ένα καθαρά λειτουργικό στόχο, καθώς το Πάτερ ἡμῶν και οι Μακαρισμοί, που είναι αναγωγή στους Ψαλμούς, ανήκουν στο λειτουργικό πυρήνα της Αγίας Αναφοράς και ιδιαιτέρως της Ευχής της Επικλήσεως, ανήκουν δηλαδή στην τέλεση της Θείας Ευχαριστίας. Δεν πρόκειται για ένα κήρυγμα κάποιων επιταγών και εντολών, ενός κοινωνικού προφητισμού, για να ξεγελαστούν οι άνθρωποι με ωραία λόγια, όπως κάνουν οι σύγχρονοι φαρισαίοι. Με τους Μακαρισμούς ο Χριστός ανακεφαλαιώνει το Νόμο και τους Προφήτες και κηρύσσει την έλευση της Βασιλείας του Πατρός, που είναι υπέρβαση της δικαιοσύνης του Ισραήλ και έλευση της χάριτος και του ελέους για όλο τον κόσμο κατά την ενότητα της αποκαλύψεως του Τριαδικού Θεού.

3. Ασφαλώς οι άνθρωποι που ακολούθησαν το Χριστό στο Όρος πλησίον της λίμνης της Τιβεριάδος, όπου έκανε την κλήση των Αποστόλων, ήταν κυρίως Γαλιλαίοι του Ισραήλ αλλά και εθνικοί. Έχουμε ήδη επισημάνει αρκετές φορές για την πληθυσμιακή συγκρότηση της Γαλιλαίας και τις πληθυσμιακές επιμειξίες, πράγμα που ήταν ένα σταθερό υπόβαθρο για το κήρυγμα του Χριστού από τον Ισραήλ προς τα έθνη και με αντίστοιχη παιδαγωγία για τους Μαθητές του για το άπλωμα στην Οικουμένη.

4. Στην αρχή, λοιπόν, του όγδοου κεφαλαίου ο Ευαγγελιστής Ματθαίος σημειώνει ότι κατά την κατάβαση από το Όρος είχαν ακολουθήσει το Χριστό «ὄχλοι πολλοί», κόσμος δηλαδή και κοσμάκης, όπως θα λέγαμε σήμερα, ένα ποικίλο ακροατήριο από Ισραηλίτες της Γαλιλαίας και εθνικούς, όλοι αυτοί που άκουσαν για την έλευση της Βασιλείας του Πατρός. Η πρώτη θεοσημία του Χριστού διενεργείται σε ένα λεπρό. Για να μεταφερθούμε στις μέρες μας πρέπει να σημειώσουμε ότι ο Χριστός με τη θεοσημία αυτήν κάνει μία κορυφαία ανατροπή και ως προς το Ισραήλ και ως προς τα έθνη· Ο Ισραήλ φρόντιζε για την υγεία του κοινωνικού σώματος και απέπεμπε τους θεωρούμενους μολυσματικούς ανθρώπους εκτός των τειχών, τους έθετε εκτός κοινωνίας, ο εθνικός κόσμος έφτανε μέχρι την εξολόθρευσή τους. Έρχεται ο Χριστός και τους ξανακάνει αδελφούς, χωρίς να καταργεί τον κοινωνικό έλεγχο. Ενεργεί τη θεραπεία ως σημείο ελεύσεως της Βασιλείας του Θεού, ως σημείο πίστεως και χάριτος!

5. Συνέχεια της θεραπείας του λεπρού είναι το απόσπασμα από το όγδοο κεφάλαιο, δηλαδή, το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα της θεραπείας του παιδός του εκατόνταρχου. Και πάλι η θεοσημία ενεργείται όχι στον περιούσιο Ισραήλ αλλά σε ένα εθνικό! Και μάλιστα ο Ευαγγελιστής Ματθαίος σημειώνει ότι: «ὁ Ἰησοῦς ἐθαύμασε» για την πίστη του εκατόνταρχου: «Ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐδὲ ἐν τῷ Ἰσραὴλ τοσαύτην πίστιν εὗρον». Πρώτα πρώτα πρέπει να σημειώσουμε ότι ο Χριστός αποκαλύπτεται ενεργών ως Θεός κατενώπιον του Ισραήλ επιλέγοντας, όμως, ό,τι ο Ισραήλ θεωρούσε απορριπτέο, επανενώνων το γένος των ανθρώπων, καταργώντας τις κοινωνικές συμβάσεις της μεταπατορικής αμαρτητικής σύμβασης. Την ίδια στιγμή, ωστόσο, «θαυμάζει» για την πίστη ενός εθνικού, που ήταν φορέας της κατεξουσίασης του Ισραήλ. Μέγα σκάνδαλο! Αυτό το ρήμα, όπως και άλλα που δηλώνουν τα αδιάβλητα πάθη του Χριστού, είναι οι αποδείξεις, όπως ερμήνευσε μετά η συνοδική πράξη της Εκκλησίας, ότι ο Υιός και Λόγος του Θεού Πατρός ενηνθρώπησε πραγματικά και δεν ήταν κατά φαντασία άνθρωπος, και γι᾽ αυτό η παρεχόμενη θεραπεία- σωτηρία είναι πραγματική και όχι μία θεωρία που κηρύττεται, για να ξεγελαστούν οι άνθρωποι, όπως ξεγελιούνται από τους αυτόκλητους σωτήρες του κόσμου όπου γης, που φροντίζουν για τα πορτοφόλια τους και τους κάθε είδους ημετέρους.

6. Όλη η φρασεολογία του Ευαγγελικού Αναγνώσματος είναι μία φρασεολογία που προέρχεται από την προσπάθεια των ανθρώπων να βρουν μέσα θεραπείας και ιάσεως της νοσούσας ανθρώπινης φύσης, της φέρουσας τα σημεία της μεταπατορικής φθοράς και του θανάτου. Ο Χριστός, λοιπόν, ως ο αυτός Υιός και Λόγος του Θεού, αυτός που η βούλησή του, ως του ενός της Αγίας Τριάδος, είναι και λόγος έμπρακτος ακαρεί, «δι᾽ οὗ τὰ πάντα ἐγένετο», θεραπεύει και μόνο με το λόγο του εκ του μακρόθεν τον παίδα του εκατόνταρχου, βεβαιώνοντας για την έλευση σε όλο τον κόσμο της Βασιλείας του Πατρός αλλά και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, που υπερβαίνει τους όρους της κτιστότητος και της φθοράς ως άνωθεν χορηγούμενη χάρη και γι᾽ αυτό πίστη, δικαιοσύνη και χάρη ταυτίζονται!


Αποστολικό Ανάγνωσμα: Ῥωμ. στ´, 18-23: «18 ἐλευθερωθέντες δὲ ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας ἐδουλώθητε τῇ δικαιοσύνῃ.19 ἀνθρώπινον λέγω διὰ τὴν ἀσθένειαν τῆς σαρκὸς ὑμῶν. ὥσπερ γὰρ παρεστήσατε τὰ μέλη ὑμῶν δοῦλα τῇ ἀκαθαρσίᾳ καὶ τῇ ἀνομίᾳ εἰς τὴν ἀνομίαν, οὕτω νῦν παραστήσατε τὰ μέλη ὑμῶν δοῦλα τῇ δικαιοσύνῃ εἰς ἁγιασμόν. 20 ὅτε γὰρ δοῦλοι ἦτε τῆς ἁμαρτίας, ἐλεύθεροι ἦτε τῇ δικαιοσύνῃ. 21 τίνα οὖν καρπὸν εἴχετε τότε ἐφ᾿ οἷς νῦν ἐπαισχύνεσθε; τὸ γὰρ τέλος ἐκείνων θάνατος. 22 νυνὶ δὲ ἐλευθερωθέντες ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας δουλωθέντες δὲ τῷ Θεῷ ἔχετε τὸν καρπὸν ὑμῶν εἰς ἁγιασμόν, τὸ δὲ τέλος ζωὴν αἰώνιον. 23 τὰ γὰρ ὀψώνια τῆς ἁμαρτίας θάνατος, τὸ δὲ χάρισμα τοῦ Θεοῦ ζωὴ αἰώνιος ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν».

 Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: Ματθ. η´, 5-13: «5 Εἰσελθόντι δὲ αὐτῷ εἰς Καπερναοὺμ προσῆλθεν αὐτῷ ἑκατόνταρχος παρακαλῶν αὐτὸν καὶ λέγων· 6 Κύριε, ὁ παῖς μου βέβληται ἐν τῇ οἰκίᾳ παραλυτικός, δεινῶς βασανιζόμενος. 7 καὶ λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· Ἐγὼ ἐλθὼν θεραπεύσω αὐτόν. 8 καὶ ἀποκριθεὶς ὁ ἑκατόνταρχος ἔφη· Κύριε, οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς ἵνα μου ὑπὸ τὴν στέγην εἰσέλθῃς· ἀλλὰ μόνον εἰπὲ λόγῳ, καὶ ἰαθήσεται ὁ παῖς μου. 9 καὶ γὰρ ἐγὼ ἄνθρωπός εἰμι ὑπὸ ἐξουσίαν, ἔχων ὑπ' ἐμαυτὸν στρατιώτας, καὶ λέγω τούτῳ, πορεύθητι, καὶ πορεύεται, καὶ ἄλλῳ, ἔρχου, καὶ ἔρχεται, καὶ τῷ δούλῳ μου, ποίησον τοῦτο, καὶ ποιεῖ. 10 ἀκούσας δὲ ὁ Ἰησοῦς ἐθαύμασε καὶ εἶπε τοῖς ἀκολουθοῦσιν· Ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐδὲ ἐν τῷ Ἰσραὴλ τοσαύτην πίστιν εὗρον. 11 λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι πολλοὶ ἀπὸ ἀνατολῶν καὶ δυσμῶν ἥξουσιν καὶ ἀνακλιθήσονται μετὰ Ἀβραὰμ καὶ Ἰσαὰκ καὶ Ἰακὼβ ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν, 12 οἱ δὲ υἱοὶ τῆς βασιλείας ἐκβληθήσονται εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον· ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων. 13 καὶ εἶπεν ὁ Ἰησοῦς τῷ ἑκατοντάρχῳ· Ὕπαγε, καὶ ὡς ἐπίστευσας γενηθήτω σοι. καὶ ἰάθη ὁ παῖς αὐτοῦ ἐν τῇ ὥρᾳ ἐκείνῃ».

 

Σύναξις τῶν Ἁγίων ἐνδόξων Δώδεκα Ἀποστόλων, 30 Ἰουνίου 2026

(30 -6-2025)-(30/6/ 2023) (30/6/2018) (Αριθμ. 25N)


Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ.


Α. 1. Η Εκκλησία σήμερα, ως συνέχεια της χθεσινής εορτής, τιμά τη μνήμη των Δώδεκα Αποστόλων. Όπως με τη μνήμη των Αγίων Πάντων, που τίθεται στο τέλος του Πεντηκοσταρίου, έτσι και τώρα με την αρχή του εορτολογίου της ένσαρκης Θείας Οικονομίας η Εκκλησία ανοίγει τον αυτό κύκλο της ιεράς παιδείας προβάλλοντας μετά τον μεθόριο Παλαιάς και Καινής Διαθήκης Προφήτη και Πρόδρομο Άγιο Ιωάννη, τους Δώδεκα Αποστόλους, χωρίς να παύσει να διακρίνει και πάλι τους Απόστολο Πέτρο και Παύλο, όπως λέγεται στο Θεοτοκίο, ἦχος β´, μετά το Ἐξαποστειλάριον της χθεσινής εορτής: «Τὸ μέγα καὶ παράδοξον, τοῦ τόκου σου μυστήριον, θεοχαρίτωτε Κόρη, καὶ Θεομῆτορ Παρθένε, Προφῆται προεκήρυξαν, Ἀπόστολοι ἐδίδαξαν, Μάρτυρες ὡμολόγησαν, Ἄγγελοι δὲ ἀνυμνοῦσι, καὶ ἄνθρωποι προσκυνοῦσιν», ενώ οι Πρωτοκορυφαίοι, μαζί με τον αδελφό του Πέτρου Ανδρέα παρουσιάζονται και στη σημερινή ακολουθία του Όρθρου ως προσαγωγοί στο Χριστό όλου του ανθρώπινου γένους, Ιουδαίων και εθνικών αντιστοίχως, ως εξής:

Κανών α´, ᾨδὴ γ´, τῶν Κορυφαίων, Ἦχος δ´, τροπάρια α´και β´: «Ὁ σύγγονος Πέτρε σοι Ἀνδρέας, προφαίνει Μεσσίαν τὸν Χριστόν, ᾧ πίστει προσεπέλασας. Καὶ σὺ Παῦλε θεσπέσιε, τῷ θεουργῷ Βαπτίσματι, δι᾽ Ἀνανίου πεφώτισαι»: «Νωθρῶς τοὺς τῷ γράμματι τοῦ Νόμου, προσπταίοντας γόνους, Ἰσραήλ, τῷ φωτισμῷ τῆς χάριτος, ὁ Πέτρος προσενήνοχε· Τὰς τῶν ἐθνῶν ἀγέλας δέ, ὁ Παῦλος πλάνης ἐῤῥύσατο».

