HELLENOPHONIA

Κυριακή 14 Ιουνίου 2026

 Κυριακὴ Γ´ Ματθαίου, (25 Ιουνίου 2023)- (17/6/2018) (Αριθμ. 22Ν)

 

Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ.

 

A. α. Tα Αναγνώσματα της τρίτης Κυριακής του Ματθαίου έχουν ένα κοινό σημείο αναφοράς, τη δικαιοσύνη του Θεού, που προέρχεται από την πίστη. Πρόκειται για ένα θέμα δύσκολο, αν ερμηνευθεί ανεξάρτητα από το συνολικό ερμηνευτικό πρόγραμμα της κηρυγματικής πράξης της Αποστολικής κοινότητας.

β. Η δικαιοσύνη του Θεού και η δικαίωση του ανθρώπου συνδέθηκε στους νεότερους χρόνους της δυτικής χριστιανοσύνης με μία μεμονωμένη ερμηνευτική προσέγγιση, η οποία ξεπήδησε από το ερώτημα για το, αν η σωτηρία πηγάζει μόνο από τη χάρη του Θεού, οπότε ο άνθρωπος, κατ᾽ αυτούς, έχει προδιαγεγραμμένο τον προορισμό του, ή είναι αποτέλεσμα των «καλών έργων», με εκπλήρωση των θεϊκών επιταγών, νοουμένων ως ανταπόκρισης στη θεία δικαιοσύνη. Οι δύο εκδοχές οδήγησαν τη δυτική χριστιανοσύνη στον απόλυτο προορισμό και, κατά συνέπεια, το σύγχρονο αποχριστιανισμό των δυτικών κοινωνιών ως επανάσταση απέναντι στη θρησκευτική τους «καταπίεση». Από την άλλη, η εισαγωγή μιας υστερογενούς παραγωγής σκέψης, που προήλθε από αυτές τις κοινωνίες, σε μία αδύναμη Θεολογία, που αλλοιώθηκε από την κατεπιταγήν εκπλήρωση «θρησκευτικών» καθηκόντων, μετέτρεψε τη σχετική θεματολογία σε κοινωνιολογική ανάλυση και πολιτική διαμεσολάβηση παρασκηνιακής άσκησης εξουσίας, ή μοιράσματος της πολιτικής εξουσίας, ανεξαρτήτως του γεγονότος της εκκλησιαστικής συνέχειας, ακόμα και σε περιπτώσεις που γίνεται μία δραματική επίκληση του εκκλησιαστικού γεγονότος, ή ακόμη κι αν πρόκειται για ένα αφελή κοινωνικό προφητισμό.

 

Β. 1. Ωστόσο, τα δύο μείζονα θέματα των Αναγνωσμάτων δεν μπορεί να ερμηνευθούν ανεξάρτητα από την ένταξή τους στο Μυστήριο της Θείας Οικονομίας, όπως έγινε και εκτυλίσσεται λειτουργικά μέσα στον ενιαύσιο κύκλο της Εκκλησίας, ούτε, ασφαλώς, να γίνει μία προσέγγιση αποσπασματική εν σχέσει με τα συμφραζόμενα. Τέτοια πράγματα κάνανε οι αρχαίοι αιρετικοί, τα κάνουν και ουκ ολίγοι σύγχρονοι.

2. α. Το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα προέρχεται από την ενότητα του Αναγνώσματος της προηγούμενης Κυριακής. Ο Χριστός περιοδεύει, μετά την εκλογή των πρώτων μαθητών του και τις πρώτες περιοδείες στις Συναγωγές της Γαλιλαίας των εθνών και την προσέλευση κόσμου ακόμη και από τη Δεκάπολη, τα Ιεροσόλυμα, την Ιουδαία- αυτό κι αν ήταν ταπείνωση για τους Ιουδαίους, που περηφανεύονταν ότι αυτοί ήταν οι γνήσιοι εκφραστές του Νόμου. Ο Ματθαίος σημειώνει ότι προσέτρεχαν κι άνθρωποι καὶ πέραν τοῦ Ἰορδάνου (Ματθ. δ, 25). Μετά από αυτήν, λοιπόν, την κοσμοσυρροή, ο Χριστός ανήλθε στο όρος και είπε τους Μακαρισμούς, που είναι η τελείωση του Νόμου του Μωϋσέως ως ανακεφαλαίωση, όπως καταγράφεται στην ενότητα Ματθ. ε´, 13- ζ´, 29, μέρος της οποίας και το σημερινό Ευαγγελικό Ανάγνωσμα, ή η ανακεφαλαίωση. Στην ίδια ενότητα ανήκει και το Πάτερ ἡμῶν.

β. Μετά τους Μακαρισμούς ό Χριστός είπε ότι οι ακροατές του είναι το ἅλας της γης και το φως του κόσμου (Ματθ. ε´, 13-16), και γι᾽ αυτό ομιλεί εδώ περί οφθαλμού, ως λύχνου του σώματος, στο σημερινό Ανάγνωσμα, καθώς η όραση είναι εκείνο το όργανο που στέλνει στο νου τις πληροφορίες, για να παραχθεί η γνώση και η ευθύνη από τα λογικά όντα. Γι᾽ αυτό, εξάλλου, στη μακρά μας νηπτική παράδοση, που βλέπει τον άνθρωπο ως ενότητα αισθητού και νοητού, γίνεται λόγος για «γεγυμνασμένα αἰσθητήρια», όπως επίσης και από τα παραδείγματα που χρησιμοποιήθηκαν, για να πάρουμε μια συγκαταβατική ιδέα, μία παραστατική έκφραση, της τριαδικότητας άμα τε και ομοουσιότητος των τριών προσώπων της Αγίας Τριάδος, οι Πατέρες της Εκκλησίας μας χρησιμοποίησαν το παράδειγμα του φωτός.

γ. Θέτει, λοιπόν, ο Χριστός, ως προϋπόθεση για την αποδοχή του έργου του, ως ένσαρκου Λόγου, την κάθαρση των οφθαλμών των ακροατών του, ώστε να δουν τις θεοσημίες, τις οποίες είχε ήδη αρχίσει να επιτελεί, να αντιληφθούν ποιός είναι, ποιά είναι η πίστη τους και ότι ο ίδιος είναι αυτός που εκπληρώνει, ανακεφαλαιώνει, τις προφητείες, τις επαγγελίες, του Μωϋσή και το Νόμο που παρέδωσε ο Θεός στο Μωϋσή, είναι ο ίδιος που αποκαλύφθηκε στο Μωϋσή, του οποίου η όραση κατά την παράδοση του Νόμου παρακαλύφθηκε από μία πέτρα, (ήτοι το σωματικό του άσαρκου Λόγου), για να έλθει ο Απόστολος Παύλος και να ειπεί, με μια πολύ απλή παραστατική εικόνα, αυτήν της πέτρας, ότι «ἡ δὲ πέτρα ἦν ὁ Χριστός», δηλαδή ο ένσαρκος Λόγος. Γι᾽ αυτό λέγει ο Χριστός για την απλότητα του οφθαλμού και κλείνει με την προτροπή να μην είναι ολιγόπιστοι. Aυτήν τη λέξη την επαναλαμβάνει ο Χριστός σ᾽ όλη τη διάρκεια της ένσαρκης Αποκαλύψεώς του, και με ένταση μετά την Ανάστασή του, για να ενεργοποιήσει τους Μαθητές του, ώστε να δώσουν τη μαρτυρία ότι είναι ο ίδιος που αποκαλύφθηκε στον Αβραάμ ασάρκως, τους Προφήτες και το Μωϋσή, ότι είναι ο Θεός του Ισραήλ και Δημιουργός και Κύριος του παντός.

