HELLENOPHONIA

Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2026

 

Κυριακὴ μετὰ τὴν ἑορτήν, Κυριακὴ τοῦ Ἀσώτου, (Κυριακὴ ΙΖ´Λουκᾶ), 8 Φεβρουαρίου 2026 (24/2/2019), (Αριθμ. 2Ν2) 

 

Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ

 

Α. 1. Εφέτος η Κυριακή της παραβολής του Ασώτου φέρει και υμνολογικά στοιχεία της Υπαπαντής, καθώς κείται μεταξύ της εορτής και της Αποδόσεως. Σημειωτέον τα Αναγνώσματα είναι καθορισμένα, ενώ με το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα κλείνει και ο κύκλος των Ευαγγελικών Αναγνωσμάτων εκ του κατά Κυριακάς Κατά Λουκάν Ευαγγελίου.

2. α. Την προηγούμενη Κυριακή με την αναδρομή στο γεγονός της προπατορικής αποστασίας και φαρισαϊκής εκπτώσεως έχει τεθεί, «ὥσπερ τις προγυμνασία καὶ παρακίνησις», για τη σωτήρια μετάνοια ο σκοπός και της σημερινής Κυριακής με την παραβολή του Ασώτου. Στην αυτή συνέχεια η υμνολογία της σημερινής Κυριακής αποτελεί μία από τις πιο λαμπρές ερμηνευτικές προτάσεις για τα αποτελέσματα της προπατορικής αποστασίας σε όλο το ανθρώπινο γένος και τη σημασία της μετανοίας ως επισυναγωγής του ανθρώπου προς το Ζωοδότη Θεό πάσης κτίσεως. Ο Άσωτος της παραβολής του Ευαγγελικού Αναγνώσματος αποτελεί την αφορμή και το παραστατικό, παραβολικό υπόβαθρο, για να εκδιπλωθεί η μεταπατορική περιπέτεια της αποστασίας και της ερημώσεως του ανθρώπου από τη χάρη του Θεού σε σημείο αλογίας και μεταπτώσεως στην κατάσταση των αλόγων ζώων, που δρουν κατά την ενστικτώδη κίνηση της απλής επιβιώσεως, όπως λέγεται στον Ψαλμό 48, 21: «καὶ ἄνθρωπος ἐν τιμῇ ὢν οὐ συνῆκε, παρασυνεβλήθη τοῖς κτήνεσι τοῖς ἀνοήτοις καὶ ὡμοιώθη αὐτοῖς». Ενώ, λοιπόν, σε όλη την υμνολογία της Κυριακής υπάρχει στο υπόβαθρο η λέξη ἄσωτος, με την υμνολογία  ερμηνεύεται θεολογικά σε τί συνίσταται η προπατορική πτώση και η μεταπατορική κατάσταση του ανθρώπου, η απώλεια του παραδείσου, αλλά και πώς επεμβαίνει φιλανθρώπως ο Θεός για τη σωτηρία του ανθρωπίνου γένους.

β. Ήδη από το πρώτο Ιδιόμελο του Εσπερινού υπάρχει η αναφορά στον «προαιώνιον γεωργὸν ἡμῶν Θεόν», την προπατορική αποστασία και την εκ του παραδείσου έξοδο, καθώς δεν υπήρξε η μετάνοια από μέρους των Πρωτοπλάστων. Πρόκειται για μία αναδρομή στα τρία πρώτα κεφάλαια της Γενέσεως[1]. Στο δεύτερο Ιδιόμελο, ἦχος α´, καλούνται οι χριστιανοί να ζήσουν τη δύναμη του μυστηρίου της Θείας Οικονομίας. Έτσι, ο άσωτος είναι ο πεπτωκώς άνθρωπος, ο οποίος με τη μετάνοια περιβάλλεται και πάλι με τη δόξα του Πανάγαθου Πατέρα, καθώς η παράθεση της τράπεζας με το μόσχο το σιτευτό παραβάλλεται το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, ο Μυστικός Δείπνος: «Ἐπιγνῶμεν ἀδελφοὶ τοῦ μυστηρίου τὴν δύναμιν· τὸν γὰρ ἐκ τῆς ἁμαρτίας, πρὸς τὴν πατρικὴν ἑστίαν, ἀναδραμόντα, Ἄσωτον υἱὸν ὁ πανάγαθος Πατήρ, προϋπαντήσας ἀσπάζεται, καὶ πάλιν τῆς οἰκείας δόξης χαρίζεται τὰ γνωρίσματα, καὶ μυστικὴν τοῖς ἄνω ἐπιτελεῖ εὐφροσύνην, θύων τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν, ἵνα ἡμεῖς ἀξίως πολιτευσώμεθα, τῷ τε θύσαντι φιλανθρώπῳ Πατρί, καὶ τῷ ἐνδόξῳ θύματι, τῷ Σωτῆρι τῶν ψυχῶν ἡμῶν».

γ. Η προπατορική παράβαση και οι μεταπατορικές αμαρτίες είναι η στέρηση της δόξας και της βασιλείας του Θεού, η πτωχεία, η αμεθεξία, η ακοινωνησία, η αμαύρωση του κατ᾽ εικόνα και η έκπτωση στην κατάσταση της αλογίας, η απομάκρυνση από τη δόξα του Θεού, η δουλεία[2] στους εμπαθείς και φθοροποιούς λογισμούς: «Τὸν πλοῦτον τὸν πατρῷον, ἐσκόρπισα δεινῶς, καὶ πενητεύσας, αἰσχύνης πεπλήρωμαι, δουλούμενος τοῖς ἀκάρποις λογισμοῖς· διό σοι βοῶ φιλάνθρωπε· Οἴκτειρόν με, σῶσον», Κανών α´, Ὠδὴ στ´ του Τριωδίου, τροπάριο β´, ἦχος β´, και «Φθοροποιοῖς λογισμοῖς, ὑπαχθεὶς ἠμαυρώθην, καὶ ἐκ σοῦ ἐμακρύνθην, ὅλως ἔξω ἐμαυτοῦ, γενόμενος Οἰκτίρμον· διὸ ἐν μετανοίᾳ, προσπίπτοντά σοι σῶσον», Κανών α´,  Ὠδὴ η´ του Τριωδίου, τροπάριο γ´,  ἦχος β´. Στην ανομία του ανθρώπου, καθώς κατέχεται ο νους του από τις αντίθεες δαιμονικές δυνάμεις, τους πονηρούς δαίμονες, η θεραπεία διενεργείται με το μυστήριο της κραταιάς παρέμβασης του Θεού, κατά το οποίο ο ίδιος ο Λόγος ἑκουσίως, δηλαδή, πραγματικά, κενούται, συγκαταβαίνει, κατέρχεται, «πτωχεύει», για να πλουτίσει με τη θεία δόξα και βασιλεία του και πάλι τον έρημο εν ακοινωνησία με το Θεό και τους συνανθρώπους του άνθρωπο, «δι᾽ ἡμᾶς καὶ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν»: «Στέναξον νῦν, ψυχή μου, παναθλία, καὶ ἀναβόησον Χριστῷ· Ὁ δι᾽ ἐμὲ ἑκουσίως πτωχεύσας Κύριε, πτωχεύσαντά με ἐκ πάσης ἀγαθοεργίας, καλῶν περιουσίᾳ, ὡς ἀγαθός καὶ πολύελεος, μόνος καταπλούτισον», Κανών α´, Ὠδὴ θ´ του Τριωδίου, τροπάριο γ´, ἦχος β´. Δεν πρόκειται για την απώλεια ενός μελλοντικού αγαθού αλλά για την ανάκληση στην προτέρα δόξα και βασιλεία, για μια νέα επανεκκίνηση της πορείας όλου του ανθρώπινου γένους, για την ενότητα της δημιουργίας του Θεού και πάλι πλημμυρισμένη από τη χάρη του: «Ἐσκόρπισα τὸν πλοῦτόν σου, ἐκδαπανήσας Κύριε, καὶ πονηροῖς δαιμονίοις καθυπετάγην ὁ τάλας· ἀλλὰ Σωτὴρ πανεύσπλαγχνε τὸν Ἄσωτον οἰκτείρησον, καὶ ῥυπωθέντα κάθαρον, τὴν πρώπην ἀποδιδούς μοι, στολὴν τῆς σῆς βασιλείας», Εξαποστειλάριο έτερο, ἦχος β´. Ο εκουσίως δωρούμενος ανακαινισμός από τον πτωχεύσαντα Λόγο του Θεού Πατρός, τον σαρκωθέντα και ενανθρωπήσαντα, είναι η διαρκής κλήση του ανθρώπου σε μετάνοια ἑκουσίως, γιατί η κόλαση και ο παράδεισος είναι πάντα θέμα του εθελότρεπτου νου του ανθρώπου, πάντα θέμα εκουσιότητος και προαιρέσεως, γιατί αυτή είναι η προίκα του ανθρώπου, ο λογισμός του[3], εμπαθής ή καθαρός, ενεργούμενος από τη χάρη του Θεού, ή αποστρεφόμενος τη χάρη του Θεού και εκπίπτων στην κατάσταση της αλογίας και της φθοράς: «Ἥν περ ποτέ, εἰργάσω εὐφροσύνην, τῇ τοῦ, Ἀσώτου Ἀγαθέ, ἐπιστροφῇ ἑκουσίῳ· ταύτην νῡν ποίησον καὶ ἐπ᾽ ἐμοὶ τῷ ἀθλίῳ προσεφαπλῶν μοι, τὰς σὰς σεπτὰς ἀγκάλας ἵνα σωθεὶς ὑμνολογῶ σου τὴν ἄκραν συγκατάβασιν», Κανών α´, Ὠδὴ θ´ του Τριωδίου, τροπάριο δ´, ἦχος β´.

δ. Πρέπει εν κατακλείδι να σημειώσουμε εκ νέου ότι η υμνολογία της Κυριακής του Ασώτου σε άκρα αντιστοιχία προς το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα συνιστά ένα προχειρισμό του Μυστικού Δείπνου και συγχρόνως είναι κλήση του ανθρώπου για συνεχή μετάνοια, ως αντίδοτο στην προπατορική αποστασία, ώστε να αξιωθεί ο άνθρωπος τη βασιλεία των ουρανών ως διαρκές γεγονός, δωρηθέν προς όλο το ανθρώπινο γένος υπό του συγκαταβάντος Λόγου του Θεού, χωρίς να εκβιάζεται ο άνθρωπος να αποδεχθεί την ευεργεσία, γιατί η ενανθρώπηση του Λόγου δεν αναιρεί την προαίρεση του ανθρώπου, την ελευθερία του, καθώς ο ενανθρωπήσας Λόγος δεν είναι κάποιο συλλογικό πρόσωπο αλλά ο εις της Αγίας Τριάδος που υποστασιάζει την ανθρώπινη φύση, τη δημιουργεί εκ νέου στη μήτρα της Θεοτόκου, την ενώνει ἑαυτῷ εξ άκρας συλλήψεως, όπως ερμηνεύει ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας, και δεν αφήνει στην απέξω κάποιον πτωχό, κανένα άνθρωπο. Γι᾽ αυτό η σωτηρία είναι κοινή δωρεά και θέμα φύσεως των λογικών όντων, τα οποία είναι προικισμένα με τη δυνατότητα, εκτός από τη δημιουργική και τη ζωοποιό ενέργεια όλων των κτιστών όντων, και με τη σοφοποιό και τη θεοποιό ενέργεια του Θεού ἀρχῆθεν. Γι᾽ αυτό μία θεώρηση του ανθρώπου ως μεταβατικής φύσης μιας ακτιβιστικής θεολογίας υπό τη συγκάλυψη του προσώπου, ήτοι της ολοκληρώσεως σε μία απροσδιόριστη εσχατολογία, είναι αποκτήνωση και έσχατος δαιμονισμός.

 

Β. Το Αποστολικό Ανάγνωσμα, προερχόμενο από την πρώτη Επιστολή Προς Κορινθίους, τίθεται ως εισαγωγή του Ευαγγελικού Αναγνώσματος, που αφορά κυρίως στους εξ Eθνών χριστιανούς της Κορίνθου, οι οποίοι προήρχοντο από ένα περιβάλλον μιας κοινωνίας όχι μόνο έκλυτου βίου αλλά και διαρχικών και γνωστικών αντιλήψεων, σύμφωνα με τις οποίες υπάρχει για τον άνθρωπο όχι απλώς οξεία αντίθεση σώματος και πνεύματος, υλικού και πνευματικού στοιχείου, αλλά και ότι μόνο το πνευματικό στοιχείο είναι αθάνατο, ότι το σώμα είναι φυλακή της ψυχής, από την οποία πρέπει να ελευθερωθεί. Ο Απόστολος Παύλος θέτει ως κέντρο την Ανάσταση (έγερση) του Χριστού και εξ αυτού του σωτηρίου γεγονότος την ανάσταση του κάθε ανθρώπου ως μιας οντότητος, σώματος και πνεύματος, γιατί, κατά το λόγο της δημιουργίας και του εν Χριστώ ανακαινισμού, αμφότερα ανήκουν στο Θεό. Ουσιαστικά πρόκειται για αναίρεση τόσο του αρχαιοελληνικού κοσμοειδώλου και της ανθρώπινης αυτάρκειας ιδιασμού, αλλά και έτι πλέον, για τη χορηγία αντίδοτου, την ενοίκηση του Αγίου Πνεύματος.

 

Γ. Το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα είναι η πολύ γνωστή περικοπή της παραβολής του Ασώτου, η οποία κείται στο δέκατο πέμπτο κεφάλαιο του Κατά Λουκάν Ευαγγελίου. Στην αρχή του κεφαλαίου ο Απόστολος Λουκάς μάς πληροφορεί ότι πλησίαζαν να ακούσουν το Χριστό «πάντες οἱ τελῶναι καὶ οἱ ἁμαρτωλοί», ενώ οι Φαρισαίοι και οι γραμματείς τον κατηγορούσαν ότι δεχόταν με χαρά τους αμαρτωλούς και συνέτρωγε με αυτούς. Πριν την παραβολή του Ασώτου είπε ο Χριστός το παράδειγμα για την αναζήτηση από το βοσκό του ενός χαμένου από τα εκατό πρόβατα και την αναζήτηση και τη χαρά της εύρεσης της μιας χαμένης δραχμής από μια γυναίκα που είχε δέκα. Μετά την παραβολή του Ασώτου το δέκατο έκτο κεφάλαιο συνεχίζει με την παραβολή του κακού οικονόμου και κλείνει η ενότητα με τον έλεγχο των Φαρισαίων, που θεωρούσαν τον εαυτό τους κατά πάντα δίκαιο, δηλαδή συμπεριφέρονταν ως τιμητές και φύλακες του Μωσαϊκού Νόμου περιφρονώντας τους άλλους ανθρώπους: «Ὑμεῖς ἐστε οἱ δικαιοῦντες ἑαυτοὺς ἐνώπιον τῶν ἀνθρώπων, ὁ δὲ Θεὸς γινώσκει τὰς καρδίας ὑμῶν· ὅτι τὸ ἐν ἀνθρώποις ὑψηλὸν βδέλυγμα ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. 16 Ὁ νόμος καὶ οἱ προφῆται ἕως Ἰωάννου· ἀπὸ τότε ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ εὐαγγελίζεται καὶ πᾶς εἰς αὐτὴν βιάζεται» (Λουκ. ιστ´, 15-16). Ο Χριστός τους απαντά, επομένως, ότι είναι ο εξαγγελθείς από το Νόμο και τους Προφήτες βασιλεύς, ο οποίος ανακεφαλαιώνει το Νόμο και ευαγγελίζεται τη βασιλεία του Θεού για τον κάθε άνθρωπο και όχι μόνο για τον Ισραήλ κατά την ιουδαϊκή αποκλειστικότητα ήδη από του νῦν, γιατί Αυτός είναι ο παλαιός και ο των εσχάτων ημερών. Εξάλλου, ο διαγογγυσμός των Φαρισαίων είναι μία έμμεση διαμαρτυρία εναντίον του Χριστού ότι κήρυττε στον ὄχλο, καθώς πολλοί ήσαν εθνικοί, ή δοτοί στη Ρωμαϊκή εξουσία, όπως οι τελώνες, αμαρτωλοί κατά την αντίληψη των Φαρισαίων και των γραμματέων της αποκλειστικότητος του αληθινού Θεού ως του Θεού μόνο του Ισραήλ και όχι όλων των Εθνών. Αυτή η εκδοχή δικαιολογείται με τον καταληκτικό λόγο του Χριστού: «Ὁ νόμος καὶ οἱ προφῆται ἕως Ἰωάννου· ἀπὸ τότε ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ εὐαγγελίζεται καὶ πᾶς εἰς αὐτὴν βιάζεται». Με αυτήν την ερμηνευτική προοπτική οι δύο υιοί της παραβολής μπορεί να αντιπροσωπεύουν τα Έθνη ο νεότερος και τον Ισραήλ ο πρεσβύτερος, ο οποίος δεν μπορεί να ανεχθεί το βασιλέα του και Θεό του ως Πατέρα όλης της ανθρωπότητας, και, μάλιστα, τα αμαρτωλά έθνη να τυγχάνουν κατ᾽ αυτόν μεγαλύτερης ευφροσύνης από τον Ισραήλ, που ήταν ο περιούσιος λαός του Νόμου και των Προφητών. Προς μία τέτοια ερμηνευτική προσέγγιση συντείνει η υμνολογία της εορτής, η οποία αποτελεί συμπερασμό μιας μακράς ερμηνευτικής κηρυγματικής και νηπτικής κατάληξης για την αναγωγή της παραβολής στην προπατορική αποστασία και τη μεταπατορική περίοδο κατοχής του ανθρώπου από τα φθοροποιά πάθη, οπότε με το μυστήριο της Θείας Οικονομίας του Υιού και Λόγου του Θεού από κτίσεως κόσμου και εις τους αιώνας των αιώνων αίρεται κάθε αποκλειστικότητα υπό τον ευαγγελισμό και προχειρισμό του Μυστικού Δείπνου και της κλήσεως σε μετάνοια προς εκκλησιασμό των πάντων κατά τη δεκτικότητα εκάστου.

 

Αποστολικό Ανάγνωσμα:  Α´ Κορινθ. στ´, 12-20: «12 Πάντα μοι ἔξεστιν, ἀλλ᾿ οὐ πάντα συμφέρει· πάντα μοι ἔξεστιν, ἀλλ᾿ οὐκ ἐγὼ ἐξουσιασθήσομαι ὑπό τινος. 13 τὰ βρώματα τῇ κοιλίᾳ καὶ ἡ κοιλία τοῖς βρώμασιν· ὁ δὲ Θεὸς καὶ ταύτην καὶ ταῦτα καταργήσει. τὸ δὲ σῶμα οὐ τῇ πορνείᾳ, ἀλλὰ τῷ Κυρίῳ, καὶ ὁ Κύριος τῷ σώματι· 14 ὁ δὲ Θεὸς καὶ τὸν Κύριον ἤγειρε καὶ ἡμᾶς ἐξεγερεῖ διὰ τῆς δυνάμεως αὐτοῦ. 15 οὐκ οἴδατε ὅτι τὰ σώματα ὑμῶν μέλη Χριστοῦ ἐστιν; ἄρα οὖν τὰ μέλη τοῦ Χριστοῦ ποιήσω πόρνης μέλη; μὴ γένοιτο. 16 ἢ οὐκ οἴδατε ὅτι ὁ κολλώμενος τῇ πόρνῃ ἓν σῶμά ἐστιν; ἔσονται γάρ, φησίν, οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν· 17 ὁ δὲ κολλώμενος τῷ Κυρίῳ ἓν πνεῦμά ἐστι. 18 φεύγετε τὴν πορνείαν. πᾶν ἁμάρτημα ὃ ἐὰν ποιήσῃ ἄνθρωπος ἐκτὸς τοῦ σώματός ἐστιν, ὁ δὲ πορνεύων εἰς τὸ ἴδιον σῶμα ἁμαρτάνει. 19 ἢ οὐκ οἴδατε ὅτι τὸ σῶμα ὑμῶν ναὸς τοῦ ἐν ὑμῖν ῾Αγίου Πνεύματός ἐστιν, οὗ ἔχετε ἀπὸ Θεοῦ, καὶ οὐκ ἐστὲ ἑαυτῶν; 20 ἠγοράσθητε γὰρ τιμῆς· δοξάσατε δὴ τὸν Θεὸν ἐν τῷ σώματι ὑμῶν καὶ ἐν τῷ πνεύματι ὑμῶν, ἅτινά ἐστι τοῦ Θεοῦ».