Κανών α´, ᾨδὴ ζ´, τῶν Κορυφαίων, Ἦχος δ´, τροπάρια β´ και γ´: «Νομολάτρας μέν, ὁ Πέτρος ἐσυνέτιζεν, ὡς προσετέτακτο, ὁ Παῦλος δὲ ἐθνικούς, τούτους τε τῇ χάριτι, Χριστοῦ προσέφερον, ἀνακράζοντες· ὁ τῶν Πατέρων Κύριος, καὶ Θεὸς εὐλογητὸς εἶ»: «Ὡς πανάριστος, ὁ Πέτρος τοῦ Χριστοῦ ποιμήν, τὴν ποίμνην εἴληφε, τῆς δ᾽ Ἐκκλησίας αὐτοῦ, ὁ Παῦλος διδάσκαλος, ἔνθεος γέγονεν, ἄμφω κράζοντες· ὁ τῶν Πατέρων Κύριος, καὶ Θεὸς εὐλογητὸς εἶ».

2. α. Στον Κανόνα τῶν Κορυφαίων, οὗ ἡ Ἀκροστιχίς: Πέτρον γεραίρω, Παῦλον ὑμνῶ προφρόνως, ᾨδὴ α´, Ἦχος δ´, τροπάριο γ´, αμφότεροι φέρονται ως να είναι παρόντες στο γεγονός της Πεντηκοστής, όπως και οι άλλοι Απόστολοι: «Τὴν χάριν Ἀπόστολοι, οὐσιωδῶς ἐνδημήσασαν, ἡμῖν εἰσδεξάμενοι, τοῦ θείου Πνεύματος, διενείμασθε, τῆς γῆς ἁπάσης, Πέτρε καὶ Παῦλε, διδάσκοντες, πάντα τὰ πέρατα». Στην Πατερική Ερμηνευτική, ιδίως κατά τον Άγιο Γρηγόριο το Θεολόγο, με τον όρο ενδημία του Αγίου Πνεύματος σημαίνεται η Πεντηκοστή, ενώ το «οὐσιωδῶς» σημαίνει το πραγματικώς, πραγματικά, αληθινά, και δεν έχει καμία σχέση με τον όρο οὐσία, όταν τον χρησιμοποιούμε για να επισημάνουμε ότι ο Θεός είναι απρόσιτος κατά την ουσία του, ως άκτιστος.

β. Με τη σημασία του Νεοελληνικού επιρρήματος πραγματικά, πραγματικώς, οι Αλεξανδρινοί Πατέρες χρησιμοποιούν τα δοτικοφανή επιρρήματα φύσει, οὐσίᾳ, ἀληθείᾳ. Επισημαίνω, ιδίως, τη χρήση και ερμηνεία του όρου «οὐσιωδῶς», γιατί υπήρξε αντικείμενο θεολογικής κριτικής στο πλαίσιο της ερμηνευτικής του γεγονότος της Πεντηκοστής από τον Άγιο Γρηγόριο το Θεολόγο, τον οποίο ακολουθούν όλοι οι Πατέρες και, ιδίως ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός και ο Άγ. Γρηγόριος ο Παλαμάς. Το τροπάριο αυτό στηρίζεται πάνω σε κείμενο του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου.


Β. 1. Η διανομή της χάριτος του Αγίου Πνεύματος στα πέρατα της γης συνάδει με την Ευαγγελική περικοπή, η οποία προέρχεται από το ένατο και δέκατο κεφάλαιο του Κατά Ματθαίον Ευαγγελίου. Στο όγδοο κεφάλαιο έχουμε μία σειρά θεοσημιών από μέρους του Χριστού. (Χρησιμοποιώ τον όρο θεοσημ(ε)ία, που είναι ένας όρος που χρησιμοποιεί κατεξοχήν ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας, για να δηλώσει όχι μόνο τα θαύματα του Χριστού αλλά και όλα τα γεγονότα της παρουσίας του ενανθρωπήσαντος Λόγου ως του αυτού τελείου Θεού της προφητικής αναμονής). Ο Χριστός, λοιπόν, αποστέλλει τους Αποστόλους δωρούμενος τη θεϊκή του εξουσία ως δημιουργού και ανακαινιστή του πεπτωκότος ανθρώπου, να ενεργήσουν κατά χάρη τα αυτά θαύματα, ενώ σε άλλο σημείο, που απέτυχαν στην αποστολή αυτή, τούς λέγει ότι είναι ολιγόπιστοι. Αρχίζει, δηλαδή, ο Χριστός να ετοιμάζει τους Αποστόλους να αναγνωρίσουν ότι είναι ο Θεός των Πατέρων τους, τους ετοιμάζει προς την Πεντηκοστή, (ουσιαστικώς όλους μας σε ένα ενιαύσιο κύκλο), όπου με τη μόνιμη ενδημία του Αγίου Πνεύματος όλο το ανθρωπινο γένος γίνεται δυνάμει δεκτικό της θεώσεως.

2. Συγχρόνως με το παράδειγμα των δύο Πρωτοκορυφαίων συνοψίζεται η κοινή πορεία όλων μας, παλαιού και νέου Ισραήλ, μία πορεία δοκιμασίας από τα αντίθεα πνεύματα, που απαιτεί όχι μόνο πνεύμα υπακοής, προς ανατροπή της προπατορικής αποστασίας, αλλά και μία σχέση εντάξεως και οικειώσεως των σχέσεων του εκκλησιαστικού σώματος σαν εκείνη του Πατέρα προς το παιδί του, όπως λέγει στο Αποστολικό Ανάγνωσμα ο Απόστολος Παύλος.

3. Στην Εκκλησία γνωρίζουμε τους Πατέρες, που κράτησαν και κρατούν την Αποστολική πίστη του Ευαγγελίου του Χριστού σε μία συνέχεια και παράδοση μαζί με τους Προφήτες, πράξη και λειτουργική ενότητα, χωρίζουν από αυτήν μόνο όσοι νομίζουν ότι η θεία χάρη διανέμεται έτσι μαγικά σ᾽ αυτούς άνευ της ζωντανής συνέχειας της Εκκλησίας, οπότε διεκδικούν εγωκεντρικά και αποστατικά να πάρουν τη θέση των Πατέρων της Εκκλησίας, λυμαινόμενοι τα κοινά αγαθά και επισωρεύοντες δεινά στον εαυτό τους και τους χριστιανούς που τους ακολουθούν σα σύγχρονους προφήτες, ερήμην του κοινού εκκλησιαστικού σώματος από κτίσεως κόσμου.

 

Αποστολικό Ανάγνωσμα: Α´ Κορ. δ´, 9-16: «9 δοκῶ γὰρ ὅτι ὁ Θεὸς ἡμᾶς τοὺς ἀποστόλους ἐσχάτους ἀπέδειξεν, ὡς ἐπιθανατίους, ὅτι θέατρον ἐγενήθημεν τῷ κόσμῳ, καὶ ἀγγέλοις καὶ ἀνθρώποις. 10 ἡμεῖς μωροὶ διὰ Χριστόν, ὑμεῖς δὲ φρόνιμοι ἐν Χριστῷ· ἡμεῖς ἀσθενεῖς, ὑμεῖς δὲ ἰσχυροί· ὑμεῖς ἔνδοξοι, ἡμεῖς δὲ ἄτιμοι. 11 ἄχρι τῆς ἄρτι ὥρας καὶ πεινῶμεν καὶ διψῶμεν καὶ γυμνητεύομεν καὶ κολαφιζόμεθα καὶ ἀστατοῦμεν 12 καὶ κοπιῶμεν ἐργαζόμενοι ταῖς ἰδίαις χερσί· λοιδορούμενοι εὐλογοῦμεν, διωκόμενοι ἀνεχόμεθα, 13 βλασφημούμενοι παρακαλοῦμεν· ὡς περικαθάρματα τοῦ κόσμου ἐγενήθημεν, πάντων περίψημα ἕως ἄρτι. 14 Οὐκ ἐντρέπων ὑμᾶς γράφω ταῦτα, ἀλλ᾽ ὡς τέκνα μου ἀγαπητὰ νουθετῶ· 15 ἐὰν γὰρ μυρίους παιδαγωγοὺς ἔχητε ἐν Χριστῷ, ἀλλ᾽ οὐ πολλοὺς πατέρας· ἐν γὰρ Χριστῷ Ἰησοῦ διὰ τοῦ εὐαγγελίου ἐγὼ ὑμᾶς ἐγέννησα. 16 παρακαλῶ οὖν ὑμᾶς, μιμηταί μου γίνεσθε».

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: Ματθ. θ´, 36- ι´, 1-8: «36 Ἰδὼν δὲ τοὺς ὄχλους ἐσπλαγχνίσθη περὶ αὐτῶν ὅτι ἦσαν ἐκλελυμένοι καὶ ἐρριμμένοι ὡς πρόβατα μὴ ἔχοντα ποιμένα. 37 τότε λέγει τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ· Ὁ μὲν θερισμὸς πολύς, οἱ δὲ ἐργάται ὀλίγοι· 38 δεήθητε οὖν τοῦ κυρίου τοῦ θερισμοῦ ὅπως ἐκβάλῃ ἐργάτας εἰς τὸν θερισμὸν αὐτοῦ– 1 Καὶ προσκαλεσάμενος τοὺς δώδεκα μαθητὰς αὐτοῦ ἔδωκεν αὐτοῖς ἐξουσίαν πνευμάτων ἀκαθάρτων ὥστε ἐκβάλλειν αὐτὰ καὶ θεραπεύειν πᾶσαν νόσον καὶ πᾶσαν μαλακίαν. 2 Τῶν δὲ δώδεκα ἀποστόλων τὰ ὀνόματά ἐισι ταῦτα· πρῶτος Σίμων ὁ λεγόμενος Πέτρος καὶ Ἀνδρέας ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ, Ἰάκωβος ὁ τοῦ Ζεβεδαίου καὶ Ἰωάννης ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ, 3 Φίλιππος καὶ Βαρθολομαῖος, Θωμᾶς καὶ Ματθαῖος ὁ τελώνης, Ἰάκωβος ὁ τοῦ Ἁλφαίου καὶ Λεββαῖος ὁ ἐπικληθεὶς Θαδδαῖος, 4 Σίμων ὁ Κανανίτης καὶ Ἰούδας ὁ Ἰσκαριώτης ὁ καὶ παραδοὺς αὐτόν. 5 Τούτους τοὺς δώδεκα ἀπέστειλεν ὁ Ἰησοῦς παραγγείλας αὐτοῖς λέγων· Εἰς ὁδὸν ἐθνῶν μὴ ἀπέλθητε, καὶ εἰς πόλιν Σαμαριτῶν μὴ εἰσέλθητε· 6 πορεύεσθε δὲ μᾶλλον πρὸς τὰ πρόβατα τὰ ἀπολωλότα οἴκου Ἰσραήλ. 7 πορευόμενοι δὲ κηρύσσετε λέγοντες ὅτι Ἤγγικεν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. 8 ἀσθενοῦντας θεραπεύετε, λεπροὺς καθαρίζετε, νεκροὺς ἐγείρετε, δαιμόνια ἐκβάλλετε· δωρεὰν ἐλάβετε, δωρεὰν δότε».

