HELLENOPHONIA

Τρίτη 2 Ιουνίου 2026

 
Κυριακή Α´ Ματθαίου, Κυριακή τῶν Ἁγίων Πάντων, 15 Ιουνίου 2025 (11/6/ 2023), (Αριθμ. 20Ν1)
 

Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ.

 

(Άρχεται μετά τον Εσπερινό της Κυριακής η νηστεία των Αγίων Αποστόλων μέχρι 28 Ιουνίου)

 

I. α. Με την Κυριακή των Αγίων Πάντων κλείνει η περίοδος του Πεντηκοσταρίου, η οποία άρχισε με το «Δεῦτε λάβετε φῶς». Στην υμνολογία του Μικρού Εσπερινού προβάλλεται ο σκοπός της σημερινής εορτής, αφού πρώτα δοθεί η σύνοψη του περιεχομένου του Μυστηρίου της Θείας Οικονομίας με ένα λόγο συγκλονιστικό. Ο υμνωδός χαιρετίζει τη Νέα Σιών, την Εκκλησία των Ιεροσολύμων, όμως, ως συμπερίληψη και του παλαιού Ισραήλ εν τω προσώπω του Αναστάντος Χριστού, όπως έχει ήδη υπογραμμισθεί σε προηγούμενο κείμενο ότι ο Χριστός ενώνει στο πρόσωπό του το τρισσό αξίωμα του παλαιού Ισραήλ ενώνοντας παλαιό και νέο Ισραήλ και σύμπαν το ανθρώπινο γένος στο Μυστικό Δείπνο, στα πάθη και την Ανάσταση, ως καινή δημιουργία: Ἀναστάσιμο Στιχηρὸ γ´, ἦχος πλ. δ´: «Χαῖρε Σιὼν ἁγία, Μήτηρ τῶν Ἐκκλησιῶν, Θεοῦ κατοικητήριον· σὺ γὰρ ἐδέξω πρώτη, ἄφεσιν ἁμαρτιῶν, διὰ τῆς Ἀναστάσεως». Επιπλέον, πρέπει να σημειωθεί ότι αργότερα περί την ΣΤ´ Οικουμενική Σύνοδο κατονομάζεται ως Νέα Σιών η εκκλησία Κωνσταντινουπόλεως, με αναφορά, μάλιστα, στο Σύμβολο Πίστεως της Νικαίας, που αποτέλεσε τη βάση του όλου θεολογικού εμπλουτισμού της ζωής της Εκκλησίας, πράξεως και θεωρίας.

β. Εξάλλου, η Νέα Σιών της Πεντηκοστής είναι η Εκκλησία όλων των εθνών, στην οποία αίρονται όλες οι μεταπατορικές αποκλειστικότητες, καθότι κοινή είναι η ανακαίνιση του γένους των ανθρώπων διά της ενανθρωπήσεως, κοινή και η χάρη της Πεντηκοστής, όμως κατά τη δεκτικότητα εκάστου! Η προαίρεση και η βούληση των λογικών όντων δεν αίρονται. Aν ίσχυε το αντίθετο, θα ήρετο και η ζωή της Εκκλησίας, καθότι θα κατέληγε να είναι μηχανιστική, ισοπεδωτική της ελευθερίας των λογικών όντων, εντέλει μία λατρεία τύποις ειδωλικής πράξης. Σ᾽ αυτό καταλήγει και ό,τι εκφαίνεται στις μέρες μας με διατυπώσεις: όλοι είναι παιδιά του Θεού, όλοι δικαιούνται κατά τρόπο μηχανιστικό, ήτοι ειδωλικό, τα πάντα άνευ ασκήσεως και προκοπής, χωρίς να εξελίσσεται η ανθρωπότητα, το κοινό όραμα μιας αγαθοτοπίας!

γ. Στην ίδια ερμηνευτική γραμμή, ως ομολογία πίστεως, με υπόβαθρο τις συνοδικές αποφάσεις των τεσσάρων Οικουμενικών Συνόδων περί του τρόπου της Ενανθρωπήσεως του Υιού και Λόγου του Θεού Πατρός (Γ´- ΣΤ´), το τέταρτο Στιχηρὸ Ἀναστάσιμο περιλαμβάνει στὸ μυστήριο της του Υιού Οικονομίας άπαν το ανθρώπινο γένος. Το Στιχηρό δομείται εν λόγω βραχεί: "Ὁ ἀΐδιος Υἱὸς καὶ Λόγος, πρὸ τῶν αἰώνων γεννηθεὶς ἐκ τοῦ Πατρός, ὁ αὐτὸς καὶ σαρκωθείς, ὑπομείνας τὰ πάθη ἑκουσίως (βουλήσει)", πιστοποιώντας το γεγονός της πραγματικής ενανθρώπησης, είναι ὁ Σωτήρας του νεκρωθέντα ανθρώπου (ο θάνατος εισήλθε, για να μη γίνει αθάνατη η προπατορική αποστασία και τα ματαπατορικά αμαρτήματα), που σώζει τον άνθρωπο με την Ανάστασή του, ο Χριστός, τραβώντας από τον Άδη (παραστατική εικόνα) τον Αδάμ και την Εύα, (ως συμπερίληψη όλου του ανθρώπινου γένους), γιατί αυτή είναι η Ανάσταση, «δι᾽ ἡμᾶς», η κάθοδος του Χριστού στον Άδη.

δ. Αυτή η λέξη «βουλήσει», όπως και οι συνώνυμες «ἑκουσίως», ή «αὐτεξουσίως», που λέγονται κατά κόρο στα υμνολογικά κείμενα της Εκκλησίας, προέρχονται από τις ερμηνευτικές προτάσεις των Πατέρων μας επί των άρθρων του Συμβόλου της Πίστεως και δηλώνουν ότι ο Χριστός κατά την Ενανθρώπηση είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος με ψυχή λογική και σώμα, όπως όλοι οι άνθρωποι, χωρίς αμαρτίας, ως των όλων Θεός, γιατί είναι η ανθρώπινη φύση του Χριστού, που τη δημιούργησε, ως Δημιουργήσας τα σύμπαντα, στη μήτρα της Απειρογάμου Παναγίας «ἑαυτῷ», ως ιδία του ανθρώπινη φύση. Και, βέβαια, όπως λέμε στο Σύμβολο της Πίστεως η Ενανθρώπηση έγινε για μας και τη σωτηρία μας. (Όταν διαβάζετε για τη διαλεκτική, άκουσον, άκουσον, των δύο φύσεων του Χριστού, να ξέρετε ότι πρόκειται για θλιβερές ανοησίες. Οι άνθρωποι που λένε αυτά δεν άνοιξαν μήτε κείμενα, μήτε άκουσαν τί λέγεται στις Ακολουθίες της Εκκλησίας. Αυτοσχεδιάζουν άνευ τεκμηριώσεως στη ζωή της Εκκλησίας με ένα τρόπο ιδιαίτερου ψυχισμού). (Παραθέτω και το τέταρτο Ἀναστάσιμο Στιχηρό, ἦχος πλ. δ´: «Ὁ ἐκ Θεοῦ Πατρὸς Λόγος, ἐπ᾽ ἐσχάτων δὲ τῶν χρόνων, ὁ αὐτὸς ἐκ τῆς Ἀπειρογάμου σαρκωθείς, βουλήσει σταύρωσιν θανάτου ὑπέμεινε, καὶ τὸν πάλαι νεκρωθέντα ἄνθρωπον ἔσωσε, διὰ τῆς ἑαυτοῦ Ἀναστάσεως». Σε περισσότερο εκτεταμένη μορφή κείται το Δογματικό Στιχηρό στο Καὶ νῦν, ἦχος πλ. δ´, λίγο παρακάτω. Το παραθέτω κι αυτό, για όποιον θέλει να σκεφθεί περισσότερο, αλλά κυρίως, για να γίνει σαφές ότι το μυστήριο της Θείας Οικονομίας αφορά σε όλη την κτίση. Το παραθέτω κι αυτό εδώ, γιατί είναι μεγαλειώδες: «Πῶς σε μακαρίσωμεν Θεοτόκε; πῶς δὲ ἀνυμνήσωμεν ὑπερευλογημένη, τὸ κατάληπτον μυστήριον τῆς κυοφορίας σου; Τῶν αἰώνων γὰρ ὁ ποιητής, καὶ τῆς ἡμετέρας δημιουργὸς φύσεως, τὴν ἰδίαν εἰκόνα οἰκτείρας, καθῆκεν ἑαυτόν, εἰς κένωσιν τὴν ἀνεξιχνίαστον, ὁ ὢν ἐν τοῖς ἀΰλοις κόλποις τοῦ Πατρός, ἐν μήτρᾳ σου, ἁγνή, κατεσκήνωσε, καὶ σὰρξ ἀτρέπτως ἐγένετο ἐκ σοῦ, ἀπειρόγαμε, μείνας, ὅπερ ὑπῆρχε φύσει, Θεός. Διὸ αὐτὸν προσκυνοῦμεν, Θεὸν τέλειον, καὶ ἄνθρωπον τέλειον, τὸν αὐτὸν ἐν ἑκατέρᾳ μορφῇ· ἑκατέρα γὰρ φύσις ἐστὶν ἐν αὐτῷ ἀληθῶς, διπλᾶ δὲ πάντα κηρύττομεν, τὰ φυσικὰ αὐτοῦ ἰδιώματα, κατὰ τὴν διπλόην τῶν οὐσιῶν, δύο σέβοντες τὰς ἐνεργείας, καὶ τὰ θελήματα. Ὁμοούσιος γὰρ ὢν τῷ Θεῷ καὶ Πατρί, αὐτεξουσίως θέλει, καὶ ἐνεργεῖ ὡς ἄνθρωπος. Αὐτὸν ἱκέτευε, σεμνὴ παμμακάριστε, τοῦ σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν», που απηχεί τὴν ερμηνεία των αποφάσεων της ΣΤ´ Οικουμενικής Συνόδου.

ε. Μεταξύ των δύο παραπάνω Στιχηρών η Εκκλησία ψάλλει στο Δόξα το Στιχηρό για τη σημερινή εορτή κατονομάζοντας, εξαιρέτως, τους Μάρτυρες της Πίστεως, που επισφράγησαν την ομολογία Χριστού με το μαρτύριο του αίματος, όπως, εξάλλου, μνημονεύονται και μετά την ευχή της Επικλήσεως σε κάθε Θεία Λειτουργία μεταξύ όλων των αυτοπτών Αγίων των Θεοφανειών του Τριαδικού Θεού, Παλαιάς τε και Καινής Διαθήκης: «Ἔτι προσφέρομέν σοι τὴν λογικὴν ταύτην λατρείαν ὑπὲρ τῶν ἐν πίστει ἀναπαυσαμένων Προπατόρων, Πατέρων, Πατριαρχῶν, Προφητῶν, Ἀποστόλων, Κηρύκων, Εὐαγγελιστῶν, Μαρτύρων, Ὁμολογητῶν, Ἐγκρατευτῶν, Διδασκάλων, καὶ παντὸς πνεύματος δικαίου ἐν πίστει τετελειωμένου».

στ. Κατά ταύτα, το Απόστιχο απηχεί τη μαρτυρική περίοδο της Αποστολικής και Μεταποστολικής περιόδου και την αιμάτινη έξοδο της Αποστολικής Εκκλησίας προς τον κόσμο, προς τα έθνη. Εξάλλου, ο εορτασμός της μνήμης των Μαρτύρων είναι από τις παλαιότερες εορτές του Αγιολογίου της Εκκλησίας μας. Στο Απόστιχο των Μαρτύρων ο «θεῖος» χορός όνομάζεται «τῆς Ἐκκλησίας ἡ βάσις, τοῦ Εὐαγγελίου ἡ τελείωσις», γιατί «ὑμεῖς ἔργῳ τοῦ Σωτῆρος τὰ ῥητὰ ἐπληρώσατε». Οι Άγιοι Μάρτυρες, δηλαδή, καλούνται στηρίγματα της Εκκλησίας και ολοκλήρωση του Ευαγγελίου, καθώς με τη θυσιαστική τους πράξη εκπλήρωσαν τούς λόγους του Χριστού, να ομολογήσουν, δηλαδή, το Χριστό ως Θεό, κατά την προτροπή του προς τους Αποστόλους «μέχρι περάτων της γης» εν μέσω ενός κόσμου ειδωλολατρίας και μεταπατορικών αντιθέσεων.

ζ. Και, ενώ, η υμνολογία της εορτής, όπως είναι φυσικό, αρχίζει με το χαιρετισμό των Μαρτύρων, που αποτελεί κεντρικό άξονα, παράλληλα υπάρχουν, ιδίως, στο Μεγάλο Εσπερινό Στιχηρά, όπου συμπεριλαμβάνεται όλος ο χορός των Αγίων, το ανθρώπινο γένος, άνδρες και γυναίκες, γιατί ο κατά Χριστόν αγώνας και η δωρηθείσα σωτηρία αφορά σε κάθε άνθρωπο, άνδρα ή γυναίκα, αφού ο Χριστός, για να θυμηθούμε μόνο τον Άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, ήρε την προπατορική αμαρτητική αντίθεση γυναίκας- άνδρα και μας ξανάκανε ανθρώπους. Παραθέτω εδώ μόνο από το Μεγάλο Εσπερινό το Ἀναστάσιμο Στιχηρό στο Δόξα, ἦχος πλ. δ´, μετά τα Στιχηρά της Θεοτόκου, που μας ξαναθυμίζει τη μνημόνευση μετά την ευχή της Επικλήσεως: «Δεῦτε πιστοί, σήμερον χορείαν ἐπικροτήσαντες, εὐσεβῶς πανηγυρίσωμεν, καὶ τῶν Ἁγίων πάντων τὴν ἔνδοξον, καὶ σεβάσμιον μνήμην, ἐνδόξως τιμήσωμεν, λέγοντες· Χαίρετε, Ἀπόστολοι ἔνδοξοι, Προφῆται, καὶ Μάρτυρες, καὶ Ἱεράρχαι. Χαίρετε, Ὁσίων ὁ δῆμος, καὶ τῶν Δικαίων. Χαίρετε, τιμίων Γυναικῶν ὁ χορὸς καὶ Χριστὸν ὑπὲρ τοῦ κόσμου πρεσβεύσατε, νίκας τῷ βασιλεῖ κατὰ βαρβάρων δωρήσασθαι, καὶ ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν τὸ μέγα ἔλεος».