 

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα:  Λουκ. ιε´, 11-32: «11 Εἶπε δέ· Ἄνθρωπός τις εἶχε δύο υἱούς. 12 καὶ εἶπεν ὁ νεώτερος αὐτῶν τῷ πατρί· πάτερ, δός μοι τὸ ἐπιβάλλον μέρος τῆς οὐσίας. καὶ διεῖλεν αὐτοῖς τὸν βίον. 13 καὶ μετ᾽ οὐ πολλὰς ἡμέρας συναγαγὼν ἅπαντα ὁ νεώτερος υἱὸς ἀπεδήμησεν εἰς χώραν μακράν, καὶ ἐκεῖ διεσκόρπισεν τὴν οὐσίαν αὐτοῦ ζῶν ἀσώτως. 14 δαπανήσαντος δὲ αὐτοῦ πάντα ἐγένετο λιμὸς ἰσχυρὰ κατὰ τὴν χώραν ἐκείνην, καὶ αὐτὸς ἤρξατο ὑστερεῖσθαι. 15 καὶ πορευθεὶς ἐκολλήθη ἑνὶ τῶν πολιτῶν τῆς χώρας ἐκείνης, καὶ ἔπεμψεν αὐτὸν εἰς τοὺς ἀγροὺς αὐτοῦ βόσκειν χοίρους· 16 καὶ ἐπεθύμει γεμίσαι τὴν κοιλίαν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν κερατίων ὧν ἤσθιον οἱ χοῖροι, καὶ οὐδεὶς ἐδίδου αὐτῷ. 17 εἰς ἑαυτὸν δὲ ἐλθὼν εἶπε· πόσοι μίσθιοι τοῦ πατρός μου περισσεύουσιν ἄρτων, ἐγὼ δὲ λιμῷ ὧδε ἀπόλλυμαι! 18 ἀναστὰς πορεύσομαι πρὸς τὸν πατέρα μου καὶ ἐρῶ αὐτῷ· πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου· 19 οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου· ποίησόν με ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου. 20 καὶ ἀναστὰς ἦλθε πρὸς τὸν πατέρα ἑαυτοῦ. ἔτι δὲ αὐτοῦ μακρὰν ἀπέχοντος εἶδεν αὐτὸν ὁ πατὴρ αὐτοῦ καὶ ἐσπλαγχνίσθη, καὶ δραμὼν ἐπέπεσεν ἐπὶ τὸν τράχηλον αὐτοῦ καὶ κατεφίλησεν αὐτόν. 21 εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ υἱός· πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου, καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου. 22 εἶπε δὲ ὁ πατὴρ πρὸς τοὺς δούλους αὐτοῦ· ἐξενέγκατε τὴν στολὴν τὴν πρώτην καὶ ἐνδύσατε αὐτόν, καὶ δότε δακτύλιον εἰς τὴν χεῖρα αὐτοῦ καὶ ὑποδήματα εἰς τοὺς πόδας, 23 καὶ ἐνέγκαντες τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν θύσατε, καὶ φαγόντες εὐφρανθῶμεν, 24 ὅτι οὗτος ὁ υἱός μου νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησεν, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη. καὶ ἤρξαντο εὐφραίνεσθαι. 25 Ἦν δὲ ὁ υἱὸς αὐτοῦ ὁ πρεσβύτερος ἐν ἀγρῷ· καὶ ὡς ἐρχόμενος ἤγγισε τῇ οἰκίᾳ, ἤκουσε συμφωνίας καὶ χορῶν, 26 καὶ προσκαλεσάμενος ἕνα τῶν παίδων ἐπυνθάνετο τί εἴη ταῦτα. 27 ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ ὅτι ὁ ἀδελφός σου ἥκει, καὶ ἔθυσεν ὁ πατήρ σου τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν, ὅτι ὑγιαίνοντα αὐτὸν ἀπέλαβεν. 28 ὠργίσθη δὲ καὶ οὐκ ἤθελεν εἰσελθεῖν. ὁ οὖν πατὴρ αὐτοῦ ἐξελθὼν παρεκάλει αὐτόν. 29 ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπε τῷ πατρὶ· ἰδοὺ τοσαῦτα ἔτη δουλεύω σοι καὶ οὐδέποτε ἐντολήν σου παρῆλθον, καὶ ἐμοὶ οὐδέποτε ἔδωκας ἔριφον ἵνα μετὰ τῶν φίλων μου εὐφρανθῶ· 30 ὅτε δὲ ὁ υἱός σου οὗτος, ὁ καταφαγών σου τὸν βίον μετὰ πορνῶν, ἦλθεν, ἔθυσας αὐτῷ τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν. 31 ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ· τέκνον, σὺ πάντοτε μετ᾽ ἐμοῦ εἶ, καὶ πάντα τὰ ἐμὰ σά ἐστιν· 32 εὐφρανθῆναι δὲ καὶ χαρῆναι ἔδει, ὅτι ὁ ἀδελφός σου οὗτος νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη».



[1]. «Εἰς ἀναμάρτητον χώραν, καὶ ζωηράν, ἐπιστεύθην, γεωσπορήσας τὴν ἁμαρτίαν, τῇ δρεπάνῃ ἐθέρισα, τοὺς στάχυας τῆς ἀμελείας, καὶ δραγμάτων ἐστοίβασα, πράξεών μου τὰς θημωνίας, ἃς καὶ κατέστρωσα οὐχ ἅλωνι τῆς μετανοίας. Ἀλλ᾽ αἰτῶ σε, τὸν προαιώνιον γεωργὸν ἡμῶν Θεόν, τῷ ἀνέμῳ τῆς σῆς φιλευσπλαγχνίας ἀπολίκμισον τὸ ἄχυρον τῶν ἔργων μου καὶ σιτάρχησον τῇ ψυχῇ μου τὴν ἄφεσιν, εἰς τὴν οὐράνιόν σου συγκλείων με ἀποθήκην καὶ σῶσόν με», Ιδιόμελο α´  του Τριωδίου, ἦχος α´.

[2]. «Ἀπὸ τῶν σῶν ἐντολῶν μακρυνθεὶς ἐδουλώθην παναθλίως τῷ πλάνῳ, ἐπιστρέφοντα δὲ νῦν, τὸν Ἄσωτον ὡς πάλαι, προσπίπτοντά σοι δέξαι, ἐπουράνιε Πάτερ», Κανών α´, Ὠδὴ η´ του Τριωδίου, τροπάριο β´, ἦχος β´.

[3]. «Πάτερ ἀγαθέ, ἐμακρύνθην ἀπὸ σοῦ μὴ ἐγκαταλίπῃς με, μηδὲ ἀχρεῖον δείξῃς τῆς βασιλείας σου· ὁ ἐχθρὸς ὁ παμπόνηρος ἐγύμνωσέ με, καὶ ᾖρέ μου τὸν πλοῦτον· τῆς ψυχῆς τὰ χαρίσματα ἀσώτως διεσκόρπισα, ἀναστὰς οὖν, ἐπιστρέψας πρὸς σὲ ἐκβοῶ· Ποίησόν με ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου, ὁ δι᾽ ἐμὲ ἐν Σταυρῷ τὰς ἀχράντους σου χεῖρας ἁπλώσας, ἵνα τοῦ δεινοῦ θηρὸς ἀφαρπάσῃς με, καὶ τὴν πρώτην καταστολὴν ἐπενδύσῃς με, ὡς μόνος πολυέλεος», Στιχηρό Ιδιόμελο δ´ του Τριωδίου, ἦχος πλ. β´.

Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2026

 

 

 Ἡ Ὑπαπαντὴ τοῦ Κυρίου, καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, 2 Φεβρουαρίου 2026, (2/2/2019), (Αριθμ. 67Β1)

Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ.


Α. 1. α. Στο Τυπικὸν τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας η εορτή τιτλοφορείται ως εξής: «Ἀπάντησις τοῦ μεγάλου Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὅτε ἐδέξατο αὐτὸν ὁ δίκαιος Συμεὼν ἐν ταῖς ἀγκάλαις», και επιπλέον σημειώνεται ότι «Ἡ δὲ τοιαύτη σύναξις τελεῖται ἐν τῷ σεβασμίῳ οἴκῳ τῆς ἀχράντου Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας τῷ ὄντι ἐν Βλαχέρναις». Παρακολουθώντας το προαναφερθέν Τυπικόν, όπως και το Συναξάριον Κωνσταντινουπόλεως, το έργο Περὶ τῆς βασιλείου τάξεως και τα αυτοκρατορικά Μηνολόγια μπορούμε να συναγάγουμε ότι οι εκκλησίες της Παναγίας των Χαλκοπρατείων και των Βλαχερνών ήταν οι πιο επίσημες εκκλησίες για τις εορτές της Θεοτόκου, θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι πατριαρχικοί ναοί, καθώς συνδέονται με λιτές, δηλαδή λιτανείες που ξεκινούσαν από τη Μεγάλη Εκκλησία, δηλαδή την Αγία Σοφία, και με κληρικούς που εναλλάσσονταν, ενώ στις τελούμενες εορτές ήταν παρόντες οπωσδήποτε ο Πατριάρχης και ο αυτοκράτορας. Μία ακόμη εκκλησία που συνδεόταν με το Μεγάλο Παλάτιο κοντά στην Αγία Σοφία και ανατολικά της ήταν το μοναστήρι της Παναγίας της Οδηγήτριας με την περίφημη εικόνα της Παναγίας της Οδηγήτριας, η οποία λιτανευόταν από τους μοναχούς κάθε Τρίτη μέσα στο Μεγάλο Παλάτιο, καθώς ολόκληρη η αυτοκρατορία είχε τεθεί υπό την προστασία της Θεοτόκου, της Υπερμάχου Στρατηγού.

β. Μελετώντας τη διάταξη της εορτής μπορούμε να πούμε ότι είναι ίσως η πλέον πολυσύνθετη εορτή της Παναγίας, ίσως και μοναδική, γιατί ετελείτο συγχρόνως στους τρεις πατριαρχικούς ναούς καταλήγοντας σε μία Θεία Λειτουργία στις Βλαχέρνες ως εξής: Την παραμονή ο Πατριάρχης κατείρχετο στην Παναγία των Χαλκοπρατείων για τον εσπερινό, ενώ ο όρθος γινόταν πάλι εκεί με τον Πατριάρχη στον άμβωνα, ενώ ετελείτο και όρθρος στον νάρθηκα της Αγίας Σοφίας εν αναμονή της ελεύσεως του αυτοκράτορα. Μετά ο Πατριάρχης «εἰς οἷον θέλει ἀντίφωνον κατέρχεται καὶ εἰσέρχεται ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ», και μάλιστα διά της πλαγίας θύρας, ώστε να απαντήσει τον αυτοκράτορα, για να ασπασθεί αυτός το Σταυρό και το Ευαγγέλιο, ο οποίος αυτοκράτορας με λαμπάδα ετίθετο επικεφαλής της λιτανείας μέσω του Φόρου, προφανώς του Αγίου Κωνσταντίνου, η οποία λιτανεία κατέληγε στην Παναγία των Βλαχερνών, όπου είχαν κατατεθεί αρχικά όλα τα καταπιστεύματα της Παναγίας, ενώ στο παρεκκλήσιο του Αγίου Ιακώβου του Αδελφοθέου των Χαλκοπρατείων ήταν όλα τα καταπιστεύματα των Θεοπατόρων και το Λείψανο του Αγίου Συμεώνος του Θεοδόχου, του οποίου η σύναξη εορταζόταν την επομένη εκεί. Στις Βλαχέρνες η ακολουθία συνεχιζόταν με τον Τρισάγιο και το Προκείμενο «Μεγαλύνει ἡ ψυχή μου τὸν Κύριον...» και τα υπόλοιπα της Θείας Λειτουργίας, γι᾽ αυτό σημειώνεται στο Τυπικὸν «καὶ ἐν Βλαχέρναις δοξάζουσιν».

γ. H εορτή της Υπαπαντής του Κυρίου έρχεται ως συνέχεια της εορτής της Περιτομής, τριάντα τρεις ημέρες μετά από αυτήν και σαράντα μέρες από τη Γέννηση, όπως μας πληροφορεί ο Ευαγγελιστής Λουκάς στην Ευαγγελική περικοπή λέγοντας ότι το γεγονός συνέβηκε, όταν πλησίασαν οι ημέρες «τοῦ καθαρισμοῦ αὐτῶν κατὰ τὸν νόμον Μωϋσέως», και μετέφεραν ο Ιωσήφ και η Θεοτόκος στα Ιεροσόλυμα τον τεσσαρακονθήμερο Χριστό, για να τον παρουσιάσουν στο Ναό. Το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα βρίσκεται σε πλήρη αντιστοιχία προς το Α´ Προφητικό Ανάγνωσμα του Εσπερινού, το οποίο προέρχεται κυρίως από τα κεφάλαια δώδεκα και δεκατρία του βιβλίου της Εξόδου. Ο αγιασμός των πρωτογενών πρωτοτόκων του Ισραήλ γινόταν εις ανάμνηση της εξαγωγής του Ισραήλ από την Αίγυπτο, ως ἀπόδομα έναντι της θανατώσεως των πρωτοτόκων των ασεβών Αιγυπτίων, με το διακριτικό σημείο της περιτομής και τις τριάντα τρεις ημέρες της καθάρσεως βρέφους και μητρός, ώστε να προσφερθεί θυσία καθαρά με ὁλοκαύτωμα, «ζεῦγος τρυγόνων ἢ δύο νεοσσοὺς περιστερῶν», μία παραστατική εξήγηση για τον παλαιό και το νέο Ισραήλ. Και θέλω να επισημάνω εδώ ότι, ενώ ο σύγχρονος κόσμος είναι πλήρης ειδωλικών παραστάσεων και ιδίως με την τεχνητή νοημοσύνη, συγχρόνως σκληρόκαρδος, απάνθρωπος, άθεος, ή ακόμη και θρησκευτικά ειδωλικός και πλήρης υποκρισίας, σκανδαλίζεται τάχα και βάλλεται εξ αυτού η Εκκλησία, γιατί στην Αγία Γραφή και τα φιλοκαλικά κείμενα χρησιμοποιείται ο παραβολικός λόγος και εικόνες- φυσικά σύμβολα- ως παραστατικός τρόπος περιγραφής είτε γεγονότων, είτε χαρακτηριστικών συμπεριφορών των ανθρώπων.

2. Όπως στην περίπτωση της περιτομής η όγδοη ημέρα φέρεται ως τύπος και εξεικονισμός της μέλλουσας άληκτης ζωής, αλλά και αρχή της νέας ζωής της χάριτος της ένσαρκης επιφανείας του Λόγου, έτσι και το γεγονός της Υπαπαντής με την εκπλήρωση των διατάξεων του Νόμου κατά τη διερμηνεία της βουλής του Θεού υπό του Μωϋσέως, σύμφωνα με το πρώτο Προφητικό Ανάγνωσμα και την καταγραφή του Ευαγγελιστή Λουκά, και την υπάντηση του Αγίου και Δικαίου Συμεώνος, τίθεται στο κέντρο των θεοφανικών γεγονότων του ενός και του αυτού δρώντος Λόγου, ασάρκως και ενσάρκως, ενώ προκαταγγέλλεται η σωτηρία όλου του ανθρώπινου γένους, ως Χριστωνύμου λαού: «Ὁ τοῖς Χερουβὶμ ἐποχούμενος, καὶ ὑμνούμενος ὑπὸ τῶν Σεραφίμ, σήμερον τῷ θείῳ Ἱερῷ κατὰ νόμον προσφερόμενος, πρεσβυτικαῖς ἐνθρονίζεται ἀγκάλαις, καὶ ὑπὸ Ἰωσὴφ εἰσδέχεται δῶρα θεοπρεπῶς, ὡς ζεῦγος τρυγόνων τὴν ἀμίαντον Ἐκκλησίαν, καὶ τῶν ἐθνῶν τὸν νεόλεκτον λαόν, περιστερῶν δὲ δύο νεοσσούς, ὡς ἀρχηγὸς Παλαιᾶς τε καὶ Καινῆς. Τοῦ πρὸς αὐτὸν χρησμοῦ δὲ Συμεών, τὸ πέρας δεξάμενος, εὐλογῶν τὴν Παρθένον, Θεοτόκον Μαρίαν, τὰ τοῦ πάθους σύμβολα τοῦ ἐξ αὐτῆς προηγόρευσε, καὶ παρ᾽ αὐτοῦ ἐξαιτεῖται τὴν ἀπόλυσιν βοῶν· Νῦν ἀπολύεις με Δέσποτα, καθὼς προεπηγγείλω μοι, ὅτι εἶδόν σε τὸ προαιώνιον φῶς, καὶ Σωτῆρα Κύριον τοῦ Χριστωνύμου λαοῦ», Δοξαστικό μετά τα Στιχηρά Ιδιόμελα, ήχος πλ. δ´ (Αγίου Ανδρέα Κρήτης). Εξάλλου, ο ύμνος του Συμεώνος «29 Νῦν ἀπολύεις τὸν δοῦλόν σου, δέσποτα, κατὰ τὸ ῥῆμά σου ἐν εἰρήνῃ, 30 ὅτι εἶδον οἱ ὀφθαλμοί μου τὸ σωτήριόν σου, 31 ὃ ἡτοίμασας κατὰ πρόσωπον πάντων τῶν λαῶν. 32 φῶς εἰς ἀποκάλυψιν ἐθνῶν καὶ δόξαν λαοῦ σου Ἰσραήλ», με την αναφορά στο σωτήριο γεγονός εξίσου στα Έθνη και τον Ισραήλ επεξηγείται με την συμπερίληψη και των κεκοιμημένων, για τους οποίους ο Θεόπτης Συμεών παρακαλεί την απόλυση από τον παρόντα βίο, για να φέρει την πληροφορία της Ενανθρωπήσεως και στους εν Άδη: γ´ Στιχηρό Ιδιόμελο στο Στίχο: Φῶς εἰς ἀποκάλυψιν ἐθνῶν, καὶ δόξαν λαοῦ σου Ἰσραήλ./ «Τὸν ὀχούμενον ἐν ἅρμασι Χερουβίμ, καὶ ὑμνούμενον ἐν ᾄσματι Σεραφίμ, φέρουσα ἐν ἀγκάλαις ἡ Θεοτόκος Μαρία, ἀπειρογάμως ἐξ αὐτῆς σαρκωθέντα, τὸν Νομοδότην νόμου, πληροῦντα νόμου τάξιν, ἐδίδου χερσὶ πρεσβύτου ἱερέως· ζωὴν δὲ φέρων, ζωῆς ᾐτεῖτο λύσιν, λέγων· Δέσποτα, νῦν ἀπόλυσόν με, μηνῦσαι τῷ Ἀδάμ, ὡς εἶδον ἄτρεπτον βρέφος, Θεὸν προαιώνιον, καὶ Σωτῆρα τοῦ κόσμου».

3. α. Το δεύτερο Προφητικό Ανάγνωσμα από το βιβλίο του Ησαΐα, αντιστοιχεί στο Αποστολικό Ανάγνωσμα, το οποίο έχει ευχαριστιακό περιεχόμενο. Στο όραμα του Ησαΐα ένα των Σεραφίμ λαμβάνει από το άνω θυσιαστήριο άνθρακα με λαβίδα, που την φέρει στα χείλη του Προφήτη, προς τον οποίο λέγει: «Ἰδού, ἥψατο τοῦτο τῶν χειλέων σου καὶ ἀφελεῖ τὰς ἀνομίας σου, καὶ τὰς ἁμαρτίας σου περικαθαριεῖ». («Εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καὶ ζωὴν τὴν αἰώνιον» κοινωνούμε και οι χριστιανοί του σώματος και του αίματος του Χριστού). Στην ερμηνευτική της Εκκλησίας άνθρακας είναι τύπος, εξαγγελία, του Χριστού στη Θεία Ευχαριστία, ο οποίος είναι θύτης και θύμα, προσφέρων και προσφερόμενος και δεχόμενος την αναίμακτο θυσία μετά του Πατρός και του Αγίου Πνεύματος, προσάγοντας στον ένα Μυστικό Δείπνο παλαιό και νέο Ισραήλ με την ενοποίηση των αξιωμάτων του Ισραήλ, και όντας ιερεύς κατά την τάξη του αγενεαλόγητου Μελχισεδέκ, ο οποίος δεν ήταν ενταγμένος στη λευιτική ιερατική φυλή. Ο Μελχισεδέκ είναι, επίσης, τύπος του Χριστού, γιατί η ιεροσύνη που χαρίζει στην Εκκλησία ο Χριστός, μετατίθεται, απλώνεται, από τον Ισραήλ προς κάθε άνθρωπο ως κλήση, που καλείται, δηλαδή, να εισέλθει στην ακατάλυτη ζωή του Χριστού, να επανεύρει την οδό της σωτηρίας ως δωρεάς στο ευχαριστιακό δείπνο. Εξάλλου, η μετάθεση της ιεροσύνης πραγματοποιείται από το Χριστό, ο οποίος διενεργεί και τη μετάθεση του Νόμου, καθώς ο ίδιος κατά σάρκα προέρχεται από τη φυλή του Ιούδα, «εἰς ἣν φυλὴν οὐδὲν περὶ ἱερωσύνης Μωϋσῆς ἐλάλησε».