δ. Μετά, λοιπόν, τους Μακαρισμούς, που είναι η εκβολή, η έκβαση, η ανακεφαλαίωση του Νόμου, το πλήρωμα του Νόμου, ο Χριστός δεν θέτει στο πλήθος, που προσήρχετο μαζικά, ως προϋπόθεση την εβραϊκότητα, ομιλεί για ό,τι αφορά σ᾽ όλους τους ανθρώπους και επεξηγεί εν συνεχεία ότι οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι δεν εκπροσωπούν την προφητική παράδοση και τις επαγγελίες του Ισραήλ.

ε. Σημειώνω ότι ομιλεί από ένα ύψωμα, και εκεί είχαν προστρέξει άνθρωποι κι άνθρωποι και, προφανώς, όχι μόνο Ισραηλίτες, όχι όπως στις Συναγωγές, όπου προσήρχοντο Ιουδαίοι και προσήλυτοι, μόνο, δηλαδή, τα μέλη, αλλά ανοιχτά όσοι τρέχανε να ακούσουν αυτόν, που είχε φτάσει η φήμη των θαυμάτων του και πέραν του Ιορδάνη! Ομιλεί σα να έχει απέναντί του όλο το ανθρώπινο γένος λέγοντας για τη βασιλεία του Θεού και τη δικαιοσύνη, που καταργεί όλες τις συμβάσεις της ζωής και ό,τι είχε στήσει ο άνθρωπος, για να διαχειριστεί ιδιοτελώς τα κοινά αγαθά της δημιουργίας. Γι᾽ αυτό λέγει ο Χριστός: Ματθ. στ´, «33 ζητεῖτε δὲ πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ, καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν. 34 Μὴ οὖν μεριμνήσητε εἰς τὴν αὔριον, ἡ γὰρ αὔριον μεριμνήσει τὰ ἑαυτῆς· ἀρκετὸν τῇ ἡμέρᾳ ἡ κακία αὐτῆς». Ο,τι, δηλαδή, αποτελούσε κοινό αγαθό της δικαιοσύνης του αποκαλυφθέντος Θεού εν τω Ισραήλ, είναι αγαθό για όλη την ανθρωπότητα.

 

Γ. α. Ακριβώς την ίδια αντιστοιχία έχουμε στο Αποστολικό Ανάγνωσμα, όπου η δικαιοσύνη, δικαίωση, του Ισραήλ εκβάλλει στην πίστη, που τη χαρίζει το Άγιο Πνεύμα, στο οποίο προσήγαγε τους Μαθητές και όλους τους ανθρώπους ο Χριστός: Ρωμ. ε´, 2 : «δι᾽ οὗ καὶ τὴν προσαγωγὴν ἐσχήκαμεν τῇ πίστει εἰς τὴν χάριν ταύτην ἐν ᾗ ἑστήκαμεν», καθώς Ρωμ. ε´, 5: «ὅτι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἐκκέχυται ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν διὰ Πνεύματος ἁγίου τοῦ δοθέντος ἡμῖν».

β. Δεν πρόκειται για μια πίστη ατομική, εδώ πρόκειται για την πίστη των Προφητών, των Αποστόλων και των Αγίων, που δίνουν μαρτυρία του Μυστηρίου της Θείας Οικονομίας, όπως καταγράφεται και ερμηνεύεται σε μία συνέχεια στην Εκκλησία με ένα τρόπο που περιλαμβάνει όλη την ανθρωπότητα και την ιστορία από κτίσεως κόσμου και εις τους άπειρους αιώνας, γιατί ο Χριστός ένωσε όλο το ανθρώπινο γένος, παλαιό και νέο Ισραήλ, ζώντες και κεκοιμημένους, γιατί η πίστη αυτή είναι ελπίδα και λόγος οικουμενικός χάριτος, δωρεά και έλεος, γι᾽ αυτό και είναι ένας λόγος ανατρεπτικός και αντίθετος σε κάθε αντίθεη δύναμη, σε κάθε ανθρώπινη σύμβαση και ιδιοτέλεια. Είναι μαζί πίστη, δικαιοσύνη και χάρη και όχι ειδωλικότητα, θρησκευτική υποκρισία και εκμετάλλευση, αποκλεισμός και αποκλειστικότητα χρήσης και κατάχρησης της κτίσης, των φυσικών πόρων και των ανθρώπων υπό το προκάλυμμα μάλιστα πολλάκις μεγαλοστομιών και διακηρύξεων των κατεξουσιαστών του κόσμου!

 

Ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα: Ῥωμ. ε´1-10: «1 Δικαιωθέντες οὖν ἐκ πίστεως εἰρήνην ἔχομεν πρὸς τὸν Θεὸν διὰ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, 2 δι᾽ οὗ καὶ τὴν προσαγωγὴν ἐσχήκαμεν τῇ πίστει εἰς τὴν χάρινταύτην ἐν ᾗ ἑστήκαμεν, καὶ καυχώμεθα ἐπ᾽ ἐλπίδι τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ. 3 οὐ μόνον δέ, ἀλλὰ καὶ καυχώμεθα ἐν ταῖς θλίψεσιν, εἰδότες ὅτι ἡ θλῖψις ὑπομονὴν κατεργάζεται, 4 ἡ δὲ ὑπομονὴ δοκιμήν, ἡ δὲ δοκιμὴ ἐλπίδα, 5 ἡ δὲ ἐλπὶς οὐ καταισχύνει, ὅτι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἐκκέχυται ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν διὰ Πνεύματος ἁγίου τοῦ δοθέντος ἡμῖν. 6 ἔτι γὰρ Χριστὸς ὄντων ἡμῶν ἀσθενῶν κατὰ καιρὸν ὑπὲρ ἀσεβῶν ἀπέθανε. 7 μόλις γὰρ ὑπὲρ δικαίου τις ἀποθανεῖται· ὑπὲρ γὰρ τοῦ ἀγαθοῦ τάχα τις καὶ τολμᾷ ἀποθανεῖν. 8 συνίστησι δὲ τὴν ἑαυτοῦ ἀγάπην εἰς ἡμᾶς ὁ Θεός, ὅτι ἔτι ἁμαρτωλῶν ὄντων ἡμῶν Χριστὸς ὑπὲρ ἡμῶν ἀπέθανε. 9 πολλῷ οὖν μᾶλλον δικαιωθέντες νῦν ἐν τῷ αἵματι αὐτοῦ σωθησόμεθα δι᾽ αὐτοῦ ἀπὸ τῆς ὀργῆς. 10 εἰ γὰρ ἐχθροὶ ὄντες κατηλλάγημεν τῷ Θεῷ διὰ τοῦ θανάτου τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ, πολλῷ μᾶλλον καταλλαγέντες σωθησόμεθα ἐν τῇ ζωῇ αὐτοῦ».