 

II. α. Αυτή η Υμνολογία της Εκκλησίας είναι ευθεία απόδοση της καταγραφής ενταυτώ του σημερινού Αποστολικού και του Ευαγγελικού Αναγνώσματος. Πρέπει να σημειώσω ότι το Αποστολικό Ανάγνωσμα της σημερινής ημέρας είναι η συμπερασματική συνέχεια του συγκλονιστικού Αποστολικού Αναγνώσματος της Κυριακής της Ορθοδοξίας, που μας κηρύττει για τη βεβαιότητα της πίστης, με την οποία έζησαν όλοι οι Θεόπτες της Παλαιάς Διαθήκης, ως Μάρτυρες των επαγγελιών του Άσαρκου Λόγου στον παλαιό Ισραήλ. Έρχεται, λοιπόν, ο Απόστολος Παύλος και μας ζητάει να έχουμε την ίδια με αυτούς πίστη στον αυτόν Ένσαρκο Λόγο, τον Ιησού Χριστό, τον «τελειωτή», που ανακεφαλαιώνει την επαγγελία, την προς όλους μας ευεργασία, διά των παθών και της εις τα δεξιά του Πατρός καθέδρας του, όπου δυνάμει και χάριτι εισήγαγε άπαν το ανθρώπινο γένος.

β. Με το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα η Εκκλησία μάς καλεί, κατά το λόγο του Χριστού στους Αποστόλους, σε ομολογία του Αποκαλυφθέντος Υιού και Λόγου του Θεού, όχι με λόγια αλλά με έργα, υπερβαίνοντας όλες τις συμβάσεις της ζωής, ό,τι συνιστά την ατομικότητά μας, αποδεχόμενοι την παλιγγενεσία του Χριστού, τον καινούργιο κόσμο, όπου αίρονται οι αποκλειστικότητες και όλες οι συμβάσεις της μεταπατορικής μας περιπέτειας, αφού στη ζωή της Εκκλησίας, στη ζωή των Αγίων και των Μαρτύρων, δεν ισχύει καμία συμβατική διάκριση και τιμή τέτοιου είδους, παρά μόνο ο αγιακός βίος κατά τη δεκτικότητα εκάστου, κατά την ελευθέρα προαίρεσή του. Έτσι «Πολλοὶ δὲ ἔσονται πρῶτοι ἔσχατοι καὶ ἔσχατοι πρῶτοι», Ματθ. ιθ´, 30.

γ. Και, επειδή τα κατορθώματα των Μαρτύρων και όλων των Αγίων απαρχής είναι δωρεά και χάρη Θεού, πλουτισμός του κοινού εκκλησιαστικού σώματος «τῆς μυστικῆς Σιών», κατά το Δοξαστικό των Αγίων Πατέρων, εν Αγίω Πνεύματι, δοξασμός που δωρίζεται στην Εκκλησία ως συναγωγή των πάντων και επέκταση του μυστηρίου της Θείας Οικονομίας στους άπειρους αιώνες εν κόλποις του Θεού Πατρός, γι᾽ αυτό Απολυτίκιο και Κοντάκιο της εορτής είναι τα αυτά με την Πεντηκοστή (Ἀπολυτίκιο: «Εὐλογητὸς εἶ, Χριστέ...», Κοντάκιο: «Ὅτε καταβάς...»), όπως και η εορτή ακολουθεί τη διάταξη του Πεντηκοσταρίου.

δ. Στήν πορεία της Εκκλησίας προς τα έθνη η ενότητα του κοινού χαρισματικού σώματος έχει περάσει και περνά δοκιμασίες. Η Εκκλησία αντιμετώπισε τις έξωθεν επιθέσεις και τις έσωθεν διαβρωτικές κινήσεις από ασθενούντα μέλη της με βάση την πίστη της εν τη πράξει πάντα ως λατρεύουσας κοινότητας, διαμορφώνοντας τα ερμηνευτικά της κριτήρια, ήτοι τις προφητικές και αποστολικές αποδείξεις των θεοπτών του Λόγου εν Αγίω Πνεύματι, (γι᾽ αυτό συνοδικός κανόνας επιτάσσει ως προϋπόθεση για τη χειροτονία των κληρικών τη γνώση της ερμηνείας του Ευαγγελίου, του Απόστολου και του Ψαλτήρα!), το Σύμβολο της πίστεως, ως σύνοψη της μαρτυρίας των νέων μελών κατά τη μαρτυρία των Αγίων Προφητών και Αποστόλων, τη συνοδική ερμηνεία του Συμβόλου της πίστεως, κατά τη μαρτυρία των εγκρίτων και εγκύρων Πατέρων, και τη λειτουργική επιμαρτυρία σε μία αδιατάρακτη συνέχεια λειτουργικής πράξης και ασκήσεως του αγιακού βίου, εκκόπτουσα πάντα η Εκκλησία συνοδικά τις αυτονομημένες κινήσεις της αυταρέσκειας και της εξαπάτησης των ανθρώπων από τα ιδιοτελή μέλη της και τους παντός είδους αγύρτες, οι οποίοι πολλάκις εμφανίζονται και ως πνευματικότατοι, όπως όλοι οι ατομοκεντρικοί εκμεταλλευτές και ιδίως οι ηθικιστές!

 

Αποστολικό Ανάγνωσμα: Ἑβρ. ια´, 33- ιβ´, 2: « (Ἀδελφοί, οἱ ἅγιοι πάντες) 33 (οἳ) διὰ πίστεως κατηγωνίσαντο βασιλείας, εἰργάσαντο δικαιοσύνην, ἐπέτυχον ἐπαγγελιῶν, ἔφραξαν στόματα λεόντων, -1 Τοιγαροῦν καὶ ἡμεῖς, τοσοῦτον ἔχοντες περικείμενον ἡμῖν νέφος μαρτύρων, ὄγκον ἀποθέμενοι πάντα καὶ τὴν εὐπερίστατον ἁμαρτίαν, δι᾽ ὑπομονῆς τρέχωμεν τὸν προκείμενον ἡμῖν ἀγῶνα, 2 ἀφορῶντες εἰς τὸν τῆς πίστεως ἀρχηγὸν καὶ τελειωτὴν Ἰησοῦν, ὃς ἀντὶ τῆς προκειμένης αὐτῷ χαρᾶς ὑπέμεινε σταυρόν, αἰσχύνης καταφρονήσας, ἐν δεξιᾷ τε τοῦ θρόνου τοῦ Θεοῦ κεκάθικεν».

 

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: Ματθ. ι´, 32-33, 37-38, ιθ´, 27-30: «32 Πᾶς οὖν ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοὶ ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὁμολογήσω κἀγὼ ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς· 33 ὅστις δ᾽ ἂν ἀρνήσηταί με ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ἀρνήσομαι αὐτὸν κἀγὼ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς. - 37 Ὁ φιλῶν πατέρα ἢ μητέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος· καὶ ὁ φιλῶν υἱὸν ἢ θυγατέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος· 38 καὶ ὃς οὐ λαμβάνει τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθεῖ ὀπίσω μου, οὐκ ἔστι μου ἄξιος.- 27 Τότε ἀποκριθεὶς ὁ Πέτρος εἶπεν αὐτῷ· Ἰδοὺ ἡμεῖς ἀφήκαμεν πάντα καὶ ἠκολουθήσαμέν σοι· τί ἄρα ἔσται ἡμῖν; 28 ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· Ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ὑμεῖς οἱ ἀκολουθήσαντές μοι, ἐν τῇ παλιγγενεσίᾳ, ὅταν καθίσῃ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπὶ θρόνου δόξης αὐτοῦ, καθίσεσθε καὶ ὑμεῖς ἐπὶ δώδεκα θρόνους κρίνοντες τὰς δώδεκα φυλὰς τοῦ Ἰσραήλ. 29 καὶ πᾶς ὃς ἀφῆκεν οἰκίας ἢ ἀδελφοὺς ἢ ἀδελφὰς ἢ πατέρα ἢ μητέρα ἢ γυναίκα ἢ τέκνα ἢ ἀγροὺς ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός μου, ἑκατονταπλασίονα λήψεται καὶ ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσει. 30 Πολλοὶ δὲ ἔσονται πρῶτοι ἔσχατοι καὶ ἔσχατοι πρῶτοι».

Κυριακή 31 Μαΐου 2026

 

 

Κυριακὴ Η´ ἀπὸ τοῦ Πάσχα: Ἑορτὴ τῆς Ἁγίας Πεντηκοστῆς, 7 Ἰουνίου 2025 (4/6/2023), (Αριθμ. 19Ν)

 

Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ.

 

    Α. Η Κυριακή της Πεντηκοστής είναι μία σύνθετη εορτή (με Προεόρτια- ήτοι Σάββατο των ψυχών- κυριώνυμη ημέρα της Πεντηκοστής και μεθέορτη, του Αγίου Πνεύματος), όπως εξάγεται από την υμνολογία της Εκκλησίας, αλλά και από τα ίδια τα Αγιογραφικά Αναγνώσματα, τα οποία κατανοούνται με βάση το ερμηνευτικό σχήμα προτύπωση - επαγγελία- (Παλαιά Διαθήκη) και ολοκλήρωση- «συμπλήρωση»- «ανακεφαλαίωση» της επαγγελίας και της προθεσμίας- (Καινή Διαθήκη)- (αναμονής των Μαθητών), όπως καταγράφεται στο Κάθισμα, στο Δόξα μετά την α´ Στιχολογία του Όρθρου. Μάλιστα στο Κάθισμα η Πεντηκοστή ονομάζεται «μεθέορτος καὶ τελευταία ἑορτή», πράγμα όχι παράδοξο, εάν ο αναγνώστης παρακολουθεί με ακρίβεια την μέχρι τώρα ερμηνεία της εκδιπλώσεως του μυστηρίου της Θείας Οικονομίας από την αρχή του Τριωδίου, κατά την εδώ ερμηνευτική (γιατί το κήρυγμα της Εκκλησίας είναι ερμηνεία της πίστεως σε μία συνέχεια). Η αναφορά ως προς τον όρο «μεθέορτος» γίνεται εν σχέσει με τη γενόμενη απόδοση της Ανάληψης του Κυρίου (την Παρασκευή), αφού το τριήμερο Σάββατο (των ψυχών), Κυριακή της Πεντηκοστής και Δευτέρα του Αγίου Πνεύματος είναι μία εορτή, η τελευταία του μυστηρίου της Αποκαλύψεως του Τριαδικού Θεού από κτίσεως κόσμου, του μυστηρίου, δηλαδή, της προς ημάς Θείας Οικονομίας. (Παραθέτω το άκρως σημαντικό Κάθισμα, ἦχος δ´: «Τὴν μεθέορτον πιστοί, καὶ τελευταίαν ἑορτήν, ἑορτάσωμεν φαιδρῶς· αὕτη ἐστὶ Πεντηκοστή, ἐπαγγελίας συμπλήρωσις, καὶ προθεσμίας· ἐν ταύτῃ γὰρ τὸ πῦρ, τοῦ Παρακλήτου εὐθύς, κατέβη ἐπὶ γῆς, ὥσπερ ἐν εἴδει γλωσσῶν, καὶ Μαθητὰς ἐφώτισε, καὶ τούτους οὐρανομύστας ἀνέδειξε. Τὸ φῶς ἐπέστη, τοῦ Παρακλήτου, καὶ τόν κόσμον, ἐφώτισε»). Εξάλλου, ακόμη και η θεολογική αντιστοίχηση με την περιγραφόμενη εορτή του Ευαγγελικού Αναγνώσματος προϋποθέτει μία εορτή ιουδαϊκή, η οποία διαρκούσε ημέρες, και η εν λόγω ημέρα ήταν η «ἐσχάτη», η τελευταία της φωταψίας.

    Πρόκειται για την εορτή της Σκηνοπηγίας, που διαρκούσε επτά ημέρες, (όπως μας πληροφορεί ο Ευαγγελιστής Ιωάννης στην αρχή του ζ´, 2 κεφαλαίου: «ἦν δὲ ἐγγὺς ἡ ἑορτὴ τῶν Ἰουδαίων ἡ σκηνοπηγία»), την οποία εόρτασε ο Χριστός μαζί με τους Μαθητές, ενώ το πρωί της 8ης ημέρας, που ήταν όλος ο κόσμος στο ναό και όχι στις σκηνές, όπως τις προηγούμενες μέρες, ο Χριστός κάνει το κήρυγμα ότι είναι το ύδωρ το ζων και το φως του κόσμου.

 

    Β. Η εορτή της Σκηνοπηγίας ετελείτο στα Ιεροσόλυμα σε ανάμνηση της εξόδου του Ισραήλ από την Αίγυπτο, τη σαραντάχρονη περιπλάνηση στην έρημο, την παράδοση του Νόμου στο Μωϋσή, την κατάληψη της Ιεριχούς και τον τελικό θρίαμβο με το «Μεγάλο Ωσαννά» κατά την όγδοη ημέρα.