β. Το γεγονός της Υπαπαντής με τον ευχαριστιακό εξαγγελτικό χαρακτήρα του οράματος του Ησαΐα καταγράφεται στον αξεπέραστο Κανόνα της εορτής από τον Άγιο Κοσμά, ιδίως στον Εἱρμό και τα τροπάρια της ε´  Ὠδῆς, ἦχος γ´,  όπου συνδυάζεται το δεύτερο Προφητικό Ανάγνωσμα του Εσπερινού εκ του Ησαΐα με το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα της ημέρας σε μία ενότητα προφητικής και ευαγγελικής θεοπτίας και φωτοείδειας: «Ὡς εἶδεν Ἡσαΐας συμβολικῶς, ἐν θρόνῳ ἐπηρμένῳ Θεόν, ὑπ᾽ Ἀγγέλων δόξης δορυφορούμενον, ὦ τάλας! ἐβόα, ἐγώ· πρὸ γὰρ εἶδον σωματούμενον Θεόν, φωτὸς ἀνεσπέρου, καὶ εἰρήνης δεσπόζοντα»./ Συνεὶς ὁ θεῖος Πρέσβυς, τὴν προφανεῖσαν, πάλαι τῷ Προφήτῃ δόξαν, χερσὶ Λόγον βλέπων Μητρὸς κρατούμενον, ᾧ χαίροις, ἐβόα Σεμνή· ὡς γὰρ θρόνος περιέχεις τόν Θεόν, φωτὸς ἀνεσπέρου, καὶ εἰρήνης δεσπόζοντα./ Προκύψας ὁ Πρεσβύτης, καὶ τῶν ἰχνῶν ἐνθέως ἐφαψάμενος, τῆς ἀπειρογάμου καὶ Θεομήτορος, πῦρ, ἔφη, βαστάζεις Ἁγνή, βρέφος φρίττω ἀγκαλίσασθαι Θεόν, φωτός ἀνεσπέρου, καὶ εἰρήνης δεσπόζοντα./ Ῥύπτεται Ἡσαΐας, τοῦ Σεραφὶμ τὸν ἄνθρακα δεξάμενος,Πρέσβυς ἐβόα τῇ Θεομήτορι· σὺ ὥσπερ λαβίδι χερσὶ λαμπρύνεις με, ἐπιδοῦσα ὃν φέρεις, φωτὸς ἀνεσπέρου, καὶ εἰρήνης δεσπόζοντα».

γ. Το τρίτο Προφητικό Ανάγνωσμα αποτελεί την εξαγγελία της φυγής στην Αίγυπτο, το οποίο συνδυαζόμενο με το σκοπό της Ενανθρωπήσεως του Λόγου, που είναι ο ανακαινισμός πάσης της ανθρώπινης φύσεως, όπως καταδεικνύεται από τα δύο πρώτα Αναγνώσματα και την υμνολογία της εορτής, αποτελεί ένα προχειρισμό για την αρχή της εκδιπλώσεως του μυστηρίου της ένσαρκης Οικονομίας του Λόγου, καθώς τούτο αφορά σε κάθε άνθρωπο.

δ. Σημειώνεται εκ νέου, όπως και στην περίπτωση της εορτής της Εισόδου της Θεοτόκου στο Ναό, ότι μία ακριβής μελέτη και ευρεία αντιστοίχηση των προφητικών εξαγγελιών, των Ψαλμών, της Πεντατεύχου με τα Ευαγγελικά γεγονότα είναι τελείως απαραίτητη, πριν ακρίτως αποδοθούν λεπτομέρειες της υμνολογίας και της αγιογραφίας σε παραπομπές εκ των Αποκρύφων. Εξάλλου, αυτό συνάδει και με τις παραπομπές στις Παλαιοδιαθηκικές καταγραφές από τους Ευαγγελιστές και τους Αποστόλους κατά σύνθεση και όχι κατά σειρά, πράγμα που οδηγεί σε μία ενοποιητική θέαση της αποκαλύψεως του Θεού στην ιστορία του Ισραήλ.

 

Β. 1. Ανεξάρτητα από τις λεπτομέρειες για την εμφάνιση και λειτουργική ανάπτυξη της εορτής της Υπαπαντής το βέβαιο είναι ότι η έμφαση δόθηκε μετά τις εμηνευτικές διατυπώσεις των Οικουμενικών Συνόδων Γ´ και Δ´  και με κατάληξη την Ζ´ Οικουμενική Σύνοδο, που αποτελεί το επιστέγασμα της παραδοχής της δυνατότητος εξεικονισμού του ενανθρωπήσαντος Λόγου, εφόσον είναι και τέλειος κατά την ανθρωπότητα. Η υμνολογία της εορτής προέρχεται από μία μακροχρόνια ερμηνευτική καταγραφή του συνόλου της Αγίας Γραφής με τις Προφητικές προτυπώσεις και παραδοχές περί του λαλήσαντος στους Πατριάρχες, το Μωϋσή και τους Προφήτες Λόγου, του αυτού και συγκαταβάντος, Ενανθρωπήσαντος και ανακεφαλαιώσαντος πάσαν την προς ημάς Οικονομία, αεί δε παρόντος Πνευματικώς: «Ἐν νόμῳ, σκιᾷ καὶ γράμματι, τύπον κατίδωμεν οἱ πιστοί, πᾶν ἄρσεν τὸ τὴν μήτραν διανοῖγον, ἅγιον Θεῷ· διὸ πρωτότοκον Λόγον, Πατρὸς ἀνάρχου Υἱόν, πρωτοτοκούμενον Μητρί, ἀπειράνδρῳ, μεγαλύνομεν». Η παρουσία εξαιρέτως της Θεοτόκου, του Δικαίου Συμεώνος και της Προφήτιδος Άννας κατά την ιδιαίτερη διακονία εκάστου πιστοποιεί το γεγονός ότι ο Θεός Λόγος ενηνθρώπησε πραγματικά και όχι φανταστικά: «Νηπιάζει δι᾽ ἐμέ,Παλαιὸς τῶν ἡμερῶν, καθαρσίων κοινωνεῖ, ὁ καθαρώτατος Θεός, ἵνα τὴν σάρκα πιστώσῃ μου, τὴν ἐκ Παρθένου. Καὶ ταῦτα Συμεὼν μυσταγωγούμενος, ἐπέγνω τὸν αὐτόν, Θεὸν φανέντα σαρκί, καὶ ὡς ζωὴν ἠσπάζετο, καὶ χαίρων, πρεσβυτικῶς ἀνεκραύγαζεν· Ἀπόλυσόν με· σὲ γὰρ κατεῖδον, τὴν ζωὴν τῶν ἁπάντων», Κάθισμα μετά τον Πολυέλεον, ἦχος δ´. Ο θεόπτης Συμεών εν Αγίω Πνεύματι και η Προφήτις Άννα, δύο σεβάσμιοι γέροντες, είναι οι αυτόπτες μάρτυρες και κήρυκες του σωματωθέντος Λόγου, καθώς μ᾽ αυτούς εξαγγέλλεται ο Σταυρός και η Ανάσταση: «Σήμερον Συμεὼν ὁ πρεσβύτης, ἐν τῷ Ναῷ εἰσέρχεται, χαίρων τῷ πνεύματι τὸν Νομοδότην Μωσέως, καὶ πληρωτὴν τοῦ νόμου, ἀγκάλαις εἰσδέξασθαι· ἐκεῖνος μέν, διὰ γνόφου καὶ φωνῆς ἀμυδρᾶς, θεόπτης ἠξίωτο, καὶ κεκαλυμμένῳ προσώπῳ τῶν Ἑβραίων τὰς ἀπίστους καρδίας διήλεγξεν, οὗτος δέ, τὸν προαιώνιον Λόγον τοῦ Πατρός, σωματωθέντα ἐβάστασε, καὶ τῶν Ἐθνῶν ἀπεκάλυψε τὸ φῶς, τὸν Σταυρὸν καὶ τὴν Ἀνάστασιν. Καὶ Ἄννα Προφῆτις ἀναδείκνυται, τὸν Σωτῆρα λυτρωτὴν τοῦ Ἰσραὴλ κηρύττουσα. Αὐτῷ βοήσωμεν. Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, διὰ τῆς Θεοτόκου ἐλέησον ἡμᾶς», Στιχηρό Ιδιόμελο Ανδρέου Ιεροσολυμίτου, ἦχος β´.

2. Όπως έχει ήδη σημειωθεί η εορτή της Υπαπαντής έχει ένα άκρως ευχαριστιακό χαρακτήρα, καθώς αποτελεί μία συνοπτική αναδρομή στα γεγονότα της Θείας Οικονομίας και Αποκαλύψεως του Θεού από κτίσεως κόσμου και συναγωγή παντός του ανθρώπινου γένους με εξαγγελία του γεγονότος της Ενανθρωπήσεως και στους εν Άδη. Με ένα αμυδρό τρόπο υπάρχει ένας προχειρισμός, μία σχηματική προδιαγραφή των γεγονότων των παθών και της Αναστάσεως, μία οικουμενική θέαση της ανθρώπινης ιστορίας που εκβάλλει στην άπειρη χάρη του αγκαλοφορούμενου Θεού: «Ἐκάλυψεν οὐρανούς, ἡ ἀρετή σου Χριστέ· τῆς κιβωτοῦ γὰρ προελθών, τοῦ ἁγιάσματός σου, τῆς ἀφθόρου Μητρός, ἐν τῷ ναῷ τῆς δόξης σου, ὤφθης ὡς βρέφος, ἀγκαλοφορούμενος, καὶ ἐπληρώθη τὰ πάντα τῆς σῆς αἰνέσεως», Κανών της εορτής, ᾽Ωδὴ δ´,  ἦχος γ´,  Εἱρμός.

3. Η ερμηνευτική της Εκκλησίας για την ομολογία του ενός και του αυτού Υιού και Λόγου του Θεού Πατρός δεν ήταν μία θεωρητική κατασκευή αλλά το πιο πραγματικό αίτημα για μία σταθερή βάση για την ενότητα του ανθρώπινου γένους, ενός γένους οικουμενικά ανακαινισμένου, ενώ οι φυσικές και κοινωνικές συμβάσεις το κατακερματίζουν και προσθέτουν οδύνες, δυστυχία και απανθρωπία, παραλογισμό και θάνατο.

 

Αποστολικό Ανάγνωσμα: Ἑβρ. ζ´, 7-17: «7 χωρὶς δὲ πάσης ἀντιλογίας τὸ ἔλαττον ὑπὸ τοῦ κρείττονος εὐλογεῖται. 8 καὶ ὧδε μὲν δεκάτας ἀποθνήσκοντες ἄνθρωποι λαμβάνουσιν, ἐκεῖ δὲ μαρτυρούμενος ὅτι ζῇ. 9 καὶ ὡς ἔπος εἰπεῖν, διὰ Ἀβραὰμ καὶ Λευῒ ὁ δεκάτας λαμβάνων δεδεκάτωται· 10 ἔτι γὰρ ἐν τῇ ὀσφύϊ τοῦ πατρὸς ἦν ὅτε συνήντησεν αὐτῷ Μελχισεδέκ. 11 Εἰ μὲν οὖν τελείωσις διὰ τῆς Λευϊτικῆς ἱερωσύνης ἦν· ὁ λαὸς γὰρ ἐπ᾽ αὐτῇ νενομοθέτητο· τίς ἔτι χρεία κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδὲκ ἕτερον ἀνίστασθαι ἱερέα καὶ οὐ κατὰ τὴν τάξιν Ἀαρὼν λέγεσθαι; 12 μετατιθεμένης γὰρ τῆς ἱερωσύνης ἐξ ἀνάγκης καὶ νόμου μετάθεσις γίνεται. 13 ἐφ ὃν γὰρ λέγεται ταῦτα, φυλῆς ἑτέρας μετέσχηκεν, ἀφ᾽ ἧς οὐδεὶς προσέσχηκε τῷ θυσιαστηρίῳ. 14 πρόδηλον γὰρ ὅτι ἐξ Ἰούδα ἀνατέταλκεν ὁ Κύριος ἡμῶν, εἰς ἣν φυλὴν οὐδὲν περὶ ἱερωσύνης Μωϋσῆς ἐλάλησε. 15 Καὶ περισσότερον ἔτι κατάδηλόν ἐστιν, εἰ κατὰ τὴν ὁμοιότητα Μελχισεδὲκ ἀνίσταται ἱερεὺς ἕτερος, 16 ὃς οὐ κατὰ νόμον ἐντολῆς σαρκικῆς γέγονεν, ἀλλὰ κατὰ δύναμιν ζωῆς ἀκαταλύτου· 17 μαρτυρεῖ γὰρ ὅτι σὺ ἱερεὺς εἰς τὸν αἰῶνα κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδέκ».


Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: Λουκ. β´, 22-40: «22 Καὶ ὅτε ἐπλήσθησαν αἱ ἡμέραι τοῦ καθαρισμοῦ αὐτῶν κατὰ τὸν νόμον Μωϋσέως, ἀνήγαγον αὐτὸν εἰς Ἱεροσόλυμα παραστῆσαι τῷ Κυρίῳ, 23 καθὼς γέγραπται ἐν νόμῳ Κυρίου ὅτι πᾶν ἄρσεν διανοῖγον μήτραν ἅγιον τῷ Κυρίῳ κληθήσεται, 24 καὶ τοῦ δοῦναι θυσίαν κατὰ τὸ εἰρημένον ἐν τῷ νόμῳ Κυρίου, ζεῦγος τρυγόνων ἢ δύο νεοσσοὺς περιστερῶν. 25 Καὶ ἰδοὺ ἦν ἄνθρωπος ἐν Ἰερουσολύμοις ᾧ ὄνομα Συμεών, καὶ ὁ ἄνθρωπος οὗτος δίκαιος καὶ εὐλαβής, προσδεχόμενος παράκλησιν τοῦ Ἰσραήλ, καὶ Πνεῦμα ἦν ἅγιον ἐπ᾽ αὐτόν· 26 καὶ ἦν αὐτῷ κεχρηματισμένον ὑπὸ τοῦ Πνεύματος τοῦ ἁγίου μὴ ἰδεῖν θάνατον πρὶν ἢ ἴδῃ τὸν Χριστὸν Κυρίου. 27 καὶ ἦλθεν ἐν τῷ Πνεύματι εἰς τὸ ἱερόν· καὶ ἐν τῷ εἰσαγαγεῖν τοὺς γονεῖς τὸ παιδίον Ἰησοῦν τοῦ ποιῆσαι αὐτοὺς κατὰ τὸ εἰθισμένον τοῦ νόμου περὶ αὐτοῦ 28 καὶ αὐτὸς ἐδέξατο αὐτὸν εἰς τὰς ἀγκάλας αὐτοῦ καὶ εὐλόγησε τὸν Θεὸν καὶ εἶπε· 29 Νῦν ἀπολύεις τὸν δοῦλόν σου, δέσποτα, κατὰ τὸ ῥῆμά σου ἐν εἰρήνῃ, 30 ὅτι εἶδον οἱ ὀφθαλμοί μου τὸ σωτήριόν σου, 31 ὃ ἡτοίμασας κατὰ πρόσωπον πάντων τῶν λαῶν. 32 φῶς εἰς ἀποκάλυψιν ἐθνῶν καὶ δόξαν λαοῦ σου Ἰσραήλ. 33 καὶ ἦν Ἰωσὴφ καὶ ἡ μήτηρ αὐτοῦ θαυμάζοντες ἐπὶ τοῖς λαλουμένοις περὶ αὐτοῦ. 34 καὶ εὐλόγησεν αὐτοὺς Συμεὼν καὶ εἶπεν πρὸς Μαριὰμ τὴν μητέρα αὐτοῦ· Ἰδοὺ οὗτος κεῖται εἰς πτῶσιν καὶ ἀνάστασιν πολλῶν ἐν τῷ Ἰσραὴλ καὶ εἰς σημεῖον ἀντιλεγόμενον. 35 καὶ σοῦ δὲ αὐτῆς τὴν ψυχὴν διελεύσεται ῥομφαία, ὅπως ἂν ἀποκαλυφθῶσιν ἐκ πολλῶν καρδιῶν διαλογισμοί. 36 Καὶ ἦν Ἅννα προφῆτις, θυγάτηρ Φανουήλ, ἐκ φυλῆς Ἀσήρ· αὕτη προβεβηκυῖα ἐν ἡμέραις πολλαῖς, ζήσασα μετὰ ἀνδρὸς ἔτη ἑπτὰ ἀπὸ τῆς παρθενίας αὐτῆς, 37 καὶ αὐτὴ χήρα ἕως ἐτῶν ὀγδοήκοντα τεσσάρων, ἣ οὐκ ἀφίστατο ἀπὸ τοῦ ἱεροῦ νηστείαις καὶ δεήσεσι λατρεύουσα νύκτα καὶ ἡμέραν· 38 καὶ αὕτη αὐτῇ τῇ ὥρᾳ ἐπιστᾶσα ἀνθωμολογεῖτο τῷ Κυρίῳ καὶ ἐλάλει περὶ αὐτοῦ πᾶσι τοῖς προσδεχομένοις λύτρωσιν ἐν Ἱερουσαλήμ. 39 Καὶ ὡς ἐτέλεσαν πάντα τὰ κατὰ τὸν νόμον Κυρίου, ὑπέστρεψαν εἰς τὴν Γαλιλαίαν εἰς πόλιν ἑαυτῶν Ναζαρέτ. 40 Τὸ δὲ παιδίον ηὔξανε καὶ ἐκραταιοῦτο πνεύματι πληρούμενον σοφίας, καὶ χάρις Θεοῦ ἦν ἐπ᾽ αὐτό».

Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2026

 

Κυριακὴ τοῦ Τελώνου καὶ Φαρισαίου (ἄρχεται τὸ Τριῴδιον), ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΣΤ´ ΛΟΥΚΑ, Ἄθλησις τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Τρύφωνος, 1η Φεβρουαρίου 2026, (17/2/2019), (Αριθμ. 1Γ[1])

 

Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ.

 

Α. 1. Με την Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου επανέρχονται τα Αναγνώσματα από το Κατά Λουκάν Ευαγγέλιο, των οποίων η ανάγνωση ολοκληρώνεται την επόμενη Κυριακή του Ασώτου, ΙΖ´ Λουκά. Συγχρόνως με την Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου αρχίζει η περίοδος του Τριωδίου, κατά την οποία τα κατά Κυριακήν Ευαγγελικά Αναγνώσματα είναι, μετά τη διαμόρφωση του ενιαύσιου εορτολογίου, αυστηρά καθορισμένα. Το ίδιο ισχύει και για την περίοδο που θα ακολουθήσει, αυτήν του Πεντηκοσταρίου. Να σημειωθεί ότι η ανάγνωση του Κατά Μάρκον Ευαγγελίου αρχίζει κατά τις καθημερινές μετά την εορτή της Συλλήψεως της Θεοτόκου, 9 Δεκεμβρίου, ή την Κυριακή Ι´ Λουκά, και διατρέχει την περίοδο μέχρι την Κυριακή ΙΖ´ Λουκά, ενώ χαρακτηρίζει εν πολλοίς την περίοδο του Τριωδίου κατά Σάββατα και Κυριακές, πράγμα που σημαίνει ότι αρχικά η ανάγνωση του Κατά Μάρκον Ευαγγελίου ακολουθούσε εκείνην του Κατά Λουκάν. Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για μία αλληλοπεριχώρηση των τριών Ευαγγελίων κατά την περίοδο μετά την εορτή της Συλλήψεως της Θεοτόκου μέχρι και την αρχή του Τριωδίου με ανάγνωση οπωσδήποτε του α´ κεφαλαίου του Κατά Μάρκον Ευαγγελίου, εάν συμπέσει Κυριακή μεταξύ Περιτομής του Χριστού και Φώτων.