 

    Πέτρου καὶ Παύλου τῶν Πρωτοκορυφαίων, 29 Ἰουνίου 2026 
       (Κυριακή 29-6-2025)- (29-6- 2023)- (29/6/2018) (Αριθμ. 24N)

  

Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ.

 

Α. 1. Τιμά σήμερα η Εκκλησία τη μνήμη των Πρωτοκορυφαίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου αναδεικνύοντας την καρποφορία των Μαθητών του Χριστού στην Εκκλησία της χάριτος. Η προβολή των δύο Αποστόλων ως προοίμιο της αυριανής εορτής της Συνάξεως τῶν Ἁγίων ἐνδόξων Δώδεκα Ἀποστόλων δεν έχει γίνει τυχαία, καθώς ο ένας αυτόπτης μάρτυρας, ως ο πρεσβύτερος των Μαθητών του Χριστού, ομιλούσε εκ μέρους όλων, ενώ ο Απόστολος Παύλος κατέστη θεόπτης εν Αγίω Πνεύματι του Αναστάντος Χριστού.

2. α. Κατά το Τυπικὸ τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας η σύναξη γινόταν «ἐν τοῖς Ἁγίοις Ἀποστόλοις τοῖς μεγάλοις καὶ ἐν τῷ Ὀρφανοτροφείῳ καὶ ἐν τῷ πανσέπτῳ ἀποστολείῳ τοῦ ἁγίου καὶ πανευφήμου ἀποστόλου Πέτρου τῷ συγκειμένῳ τῇ ἁγιωτάτῃ Μεγάλῃ Ἐκκλησίᾳ». Το ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι προσερχόταν η λιτανεία με το Σταυρό από το Ορφανοτροφείο στο ναό του Αγίου Πέτρου, ψάλλονταν τα σχετικά τροπάρια, εν συνεχεία προέπεμπε τη λιτή ο Πατριάρχης μέχρι τη φιάλη της Μεγάλης Εκκλησίας και επέστρεφε στο Αποστολείο του Αγίου Πέτρου για την παννυχίδα, ενώ η λιτανεία «τοῦ ὑπάρχου καὶ τοῦ ὀρφανοτρόφου καὶ πάσης τῆς πολιτικής καὶ δημοτικῆς τάξεως» κατερχόταν στο Ορφανοτροφείο. Την κυριώνυμη ημέρα η σύναξη γινόταν στο Αποστολείο του Αγίου Πέτρου με τον Πατριάρχη. Εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι και η σύναξη για τη μνήμη των Αγίων Δώδεκα Αποστόλων την επομένη ημέρα με τον Πατριάρχη στη λιτή γινόταν στο Ορφανοτροφείο και όχι στο ναό των Αγίων Αποστόλων.

β. Ως προς το αναφερόμενο Ορφανοτροφείο με ναό εντός αυτού του Αποστόλου Παύλου θα πρέπει να σημειωθεί ότι ευρίσκετο πλησίον της Αγίας Σοφίας και του Παλατίου, προς την πλευρά της Ακροπόλεως και πλησίον του Χριστού του Φιλανθρώπου, πάντως πλησίον του Παλατίου, καθώς η φροντίδα των ορφανών ήταν αυτοκρατορική καθαρά υποχρέωση, όπως επίσης και το οφίκιο του ορφανοτρόφου ανήκε στην αυτοκρατορική τάξη και ασκείτο από πρόσωπο με υψηλή νομική κατάρτιση.


Β.Τρεις επισημάνσεις για τη σημερινή εορτή:

1. Στο Μεγάλο Εσπερινό τα Αγιογραφικά Αναγνώσματα, που συνήθως τα λέμε Προφητικά, γιατί η Παλαιά Διαθήκη, η καταγραφή, δηλαδή, για την Αποκάλυψη του άσαρκου Λόγου, διαβαζόταν στον Εσπερινό, ως προοίμιο της ἐν σαρκί, δι᾽ ἡμᾶς καὶ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν Αποκαλύψεως του ένσαρκου Υιού και Λόγου, που είναι τα της Θείας Λειτουργίας, προέρχονται κατεξαίρεση από την α´ Καθολική Επιστολή του Πέτρου (κεφ. α´, 3-9: α´, 13-19, β´, 11-24). Πρόκειται για μία άκρως ισχυρά λειτουργική υπόμνηση ότι βρισκόμαστε ενώπιον της συνεχιζόμενης Πεντηκοστής, δηλ. του αυτού πνευματικώς ορωμένου Λόγου, κατά άγ. Γρηγόριο το Θεολόγο, πράγμα το οποίο απηχούν τα τρία Αναγνώσματα. Κατεξαίρεση, δηλαδή, ήδη από τον Εσπερινό της σημερινής εορτής, συμπεριλαμβανομένης και της αυριανής, είναι σα να πλημμυρίζεται η εκκλησιαστική κοινότητα από τη χάρη του ενδημούντος στην Εκκλησία Αγίου Πνεύματος, γευόμενη την παρουσία τού εν δεξιά του Πατρός καθημένου Χριστού, ως ενιαίο γεγονός, γι᾽ αυτό ο Απόστολος Πέτρος ομιλεί περί της τιμής του Βασιλέως Χριστού, περί της ημέρας της επισκοπής και περί της κλήσεως των χριστιανών, ανεξαρτήτως κοινωνικών και φυλετικών συμβάσεων, και γι᾽ αυτό η πίστη ταυτίζεται με τη χάρη, επειδή είναι η πίστη της Εκκλησίας της χάριτος.

2. α. Διασαφηνίζω ότι δεν μπορούμε να ομιλούμε περί της χάριτος του Χριστού και παράλληλα περί της χάριτος του Αγίου Πνεύματος. Αυτά γράφονται από τεχνολόγους της Πνευματικοκεντρικότητας, Χριστοκεντρικότητας, Εκκλησιοκεντρικότητας και ποικίλων άλλων ανοησιών, με τις οποίες βασανίζονται οι φοιτητές, και παράγονται ημιμαθείς θεολόγοι. Μία είναι η χάρη, διαφορετικό το έργο των προσώπων της Αγίας Τριάδος. Το λέω όσο πιο απλά γίνεται: Στην Εκκλησία της χάριτος το έργο του Αγίου Πνεύματος είναι η συναγωγή στην Εκκλησία και η συσσωμάτωση όλων των ανθρώπων μετά την Πεντηκοστή, που ο Χριστός είναι απών σωματικά, (ἀοράτως συνών), ώστε να αναχθούν κι αυτοί, όπως ο παλαιός Ισραήλ στο Μυστικό Δείπνο, στο αυτό γεγονός της οράσεως και ομολογίας του Χριστού, ο οποίος τώρα είναι Πνευματικώς ορώμενος, εξού και η αναγκαιότητα της ευχής της Επικλήσεως κατά τη Θεία Λειτουργία, ως συνεχιζόμενη Πεντηκοστή και κέντρο του Μυστηρίου της Θείας Οικονομίας, που διενεργεί ο Λόγος ασάρκως, ενσάρκως και Πνευματικώς. Μία και η αυτή είναι η χάρη της ομοούσιας Αγίας Τριάδος, διαφορετικό το έργο των προσώπων. Η αναφορά μας οικονομείται στο πρόσωπο του Χριστού, γιατί Αυτός εποίησε, (δι᾽ οὗ τὰ πάντα ἐγένετο) ενηνθρώπησε και ανήγαγε το ανθρώπινο στη ζωή της Αγίας Τριάδος. Αυτόν, δηλ. που είδαν οι Προφήτες άσαρκο, αυτόν που άγγιξαν και είδαν με τα μάτια τους ένσαρκο οι Μαθητές, αυτόν και βλέπουν και γεύονται τώρα οι χριστιανοί μετά πάντων των Αγίων, εξαιρέτως δε της Υπεραγίας Θεοτόκου, πνευματικά με τη μία και την αυτήν άκτιστη χάρη εν τη βασιλεία του «νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰώνας τῶν αἰώνων!». Οι θεολόγοι μιλούν ενπολλοίς για τη χάρη και τη χάρη των μυστηρίων τελείως θεωρητικά, σαν μάγοι, γιατί ομιλούν για τη χάρη ανεξάρτητα από το πρόσωπο του οικονομήσαντος την υπέρ ημών σωτηρία, του αεί παρόντος Πνευματικώς ορωμένου Λόγου. Οι ησυχαστές μοναχοί με τη μονολόγιστη ευχή αυτό κάνουν πράξη, γι᾽ αυτό επικαλούνται το όνομα του Χριστού στην προσπάθειά τους να φτάσουν στην κατάσταση της θεωρίας -θεώσεως, ώστε να έχουν Πνευματικώς όραση διαρκή του Λόγου, όπως οι Προφήτες και οι Απόστολοι. Οι άκτιστες ενέργειες ανεξάρτητες από το πρόσωπο του Χριστού, που αποκαλύπτει τον Πατέρα και δίνει τη μαρτυρία για τη θεότητα του Αγίου Πνεύματος, είναι στα κεφάλια των τεχνολόγων θεολόγων.

β. Οι δύο Απόστολοι, οι οποίοι καταλήγουν στη Ρώμη, έχουν κατά την υμνολογία της Εκκλησίας δύο κοινά χαρακτηριστικά: Ο ένας, ο Πέτρος, αρνήθηκε τρις το Χριστό, ο Παύλος υπήρξε διώκτης (Κανών α´, ᾨδὴ ε´, τῶν Κορυφαίων, Ἦχος δ´, τροπάριο β´, «Πέτρος ἀρνησάμενος, ἐκ τρίτου τὸν διδάσκαλον, τριττῇ τοῦ φιλεῖν συγκαταθέσει, προσῳκειώθη, Παῦλος δ᾽ ὁ πρὶν βλασφημῶν, σοβαρῶς τε θλίβων τοὺς πιστούς, ὕστερον ἐκήρυττεν, ὃν ἐδίωκε πρότερον». Και οι δύο μετενόησαν και είναι θεόπτες, ο ένας παρών στη Μεταμόρφωση και πρώτος που είδε τον Αναστάντα Χριστό, ο δεύτερος στη θεοπτία του αρπαγμού στον τρίτο ουρανό ορά το Χριστό Πνευματικώς, όπως και οι άλλοι Απόστολοι, «9 καὶ εἴρηκέ μοι· ἀρκεῖ σοι ἡ χάρις μου» (Β´ Κορ. 21-ιβ´, 9). Η θεοπτία του Αποστόλου Παύλου είναι το βάπτισμά του στην Πεντηκοστή ως κλήση, με ολοκλήρωση του βαπτίσματος κατά τις Πράξεις των Αποστόλων: «Σαοὺλ ἀδελφέ, ὁ Κύριος ἀπέσταλκέ με, Ἰησοῦς ὁ ὀφθείς σοι ἐν τῇ ὁδῷ ᾗ ἤρχου, ὅπως ἀναβλέψῃς καὶ πλησθῇς Πνεύματος ἁγίου. καὶ εὐθέως ἀπέπεσον ἀπὸ τῶν ὀφθαλμῶν αὐτοῦ ὡσεὶ λεπίδες, ἀνέβλεψέ τε, καὶ ἀναστὰς ἐβαπτίσθη, καὶ λαβὼν τροφὴν ἐνίσχυσεν».

γ. Σύμφωνα με την υμνολογία της Εκκλησίας, όπως θα φανεί και με την αυριανή εορτή, ουδόλως αποδεικνύονται οι αξιώσεις περί της καθέδρας Πέτρου και πρωτοκαθεδρίας από τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία. Και οι δύο Απόστολοι μαρτύρησαν στη Ρώμη και οι δύο έδρασαν στην Αντιόχεια κατά την πρώτη ανθοφορία της Αποστολικής κοινότητας και αμφότεροι είναι επίσης οι προστάτες του μαρτυρικού Πατριαρχείου Αντιοχείας, όπου ανεφάνη το πρώτον και ο όρος χριστιανός!