    Δύο ήταν τα χαρακτηριστικά της εορτής: α) οι θυσίες με ολοκαύτωμα, θυσία, δηλαδή, ζωντανού με πλήρη καύση, σε συνδυασμό με τη βραδυνή φωταψία, σύμφωνα με την εντολή του Θεού στο Μωϋσή μετά την παράδοση του Νόμου, τη σύναψη, δηλαδή, της Διαθήκης με απόπαυση την όγδοη ημέρα (Ἔξοδ. κγ´, 18: «ὅταν γὰρ ἐκβάλω τὰ ἔθνη ἀπὸ προσώπου σου καὶ ἐμπλατύνω τὰ ὅριά σου, οὐ θύσεις ἐπὶ ζύμῃ αἷμα θυσιάσματός μου, οὐ δὲ μὴ κοιμηθῇ στέαρ τῆς ἑορτῆς μου ἕως πρωΐ», καί Λεϋιτ. κγ´, 33-36: «33 Καὶ ἐλάλησε Κύριος πρὸς Μωυσῆν λέγων· 34 λάλησον τοῖς υἱοῖς ᾿Ισραήλ, λέγων· τῇ πεντεκαιδεκάτῃ τοῦ μηνὸς τοῦ ἑβδόμου τούτου ἑορτὴ σκηνῶν ἑπτὰ ἡμέρας τῷ Κυρίῳ. 35 καὶ ἡ ἡμέρα ἡ πρώτη ἡ κλητὴ ἁγία· πᾶν ἔργον λατρευτὸν οὐ ποιήσετε. 36 ἑπτὰ ἡμέρας προσάξετε ὁλοκαυτώματα τῷ Κυρίῳ, καὶ ἡ ἡμέρα ἡ ὀγδόη κλητὴ ἁγία ἔσται ὑμῖν, καὶ προσάξετε ὁλοκαυτώματα Κυρίῳ· ἐξόδιόν ἐστι, πᾶν ἔργον λατρευτὸν οὐ ποιήσετε») και β) η ἔκχυση του ύδατος στη βάση του θυσιαστηρίου (κάθαρση) κατά την έβδομη μέρα από μία υδρία που γέμιζε νερό από τη γνωστή μας πια πηγή του Σιλωάμ. Συνοπτικά μπορούμε να πούμε ότι η εορτή της Σκηνοπηγίας του Ισραήλ χαρακτηριζόταν από τις προσφορές μνήμης στο Ναό, τη φωταψία και το ύδωρ. Ὁ Χριστός στο κήρυγμά του, λοιπόν, κατά την εορτή της Σκηνοπηγίας λέγει ότι αυτός είναι το ύδωρ το ζων και το φως του κόσμου, κατά το Ευαγγελικό σημερινό Ανάγνωσμα. Φαντασθείτε τί τρέλα που θα έπιασε τους σύγχρονούς του Φαρισαίους...

    Επιπλέον, με το Αποστολικό Ανάγνωσμα μεταφερόμαστε στη δεύτερη μεγάλη εορτή των Εβραίων, που είναι η εορτή των Εβδομάδων, ή της Πεντηκοστής, κατά την οποία προσφέρονταν δύο ένζυμοι άρτοι, μία απόδειξη της μόνιμης κατοίκησης πια του Ισραήλ στη γη της επαγγελίας, ενώ στην εορτή της Σκηνοπηγίας ο άρτος ήταν άζυμος, εις ανάμνηση της περιπλανήσεως στην έρημο, όπου ο Ισραήλ ετοίμαζε για φαγητό πρόχειρα και ετράφη με το μάνα εξ ουρανού, που είναι και προτύπωση το μάνα της Θ. Ευχαριστίας, με ένζυμο, όμως, άρτο, γιατί η Θεία Ευχαριστία είναι Πεντηκοστή, μόνιμη κατάσταση και θέωση, ή είναι ανακεφαλαίωση της Πεντηκοστής, ως βάπτισμα και Ευχαριστία εν ταυτώ!

 

    Γ. Στο Αποστολικό Ανάγνωσμα η κάθοδος του Αγίου Πνεύματος περιγράφεται παραστατικά ως διαμερισμός γλωσσών «ὡσεὶ πυρός», κυρίαρχο, δηλαδή, είναι και πάλι το φως. Και λέγω παραστατικά, δηλαδή και πάλι με χρήση εικονικών παραστάσεων, «ὡσεί», γιατί τίποτα του κτιστού κόσμου δεν μπορεί να αποδώσει την άκτιστη παρουσία του Θεού στον κόσμο. Λαμβάνουμε κάποια υποψία, δηλαδή, από την περιγραφή που μας κάνουν όσοι θεοφόροι και θεοειδείς, οι οποίοι χρησιμοποιούν εικόνες παρμένες από το φυσικό μας περιβάλλον, ώστε να καταλάβουμε οι υπόλοιποι. Γι᾽ αυτό, εξάλλου, η Εκκλησία μάς καλεί να αποκτήσουμε νουν Χριστού, να ταυτιστούμε με τις οράσεις των Προφητών, το κήρυγμα των Αποστόλων και τη μαρτυρία των Αγίων. (Όλα αυτά που λέγονται για βιώματα και εμπειρικές δογματικές, ενός ατομικιστικού ψυχισμού, είναι άγνωστες στην ερμηνευτική της Εκκλησίας). Η Εκκλησία μάς καλεί να νεκρώσουμε τον εαυτό μας και, ιδίως, τις «πνευματικότητές» μας, ώστε να αποκτήσουμε το φρόνημα των αγίων. Τελεία και παύλα!

 

    Δ. Με την επιλογή των δύο Αναγνωσμάτων οι Πατέρες καταγράφουν τα γεγονότα της υπέρβασης των δύο σημαντικών εορτών του Ισραήλ (η τρίτη είναι το Πάσχα), οι οποίες συνοψίζουν την πορεία του παλαιού Ισραήλ, την ιστορία του περιούσιου λαού, και τη μετάβαση στο πρόσωπο του Χριστού, ως του ἐνσαρκου Λόγου, που ενώνει όλες τις χαρισματικές λειτουργίες του Ισραήλ, ανακεφαλαιώνοντας, δηλαδή, τη ζωή του σύμπαντος κόσμου.

    Μια σειρά εορτών της περιόδου της Πεντηκοστής οδηγούν σ᾽ αυτή την υπέρβαση, ή την κατάργηση ὡς ολοκλήρωση, ανακεφαλαίωση, του Νόμου και των Προφητών εν τη πορεία προς την εν Πνεύματι λατρεία, αφού στο πρόσωπο του Ένσαρκου Λόγου ανακεφαλαιώνεται ο παλαιός Ισραήλ κατά τα ανωτέρω, αλλά και καταργείται η αποκλειστικότητα του περιούσιου λαού. Η εν Αγίω Πνεύματι ομολογία της Θεότητος του Χριστού, καταργεί το βάπτισμα του Ιωάννη και το ύδωρ του θυσιαστηρίου του Ισραήλ, ενώ με το διαμερισμό των πυρίνων γλωσσών καταργείται η μεταπατορική σύγχυση των γλωσσών και η διαίρεση του ανθρωπίνου γένους, όπως λέγεται στο Δόξα μετά τα Στιχηρά Ιδιόμελα, ἦχος πλ. δ´: «Γλῶσσαι ποτὲ συνεχύθησαν, διὰ τὴν τόλμαν τῆς πυργοποιΐας, γλῶσσαι δὲ νῦν ἐσοφίσθησαν, διὰ τὴν δόξαν τῆς θεογνωσίας. Ἐκεῖ κατεδίκασε Θεὸς τοὺς ἀσεβεῖς τῷ πταίσματι, ἐνταῦθα ἐφώτισε Χριστὸς τοὺς ἁλιεῖς τῷ Πνεύματι. Τότε κατειργάσθη ἡ ἀφωνία, πρὸς τιμωρίαν, ἄρτι καινουργεῖται ἡ συμφωνία, πρὸς σωτηρίαν τῶν ψυχῶν ἡμῶν».

    Εξάλλου, ο Χριστός ήταν σαφής προς τους Μαθητές για την επαγγελία και την αναμονή στα Ιεροσόλυμα, για να βαπτισθούν ἐν Πνεύματι Αγίω, όπως σημειώνεται στην αρχή των Πράξεων: «4 καὶ συναλιζόμενος παρήγγειλεν αὐτοῖς ἀπὸ Ἱεροσολύμων μὴ χωρίζεσθαι, ἀλλὰ περιμένειν τὴν ἐπαγγελίαν τοῦ πατρὸς ἣν ἠκούσατέ μου· 5 ὅτι Ἰωάννης μὲν ἐβάπτισεν ὕδατι, ὑμεῖς δὲ βαπτισθήσεσθε ἐν Πνεύματι ἁγίῳ οὐ μετὰ πολλὰς ταύτας ἡμέρας», Πράξ. α´, 4-5.

 

    Ε. Στο γεγονός, λοιπόν, της Πεντηκοστής με την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος συντίθενται δύο εβραϊκές εορτές, της Σκηνοπηγίας και της εβραϊκής Πεντηκοστής ως ενιαία προτύπωση του εν Πνεύματι βαπτίσματος των Μαθητών, των συνηγμένων στο υπερώο. Και όπως πάλι με τη φωνή του Θεού παρίσταται η έξοδος από τον Παράδεισο και πάλι εδώ έχουμε ήχο «ὥσπερ φερομένης πνοῆς βιαίας», που γεμίζει όλο τον οἶκο και όραση των πυρίνων γλωσσών, ένας τρόπος παραστατικός της ελεύσεως της χάριτος του Αγίου Πνεύματος. Στο σπίτι εισέχεται κόσμος και κοσμάκης από όλα τα μέρη του κόσμου, κι ο Ευαγγελιστής Λουκάς, που γράφει τις Πράξεις, επισημαίνει ότι μέσα στο σπίτι δεν μπήκαν μόνο Ιουδαίοι αλλά και Ρωμαίοι και προσήλυτοι, που βρέθηκαν εκείνη τη μέρα στα Ιεροσόλυμα. Τρομερή σκηνή για τους συγχρόνους «καθαρούς» υποκριτές!

 

    ΣΤ. α. Οι Απόστολοι άρχισαν να κηρύττουν «τὰ μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ», ό,τι δηλαδή έκανε ο Θεός από κτίσεως κόσμου για τον άνθρωπο, άρχισαν να ερμηνεύουν αδιακρίτως σ᾽ όλο τον κόσμο το μυστήριο της Θείας Οικονομίας, κι ο καθένας άκουγε στη γλώσσα του. Πρόκειται για εκκλησιασμό, για συναγωγή συνοπτικά όλου του ανθρωπίνου γένους, άνευ καμίας δακρίσεως, επάνοδο στον Παράδεισο, τον οποίο δωρείται συνοπτικά ο Θεός σ᾽ όλους τους ανθρώπους εν τω βαπτίσματι των Αποστόλων Αγίω Πνεύματι. Στην Αποστολική καταγραφή δεν έχουμε τέλεση του Μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας τη μέρα της Πεντηκοστής, όμως ήδη οι Μαθητές είχαν λάβει μέρος στο Μυστικό Δείπνο, και με τη διάνοιξη των οφθαλμών και το λουτρό της Παλιγγενεσίας έχουν μετοχή, τόν αναγνωρίζουν (θύτη και θύμα, προσφέροντα, προσφερόμενο και δεχόμενο) ως τον Υιό και Λόγο του Θεού Πνευματικώς πιά, τον οποίο και κηρύττουν αδιακρίτως σ᾽ όλο το συγκεντρωμένο κόσμο. Γι᾽ αυτό η Πεντηκοστή είναι βάπτισμα και Θεία Ευχαριστία μαζί, γενέθλιος ημέρα της Εκκλησίας των εθνών και συγκρότηση του όλου χαρισματικού θεσμού της Εκκλησίας, που είναι για όλο τον κόσμο, ένας εκκλησιασμός του σύμπαντος κόσμου, όπως μας έκανε την ερμηνεία της Θείας Ευχαριστίας στη Μυσταγωγία του ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής {και σκανδαλίσθηκε κόσμος και ντουνιάς, μέχρι που του κόψανε οι νεοειδωλολάτρεις της εποχής του, χέρια και τη γλώσσα, για να τον εξαφανίσουν από προσώπου γης. Τέτοιοι γενναίοι άντρες ήταν και είναι, (και μην αμφιβάλλετε), οι Πατέρες μας}!

    β. Στο πρώτο τροπάριο του β´ Κανόνα, της Ὠιδῆς δ´, ἤχου πλ. δ´, αποτυπώνεται το άπαξ γενόμενο και συμπαρεκτεινόμενο στους αιώνες γεγονός της Πεντηκοστής: «Λουτρὸν τὸ θεῖον τῆς παλιγγενεσίας, Λόγῳ κεραννὺς συντεθειμένῃ φύσει, Ὀμβροβλυτεῖς μοι ῥεῖθρον ἐξ ἀκηράτου Νενυγμένης σου πλευρᾶς, ὦ Θεοῦ Λόγε, Ἐπισφραγίζων τῇ ζέσει τοῦ Πνεύματος», το οποίο αποτελεί τη συμπύκνωση της ερμηνευτικής της Εκκλησίας μας για τον υπερασπισμό και της θεότητος του Αγίου Πνεύματος ως Προσώπου, γεγονότος και μαρτυρίας της πίστεως εν τη Θεία Λειτουργία κατά τη μετέπειτα αναίρεση της παρέκκλισης διά της προσθήκης τής καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ ἐκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος. Συγχρόνως θέτει ως κέντρο της Θείας Ευχαριστίας την Ἐπίκληση του Αγίου Πνεύματος, το ζέον ύδωρ, ως κέντρο της μεταβολής των Τιμίων Δώρων. Κι έτσι, είναι Πνευματικώς ὁρώμενος ο Χριστός εν μέσω ημών Πνευματικώς και αοράτως συνών!

    γ. Συνοπτικά κατά το Σύμβολο της Πίστεως ομολογούμε τον αποκαλύπτοντα το μυστήριο της ευσεβείας «Ἀΐδιο Υὶὸ καὶ Λόγο τοῦ Θεοῦ Πατρός, ἀποκαλυπτόμενο ἀσάρκως ἐν τῇ ἀρχῇ τοῦ κόσμου (Αὐτὸς εἶπε καὶ ἐγένετο καὶ Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος), ὁ Αὐτός ὡς ἄσαρκος Λόγος ὁδηγῶν τὸν παλαιὸ Ἰσραὴλ διὰ τῶν θεοφανειῶν στοὺς Πατριάρχες καὶ τοὺς Προφῆτες, ὡς ὁ Μεγάλης βουλῆς ἄγγελος, ὡς ὁ Ὤν ἄγγελος τῆς φλεγόμενης καὶ μὴ κατακαιόμενης Βάτου, πύρινη στήλη ἐν τῇ ἐρήμῳ καὶ παρακαλύπτουσα πέτρα τὰ ὀπίσθια τοῦ Θεοῦ στὴν παράδοση τοῦ Νόμου στὸ Σινᾶ, ὁ Αὐτὸς καὶ Ἐνανθρωπήσας "δι᾽ ἡμᾶς", ἀνακεφαλαιῶν τὸν παλαιὸ Ἰσραὴλ στὸ Μυστικὸ Δεῖπνο, καὶ ὑποστὰς σαρκὶ τὰ πάθη, τὴν ταφή, τὴν κάθοδο στὸν Ἅδη, τουτέστιν τὴν Ἀνάσταση καὶ τὴν Ἀνάληψη, ὁ αὐτὸς Θύτης καὶ θύμα, προσφέρων καὶ προσφερόμενος ὑπὲρ τῆς τῶν πάντων ζωῆς ἐν τῆ Ἐκκλησίᾳ, τῆ ἐπικλήσει τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». Γι᾽ αυτὸ εν συνόψει λέμε: Ο Προαιώνιος και Αΐδιος Λόγος, ο αυτός άσαρκος, ο αυτός ένσαρκος και Πνευματικῶς ορώμενος, κατά το Σύμβολο της Πίστεως και τη συνοδική πράξη, όπως την εγκαινίασε ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας, βασιζόμενος στον Άγιο Αθανάσιο και τους Καππαδόκες Πατέρες.