2. Σύμφωνα με το Συναξάριο του Τριωδίου, συνταχθέν από τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Άγιο Κάλλιστο Ξανθόπουλο (δρα στο δεύτερο μισό του 14ου αιώνα), ένα νηπτικό Πατέρα της Εκκλησίας που συνδυάζει με τρόπο θαυμαστό τη λειτουργική πράξη και μαρτυρία με την ησυχαστική-μοναστική και φιλόκαλη ησυχία και την Πατερική ερμηνευτική, η περίοδος του Τριωδίου συνιστά μία ενότητα, που ουσιαστικώς συνοψίζει ακόμη και το Πεντηκοστάριο εκβάλλοντας σ᾽ αυτό: «Σκοπὸς μέντοι τοῖς ἁγίοις ἡμῶν Πατράσι διὰ τῆς βίβλου τοῦ Τριῳδίου παντὸς ἐν συντόμῳ τὸ πᾶν τῆς περὶ ἡμᾶς τοῦ Θεοῦ εὐεργεσίας ἐξ ἀρχῆς ἀναμνῆσαι, καὶ εἰς ὑπόμνησιν πᾶσιν ἐνθεῖναι ὅπως παρ᾽ αὐτοῦ πλασθέντες καὶ τὴν δοθεῖσαν πρὸς γυμνασίαν ἐντολὴν ἀθετήσαντες, τῆς τρυφῆς τοῦ Παραδείσου ἐξώσθημεν, καὶ ἐπερρίφθημεν φθόνῳ τοῦ ἀρχεκάκου ὄφεος καὶ ἐχθροῦ, καταβληθέντος δι᾽ ἔπαρσιν καὶ ὅπως ἐμένομεν ἀπερριμένοι τῶν ἀγαθῶν, καὶ ὑπὸ τοῦ διαβόλου ἀγόμενοι· ὅπως τε ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ καὶ Λόγος, σπλάχνοις οἰκείοις παθών, κλίνας οὐρανοὺς κατέβη, καὶ Παρθένον ᾤκησε καὶ δι᾽ ἡμᾶς ἐγένετο ἄνθρωπος, καὶ διὰ τῆς κατ᾽ αὐτὸν πολιτείας, τὴν εἰς οὐρανοὺς ἄνοδον ἐνεφάνισε, διὰ ταπεινώσεως προηγουμένως, καὶ νηστείας, καὶ ἀποχῆς τῶν κακῶν, καὶ λοιπῶν αὐτοῦ πράξεων· ὅπως τε ἔπαθε καὶ ἀνέστη, καὶ εἰς οὐρανοὺς ἀνελήλυθεν αὖθις, καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ἐξαπέστειλε τοῖς Ἁγίοις αὐτοῦ Μαθηταῖς καὶ Ἀποστόλοις καὶ ὅπως Υἱὸς Θεοῦ, καὶ Θεὸς τέλειος παρὰ τούτων κατὰ πάντα ἀνεκηρύχθη· τί τε αὖθις οἱ θεῖοι Ἀπόστολοι διὰ τῆς χάριτος τοῦ Παναγίου ἐνήργησαν Πνεύματος· ὅτι τοὺς ἐκ περάτων ἁγίους πάντας ἐν ταυτῷ συνηγάγοντο διὰ τοῦ κηρύγματος, ἀναπληρώσαντας τὸν ἄνω κόσμον, ὃ δὴ καὶ σκοπὸς ἦν ἀρχῆθεν τῷ Κτίσαντι. Ἀλλ᾽ ἐν τούτοις μὲν ὁ τοῦ Τριῳδίου σκοπός».

3. α. Αυτή η σύνοψη του Τριωδίου, που είναι ουσιαστικά μία συνόψιση των γεγονότων του Μυστηρίου της Θείας Οικονομίας, φαίνεται να βρίσκεται σε ερμηνευτικὴ συμφωνία με την Ἔκδοση ἀκριβὴ τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως του Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού και ειδικότερα την παράγραφο Δ. 13(86) Περὶ τῶν ἁγίων καὶ ἀχράντων τοῦ Κυρίου μυστηρίων σε συνδυασμό με το Σύμβολο της Πίστεως, το οποίο είναι συνοδική συνόψιση του Μυστηρίου της Θείας Οικονομίας στο μυστήριο του βαπτίσματος και της Θείας Ευχαριστίας του Προαιωνίου Λόγου του Θεού Πατρός, ασάρκως, ενσάρκως και Πνευματικώς ορωμένου και μετεχομένου προς συναγωγή και εκκλησιασμό του σύμπαντος κόσμου ἀρχῆθεν. Η όλη έκθεση αυτής της ενότητος ανήκει στην Αποστολική κοινότητα και τις πρώτες εκκλησιαστικές κοινότητες ακόμη και κατά την καταγραφή των Αγίων Πατέρων Αθανασίου και Κυρίλλου Αλεξανδρείας.

β. Δεν είναι τυχαίο ότι οι περισσότερες Καταβασίες είναι της περιόδου του Τριωδίου και του Πεντηκοσταρίου, ενώ οι Καταβασίες της Θεοτόκου «Ἀνοίξω τὸ στόμα μου, καὶ πληρωθήσεται Πνεύματος» ενώνουν τα γεγονότα της Υπαπαντής με τον Ευαγγελισμό, διατρέχοντας με τροποποιήσεις αναλόγως της εορτής όλο το έτος. Χαρακτηριστικό της ενότητος Τριωδίου και Πεντηκοσταρίου, ως αναμνήσεως του Μυστηρίου της Θείας Οικονομίας, είναι η ανύμνηση: «Ἀνάστασιν Χριστοῦ θεασάμενοι, προσκυνήσωμεν Ἅγιον, Κύριον, Ἰησοῦν τὸν μόνον ἀναμάρτητον. Τὸν Σταυρόν σου, Χριστέ, προσκυνοῦμεν, καὶ τὴν ἁγίαν σου Ἀνάστασιν ὑμνοῦμεν καὶ δοξάζομεν. Σὺ γὰρ εἶ Θεὸς ἡμῶν, ἐκτὸς σοῦ ἄλλον οὐκ οἴδαμεν, τὸ ὄνομά σου ὀνομάζομεν. Δεῦτε πάντες οἱ πιστοί, προσκυνήσωμεν τὴν τοῦ Χριστοῦ ἁγίαν Ἀνάστασιν. Ἰδοὺ γὰρ ἦλθε διὰ τοῦ Σταυροῦ, χαρὰ ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ. Διὰ παντὸς εὐλογοῦντες τὸν Κύριον, ὑμνοῦμεν τὴν Ἀνάστασιν αὐτοῦ· Σταυρὸν γὰρ ὑπομείνας δι᾽ ἡμᾶς, θανάτῳ θάνατον ὤλεσεν», η οποία λέγεται μετά το Εωθινό Ευαγγέλιο καθόλη την περίοδο Τριωδίου και Πεντηκοσταρίου, σαφώς σταυροαναστάσιμου περιεχομένου. Η ενότητα των δύο περιόδων συνδέεται εμφανέστατα και με τα δύο Σάββατα των ψυχών, ήτοι του Ψυχοσάββατου προ της Κυριακής των Απόκρεω και αυτού προ της Πεντηκοστής.

γ. Η ενότητα Τεσσαρακοστής και Πεντηκοστής, ή Τριωδίου και Πεντηκοσταρίου, ήδη σε υμνολογική κορύφωση κατά την εποχή του Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού, δεν ήταν άγνωστη στη ζωή της Εκκλησίας πολύ ενωρίτερα, ιδίως στην Εκκλησία της Αλεξανδρείας με πρωταγωνιστές τους Αγίους Αθανάσιο και Κύριλλο, καθώς ο μεν πρώτος ομιλεί σαφώς για την Αγία Τεσσαρακοστή, ενώ ο Άγιος Κύριλλος, που έχει ερμηνευτικό του άξονα επίσης το Σύμβολο της Πίστεως, ευρισκόμενος στην ανάγκη να αντιμετωπίσει την πρόκληση περί του έργου του Ενανθρωπήσαντος Λόγου ως χάριτι ευεργεσία, κάνει ρητή αναφορά στην ενότητα των δύο περιόδων και τη διάκριση του έργου του Ενανθρωπήσαντος Λόγου και του Αγίου Πνεύματος[2].

 

Β. 1.Το Αποστολικό Ανάγνωσμα της σημερινής Κυριακής, μολονότι αρχίζει εφέτος το Τριώδιο, όπως και άλλες φορές και ενωρίτερα, είναι καθορισμένο ως του Μάρτυρος και κατά το Τυπικὸν τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας. Ὁ σήμερα εορταζόμενος Μάρτυρας Άγιος Τρύφωνας μαρτύρησε επί Δεκίου στη Νίκαια της Βιθυνίας, την πόλη που αργότερα θα συγκληθεί και η Α´ Οικουμενική Σύνοδος, σημαντικό οικονομικό κέντρο της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, καταγόμενος από τη Λάμψακο, μία επίσης σημαντική πόλη στις παρυφές του Ελλησπόντου, από όπου μεταφέρθηκαν τα τίμια λείψανά του αργότερα στον πλησίον του Παλατίου Ναό του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, όπου ετελείτο και η σύναξη της εορτής.

2. α. Το Αποστολικό Ανάγνωσμα προέρχεται από το όγδοο κεφάλαιο της Προς Ρωμαίους Επιστολής αποτελώντας την κατακλείδα του. Είναι ένα απόσπασμα πολύ σημαντικό, γιατί με ένα δραματικό τρόπο, που προμηνύει το μαρτυρικό τέλος του συγγραφέα Απόστολου Παύλου στη Ρώμη, συντίθενται στο υπόβαθρο της Προς Ρωμαίους- ιδίως στο παρόν απόσπασμα- τρεις κόσμοι, ο Ισραήλ της Πεντατεύχου, της αιχμαλωσίας και των Ψαλμών, οι οποίοι Ψαλμοί υπήρξαν το κατεξοχήν βιβλίο της λατρευτικής πράξης του Ισραήλ, η εξουσία και ιδίως η αυτοκρατορική εξουσία (Ρωμαίοι, Έλληνες και Πάρθοι) και ο νέος εν Χριστώ Ισραήλ εν τω μυστηρίω της του Υιού Θείας Οικονομίας, του εν χάριτι ανακαινισμού του ανθρωπίνου γένους, των παθών, της Αναστάσεως και της εκ δεξιών του Πατρός καθέδρας.

β. Εάν το παρόν Αποστολικό Απόσπασμα εξετασθεί με μία αποκλειστικά καινοδιαθηκική λεκτική προσέγγιση,- γνωστή μας από τη Λουθηρανική παραδοχή- είναι φυσικό να προκύψουν απόλυτος, ή σχετικός προορισμός της δυτικής χριστιανοσύνης, συνεχής πάλη μεταξύ ενοχής και δικαιώσεως, Νόμου και χάριτος, λύτρωσης και σωτηρίας, συλλογικότητος και ατομικής εσχατολογικής αυτοπραγμάτωσης. Όμως, εξεταζόμενο το Ανάγνωσμα με βάση την ενότητα του μυστηρίου της δημιουργίας, την κλήση- πρόγνωση του Ισραήλ στο Σινά, τη βαβυλώνια αιχμαλωσία, τη μακκαβαϊκή- αποκαλυπτική περίοδο, τη λατρεία και ανάμνηση όλων των προφητικών γεγονότων, και τέλος την ένσαρκη Θ. Οικονομία, τότε τα πάντα ενοποιούνται δικαιοσύνη, πίστη, σωτηρία, χάρη και βασιλεία του Τριαδικού Θεού, οπότε είτε μαρτύριο του αίματος, ή μαρτύριο του φιλόκαλου βίου είναι η αυτή πορεία του λαού του Θεού μετά πάντων των Αγίων εν Χριστώ Ιησού. Και δεν είναι τυχαίο ότι το Ανάγνωσμα αυτό αποτελεί ένα πρόπλασμα της βαπτιστήριας ομολογίας και εν συνεχεία ευρίσκεται και στο υπόβαθρο του Συμβόλου Πίστεως Νικαίας- Κωνσταντινουπόλεως.

 

Γ. 1. Το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα αποτελεί την πολύ γνωστή παραβολή του Τελώνη και του Φαρισαίου. Πρόκειται για δύο αξιωματούχους του Ισραήλ. Οι Φαρισαίοι ήταν διδάσκαλοι του Μωσαϊκού Νόμου με μία τυπολατρική ερμηνεία και εφαρμογή του. Επανειλημμένα ο Χριστός τους έχει ελέγξει για τη στείρα τυπολατρεία και την προσπάθεια χειραγώγησης του πλήθους. Ο Φαρισαίος της παραβολής αντιπροσωπεύει ακριβώς αυτήν τη νοοτροπία, που οδηγεί στην αυτοδικαίωση και την έπαρση έναντι των άλλων ανθρώπων. Οι τελώνες ήταν γνωστή ομάδα στον Ελληνορωμαϊκό κόσμο, που λειτουργούσε διαμεσολαβητικά για την είσπραξη των φόρων. Στα χρόνια του Χριστού η Παλαιστίνη βρίσκεται υπό Ρωμαϊκή κατοχή, αναγνωρίζεται, όμως, η θρησκευτική οντότητα του Ισραήλ, και οι Εβραίοι απολαμβάνουν τη θρησκευτική τους αναγνώριση, ωστόσο είναι υποχρεωμένοι να πληρώνουν φόρο. Οι τελώνες αναλάμβαναν την είσπραξη των φόρων και, συνήθως, ήταν καταπιεστικοί και άδικοι στην προσπάθειά τους να προσπορισθούν όσο το δυνατόν μεγαλύτερα προσωπικά οφέλη, πράγμα που τους έκανε μισητούς. Οι δύο τύποι της παραβολής, που η νοοτροπία τους ήταν ευδιάκριτη από τον απλό λαό, παρουσιάζονται με διαφορετικό πρόσωπο από το Χριστό: Ο Φαρισαίος, ως εγωϊστής και υψηλόφρων, ενώ ο τελώνης μετανοών και ταπεινόφρων και εντέλει δικαιωμένος από το Χριστό.

2. Η παραβολή θα μπορούσε να ερμηνευθεί με ένα φαρισαϊκό ηθικιστικό τρόπο κατά το αντιθετικό ζεύγος υπερηφανείας και ταπεινοσύνης, ωστόσο η υμνολογία της εορτής είναι άκρως αναγωγική ως προς τη σημασία της εν σχέσει με το Μυστήριο της Θείας Οικονομίας. Ο προαναφερθείς Άγιος Κάλλιστος στο Συναξάριο του Τριωδίου λέγει ότι οι τρεις πρώτες εορτές του Τριωδίου, δηλαδή, του Τελώνου και του Φαρισαίου, του Ασώτου και της Δευτέρας Παρουσίας τέθηκαν «ὥσπερ τις προγυμνασία καὶ παρακίνησις», για να προετοιμασθούν οι χριστιανοί για τον πνευματικό αγώνα της νηστείας της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, προσδεχόμενοι τη χάρη της μετανοίας, η οποία είναι η αρχή της εν Χριστώ σωτηρίας. Δεν πρόκειται για την ταπείνωση ως θεωρητική αρετή αλλά για την κλήση μιμήσεως, ή ταυτισμού κατά χάρη με το έργο του Ενανθρωπήσαντος Υιού και Λόγου του Θεού, όπως ερμηνεύεται η παραβολή από την υμνολογία της εορτής, σύμφωνα με την οποία στον τρόπο των δύο προσώπων αντιστοιχεί η αποδοχή ή η άρνηση του μυστηρίου της Θείας Οικονομίας του Υιού και Λόγου του Θεού, ως συγκαταβάσεως, «κενώσεως» και οικονομικής ενσάρκου φανερώσεώς του στον κόσμο: «Ἀρίστην ἔδειξεν ὁδὸν ὑψώσεως τὴν ταπείνωσιν Λόγος, ταπεινωθείς, μέχρι καὶ μορφῆς δουλικῆς, ἣν ἐκμιμούμενος ἅπας, ἀνυψοῦται ταπεινούμενος», Ὠδὴ δ´ Τριωδίου, ἦχος πλ. β´, τροπάριο α´, και «Προέφης Δέσποτα, τοῖς μεγαλόφροσιν, ἀντιτάσσεσθαι πάντως, καὶ ταπεινοῖς, χάριν σὴν παρέχων Σωτήρ, ταπεινωθεῖσι νῦν ἡμῖν, τὴν σὴν χάριν ἐξαπόστειλον», Ὠδὴ δ´ Τριωδίου, ἦχος πλ. β´, τροπάριο δ´. Του αυτού περιεχομένου, με προδήλωση των σωτηρίων παθών και της Αναστάσεως, είναι το Εξαποστειλάριο του Τριωδίου, κατά το σταυραναστάσιμο χαρακτήρα της περιόδου, ἦχος β´: «Ὑψηγορίαν φύγωμεν, Φαρισαίου κακίστην, ταπείνωσιν δὲ μάθωμεν, τοῦ Τελώνου ἀρίστην, ἵν᾽ ὑψωθῶμεν βοῶντες, τῷ Θεῷ σὺν ἐκείνῳ· Ἱλάσθητι τοῖς δούλοις σου, ὁ τεχθεὶς ἐκ Παρθένου, Χριστὲ Σωτήρ, ἑκουσίως, καὶ Σταυρὸν ὑπομείνας, συνήγειρας τὸν κόσμον σου θεϊκῇ δυναστείᾳ». Εξάλλου, η αλαζονική και ναρκισσιστική συμπεριφορά δεν είναι μόνο αποστασία από το Θεό, οδηγεί και στη διάρρηξη των σχέσεων και με τους άλλους ανθρώπους, γιατί εισάγει το φθοροποιό πάθος της ιδιοποιήσεως των αγαθών του πλησίον, της προδοσίας και της κατακρίσεως: «Λιτὰς τῷ Κτίστῃ οἴκτου προσφέρωμεν, τελωνικάς, τὰς φαρισαϊκὰς ἐκτρεπόμενοι, ἀχαρίστους εὐχάς, μεγαλαύχους φωνάς, αἳ κατὰ τοῦ πλησίον, κρίσιν ἐπάγουσιν, ἵνα Θεὸν ἵλεων, καὶ φῶς ἐπισπασώμεθα»,  θ´  Ὠδὴ Τριωδίου, ἦχος πλ. β´, τροπάριο γ´.

 

Αποστολικό Ανάγνωσμα: Ῥωμ. η´, 28-39: «28 Οἴδαμεν δὲ ὅτι τοῖς ἀγαπῶσι τὸν Θεὸν πάντα συνεργεῖ εἰς ἀγαθόν, τοῖς κατὰ πρόθεσιν κλητοῖς οὖσιν· 29 ὅτι οὓς προέγνω, καὶ προώρισε συμμόρφους τῆς εἰκόνος τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ, εἰς τὸ εἶναι αὐτὸν πρωτότοκον ἐν πολλοῖς ἀδελφοῖς· 30 οὓς δὲ προώρισε, τούτους καὶ ἐκάλεσε, καὶ οὓς ἐκάλεσε, τούτους καὶ ἐδικαίωσεν, οὓς δὲ ἐδικαίωσε, τούτους καὶ ἐδόξασε. 31 Τί οὖν ἐροῦμεν πρὸς ταῦτα; εἰ ὁ Θεὸς ὑπὲρ ἡμῶν, τίς καθ᾿ ἡμῶν; 32 ὅς γε τοῦ ἰδίου υἱοῦ οὐκ ἐφείσατο, ἀλλ᾿ ὑπὲρ ἡμῶν πάντων παρέδωκεν αὐτόν, πῶς οὐχὶ καὶ σὺν αὐτῷ τὰ πάντα ἡμῖν χαρίσεται; 33 τίς ἐγκαλέσει κατὰ ἐκλεκτῶν Θεοῦ; Θεὸς ὁ δικαιῶν· 34 τίς ὁ κατακρίνων; Χριστὸς ὁ ἀποθανών, μᾶλλον δὲ καὶ ἐγερθείς, ὃς καί ἐστιν ἐν δεξιᾷ τοῦ Θεοῦ, ὃς καὶ ἐντυγχάνει ὑπὲρ ἡμῶν. 35 τίς ἡμᾶς χωρίσει ἀπὸ τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ; θλῖψις ἢ στενοχωρία ἢ διωγμὸς ἢ λιμὸς ἢ γυμνότης ἢ κίνδυνος ἢ μάχαιρα; 36 καθὼς γέγραπται ὅτι ἕνεκά σου θανατούμεθα ὅλην τὴν ἡμέραν· ἐλογίσθημεν ὡς πρόβατα σφαγῆς. 37 ἀλλ᾿ ἐν τούτοις πᾶσιν ὑπερνικῶμεν διὰ τοῦ ἀγαπήσαντος ἡμᾶς. 38 πέπεισμαι γὰρ ὅτι οὔτε θάνατος οὔτε ζωὴ οὔτε ἄγγελοι οὔτε ἀρχαὶ οὔτε δυνάμεις οὔτε ἐνεστῶτα οὔτε μέλλοντα 39 οὔτε ὕψωμα οὔτε βάθος οὔτε τις κτίσις ἑτέρα δυνήσεται ἡμᾶς χωρίσαι ἀπὸ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ τῆς ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν».