ΣΗΜ.: Τώρα, η μελέτη του έργου του Αποστόλου Παύλου ως εργολαβία από τους βιβλικούς θεολόγους, που έχει γίνει αποδεκτή και από την ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος, αποδεικνύει μόνο ανεπάρκεια κειμενική και θεολογική, διάσπαση της ερμηνευτικής συνέχειας, και αυτονόμηση της μελέτης της Αγίας Γραφής από τη ζωή του εκκλησιαστικού σώματος πάντων των Αγίων του Θεού και της συνέχειας του εκκλησιαστικού βίου με ποικίλες εκφράσεις ζωής, αν και τελευταία το σχήμα επαγγελία- ανακεφαλαίωση άρχισε να ξεπροβάλει κατ᾽ αντιγραφή, χωρίς ικανές μετατοπίσεις ως προς το μείζον θέμα της προσλήψεως από όλη τη ζωή της Εκκλησίας αδιάκοπα. Αρκεί κι αυτό!

 

Αποστολικό Ανάγνωσμα: Β´ Κορ. ια´, 21-ιβ´, 9: «21 κατὰ ἀτιμίαν λέγω, ὡς ὅτι ἡμεῖς ἠσθενήσαμεν. ἐν ᾧ δ᾽ ἄν τις τολμᾷ, ἐν ἀφροσύνῃ λέγω, τολμῶ κἀγώ. 22 Ἑβραῖοί εἰσι; κἀγώ· Ἰσραηλῖταί εἰσι; κἀγώ· σπέρμα Ἀβραάμ εἰσι; κἀγώ· 23 διάκονοι Χριστοῦ εἰσι; παραφρονῶν λαλῶ, ὑπὲρ ἐγώ· ἐν κόποις περισσοτέρως, ἐν πληγαῖς ὑπερβαλλόντως, ἐν φυλακαῖς περισσοτέρως, ἐν θανάτοις πολλάκις· 24 ὑπὸ Ἰουδαίων πεντάκις τεσσαράκοντα παρὰ μίαν ἔλαβον, 25 τρὶς ἐραβδίσθην, ἅπαξ ἐλιθάσθην, τρὶς ἐναυάγησα, νυχθήμερον ἐν τῷ βυθῷ πεποίηκα· 26 ὁδοιπορίαις πολλάκις, κινδύνοις ποταμῶν, κινδύνοις λῃστῶν, κινδύνοις ἐκ γένους, κινδύνοις ἐξ ἐθνῶν, κινδύνοις ἐν πόλει, κινδύνοις ἐν ἐρημίᾳ, κινδύνοις ἐν θαλάσσῃ, κινδύνοις ἐν ψευδαδέλφοις· 27 ἐν κόπῳ καὶ μόχθῳ, ἐν ἀγρυπνίαις πολλάκις, ἐν λιμῷ καὶ δίψει, ἐν νηστείαις πολλάκις, ἐν ψύχει καὶ γυμνότητι· 28 χωρὶς τῶν παρεκτὸς ἡ ἐπίστασίς μου ἡ καθ' ἡμέραν, ἡ μέριμνα πασῶν τῶν ἐκκλησιῶν. 29 Τίς ἀσθενεῖ, καὶ οὐκ ἀσθενῶ; τίς σκανδαλίζεται, καὶ οὐκ ἐγὼ πυροῦμαι; 30 εἰ καυχᾶσθαι δεῖ, τὰ τῆς ἀσθενείας μου καυχήσομαι. 31 Ὁ Θεὸς καὶ πατὴρ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ οἶδεν, ὁ ὢν εὐλογητὸς εἰς τοὺς αἰῶνας, ὅτι οὐ ψεύδομαι. 32 ἐν Δαμασκῷ ὁ ἐθνάρχης Ἀρέτα τοῦ βασιλέως ἐφρούρει τὴν Δαμασκηνῶν πόλιν πιάσαι με θέλων, 33 καὶ διὰ θυρίδος ἐν σαργάνῃ ἐχαλάσθην διὰ τοῦ τείχους καὶ ἐξέφυγον τὰς χεῖρας αὐτοῦ- 1 Καυχᾶσθαι δὴ οὐ συμφέρει μοι· ἐλεύσομαι γὰρ εἰς ὀπτασίας καὶ ἀποκαλύψεις Κυρίου. 2 Οἶδα ἄνθρωπον ἐν Χριστῷ πρὸ ἐτῶν δεκατεσσάρων· εἴτε ἐν σώματι οὐκ οἶδα εἴτε ἐκτὸς τοῦ σώματος οὐκ οἶδα, ὁ Θεὸς οἶδεν· ἁρπαγέντα τὸν τοιοῦτον ἕως τρίτου οὐρανοῦ. 3 καὶ οἶδα τὸν τοιοῦτον ἄνθρωπον· εἴτε ἐν σώματι εἴτε ἐκτὸς τοῦ σώματος οὐκ οἶδα, ὁ Θεὸς οἶδεν· 4 ὅτι ἡρπάγη εἰς τὸν παράδεισον καὶ ἤκουσεν ἄρρητα ῥήματα, ἃ οὐκ ἐξὸν ἀνθρώπῳ λαλῆσαι. 5 ὑπὲρ τοῦ τοιούτου καυχήσομαι, ὑπὲρ δὲ ἐμαυτοῦ οὐ καυχήσομαι εἰ μὴ ἐν ταῖς ἀσθενείαις μου. 6 ἐὰν γὰρ θελήσω καυχήσασθαι, οὐκ ἔσομαι ἄφρων· ἀλήθειαν γὰρ ἐρῶ· φείδομαι δὲ μή τις εἰς ἐμὲ λογίσηται ὑπὲρ ὃ βλέπει με ἢ ἀκούει τι ἐξ ἐμοῦ. 7 Καὶ τῇ ὑπερβολῇ τῶν ἀποκαλύψεων ἵνα μὴ ὑπεραίρωμαι, ἐδόθη μοι σκόλοψ τῇ σαρκί, ἄγγελος σατᾶν, ἵνα με κολαφίζῃ ἵνα μὴ ὑπεραίρωμαι. 8 ὑπὲρ τούτου τρὶς τὸν Κύριον παρεκάλεσα, ἵνα ἀποστῇ ἀπ' ἐμοῦ· 9 καὶ εἴρηκέ μοι· ἀρκεῖ σοι ἡ χάρις μου· ἡ γὰρ δύναμίς μου ἐν ἀσθενείᾳ τελειοῦται. ἥδιστα οὖν μᾶλλον καυχήσομαι ἐν ταῖς ἀσθενείαις μου, ἵνα ἐπισκηνώσῃ ἐπ' ἐμὲ ἡ δύναμις τοῦ Χριστοῦ».


Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: Ματθ. ιστ´, 13-19: «13 Ἐλθὼν δὲ ὁ Ἰησοῦς εἰς τὰ μέρη Καισαρείας τῆς Φιλίππου ἠρώτα τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ λέγων· Τίνα με λέγουσιν οἱ ἄνθρωποι εἶναι τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου; 14 οἱ δὲ εἶπον· Οἱ μὲν Ἰωάννην τὸν βαπτιστήν, ἄλλοι δὲ Ἠλίαν, ἕτεροι δὲ Ἰερεμίαν ἢ ἕνα τῶν προφητῶν. 15 λέγει αὐτοῖς· Ὑμεῖς δὲ τίνα με λέγετε εἶναι; 16 ἀποκριθεὶς δὲ Σίμων Πέτρος εἶπε· Σὺ εἶ ὁ Χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος. 17 καὶ ἀποκριθεὶς ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῷ· Μακάριος εἶ, Σίμων Βαριωνᾶ, ὅτι σὰρξ καὶ αἷμα οὐκ ἀπεκάλυψέ σοι, ἀλλ᾽ ὁ πατήρ μου ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς. 18 κἀγὼ δέ σοι λέγω ὅτι σὺ εἶ Πέτρος, καὶ ἐπὶ ταύτῃ τῇ πέτρᾳ οἰκοδομήσω μου τὴν ἐκκλησίαν, καὶ πύλαι ᾅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς. 19 καὶ δώσω σοι τὰς κλεῖς τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν, καὶ ὃ ἐὰν δήσῃς ἐπὶ τῆς γῆς, ἔσται δεδεμένον ἐν τοῖς οὐρανοῖς, καὶ ὃ ἐὰν λύσῃς ἐπὶ τῆς γῆς, ἔσται λελυμένον ἐν τοῖς οὐρανοῖς».

Τετάρτη 24 Ιουνίου 2026

 

Τὸ γενέθλιον τοῦ Προδρόμου καὶ Βαπτιστοῦ Ἰωάννου,  24  Ἰουνίου 2026 (24 -6-2025)- (24-6-2018) (Αριθμ. 23ΝΒ1)

 

Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ.


Α. 1. Καθώς ο εορτασμός της γέννησης του Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου κείται σε καθημερική, η ακολουθία ψάλλεται δίχα Παρακλητικής, εκτελείται, δηλαδή, μόνο με βάση το Μηναίο. Επιπλέον, και τα Παλαιοδιαθηκικά Αναγνώσματα του Μεγάλου Εσπερινού έχουν επιλεγεί με το κριτήριο της προφητικής αναφοράς στο γεγονός της γέννησης του Ιωάννη, όπως και το Ευαγγέλιο του Όρθρου είναι καθορισμένο (Λουκ. α´, 24-25, 57-68, 76,80).

2. Κατά το Τυπικὸ τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας, (με τη μορφή που διασώθηκε του 10ου αι.) η σύναξη γινόταν στο Προφητείο του «ἐν τοῖς Σπαρακίου», ή Σφαρακίου (πλησίον, δηλαδή, της Παναγίας των Χαλκοπρατείων), με λιτανεία που ξεκινούσε από την Αγία Σοφία, ενώ την επομένη, κατά την οποία εορτάζεται η άθληση της Οσιομάρτυρος Φεβρωνίας, και πάλι υπήρχε σύνδεση, καθότι η σύναξη γινόταν στο Προφητείο του Αγίου Προφήτου και Βαπτιστού Ιωάννου «τῷ ὄντι ἐν τῇ Ὀξείᾳ», που σημαίνει ότι πρόκειται ή για την ερημική ησυχαστική εγκατάσταση στη μικρότατη νήσο Οξεία των Πριγκιποννήσων, ή στο αρχικό Προφητείο εποχής του Μεγάλου Κωνσταντίνου στον έβδομο λόφο (στο τρίτο διαμέρισμα) πλησίον του ναού και της Κινστέρνας του Αγίου Μωκίου, που απετέλεσε αρχικό κέντρο της εορτής των Μεγαλομαρτύρων μαζί με τα εγκαίνια της Κωνσταντινουπόλεως κατά την 11η Μαΐου.

 

Β. Θα πρέπει να σημειώσω ότι η επιλογή των στίχων του σημερινού Ευαγγελικού Αναγνώσματος από το Κατά Λουκάν Ευαγγέλιο με παράληψη, τουλάχιστον, των στίχων 39-45 και 56 («39 Ἀναστᾶσα δὲ Μαριὰμ ἐν ταῖς ἡμέραις ταύταις ἐπορεύθη εἰς τὴν ὀρεινὴν μετὰ σπουδῆς εἰς πόλιν Ἰούδα, 40 καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὸν οἶκον Ζαχαρίου καὶ ἠσπάσατο τὴν Ἐλισάβετ. 41 καὶ ἐγένετο ὡς ἤκουσεν ἡ Ἐλισάβετ τὸν ἀσπασμὸν τῆς Μαρίας, ἐσκίρτησεν τὸ βρέφος ἐν τῇ κοιλίᾳ αὐτῆς· καὶ ἐπλήσθη Πνεύματος ἁγίου ἡ Ἐλισάβετ 42 καὶ ἀνεφώνησε φωνῇ μεγάλῃ καὶ εἶπεν· Εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξί καὶ εὐλογημένος ὁ καρπὸς τῆς κοιλίας σου. 43 καὶ πόθεν μοι τοῦτο ἵνα ἔλθῃ ἡ μήτηρ τοῦ Κυρίου μου πρὸς μέ; 44 ἰδοὺ γὰρ ὡς ἐγένετο ἡ φωνὴ τοῦ ἀσπασμοῦ σου εἰς τὰ ὦτά μου, ἐσκίρτησεν τὸ βρέφος ἐν ἀγαλλιάσει ἐν τῇ κοιλίᾳ μου. 45 καὶ μακαρία ἡ πιστεύσασα ὅτι ἔσται τελείωσις τοῖς λελαλημένοις αὐτῇ παρὰ Κυρίου- 56 Ἔμεινε δὲ Μαριὰμ σὺν αὐτῇ ὡσεὶ μῆνας τρεῖς καὶ ὑπέστρεψεν εἰς τὸν οἶκον αὐτῆς»), δημιουργεί αφενός σύγχυση στην παρακολούθηση της υμνολογίας της εορτής, η οποία ερμηνεύει όλο το πρώτο κεφάλαιο του Κατά Λουκάν Ευαγγελίου, πλήν του καθεαυτού γεγονότος του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, αφετέρου αδυνατίζει σφόδρα την ερμηνεία και ένταξη του Ευαγγελικού γεγονότος της γεννήσεως του Αγίου Προδρόμου στο κατεξχήν γεγονός της προφητικής επαγγελίας της γεννήσεως του Χριστού έξη μήνες πριν.