 

    Ζ. 1. Επανέρχομαι τώρα στον τριήμερο εορτασμό της Πεντηκοστής: Λοιπόν, το Σάββατο των Ψυχών εντάσσονται στο σῶμα της Εκκλησίας, Πνευματικῶς, όλοι οι προαπελθόντες, μα όλοι, τί ανακαιφαλαίωση θα ήταν, και τί «μισή» Ανάσταση..., ακόμη, γιατί, αν δείτε τὰ κείμενα, μολονότι η Ἐκκλησία, κυρίως, εύχεται για τους Μάρτυρες της πίστεως, δεν είναι λίγα τα τροπάρια διά των οποίων εύχεται για όλους τους προαπελθόντας, η Πεντηκοστή είναι το Βάπτισμα των Αποστόλων καὶ η εορτή συμπαρεκτείνεται τη Δευτέρα, του Αγίου Πνεύματος, ως η μόνιμη Όγδοη ημέρα, η ατελεύτητος, γι᾽ αυτό και οι ύμνοι είναι οι ίδιοι. Κατά την Πεντηκοστή, λοιπόν, έχουμε βάπτισμα και Θεία Ευχαριστία εν ταυτῶ! Η Δευτέρα του Αγίου Πνεύματος είναι η ημέρα της νέας δημιουργίας, ο καινός χρόνος της Εκκλησίας, του Πνευματικώς Ορωμένου Υιού και Λόγου, σε αντιστοιχία με την Ανάσταση και την Ανάληψή του, ο οποίος εισήγαγε το ανθρώπινο στους άπειρους κόλπους του Θεού Πατρός. Και γι᾽ αυτό έχουμε ιδιαίτερο εορτασμό ως εορτή του Αγίου Πνεύματος. Έχουμε, δηλαδή, την ανακεφαλαίωση και επέκταση στους άπειρους αιώνες του μυστηρίου της Θείας Οικονομίας, νῦν καὶ ἀεί, γι᾽αυτό η Εκκλησία στη Θεία Ευχαριστία μνημονεύει τους πάντες, ἐξαιρέτως δὲ τῆς Ὑπεραγίας ἡμῶν Θεοτόκου, καθώς γίνεται η Άνω και η Κάτω Ιερουσαλήμ μία, ἐν τῷ Ἑνὶ καὶ τῷ Αὐτῷ εὐλογητῷ, όπως ακούμε στο Απολυτίκιο της μιας και της αυτής ημέρας: «Εὐλογητὸς εἶ, Χριστέ, ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ πανσόφους τοὺς ἁλιεῖς ἀναδείξας, καταπέμψας αὐτοῖς τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, καὶ δι᾽ αὐτῶν τὴν οἰκουμένην σαγηνεύσας, φιλάνθρωπε, δόξα σοι». Και, βέβαια, όταν λέγεται περί πέμψεως του Αγίου Πνεύματος, η διατύπωση αυτή αφορά στη Θ. Οικονομία, στο «δι᾽ ἡμᾶς», όπως διερμήνευσε τη διατύπωση ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος και δευτερευόντως και επί της αυτής ερμηνευτικής οδού ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς.

    2. α. Κατά το Τυπικό της Μεγάλης Εκκλησίας η Αγία Πεντηκοστή (έτσι κατονομάζεται) εορτάζετο στην αγιότατη Μεγάλη Εκκλησία, δηλαδή, την Αγία Σοφία, «τῆς παννυχίδος ἀπὸ ἑσπέρας τελουμένης», «Καὶ λέγει ὁ ἀρχιδιάκονος· Σοφία, καὶ ἀνέρχεται προανάγνωσις, ὁ ἀπόστολος, ἕως τῆς παννυχίδος. Καὶ λοιπὸν γίνεται η παννυχὶς κατὰ τάξιν. Ὁ δὲ ὄρθρος λέγεται ἔσω τῷ ἄμβωνι... Καὶ μετὰ τὸν ὄρθρον προανάγνωσις, ὁ λόγος τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου ὁ εἰς τὴν Ν´. Καὶ κατέρχεται ὁ πατριάρχης ἐν τῷ βαπτιστηρίῳ καὶ ποιεῖ τὰ βαπτίσματα... Οἱ ψάλται, ἀντὶ τοῦ τρισαγίου· Ὅσοι εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθητε... Ἑσπέρας, εἰς τὸ λυχνικόν, Τίς Θεὸς μέγας».

    β. Όθεν: Βαπτιστήρια εορτή ήταν και είναι η Πεντηκοστή, όπως τα Φώτα και το Πάσχα μέχρι την απόδοση, και εν συνεχεία τα Χριστούγεννα. Βέβαια, από όλο το Τυπικό διασώζεται το αντί του Τρισαγίου το «Ὅσοι εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθητε...», και ασφαλώς οι αναφορές μόνο κατά το ΤΜΕ μένει ακατανόητη, χωρίς μία ελάχιστη εξήγηση.

    3. Από τον Εσπερινό της μεθεόρτιας ημέρας, του Αγίου Πνεύματος, θα πρέπει να επισημάνουμε τις ευχές της γονυκλισίας, που αφορούν σε ζώντες και κεκοιμημένους και η πληθώρα των διατυπώσεων, με τις οποίες υπογραμμίζεται ερμηνευτικά το ιδιαίτερο έργο του Αγίου Πνεύματος. Η κυριαρχία των ερμηνευτικών διατυπώσεων από όλο το έργο του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου για τη μέγιστη αυτήν εορτή, και όχι μονο, αναλύεται στη συγκροτούμενη κατ᾽ αυτάς Φιλοκαλική Δογματική.

 

    ΥΓ. α. Ο Λόγος, ως άσακος και ένσαρκος δημιουργεί και ανακαινίζει τον άνθρωπο, το Άγιο Πνεύμα συγκροτεί το σώμα του Χριστού, του οποίου ως μέλη είναι δυνάμει άπαν το ανθρώπινο γένος, κατά την οικεία δεκτικότητα έκαστος εξ ημών, (και όχι απροϋποθέτως και μηχανιστικά, π.χ. γιατί όλοι είμαστε παιδιά του ίδιου Θεού, πράγμα που καταργεί την ανθρώπινη προαίρεση, όπως ανοήτως διατείνονται και ενεργούν οι πάσης φύσεως νεοειδωλολάτρες, τάχα μάλιστα προοδευτικής κατευθύνσεως και όντως ισοπεδώσεως της ανθρωπότητος, πάντα προς ίδιον κέρδος, ειδωλοποιώντας τη χάρη των μυστηρίων, εκμαυλίζοντες και εκμαυλιζόμενοι και επαιρόμενοι για την αναισχυντία), μετέχοντες ἐνεργείᾳ κατά την οικεία πρόοδο έκαστος στο σώμα του Πνευματικῶς ὁρωμένου Λόγου. Εκ του έργου αναγόμαστε στη γνώση των προσώπων. Γνωρίζουμε, ό,τι μας έχει γνωσθεί. Εξάλλου, δεν είναι έργο μας να «εξετάσουμε» (που δεν μπορούμε κιόλας, εκτός κι αν η ανοησία περισσεύει) τις ενδοτριαδικές σχέσεις, αλλά πώς θα γίνουμε δεκτικοί της χάριτος και μεγαλοσύνης του Θεού.

    β. Κατά ταύτα ό,τι μάς έχει γνωσθεί για την Αγία Τριάδα εκ των Αγίων Προφητών και Αποστόλων (αποδείξεις) μπορεί να συνοψισθεί ως εξής: ο Πατήρ γεννά αϊδίως τον Υιό και εκπορεύει αϊδίως το Άγιο Πνεύμα, ούσα η Αγία Τριάδα ομοούσια και αχώριστη, ενώ τα πρόσωπα ενεργούν στη Θεία Οικονομία με την αυτή δύναμη και χάρη, επιτελούντα έκαστο το ιδιαίτερο έργο, ο Πατήρ ως ευδοκών, ο Υιός δημιουργός και ενανθρωπήσας και το Άγιο Πνεύμα ως συμπαρομαρτούν και συγκροτούν Πνευματικώς, ως πολλάκις λέγεται από τον Άγιο Γρηγόριο το Θεολόγο, το σώμα του ενανθρωπήσαντος Υιού και Λόγου του Θεού Πατρός, του αεί αοράτως συνόντος στην Εκκλησία της Πεντηκοστής πάντων των εθνών.

 

    Αποστολικό Ανάγνωσμα: Πράξ. β´, 1-11: «1 Καὶ ἐν τῷ συμπληροῦσθαι τὴν ἡμέραν τῆς πεντηκοστῆς ἦσαν ἅπαντες ὁμοθυμαδὸν ἐπὶ τὸ αὐτό. 2 καὶ ἐγένετο ἄφνω ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἦχος ὥσπερ φερομένης πνοῆς βιαίας, καὶ ἐπλήρωσεν ὅλον τὸν οἶκον, οὗ ἦσαν καθήμενοι· 3 καὶ ὤφθησαν αὐτοῖς διαμεριζόμεναι γλῶσσαι ὡσεὶ πυρός, ἐκάθισέ τε ἐφ᾽ ἕνα ἕκαστον αὐτῶν, 4 καὶ ἐπλήσθησαν ἅπαντες Πνεύματος ἁγίου, καὶ ἤρξαντο λαλεῖν ἑτέραις γλώσσαις, καθὼς τὸ Πνεῦμα ἐδίδου αὐτοῖς ἀποφθέγγεσθαι. 5 Ἦσαν δὲ ἐν Ἱερουσαλὴμ κατοικοῦντες Ἰουδαῖοι, ἄνδρες εὐλαβεῖς ἀπὸ παντὸς ἔθνους τῶν ὑπὸ τὸν οὐρανόν· 6 γενομένης δὲ τῆς φωνῆς ταύτης συνῆλθε τὸ πλῆθος καὶ συνεχύθη, ὅτι ἤκουον εἷς ἕκαστος τῇ ἰδίᾳ διαλέκτῳ λαλούντων αὐτῶν. 7 ἐξίσταντο δὲ πάντες καὶ ἐθαύμαζον λέγοντες πρὸς ἀλλήλους· Οὐκ ἰδοὺ πάντες οὗτοί εἰσιν οἱ λαλοῦντες Γαλιλαῖοι; 8 καὶ πῶς ἡμεῖς ἀκούομεν ἕκαστος τῇ ἰδίᾳ διαλέκτῳ ἡμῶν ἐν ᾗ ἐγεννήθημεν, 9 Πάρθοι καὶ Μῆδοι καὶ Ἐλαμῖται, καὶ οἱ κατοικοῦντες τὴν Μεσοποταμίαν, Ἰουδαίαν τε καὶ Καππαδοκίαν, Πόντον καὶ τὴν Ἀσίαν, 10 Φρυγίαν τε καὶ Παμφυλίαν, Αἴγυπτον καὶ τὰ μέρη τῆς Λιβύης τῆς κατὰ Κυρήνην, καὶ οἱ ἐπιδημοῦντες Ρωμαῖοι, Ἰουδαῖοί τε καὶ προσήλυτοι, 11 Κρῆτες καὶ Ἄραβες, ἀκούομεν λαλούντων αὐτῶν ταῖς ἡμετέραις γλώσσαις τὰ μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ;».