 

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: Λουκ. ιη´, 10-14: «10 Ἄνθρωποι δύο ἀνέβησαν εἰς τὸ ἱερὸν προσεύξασθαι, ὁ εἷς Φαρισαῖος καὶ ὁ ἕτερος τελώνης. 11 ὁ Φαρισαῖος σταθεὶς πρὸς ἑαυτὸν ταῦτα προσηύχετο· ὁ Θεός, εὐχαριστῶ σοι ὅτι οὐκ εἰμὶ ὥσπερ οἱ λοιποὶ τῶν ἀνθρώπων, ἅρπαγες, ἄδικοι, μοιχοί, ἢ καὶ ὡς οὗτος ὁ τελώνης· 12 νηστεύω δὶς τοῦ σαββάτου, ἀποδεκατῶ πάντα ὅσα κτῶμαι. 13 καὶ ὁ τελώνης μακρόθεν ἑστὼς οὐκ ἤθελεν οὐδὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς εἰς τὸν οὐρανὸν ἐπᾶραι, ἀλλ᾽ ἔτυπτεν εἰς τὸ στῆθος αὐτοῦ λέγων· ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ. 14 λέγω ὑμῖν, κατέβη οὗτος δεδικαιωμένος εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ ἢ γὰρ ἐκεῖνος· ὅτι πᾶς ὁ ὑψῶν ἑαυτὸν ταπεινωθήσεται, ὁ δὲ ταπεινῶν ἑαυτὸν ὑψωθήσεται».



[1]. Εφαρμόζω την αρίθμηση σύμφωνα με την πρόταση του Αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας, όπως εκτίθεται εν συνεχεία περί Αγίας Τεσσαρακοστής και Πεντηκοστής.



[2]. «Ἀπαρχήν τινα τῆς ἀνθρώπων φύσεως προσάγων ἑαυτὸν τῷ Πατρί, ἀῤῥαβῶνα δὲ ὥσπερ ἡμῖν τῆς μελλούσης ἐλπίδος τὸ Πνεῦμα χαρίζεται, λέγων· «Λάβετε Πνεῦμα ἅγιον». Ταῦτα τῆς τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν σωτηρίας τὰ γνωρίσματα· ἐπὶ τούτοις αὐτὸν εὐεργέτην καὶ Σωτῆρα κηρύττομεν. Ἐπειδὴ δὲ διὰ τῶν ἔργων αὐτῶν προσήκει γνησίους εὑρίσκεσθαι, καὶ καλὴν διὰ τούτων ἀντιδιδόναι τῷ Δεσπότῃ τὴν ἀμοιβήν, ὑπακούσωμεν Παύλῳ λέγοντι· "Καθαρίσωμεν ἑαυτοὺς ἀπὸ παντὸς μολυσμοῦ σαρκὸς καὶ πνεύματος, ἐπιτελοῦντες ἁγιωσύνην ἐν φόβῳ Θεοῦ". Οὕτω γάρ, οὕτω καθαρὰν τῷ Δεσπότῃ τὴν νηστείαν ἐπιτελέσομεν, ἀρχόμενοι μὲν τῆς ἁγίας Τεσσαρακοστῆς ἀπὸ πεντεκαιδεκάτης τοῦ Μεχὲρ μηνός· τῆς ἑβδομάδος δὲ τοῦ σωτηριώδους Πάθους ἀπὸ εἰκάδος τοῦ Φαρμενὼθ μηνός· περιλύοντες δὲ τὰς νηστείας τῇ πεμπτῇ καὶ εἰκάδι τοῦ αὐτοῦ μηνός, κατὰ τὸ ἔθος, ἑορτάζοντες δὲ τῇ ἐπιφωσκούσῃ Κυριακῇ τῇ ἕκτῃ καὶ εἰκάδι τοῦ αὐτοῦ μηνὸς Φαμενώθ· συνάπτοντες ἑξῆς καὶ τὰς ἑπτὰ ἑβδομάδας τῆς ἁγίας Πεντηκοστῆς. Οὕτω γὰρ μετὰ τῶν ἁγίων τὴν τῶν οὐρανῶν βασιλείαν κληρονομήσομεν ἐν Χριστῷ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν». (Ὁμλίαι Ἑορταστικαί, ΛόγοςΑ´ ).

Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2026

 

Θεολογία και επιστήμη κατά τους Τρεις Ιεράρχες. Μία σύγχρονη πρόκληση εν μέσω πανδημίας[1]

Δέσπω Αθ. Λιάλιου, (πρ. Αντιπρύτανις του Α.Π.Θ.)

 

Αγαπητέ κ. Πρύτανη,

Σεβασμιότατε,

Αξιότιμα μέλη του Πρυτανικού Συμβουλίου,

Κυρίες και κύριοι συγκλητικοί συνάδελφοι και συνάδελφοι κάθε βαθμίδας και τιμής, φίλεργα μέλη της πανεπιστημιακής κοινότητας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων,

Κυρίες και κύριοι φοιτητές, και ευρύ κοινό της γης Ηπείρου!

Ευχαριστώ τον Κύριο Πρύτανη, τα μέλη του Πρυτανικού Συμβουλίου και τη Σύγκλητο του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων για την ιδιαίτερη τιμή να προσκληθώ, για να εισηγηθώ τον Πανηγυρικό Λόγο της εορτής των Τριών Ιεραρχών. Είναι μία μέρα επιστροφής στα μέρη που περπάτησαν κάποτε οι πρόγονοί μου, πράγμα που μου δημουργεί ένα πρωτόγνωρο δέος, που μόνο οι Ηπειρώτες ξέρουν να το ζουν και να το μεταφυτεύουν μέσα στο πέρασμα του χρόνου ως ισχυρά οικογενειακή και συλλογική μνήμη.

Η ανθρωπότητα, και η πατρίδα μας επίσης, ζει δύο έτη πανδημίας με επώδυνες συνέπειες σε ατομικό, συλλογικό και κοινωνικό επίπεδο. Καλούμαστε σήμερα να εορτάσουμε μετ᾽ αναλόγου πένθους για τους προαπελθόντες συνανθρώπους μας, στους οποίους περιλαμβάνονται συνάδελφοι και φοιτητές μας, τους εγγύς και τους μακράν, αλλά και με προτάσεις ελπίδος, ώστε να ανασυγκροτήσουμε τον κοινό μας Έλληνα λόγο μετά λόγου.

Κατά ταύτα η ομιλία μου συγκροτείται υπό τις εξής ενότητες: Α. 1. Η καθιέρωση της κοινής εορτής των Τριών Ιεραρχών, 2. α. Τί σήμαινε ο όρος Θεολογία κατά τους Τρεις Ιεράρχες, β. Τί σήμαινε ο όρος Επιστήμη, γ. Το παράδειγμα της Ιατρικής, και Β. Η σύγχρονη πρόκληση της Επιστήμης για την Εκκλησία με κέντρο το κατεξοχήν της ιερό μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας και του τρόπου μεταδόσεώς της καί τινα έτερα.

 

Α. 1. Η καθιέρωση της κοινής εορτής των Τριών Ιεραρχών

Η καθιέρωση της εορτής των Τριών Ιεραρχών είναι έργο του Ιωάννη Μαυρόποδα (1000-1075/80) [2], επισκόπου Ευχαΐτων μεταξύ των ετών 1043-1047. Είναι συντάκτης επίσης μέρους της Ακολουθίας της εορτής με δύο Κανόνες και ενός Λόγου εγκωμιαστικού στους Τρεις Ιεράρχες[3], ο οποίος θα αποτελέσει πρότυπο για τους μεταγενέστερους, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και ο Πατριάρχης Φιλόθεος Κόκκινος. Ο Ιωάννης Μαυρόπους είναι εξέχων λόγιος του 11ου αι., συντάκτης εγκωμίων σε Αγίους αλλά κυρίως Κανόνων. Ουσιαστικά κλείνει τη μακρά παράδοση των υμνογράφων του 8ου, 9ου και 10ου αι., οι οποίοι είχαν συμβάλει στην ολοκλήρωση της λειτουργικής τάξης της Εκκλησίας στον ενιαύσιο εορτολογικό κύκλο.

Ο ίδιος συνέταξε 72 Κανόνες στη Θεοτόκο και 26 στο Χριστό. Παρενθετικά να αναφέρω ότι οι Κανόνες απετέλεσαν το ερμηνευτικό υμνολογικό αφήγημα των αποφάσεων των Οικουμενικών Συνόδων με κέντρο την εικονόφιλη Ζ´ Οικουμενική Σύνοδο, με κυρίαρχο το πρόσωπο του Χριστού και της Παναγίας, χωρίς να παραβλέπεται η ομολογία στον Τριαδικό Θεό και το Σύμβολο της Πίστεως, το οποίο θα αποτελέσει σημείο αντιλεγόμενο μεταξύ Ανατολής και Δύσης ως προς το θέμα της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος. Συγχρόνως ο 11ος αι. είναι ένας αιώνας κατά τον οποίο αναδύεται ένας είδος λογιοσύνης μέσα από το Πανδιδακτήριο, με την αναδιάρθωσή του σε Διδασκαλείο των Νόμων και σε Γυμνάσιο, ή ακόμη και ανεξάρτητης από την Πατριαρχική τάξη, από το οποίο θα αναδυθεί εν συνεχεία η Μεγάλη του Γένους Σχολή. Το αν υπήρχε πραγματική έριδα μεταξύ των χριστιανών, ή απλώς κάποια φιλολογική συζήτηση για το ποιός υπερέχει μεταξύ των Τριών Ιεραρχών, αυτό δεν έχει πραγματική βάση. Περισσότερο θα μπορούσε να πει κανείς ότι α) οι Τρεις Ιεράρχες ήταν πρόσωπα που κείμενά τους ανήκαν στις χρήσεις των εγκρίτων Πατέρων, β) οι δύο υπήρξαν Αρχιεπίσκοποι Κωνσταντινουπόλεως, Χρυσόστομος και Γρηγόριος, ενώ ο Μέγας Βασίλειος υπήρξε επίσκοπος Καισάρειας της Καππαδοκίας, της πρώτης στην τάξη Μητροπόλεως του Οικουμενικού Πατριαρχείου, γ) Χρυσόστομος και Βασίλειος είναι οι συγγραφείς της Θείας Λειτουργίας, του κατεξοχήν λειτουργικού βιβλίου της Εκκλησίας, ενώ ο Γρηγόριος είναι ο Θεολόγος- πηγή όλων των υμνογράφων και ιδίως του Κοσμά και του Ιωάννη του Δαμασκηνού, που υμνολόγησαν με τους Κανόνες τους όλες τις εορτές, οι οποίες αναφέρονται στο Χριστό και τη Θεοτόκο με παράλληλη δοξολόγηση της Αγίας Τριάδος, μία υμνολογική συνόψιση των αποφάσεων των Οικουμενικών Συνόδων, του Συμβόλου της Πίστεως και ουσιαστικώς Παλαιάς και Καινής Διαθήκης, όπως διατυπώνεται, εξάλλου, αυτή η ενότητα και στις Καταβασίες των Κανόνων, δείγμα των οποίων οι Καταβασίες της εορτής της Υπαπαντής, που θα ακούσουμε και από το χορό των Ψαλτών του Τμήματος Μουσικών Σπουδών μετά.

Όμως, κατά τη γνώμη μου, η προβολή των Τριών Ιεραρχών από τον Ιωάννη Μαυρόποδα, η οποία είχε συνέχεια στη λόγια παράδοση της Κωνσταντινούπολης, στο κλίμα της οποίας αναδύθηκε και η εορτή στους νεότερους χρόνους, οφείλεται σε μία πρώτη συζήτηση για τη σημασία της ελληνικής κλασικής γραμματείας τον 11ο αι. μεταξύ των λογίων κύκλων της Κωνσταντινούπολης, ιδίως αυτών του Γυμνασίου, που θα έχει συνέχεια με παρόμοια μορφή κατά την ησυχαστική περίοδο. Όθεν και ο αντίστοιχος εγκωμιαστικός Λόγος του Πατριάρχη Αγ. Φιλοθέου Κόκκινου. Έτσι, ο Ιωάννης Μαυρόπους, που συνδέεται με αυτούς τους κύκλους, φορέας, όμως, μιας μακράς εκκλησιαστικής ερμηνευτικής παράδοσης, επαναφέρει με την προβολή των τριών εγκρίτων Πατέρων τη συζήτηση στις απαρχές του δημόσιου βίου της Εκκλησίας, προκειμένου να άρει όποια στοιχεία αντιπαράθεσης επί του κοινού βίου των ανθρώπων, όπως θα φανεί και από την εν συνεχεία ανάλυση των όρων Θεολογία και Επιστήμη.

 

2. α. Τί σήμαινε ο όρος Θεολογία κατά τους Τρεις Ιεράρχες

Ο όρος Θεολογία, ένας βασικός όρος στην εν γένει εκκλησιαστική γραμματεία, προέρχεται από την ελληνική φιλοσοφική παράδοση και δεν απαντά στην Αγία Γραφή ούτε μία φορά. Δεν απαντά, δηλαδή, ούτε στην Παλαιά, ούτε στην Καινή Διαθήκη. Να σημειώσω επιπλέον ότι η Θεολογία δεν αποτέλεσε ιδιαίτερη γνωστική περιοχή, ή αντικείμενο σπουδής, ούτε στη μακρά βυζαντινή περίοδο, κατά την οποία οργανώθηκε ο εκκλησιαστικός βίος σε όλες του τις εκφάνσεις. Στην Αγία Γραφή, το θεμελιώδες βιβλίο της Εκκλησίας, κυρίαρχος από τον πρώτο στίχο της Γενέσεως είναι ο Θεός, δρων «Ἐν ἀρχῇ...» μέχρις τον τελευταίο στίχο της Ἀποκαλύψεως, όπου με το Θεό και τον άνθρωπο η προπατορική αποστασία αίρεται σε ένα οραματικό διάλογο μιας διαρκούς αναμονής και εγρήγορσης: «Ναὶ ἔρχομαι ταχύ. Ἀμήν, ναὶ ἔρχου, Κύριε Ἰησοῦ». Η αγιογραφική καταγραφή είναι, δηλαδή, καταγραφή προσώπων, ο Θεός, ο αγγελικός κόσμος και ο άνθρωπος και τα γεγονότα από «ἐν ἀρχῇ» και στο διαρκές «ἔρχομαι». Εξάλλου, πρέπει να πω ότι αυτή η αγιογραφική καταγραφή έχει ένα υπομνηματιστικό χαρακτήρα, που δείχνει ότι προηγείται η ζωή μιας κοινότητας, του αρχαίου ή του νέου Ισραήλ, και έπεται η καταγραφή της. Αυτός ο υπομνηματιστικός χαρακτήρας συνέχει, ως ερμηνεία της προφητικής και αποστολικής καταγραφής, την εργογραφία των Τριών Ιεραρχών.

Οι Τρεις Ιεράρχες, με διαφορά είκοσι χρόνων ο νεότερος Χρυσόστομος, ζουν σε μία περίοδο, τα έτη 329- 407, κατά την οποία: α) έχει διαμορφωθεί μία ερμηνευτική παράδοση με τη σφραγίδα του Αγίου Αθανασίου και την απόφαση της Α´ Οικουμενικής Συνόδου της Νικαίας (325), που υιοθετηθεί στο περίφημο συνοδικό της Σύμβολο Πίστεως, τον ελληνικό όρο «ὁμοούσιος», («μὴ γραφικός» όρος) ως κριτήριο, μάλιστα, Ορθοδοξίας, β) η Εκκλησία απολάμβανε πια μετά το Διάταγμα των Μεδιολάνων το 312, με κάποιες εξαιρέσεις, την εύνοια της αυτοκρατορικής εξουσίας, ή το λιγότερο της αναγνωσμένης θρησκείας με ελεύθερο πεδίο δράσης σε ένα κόσμο Ρωμαϊκής αρχής αλλά ελληνικής παιδείας, αυτήν που και οι ίδιοι ακολούθησαν, προερχόμενοι από την ανώτατη Ρωμαϊκή τάξη γαιοκτημόνων και στρατηγών, ώστε να αποτελέσουν στελέχη της Ρωμαϊκής διοίκησης. Υπήρξαν, δηλαδή, πρωταρχικά άνθρωποι εξοικειωμένοι με το πολιτιστικό περιβάλλον της εποχής τους και με τις καλύτερες Ελληνικές σπουδές. Αυτόν τον επιστημονικό εξοπλισμό έθεσαν στη διακονία της Εκκλησίας για τον υπομνηματισμό της Αγίας Γραφής, που ήταν κατεξοχήν λειτουργικό βιβλίο της Εκκλησίας, το οποίο και διαβαζόταν στον ενιαύσιο κύκλο.

Ερμηνεύοντας, λοιπόν, οι Τρεις Ιεράρχες την Αγία Γραφή, στο πλαίσιο κατ᾽αρχήν του κηρύγματος, της ερμηνείας, δηλαδή της πίστεως στα μέλη της Εκκλησίας και σε προέκταση κατά την αναιρετική μιας ερμηνείας που προήρχετο από αποκλίνοντα μέλη της Εκκλησίας (αίρεση), χρησιμοποιούν τον όρο Θεολογία, για να δηλώσουν την ομολογία πίστεως στον Τριαδικό Θεό, ή το Θεό καθεαυτόν, «ὅτι ἔστι»[4], ως αποδεικτική αρχή, ότι ο Κύριος ο Θεός είναι ύπαρξη πραγματική, «πράγμα», αυτοαλήθεια αυτέκφαντη και αυτενέργητη, και κατά τη βαπτισματική ομολογία Πατήρ, Υιός και Άγιο Πνεύμα, μία διαφοροποίηση από τον ελληνορωμαϊκό κόσμο και τη Συναγωγή. Ο Άγ. Γρηγόριος στον 28ο Λόγο του με τον εμφατικό τίτλο Περὶ Θεολογίας, πέραν του ότι συμφωνεί με το Μέγα Βασίλειο περί του «εἶναι θεόν», παραπέμπει ουσιαστικά την ερμηνεία του στο πρώτο κεφάλαιο της Γενέσεως: «Τοῦ μὲν γὰρ εἶναι θεόν, καὶ τὴν πάντων ποιητικήν τε καὶ συνεκτικὴν αἰτίαν, καὶ ὄψις διδάσκαλος, καὶ ὁ φυσικὸς νόμος»[5], προχωρώντας στη διάκριση Θεού και δημιουργίας, υιοθετώντας, όμως, τη γλώσσα της σύγχρονής του Ελληνικής λογιοσύνης.

Επιπλέον ένα στοιχείο, που τον διαφοροποιεί από τους άλλους δύο, είναι η πληθωρική χρήση του όρου «θεολόγος». Μόνο μία φορά σχεδόν ο καθένας από τους άλλους δύο αναφέρει τον όρο θεολόγος, ο μεν Χρυσόστομος ως καρπό μετανοίας[6], ο δε Βασίλειος ως δωρεά του Αγίου Πνεύματος στον άνθρωπο, ως έργο, δηλαδή, του Αγίου Πνεύματος, ταυτιζόμενος επ᾽ αυτού με τον Άγ. Γρηγόριο, κυρίως σε αντίστοιχη ενότητα του Πέμπτου Θεολογικού του Λόγου[7].

Στην προ αυτών πατερική ερμηνευτική ο όρος χρησιμοποιείται ως ουσιαστικοποιημένο επίθετο, κυρίως όταν αναφέρονται οι Πατέρες, όπως ο Άγ. Αθανάσιος, στον Ευαγγελιστή Ιωάννη, ενώ ο Άγ. Γρηγόριος ονομάζει κατεξοχήν θεολόγο το Χριστό[8], αλλά και όποιον μετά από άσκηση καθάρσεως καταστεί δεκτικός της θείας ελλάμψεως, και έτσι θα μπορεί να ερμηνεύσει το έργο του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος προς χάριν των χριστιανών κατά την καταγραφή των Προφητών και Αποστόλων, των εχόντων αποδεικτικώς πείραν θεολογίας[9]. Επιπλέον δεν διστάζει να χαρακτηρίσει θεολόγους ακόμη και τους σοφούς του εθνικού κόσμου[10], των Ελλήνων, όταν αυτοί αναφέρονται στα επιτεύγματα των ανθρώπων, στη μελέτη της δημιουργίας, ενώ είναι οξύς εναντίον τους, όταν υποκαθιστούν το Θεό με τα είδωλα, όταν ειδωλοποιούν, δηλαδή, τα στοιχεία της δημιουργίας και δημιουργούν φανταστικά ενδιάμεσα μεταξύ Θεού και κόσμου[11]. Μετά τον Άγ. Γρηγόριο το Θεολόγο, ο όρος είχε αυτή τη σημασία, του θεοφώτιστου μέλους της Εκκλησίας. Ο όρος εξέπεσε, βέβαια, μετά την ίδρυση των Θεολογικών Σχολών κτλ., οπότε οι πτυχιούχοι τους ονομάζονται τυπικά θεολόγοι και όλα τα συναφή.