Είναι μία δυσαρμονία, που μπορεί να δικαιολογείται από το μάκρος της περικοπής, ή από μία προσπάθεια αναδείξεως της εορτής καθεαυτής, αλλά το γεγονός της γεννήσεως του Αγίου Προδρόμου δεν μπορεί να ιδωθεί καθεαυτό ως ανάδειξη απλώς ενός γεγονότος υπερβάσεως των νόμων της φύσεως, ή ενός παραδείγματος ιδιαίτερης πίστεως από το Ζαχαρία και την Ελισάβετ, ή προσωπικών κατορθωμάτων ασκήσεως και μαρτυρικού τέλους από τον Άγιο Πρόδρομο. Εδώ πρόκειται για πρόγευση του γεγονότος της Γεννήσεως του Χριστού. Βρισκόμαστε ενώπιον του τέλους της μεταπατορικής πορείας του ανθρώπινου γένους, στο μεθόριο της ανατολής του νέου κόσμου, του νέου λαού του Θεού, έξη μήνες προ των Χριστουγέννων, όπως σημειώνεται από τον Ευαγγελιστή Λουκά στο ίδιο κεφάλαιο (Λουκ. α´, 26 Ἐν δὲ τῷ μηνὶ τῷ ἕκτῳ ἀπεστάλη ὁ ἄγγελος Γαβριὴλ ἀπὸ τοῦ Θεοῦ εἰς πόλιν τῆς Γαλιλαίας, ᾗ ὄνομα Ναζαρέτ, 27 πρὸς παρθένον μεμνηστευμένην ἀνδρί, ᾧ ὄνομα Ἰωσήφ, ἐξ οἴκου Δαυῒδ, καὶ τὸ ὄνομα τῆς παρθένου Μαριάμ»).

Η υμνολογία είναι σαφής, όπως θα φανεί και παρακάτω, η αγιογραφία της Εκκλησίας ακόμη σαφέστερη, αφού η εικόνα του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου τοποθετείται πάντα δεξιά του Χριστού στο βημόθυρο των ναών. (Σύγχρονες υπερβάσεις, ή υπερβάσεις στους νεότερους χρόνους, απλώς αποτυπώνουν τη βαθειά αλλοίωση που υπέστη ο εκκλησιαστικός λόγος στην ερμηνεία του Μυστηρίου της Θείας Οικονομίας μεταβαλλόμενος σε μία θεωρητική κατασκευή. Συνωδά σ᾽ αυτά υπογραμμίζω ότι στην Ευχή της απολύσεως, μετά την επίκληση του ονόματος του Χριστού, της Παναγίας, την αναφορά στη δύναμη του Τιμίου και ζωοποιού Σταυρού (υπόμνηση των δι᾽ ημάς γενομένων Παθών) και την προστασία των τιμίων και επουρανίων δυνάμεων ασωμάτων (σύμπας, δηλ. ο κόσμος εν περιλήψει), υπάρχει η διατύπωση «ἱκεσίαις τοῦ τιμίου, ἐνδόξου, προφήτου Προδρόμου καὶ Βαπτιστοῦ Ἰωάννου», μάλιστα και προ των πανευφήμων Αποστόλων, γιατί, όπως είπα και παραπάνω, ο Άγιος Ιωάννης είναι το μεθόριο, η συμπεριληπτική ομολογία της θεότητος του ενανθρωπήσαντος Λόγου, του παλαιού και του νέου Ισραήλ.

 

Γ. Πρόκειται ουσιαστικά για μια εορτή- σήμανση προεόρτια της Αποκαλύψεως του Λόγου. Ο Ιωάννης, ο οποίος προήλθε εξ ατεκνίας γονέων, ένα θαύμα γέννησης, είναι δοσμένος στη διακονία της επαγγελίας του Χριστού εκ κοιλίας μητρός, ζει απαλλαγμένος από το ίδιο θέλημα, πέραν από όποια δική του εμπειρία και βίωμα, υποδεικνύει μόνο τον Αίροντα τις αμαρτίες του κόσμου, ζει μόνο γι᾽ αυτήν τη ζωντανή μαρτυρία. Είναι σα να μην έχει τίποτα δικό του, κι η ζωή του είναι ένας ακραίος περιορισμός ακόμη και των βιολογικών αναγκών.

Έτσι, ο Ιωάννης, ο οποίος κηρύττει τη μετάνοια, όπως και οι Προφήτες του Ισραήλ, που είναι η αρχή της σωτηρίας- με την ίδια λέξη αρχίζει το κήρυγμά του και ο Χριστός- ονομάζεται:

1. Μεσίτης Παλαιάς και Καινής Διαθήκης (Μικρός Εσπερινός, Στιχηρό, ἦχος δ´: «ὁ προσημάντωρ ὁ μεγαλόφωνος, καὶ Παλαιᾶς τε καὶ τῆς Νέας, θεῖος μεσίτης σαφῶς γνωριζόμενος»), και Κανὼν β´, ᾨδὴ η´, ἦχος δ´, τροπάριο β´: «Ἤνοικται ταμεῖα τῶν χαρίτων, τῆς Νέας τε Διαθήκης Χριστοῦ Πρόδρομε, καὶ θυσιῶν ἔθιμα, ἐν τῇ ἀποτέξει σου, τῶν παλαιῶν ἐκλείσθησαν καὶ ἀπεπαύθησαν· ὁ νέος δὲ λαὸς ἀναμέλπει, καὶ ὑπερυψοῖ τὸν Χριστὸν εἰς τοὺς αἰῶνας». Γι᾽ αυτό και το Θεοτοκίο, ἦχος β´, μετά το Εξαποστειλάριο του Προδρόμου συνοψίζει την ομολογία όλων των Αγίων του Θεού: «Προφῆται προεκήρυξαν, Ἀπόστολοι ἐδίδαξαν, καὶ Μάρτυρες θεοφρόνως, τὸν σὸν Υἱὸν Θεοτόκε, τρανῶς καθωμολόγησαν, Θεὸν τῶν ὅλων, πάναγνε, μεθ᾽ ὧν σε μεγαλύνομεν, οἱ διὰ σοῦ λυτρωθέντες, τῆς παλαιᾶς καταδίκης».

2. Στρατιώτης του Βασιλέως Χριστού, Πρόδρομος της χάριτος, γιατί προμηνύει τον ερχομό του Χριστού, τη Καινή Διαθήκη της χάριτος, που αφορά σ᾽ όλο τον κόσμο (Μικρός Εσπερινός, Δοξαστικό, ἦχος πλ. δ´: «οὗτος γὰρ ἐκήρυξε τὴν ἀπαρχὴν τῆς ἡμῶν σωτηρίας, ὁ σκιρτῶν ἐν κοιλίᾳ, καὶ βοῶν ἐν ἐρήμῳ, Μετανοεῖτε, τοῦ Βασιλέως ὁ στρατιώτης, ὁ Πρόδρομος τῆς χάριτος, ὁ τὸν ἀμνὸν προμηνύων, καὶ τὸν Σωτῆρα πρεσβεύων»). Όπως έχω ήδη σημειώσει η παράληψη στίχων δημιουργεί πρόβλημα στην κατανόηση της υμνολογίας της εορτής, γιατί π. χ. το «ὁ σκιρτῶν ἐν κοιλίᾳ» μένει ξεκρέμαστο.

3. Στο Στιχηρό Ἰδιόμελο α´, του Μεγάλου Εσπερινού, ἦχος δ´, ποίημα του Αγ. Ανδρέα Κρήτης, γίνεται λόγος για τον Ιωάννη ως Προφήτη, μείζονα πάντων των Προφητών, το βάπτισμα του ως προκάθαρση για την έλευση του βαπτίσματος του Αγίου Πνεύματος, όπως έχω ήδη σημειώσει στα «κηρύγματα» της Πεντηκοστής και του Αγίου Πνεύματος, ενώ ο θάνατός του προ των Παθών του Χριστού παρουσιάζεται ως ευαγγελισμός στους εν Άδη της εκ νεκρών Αναστάσεως. («ὁ μείζων πάντων τῶν Προφητῶν Προφήτης, οὗ ἕτερος οὐκ ἔστιν, οὐδὲ ἐγήγερται· ὅτι τῷ Προδρόμῳ λύχνῳ, τὸ φῶς ἀκολουθεῖ τὸ ὑπέρλαμπρον καὶ τῇ φωνῇ ὁ Λόγος, καὶ τῷ νυμφαγωγῷ ὁ νυμφίος, κατασκευάζοντι Κυρίῳ λαὸν περιούσιον, καὶ προκαθαίροντι ἐπὶ τὸ Πνεῦμα διὰ τοῦ ὕδατος, τοῦ Ζαχαρίου ὁ βλαστός, καὶ τῆς ἐρήμου τὸ κάλλιστον θρέμμα, τῆς μετανοίας ὁ κήρυξ, ἡ κάθαρσις τῶν ἀμπλακημάτων, ὁ τοῖς ἐν ᾍδῃ εὐαγγελιζόμενος, τὴν ἐκ νεκρῶν Ἀνάστασιν»), ενώ στο Θεοτοκίο, μετά το Δοξαστικό του ἤχου πλ. β´, ποίημα Βυζαντίου, η συνάντηση της Ελισάβετ με την Παναγία αναδύει τη μαρτυρία αμφοτέρων Προδρόμου και της μητρός του, όπου, μάλιστα, ο Ιωάννης καλείται Πρόδρομος της χάριτος: «Ἡ Ἐλισάβετ συνέλαβε τὸν Πρόδρομον τῆς χάριτος, ἡ δὲ Παρθένος τὸν Κύριον τῆς δόξης. Ἠσπάσαντο ἀλλήλας αἱ μητέρες, καὶ τὸ βρέφος ἐσκίρτησεν· ἔνδοθεν γὰρ ὁ δοῦλος ᾔνει τὸν Δεσπότην, θαυμάσασα ἡ μήτηρ τοῦ Προδρόμου, ἤρξατο βοᾶν· Πόθεν μοι τοῦτο, ἵνα ἡ Μήτηρ τοῦ Κυρίου μου ἔλθῃ πρὸς με; ἵνα σώσῃ λαὸν ἀπεγνωσμένον».