 

    Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: Ἰω. ζ´, 37-52, η´, 12: «37 Ἐν δὲ τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ τῇ μεγάλῃ τῆς ἑορτῆς εἱστήκει ὁ Ἰησοῦς καὶ ἔκραξε λέγων· Ἐάν τις διψᾷ, ἐρχέσθω πρός με καὶ πινέτω. 38 ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, καθὼς εἶπεν ἡ γραφή, ποταμοὶ ἐκ τῆς κοιλίας αὐτοῦ ῥεύσουσιν ὕδατος ζῶντος. 39 τοῦτο δὲ εἶπε περὶ τοῦ Πνεύματος οὗ ἔμελλον λαμβάνειν οἱ πιστεύσαντες εἰς αὐτόν· οὔπω γὰρ ἦν Πνεῦμα Ἅγιον, ὅτι Ἰησοῦς οὐδέπω ἐδοξάσθη. 40 πολλοὶ οὖν ἐκ τοῦ ὄχλου ἀκούσαντες τὸν λόγον ἔλεγον· Οὗτός ἐστιν ἀληθῶς ὁ προφήτης· 41 ἄλλοι ἔλεγον· Οὗτός ἐστιν ὁ Χριστός· οἱ δὲ ἔλεγον· Μὴ γὰρ ἐκ τῆς Γαλιλαίας ὁ Χριστὸς ἔρχεται; 42 οὐχὶ ἡ γραφὴ εἶπεν ὅτι ἐκ τοῦ σπέρματος Δαυῒδ καὶ ἀπὸ Βηθλέεμ τῆς κώμης, ὅπου ἦν Δαυῒδ, ὁ Χριστὸς ἔρχεται; 43 σχίσμα οὖν ἐν τῷ ὄχλῳ ἐγένετο δι᾽ αὐτόν. 44 τινὲς δὲ ἤθελον ἐξ αὐτῶν πιάσαι αὐτόν, ἀλλ᾽ οὐδεὶς ἐπέβαλεν ἐπ᾽ αὐτὸν τὰς χεῖρας. 45 Ἦλθον οὖν οἱ ὑπηρέται πρὸς τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ Φαρισαίους, καὶ εἶπον αὐτοῖς ἐκεῖνοι· Διατί οὐκ ἠγάγετε αὐτόν; 46 ἀπεκρίθησαν οἱ ὑπηρέται· Οὐδέποτε οὕτως ἐλάλησεν ἄνθρωπος, ὡς οὗτος ὁ ἄνθρωπος. 47 ἀπεκρίθησαν οὖν αὐτοῖς οἱ Φαρισαῖοι· Μὴ καὶ ὑμεῖς πεπλάνησθε; 48 μή τις ἐκ τῶν ἀρχόντων ἐπίστευσεν εἰς αὐτὸν ἢ ἐκ τῶν Φαρισαίων; 49 ἀλλ’ ὁ ὄχλος οὗτος ὁ μὴ γινώσκων τὸν νόμον ἐπικατάρατοί εἰσι! 50 λέγει Νικόδημος πρὸς αὐτούς, ὁ ἐλθὼν νυκτὸς πρὸς αὐτόν, εἷς ὢν ἐξ αὐτῶν· 51 Μὴ ὁ νόμος ἡμῶν κρίνει τὸν ἄνθρωπον, ἐὰν μὴ ἀκούσῃ παρ᾽ αὐτοῦ πρότερον καὶ γνῷ τί ποιεῖ; 52 ἀπεκρίθησαν καὶ εἶπον αὐτῷ· Μὴ καὶ σὺ ἐκ τῆς Γαλιλαίας εἶ; ἐρεύνησον καὶ ἴδε ὅτι προφήτης ἐκ τῆς Γαλιλαίας οὐκ ἐγήγερται- 12 Πάλιν οὖν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς ἐλάλησε λέγων· Ἐγώ εἰμι τὸ φῶς τοῦ κόσμου· ὁ ἀκολουθῶν ἐμοὶ οὐ μὴ περιπατήσῃ ἐν τῇ σκοτίᾳ, ἀλλ᾽ ἕξει τὸ φῶς τῆς ζωῆς».

Σάββατο 30 Μαΐου 2026

 

 

 

Ψυχοσάββατο. Μνήμη πάντων τῶν ἀπ᾽ αἰῶνος κεκοιμημένων ὀρθοδόξων χριστιανῶν, 2 Ἰουνίου 2025 (9/3/2024), (Αριθμ. 3Α1) 

 

Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ.

 

    Α. Φέτος με το Ψυχοσάββατο συμπίπτει η μνήμη των Ἁγίων Μεγάλων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων, τῶν ἐν τῇ λίμνῃ Σεβαστείας μαρτυρησάντων, που είναι Μεγάλοι Μάρτυρες της περιόδου Λικινίου, μάλλον προ του 322, γιατί τα δύο τελευταία έτη του 323-324 ήδη ο Λικίνιος ήταν απασχολημένος με την επέλαση του Μεγάλου Κωνσταντίνου από τη Θεσσαλονίκη προς την Κωνσταντινούπολη. Στο σύγχρονο Τυπικό η εορτή μεταφέρθηκε την προτεραία με τις δέουσες υμνολογικές τροποποιήσεις. Πάντως, είναι μία εορτή ιδαίτερα σημαντική κατά το Τυπικὸν τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας, αφού υπάρχει ιδιαίτερη διάταξη γι᾽ αυτήν, και είναι άκρως σημαντικό το γεγονός ότι από τις τρεις εκκλησίες στη μνήμη τους η σύναξη γινόταν στο Μαρτύριό τους «τῷ ὄντι πλησίον τοῦ Χαλκοῦ Τετραπύλου, τῆς παννυχίδος ἀπὸ ἑσπέρας τελουμένης», δηλαδή με ολονυκτία και λειτουργό τον ίδιο τον Πατριάρχη. Πρόκειται για το μοναστήρι των Αγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων σχεδόν πάνω στη Μέση οδό, αμέσως μετά το Φόρο του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Σημαντική και η πρόβλεψη, εάν συμπέσει η εορτή Σάββατο ή Κυριακή με πατριαρχική λειτουργία, ή σε περίοδο της νηστείας του Τριωδίου, «τελεία δὲ οὐ γίνεται λειτουργία» αλλά «ἡ ἀκολουθία τῶν προηγιασμένων». Αυτή η ιδιαίτερη τιμή προς τους Αγίους Σαράντα Μάρτυρες πρέπει να αποδόθηκε προς αυτούς ήδη από τους χρόνους του Αγίου Κωνσταντίνου, καθώς η Κωνσταντινούπολη θεωρήθηκε ως εδραιωθείσα με τον αγώνα και το μαρτύριο των ηρώων της νέας πίστης στο Χριστό και τον Τίμιο Σταυρό.

 

    Β. 1. Στο εορτολόγιο της Εκκλησίας, σύμφωνα με το Συναξάριο, δύο φορές το έτος αναφέρεται ότι κατά τα καθιερωθέντα από τους Αγίους Πατέρες η Εκκλησία ποιεί «μνείαν πάντων τῶν ἀπ᾽ αἰῶνος κοιμηθέντων εὐσεβῶς, ἐπ᾽ ἐλπίδι ἀναστάσεως ζωῆς αἰωνίου, οἱ θειότατοι Πατέρες ἐθέσπισαν». Πρόκειται για το Σάββατο προ της Κυριακής των Απόκρεω και το Σάββατο προ της Κυριακής της Πεντηκοστής. Πρέπει να σημειωθεί ότι μετάθεση της Ακολουθίας των Ψυχών το Σάββατο του Ασώτου, δηλαδή ένα Σάββατο ενωρίτερα, γίνεται μόνο στην περίπτωση που συμπίπτει η εορτή της Υπαπαντής, ή η Απόδοσή της, με το Ψυχοσάββατο, πράγμα που σημαίνει ότι το Ψυχοσάββατο συνάπτεται με την Κυριακή των Απόκρεω, ή της Κρίσεως, και το δεύτερο οπωσδήποτε με την Κυριακή της Πεντηκοστής.

    2. Όπως έχουμε ήδη σημειώσει κατά την ερμηνεία της Κυριακής του Τελώνου και Φαρισαίου, στην έναρξη του Τριωδίου, η περίοδος από την Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου μέχρι την Κυριακή των Αγίων Πάντων, και κατ᾽ ακρίβειαν μέχρι το Σάββατο των Αγίων Πάντων, που είναι η Απόδοση της Πεντηκοστής, συνιστά μία ενότητα θεολογική κατά την ερμηνεία του Συναξαρίου του Τριωδίου από τον Άγιο Νικηφόρο- Κάλλιστο Ξανθόπουλο, Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, ο οποίος απηχεί τόσο τη λειτουργική πράξη όσο και την πατερική ερμηνευτική, η οποία ήταν γνωστή κατ᾽ αυτόν τον άξονα ήδη από την εποχή των Αγίων Αθανασίου και Κυρίλλου, Πατριαρχών Αλεξανδρείας. Αυτή η ενότητα υπογραμμίζεται με τα δύο Ψυχοσάββατα, τα οποία παρουσιάζουν κοινή λειτουργική ταξη με επιπλέον στοιχείο την προσθήκη, όπως είναι φυσικό, της τάξης του Πεντηκοσταρίου κατά το δεύτερο Ψυχοσάββατο προ της Πεντηκoστής. Πιθανότατα πρόκειται για δευτέρωση του Ψυχοσάββατου του Τριωδίου κατ᾽ αναλογία της ερμηνευτικής γραμμής για την αποκάλυψη του Λόγου ασάρκως, ενσάρκως και Πνευματικώς ορωμένου και μετεχομένου, ως Προφητική προδήλωση, εξαγγελία, ανακεφαλαίωση και δοξασμός, όπως καταγράφεται στο κοινό Θεοτοκίο των Στιχηρών Προσομοίων, ἦχος πλ. β´: «Σὺ εἶ ὁ Θεὸς ἡμῶν ὁ ἐν σοφίᾳ δημιουργήσας τὸ πᾶν, ὁ καὶ τοὺς Προφήτας ἐξαποστείλας ἡμῖν προφητεῦσαί σου τὴν παρουσίαν, καὶ Ἀποστόλους κηρῦξαι σου τὰ μεγαλεῖα· καὶ οἱ μέν, προεφήτευον τὴν ἔλευσίν σου, οἱ δέ, τῷ βαπτίσματι ἐφώτισαν τὰ ἔθνη, Μάρτυρες δὲ ἔτυχον δόξης ἐκ τούτων, καὶ πρεσβεύουσιν ἐκτενῶς σοι τῷ Δεσπότῃ, σὺν τῇ τεκούσῃ σε Μητρί. Ἀνάπαυσον ὁ Θεὸς ψυχάς, ἃς προσελάβου, καὶ ἡμᾶς καταξίωσον τῆς βασιλείας σου, ὁ Σταυρὸν ὑπομείνας δι᾽ ἐμὲ τὸν κατάκριτον, ὁ λυτρωτής μου καὶ Θεός». Η κατ᾽ αναλογία του πρώτου τέλεση του δευτέρου Ψυχοσάββατου προ της Πεντηκοστής δικαιολογεί την ύπαρξη των εἱρμών των Ὠδῶν γ´, στ´, η´ και θ´, λόγω Σαββάτου, εκ των Καταβασιών της πρώτης Κυριακής του Τριωδίου, ἦχος πλ. β´: «Ὡς ἐν ἠπείρῳ πεζεύσας ὁ Ἰσραήλ, ἐν ἀβύσσῳ ἴχνεσι, τὸν διώκτην Φαραώ, καθορῶν ποντούμενον, Θεῷ ἐπινίκιον ᾠδήν, ἐβόα, ᾄσωμεν»[1], ενώ κατά το Ψυχοσάββατο προ των Απόκρεω λέγονται πάντοτε εἱρμοί- Ὠδές από τις Καταβασίες «ᾎσμα ἀναπέμψωμεν λαοί...» και συγκεκριμένα οι εἱρμοί της η´ Ὠδῆς, ἦχος πλ. δ´: «Τὸν ἐν ὄρει, ἁγίῳ δοξασθέντα, καὶ ἐν βάτῳ, πυρὶ τὸ τῆς Ἀειπαρθένου, τῷ Μωϋσῇ μυστήριον γνωρίσαντα, Κύριον ὑμνεῖτε, καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας», και της θ´ Ὠδῆς «Τὸν προδηλωθέντα ἐν ὄρει τῷ Νομοθέτῃ, ἐν πυρὶ καὶ βάτῳ, τόκον τὸν τῆς Ἀειπαρθένου, εἰς ἡμῶν τῶν πιστῶν σωτηρίαν, ὕμνοις ἀσιγήτοις μεγαλύνομεν», πιθανόν εν είδει προχειρισμού του Ευαγγελισμού και της εορτής της Μεταμορφώσεως, η οποία εορτάζετο προ των μεγάλων γεγονότων της ησυχαστικῆς περιόδου κατά τη Β´ Κυριακή των Νηστειών, ή και παλαιότερα, ή και ως κατακλείδος της Υπαπαντής. Ως εκ τούτου κατά τη δευτέρωση του Ψυχοσάββατου προ της Πεντηκοστής μεταγενέστερα φαίνεται λογικός ο θησαυρισμός των εἱρμῶν από τις Καταβασίες της πρώτης Κυριακής του Τριωδίου «Ὡς ἐν ἠπείρῳ πεζεύσας...», καθώς υπάρχει διακύμανση των Καταβασιών κατά τις τρεις πρώτες Κυριακές του Τριωδίου, οι οποίες εξαρτώνται από τη σύμπτωση με την Απόδοση της εορτής της Υπαπαντής, οπότε κυριαρχεί το «Χέρσον ἀβυσσοτόκον» αντί των «Ὡς ἐν ἠπείρῳ πεζεύσας...», «Τὴν Μωσέως ᾠδήν...», «Βοηθὸς καὶ σκεπαστής...».

    3. α. Οι Καταβασίες του Ψυχοσάββατου είναι μοναδικές, γιατί αναφέρονται όλοι οι εἱρμοί- Ὠδές στις Θεοφάνειες του Λόγου στους Πατριάρχες (Πεντάτευχος) και τους Προφήτες[2] και δεν ακολουθούν την τυπική διάταξη των εννέα ᾽Ωδῶν των άλλων εορτών του ενιαυτού. Ακόμη και η θ´ Ὠδή, της Παναγίας, η μόνη κατά περιεχόμενο που αντιστοιχεί σε Ευαγγελική καταγραφή, στην περίπτωση του Ψυχοσάββατου αναφέρεται στο θεοφανικό γεγονός της Παλαιάς Διαθήκης της φλεγόμενης και μη κατακαιόμενης βάτου κατενώπιον του Μωϋσή (Πεντάτευχος), μιας εκ των πλέον γνωστών προτυπώσεων της Παναγίας, ή της Παναγίας ως κατασκίου όρους, εκ του οποίου απεκολλήθη ως λίθος ο Χριστός, μία σταθερή προτύπωση της Θεοφάνειας στον Προφήτη Αββακούμ σε όλες τις Καταβασίες του ενιαυτού. Εκτός του ευθέος κατονομασμού του Μωϋσέως και του υποβάθρου των Ψαλμών η φρασεολογία των εννέα Ωδών περιλαμβάνει την ομολογία στο Θεό Λόγο «ἐγώ εἰμι ὁ Θεὸς ὑμῶν», ως το Δημιουργό του Σύμπαντος κόσμου: «Ὁ στερεώσας ἐν τῇ χειρί σου, Λόγε Θεοῦ, τοὺς οὐρανοὺς ἐν τῷ φωτισμῷ».