Ενώ στον Άγ. Γρηγόριο το Θεολόγο ο όρος Θεολογία είναι λόγος περί της Αγίας Τριάδος καθεαυτής[12], δηλαδή, απροσίτου κατά την ουσία και προσιτής κατά τη μία δημιουργική, φωτιστική και θεοποιό ενέργεια, στον Άγιο Βασίλειο και τον Ιωάννη το Χρυσόστομο ο όρος απαντά και ως λόγος για τη φανέρωση του Θεού στον κόσμο, είτε πρόκειται για τη δημιουργία, ως έργο του Υιού και Λόγου, κατά το «εἶπε καὶ ἐγένετο», κατ᾽ αρχήν φως, είτε για την ενανθρώπηση, είτε για το έργο του Αγίου Πνεύματος, αυτό που ονομάζεται στον εκκλησιαστικό βίο το μυστήριο της Θείας Οικονομίας, ό,τι κάνει, δηλαδή, ο Θεός για τον άνθρωπο και το σύμπαντα κόσμο[13]. Πάντως η διάκριση Θεολογίας και Οικονομίας, ως περιεχόμενο, είναι πρωτεύουσα στην Αγία Γραφή, γιατί ανατρέπει την όποια ειδωλική ερμηνεία της ίδιας της δημιουργίας, προτείνοντας ένα διαρκές κτίζεσθαι και μία συμπαντική ενότητα, στην οποία τα πάντα λειτουργούν συνεκτικά κατά το λόγο της δημιουργίας, όπως επίσης και ο άνθρωπος ως μέλος ολόκληρης της κτίσης. Η διάκριση κτιστού- ακτίστου είναι υστερογενής, όταν προέκυψαν οι ερμηνευτικές αποκλίσεις των αντιτριαδικών αιρέσεων.

Κατά ταύτα ο Άγ. Γρηγόριος στο τέλος του 27ου Λόγου του, που είναι ο Πρῶτος Θεολογικός, Πρὸς εὐνομιανοὺς προδιάλεξις, ήτοι περί των προϋποθέσεων της Θεολογίας, ενθεωρεί σε μία ενότητα τη δημιουργία και την ένσαρκη φανέρωση του Λόγου: «φιλοσόφει μοι περὶ κόσμου ἢ κόσμων, περὶ ὕλης, περὶ ψυχῆς, περὶ λογικῶν φύσεων βελτιόνων τε καὶ χειρόνων, περὶ ἀναστάσεως, κρίσεως, ἀνταποδόσεως, Χριστοῦ παθημάτων. ἐν τούτοις γὰρ καὶ τὸ ἐπιτυγχάνειν οὐκ ἄχρηστον, καὶ τὸ διαμαρτάνειν ἀκίνδυνον. θεῷ δὲ ἐντευξόμεθα, νῦν μὲν ὀλίγα, μικρὸν δὲ ὕστερον ἴσως τελεώτερον, ἐν αὐτῷ Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ κυρίῳ ἡμῶν»[14]. Γι᾽ αυτό στο Λόγου του Εἰς τὸν Μέγαν Βασίλειον, ἐπίσκοπον Καισαρείας Καππαδοκίας Ἐπιτάφιος, θέτει την παίδευση, ως το πρώτο αγαθό για τους ανθρώπους, με πολύ έντονο και κατηγορηματικό τρόπο: «Οἶμαι δὲ πᾶσιν ἀνωμολογῆσθαι τὸν νοῦν ἐχόντων, παίδευσιν τῶν παρ᾿ ἡμῖν ἀγαθῶν εἶναι τὸ πρῶτον· οὐ ταύτην μόνην τὴν εὐγενεστέραν καὶ ἡμετέραν, ἣ πᾶν τὸ ἐν λόγοις κομψὸν καὶ φιλότιμον ἀτιμάζουσα μόνης ἔχεται τῆς σωτηρίας καὶ τοῦ κάλλους τῶν νοουμένων· ἀλλὰ καὶ τὴν ἔξωθεν, ἣν οἱ πολλοὶ Χριστιανῶν διαπτύουσιν, ὡς ἐπίβουλον καὶ σφαλερὰν καὶ Θεοῦ πόρρω βάλλουσαν, κακῶς εἰδότες»[15].

Πρέπει εν συνόψει να υπογραμμίσω ότι η θέαση του σύμπαντος κόσμου σε μία ενότητα και η άρση κάθε ειδωλικότητας της δημιουργίας εκκινεί από τη βασική θέση των Τριών Ιεραρχών ότι η δημιουργία, ολόκληρος ο φυσικός και πνευματικός κόσμος κι ο άνθρωπος μαζί, μετέχει στη δημιουργική ενέργεια του Θεού, ή ο Θεός αποκαλύπτεται ως Δημιουργός του σύμπαντος κόσμου, τον οποίο και διακρατεί στην αγαθότητά του. Και επιπλέον, το μυστήριο της Θείας Οικονομίας αφορά σε όλη την κτίση, και η φανέρωση του Λόγου στους Προφήτες ασάρκως, στους Μαθητές και Αποστόλους ενσάρκως και σε όλη την Εκκλησία, παλαιό και νέο Ισραήλ, τα έθνη, «Πνευματικώς» ορώμενος και διαδιδόμενος, συνοψίζεται στη Θεία Ευχαριστία, που σημαίνει ότι αρχή της Εκκλησίας δεν είναι μόνο ο Μυστικός Δείπνος αλλά η ίδια η δημιουργία με την ανεξιχνίαστη βουλή του Θεού. Ο Χριστός, δηλαδή, ο ενανθρωπήσας Λόγος, στο Μυστικό Δείπνο ενώνει τον παλαιό και το νέο Ισραήλ, με τα πάθη και την Ανάστασή του, ζώντες και τεθνεώτες, με την Ανάληψη εισάγει το ανθρώπινο εν δεξιά του Πατρός χαρίζοντας μόνιμη θέωση, και με την Πεντηκοστή ενώνει όλα τα έθνη στους άπειρους αιώνες, ως έργο του Αγίου Πνεύματος χάριτι. Γι᾽ αυτό η καθολικότητα της Εκκλησίας ταυτίζεται με το ίδιο το μυστήριο της Θείας Οικονομίας και αφορά σε όλο τον κόσμο εν αναμονή, πράγμα που σημαίνει επίσης ότι η ευθύνη της Εκκλησίας διατρέχει ολόκληρο τον κόσμο και δεν αφορά μόνο στους πιστούς και τη διαχείρισή τους. Ιδίως σήμερα εν πανδημία η ευθύνη των ποιμένων καθίσταται κρίση εις πτώση και ανάσταση.

 

β. Τί σήμαινε ο όρος Επιστήμη

Την παράγραφο περί παιδεύσεως κατακλείει ο Άγ. Γρηγόριος με ένα οξύ λόγο εναντίον όσων χριστιανών απορρίπτουν την παίδευση: τους ονομάζει σκαιούς και αγράμματους, που θέλουν να μείνουν όλοι αγράμματοι, ώστε στην κοινή αγραμματοσύνη να κρύβονται οι ίδιοι και να μην ελέγχονται για την αγραμματοσύνη τους[16]. Είναι παλιά η μέθοδος της ακυρώσεως, ή της χειραγωγήσεως, και οι Τρεις Ιεράρχες την υπέστησαν μέχρι μαρτυρίου, όπως και πάρα πολύ άνθρωποι σήμερα.

Η παίδευση στον Άγ. Γρηγόριο, όπως προκύπτει από τους Επιτάφιους στον αδελφό του Καισάριο και Μ. Βασίλειο, αλλά και τους δύο Λόγους εναντίον του Ιουλιανού, περιλάμβανε την εγκύκλιο, τη Ρητορική και τη Σοφιστική, όχι τη Φιλοσοφία, που καλλιεργείτο μόνο σε θεουργικούς κύκλους εθνικών. Το βέβαιο είναι ότι ο ίδιος και ο Μ. Βασίλειος σπούδασαν στην Αθήνα με το σοφιστή Προαιρέσιο, ενώ ο Χρυσόστομος με το ρήτορα Λιβάνιο μόνο Ρητορική. Ως προς την Ιατρική η μαθητεία, πέραν των εγκύκλιων και της μελέτης των έργων Ιπποκράτους και Γαληνού[17], μόνο κατά μαρτυρία Γρηγορίου, γινόταν κοντά σε ιδιώτες γιατρούς, ή στους αρχιάτρους της Ρωμαϊκής διοίκησης. Πάντως έτσι μπορεί να ἐξηγηθεί και η καλή γνώση μελέτης του επιστητού από τους Τρεις Ιεράρχες κατά τη διάκριση των επιστημών από τον Αριστοτέλη σε θεωρητικές, πρακτικές και ποιητικές. Θεωρία είναι μόνο η Θεολογία ως λόγος- ομολογία του Τριαδικού Θεού κατά τις προφητικές και ευαγγελικές αποδείξεις και της εκλάμψεως και χάριτος αυτού στους εμπείρους, ή κατά τη δεκτικότητα εκάστου, στις πρακτικές υπάγεται ο λόγος για την εκκλησιαστική πράξη και τη γνώση της δημιουργίας κατά το λόγο της Γενέσεως μέχρι την Αποκάλυψη, ο περί της Οικονομίας λόγος, αλλά κατηγορηματικά και ο λόγος των θύραθεν ομοίως ως προς το φυσικό νόμο και τα αποτελέσματα της λογικής επεξεργασίας, ενώ οι ποιητικές αξιολογούνται από τη χρησιμότητα για τον κοινό βίο[18].

Η κατάφαση στη γνώση της δημιουργίας και των επιτευγμάτων των ανθρώπων, ως επιστήμη, γνώση και σοφία μετά πείρας[19], κυρίως είναι πρόταση α) του Μ. Βασιλείου, ο οποίος στην Ἑξαήμερο είναι σαφής ως προς την υιοθέτηση των επιτευγμάτων της έρευνας της κτίσης από τους θύραθεν: «Οὐ γάρ ἐλαττοῦται ἡ ἐπί τοῖς μεγίστοις ἔκπληξις, ἐπειδάν ὁ τρόπος καθ᾽ ὃν γίνεται τί τῶν παραδόξων ἐξευρεθῆ· εἰ δὲ μὴ ἀλλὰ τό γε ἁπλοῦν τῆς πίστεως ἰσχυρότερον ἔστω τῶν λογικῶν ἀποδείξεων»[20], β) του Αγ. Γρηγορίου, που ενσωματώνει τα της Ἑξαημέρου στη δική του ερμηνευτική[21], συνθέτοντάς την με τον ισχυρισμό των Απολογητών ότι οι Έλληνες (θύραθεν), ό,τι είπαν ως δική τους θεολογία, το δανείστηκαν από τα Μωσαϊκά: «ἐκ τῶν Μωσαϊκῶν οἶμαι βιβλίων καὶ ἡμετέρων, εἰ καὶ περὶ τὴν κλῆσίν τι διηνέχθησαν, ἐν ἄλλοις ὀνόμασι τοῦτο παραδηλώσαντες»[22], ενώ γ) ο Χρυσόστομος, ο οποίος είναι εκ των τριών ο κατεξοχήν ερμηνευτής της Αγίας Γραφής, παραπέμπει επίμονα στο χωρίο Βαρούχ 3, 36-38: «οὗτος ὁ Θεὸς ἡμῶν, οὐ λογισθήσεται ἕτερος πρὸς αὐτόν. ἐξεῦρε πᾶσαν ὁδὸν ἐπιστήμης καὶ ἔδωκεν αὐτὴν ᾿Ιακὼβ τῷ παιδὶ αὐτοῦ καὶ ᾿Ισραὴλ τῷ ἠγαπημένῳ ὑπ᾿ αὐτοῦ· μετὰ τοῦτο ἐπὶ γῆς ὤφθη καὶ ἐν τοῖς ἀνθρώποις συνανεστράφη»[23], και γι᾽ αυτό απαιτεί σεβασμό των πρακτικών επιστημών ως θεόσδοτων. Με μία τέτοια κατάφαση στη δημιουργία, στην κτιστή πραγματικότητα, το αεί κτίζεσθαι της δημιουργίας κατά τους σπερματικούς λόγους του Μ. Βασιλείου, είναι ευεξήγητο, γιατί δεν υπήρξε αντιπαράθεση μεταξύ της εκκλησιαστικής πράξης και της επιστήμης στην Ορθόδοξη Εκκλησία, ενώ στις μέρες μας η σφοδρή εναντίωση στη θεωρία της εξελίξεως είναι εισαγόμενη και αντικατοπτρίζει την κρίση του Προτεσταντισμού και του Καθολικισμού και των παρεκκλησιαστκών οργανώσεων παρ᾽ ημίν, που έχουν επισωρεύσει οι τελευταίοι δεινά στις μέρες μας ως προς την κατ᾽ επιστήμην αντιμετώπιση και της πανδημίας.

Δημιουργός και δρων στην ιστορία του παλαιού και του νέου Ισραήλ ο ενανθρωπήσας Λόγος ενώνει το σύμπαντα κόσμο και υπ᾽ αυτήν την ερμηνευτική σκοπιά η έρευνα της κτίσης, ο φυσικός νόμος και τα γεγονότα της Θείας Οικονομίας του Λόγου παρατίθενται σε μία ενότητα από τον Άγ. Γρηγόριο, γιατί τα πάντα τα ενοποιεί ο εις Κύριος, οπότε τίθεται ως δεδομένη και πάσα επιστήμη, ιερά και θύραθεν, σύμφωνα με τον ίδιο σκοπό εκάστης.

 

γ. Το παράδειγμα της Ιατρικής

Από τους Τρεις Ιεράρχες ο Βασίλειος είναι βέβαιο ότι σπούδασε μεταξύ των άλλων επιστημών και την Ιατρική. Θα έλεγα ότι είναι ο πανεπιστήμων, ο οποίος χρησιμοποιεί αυτήν τη γνώση τόσο στην κηρυγματική ερμηνεία της Αγίας Γραφής όσο και στην εκκλησιαστική πράξη προβάλλοντας το επιχείρημα ότι οι πρώτες αρχές των επιστημών, όπως επίσης και της Ιατρικής, γίνονται δεκτές άνευ ζυγομαχίας, δηλαδή άνευ συζητήσεως, και ασφαλώς τα πάντα κρίνονται εκ του αποτελέσματος[24].

Η άνευ ζυγομαχίας αποδοχή των πρώτων αρχών των επιστημών πρέπει να γίνεται αποδεκτή εκ των θύραθεν και επομένως ισχύει ο λογικός βηματισμός με τον παραλληλισμό προς «τὴν ἐκ τῆς ἀβασανίστου πίστεως ἐπιζητεῖ συγκατάθεσιν. Πιστεῦσαι γὰρ δεῖ, φησίν, ὅτι ἔστι Θεός, οὐχὶ ζητῆσαι, οὐδὲ ζυγομαχῆσαι τὸ τί ἐστι»[25]. Περισσότερο από όλες τις επιστήμες η Ιατρική, και ως καθεαυτήν πρακτική επιστήμη και ως παραδειγματική των μεθόδων θεραπείας των ασθενών, έχει συνεχή εφαρμογή παραδειγματικά στην επιστήμη της ποιμαντικής[26].

Εν ολίγοις συνοψίζω το σχήμα: Η Εκκλησία θεραπεύει χάριτι τον άνθρωπο συνεχώς ως προς την έλλογη ψυχή του, η Ιατρική ως προς το σώμα του, αλλά τελικώς ο παρέχων, ο δίδων οδόν, για κάθε επιστήμη και ιατρεία για όλα τα δημιουργήματα και εξαιρέτως για τον άνθρωπο, είναι ο Θεός, πάντα παρών Πνευματικώς, δημιουργός και ανακαινιστής. Ειδικά ο Άγ. Βασίλειος με μακρά ποιμαντική διακονία και έμπρακτη φιλανθρωπία και οργάνωση και του μοναχικού κοινοβιακού βίου με Ὅρους (κανόνες), παρουσιάζει ένα εξαιρετικό σεβασμό, άνευ ουδεμίας αμφισβήτησης, στις εφαρμογές της Ιατρικής[27], ενώ ο παραδειγματικός τρόπος είναι πιο έντονος στο Γρηγόριο και το Χρυσόστομο.

 

Β. Η σύγχρονη πρόκληση της Επιστήμης για την Εκκλησία με κέντρο το κατεξοχήν της ιερό μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας και του τρόπου μεταδόσεώς της καί τινα έτερα

Θα μπορούσα να αντιστρέψω τον τίτλο αυτό και να πω η σύγχρονη πρόκληση αποκλινόντων κληρικών και θεολόγων κατά του Μυστηρίου της Θείας Οικονομίας και της κτίσης, του φυσικού νόμου και της λογικής, γιατί οι κατάγοντες σε κτίσμα το Θεό, υβρίζουν και την κτίση, κατά τον εμόν Γρηγόριον: «Ὥσπερ τοῦ Πατρὸς ὑποστέλλεται ὁ Υἱὸς τοῖς ταπεινοῖς καὶ κάτω κειμένοις, οὕτως ὑποστελλομένης πάλιν καὶ ἀπὸ τοῦ Υἱοῦ τῆς ἀξίας τοῦ Πνεύματος· ὡς ἂν καὶ Θεός, καὶ κτίσις ὑβρίζηται τῇ καινῇ ταύτῃ θεολογίᾳ»[28].

Η παρούσα πανδημία ανέδειξε μία σειρά ερωτημάτων, τα οποία αφενός μεν αποκάλυψαν την έν τινι μέτρω αδυναμία της Ορθόδοξης Εκκλησίας, εννοώ των Ελληνόφωνων που έχουν πρόσβαση στις πηγές του καθόλου βίου της Εκκλησίας, (συμπεριλαμβάνω και τις θεολογικές σπουδές μαζί με τα κατευθυνόμενα εκκλησιαστικά ΜΜΕ) να παρακολουθήσει την αμφισβήτηση των πάγια αντιτιθεμένων στην Εκκλησία, αλλά και των αμαθώς καπηλευομένων την πίστη, αγνοούσα τη βασική αρχή έναντι της Ιατρικής, όπως την έθεσαν οι Τρεις Ιεράρχες: Η Ιατρική, όπως και κάθε επιστήμη, είναι επιστήμη, η οποία ασκείται από τον ιατρό, και δεν εξετάζεται τίποτα πέραν αυτού ως προς αυτόν, ούτε καν, αν είναι ο ίδιος άρρωστος σωματικά. Η διάκριση των ιατρών σε πιστούς, ευσεβείς, και ασεβείς, είναι κρίση ανίδεων ανθρώπων περί επιστήμης και άρνηση της κοινής λογικής. Αντίθετα, στην κρίση, ιδίως της πανδημίας, οφείλουμε να επιζητήσουμε την ανάλυση γενναίων ανθρώπουν, που δεν άγονται από προσωπικές προϋποθέσεις λόγου ή και προσωπικές σκοπιμότητες.

Καταρχάς το θέμα της αντικειμενοποίησης του χώρου των ιερών ναών με βάση την αρχή ιερού και ανιέρου είναι μία ειδωλική ερμηνεία, μανιχαϊκή. Ο ναός είναι ιερός ως το σημείο αναμονής του εκκλησιασμού του σύμπαντος κόσμου, γιατί τα πάντα της δημιουργίας μετέχουν κατά το λόγο υπάρξεώς τους στην αγαθότητα του Θεού, ως αποτελέσματα της δημιουργικής ενεργείας του, είναι φωτερά ενεργήματα, αναδύθηκαν μέσα στο φως της δημιουργίας. Επιπλέον ολόκληρο το σύμπαν είναι εν πορεία, τίποτα δεν είναι αποκομμένο, ερριμένο, και η οδύνη είναι κοινή. Αν οι ναοί και τα αντικείμενά τους ήταν έξω από την οδύνη του κόσμου, θα ήταν και χώροι αυτόματης θεραπείας, αυτό εννοώ με την ειδωλική αντικειμενοποίηση. Είναι κοινή η οδύνη, ακόμη και η σωτηρία δεν είναι ατομική υπόθεση, αλλά κοινή, μετά πάντων των Αγίων, εξαιρέτως δε της Θεοτόκου. Το πλέον αξιοπρόσεκτο παράδειγμα είναι οι άγιες εικόνες, που η τιμή και ο ασπασμός διαβαίνει «Πνευματικῶς» στο εικονιζόμενο πρόσωπο. Είναι σημεία, υπομνήματα προσώπων, πνευματικά μάς κάνουν παρόντα τα άγια πρόσωπα και ασφαλώς κατά το υλικό στοιχείο φέρουν εξαιτίας μας την οδύνη μας, την όποια αρρώστια μας, όταν εμείς τα κτιστά όντα, δημιουργούμε την αλυσίδα της ασθενείας, αν και η ύπαρξή μας όλη, σωματικά και ψυχικά, καλείται να γίνει ορατή «Πνευματικῶς», κατά τη δεκτικότητά μας. Όπως επίσης είναι ειδωλικό, να διατυπώνεται ο ισχυρισμός ότι η χρήση της μάσκας εντός του ναού, αμαυρώνει την εικόνα μας, αλλά η αμαρτία μας αμαυρώνει όλη την ύπαρξή μας και οι παράλογοι λογισμοί μας, που είναι αυτοκτονικοί. Αυτό είναι εγκατάληψη του Αγίου Πνεύματος, που συγκροτεί όλο το θεσμό, δηλαδή, όλο το βίο της Εκκλησίας, όλα τα θέσμια[29].