4. Ελισάβετ και Ιωάννης είναι υπηρέτες στο μυστήριο της Θείας Οικονομίας, αποδέχονται το ρόλο τους σε συμφωνία με τη μαρτυρία περί του ασάρκως αποκαλυφθέντος Υιού και Λόγου του Πατρός στους Προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης. Γι᾽ αυτό και τα Προφητικά Αναγνώσματα αναφέρονται στην Αποκάλυψη του Θεού στον Αβραάμ (παράλληλο παράδειγμα ατεκνίας) και τη σύναψη της Διαθήκης με τον Ισαάκ (Γεν. Κεφ. 17,15-17,19 - 18,11-14 - 21,1-2,4-8), την εξ ατεκνίας γέννηση του Σαμψών από το Μανωέ, του πλέον επιφανούς εκ των κριτών (Κριτ. Κεφ. 13, 2-8, 13-14, 17-18, 21) και την ευθεία αναφορά στον Ιωάννη και το Χριστό από τον Ησαΐα με ένα δραματικό σπάσιμο της ιουδαϊκής αποκλειστικότητος και της υπέρβασης όποιας ατεκνίας, αφού η φωνή της ευφροσύνης αφορά μία αναγγελία «ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς» («Φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ. Ἑτοιμάσατε τὴν ὁδὸν Κυρίου, εὐθείας ποιεῖτε τὰς τρίβους αὐτοῦ, πᾶσα φάραγξ πληρωθήσεται, καὶ πᾶν ὄρος καὶ βουνὸς ταπεινωθήσεται, καὶ ἔσται τὰ σκολιὰ εἰς εὐθεῖαν, καὶ αἱ τραχεῖαι εἰς ὁδοὺς λείας, καὶ ὄψεται πᾶσα σάρξ τὸ σωτήριον τοῦ Θεοῦ. Ἐπ᾽ ὅρους ὑψηλοῦ ἀνάβηθι ὁ εὐαγγελιζόμενος Σιών, ὕψωσον ἐν ἰσχύϊ τὴν φωνήν σου, ὁ εὐαγγελιζόμενος Ἱερουσαλήμ, ὑψώσατε, μὴ φοβεῖσθε. Ἐγὼ Κύριος ὁ Θεός, ἐγὼ ἐπακούσομαι, ὁ Θεὸς Ἰσραήλ, καὶ οὐκ ἐγκαταλείψω αὐτούς» - «Εὐφρανθήτω ὁ οὐρανὸς ἄνωθεν, καὶ αἱ νεφέλαι ῥανάτωσαν δικαιοσύνην, ἀνατειλάτω ἡ γῆ, καὶ βλαστησάτω ἔλεος, καὶ δικαιοσύνην ἀνατειλάτω ἅμα. Φωνὴν εὐφροσύνης ἀναγγείλατε ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς, καὶ ἀκουστὸν γενέσθω τοῦτο », Ἡσ. Κεφ. 40,1-5, 9 : 41,17-18 : 45,8 : 48,20-21 : 54,1).

5. (Άλλες παρόμοιες διατυπώσεις: «Ἡ θεοσήμαντος φωνή, τοῦ φωτὸς ὁ λύχνος, ὁ τοῦ Κυρίου Πρόδρομος, ὁ χριστομαρτύρητος πρῶτος τῶν Προφητῶν», «Κήρυξ γέγονας τοῦ ἀμνοῦ τοῦ Θεοῦ καὶ Λόγου, Ἰωάννη Προφῆτα καὶ Πρόδρομε. Προφητεύεις τὰ μέλλοντα, καὶ προλέγεις τοῖς πέρασιν», «Τὸν ἐν Προφήταις ὅρον, καὶ ἀρχὴν Ἀποστόλων, τὸν ἐπίγειον ἄγγελον, καὶ οὐράνιον ἄνθρωπον, τὴν φωνὴν τοῦ Λόγου, τὸν στρατιώτην καὶ Πρόδρομον Χριστοῦ, τόν ἐξ ἐπαγγελίας προσκιρτήσαντα, καὶ προκηρύξαντα πρὸ τόκου τὸν ἥλιον τῆς δικαιοσυνης», «Σὺ γάρ, παιδίον, Προφήτης Ὑψίστου κληθήσῃ, καὶ προπορεύσῃ ὁδούς ἑτοιμάσαι αὐτῷ. Διὸ Ἄγγελε, Προφῆτα, Ἀπόστολε, Στρατιῶτα, Πρόδρομε, Βαπτιστά, καὶ Κήρυξ τῆς μετανοίας, καὶ ὁδηγὲ τοῦ φωτός, ὡς φωνὴ τοῦ Λόγου, ἀπαύστως πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν», «Ἡσαΐου νῦν τοῦ Προφήτου ἡ φωνή, σήμερον ἐν τῇ τοῦ μείζονος Προφητῶν κυήσει Ἰωάννου πεπλήρωται. Ἰδοὺ γὰρ φησιν ἀποστελῶ τὸν Ἄγγελόν μου πρὸ προσώπου σου, ὃς κατασκευάσει τὴν ὁδόν σου. Οὗτος οὖν ὁ τοῦ ἐπουρανίου Βασιλέως στρατιώτης προδραμών, ὡς ἀληθῶς εὐθείας ἐποίει, τὰς τρίβους τοῦ Θεοῦ ἡμῶν, ἄνθρωπος μέν τῇ φύσει, Ἄγγελος δὲ τὸν βίον ὑπάρχων», «Κοσμεῖται τὴν χάριν νῦν, ἡ Ἐκκλησία τοῦ Πνεύματος, καὶ καταφαιδρύνεται καὶ ὡραΐζεται, τὴν γενέθλιον, ἡμέραν τοῦ Προδρόμου, εὐφροσύνως ἄγουσα, καὶ ἀναμέλπουσα». «Ὁ Κήρυξ τῆς χάριτος, καὶ ἑωσφόρου φαιδρότερος, τῆς δόξης τὸν Ἥλιον, μηνύει σήμερον, καὶ τὴν ἔλλαμψιν, αὐτοῦ νῦν προκηρύττει, ἐν πᾶσι τοῖς πέρασιν, αὐγάζειν μέλλουσαν», «Μυστηρίων ἀπορρήτων, προοδεύει μυστήριον, τῇ καινοτομίᾳ, τῆς θεσμοθεσίας τῆς φύσεως, τῆς ἀρρωστίας ἡ λύσις προμηνύουσα, τὴν διόρθωσιν, ταύτης Χριστὲ καὶ τὴν θέωσιν», «Φίλος καὶ Ἀπόστολος τοῦ Κτίστου καὶ κήρυξ καὶ Βαπτιστὴς καὶ θεῖος Πρόδρομος, μάρτυς καὶ διδάσκαλος, μεσίτης καὶ ἄγγελος, καὶ λειτουργὸς καὶ πρεσβευτὴς ἡμῶν πανεύφημε, ὑπάρχων, ἐκ τῆς στείρας προῆλθες, ταῦτα προμηνύων, ἐν λόγοις τε καὶ ἔργοις»).

6. Προβάλλοντας, λοιπόν, η Εκκλησία το θαυμαστό τρόπο γεννήσεως του Ιωάννη, την πίστη του Ζαχαρία και της Ελισάβετ, αλλά και τη συνάντηση με την Παναγία, μας καλεί σε μία πορεία άρσης των αντιθέτων, όπου κυριαρχεί η άπαυτη χάρη του Παντοδύναμου Θεού, που προνοεί για όλους, όπως για όλους είναι η μαρτυρία του Ιωάννη κατά το Μυστήριο της Θείας Οικονομίας του Άσαρκου, Ένσακου και Πνευματικώς ορωμένου εν τη Εκκλησία της χάριτος του Ενανθρωπήσαντος Λόγου.

 

ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ: Ρωμ. ιγ´, 11-ιδ´, 4: «11 Καὶ τοῦτο, εἰδότες τὸν καιρόν, ὅτι ὥρα ἡμᾶς ἤδη ἐξ ὕπνου ἐγερθῆναι· νῦν γὰρ ἐγγύτερον ἡμῶν ἡ σωτηρία ἢ ὅτε ἐπιστεύσαμεν. 12 ἡ νὺξ προέκοψεν, ἡ δὲ ἡμέρα ἤγγικεν. ἀποθώμεθα οὖν τὰ ἔργα τοῦ σκότους καὶ ἐνδυσώμεθα τὰ ὅπλα τοῦ φωτός. 13 ὡς ἐν ἡμέρᾳ εὐσχημόνως περιπατήσωμεν, μὴ κώμοις καὶ μέθαις, μὴ κοίταις καὶ ἀσελγείαις, μὴ ἔριδι καὶ ζήλῳ, 14 ἀλλ᾽ ἐνδύσασθε τὸν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, καὶ τῆς σαρκὸς πρόνοιαν μὴ ποιεῖσθε εἰς ἐπιθυμίας - 1 Τὸν δὲ ἀσθενοῦντα τῇ πίστει προσλαμβάνεσθε, μὴ εἰς διακρίσεις διαλογισμῶν. 2 ὃς μὲν πιστεύει φαγεῖν πάντα, ὁ δὲ ἀσθενῶν λάχανα ἐσθίει. 3 ὁ ἐσθίων τὸν μὴ ἐσθίοντα μὴ ἐξουθενείτω, καὶ ὁ μὴ ἐσθίων τὸν ἐσθίοντα μὴ κρινέτω· ὁ Θεὸς γὰρ αὐτὸν προσελάβετο. 4 σὺ τίς εἶ ὁ κρίνων ἀλλότριον οἰκέτην; τῷ ἰδίῳ Κυρίῳ στήκει ἢ πίπτει· σταθήσεται δέ· δυνατὸς γάρ ἐστιν ὁ Θεὸς στῆσαι αὐτόν».

 

ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ: Λουκ. α´, 1-25, 57-68, 76, 80: «1 Ἐπειδήπερ πολλοὶ ἐπεχείρησαν ἀνατάξασθαι διήγησιν περὶ τῶν πεπληροφορημένων ἐν ἡμῖν πραγμάτων, 2 καθὼς παρέδοσαν ἡμῖν οἱ ἀπ᾽ ἀρχῆς αὐτόπται καὶ ὑπηρέται γενόμενοι τοῦ λόγου, 3 ἔδοξε κἀμοὶ παρηκολουθηκότι ἄνωθεν πᾶσιν ἀκριβῶς καθεξῆς σοι γράψαι, κράτιστε Θεόφιλε, 4 ἵνα ἐπιγνῷς περὶ ὧν κατηχήθης λόγων τὴν ἀσφάλειαν. 5 Ἐγένετο ἐν ταῖς ἡμέραις Ἡρῴδου τοῦ βασιλέως τῆς Ἰουδαίας ἱερεύς τις ὀνόματι Ζαχαρίας ἐξ ἐφημερίας Ἀβιά, καὶ γυνὴ αὐτῷ ἐκ τῶν θυγατέρων Ἀαρών, καὶ τὸ ὄνομα αὐτῆς Ἐλισάβετ. 6 ἦσαν δὲ δίκαιοι ἀμφότεροι ἐναντίον τοῦ Θεοῦ, πορευόμενοι ἐν πάσαις ταῖς ἐντολαῖς καὶ δικαιώμασιν τοῦ Κυρίου ἄμεμπτοι. 7 καὶ οὐκ ἦν αὐτοῖς τέκνον, καθότι ἡ Ἐλισάβετ ἦν στεῖρα, καὶ ἀμφότεροι προβεβηκότες ἐν ταῖς ἡμέραις αὐτῶν ἦσαν. 8 Ἐγένετο δὲ ἐν τῷ ἱερατεύειν αὐτὸν ἐν τῇ τάξει τῆς ἐφημερίας αὐτοῦ ἔναντι τοῦ Θεοῦ, 9 κατὰ τὸ ἔθος τῆς ἱερατείας ἔλαχε τοῦ θυμιᾶσαι εἰσελθὼν εἰς τὸν ναὸν τοῦ Κυρίου· 10 καὶ πᾶν τὸ πλῆθος ἦν τοῦ λαοῦ προσευχόμενον ἔξω τῇ ὥρᾳ τοῦ θυμιάματος. 11 ὤφθη δὲ αὐτῷ ἄγγελος Κυρίου ἑστὼς ἐκ δεξιῶν τοῦ θυσιαστηρίου τοῦ θυμιάματος. 12 καὶ ἐταράχθη Ζαχαρίας ἰδών, καὶ φόβος ἐπέπεσεν ἐπ' αὐτόν. 13 εἶπε δὲ πρὸς αὐτὸν ὁ ἄγγελος· Μὴ φοβοῦ, Ζαχαρία· διότι εἰσηκούσθη ἡ δέησίς σου, καὶ ἡ γυνή σου Ἐλισάβετ γεννήσει υἱόν σοι, καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰωάννην· 14 καὶ ἔσται χαρά σοι καὶ ἀγαλλίασις, καὶ πολλοὶ ἐπὶ τῇ γενέσει αὐτοῦ χαρήσονται. 15 ἔσται γὰρ μέγας ἐνώπιον τοῦ Κυρίου, καὶ οἶνον καὶ σίκερα οὐ μὴ πίῃ, καὶ Πνεύματος ἁγίου πλησθήσεται ἔτι ἐκ κοιλίας μητρὸς αὐτοῦ, 16 καὶ πολλοὺς τῶν υἱῶν Ἰσραὴλ ἐπιστρέψει ἐπὶ Κύριον τὸν Θεὸν αὐτῶν. 17 καὶ αὐτὸς προελεύσεται ἐνώπιον αὐτοῦ ἐν πνεύματι καὶ δυνάμει Ἠλίου, ἐπιστρέψαι καρδίας πατέρων ἐπὶ τέκνα καὶ ἀπειθεῖς ἐν φρονήσει δικαίων, ἑτοιμάσαι Κυρίῳ λαὸν κατεσκευασμένον. 18 καὶ εἶπε Ζαχαρίας πρὸς τὸν ἄγγελον· Κατὰ τί γνώσομαι τοῦτο; ἐγὼ γάρ εἰμι πρεσβύτης καὶ ἡ γυνή μου προβεβηκυῖα ἐν ταῖς ἡμέραις αὐτῆς. 19 καὶ ἀποκριθεὶς ὁ ἄγγελος εἶπεν αὐτῷ· Ἐγώ εἰμι Γαβριὴλ ὁ παρεστηκὼς ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, καὶ ἀπεστάλην λαλῆσαι πρός σε καὶ εὐαγγελίσασθαί σοι ταῦτα. 20 καὶ ἰδοὺ ἔσῃ σιωπῶν καὶ μὴ δυνάμενος λαλῆσαι ἄχρι ἧς ἡμέρας γένηται ταῦτα, ἀνθ᾽ ὧν οὐκ ἐπίστευσας τοῖς λόγοις μου, οἵτινες πληρωθήσονται εἰς τὸν καιρὸν αὐτῶν. 21 καὶ ἦν ὁ λαὸς προσδοκῶν τὸν Ζαχαρίαν, καὶ ἐθαύμαζον ἐν τῷ χρονίζειν αὐτόν ἐν τῷ ναῷ. 22 ἐξελθὼν δὲ οὐκ ἠδύνατο λαλῆσαι αὐτοῖς, καὶ ἐπέγνωσαν ὅτι ὀπτασίαν ἑώρακεν ἐν τῷ ναῷ· καὶ αὐτὸς ἦν διανεύων αὐτοῖς, καὶ διέμενεν κωφός. 23 καὶ ἐγένετο ὡς ἐπλήσθησαν αἱ ἡμέραι τῆς λειτουργίας αὐτοῦ ἀπῆλθεν εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ. 24 Μετὰ δὲ ταύτας τὰς ἡμέρας συνέλαβεν Ἐλισάβετ ἡ γυνὴ αὐτοῦ· καὶ περιέκρυβεν ἑαυτὴν μῆνας πέντε, 25 λέγουσα ὅτι Οὕτω μοι πεποίηκεν ὁ Κύριος ἐν ἡμέραις αἷς ἐπεῖδεν ἀφελεῖν τό ὄνειδός μου ἐν ἀνθρώποις- 57 Τῇ δὲ Ἐλισάβετ ἐπλήσθη ὁ χρόνος τοῦ τεκεῖν αὐτήν, καὶ ἐγέννησεν υἱόν. 58 καὶ ἤκουσαν οἱ περίοικοι καὶ οἱ συγγενεῖς αὐτῆς ὅτι ἐμεγάλυνε Κύριος τὸ ἔλεος αὐτοῦ μετ᾽ αὐτῆς, καὶ συνέχαιρον αὐτῇ. 59 Καὶ ἐγένετο ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῇ ὀγδόῃ ἦλθον περιτεμεῖν τὸ παιδίον, καὶ ἐκάλουν αὐτὸ ἐπὶ τῷ ὀνόματι τοῦ πατρὸς αὐτοῦ Ζαχαρίαν. 60 καὶ ἀποκριθεῖσα ἡ μήτηρ αὐτοῦ εἶπεν· Οὐχί, ἀλλὰ κληθήσεται Ἰωάννης. 61 καὶ εἶπον πρὸς αὐτὴν ὅτι Οὐδείς ἐστιν ἐν τῇ συγγενείᾳ σου ὃς καλεῖται τῷ ὀνόματι τούτῳ· 62 ἐνένευον δὲ τῷ πατρὶ αὐτοῦ τὸ τί ἂν θέλοι καλεῖσθαι αὐτόν. 63 καὶ αἰτήσας πινακίδιον ἔγραψε λέγων· Ἰωάννης ἐστὶ τὸ ὄνομα αὐτοῦ· καὶ ἐθαύμασαν πάντες. 64 ἀνεῴχθη δὲ τὸ στόμα αὐτοῦ παραχρῆμα καὶ ἡ γλῶσσα αὐτοῦ, καὶ ἐλάλει εὐλογῶν τὸν Θεόν. 65 καὶ ἐγένετο ἐπὶ πάντας φόβος τοὺς περιοικοῦντας αὐτούς, καὶ ἐν ὅλῃ τῇ ὀρεινῇ τῆς Ἰουδαίας διελαλεῖτο πάντα τὰ ῥήματα ταῦτα, 66 καὶ ἔθεντο πάντες οἱ ἀκούσαντες ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτῶν, λέγοντες· Τί ἄρα τὸ παιδίον τοῦτο ἔσται; καὶ χεὶρ Κυρίου ἦν μετ᾽ αὐτοῦ. 67 Καὶ Ζαχαρίας ὁ πατὴρ αὐτοῦ ἐπλήσθη Πνεύματος ἁγίου καὶ προεφήτευσε λέγων· 68 Εὐλογητὸς Κύριος, ὁ Θεὸς τοῦ Ἰσραήλ, ὅτι ἐπεσκέψατο καὶ ἐποίησε λύτρωσιν τῷ λαῷ αὐτοῦ- 76 Καὶ σὺ, παιδίον, προφήτης ὑψίστου κληθήσῃ· προπορεύσῃ γὰρ πρὸ προσώπου Κυρίου ἑτοιμάσαι ὁδοὺς αὐτοῦ, 80 Τὸ δὲ παιδίον ηὔξανε καὶ ἐκραταιοῦτο πνεύματι, καὶ ἦν ἐν ταῖς ἐρήμοις ἕως ἡμέρας ἀναδείξεως αὐτοῦ πρὸς τὸν Ἰσραήλ».

Κυριακή 21 Ιουνίου 2026

 Κυριακὴ Γ´ Ματθαίου, 21 Ἰουνίου 2026  (25-6-2023)- (17/6/2018) (Αριθμ. 22Ν)

 

Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ.

 

A. α. Tα Αναγνώσματα της τρίτης Κυριακής του Ματθαίου έχουν ένα κοινό σημείο αναφοράς, τη δικαιοσύνη του Θεού, που προέρχεται από την πίστη. Πρόκειται για ένα θέμα δύσκολο, αν ερμηνευθεί ανεξάρτητα από το συνολικό ερμηνευτικό πρόγραμμα της κηρυγματικής πράξης της Αποστολικής κοινότητας.

β. Η δικαιοσύνη του Θεού, και η δικαίωση του ανθρώπου, συνδέθηκε στους νεότερους χρόνους της δυτικής χριστιανοσύνης με μία μεμονωμένη ερμηνευτική προσέγγιση, η οποία ξεπήδησε από το ερώτημα για το, αν η σωτηρία πηγάζει μόνο από τη χάρη του Θεού, οπότε ο άνθρωπος, κατ᾽ αυτούς, έχει προδιαγεγραμμένο τον προορισμό του, ή είναι αποτέλεσμα των «καλών έργων», με εκπλήρωση των θεϊκών επιταγών, νοουμένων ως ανταπόκρισης στη θεία δικαιοσύνη. Οι δύο εκδοχές οδήγησαν τη δυτική χριστιανοσύνη στον απόλυτο προορισμό και, κατά συνέπεια, το σύγχρονο αποχριστιανισμό των δυτικών κοινωνιών ως επανάσταση απέναντι στη θρησκευτική τους «καταπίεση». Από την άλλη, η εισαγωγή μιας υστερογενούς παραγωγής σκέψης, που προήλθε από αυτές τις κοινωνίες, σε μία αδύναμη Θεολογία, που αλλοιώθηκε από την κατεπιταγήν εκπλήρωση «θρησκευτικών» καθηκόντων, μετέτρεψε τη σχετική θεματολογία σε κοινωνιολογική ανάλυση και πολιτική διαμεσολάβηση παρασκηνιακής άσκησης εξουσίας, ή μοιράσματος της πολιτικής εξουσίας, ανεξαρτήτως του γεγονότος της εκκλησιαστικής συνέχειας, ακόμα και σε περιπτώσεις που γίνεται μία δραματική επίκληση του εκκλησιαστικού γεγονότος, ή ακόμη κι αν πρόκειται για ένα αφελή κοινωνικό προφητισμό.

 

Β. 1. Ωστόσο, τα δύο μείζονα θέματα των Αναγνωσμάτων δεν μπορεί να ερμηνευθούν ανεξάρτητα από την ένταξή τους στο Μυστήριο της Θείας Οικονομίας, όπως έγινε και εκτυλίσσεται λειτουργικά μέσα στον ενιαύσιο κύκλο της Εκκλησίας, ούτε, ασφαλώς, να γίνει μία προσέγγιση αποσπασματική εν σχέσει με τα συμφραζόμενα. Τέτοια πράγματα κάνανε οι αρχαίοι αιρετικοί, τα κάνουν και ουκ ολίγοι σύγχρονοι.

2. α. Το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα προέρχεται από την ενότητα του Αναγνώσματος της προηγούμενης Κυριακής. Ο Χριστός περιοδεύει, μετά την εκλογή των πρώτων μαθητών του και τις πρώτες περιοδείες στις Συναγωγές της Γαλιλαίας των εθνών και την προσέλευση κόσμου ακόμη και από τη Δεκάπολη, τα Ιεροσόλυμα, την Ιουδαία- αυτό κι αν ήταν ταπείνωση για τους Ιουδαίους, που περηφανεύονταν ότι αυτοί ήταν οι γνήσιοι εκφραστές του Νόμου. Ο Ματθαίος σημειώνει ότι προσέτρεχαν κι άνθρωποι καὶ πέραν τοῦ Ἰορδάνου (Ματθ. δ, 25). Μετά από αυτήν, λοιπόν, την κοσμοσυρροή, ο Χριστός ανήλθε στο όρος και είπε τους Μακαρισμούς, που είναι η τελείωση του Νόμου του Μωϋσέως ως ανακεφαλαίωση, όπως καταγράφεται στην ενότητα Ματθ. ε´, 13- ζ´, 29, μέρος της οποίας και το σημερινό Ευαγγελικό Ανάγνωσμα, ή η ανακεφαλαίωση. Στην ίδια ενότητα ανήκει και το Πάτερ ἡμῶν.

β. Μετά τους Μακαρισμούς ό Χριστός είπε ότι οι ακροατές του είναι το ἅλας της γης και το φως του κόσμου (Ματθ. ε´, 13-16), και γι᾽ αυτό ομιλεί εδώ περί οφθαλμού, ως λύχνου του σώματος, στο σημερινό Ανάγνωσμα, καθώς η όραση είναι εκείνο το όργανο που στέλνει στο νου τις πληροφορίες, για να παραχθεί η γνώση και η ευθύνη από τα λογικά όντα. Γι᾽ αυτό, εξάλλου, στη μακρά μας νηπτική παράδοση, που βλέπει τον άνθρωπο ως ενότητα αισθητού και νοητού, γίνεται λόγος για «γεγυμνασμένα αἰσθητήρια», όπως επίσης και από τα παραδείγματα που χρησιμοποιήθηκαν, για να πάρουμε μια συγκαταβατική ιδέα, μία παραστατική έκφραση, της τριαδικότητας άμα τε και ομοουσιότητος των τριών προσώπων της Αγίας Τριάδος, οι Πατέρες της Εκκλησίας μας χρησιμοποίησαν το παράδειγμα του φωτός.