 

Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Ματθ. στ´, 22-33, «22 Ὁ λύχνος τοῦ σώματός ἐστιν ὁ ὀφθαλμός. ἐὰν οὖν ὁ ὀφθαλμός σου ἁπλοῦς ᾖ, ὅλον τὸ σῶμά σου φωτεινὸν ἔσται· 23 ἐὰν δὲ ὁ ὀφθαλμός σου πονηρὸς ᾖ, ὅλον τὸ σῶμά σου σκοτεινὸν ἔσται. εἰ οὖν τὸ φῶς τὸ ἐν σοὶ σκότος ἐστί, τὸ σκότος πόσον; 24 Οὐδεὶς δύναται δυσὶ κυρίοις δουλεύειν· ἢ γὰρ τὸν ἕνα μισήσει καὶ τὸν ἕτερον ἀγαπήσει, ἢ ἑνὸς ἀνθέξεται καὶ τοῦ ἑτέρου καταφρονήσει· οὐ δύνασθε Θεῷ δουλεύειν καὶ μαμωνᾷ. 25 Διὰ τοῦτο λέγω ὑμῖν, μὴ μεριμνᾶτε τῇ ψυχῇ ὑμῶν τί φάγητε καὶ τί πίητε, μηδὲ τῷ σώματι ὑμῶν τί ἐνδύσησθε· οὐχὶ ἡ ψυχὴ πλεῖόν ἐστιν τῆς τροφῆς καὶ τὸ σῶμα τοῦ ἐνδύματος; 26 ἐμβλέψατε εἰς τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ, ὅτι οὐ σπείρουσιν οὐδὲ θερίζουσιν οὐδὲ συνάγουσιν εἰς ἀποθήκας, καὶ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος τρέφει αὐτά· οὐχ ὑμεῖς μᾶλλον διαφέρετε αὐτῶν; 27 τίς δὲ ἐξ ὑμῶν μεριμνῶν δύναται προσθεῖναι ἐπὶ τὴν ἡλικίαν αὐτοῦ πῆχυν ἕνα; 28 καὶ περὶ ἐνδύματος τί μεριμνᾶτε; καταμάθετε τὰ κρίνα τοῦ ἀγροῦ πῶς αὐξάνει· οὐ κοπιᾷ οὐδὲ νήθει· 29 λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι οὐδὲ Σολομὼν ἐν πάσῃ τῇ δόξῃ αὐτοῦ περιεβάλετο ὡς ἓν τούτων. 30 Εἰ δὲ τὸν χόρτον τοῦ ἀγροῦ, σήμερον ὄντα καὶ αὔριον εἰς κλίβανον βαλλόμενον, ὁ Θεὸς οὕτως ἀμφιέννυσιν, οὐ πολλῷ μᾶλλον ὑμᾶς, ὀλιγόπιστοι; 31 μὴ οὖν μεριμνήσητε λέγοντες, τί φάγωμεν ἤ τί πίωμεν ἤ τί περιβαλώμεθα; 32 πάντα γὰρ ταῦτα τὰ ἔθνη ἐπιζητεῖ· οἶδεν γὰρ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος ὅτι χρῄζετε τούτων ἁπάντων. 33 ζητεῖτε δὲ πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ, καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν. 34 Μὴ οὖν μεριμνήσητε εἰς τὴν αὔριον, ἡ γὰρ αὔριον μεριμνήσει τὰ ἑαυτῆς· ἀρκετὸν τῇ ἡμέρᾳ ἡ κακία αὐτῆς».

 

Κυριακή Β´ Ματθαίου, 22 Ιουνίου 2025 (10-6-2018)-(18/6/2023), (Αριθμ. 21Ν1)

 

Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ.

 

 

Α. 1. Μετά την Κυριακή των Αγίων Πάντων επανερχόμαστε σε μία λειτουργική τάξη Εορτολογίου, η οποία συνδυάζει τις ακίνητες εορτές του Αγιολογίου της Εκκλησίας με την περίοδο προς την εορτή των Αγίων Δώδεκα Αποστόλων, οπότε γίνεται συνδυαστική χρήση του Μηναίου, της Παρακλητικής, ή Οκτωήχου, η οποία είχε διαμορφωθεί στα χρόνια, ή λίγο μετά- με κάποια πρόσθετα στοιχεία- από τον Άγιο Ιωάννη το Δαμασκηνό, και συγκεκριμένων Αποστολικών και Ευαγγελικών Αναγνωσμάτων. Το σημειώνω, γιατί με την Παρακλητική η Εκκλησία μας αφομοιώνει υμνολογικά τις αποφάσεις των επτά Οικουμενικών Συνόδων (και δεν θα ήταν παρακινδυνευμένο να πω τις Οκτώ Οικουμενικές Συνόδους, συμπεριλαμβάνοντας σε αυτές και τη Γενική Σύνοδο της αδιαίρετης Εκκλησίας του 879-80 επί Αγίου Μεγάλου Φωτίου). Εξάλλου, δεν είναι τυχαίο ότι μετά οι Ησυχαστές Πατέρες του 14ου αιώνα, κυρίως με τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, προσφεύγουν στη λειτουργική μαρτυρία ως ισότιμη με την Αγία Γραφή, το Σύμβολο της Πίστεως, τους Όρους των Οικουμενικών Συνόδων και τις χρήσεις των εγκρίτων, ή εγκύρων Πατέρων, που συνήθως θησαυρίζονται στα συνοδικά Ανθολόγια, ή αποτελούν μέρος της συνοδικής ερμηνευτικής. Όταν λέω Όρους, εννοώ όλα τα Πρακτικά και όχι μόνο λεξούλες.

2. Παράλληλα έχουμε μία ανθοφορία με παραγωγή Βίων των Αγίων μας Πατέρων, Μαρτύρων, Ομολογητών και εν ασκήσει και νήψει τελειωθέντων εν ερημίαις και όρεσι και ταις οπαίς της γης με παράλληλη υμνολόγηση διά των Κανόνων εξαιρετικών υμνογράφων. Μετά, δηλαδή, την ερμηνεία του Μυστηρίου της Θείας Οικονομίας (που είπαμε ότι είναι η Αποκάλυψη του αϊδίου εκ του Πατρός γεννηθέντος Υιού και Λόγου, ασάρκου, ενσάρκου και Πνευματικώς ορωμένου και μετεχομένου εν τη Θεία Λειτουργία  Πνευματικώς από τα μέλη της Εκκλησίας), οι Πατέρες της Εκκλησίας μας καταγράφουν το βίο των Αγίων, εντάσσοντάς τους συστηματικά στον ενιαύσιο εορτολογικό κύκλο, ως παραδείγματα ενθέου ζωής, αλλά και ως ευχαριστία προς το Θεό, που χαριτώνει το βίο των χριστιανών με την παρουσία του, εξαιρέτως, εν τοις Αγίοις αυτού, γι᾽ αυτό η Δόξα ανήκει στον Δοξάσαντα αυτούς Χριστό κι όχι στην αξιοσύνη μας.