    β. Η παράσταση του φωτός και του πυρός ως υποβάθρου της αναδύσεως της δημιουργίας αλλά και της αποκαλύψεως του Λόγου στην ιστορία του Ισραήλ με ενταυτώ την προδήλωση της Ενανθρωπήσεως παρέχει την ενοποίηση του σύμπαντος κόσμου ως φωτοειδούς αποτελέσματος της φωτοειδούς προσταγής του αεί κτίζοντος τον κόσμο, προαπελθόντων και ζώντων τέκνων του προπάτορος Αδάμ, ενώ με τους δύο όρους Θεοτόκος και Ἀειπάρθενος για την Παναγία ομολογείται η πραγματική Ενανθρώπηση. Όπως έχει ήδη σημειωθεί, με τον Άγιο Ιωάννη τον Προφήτη και Πρόδρομο και τον Άγιο Συμεώνα το Θεοδόχο κατά την Υπαπαντή η απόλυση αμφοτέρων των αυτοπτών μαρτύρων του Ενανθρωπήσαντος Λόγου είναι συγχρόνως και έλευση των δύο θεοπτών Αγίων προς τους προαπελθόντας από Αδάμ και μέχρις Ιησού Χριστού, για να φέρουν και στους εν Άδη το άγγελμα ότι ο Θεός, ο προδηλούμενος υπό των Πατριαρχών και των Προφητών, ήδη σεσάρκωται.

   γ.  Η φωτοχυσία, επομένως, των εννέα Ὠδῶν του Ψυχοσάββατου συνάδει με τα εόρτια γεγονότα που προηγήθηκαν αλλά και με το φωτοειδές γεγονός της Μεταμορφώσεως, που έπεται κατά την πρώτη μορφή του Τριωδίου, όπως έχει σημειωθεί παραπάνω, κατά την οποία όλο το ανθρώπινο γένος είναι παρόν, λουσμένοι μέσα στην αυτή φωτοείδεια του Μεταμορφωθέντος Χριστού και παραδείξαντος τη θεότητά του, ζώντες και κεκοιμημένοι θεόπτες Άγιοι, Μωϋσής, Ηλίας και οι τρεις Μαθητές, εκπρόσωποι ζώντων και κεκοιμημένων.

    δ. Δεν είναι, μάλιστα, τυχαίο ότι στην υμνολογία του Ψυχοσάββατου οι ευχές της Εκκλησίας θυμίζουν το αίτημα του Αποστόλου Πέτρου περί κατασκηνώσεως[3] (Ματθ. ιζ´, 4:« 4 ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Πέτρος εἶπε τῷ Ἰησοῦ· Κύριε, καλόν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι· εἰ θέλεις, ποιήσωμεν ὧδε τρεῖς σκηνάς, σοὶ μίαν καὶ Μωσεῖ μίαν καὶ μίαν Ἠλίᾳ »), χωρίς να παραλείπεται η σύνδεση με το Ευαγγέλιο της Κυριακής, ήτοι της Δευτέρας Παρουσίας του Χριστού και της κρίσεως του κόσμου: «Ἐν τῇ φρικτῇ, ἐλεύσει σου Οἰκτίρμον, ἐκ δεξιῶν τῶν προβάτων σου στῆσον, τοὺς ὀρθοδόξως σοι ἐν βίῳ λειτουργήσαντας, Χριστέ, καὶ μεταστάντας πρὸς σέ», Κανών α´, Ὠδὴ ζ´, ἦχος πλ. δ´.

 

    Γ. 1. Και ενώ πρωταρχικά τα αιτήματα της ακολουθίας είναι υπέρ των εὐσεβῶς θανέντων, οι επανειλημμένες αναφορές στη δημιουργία του κόσμου και του ανθρώπου συνιστά αίτημα που αφορά σε όλους τους προαπελθόντας, κάτι που αντικατοπτρίζεται στο Αποστολικό Ανάγνωσμα, το οποίο είναι το αυτό με το δεύτερο Ψυχοσάββατο προ της Πεντηκοστής και το Μυστήριον ἐπὶ τῶν ἱερῶς κεκοιμημένων.

    2. Τιθέμενη, λοιπόν, η Μνήμη πάντων τῶν ἀπ᾽ αἰῶνος κεκοιμημένων ὀρθοδόξων χριστιανῶν προ της Κυριακής της Δευτέρας Παρουσίας του Χριστού, πέραν της παραμυθίας των συγγενών όσων έχασαν τους δικούς τους ανθρώπους και δεν βρέθηκαν, για να συνοδευτούν με την προσευχή της Εκκλησίας, επαγγέλλεται την πίστη της Εκκλησίας για την ενότητα του ανθρώπινου γένους κατά το λόγο της δημιουργίας, της ιστορίας και των εσχάτων, όπου κυριαρχεί ο συνοχέας του παντός Χριστός, κατά την έκφραση του Θεοτοκίου της θ´ Ὠδῆς, ἦχος πλ. δ´: «Ὑπὲρ νοῦν ὁ τόκος σου· γεννᾷς γὰρ τὸν προόντα, καὶ γαλουχεῖς ἀφράστως, τὸν τροφοδότην τοῦ κόσμου, ἀνακλίνεις τὸν τοῦ παντὸς συνοχέα, Χριστὸν μόνον λυτρωτήν ἡμῶν, Πανάμωμε».

 

    Αποστολικό Ανάγνωσμα: Α´ Θεσσ. δ´, 13-17: «13 Οὐ θέλομεν δὲ ὑμᾶς ἀγνοεῖν, ἀδελφοί, περὶ τῶν κεκοιμημένων, ἵνα μὴ λυπῆσθε καθὼς καὶ οἱ λοιποὶ οἱ μὴ ἔχοντες ἐλπίδα. 14 εἰ γὰρ πιστεύομεν ὅτι Ἰησοῦς ἀπέθανε καὶ ἀνέστη, οὕτως καὶ ὁ Θεὸς τοὺς κοιμηθέντας διὰ τοῦ Ἰησοῦ ἄξει σὺν αὐτῷ. 15 τοῦτο γὰρ ὑμῖν λέγομεν ἐν λόγῳ Κυρίου, ὅτι ἡμεῖς οἱ ζῶντες οἱ περιλειπόμενοι εἰς τὴν παρουσίαν τοῦ Κυρίου οὐ μὴ φθάσωμεν τοὺς κοιμηθέντας· 16 ὅτι αὐτὸς ὁ Κύριος ἐν κελεύσματι, ἐν φωνῇ ἀρχαγγέλου καὶ ἐν σάλπιγγι Θεοῦ καταβήσεται ἀπ᾽ οὐρανοῦ, καὶ οἱ νεκροὶ ἐν Χριστῷ ἀναστήσονται πρῶτον, 17 ἔπειτα ἡμεῖς οἱ ζῶντες οἱ περιλειπόμενοι ἅμα σὺν αὐτοῖς ἁρπαγησόμεθα ἐν νεφέλαις εἰς ἀπάντησιν τοῦ Κυρίου εἰς ἀέρα, καὶ οὕτω πάντοτε σὺν Κυρίῳ ἐσόμεθα».

     

     Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: Λουκ. κα´, 8-9, 25-27, 35-36: «8 καὶ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· Οὐδὲ ἐγὼ λέγω ὑμῖν ἐν ποίᾳ ἐξουσίᾳ ταῦτα ποιῶ. 9 Ἤρξατο δὲ πρὸς τὸν λαὸν λέγειν τὴν παραβολὴν ταύτην· Ἄνθρωπός τις ἐφύτευσεν ἀμπελῶνα, καὶ ἐξέδετο αὐτὸν γεωργοῖς καὶ ἀπεδήμησε χρόνους ἱκανούς- 25 ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· Ἀπόδοτε τοίνυν τὰ Καίσαρος Καίσαρι καὶ τὰ τοῦ Θεοῦ τῷ Θεῷ. 26 καὶ οὐκ ἴσχυσαν ἐπιλαβέσθαι αὐτοῦ ῥήματος ἐναντίον τοῦ λαοῦ, καὶ θαυμάσαντες ἐπὶ τῇ ἀποκρίσει αὐτοῦ ἐσίγησαν. 27 Προσελθόντες δέ τινες τῶν Σαδδουκαίων, οἱ λέγοντες μὴ εἶναι ἀνάστασιν, ἐπηρώτησαν αὐτὸν.- 35 οἱ δὲ καταξιωθέντες τοῦ αἰῶνος ἐκείνου τυχεῖν καὶ τῆς ἀναστάσεως τῆς ἐκ νεκρῶν οὔτε γαμοῦσιν οὔτε γαμίζονται· 36 οὔτε γὰρ ἀποθανεῖν ἔτι δύνανται· ἰσάγγελοι γάρ εἰσι, καὶ υἱοί εἰσι τοῦ Θεοῦ, τῆς ἀναστάσεως υἱοὶ ὄντες».    


 

    [1]. [Ὠδὴ γ´: «Οὔκ ἐστιν ἅγιος ὡς σὺ, Κύριε ὁ Θεός μου, ὁ ὑψώσας τὸ κέρας, τῶν πιστῶν σου Ἀγαθέ, καὶ στερεώσας αὐτούς, ἐν τῇ πέτρᾳ τῆς ὁμολογίας σου», Ὠδὴ στ´: «Τοῦ βίου τὴν θάλασσαν, ὑψουμένην καθορῶν, τῶν πειρασμῶν τῷ κλύδωνι, ἐν εὐδίῳ λιμένι σου προσδραμών, βοῶ σοι· Ἀνάγαγε ἐκ φθορᾶς τὴν ζωήν μου Πολυέλεε», Ὠδὴ η´: «Αἰνοῦμεν, εὐλογοῦμεν καὶ προσκυνοῦμεν τὸν Κύριον. Ἐκ φλογὸς τοῖς Ὁσίοις, δρόσον ἐπήγασας, καὶ δικαίου θυσίαν, ὕδατι ἔφλεξας· ἅπαντα γὰρ δρὰς Χριστέ, μόνῳ τῷ βούλεσθαι· σὲ ὑπερυψοῦμεν εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας». Ὠδὴ θ´: «Θεὸν ἀνθρώποις ἰδεῖν ἀδύνατον, ὃν οὐ τολμᾶ Ἀγγέλων ἀτενίσαι τὰ τάγματα, διὰ σοῦ δὲ Πάναγνε ὡράθη βροτοῖς, Λόγος σεσαρκωμένος, ὃν μεγαλύνοντες, σὺν ταῖς οὐρανίαις Στρατιαῖς, σὲ μακαρίζομεν»].

 

[2]. Ὠδὴ α´, «ᾎσμα ἀναπέμψωμεν λαοί, τῷ θαυμαστῷ Θεῷ τῷ ἡμῶν, ἀπαλλάξαντι τὸν Ἰσραὴλ ἐκ δουλείας, ᾠδὴν ἐπινίκιον ᾄδοντες καὶ βοῶντες· ᾌσωμέν σοι, τῷ μόνῳ Δεσπότῃ».

Ὠδὴ β´, «Ἴδετε, ἴδετε, ὅτι ἐγώ εἰμι ὁ Θεὸς ὑμῶν, ὁ πρὸ τῶν αἰώνων γεννηθεὶς ἐκ τοῦ Πατρός, καὶ ἐκ τῆς Παρθένου ἐπ᾽ ἐσχάτων, πλὴν ἀνδρὸς κυηθείς, καὶ λύσας τὴν ἁμαρτίαν, τοῦ προπάτορος Ἀδάμ, ὡς φιλάνθρωπος».

Ὠδὴ γ´, «Ὁ στερεώσας ἐν τῇ χειρί σου, Λόγε Θεοῦ τους οὐρανοὺς ἐν τῷ φωτισμῷ, τῆς σῆς ἀληθοῦς ἐπιγνώσεως, στερέωσον καὶ ἡμῶν, τῶν ἐπὶ σοὶ πεποιθότων τὰς καρδίας».

Ὠδὴ δ´, «Ἐξ ὄρους κατασκίου, Λόγε ὁ Προφήτης, τῆς μόνης Θεοτόκου, μέλλοντος σαρκοῦσθαι, θεοπτικῶς κατενόει, καὶ τῷ φόβω, ἐδοξολόγει σου τὴν δύναμιν».

Ὠδὴ ε´, «Ὀρθρίζει τὸ πνεῦμά μου, πρὸς σὲ ὁ Θεός, διότι φῶς τὰ προστάγματα, τῆς παρουσίας σου· ἐν αὐτοῖς οὖν καταύγασον, τὸν νοῦν ἡμῶν Δέσποτα, καὶ ὁδήγησον, ἐν τρίβῳ ζωῆς».

Ὠδὴ στ´, «Συνεχόμενον δέξαι με φιλάνθρωπε, ἐκ πταισμάτων πολλῶν, προσπίπτοντα τοῖς οἰκτιρμοῖς σου, ὡς τὸν Προφήτην, Κύριε, καὶ σῶσόν με».

[Συναξάριο: «Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, μνείαν πάντων τῶν ἀπ᾽ αἰῶνος κοιμηθέντων εὐσεβῶς, ἐπ᾽ ἐλπίδι ἀναστάσεως ζωῆς αἰωνίου, οἱ θειότατοι Πατέρες ἐθέσπισαν»].

Ὠδὴ ζ´, «Ὁ ἐν ἀρχῇ, τὴν γῆν θεμελιώσας, καὶ οὐρανοὺς τῷ λόγῳ, στερεώσας, εὐλογητὸς εἶ εἰς τοὺς αἰῶνας Κύριε, ὁ Θεὸς τῶν Πατέρων ἡμῶν».

Ὠδὴ η´, «Τὸν ἐν ὄρει, ἁγίῳ δοξασθέντα, καὶ ἐν βάτῳ, πυρὶ τὸ τῆς Ἀειπαρθένου, τῷ Μωϋσῇ μυστήριον γνωρίσαντα, Κύριον ὑμνεῖτε, καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας».

Ὠδὴ θ´, «Τὸν προδηλωθέντα ἐν ὄρει τῷ Νομοθέτῃ, ἐν πυρὶ καὶ βάτῳ, τόκον τὸν τῆς Ἀειπαρθένου, εἰς ἡμῶν τῶν πιστῶν σωτηρίαν, ὕμνοις ἀσιγήτοις μεγαλύνομεν».