γ. Θέτει, λοιπόν, ο Χριστός, ως προϋπόθεση για την αποδοχή του έργου του, ως ένσαρκου Λόγου, την κάθαρση των οφθαλμών των ακροατών του, ώστε να δουν τις θεοσημίες, τις οποίες είχε ήδη αρχίσει να επιτελεί, να αντιληφθούν ποιός είναι, ποιά είναι η πίστη τους και ότι ο ίδιος είναι αυτός που εκπληρώνει, ανακεφαλαιώνει, τις προφητείες, τις επαγγελίες, του Μωϋσή και το Νόμο που παρέδωσε ο Θεός στο Μωϋσή, είναι ο ίδιος που αποκαλύφθηκε στο Μωϋσή, του οποίου η όραση κατά την παράδοση του Νόμου παρακαλύφθηκε από μία πέτρα, (ήτοι το σωματικό του άσαρκου Λόγου), για να έλθει ο Απόστολος Παύλος και να ειπεί, με μια πολύ απλή παραστατική εικόνα, αυτήν της πέτρας, ότι «ἡ δὲ πέτρα ἦν ὁ Χριστός», δηλαδή ο ένσαρκος Λόγος. Γι᾽ αυτό λέγει ο Χριστός για την απλότητα του οφθαλμού και κλείνει με την προτροπή να μην είναι ολιγόπιστοι. Aυτήν τη λέξη την επαναλαμβάνει ο Χριστός σ᾽ όλη τη διάρκεια της ένσαρκης Αποκαλύψεώς του, και με ένταση μετά την Ανάστασή του, για να ενεργοποιήσει τους Μαθητές του, ώστε να δώσουν τη μαρτυρία ότι είναι ο ίδιος που αποκαλύφθηκε στον Αβραάμ ασάρκως, τους Προφήτες και το Μωϋσή, ότι είναι ο Θεός του Ισραήλ και Δημιουργός και Κύριος του παντός.

δ. Μετά, λοιπόν, τους Μακαρισμούς, που είναι η εκβολή, η έκβαση, η ανακεφαλαίωση του Νόμου, το πλήρωμα του Νόμου, ο Χριστός δεν θέτει στο πλήθος, που προσήρχετο μαζικά, ως προϋπόθεση την εβραϊκότητα, ομιλεί για ό,τι αφορά σ᾽ όλους τους ανθρώπους και επεξηγεί εν συνεχεία ότι οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι δεν εκπροσωπούν την προφητική παράδοση και τις επαγγελίες του Ισραήλ.

ε. Σημειώνω ότι ομιλεί από ένα ύψωμα, και εκεί είχαν προστρέξει άνθρωποι κι άνθρωποι και, προφανώς, όχι μόνο Ισραηλίτες, όχι όπως στις Συναγωγές, όπου προσήρχοντο Ιουδαίοι και προσήλυτοι, μόνο, δηλαδή, τα μέλη, αλλά ανοιχτά όσοι τρέχανε να ακούσουν αυτόν, που είχε φτάσει η φήμη των θαυμάτων του και πέραν του Ιορδάνη! Ομιλεί σα να έχει απέναντί του όλο το ανθρώπινο γένος λέγοντας για τη βασιλεία του Θεού και τη δικαιοσύνη, που καταργεί όλες τις συμβάσεις της ζωής και ό,τι είχε στήσει ο άνθρωπος, για να διαχειριστεί ιδιοτελώς τα κοινά αγαθά της δημιουργίας. Γι᾽ αυτό λέγει ο Χριστός: Ματθ. στ´, «33 ζητεῖτε δὲ πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ, καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν. 34 Μὴ οὖν μεριμνήσητε εἰς τὴν αὔριον, ἡ γὰρ αὔριον μεριμνήσει τὰ ἑαυτῆς· ἀρκετὸν τῇ ἡμέρᾳ ἡ κακία αὐτῆς». Ο,τι, δηλαδή, αποτελούσε κοινό αγαθό της δικαιοσύνης του αποκαλυφθέντος Θεού εν τω Ισραήλ, είναι αγαθό για όλη την ανθρωπότητα.

 

Γ. α. Ακριβώς την ίδια αντιστοιχία έχουμε στο Αποστολικό Ανάγνωσμα, όπου η δικαιοσύνη, δικαίωση, του Ισραήλ εκβάλλει στην πίστη, που τη χαρίζει το Άγιο Πνεύμα, στο οποίο προσήγαγε τους Μαθητές και όλους τους ανθρώπους ο Χριστός: Ρωμ. ε´, 2 : «δι᾽ οὗ καὶ τὴν προσαγωγὴν ἐσχήκαμεν τῇ πίστει εἰς τὴν χάριν ταύτην ἐν ᾗ ἑστήκαμεν», καθώς Ρωμ. ε´, 5: «ὅτι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἐκκέχυται ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν διὰ Πνεύματος ἁγίου τοῦ δοθέντος ἡμῖν».

β. Δεν πρόκειται για μια πίστη ατομική, πρόκειται για την πίστη των Προφητών, των Αποστόλων και των Αγίων, που δίνουν μαρτυρία του Μυστηρίου της Θείας Οικονομίας, όπως καταγράφεται και ερμηνεύεται σε μία συνέχεια στην Εκκλησία με ένα τρόπο που περιλαμβάνει όλη την ανθρωπότητα και την ιστορία από κτίσεως κόσμου και εις τους άπειρους αιώνας, γιατί ο Χριστός ένωσε όλο το ανθρώπινο γένος, παλαιό και νέο Ισραήλ, ζώντες και κεκοιμημένους, γιατί η πίστη αυτή είναι ελπίδα και λόγος οικουμενικός χάριτος, δωρεά και έλεος, γι᾽ αυτό και είναι ένας λόγος ανατρεπτικός και αντίθετος σε κάθε αντίθεη δύναμη, σε κάθε ανθρώπινη σύμβαση και ιδιοτέλεια. Είναι μαζί πίστη, δικαιοσύνη και χάρη και όχι ειδωλικότητα, θρησκευτική υποκρισία και εκμετάλλευση, αποκλεισμός και αποκλειστικότητα χρήσης και κατάχρησης της κτίσης, των φυσικών πόρων και των ανθρώπων υπό το προκάλυμμα μάλιστα πολλάκις μεγαλοστομιών και διακηρύξεων των κατεξουσιαστών του κόσμου!

 

Ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα: ῾Ρωμ. ε´1-10: «1 Δικαιωθέντες οὖν ἐκ πίστεως εἰρήνην ἔχομεν πρὸς τὸν Θεὸν διὰ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, 2 δι᾽ οὗ καὶ τὴν προσαγωγὴν ἐσχήκαμεν τῇ πίστει εἰς τὴν χάριν ταύτην ἐν ᾗ ἑστήκαμεν, καὶ καυχώμεθα ἐπ᾽ ἐλπίδι τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ. 3 οὐ μόνον δέ, ἀλλὰ καὶ καυχώμεθα ἐν ταῖς θλίψεσιν, εἰδότες ὅτι ἡ θλῖψις ὑπομονὴν κατεργάζεται, 4 ἡ δὲ ὑπομονὴ δοκιμήν, ἡ δὲ δοκιμὴ ἐλπίδα, 5 ἡ δὲ ἐλπὶς οὐ καταισχύνει, ὅτι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἐκκέχυται ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν διὰ Πνεύματος ἁγίου τοῦ δοθέντος ἡμῖν. 6 ἔτι γὰρ Χριστὸς ὄντων ἡμῶν ἀσθενῶν κατὰ καιρὸν ὑπὲρ ἀσεβῶν ἀπέθανε. 7 μόλις γὰρ ὑπὲρ δικαίου τις ἀποθανεῖται· ὑπὲρ γὰρ τοῦ ἀγαθοῦ τάχα τις καὶ τολμᾷ ἀποθανεῖν. 8 συνίστησι δὲ τὴν ἑαυτοῦ ἀγάπην εἰς ἡμᾶς ὁ Θεός, ὅτι ἔτι ἁμαρτωλῶν ὄντων ἡμῶν Χριστὸς ὑπὲρ ἡμῶν ἀπέθανε. 9 πολλῷ οὖν μᾶλλον δικαιωθέντες νῦν ἐν τῷ αἵματι αὐτοῦ σωθησόμεθα δι᾽ αὐτοῦ ἀπὸ τῆς ὀργῆς. 10 εἰ γὰρ ἐχθροὶ ὄντες κατηλλάγημεν τῷ Θεῷ διὰ τοῦ θανάτου τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ, πολλῷ μᾶλλον καταλλαγέντες σωθησόμεθα ἐν τῇ ζωῇ αὐτοῦ».

 

Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Ματθ. στ´, 22-33, «22 Ὁ λύχνος τοῦ σώματός ἐστιν ὁ ὀφθαλμός. ἐὰν οὖν ὁ ὀφθαλμός σου ἁπλοῦς ᾖ, ὅλον τὸ σῶμά σου φωτεινὸν ἔσται· 23 ἐὰν δὲ ὁ ὀφθαλμός σου πονηρὸς ᾖ, ὅλον τὸ σῶμά σου σκοτεινὸν ἔσται. εἰ οὖν τὸ φῶς τὸ ἐν σοὶ σκότος ἐστί, τὸ σκότος πόσον; 24 Οὐδεὶς δύναται δυσὶ κυρίοις δουλεύειν· ἢ γὰρ τὸν ἕνα μισήσει καὶ τὸν ἕτερον ἀγαπήσει, ἢ ἑνὸς ἀνθέξεται καὶ τοῦ ἑτέρου καταφρονήσει· οὐ δύνασθε Θεῷ δουλεύειν καὶ μαμωνᾷ. 25 Διὰ τοῦτο λέγω ὑμῖν, μὴ μεριμνᾶτε τῇ ψυχῇ ὑμῶν τί φάγητε καὶ τί πίητε, μηδὲ τῷ σώματι ὑμῶν τί ἐνδύσησθε· οὐχὶ ἡ ψυχὴ πλεῖόν ἐστιν τῆς τροφῆς καὶ τὸ σῶμα τοῦ ἐνδύματος; 26 ἐμβλέψατε εἰς τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ, ὅτι οὐ σπείρουσιν οὐδὲ θερίζουσιν οὐδὲ συνάγουσιν εἰς ἀποθήκας, καὶ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος τρέφει αὐτά· οὐχ ὑμεῖς μᾶλλον διαφέρετε αὐτῶν; 27 τίς δὲ ἐξ ὑμῶν μεριμνῶν δύναται προσθεῖναι ἐπὶ τὴν ἡλικίαν αὐτοῦ πῆχυν ἕνα; 28 καὶ περὶ ἐνδύματος τί μεριμνᾶτε; καταμάθετε τὰ κρίνα τοῦ ἀγροῦ πῶς αὐξάνει· οὐ κοπιᾷ οὐδὲ νήθει· 29 λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι οὐδὲ Σολομὼν ἐν πάσῃ τῇ δόξῃ αὐτοῦ περιεβάλετο ὡς ἓν τούτων. 30 Εἰ δὲ τὸν χόρτον τοῦ ἀγροῦ, σήμερον ὄντα καὶ αὔριον εἰς κλίβανον βαλλόμενον, ὁ Θεὸς οὕτως ἀμφιέννυσιν, οὐ πολλῷ μᾶλλον ὑμᾶς, ὀλιγόπιστοι; 31 μὴ οὖν μεριμνήσητε λέγοντες, τί φάγωμεν ἢ τί πίωμεν ἢ τί περιβαλώμεθα; 32 πάντα γὰρ ταῦτα τὰ ἔθνη ἐπιζητεῖ· οἶδεν γὰρ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος ὅτι χρῄζετε τούτων ἁπάντων. 33 ζητεῖτε δὲ πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ, καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν. 34 Μὴ οὖν μεριμνήσητε εἰς τὴν αὔριον, ἡ γὰρ αὔριον μεριμνήσει τὰ ἑαυτῆς· ἀρκετὸν τῇ ἡμέρᾳ ἡ κακία αὐτῆς».