3. Επανέρχομαι, λοιπόν, στην Παρακλητική, που χρησιμοποιείται ευρέως στα μοναστήρια μας, όπου οι ακολουθίες δεν είναι συντετμημένες και έχουν και Ακολουθία του Μεσονυκτικού. Η Παρακλητική δομείται υπό ένα διπλό άξονα με ύμνους α) προς τον Τριαδικό Θεό, προς το Χριστό, ως ενεργούντα το μυστήριο της προς εμάς φιλανθρώπου Θείας Οικονομίας, προς το Άγιο Πνεύμα, που μάς συγκροτεί ως Εκκλησία από κτίσεως κόσμου και μάς δωρίζει τη ζωοποίηση, το αεί κτίζεσθαι και τη συμπαρέκταση της Θείας Οικονομίας στους άπειρους αιώνες του Θεού Πατρός, β) προς την Παναγία Θεοτόκο, που αποτελεί τον πρώτο καρπό της φανέρωσης της αγιότητος του Θεού στο ανθρώπινο γένος, τη μάρτυρα της πραγματικής ενανθρωπήσεως του Υιού και Λόγου του Θεού Πατρός, το εξαίρετο πρόσωπο που μάς αντιπροσωπεύει, δέεται και μεσιτεύει για όλους μας.

4. Η Παρακλητική, μπορούμε να πούμε ότι είναι η ποιητική αποτύπωση των ερμηνευτικών προτάσεων της βαπτισματικής μας ομολογίας («Πιστεύω εἰς Πατέρα, Υἱὸ καὶ Ἅγιο Πνεῦμα», όπως και «Βαπτίζεται... εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος»), όπως ερμηνεύθηκε η βαπτισματική ομολογία από τους Θεοφόρους Πατέρες κατά τις Οικουμενικές Συνόδου (2+5). Επιπρόσθετο στοιχείο είναι η αναφορά στο Απολυτίκιο του εορταζομένου Αγίου, το οποίο προέρχεται από το Μηναίο. Τέλος τα Αναγνώσματα συνάδουν με μία σχετική εορτολογική σταθερότητα με την επιλογή από το Κατὰ Ματθαῖο Εὐαγγέλιο από την εορτή των Αγίων Πάντων (κινητή εορτή) μέχρι και την προηγούμενη Κυριακή, αυτή η Προ της Ὑψώσεως του Τιμίου Σταυρού.

 

Β. 1. Η εικόνα της εορτής των Αγίων Πάντων είναι παρόμοια με εκείνη της κρίσεως. Ο Χριστός εν δόξη ως βασιλεύς και κριτής, κατά το Σύμβολο της Πίστεως «οὗ τῆς βασιλείας οὐκ ἔσται τέλος», συνήθως με ανεωγμένο βιβλίο, είναι μία εικόνα της Όγδοης Ημέρας, της ατελεύτητης. Πρέπει να σημειώσω εδώ ότι η επιλογή των Ευαγγελικών περικοπών της περιόδου δεν ακολουθεί μία χρονική εξέλιξη, αφού κατά την πρώτη Κυριακή του Ευαγγελίου του Ματθαίου, των Αγίων Πάντων, το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα προέρχεται από το δέκατο κεφάλαιο, και σήμερα, κατά την Κυριακή Β´ Ματθαίου, επανερχόμαστε σε μία περικοπή από το Ματθ. δ´, 18-23, για να μας μυήσει η Εκκλησία και πάλι στην κλήση των Αποστόλων, στην εκδίπλωση του Μυστηρίου της ένσαρκης παρουσίας του Υιού και Λόγου του Πατρός, όπως πραγματοποιήθηκε βαθμιαία στην Αποστολική κοινότητα.

2. α. Το Ευαγγελικό, λοιπόν, Ανάγνωσμα μάς ανάγει στα γεγονότα αμέσως μετά τη βάπτιση του Χριστού στον Ιορδάνη από τον Άγιο Ιωάννη το Βαπτιστή (τρίτο κεφάλαιο) και τους πειρασμούς του Χριστού μετά από σαρανταήμερη νηστεία, γεγονότα που καταγράφονται στην αρχή του τέταρτου κεφαλαίου. Όλως παρενθετικά να πω ότι η εκδήλωση των αδιαβλήτων παθών, «χωρὶς ἁμαρτίας», ως συνέπεια της τελείας ανθρώπινης φύσης του Χριστού, γίνεται «δι᾽ ἡμᾶς καὶ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν», κατὰ το Σύμβολο της Πίστεως, για να αναχθεί και πάλι το ανθρώπινο γένος μόνιμα και χάριτι ἐν τῇ δεξιᾷ τοῦ Πατρός, ὅπως το ακούμε στο β´ τροπάριο, ᾨδὴ ε´, Κανόνας Σταυροαναστάσιμος- Ὀκτώηχος (Παρακλητική), ἦχος α´: «Θεὸς ὢν ἑνοῦται, σαρκὶ δι’ ἡμᾶς, καὶ σταυροῦται καὶ θνῄσκει καὶ θάπτεται, καὶ αὖθις ἐξανίσταται, καὶ ἄνεισι φαιδρῶς, σαρκὶ σὺν τῇ ἰδίᾳ, Χριστὸς πρὸς τόν Πατέρα, μεθ’ ἧς ἤξει καὶ σώσει, τοὺς εὐσεβῶς αὐτῷ λατρεύοντας».

β. Ο Χριστός, λοιπόν, μετά τους πειρασμούς, κι ενώ ο Ιωάννης ο Πρόδρομος είχε συλληφθεί, άρχισε το κήρυγμά του από τη Γαλιλαία των εθνών (Ματθ. δ´, 15 «Γῆ Ζαβουλὼν καὶ γῆ Νεφθαλείμ, ὁδὸν θαλάσσης, πέραν τοῦ Ἰορδάνου, Γαλιλαία τῶν ἐθνῶν»), μία περιοχή που δεν εθεωρείτο η γνήσια έκφραση του Ισραήλ από τους Ισραηλίτες της Ιουδαίας- Ιεροσολύμων, λόγω επιμειξίας με άλλους λαούς και μάλιστα και με παρουσία Ελληνικού στοιχείου στην περιοχή. Πάντως, ο Χριστός διάλεξε αυτήν την περιοχή ως αρχή της διά του κηρύγματος και των θαυμάτων ανάκλησης του ανθρώπινου γένους, μία περιοχή δηλ. ανοιχτή και προς τα άλλα έθνη, γιατί η σωτηρία και το κήρυγμα του Χριστού, όπως και οι θεοσημίες, τα θαύματα, αφορούν δυνάμει σε όλους τους ανθρώπους.