 

    [3]. Στιχηρό Εσπερινού στο Δόξα, ἦχος πλ. β´: «Ἀρχή μοι καὶ ὑπόστασις, τὸ πλαστουργόν σου γέγονε πρόσταγμα· βουληθεὶς γὰρ ἐξ ἀοράτου τε καὶ ὁρατῆς με ζῷον συμπῆξαι φύσεως, γῆθέν μου τὸ σῶμα διέπλασας, δέδωκας δέ μοι ψυχήν, τῇ θείᾳ σου καὶ ζωοποιῷ ἐμπνεύσει· διὸ Σωτὴρ τοὺς δούλους σου ἐν χώρᾳ ζώντων, ἐν σκηναῖς Δικαίων ἀνάπαυσον». Ἐξαποστειλάριο, ἦχος γ´: «Ὁ καὶ νεκρῶν καὶ ζώντων, ἐξουσιάζων ὡς Θεός, ἀνάπαυσον τοὺς σοὺς δούλους, ἐν ταῖς σκηναῖς τῶν ἐκλεκτῶν· εἰ γὰρ καὶ ἥμαρτον, Σῶτερ, ἀλλ᾽ οὐκ ἀπέστησαν ἐκ σοῦ».

Κυριακή 24 Μαΐου 2026

 

 


Κυριακὴ Ζ´ ἀπὸ τοῦ Πάσχα: Τῶν ἁγίων 318 Θεοφόρων Πατέρων τῆς Α´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, 28 Μαΐου 2025- (28/5/2023)
(Αριθμ. 18Ν)

 
Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν
Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ.

 

Α. 1. Η έβδομη Κυριακή μετά το Πάσχα, ή η Κυριακή μεταξύ της Αναλήψεως και της Πεντηκοστής, και ιδιαίτερα μεταξύ της Αναλήψεως και της Αποδόσεως της εορτής, είναι αφιερωμένη στους Θεοφόρους Πατέρες της Α´ Οικουμενικής Συνόδου του 325. Η Σύνοδος συνήλθε, για να επιλύσει θέματα κυρίως εκκλησιαστικής ευταξίας μετά την περιπέτεια της Εκκλησίας από τους διωγμούς του Διοκλητιανού και για τον τρόπο καθορισμού κοινού εορτασμού του Πάσχα από όλες τις εκκλησιαστικές διοικήσεις της αυτοκρατορίας σε Ανατολή και Δύση.

2. Μετά τους διωγμούς, που πολλοί ήταν εκείνοι που υπέφεραν κι άλλοι μαρτύρησαν φρικτά, οι περισσότεροι στην Αίγυπτο, τη Βόρεια Αφρική και κάποιοι στη Ρώμη κι αλλού, όσοι υπέμειναν το μαρτύριο, διεκδικούσαν να χειρισθούν τα εκκλησιαστικά πράγματα και να ορίζουν και τις χειροτονίες, σα να τους το χρωστούσε η Εκκλησία, και ρήμαζαν το κοινό σώμα της Εκκλησίας χωρίζοντας τους χριστανούς σε καθαρούς κι ακάθαρτους, στο εμείς οι άγιοι και κατέχοντες την αλήθεια και στους άλλους. Εξάλλου, αυτή η απαίτηση από ασθενή μέλη της Εκκλησίας, που νομίζουν ότι η Εκκλησία τους χρωστά, γιατί διακονούν, ενώ ως ικανότατοι θα μπορούσαν να κατακτήσουν και τον κόσμο, είναι κάτι που δεν εξέλιπε μέχρι τις μέρες μας. Δεν είναι μόνο σημερινή πραγματικότητα, που ανοητεύοντες πάσης φύσεως και υφής διχάζουν τον κοσμάκη, είναι μια πολύ παλιά υπόθεση που επιβιώνει εδώ και αιώνες, και ενισχύεται κατά καιρούς και ξαναφέρνει τον αρχαιοελληνικό μηχανιστικό ηθικισμό ως κανόνα πορείας και σωτηρίας. Το θέμα, λοιπόν, των λεγομένων «ϰαθαρών» (κάτι σαν τους σύγχρονους οργανωσιακούς παρεκκλησιαστικούς κύκλους και τα μέλη τους, τους κριτές της οικουμένης) ήταν που διαιρούσε τις πολύπαθες τοπικές Εκκλησίες, και συνήλθε η Σύνοδος στη Νίκαια. Μαζί τέθηκε ως θέμα ο κοινός εορτασμός του χριστιανικού Πάσχα και το θέμα των παρερμηνειών του πρωτοπρεσβύτερου της Εκκλησίας Αλεξανδρείας Αρείου, ο οποίος είχε κάνει την ομαδούλα του, το έπαιζε επίσης άγιος και πολύ πνευματικός προσελκύοντας αρκετούς «καθαρούς» και είχε τα μάτια του να γίνει Αλεξανδρείας. Αυτοί οι τύποι στην Εκκλησία πάντα υπάρχουν, μολύνοντας προσκαίρως τα ασθενή μέλη της Εκκλησίας και καθιστώντας την περίγελο των ανθρώπων.

 

Β. 1. Η Σύνοδος έβαλε στη θέση τους όλους τους υποκριτές, καταδικάζοντας τις συμπεριφορές τους ως προς την εκκλησιαστική ευταξία, για να μην είναι οι χριστιανοί ξέφραγο αμπέλι από ομαδούλες ευσεβιστών, που έκαναν και το μεγάλο δάσκαλο και προφήτη, αλλά και ήλεγξε την πίστη του Αρείου και των οπαδών του με συγκεκριμένο κείμενο επί τη βάσει μάλλον του βαπτιστηρίου Συμβόλου Πίστεως της εκκλησίας της Αλεξάνδρειας, και επί του οποίου τοποθετήθηκαν όλοι οι 318 συνοδικοί επίσκοποι (ο αριθμός ανάγεται στην Παλαιά Διαθήκη, όπου απαντά ο θεολογικός τύπος στους οικογενείς του Πατριάρχη Αβραάμ, όπως θα δούμε παρακάτω). Έτσι προέκυψε, χωρίς να είναι ο αρχικός σκοπός συγκλήσεως της Συνόδου, το Σύμβολο Πίστεως της Νικαίας. Ήταν ένα κείμενο που προέκυψε, δηλαδή, όχι από πρόθεση αλλά ως έκπληξη, ως έργο του Αγίου Πνεύματος. Από κει και πέρα η Εκκλησία δεν κάνει τίποτα άλλο παρά να ερμηνεύει το Σύμβολο της Πίστεως σε μία αντιστοιχία με την Αγία Γραφή, με ποικίλους τρόπους, συνοδικά, λειτουργικά, με λόγο, με νήψη, με τέχνη, με πολιτισμό.

2. Κι επειδή οι τριακόσιοι δεκαοκτώ Θεοφόροι Πατέρες ερμήνευσαν τη βαπτισματική πίστη, περί της οποίας ο Χριστός μίλησε στους Μαθητές του κατά την Ανάληψη, γι᾽ αυτό τίθεται ο εορτασμός προ της Πεντηκοστής ως κατήχηση, ως ερμηνεία, δηλαδή, της βαπτισματικής πίστης, που έζησαν οι Απόστολοι την Πεντηκοστή, κι όλοι μας ως μέλη της Εκκλησίας της Πεντηκοστής, όπως εκθέτει τα πράγματα ο Άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων στο ομώνυμο έργο και σε μία αντιστοίχηση με τα Προφητικά Αναγνώσματα της εορτής. Επαναλαμβάνω αυτό που γράφτηκε σε προηγούμενο κείμενο για το τί είναι η Πεντηκοστή: Οι Μαθητές προ της Αναλήψεως λαμβάνουν την εντολή από το Χριστό, άμα τε και υπόμνηση περί της «ἐπαγγελίας» του Πατρός, η οποία δεν είναι μία αφηρημένη ιδέα, έννοια, αλλά συγκεκριμένη πράξη. Πρόκειται για το γεγονός του βαπτίσματος ἐν Πνεύματι Αγίω (Πράξ. α´, 6). Εξάλλου, ο Χριστός πρώτα έπραττε και ύστερα δίδασκε, όπως σημειώνει ο Ευαγγελιστής Λουκάς στο Αποστολικό Ανάγνωσμα «ὧν ἤρξατο ὁ Ἰησοῦς ποιεῖν τε καὶ διδάσκειν», Πράξ. α´, 1. Μάλιστα, σημειώνεται ότι αυτό το βάπτισμα, το οποίο θα τους συμβεί στα Ιεροσόλυμα, όπου πρέπει να περιμένουν: «καὶ ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστέλλω τὴν ἐπαγγελίαν τοῦ πατρός μου ἐφ᾽ ὑμᾶς· ὑμεῖς δὲ καθίσατε ἐν τῇ πόλει Ἱερουσαλήμ ἕως οὗ ἐνδύσησθε δύναμιν ἐξ ὕψους», Λουκ. κδ´, 49, είναι υπέρβαση του δι᾽ ύδατος βαπτίσματος του Ιωάννη, υπέρβαση, δηλαδή, του Νόμου, και γι᾽ αυτό τους υποδεικνύεται και η έξοδος προς όλη την Οικουμένη, όπου δεν θα χρειάζονται, δηλαδή, να βαπτίζουν τους χριστιανούς στα ύδατα του Ιορδάνη: «ἀλλὰ λήψεσθε δύναμιν ἐπελθόντος τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἐφ᾽ ὑμᾶς, καὶ ἔσεσθέ μου μάρτυρες ἔν τε Ἱερουσαλὴμ καὶ ἐν πάσῃ τῇ Ἰουδαίᾳ καὶ Σαμαρείᾳ καὶ ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς», Πράξ. α´, 8». Βάπτισμα των Αποστόλων ἐν πυρίναις γλώσσαις είναι η Πεντηκοστή. Γι᾽ αυτό και ονομάζεται παραστατικά γενέθλιος ημέρα της Εκκλησίας. Οι Μαθητές βαπτίσθηκαν στις πύρινες γλώσσες του Αγίου Πνεύματος και γι᾽ αυτό οι Πατέρες της Α´ (και Β´) Οίκουμενικής Συνόδου ερμηνεύουν πρώτιστα τη βαπτισματική ομολογία και μόνο. Η αμφισβήτηση ότι ο Υιός και Λόγος του Θεού Πατρός ενηνθρώπησε πραγματικά και όχι κατά φαντασία οδήγησε εν συνεχεία τους Πατέρες των επόμενων πέντε Οικουμενικών Συνόδων να ερμηνεύσουν με βάση την ενότητα της αποκαλύψεώς του στους Προφήτες και τους Αποστόλους το πόσο θεμελιακό είναι για τη σωτηρία του ανθρώπου το Σύμβολο της Πίστεως στο άρθρο «σαρκωθέντα... καὶ ἐνανθρωπήσαντα».

 

Γ. Το Αποστολικό Ανάγνωσμα προέρχεται από την τρίτη περιοδεία του Αποστόλου Παύλου, επιστρέφων αυτός από Τρωάδος και διά θαλάσσης από Μυτιλήνη, Χίο, Σάμο (Τρωγύλιο), Μίλητο προς Ιεροσόλυμα, καθώς ήθελε να βρίσκεται στα Ιεροσόλυμα για την ημέρα της Πεντηκοστής μετά από τρία χρόνια περιοδειών. Και, για να μην καθυστερήσει και δεν φτάσει έγκαιρα στα Ιεροσόλυμα, κάλεσε τους πρεσβυτέρους, τους προεστούς, από την Έφεσο να τους αποχαιρετήσει, καθώς θα παρέκαμπτε την Έφεσο. Το καίριο σημείο του Αναγνώσματος είναι η ευθεία μαρτυρία περί των χαρισμάτων του ιεραρχικού σώματος της Εκκλησίας εν Αγίω Πνεύματι: «ἐν ᾧ ὑμᾶς τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἔθετο ἐπισκόπους, ποιμαίνειν τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ, ἣν περιεποιήσατο διὰ τοῦ ἰδίου αἵματος», Πράξ. κ´, 28. Τα υπόλοιπα της συναντήσεως μάς εισάγουν σε μία ατμόσφαιρα συγκλονιστική για το πώς έζησε η Αποστολική Εκκλησία τα γεγονότα των Παθών του Χριστού και την Πεντηκοστή. Μόνο έτσι μπορούμε να καταλάβουμε, έστω και λίγο, την ομολογία για τη Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία του Συμβόλου της Πίστεως.

 

Δ. 1. Ερχόμενη στο Ευαγγελικό Ανάγνωσμα επισημαίνω ότι είναι απόσπασμα από την Αρχιερατική Προσευχή του Χριστού, η οποία είναι φανέρωση της ένταξης του παλαιού Ισραήλ στην Εκκλησία την ώρα του Μυστικού Δείπνου, ανακεφαλαιώνοντας στο πρόσωπό του ο Χριστός «δι᾽ ἡμᾶς» το τρισσό χαρισματικό αξίωμα στην ιστορία του περιούσιου λαού από τη δημιουργία του ανθρώπου, ως βασιλεύς, προφήτης και Μέγας Αρχιερεύς, θύτης και θύμα, Πνευματικώς ορώμενος, αοράτως συνών και προσδεχόμενος την αναίμακτη θυσία μετά του Πατρός και του Αγίου Πνεύματος, όπως ερμήνευσαν το Μυστήριο της Θείας Οικονομίας περαιτέρω οι Πατέρες της Συνόδου Κωνσταντινουπόλεως του 1157 μετά και την περιπέτεια της Εκκλησίας, λόγω της απαράδεκτης προσθήκης περί της καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος: «Τοῖς λέγουσιν ὅτι τὴν ἐν τῷ καιρῷ τοῦ κοσμοσωτηρίου πάθους τοῦ Κυρίου καὶ θεοῦ καὶ σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ προσαχθεῖσαν ὑπὲρ τῆς ἡμῶν σωτηρίας παρ᾽ αὐτοῦ θυσίαν τοῦ τιμίου αὐτοῦ σώματός τε καὶ αἵματος, ὡς ἀρχιερέως, κατὰ τὸ ἀνθρώπινον, δι᾽ ἡμᾶς χρηματίσαντος, ὅτι περ ὁ αὐτὸς καὶ θεὸς καὶ θύτης καὶ θῦμα, κατὰ τὸν πολὺν ἐν θεολογίᾳ Γρηγόριον, προσήγαγε μὲν αὐτὸς τῷ θεῷ καὶ πατρί, οὐ προσεδέξατο δὲ ὡς θεὸς μετὰ τοῦ πατρός, αὐτός τε ὁ μονογενὴς καὶ τὸ πνεῦμα τὸ ἅγιον, ὡς διὰ τούτων ἀποξενοῦσιν αὐτόν τε τὸν θεὸν Λόγον καὶ τὸ ὁμοούσιον καὶ ὁμόδοξον τούτου παράκλητον πνεῦμα τῆς θεοπρεποῦς ὁμοτιμίας τε καὶ ἀξίας, ἀνάθεμα».