Και έρχομαι στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας καθεαυτό, που θα έπρεπε να το θέσω εξαρχής πιο έντονα, γιατί αυτό είναι το καίριο θέμα σήμερα για την Ορθόδοξη Εκκλησία, ενώ η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία το έλυσε περί το 12ο αι., λόγω των μεσαιωνικών πανδημιών, εξαιτίας απουσίας όρων καθαριότητος στις πόλεις της Δύσης, με ένα τρόπο βίαιο, μπορώ να πω, πριν τη γενική υιοθέτηση της λαβίδος περί το 14ο αι. από τους Ορθοδόξους της Ανατολής.

Και θέτω το θέμα της Θείας Ευχαριστίας και του τρόπου μεταδόσεως ως την κορυφαία συζήτηση μεταξύ των λαϊκών μελών και ολόκληρης της κοινωνίας, εν μέσω πανδημίας, γιατί η ρηματική εντολή: αυτό είναι κόκκινη γραμμή και δεν αλλάζουμε τίποτα, είτε αυτό προέρχεται από την Ι. Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος, είτε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, άνευ ουδεμίας εξηγήσεως, είναι αποκαρδιωτική, μοιάζει σα να αποκόπτεται η Σύνοδος από το πλήθος, σαν να απέλειπε η λατρεία από το να είναι λογική και κοινή όλου του εκκλησιαστικού σώματος, σαν η συνοδικότητα της Εκκλησίας να μην αναδύεται ως πράξη και ανάγκη του εκκλησιαστικού βίου, αλλά να συνιστά επιβαλλόμενη λειτουργία και απόφαση[30]. Επιπλέον δεν κείμαι εκτός θέματος με δεδομένο ότι δύο από τους Τρεις Ιεράρχες, Βασίλειος και Ιωάννης ο Χρυσόστομος, είναι οι συντάκτες της Θείας Λειτουργίας[31].

Η μεγάλη ανατροπή που επέφερε ο Χριστός ως προς τους ασθενείς εν σχέσει προς τον Ισραήλ, που τους απέβαλε έξω των τειχών, όπως και οι εθνικοί, ήταν ότι τους έκανε αδελφούς, η Εκκλησία έκανε νοσοκομεία, τους περιέθαλψε, τους διαχειρίσθηκε, παρέχοντας ίαση πνευματική και σωματική. Επιπλέον στην Ανατολή είναι γνωστή η χρήση του ύδατος ως καθαρτηρίου, το ίδιο το βάπτισμα είναι λουτρό παλιγγενεσίας, ολόσωμη κατάδυση. Και δεν είναι τυχαίο ότι τα μοναστήρια, που απετέλεσαν τα πρώτα θεραπευτήρια, τα βυζαντινά, δηλαδή, και τα νεότερα νοσοκομεία, ήταν πλουτισμένα με αγιάσματα και φιάλες ρέοντος ύδατος.

Ο Χριστός θεραπεύει τον παραλυτικό, που δεν είχε κάποιον, ο οποίος θα τον έριχνε στη κολυμβήθρα της Βηθεσδά και συζητά με τη Σαμαρείτιδα πλάϊ σε ένα φρέαρ, το λεγόμενο του Ιακώβ, ότι αυτός είναι το ύδωρ το ζων πνευματικά. Η Ανατολή είναι γεμάτη από δεξαμηνές, κρήνες και αγιάσματα και υδραγωγεία και αποχετευτικά συστήματα, ώστε να εξασφαλίζεται η υγεία των πολιτών. Ακόμη και εντός του Ιερού βήματος υπάρχει το χωνευτήρι, ο ιερός ιπνός, που εκβάλλει κατευθείαν στη γη, όπως επίσης ο Αρχιερεύς πλένει τα χέρια, για να παραλάβει τα τίμια δώρα προ του καθαγιασμού. Τα είδη, ο άρτος είναι ψημμένος καλά, και ο οίνος και δη και ο οίνος είναι αντισηπτικός, γνωστή η χρήση του στην Ιατρική και από τα έθνη, το ζέον πρέπει να είναι βραστό, και γνωρίζουμε οι ειδότες με ποιά προσοχή συντηρείται ο δεύτερος αμνός της Μ. Πέμπτης και ο προηγιασμένος άρτος των Προηγιασμένων της Μ. Σαρακοστής. Αν δεν συντηρηθούν σωστά, θα μουχλιάσουν, όπως μούχλιασε ο προηγιασμένος άρτος κατά την περιγραφή του Χρονικού του Γεωργίου Παχυμέρη το 13ο αι. στην Κωνσταντινούπολη και ερρίφθη μετά φόβου στον ιερό ιπνό, δηλαδή στο χωνευτήρι[32].

Είναι γνωστόν στους θύραθεν, ακόμη και στον Ισραήλ[33], ότι το ασήμι και το χρυσάφι είναι τα πλέον αντισηπτικά μέταλλα, μαζί με το χαλκό για μόνο το νερό, από τα οποία κατασκευάζονται τα ιερά σκεύη, όπως και στον παλαιό Ισραήλ. Η Εκκλησία διαφύλαξε εξαρχής και στους βυζαντινούς χρόνους όλη τη σκευή καθαρή περί τη Θεία Ευχαριστία και τις ιερές ακολουθίες. Εξάλλου, η ίδια η φύση δεν είναι φορέας της πτώσης και της αποστασίας κατά το λόγο της δημιουργίας. Ο άνθρωπος, ή καλύτερα, τα λογικά όντα αμαρτάνουν και συμπαρασύρουν στη φθορά και την υπόλοιπη δημιουργία, την λίαν αγαθή, φέρων μόνος αυτός την οδύνη της όποιας νόσου στον παρόντα αιώνα[34].

Θα παρακάμψω, για το περιορισμένο του χρόνου, μία περαιτέρω λεπτομερή θεολογική ερμηνεία, πεπλουτισμένη και με τα ιστορικά και συνοδικά στοιχεία, και θα πω κατηγορηματικά εν μέσω της παρούσης πανδημίας, που λόγω κλιματικής αλλαγής και των εξ αυτής μολύνσεων και της εγγύτητος της άγριας ζωής, εξ αιτίας υπερβάσεως των ορίων υπό του ανθρώπου, (γι᾽ αυτό θα υπάρξει και συνέχεια, και δεν θα ξεμπερδέψει εύκολα η ανθρωπότητα από τις μολυσματικές νόσους), ότι όσο κι αν είναι ελάχιστο κατ᾽ αυτάς το ιικό φορτίο της Θείας Μεταλήψεως, η μόλυνση είναι πραγματική, γιατί τον κύκλο της μόλυνσης τον παράγει ο άνθρωπος που μεταλαμβάνει, δημιουργώντας την αλυσίδα της μόλυνσης, ενώ η ασθένειά του δεν μπορεί κατ᾽ ουδένα τρόπο να παραβλάψει τη θεία χάρη, τη συνέχουσα τα πάντα και μη αναιρούσα την κτιστότητά μας, καθώς είναι, « πάντοτε τὰ ἀσθενῆ θεραπεύουσα καὶ τὰ ἐλλείποντα ἀναπληροῦσα», και μεταβάλλουσα τα τίμια δώρα σε σῶμα και αίμα Χριστού, «δι᾽ ἡμᾶς καὶ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν» καὶ όχι ως ένα αντικειμενοποιημένο ειδωλικό γεγονός. Και γι᾽ αυτό αναγόμαστε «Πνευματικῶς» κατά τη Θεία Ευχαριστία στον αοράτως συνόντα[35] και εν δεξιά του Πατρός καθεζόμενο, «ἐν θρόνῳ ἐπῃρμένῳ...», καθότι Αυτός είναι «Πνευματικῶς»[36] ορώμενος, προσφέρων και προσφερόμενος και δεχόμενος προς αγιασμό τα τίμια δώρα δι᾽ ἡμᾶς μετά του Πατρός και του Αγίου Πνεύματος, διαδιδόμενος και μετεχόμενος και αεί ερχόμενος ο Κύριος μετά δόξης[37]!

Κατακλείω εν ολίγοις: Εξ επόψεως τηρήσεως των όρων της καθαριότητος, η χρήση των πολλαπλών λαβίδων με την απαραίτητη, βεβαίως, φροντίδα, συνιστά πράξη φιλανθρωπίας, σύμφωνα και με την κατά Βασίλειο θέση περί Ιατρικής ως χορηγού υγείας, και εν τη θεολογική πράξει εφαρμογή του ακροτελεύτιου της ευχής της Θ. Λειτουργίας του Μ. Βασιλείου: «Ἤνυσται καὶ τετέλεσται, ὅσον εἰς τὴν ἡμετέραν δύναμιν, Χριστέ, ὁ Θεὸς ἡμῶν, τὸ τῆς σῆς οἰκονομίας μυστήριον·ἔσχομεν γὰρ τοῦ θανάτου σου τὴν μνήμην, εἴδομεν τῆς Ἀναστάσεώς σου τὸν τύπον, ἐνεπλήσθημεν τῆς ἀτελευτήτου σου ζωῆς, ἀπηλαύσαμεν τῆς ἀκενώτου σου τρυφῆς, ἧς καὶ ἐν τῷ μέλλοντι αἰῶνι πάντας ἡμᾶς καταξιωθῆναι εὐδόκησον, χάριτι τοῦ ἀνάρχου σου Πατρός, καὶ τοῦ ἁγίου καὶ ἀγαθοῦ, καὶ ζωοποιοῦ σου Πνεύματος, νῦν, καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν».



[1]. Ομιλία δοθείσα στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων κατά τον επίσημο εορτασμό των Τριών Ιεραρχών, 30 Ιανουαρίου 2022.

[2]. Ελισάβετ Σωτηρούδη, Η απολογητική παραγωγή κατά τον 11ο αιώνα. Η περίπτωση του Ιωάννη Μαυρόποδα, διδ. διατριβή, Τμήμα Φιλολογίας Α.Π.Θ., Θεσσαλονίκη 2012, σσ. 147-178.

[3]. Johannis Euchaitorum metropolitae que in codice vaticano graeco 676 supersunt, εκδ. P. de Lagarde-J. Bollig, Abhandl. der histor. - philolog. Klasse der koenigl. Gesellschaft der Wiss. zu Göttlingen 28(1882), αριθμ. 178, σσ. 106-119.

[4]. Ἁγ. Βασιλείου, Ὁμιλία εἰς Ψαλμὸν 115, PG 30, 105A: «Οὕτω δὴ οὖν καὶ τὸ τῆς θεολογίας μυστήριον, τὴν ἐκ τῆς ἀβασανίστου πίστεως ἐπιζητεῖ συγκατάθεσιν. Πιστεῦσαι γὰρ δεῖ, φησίν, ὅτι ἔστι Θεός, οὐχὶ ζητῆσαι, οὐδὲ ζυγομαχῆσαι τὸ τί ἐστί».

[5]. Ἁγ. Γρηγορίου, Λόγος 28, 6, PG 36, 32C.

[6]. Ἁγ. Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Περὶ μετανοίας, PG 49, 325.

[7]. Ἁγ. Βασιλείου, Περὶ πίστεως, PG 31, 3, 469Β-472Β. Πρβλ. Ἁγ. Γρηγορίου, Λόγος 31, 29 PG 36, 165A–168B.

[8]. Ἁγ. Γρηγορίου, Λόγος 31, 8 PG 36, 141Β.

[9]. Ἁγ. Γρηγορίου, Λόγος 28, 1 PG 36, 25C– 28A.

[10]. Ἁγ. Γρηγορίου, Λόγος 31, 16 PG 36, 149C.

[11]. Ἁγ. Γρηγορίου, Λόγος 27,  10 PG 36, 24B– 25A.

[12]. Λόγος 2, 36 PG35, 444BC.

[13]. Στον Άγ. Βασίλειο Θεολογία ουσιαστικώς είναι η βαπτισματική ομολογία και Οικονομία κυρίως το έργο του Λόγου στη δημιουργία, με την ενανθρώπηση αλλά και η Θ. Ευχαριστία. Ενδεικτικά Ἁγ. Βασιλείου, Ἐπιστολὴ 8 PG 32, 252BD: «Ὑπονοῶ τοίνυν ὅτι οὐκ ἐξαρκεῖν ᾠήθη νῦν ὁ Παῦλος, τὸ σκεῦος τῆς ἐκλογῆς, κηρύσσειν μόνον Θεὸν τὸν Υἱὸν καὶ Θεὸν τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, ὅπερ διὰ τῆς Εἷς Θεὸς ἐδήλωσε ῥήσεως, ἐὰν μὴ καὶ διὰ τῆς προσθήκης τοῦ Πατρὸς τὸν ἐξ οὗ τὰ πάντα δηλώσῃ καὶ διὰ τῆς μνήμης τοῦ Κυρίου τὸν Λόγον τὸν δι᾽ οὗ τὰ πάντα σημάνῃ καὶ πάλιν διὰ τῆς Ἰησοῦ Χριστοῦ συμπαραλήψεως τὴν ἐνανθρώπησιν ἀπαγγείλῃ καὶ τὸ πάθος παραστήσῃ καὶ τὴν ἀνάστασιν φανερώσῃ. Τὸ γὰρ Ἰησοῦς Χριστὸς τὰς τοιαύτας ἐννοίας ἡμῖν ἐμφαίνει. Διὸ καὶ πρὸ τοῦ πάθους παραιτεῖται ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς καταγγέλλεσθαι καὶ διαστέλλεται τοῖς μαθηταῖς ἵνα μηδενὶ εἴπωσιν ὅτι αὐτός ἐστιν Ἰησοῦς ὁ Χριστός. Πρόκειται γὰρ αὐτῷ τελειώσαντι τὴν οἰκονομίαν, μετὰ τὴν ἐκ νεκρῶν ἀνάστασιν καὶ τὴν εἰς οὐρανοὺς ἀνάληψιν, ἐπιτρέψαι αὐτοῖς κηρύσσειν αὐτὸν Ἰησοῦν τὸν Χριστόν. Τοιοῦτόν ἐστι καὶ τὸ "Ἵνα γινώσκωσί σε τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεὸν καὶ ὃν ἀπέστειλας Ἰησοῦν Χριστόν", καὶ τὸ "Πιστεύετε εἰς τὸν Θεόν, καὶ εἰς ἐμὲ πιστεύετε", πανταχοῦ τὴν ἔννοιαν ἡμῶν ἀσφαλιζομένου τοῦ Πνεύματος τοῦ Ἁγίου, ἵνα μὴ θατέρῳ προσβαίνοντες θατέρου ἐκπίπτωμεν καὶ τῇ θεολογίᾳ προσέχοντες τῆς οἰκονομίας καταφρονῶμεν καὶ γένηται ἡμῖν κατὰ τὸ ἐλλεῖπον ἡ ἀσέβεια». Ἐτσι ακόμη και η Θ. Ευχαριστία είναι προετοιμασία προς θεωρία. Πρβλ. αυτόθι «Σάρκα γὰρ καὶ αἷμα πᾶσαν αὐτοῦ τὴν μυστικὴν ἐπιδημίαν ὠνόμασε καὶ τὴν ἐκ πρακτικῆς καὶ φυσικῆς καὶ θεολογικῆς συνεστῶσαν διδασκαλίαν ἐδήλωσε, δι᾽ ἧς τρέφεταί τε ψυχὴ καὶ πρὸς τὴν τῶν ὄντων τέως θεωρίαν παρασκευάζεται. Καὶ "Ὁ τρώγων με, φησί, ζήσεται δι᾽ ἐμέ". Τρώγομεν γὰρ αὐτοῦ τὴν σάρκα καὶ πίνομεν αὐτοῦ τὸ αἷμα, κοινωνοὶ γινόμενοι διὰ τῆς ἐνανθρωπήσεως καὶ τῆς αἰσθητῆς ζωῆς τοῦ Λόγου καὶ τῆς Σοφίας. Σάρκα γὰρ καὶ αἷμα πᾶσαν αὐτοῦ τὴν μυστικὴν ἐπιδημίαν ὠνόμασε καὶ τὴν ἐκ πρακτικῆς καὶ φυσικῆς καὶ θεολογικῆς συνεστῶσαν διδασκαλίαν ἐδήλωσε, δι᾽ ἧς τρέφεταί τε ψυχὴ καὶ πρὸς τὴν τῶν ὄντων τέως θεωρίαν παρασκευάζεται».

[14]. Λόγος 27, 10 PG 36, 25A.

[15]. Λόγος 43, 11, PG 36, 508B.

[16]. Λόγος 43, 11, PG 36, 509A: «Οὔκουν ἀτιμαστέον τὴν παίδευσιν, ὅτι τοῦτο δοκεῖ τισιν· ἀλλὰ σκαιοὺς καὶ ἀπαιδεύτους ὑποληπτέον τοὺς οὕτως ἔχοντας, οἳ βούλοιντ᾿ ἂν ἅπαντας εἶναι καθ᾿ ἑαυτούς, ἵν᾿ ἐν τῷ κοινῷ τὸ κατ᾿ αὐτοὺς κρύπτηται, καὶ τοὺς τῆς ἀπαιδευσίας ἐλέγχους διαδιδράσκωσιν».

[17]. Λόγος 7, 20 PG 35, 780C.

[18]. Περί επιστημών και τεχνών βλ. Ἁγ. Ἰωάννου, Ὑπόμνημα εἰς τὴν πρὸς Κορινθίους δευτέραν Ἐπιστολήν, Ὁμιλία 15, 3 PG 61, 506.

[19]. Ἁγ. Βασιλείου, Ἐπιστολὴ 204, 5 PG 32, 752Α. Πρβλ. και Ὁμιλία 12, 3, Εἰς τὴν ἀρχὴν τῶν Παροιμιῶν, PG 31, 389C και αυτόθι Ὁμιλία 12, 4, PG 31, 392Β: «Ἔστι δέ τις καὶ ἀνθρωπίνη σοφία· ἡ ἐμπειρία τῶν κατὰ τὸν βίον πραγμάτων, καθ᾽ ἣν σοφοὺς λέγομεν τοὺς καθ᾽ ἑκάστην τῶν ὠφελίμων τεχνῶν ἐπιστήμονας».

[20]. Εἰς τήν Ἑξαήμερον PG 29, 25Α. Πρβλ. επίσης, Εἰς τήν Ἑξαήμερον ΡG 29, 149C: «Ἑκάστου γένους τάς ἀπαρχάς νῦν, οἱονεὶ σπέρματά τινα τῆς φύσεως προβληθῆναι κελεύει· τό δέ πλῆθος αὐτῷ ἐν τῇ μετά ταῦτα διαδοχῇ ταμιεύεται, ὅταν αὐξάνεσθαι καί πληθύνεσθαι δέῃ».

[21]. Λόγος 43, 67 PG 36, 585Α: «Ἐγὼ τοῦτο μόνον αὐτοῦ διηγήσομαι. Ὅταν τὴν ἑξαήμερον αὐτοῦ μεταχειρίζωμαι καὶ διὰ γλώσσης φέρω, μετὰ τοῦ κτίστου γίνομαι, καὶ γινώσκω κτίσεως λόγους, καὶ θαυμάζω τὸν κτίστην πλέον ἢ πρότερον, ὄψει μόνῃ διδασκάλῳ χρώμενος».

[22]. Λόγος 43, 23 PG 36, 528BC.

[23]. Ἁγ. Ιωάννου, Περὶ ἀκαταλήπτου, Ὁμιλία 5, PG 48, 738-739: «Οὐδαμῶς· ἄκουσον γὰρ πῶς καὶ οὗτος περὶ τῆς οἰκονομίας ἐμνήσθη· εἰπὼν γάρ· "Οὗτος ὁ Θεὸς ἡμῶν, οὐ λογισθήσεται ἕτερος πρὸς αὐτόν", ἐπήγαγεν· "Ἐξεῦρε πᾶσαν ὁδὸν ἐπιστήμης καὶ ἔδωκεν αὐτὴν Ἰακὼβ τῷ παιδὶ αὐτοῦ καὶ Ἰσραὴλ τῷ ἠγαπημένῳ ὑπ᾽ αὐτοῦ"». Πρβλ. του αυτού, Εἰς τὸν ἅγιον ἱερομάρτυρα Φωκᾶν καὶ κατὰ αἱρετικῶν, παραγρ. 4, PG 50, 705: «Ἄκουσον τοῦ προφήτου λέγοντος· "Οὗτος ὁ Θεὸς ἡμῶν, οὐ λογισθήσεται ἕτερος πρὸς αὐτόν· ἐξεῦρε πᾶσαν ὁδὸν ἐπιστήμης"· μετὰ ταῦτα ἐπὶ γῆς ὤφθη, καὶ τοῖς ἀνθρώποις συνανεστράφη».