γ. Την περιοχή κατοίκησαν οι φυλές των υιών Ιακώβ Νεφθαλείμ, Ασήρ, Ζαβουλών και Ισσάχαρ, ονόματα που τα ακούμε στην υμνολογία της Εκκλησίας μας. Γνωστά μας τοπωνύμια της περιοχής είναι Ναζαρέτ, Καπερναούμ, Βηθσαϊδά, Ναΐν, Κανά, όπως και η λίμνη Γεννησαρέτ (Τιβεριάδα), μέρη από όπου κάλεσε τους περισσότερους Αποστόλους (Ανδρέας, Φίλιππος, Πέτρος, Ιωάννης, Ιάκωβος, Ναθαναήλ). Στη σημερινή περικοπή καλούνται οι τέσσερις ψαράδες Πέτρος και Ανδρέας (οι Πρωτόκλητοι) και Ιάκωβος και Ιωάννης, παδιά του Ζεβεδαίου και της Μυροφόρου Αγίας Σαλώμης, και συγγενείς της Παναγίας, οι τρεις εκ των οποίων (ὁ Πέτρος, ὁ Ἰάκωβος καὶ ὁ Ἰωάννης) είναι παρόντες και κατά τη Μεταμόρφωση. Φαίνεται ότι αυτή η τετράδα αποτελείται από τον πρεσβύτερο και το νεότερο από τους Αποστόλους, και δύο φορές ακούσαμε στο Αποστολικό Ανάγνωσμα ότι «εὐθέως» ανταποκρίθηκαν στην κλήση του Χριστού και τον ακολούθησαν.

 

Γ. Με τη δράση του Χριστού στη Γαλιλαία και τις θεοσημίες του, που έσπαζαν την Ιουδαϊκή αποκλειστικότητα, συνάδει και το Αποστολικό Ανάγνωσμα, για την άρση οποιασδήποτε «προσωποληψίας», που επιθέτουν στο Θεό οι άνθρωποι, για να παρουσιάζονται ως οι αγαπημένοι του, όπως επίσης να απορρίπτουν τους ανθρώπους που δεν είναι χριστιανοί. Και, όπως είπα παραπάνω, η εικόνα των Αγίων Πάντων μοιάζει πολύ με την εικόνα της κρίσεως, γι᾽ αυτό από την αρχή κατά τη σειρά των Ευαγγελίων η Εκκλησία διαβάζει αυτό το Αποστολικό Ανάγνωσμα που μιλάει για την κρίση όλων των ανθρώπων ανάλογα με τους νόμους του κάθε λαού. Εξάλλου, δεν πρέπει να περιφρονείται κανένας άνθρωπος, γιατί στο Μυστήριο της Θείας Οικονομίας εμπερικλείεται όλο το ανθρώπινο γένος, γιατί αφορά την ευλογία της κοινής μας δημιουργίας και αναδημιουργίας εν Χριστώ. Ασφαλώς οι γνώντες το νέφος των Αγίων και των Μαρτύρων της Αποκαλύψεως του Θεού οφείλουμε μεγαλύτερη ευγνωμοσύνη στο Θεό και στους Πατέρες μας, και γι᾽ αυτό ο Απόστολος Παύλος λέγει «Ἰουδαίῳ τε πρῶτον καὶ Ἕλληνι».

 

Αποστολικό Ανάγνωσμα: Ρωμ. β´, 10-16: «10 δόξα δὲ καὶ τιμὴ καὶ εἰρήνη παντὶ τῷ ἐργαζομένῳ τὸ ἀγαθόν, Ἰουδαίῳ τε πρῶτον καὶ Ἕλληνι· 11 οὐ γάρ ἐστι προσωποληψία παρὰ τῷ Θεῷ. 12 ὅσοι γὰρ ἀνόμως ἥμαρτον, ἀνόμως καὶ ἀπολοῦνται· καὶ ὅσοι ἐν νόμῳ ἥμαρτον, διὰ νόμου κριθήσονται. 13 οὐ γὰρ οἱ ἀκροαταὶ τοῦ νόμου δίκαιοι παρὰ τῷ Θεῷ, ἀλλ᾽ οἱ ποιηταὶ τοῦ νόμου δικαιωθήσονται. 14 ὅταν γὰρ ἔθνη τὰ μὴ νόμον ἔχοντα φύσει τὰ τοῦ νόμου ποιῇ, οὗτοι νόμον μὴ ἔχοντες ἑαυτοῖς εἰσι νόμος, 15 οἵτινες ἐνδείκνυνται τὸ ἔργον τοῦ νόμου γραπτὸν ἐν ταῖς καρδίαις αὐτῶν, συμμαρτυρούσης αὐτῶν τῆς συνειδήσεως καὶ μεταξὺ ἀλλήλων τῶν λογισμῶν κατηγορούντων ἢ καὶ ἀπολογουμένων, 16 ἐν ἡμέρᾳ ὅτε κρινεῖ ὁ Θεὸς τὰ κρυπτὰ τῶν ἀνθρώπων κατὰ τὸ εὐαγγέλιόν μου διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ».

 

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: Ματθ. δ´, 18-23: «18 Περιπατῶν δὲ παρὰ τὴν θάλασσαν τῆς Γαλιλαίας εἶδεν δύο ἀδελφούς, Σίμωνα τὸν λεγόμενον Πέτρον καὶ Ἀνδρέαν τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, βάλλοντας ἀμφίβληστρον εἰς τὴν θάλασσαν· ἦσαν γὰρ ἁλιεῖς. 19 καὶ λέγει αὐτοῖς· Δεῦτε ὀπίσω μου, καὶ ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων. 20 οἱ δὲ εὐθέως ἀφέντες τὰ δίκτυα ἠκολούθησαν αὐτῷ. 21 Καὶ προβὰς ἐκεῖθεν εἶδεν ἄλλους δύο ἀδελφούς, Ἰάκωβον τὸν τοῦ Ζεβεδαίου καὶ Ἰωάννην τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, ἐν τῷ πλοίῳ μετὰ Ζεβεδαίου τοῦ πατρὸς αὐτῶν καταρτίζοντας τὰ δίκτυα αὐτῶν· καὶ ἐκάλεσεν αὐτούς. 22 οἱ δὲ εὐθέως ἀφέντες τὸ πλοῖον καὶ τὸν πατέρα αὐτῶν ἠκολούθησαν αὐτῷ. 23 Καὶ περιῆγεν ὅλην τὴν Γαλιλαίαν ὁ Ἰησοῦς, διδάσκων ἐν ταῖς συναγωγαῖς αὐτῶν καὶ κηρύσσων τὸ εὐαγγέλιον τῆς βασιλείας καὶ θεραπεύων πᾶσαν νόσον καὶ πᾶσαν μαλακίαν ἐν τῷ λαῷ».