2. Ανακεφαλαιώνει, λοιπόν, ο Χριστός στο πρόσωπό του τις χαρισματικές λειτουργίες του αρχαίου Ισραήλ, ως πλήρωση, ανακεφαλαίωση, δηλαδή, του Νόμου και των Προφητών, σε μία ενότητα με την εν Πνεύματι λειτουργία του χαρισματικού Σώματος της Εκκλησίας της Πεντηκοστής όλων των εθνών, καθώς τύπος και αλήθεια συνιστούν μία και την αυτήν πορεία του ανθρωπίνου γένους, που καταυγάζεται από τη χάρη της διαρκούς φανερώσεως του Τριαδικού Θεού στον κόσμο. Γι᾽ αυτό και η υμνολογία της Εκκλησίας μας αυτήν τη μέρα καταυγάζεται από τη Δόξα του ανακεφαλαιώσαντος την ιστορία του σύμπαντος κόσμου Υιού και Λόγου του Θεού, του Ενανθρωπήσαντος, με το Απολυτίκιο των Πατέρων, ἦχος πλ. δ´, πορευομένων στην αυτήν αγιοπνευματική οδό μαζί με το Θεόπτη Μωϋσή, τους Προφήτες και τον Ψαλμωδό: «Ὑπερδεδοξασμένος εἶ, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ φωστῆρας ἐπὶ γῆς τοὺς Πατέρας ἡμῶν θεμελιώσας, καὶ δι᾽ αὐτῶν πρὸς τὴν ἀληθινὴν πίστιν, πάντας ἡμᾶς ὁδηγήσας· πολυεύσπλαγχνε, δόξα σοι».

3. α. Κατά ταύτα με την υμνολογία της εορτής τονίζεται η ενότητα της αγιοπνευματικής μαρτυρίας προς αναίρεση όλων των αιρέσεων που διέστρεφαν τη βαπτισματική μαρτυρία και ομολογία του Τριαδικού Θεού και του Μυστηρίου της Θείας Οικονομίας του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, εν «τύποις» και εν αληθεία. Γι᾽ αυτό, ενώ υπογραμμίζεται η παρέκκλιση του Αρείου με το τέταρτο Στιχηρό των Πατέρων, ἦχος πλ. β´, ο λόγος μεταβαίνει στο Θεσβίτη Ηλία, γιατί το αυτό Άγιο Πνεύμα λαλεί και στους Προφήτες, και μάλιστα προβάλλεται ο Θεσβίτης ως αρπαγείς στον ουρανό και επανελθών στη Θεοφάνεια της Μεταμορφώσεως: «Ἄρειος ὁ ἄφρων, τῆς Παναγίας τέτμηκε Τριάδος τὴν μοναρχίαν, εἰς τρεῖς ἀνομίους τε καὶ ἐκφύλους οὐσίας· ὅθεν Πατέρες θεοφόροι, συνελθόντες προθύμως, ζήλῳ πυρούμενοι, καθάπερ, ὁ θεσβίτης Ἠλίας, τῷ τοῦ Πνεύματος τέμνουσι ξίφει, τὸν τῆς αἰσχύνης δογματίσαντα βλάσφημον, καθὼς τὸ Πνεῦμα ἀπεφήνατο».

β. Στην ίδια ερμηνευτική γραμμή θησαυρίζονται τα Προφητικά Αναγνώσματα με τον Πατριάρχη Αβραάμ και τους 318 οικογενείς του, προφητικό τύπο των 318 Αγίων Πατέρων της Α´ Οικουμενικής Συνόδου, κατά την οποία με τον όρο ὁμοούσιος για το Θεό Λόγο ομολογείται η θεότητά του ως του Κυρίου του Θεού του Δεκαλόγου κατά το τρίτο Προφητικό Ανάγνωσμα αλλά και του Συμβόλου της Πίστεως, ο οποίος διακρίνεται από την κτίση και τα κτιστά πλάσματά του, του αυτού δε αποκαλυφθέντος και στον Ισαάκ και Ιακώβ. Τη σαφή ευχαριστιακή προέκταση των Προφητικών Αναγνωσμάτων προς την Εκκλησία της Πεντηκοστής προσδίδει η αναφορά στο Μελχισεδέκ, η προκομηδή των άρτων και του οίνου και η επευλόγηση του Αβραάμ από αυτόν στο τέλος του πρώτου Προφητικού Αναγνώσματος. Στο υπόβαθρο των τριών Προφητικών Αναγνωσμάτων ο Αβραάμ ως γενάρχης όλων των ανθρώπων και όχι μόνο του Ισραήλ και η απροσωποληψία του Θεού έναντι ακόμη και των προσηλύτων οδηγούν στην παραδοχή της υπό του Κυρίου παρεχόμενης σωτηρίας σε όλο το ανθρώπινο γένος, σε μία συστοιχία προς το γεγονός ότι ο Χριστός κήρυξε την μίαν και την αυτήν πίστη στον ὄχλο και όχι αποκλειστικά στις Συναγωγές. Έτσι, στο Κοντάκιο της εορτής, ἦχος πλ. δ´, ο δοξασμός ανάγεται στο Μυστήριο της Θείας Οικονομίας, «τῆς εὐσεβείας τὸ μέγα μυστήριον», κατά την ταυτότητα της αγιοπνευματικής μαρτυρίας, όπως θα προβάλλεται στο εξής και στις συνοδικές ερμηνευτικές προτάσεις της Εκκλησίας και το λειτουργικό της Συνοδικό: «Ἀποστόλων τὸ κήρυγμα, καὶ τῶν Πατέρων τὰ δόγματα, τῇ Ἐκκλησίᾳ μίαν τὴν πίστιν ἐκράτυνεν· ἣ καὶ χιτῶνα φοροῦσα τῆς ἀληθείας, τὸν ὑφαντὸν ἐκ τῆς ἄνω θεολογίας, ὀρθοτομεῖ καὶ δοξάζει τῆς εὐσεβείας τὸ μέγα μυστήριον».

 

ΥΠΟΣΜΕΙΩΣΗ: Η εξαγωγή επιμέρους θεμάτων και ιδίως η χρήση περικεκομμένως της φράσης «ἵνα ὦσιν ἓν καθὼς ἡμεῖς» για μία θεολογία αποκλειστικής υπερορθοδοξίας, ή αντιδυτικότητας, προκαλεί θυμηδία, γιατί η ευχή της Εκκλησίας για την ενότητα του σύμπαντος κόσμου θεμελιώνεται στο έργο του Επιφανέντος Υιού και Λόγου, ο οποίος αναίρεσε τις διαιρέσεις και χάρισε τη Δόξα και την ειρήνη του και πάλι σε όλο τον κόσμο.

 

Αποστολικό Ανάγνωσμα: Πράξ. κ´, 16-18, 28-36: «16 ἔκρινε γὰρ ὁ Παῦλος παραπλεῦσαι τὴν Ἔφεσον, ὅπως μὴ γένηται αὐτῷ χρονοτριβῆσαι ἐν τῇ Ἀσίᾳ· ἔσπευδε γάρ, εἰ δυνατὸν ἦν αὐτῷ, τὴν ἡμέραν τῆς πεντηκοστῆς γενέσθαι εἰς Ἱεροσόλυμα. 17 Ἀπὸ δὲ τῆς Μιλήτου πέμψας εἰς Ἔφεσον μετεκαλέσατο τοὺς πρεσβυτέρους τῆς ἐκκλησίας. 18 ὡς δὲ παρεγένοντο πρὸς αὐτόν, εἶπεν αὐτοῖς· Ὑμεῖς ἐπίστασθε, ἀπὸ πρώτης ἡμέρας ἀφ’ ἧς ἐπέβην εἰς τὴν Ἀσίαν, πῶς μεθ᾽ ὑμῶν τὸν πάντα χρόνον ἐγενόμην. - 28 προσέχετε οὖν ἑαυτοῖς καὶ παντὶ τῷ ποιμνίῳ, ἐν ᾧ ὑμᾶς τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἔθετο ἐπισκόπους, ποιμαίνειν τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ, ἣν περιεποιήσατο διὰ τοῦ ἰδίου αἵματος. 29 ἐγὼ γὰρ οἶδα τοῦτο, ὅτι εἰσελεύσονται μετὰ τὴν ἄφιξίν μου λύκοι βαρεῖς εἰς ὑμᾶς μὴ φειδόμενοι τοῦ ποιμνίου· 30 καὶ ἐξ ὑμῶν αὐτῶν ἀναστήσονται ἄνδρες λαλοῦντες διεστραμμένα τοῦ ἀποσπᾶν τοὺς μαθητὰς ὀπίσω αὐτῶν. 31 διὸ γρηγορεῖτε, μνημονεύοντες ὅτι τριετίαν νύκτα καὶ ἡμέραν οὐκ ἐπαυσάμην μετὰ δακρύων νουθετῶν ἕνα ἕκαστον. 32 καὶ τὰ νῦν παρατίθεμαι ὑμᾶς, ἀδελφοί, τῷ Θεῷ καὶ τῷ λόγῳ τῆς χάριτος αὐτοῦ τῷ δυναμένῳ ἐποικοδομῆσαι καὶ δοῦναι ὑμῖν κληρονομίαν ἐν τοῖς ἡγιασμένοις πᾶσιν. 33 ἀργυρίου ἢ χρυσίου ἢ ἱματισμοῦ οὐδενὸς ἐπεθύμησα· 34 αὐτοὶ γινώσκετε ὅτι ταῖς χρείαις μου καὶ τοῖς οὖσι μετ᾽ ἐμοῦ ὑπηρέτησαν αἱ χεῖρες αὗται. 35 πάντα ὑπέδειξα ὑμῖν ὅτι οὕτω κοπιῶντας δεῖ ἀντιλαμβάνεσθαι τῶν ἀσθενούντων, μνημονεύειν τε τῶν λόγων τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, ὅτι αὐτὸς εἶπε· μακάριόν ἐστι μᾶλλον διδόναι ἢ λαμβάνειν. 36 καὶ ταῦτα εἰπών, θεὶς τὰ γόνατα αὐτοῦ σὺν πᾶσιν αὐτοῖς προσηύξατο».

 

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: Ἰω. ιζ´, 1-13: «1. Ταῦτα ἐλάλησεν Ἰησοῦς, καὶ ἐπῆρε τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ εἶπε· Πάτερ, ἐλήλυθεν ἡ ὥρα· δόξασόν σου τὸν υἱόν, ἵνα καὶ ὁ υἱός σου δοξάσῃ σέ, 2 καθὼς ἔδωκας αὐτῷ ἐξουσίαν πάσης σαρκός, ἵνα πᾶν ὃ δέδωκας αὐτῷ δώσῃ αὐτοῖς ζωὴν αἰώνιον. 3 αὕτη δέ ἐστιν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσιν σὲ τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεὸν καὶ ὃν ἀπέστειλας Ἰησοῦν Χριστόν. 4 ἐγώ σε ἐδόξασα ἐπὶ τῆς γῆς, τὸ ἔργον ἐτελειώσα ὃ δέδωκάς μοι ἵνα ποιήσω· 5 καὶ νῦν δόξασόν με σύ, πάτερ, παρὰ σεαυτῷ τῇ δόξῃ ᾗ εἶχον πρὸ τοῦ τὸν κόσμον εἶναι παρὰ σοί. 6 Ἐφανέρωσά σου τὸ ὄνομα τοῖς ἀνθρώποις οὓς δέδωκάς μοι ἐκ τοῦ κόσμου. σοὶ ἦσαν καὶ ἐμοὶ αὐτοὺς δέδωκας, καὶ τὸν λόγον σου τετηρήκασι. 7 νῦν ἔγνωκαν ὅτι πάντα ὅσα δέδωκάς μοι παρὰ σοῦ εἰσίν· 8 ὅτι τὰ ῥήματα ἃ ἔδωκάς μοι δέδωκα αὐτοῖς, καὶ αὐτοὶ ἔλαβον καὶ ἔγνωσαν ἀληθῶς ὅτι παρὰ σοῦ ἐξῆλθον, καὶ ἐπίστευσαν ὅτι σύ με ἀπέστειλας. 9 ἐγὼ περὶ αὐτῶν ἐρωτῶ· οὐ περὶ τοῦ κόσμου ἐρωτῶ ἀλλὰ περὶ ὧν δέδωκάς μοι, ὅτι σοί εἰσί, 10 καὶ τὰ ἐμὰ πάντα σά ἐστιν καὶ τὰ σὰ ἐμά, καὶ δεδόξασμαι ἐν αὐτοῖς. 11 καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἐν τῷ κόσμῳ, καὶ αὐτοὶ ἐν τῷ κόσμῳ εἰσί, καὶ ἐγὼ πρὸς σὲ ἔρχομαι. Πάτερ ἅγιε, τήρησον αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου οὓς δέδωκάς μοι, ἵνα ὦσιν ἓν καθὼς ἡμεῖς. 12 ὅτε ἤμην μετ᾽ αὐτῶν ἐν τῷ κόσμῳ, ἐγὼ ἐτήρουν αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου οὓς δέδωκάς μοι ἐφύλαξα, καὶ οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν ἀπώλετο εἰ μὴ ὁ υἱὸς τῆς ἀπωλείας, ἵνα ἡ γραφὴ πληρωθῇ. 13 νῦν δὲ πρὸς σὲ ἔρχομαι, καὶ ταῦτα λαλῶ ἐν τῷ κόσμῳ ἵνα ἔχωσι τὴν χαρὰν τὴν ἐμὴν πεπληρωμένην ἐν αὑτοῖς».