[24]. Ἁγ. Βασιλείου, Ὁμιλία εἰς τον Ψαλμὸν 115, PG 30, 104–105: «Ἀνάγκη γὰρ ἑκάστης μαθήσεως ἀνεξετάστους εἶναι τὰς ἀρχὰς τοῖς μανθάνουσιν· ἐπεὶ ἀμήχανον τοὺς περὶ τὰ πρῶτα ζυγομαχοῦντας δυνηθῆναι ὁδῷ καὶ τάξει προελθεῖν εἰς τὸ τέλος. Καὶ τοῦτο ἂν μάθοις παρ᾽ αὐτῶν τῶν ἔξωθεν. Εἰ γὰρ μὴ συγχωρήσειας τὰς πρώτας ἀρχὰς τῷ γεωμέτρῃ, ἀμήχανον αὐτὸν τὰ ἐφεξῆς συμπεράνασθαι. Καὶ τῆς ἀριθμητικῆς ὁ τοῖς πρώτοις καὶ στοιχειώδεσιν ἐνιστάμενος, τὴν εἰς τὸ πρόσω ὁδὸν διακόπτει. Ὁμοίως δὲ καὶ ἰατρικαὶ ἀρχαὶ ἰατροῖς ἀναπόδεικτοι. Καὶ ὅλως, ἐν ὁποιῳδήποτε ἐπιτηδεύματι τῶν ὁδῷ καὶ τάξει προϊόντων ἐπὶ τὸ τέλος, ἀδύνατον τῶν πρώτων ὑποθέσεων ἀποδείξεις ἐπιζητεῖν· ἀλλ᾽ ἀνάγκη τὰς τῶν λογικῶν τεχνῶν ἀρχὰς ἀνεξετάστως παραδεξάμενον, τὸ ἐκ τῶν ὑποτεθέντων ἀκόλουθον ἐν τοῖς ἐφεξῆς ἐπιβλέπειν. Οὕτω δὴ οὖν καὶ τὸ τῆς θεολογίας μυστήριον, τὴν ἐκ τῆς ἀβασανίστου πίστεως ἐπιζητεῖ συγκατάθεσιν. Πιστεῦσαι γὰρ δεῖ, φησίν, ὅτι ἔστι Θεός, οὐχὶ ζητῆσαι, οὐδὲ ζυγομαχῆσαι τὸ τί ἐστί».

[25]. Ένθ. αν.

[26]. Ἁγ. Γρηγορίου, Λόγος 18, 16 PG 35, και Λόγος 30, 21 PG36, Πρβλ. Λόγος 3, 16 PG 35, 425AΒ: «Γνοίη δ᾿ ἄν τις τῇ τῶν σωμάτων θεραπείᾳ, τὴν τῶν ψυχῶν ἰατρείαν ἀντεξετάσας· καὶ ὅσῳ μὲν ἐργώδης ἐκείνη καταμαθών, ὅσῳ δὲ ἡ καθ᾿ ἡμᾶς ἐργωδεστέρα προσεξετάσας, καὶ τῇ φύσει τῆς ὕλης, καὶ τῇ δυνάμει τῆς ἐπιστήμης, καὶ τῷ τέλει τῆς ἐνεργείας τιμιωτέρα. Ἡ μὲν γὰρ περὶ σώματα πονεῖται, καὶ τὴν ἐπίκηρον ὕλην καὶ κάτω ῥέουσαν, πάντως λυθησομένην καὶ πεισομένην τὸ ἑαυτῆς, κἂν νῦν τῇ συμμαχίᾳ τῆς τέχνης κατακρατήσῃ τῆς ἐν αὐτῇ στάσεως· ἢ γὰρ νόσος ἢ χρόνος ἔλυσεν, εἴξασαν τῇ φύσει, καὶ τοὺς ἰδίους ὅρους οὐχ ὑπερβαίνουσαν». Ομοίως πρβλ. Ἁγ. Βασιλείου, Ἀρχὴ των ἠθικῶν, Ὅρος 79, κεφ. ιστ´, PG 31, 865ΒC: «Ὡς ἰατρούς, ἐν πολλῇ εὐσπλαγχνίᾳ κατ᾽ ἐπιστήμην τῆς τοῦ Κυρίου διδασκαλίας θεραπεύοντας τὰ πάθη τῶν ψυχῶν, εἰς περιποίησιν τῆς ἐν Χριστῷ ὑγείας καὶ διαμονῆς».

[27]. Ἁγ. Βασιλείου, Ἐπιστολὴ 189, Εὐσταθίῳ ἀρχιάτρῳ, PG 32, 684C: «Ἔστι μὲν καὶ πᾶσιν ὑμῖν τοῖς τὴν ἰατρικὴν μετιοῦσι φιλανθρωπία τὸ ἐπιτήδευμα. Καί μοι δοκεῖ τῶν κατὰ τὸν βίον σπουδαζομένων ἁπάντων ὁ τὴν ὑμετέραν προτιθεὶς ἐπιστήμην ἐπιτυχεῖν ἂν τῆς πρεπούσης κρίσεως καὶ μὴ διαμαρτεῖν τοῦ πρέποντος, εἴπερ τὸ πάντων προτιμότατον, ἡ ζωή, φευκτόν ἐστι καὶ ἐπώδυνον, ἐὰν μὴ μεθ᾽ ὑγείας ἐξῇ ταύτην ἔχειν· ὑγείας δὲ χορηγὸς ἡ ὑμετέρα τέχνη». Πρβλ. και του ιδίου, Ἀπόκρισις (ἐρώτησις 28) PG 31, 1101Β: «Ὥσπερ οὖν ἐπὶ τοῦ σώματος οἱ ἐπιστήμονες σημεῖα ἔχουσί τινα τῶν κεκρυμμένων παθῶν, καὶ φευγόντων τὴν αἴσθησιν τοῦ πάσχοντος· οὕτω καὶ ἐπὶ τῆς ψυχῆς, κἂν μὴ αἰσθάνηται τοῦ ἰδίου πάθους ὁ ἁμαρτάνων, πιστεύειν δεῖ τῷ Κυρίῳ, καὶ αὐτὸν καὶ τοὺς μετ᾽ αὐτοῦ διαβεβαιωσαμένῳ, ὅτι ὁ πονηρὸς ἄνθρωπος ἐκ τοῦ πονηροῦ θησαυροῦ τῆς καρδίας αὐτοῦ προφέρει τὰ πονηρά».

[28]. Λόγος 39, 42, Εἰς τὸ ἅγιον βάπτισμα PG 36, 420Α.

[29]. Βλ. Ιδιόμελο της Πεντηκοστής: «Πάντα χορηγεῖ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον· βρύει προφητείας, ἱερέας τελειοῖ, ἀγραμμάτους σοφίαν ἐδίδαξεν, ἁλιεῖς θεολόγους ἀνέδειξεν. Ὅλον συγκροτεῖ τὸν θεσμὸν τῆς Ἐκκλησίας. Ὁμοούσιε καὶ ὁμόθρονε, τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Υἱῷ, Παράκλητε, δόξα σοι».

[30]. Ἁγ. Βασιλείου, Ἀπόκρισις (Ἐρώτησις 184) PG 31, 1205ΑΒ. Οπότε και ο Άγ. Γρηγόριος, που ουκ ολίγο δοκιμάσθηκε κατά τη διάρκεια της Β´ Οικουμενικής Συνόδου, κατέληξε με οξύτητα πρωτοφανή: «Ἔχω μὲν οὕτως, εἰ δεῖ τἀληθὲς γράφειν, ὥστε πάντα σύλλογον φεύγειν ἐπισκόπων, ὅτι μηδεμιᾶς συνόδου τέλος εἶδον χρηστὸν μηδὲ λύσιν κακῶν μᾶλλον ἐσχηκὸς ἢ προσθήκην. Ἀεὶ γὰρ φιλονεικίαι καὶ φιλαρχίαι (ἀλλ᾽ ὅπως μή με φορτικὸν ὑπολάβῃς οὕτω γράφοντα), καὶ λόγου κρείττονες· καὶ θᾶττον ἄν τις ἐγκληθείη κακίαν ἑτέροις δικάζων ἢ τὴν ἐκείνων λύσειε», Ἐπιστολὴ 130 PG 36, 225AB.

[31]. Η φερόμενη ως Θεία Λειτουργία του Αγ. Ιακώβου, ή η άλλη του Αγ. Γρηγορίου του Θεολόγου, είναι πλαστά κείμενα, η μεν μία απηχεί τις διατυπώσεις της ΣΤ´ Οικουμενικής, η δε δεύτερη προέρχεται από μονοφυσιτικούς κύκλους με ακραιφνείς μονοφυσιτικές διατυπώσεις, είναι, ως εκ τούτου, τουλάχιστον υστερογενής της Δ´ Οικουμενικής Συνόδου του 451.

[32]. Georgii Pachymeris de Michaele et Andronico Palaeologis libri tredecim, (Corpus scriptorum historiae Byzantinae), εκδ. I. Bekker, Weber: Bonn 1835; Συγγραφικαὶ ἱστορίαι, τόμ 2, κεφ. 7, σσ. 79-80: «Ἡμέρα μὲν οὖν τῆς τυρινῆς κυριώνυμος τότ᾽ ἐφίστατο, ἐκάλει δὲ τὸν ἐπ᾽ ἐκκλησίας ἱερουργοῦντα τ σύνηθες· τὸ δ᾽ ἦν τὸ προηγιασμέναις ἀναφοραῖς τὸ ἱερὸν πυξίον ἐς τι μάλιστα ἐμπιπλᾶν κατὰ χρείαν τῶν τεταγμένων λειτουργιν. ἐπεὶ γοῦν τετέλεστο μὲν τῆς ἱερᾶς θυσίας ἀναφορ, νεπτύσσετο δὲ τ πυξίον ἐφ᾽ τοὺς ἱεροὺς ἄρτους τεθῆναι, εὕρηταί τις εὐθὺς ἐν τὸς τῶν προηγιασμένων ἀναφορ, ἣν δὴ κα εἴκασέ τις ὁρῶν μίαν τῶν τριῶν ἐκείνων εἶναι, ἣν καὶ τῆς ἁγίας καὶ μεγάλης τετράδος μέλλουσαν ἀναφέρεσθαι, συμβὰν τότε, καθὼς λέλεκται, μὴ τὰ τῆς ἱερς τελεσθῆναι θυσίας διὰ τὴν ἐπ᾽ ἐκκλησίας τῶν ἐκκλησιαστικῶν παρ᾽ οἱωνδηποτοῦν ὀψὲ τῆς ὥρας γεγονυῖαν συγχώρησιν, ἐκεῖσέ που ἀφεθεῖσαν τῆς πράξεως κεῖσθαι συνέβαινεν. δ᾽ ἠχρείωτο πάμπαν καὶ σέσηπτο, ς μηδ᾽ εἰκόνα φέρειν ρτου, μὴ ὅτι γ᾽ ἄρτον καὶ ἀμηγέπη φαίνεσθαι, ἀλλά τινα τύπον θρυμμάτων μελάνων θηριακῆς τινος ἄλλου τοιούτου σκευάσματος. τρόμος οὖν ἰδόντα παραυτίκα λαμβάνει τὸν ἱερέα, καὶ τι πράξοι (οὐδὲ γὰρ ἦν ἐκεῖνον ἑνοῦν εἰς κατάληψιν τοῖς προσφάτοις) διενοεῖτο. καὶ τὸ πρᾶγμα φοβερὸν ἔδοξεν, οὐ παθὸν τόσον ὅσον φανέν, ἐπείπερ τὰ τῆς εὐθετήσεως ἠμηχάνηται. τοίνυν καὶ εἰς κοινὴν θέαν προυτέθη, καὶ τὸ ποιητέον μεθ᾽ ὅτι πλείστης ἐζητεῖτο τῆς εὐλαβείας. ἀλλ᾽ ἦν καὶ ἐδόκει καὶ πρέπον ἦν, τ περιὸν τῆς παραλλαγῆς οὐκ ἐδίδου γίνεσθαι, καὶ δὴ πρὸς τὴν μετάληψιν ὀκνῶν ἱερεὺς οὐ προσίετο. θε δ᾽ ἀναφέρειν ἄλλως οὐκ ἦν μὴ μεταλαβόντα τὰ δῶρα. καὶ ἔνθεν μὲν φόβος ἐκεῖθεν δ᾽ ἀπορία τοὺς θεωμένους διεμεριζέτην, οὐκ ἔχοντας τι καὶ πράξοιεν. γοῦν φόβος τὰς σφῶν γνώμας συνέστελλε πρὸς μίαν καὶ τὴν αὐτὴν ἄγων βουλήν, τὸ τὸν ερέα, κἂν τι καὶ πάθοι, προσήσεσθαι τὸ φαινόμενον. τοῦ δὲ μηδ᾽ ὅλως προσιτὸν ἐκεῖνο νομίζοντος μηδ᾽ ἄκροις ὡς εἰπεῖν χείλεσι τ παράπαν, ἀπορία παρατολμήσασα ἐσχεδίαζε μηχανὴν πολὺ μὲν τῶν ἀξίων ἀποδέουσαν, ἀναγκαίαν δ᾽ ἄλλως πὲρ πᾶν ἕτερον δ καὶ ἐννοήσειέ τις πώποτε. θεῷ μὲν οὖν ἄρα τῶν τιμίων καὶ ἱερῶν ἐκείνων μέλειν εἰκός, καὶ ἔμελε πάντως, ἐκεῖνον δὲ τότε τοῖς τοιούτοις ἀφιερώμενος τόπος κ παλαιοῦ, ὃς δὴ καὶ πνὸς ἅγιος λέγεται, ὁσίως ἐπιρριφέντα ὁσίως δέχεται. ἀλλὰ ταῦτα μὲν ἐς τοσοῦτον».

[33]. Ἐξόδ. 3, 22: 35, 32 και κεφ. 39.

[34]. Πρβλ. Ἁγ. Ἰωάννου του Δαμασκηνοῦ, Κατά Μανιχαίων: «Ἡ παντελὴς κακία οὐχ ὁρᾶται ἐν τοῖς οὖσιν· οὔτε γὰρ ὁ θεὸς ὁ ὄντως ὢν καὶ τοῦ εἶναι αἴτιος κακία οὔτε τι τῶν γεγονότων, καθὸ γέγονε, κακόν, ἀλλὰ τό τε τῶν πάντων αἴτιον ἀγαθὸν καὶ πάντα τὰ γενόμενα ὑπ᾽ αὐτοῦ ἀγαθά. Πάντα δὲ τὰ ὄντα ὑπ᾽ αὐτοῦ ἐκ τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἶναι παρήχθη καὶ πάντα καλὰ καὶ λίαν καλά. Τὸ δὲ κακὸν οὐδὲν ἕτερόν ἐστιν εἰ μὴ ἀποβολὴ καὶ στέρησις ἑκούσιος τῶν ὑπὸ θεοῦ τῇ λογικῇ φύσει δεδωρημένων, ὥσπερ πενία πλούτου ἀποβολή· πλοῦτος μὲν γάρ ἐστιν ὄντων κτῆσις χρυσοῦ καὶ ἀργύρου καὶ λίθων διαυγῶν καὶ ἐσθῆτος διαφόρου, παίδων καὶ παιδισκῶν, ἀλόγων καὶ ἀρουρῶν καὶ τῶν τοιούτων, ὧν ἕκαστον οὐσία ἐστί. Διὸ καὶ πλούσιος λέγεται ὁ ταῦτα κτησάμενος· οἷόν τις πολυούσιος πολλὴν ἔχων περὶ ἑαυτὸν οὐσίαν. Ἡ δὲ πενία μερικὴ μὲν μερικὴ τούτων ἀποβολή, παντελὴς δὲ παντελὴς τούτων στέρησις, καὶ ὥσπερ ἡ ὁλοκληρία τοῦ σώματος καλόν, ἡ δὲ ἑνὸς μέλους ἀποβολὴ μερικὸν κακὸν οὐχ ὑπάρχον, ἀλλ᾽ ὑπάρχοντος στέρησις. Ὁρᾶται δὲ ἤτοι νοεῖται ἐν τῷ ὄντι οὐχ ὡς ὄν, ἀλλ᾽ ὡς ἀπογενόμενον, οἷον ὁ ὀφθαλμὸς καὶ ἡ ὅρασις ὑπάρχει καὶ ἔστιν, ἡ δὲ τύφλωσις οὐκ ἔστιν οὐσία, ἀλλὰ τοῦ ὑπάρξαντος ὀφθαλμοῦ ἀπώλεια. Θεωρεῖται δὲ ἐν τῷ συνισταμένῳ καὶ ὄντι σώματι οὐχ ὡς ὄν, ἀλλ᾽ ὡς ὑπάρξαντος ὀφθαλμοῦ στέρησις. Καὶ οὕτως κατὰ μέρος ἡ προσθήκη τῆς τῶν μελῶν στερήσεως προσθήκη κακοῦ λέγεται· οὐ γὰρ ἔστι τὸ κακόν, ἀλλὰ λέγεται καὶ θεωρεῖται ἐν τῷ ὑπολελειμμένῳ σώματι ἡ τῶν ἀποβληθέντων ἀνυπαρξία οὐχ ὡς ὄν, ἀλλ᾽ ὡς μὴ ὄν, οὐχ ὡς ἕξις, ἀλλ᾽ ὡς στέρησις. Οὕτω καὶ ἡ κακία ἤτοι ἁμαρτία ἑκούσιός ἐστι τῶν ἐκ θεοῦ δεδωρημένων τῇ λογικῇ φύσει ἀγαθῶν· ἐπὶ γὰρ τῶν ἀλόγων καὶ ἀψύχων οὐκ ἔστιν εἰπεῖν ἑκούσιον, ἀλλ᾽ ἐπὶ τῶν λογικῶν», Die Schriften des Johannes von Damaskos, 4, έκδ. Β. Kotter, (Patristische Texte und Studien 22), De Gruyter: Berlin1981, κεφ. 14, σ. 358, 2-20.

[35]. «Πρόσχες, Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ Θεὸς ἡμῶν, ἐξ ἁγίου κατοικητηρίου σου, καὶ ἀπὸ θρόνου δόξης τῆς Βασιλείας σου, καὶ ἐλθὲ εἰς τὸ ἁγιάσαι ἡμᾶς, ἄνω τῷ Πατρὶ συγκαθήμενος καὶ ὧδε ἡμῖν ἀοράτως συνών. Καὶ καταξίωσον τῇ κραταιᾷ σου χειρὶ μεταδοῦναι ἡμῖν τοῦ ἀχράντου Σώματός σου καί τοῦ τιμίου Αἵματος καὶ διἡμῶν παντὶ τῷ λαῷ».

[36]. Λόγος 30, 21 PG 36, 133Α: «Ἰησοῦς Χριστός, χθὲς καὶ σήμερον σωματικῶς, αὐτὸς πνευματικῶς, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων».

[37]. Καταθέτω την παραπομπή από τον Άγ. Ιωάννη το Δαμασκηνό για όποιον αδύνατο μεταξύ των πιστών, καθότι και λέγονται πλείστα όσα που παραβλάπτουν το μυστήριο της Οικονομίας του ενανθρωπήσαντος Υιού και Λόγου: Joannes Damascenus, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, Die Schriften des Johannes von Damaskos, τόμ. 2, (Patristische Texte und Studien 12), έκδ. Β. Kotter, De Gruyter: Berlin: 1973; κεφ. 86(13), σσ. 194, 94- 195, 107: «Σῶμά ἐστιν ἀληθῶς ἡνωμένον θεότητι, τὸ ἐκ τῆς ἁγίας Παρθένου σῶμα, οὐχ ὅτι αὐτὸ τὸ σῶμα τὸ ἀναληφθὲν ἐξ οὐρανῶν κατέρχεται, ἀλλ᾿ ὅτι αὐτὸς ὁ ἄρτος καὶ ὁ οἶνος μεταποιεῖται εἰς σῶμα καὶ αἷμα Θεοῦ. Εἰ δὲ τὸν τρόπον ἐπιζητεῖς, πῶς γίνεται, ἀρκεῖ σοι ἀκοῦσαι, ὅτι διὰ Πνεύματος Ἁγίου, ὥσπερ καὶ ἐκ τῆς ἁγίας Θεοτόκου διὰ Πνεύματος Ἁγίου ἑαυτῷ καὶ ἐν ἑαυτῷ ὁ Κύριος σάρκα ὑπεστήσατο∙ καὶ πλέον οὐδὲν γινώσκομεν, ἀλλ᾿ ὅτι ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ ἀληθὴς καὶ ἐνεργής ἐστι καὶ παντοδύναμος, ὁ δὲ τρόπος ἀνεξερεύνητος».