Κυριακή 7 Ιουνίου 2026

 ΝΙΚΟΥ Α. ΜΑΤΣΟΥΚΑ,

ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΔΙΑΝΟΗΣΗ

(ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΚΑΙ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ—58)

ΕΚΔΟΣΕΙΣ Π. ΠΟΥΡΝΑΡΑ: ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 2006, σσ. 85 - 109

(Απόσπασμα: Επεξεργασία- άδεια Δ. ΑΘ. ΛΙΑΛΙΟΥ)

 

3. Νεοελληνικός πολιτισμός καί ἐκκλησιαστική ταυτότητα

Χωρίς ἀμφιβολία εἶναι ἀπαραίτητο νά ἐξετασθεῖ ἱστορικά καί συστηματικά ἡ ἄποψη κατά πόσο ὁ νεοελληνικός πολιτισμός τῶν δύο τελευταίων αἰώνων ἔχει ἐνσωματωθεῖ στήν ἐκκλησιαστική ταυτότητα. Στήν προκειμένη περίπτωση θά ἀναφερθῶ στήν παράδοση τῆς Ὀρθοδοξίας, χωρίς τοῦτο νά σημαίνει ὅτι ἀποκλείω ἐξολοκλήρου τίς σχετικές παραμέτρους ἀπό τή δυτική Χριστιανοσύνη. Πάντως εἶναι ὑποχρεωμένος κανείς ν’ ἀντιμετωπίσει δυό βασικές δυσκολίες, ἤ καλύτερα νά ξεκαθαρίσει δυό βασικές παραμέτρους τοῦ ὅλου προβλήματος. Ἀπό τή μιά μεριά οὐκ ὀλίγοι παρ’ ἡμῖν καί ἀλλοῦ θεολόγοι, οἱ ὁποῖοι περισσότερο ἠθικολογοῦν παρά θεολογοῦν, δέν μποροῦν ἤ δέν θέλουν νά δεχτοῦν ὅτι ἡ ἐκκλησιαστική ζωή ἔχει σχέση μέ τόν πολιτισμό. Εἶναι κάτι πού μερικές φορές δέν μποροῦν νά τό ἀνεχτοῦν μήτε ὡς σκέψη. Ἐξοῦ καί τό πρόβλημα σέ θεωρητική καί πρακτική διάσταση, ἑπομένως καί στήν ἱστορική καί συστηματική ἐξέταση τοῦ ζητήματος.

Ἀπό τήν ἄλλη κυρίως ξένοι ἐρευνητές καί παρ’ ἡμῖν θεολόγοι ἤ διανοούμενοι ἀπροσδιόριστης προέλευσης ἰσχυρίζονται ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, καί κατά μείζονα λόγο ἡ ἀσκητική καί μοναχική παράδοσή της, ἔχει ἐχθρική στάση πρός τόν πολιτισμό. Αὐτονόητα οἱ ἐν λόγω ἐρευνητές καταρχήν ― ὅπως ἤδη ἔχω ἐπισημάνει στήν Εἰσαγωγή αὐτό πού γίνεται σέ διαλογικές συζητήσεις ― δέν μᾶς λένε τί ἀκριβῶς ἐννοοῦν ὡς πολιτισμό. Γι’ αὐτό, σέ τοῦτο τό σημεῖο, κατ’ ἀνάγκη, ὑπενθυμίζω στόν ἀγαπητό ἀναγνώστη τί πρέπει, κατά τή γνώμη μου, νά ἐννοοῦμε ὡς δημιουργία πολιτισμοῦ. Ἐπανερχόμενος, λοιπόν, ξανά στόν περιγραφικό ὁρισμό περί πολιτισμοῦ, νομίζω ὅτι θά μπορούσαμε νά συμφωνήσουμε ― ἐνδεχομένως στήν πλειονότητα ἤ ἀκόμη καί στό σύνολο ― ὅτι πολιτισμός εἶναι τά ἔργα καί ἡ συμπεριφορά τοῦ ἀνθρώπου σέ μιά δημιουργική πορεία, σέ μιά ἱστορική διαδρομή ἐν μέσω ὠδίνων καί ὀδυνῶν. Ἑπομένως γλώσσα, ὀργάνωση κοινοτικῆς ζωῆς, ἐπιστήμη, κτίσματα, ποίηση, μουσική, τραγούδι, χορός, γνώση, ἀγάπη, φιλία κτλ. εἶναι πολιτισμός. Κι ὅλα αὐτά ἐννοοῦνται μόνο ὡς ξεπέρασμα μηδενιστικῶν ἀλλοιώσεων ἤ ἀλλοτριώσεων, πτώσεων καί κάθε λογῆς ἀπειλῶν ἐναντίον τῆς ζωῆς. Μέ ἄλλα λόγια, ὅ,τι προάγει τή ζωή, ὅπως εἰπώθηκε ἤδη, σέ δημιουργικά ἔργα καί συμπεριφορά, ἤ ὅ,τι σημαίνει καλή ἀλλοίωση τῆς ζωῆς, καθώς λέμε, εἶναι πολιτισμός. Ἀπεναντίας ὅ,τι φθείρει τή ζωή καί τίς ἀνθρώπινες σχέσεις σημαίνει στασιμότητα καί καταστροφή. Καί δέν ἀπαιτοῦνται θεωρητικά ἐπιχειρήματα γιά τήν ἀπόδειξη αὐτῶν τῶν πραγμάτων. Ἡ ἴδια ἡ ζωή πρώτη αὐτή μᾶς ἀποδεικνύει τοῦ λόγου τό ἀληθές.

Πάντως σέ ποιό βαθμό κατορθώνει ὅλα αὐτά ὁ ἄνθρωπος μένει νά ἐξεταστεῖ, καί θά ἔλεγε κανείς ὅτι ὁ πολιτισμός μοιάζει νά ’ναι σάν κάποια λαμπερά ἤ καί ἀδύναμα φωτάκια στήν ἀπέραντη νύχτα τῆς ἱστορίας. Ἀλλά ὁ ἄνθρωπος, ὡς κτιστός, εὔθραυστος καί χωματένιος, μέ τήν ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ μέσω θεοφανειῶν, δηλαδή μέσω φανέρωσης τῆς θείας δόξας στήν κτίση καί στήν ἱστορία, ἀναδεικνύεται ὡς κατ’ εἰκόνα Θεοῦ καί ὡς συνδημιουργός. Κι ὅταν, λοιπόν, τό κατ’ εἰκόνα Θεοῦ καί ἡ συνδημιουργία, καταντοῦν σέ μιά δυσκαμψία ἤ ἀκαμψία, μέ τήν εἰσβολή τῆς φθορᾶς, τότε ἡ Ἐκκλησία καταγγέλλει αὐτό τόν πολιτισμό τῆς πτώσης καί τῆς φθορᾶς καί τῶν τραγικῶν ἀντιφάσεων, παρέχοντας τή θεραπευτική σωτηρία μέσω τῆς κοινωνίας τοῦ σώματος ὅλων τῶν μελῶν της. Ὅμως, πρέπει νά τονιστεῖ μέ ἄκρα ἔμφαση ὅτι, ἐνῶ ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία σ’ ὅλες τίς φάσεις τῆς ἱστορικῆς της διαδρομῆς ἀπορρίπτει ριζοσπαστικά ἕναν τέτοιο πολιτισμό, συνάμα παράγει ἕναν τεράστιο πολιτισμό, πού ἀγωνιστικά εἶναι μιά συνεχής μεταμόρφωση καί θεραπεία, πράγματα πού τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας τά ζοῦν σέ μιά διαχρονία καί συγχρονία: μουσική, ποίηση, ζωγραφική, ἀρχιτεκτονική, τραγούδι, χορός, κτίσματα, ἦθος, ἄσκηση, φιλία, ἀγάπη κτλ., θησαυρισμένα καί ὑπομνηματισμένα ἐξάλλου σέ ἀπαράμιλλου κάλλους φιλόκαλα μνημεῖα, τά ὁποῖα διαρκῶς θαυμάζει ὅλος ὁ κόσμος. Ἕνας φιλόκαλος, λόγου χάρη, βυζαντινός ναός, ἀκόμη καί ἕνα μικρό ἐκκλησάκι, ἀκυρώνει καί σβήνει τήν ἐκτυφλωτική λάμψη ἑνός καταθλιπτικά βαρυφορτωμένου οὐρανοξύστη. (Ἀσκητές μοναχοί ζωγράφισαν ὁλάκερη τήν Ἁγία Γραφή, κι ἄς λένε μερικοί πουριτανοί προτεστάντες, μέ τόν καημό γιά τήν καθαρότητα τῆς Βίβλου, ὅτι δέν μελετοῦσαν τίς Γραφές!).

Συναφές πρός τά ἀνωτέρω εἶναι καί τό ζήτημα τῆς σχέσης Ἑλληνισμοῦ καί Χριστιανισμοῦ, καί μάλιστα ἄν σκεφτεῖ κανείς ὅτι ἔχουν γραφτεῖ χιλιάδες τόμοι καί μύρια ὅσα ἔχουν εἰπωθεῖ. Τί νέο, λοιπόν θά μποροῦσε νά πεῖ κανείς γι’ αὐτή τή σχέση; Προσωπικά ἔχω μιά ἄποψη πού τή θεωρῶ νέα τουλάχιστο ὡς διατύπωση. Ὅμως, καταρχήν κρίνω ἀπαραίτητο νά σταχυολογήσω τρεῖς βασικές θέσεις, πού προκύπτουν ἀπό ὅσα ἔχουν ὑποστηριχτεῖ γι’ αὐτό τό θέμα. α) Ἑλληνισμός καί Χριστιανισμός εἶναι πράγματα ἀσυμβίβαστα καί ἐντελῶς ἀντιφατικά. β) Τό χριστιανικό κήρυγμα, ἤδη στά πρῶτα του βήματα, ἐξελληνίστηκε τόσο βαθιά, ἔτσι ὥστε μέ τόν καιρό νά ἀλλοιωθεῖ ὁ ἀρχικός του χαρακτήρας. γ) Χάρη στόν Ἑλληνισμό ἀνδρώθηκε καί ἐξαπλώθηκε μέ τόση ἐπιτυχία ὁ Χριστιανισμός.

Τήν πρώτη θέση τή θεωρῶ τρομαχτικά δογματική καί φανατική οὐκ ὀλίγον εἴτε προέρχεται ἀπό ἑλληνολάτρες, εἴτε ὑποστηρίζεται ἀπό χριστιανολάτρες! Ἡ δεύτερη θέση, πού κατά κύριο λόγο ὑποστηρίχτηκε ἀπό δυτικούς ἐρευνητές, δέν εἶναι τίποτα ἄλλο παρά ὁ καημός τοῦ προτεσταντικοῦ πουριτανισμοῦ ―κύριος ἐκπρόσωπος ὁ πολύς Adol von Harnack ― πού τό κύριο ἐνδιαφέρον του εἶναι ἡ καθαρότητα τῆς Βίβλου! Ἡ τρίτη θέση τεκμηριώνεται ἱστορικά μέ ἱκανοποιητικό τρόπο. Ἄλλωστε παραδεκτή εἶναι ἡ μεγάλη συμβολή τοῦ Ἑλληνισμοῦ καί τοῦ ρωμαϊκοῦ imperium στή διάδοση καί τήν κραταίωση τοῦ Χριστιανισμοῦ. Ὅμως, δέν λέγεται θαρρετά ὅτι ὁ ἑλληνικός πολιτισμός, ἡ ἑλληνική γλώσσα καί ἡ ἑλληνική ἰδιοφυΐα στίς τέχνες θά εἶχαν πεθάνει, ἄν στήν Ἀνατολή δέν εἶχαν προσληφθεῖ καί ἀφομοιωθεῖ κατά ρωμαλέο τρόπο ἀπό τό Χριστιανισμό. Σωτήρας τοῦ Ἑλληνισμοῦ, λοιπόν, εἶναι ὁ Χριστιανισμός! Ἀλλά ὁ σωσμένος εὐεργέτησε τό σωτήρα του οὐκ ὀλίγον.

Ἔτσι, λοιπόν, ἡ πορεία τοῦ Ἑλληνισμοῦ ὥς τίς σύγχρονες καί νεότερες φάσεις τῆς νεοελληνικῆς ζωῆς ἔχει συναφθεῖ ὀργανικά μέ μιά δυναμική τοῦ Χριστιανισμοῦ πότε συνειδητή, πότε μισοσυνείδητη καί πότε ἀσύνειδη. Ὁ προσεχτικός ἐξεταστής ἤ διανοούμενος εἶναι σέ θέση νά διακρίνει καλά σ’ αὐτό τόν πολιτισμό ἦθος, στάδια καί ἀλλαγές. Ἀλλά δέν εἶναι λίγοι ἐκεῖνοι πού μέ μιά ἐντυπωσιακή ἀφέλεια μᾶς λένε ὅτι ἐδῶ καί δυό χιλιετίες ὁ Χριστιανισμός ἀπέτυχε στήν πορεία του, μιά καί α) οἱ περισσότεροι ζοῦν ἐκτός χριστιανικῆς ζωῆς καί β) ἡ ἠθική τῶν περισσοτέρων δέν εἶναι διόλου χριστιανική! Προφανῶς ὅσοι ἐκφράζονται μέ μιά τέτοια ἀφέλεια δέν ἔχουν καταλάβει τίποτα ἀπό Χριστιανισμό, καί συγκεκριμένα ἀπό τή διδαχή καί τό ἔργο τῆς Ἐκκλησίας. Καταλαβαίνει κανείς εὔκολα ὅτι στήν προκειμένη περίπτωση ἡ μελέτη αὐτή δέν ἔχει ὡς σκοπό τήν ἀνάπτυξη ἤ τή θεολογική ἀνάλυση τῆς οὐσίας τοῦ Χριστιανισμοῦ καί τοῦ βασικοῦ ρόλου τῆς Ἐκκλησίας.  Ἀλλά μιά ἄκρως βασική θέση-κλειδί πρέπει νά κατανοηθεῖ. Ὁ Χριστιανισμός πρωτίστως στήν πορεία καί στό ἔργο του δέν κρίνεται μέ ἠθικά κριτήρια καί προπαντός μέ ἠθικολογίες. Καί ὅποιος εἶναι ἕτοιμος νά μειδιάσει, ὀφείλει νά ξέρει ὅτι μήτε ἡ ἴδια ἡ ἱστορία κρίνεται μέ αὐτά τά κριτήρια! Μέ ἄλλα λόγια, Χριστιανισμός καί ἱστορία κρίνονται μέ κριτήρια πρωτίστως τραγικά. Ἐξοῦ καί ἡ κατά φυσικό τρόπο γένεση τοῦ κωμικοῦ ἤ σατιρικοῦ πνεύματος, κάτι σάν ἐκτόνωση ἤ χαλάρωση. Ἡ ἠθική ἔρχεται δεύτερη, ὅ,τι καί νά κάνουμε! Πάντως ἡ χριστιανική διδασκαλία κατά ρητό καί κατηγορηματικό τρόπο ἀπορρίπτει κάθε ἴχνος μανιχαϊκῆς ἀντίληψης, ἐνῶ θεωρεῖ τίς ὑφιστάμενες ἀντιθέσεις πραγμάτων καί γεγονότων παντοτινές, ὡστόσο τῆς μιᾶς καί τῆς ἴδιας ἀγαθῆς πραγματικότητας πού πότε καλλύνεται, καί πότε κακύνεται. Μέ ἄλλα λόγια, ἰσχύει τό περιώνυμο συναμφότερον, ἤ ὁ νόμος τῆς συνάρτησης τῆς πατερικῆς θεολογίας. Ἄλλωστε Θουκυδίδης καί Ἡράκλειτος, μέ διαφορετικό τρόπο, τήν ἴδια ἀλήθεια ἐκφράζουν: γιγνόμενα μὲν καὶ ἀεὶ ἐσόμενα, ἕως ἂν ἡ αὐτὴ φύσις ἀνθρώπων ᾖ... (Ἱστορ. Γ΄ 82)· τὸ ἀντίξουν συμφέρον καὶ ἐκ τῶν διαφερόντων καλλίστην ἁρμονίαν· παλίντροπος ἁρμονίη ὅκωσπερ τόξου καί λύρης. (HDiels B8· B51). Ἀλλά ἡ ἐκκλησιαστική ζωή παρέχει σωτηρία, λύση καί θεραπεία, ἔτσι ὥστε μόνο ἐν μέσω ὠδίνων καὶ ὀδυνῶν νά διεξάγεται προσπάθεια ἤ μάχη γιά μιά Α ἤ Β δημιουργική συμπεριφορά. Ἄλλος δρόμος ἔξω ἀπό τίς τραγικές συγκρούσεις καί τήν παροχή τῆς σωτηρίας δέν ὑπάρχει. Καί αὐτό τό ἔργο τῆς σωτηρίας διενεργεῖται ἐντός καί ἐκτός Ἐκκλησίας, ἀφοῦ εἶναι ἔργο τοῦ Θεοῦ, ἐλπίδα καί δωρεά στόν κόσμο. Σκόπιμα ὀξύνοντας κανείς τό λόγο του, θά ἔλεγε ὅτι ὁ Χριστός δέν ἦλθε γιά νά μᾶς κάνει μαγικά ἤ μηχανικά καλούς καί ἠθικούς ἀλλά γιά νά μᾶς σώσει! Γι’ αὐτό καί ἡ διδασκαλία καί τό ἔργο του εἶναι τό ἅλας τῆς γῆς. Ὁ ἄνθρωπος ὡς συνδημιουργός ὀφείλει νά κρατάει τοῦτο τό ἅλας μέ ἀγώνα καί προπαντός ἄλλου μέ ἐλπίδα. Τοῦτο εἶναι τό νόημα τοῦ Χριστιανισμοῦ.

Ἀναλογίζεται, λοιπόν, κανείς γιά ποιό λόγο οἱ Ἀρχαῖοι Ἕλληνες δέν ἦταν ὑποκριτές, ἤ καλύτερα δέν ἦταν τόσο ὑποκριτές! Ἡ ἀπάντηση φαίνεται νά ’ναι μία· εἶχαν ἔντονο τό αἴσθημα τοῦ τραγικοῦ. Κι ἐνῶ μέ τή χριστιανική διδασκαλία τοῦτο τό αἴσθημα κορυφώνεται στό ἔπακρο, ὁ ἐνστερνισμός ἑνός γλυκεροῦ Χριστιανισμοῦ μπορεῖ νά τό κάνει ἀτροφικό, ἔτσι ὥστε πολλοί, πουριτανοί καί ἠθικολόγοι, νά λένε ὅτι ὁ Χριστιανισμός ἀπέτυχε, ἤ μιά ἄλλη κατηγορία πουριτανῶν νά ἐπαίρεται ὅτι μόνο αὐτή ἐκπροσωπεῖ τό Χριστιανισμό. Γι’ αὐτό, λοιπόν, δέν βρίσκεται κανείς στό σωστό δρόμο, ἄν νομίζει ὅτι θά ἀρθοῦν ἤ ὅτι πρέπει νά ἀρθοῦν οἱ ἀντιθέσεις, οἱ δυσκολίες, ἀκόμη καί οἱ μάχες. Μιά τέτοια ἀντίληψη εἶναι ὄχι μόνο ἀπό τά πράγματα καί τά γεγονότα θεωρητικά ἐσφαλμένη, ἀλλά καί πρακτικά ἐπιζήμια, μιά καί μπορεῖ νά ὁδηγήσει σέ μιά ρηχή καί πλαδαρή ζωή. Τό ξεπέρασμα τῶν ἀντιθέσεων καί τοῦ μηδενός, ὅταν εἶναι ἐφικτό κατά πάντα, ἤ ὅσο εἶναι ἐφικτό, στεφανώνει τή χαρά τῆς δημιουργίας.

 Ὅλα τά ἀνωτέρω κρίνω σκόπιμο ν’ ἀναφέρω, γιατί σίγουρα διευκρινίζουν μέ σωστό τρόπο τή σχέση νεοελληνικοῦ πολιτισμοῦ καί ἐκκλησιαστικῆς ταυτότητας, χωρίς νά προκύπτουν ἀπορίες γιά ποιό λόγο νεοελληνική ζωή μέ τήν ἐκκλησιαστική πραγματικότητα δέν κατορθώνουν τελειότητα ἀρετῆς καί βίου, λές καί εἶναι κοκκινοσκουφίτσες! Εἶναι ἀπαραίτητο ν’ ἀνοίξουν μπροστά μας ἄλλοι ὁρίζοντες, πού νά μᾶς δίνουν ἐλπίδα γιά νόημα ζωῆς. Παντοῦ καί πάντοτε εἶναι ἀδιανόητη μιά τέλεια καί στατική συνύπαρξη θεωρίας καί πράξης, ἀφοῦ εἶναι ἕνα δυναμικό γίγνεσθαι. Ἐξοῦ καί οἱ κάθε τόσο ἐπιτυχίες καί ἀποτυχίες. Ἀγάπη καί εἰρήνη περνᾶνε μέσα ἀπό φωτιά καί δάκρυα. Καί μόνο ἔτσι εἶναι δημιουργικά κατορθώματα. Ἄλλωστε ἀπό καθαρή κοινωνική καί πολιτική σκοπιά, νόμοι, νομικός πολιτισμός, συντάγματα, διακηρύξεις περί ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων θά ἦταν ἕνας πέρα γιά πέρα κενός καί ὑποκριτικός λόγος, ἄν ζητούσαμε πλήρη καί ἀπό ὅλους ἐφαρμογή. Εἰπώθηκε ἐδῶ καί ἄλλη φορά ὅτι, σύμφωνα μέ τήν ἀντιμανιχαϊκή διδασκαλία τοῦ Χριστιανισμοῦ, τίποτα δέν εἶναι ἀπολύτως ἐξαχρειωμένο, καί τίποτα ἀπολύτως ἐξιδανικευμένο.

Πάντως ἐκεῖνο πού πρέπει νά ἐξαρθεῖ μέ ἔμφαση εἶναι ἡ βασική ἀλήθεια γιά τόν καθαρά ἱστορικό χαρακτήρα πραγμάτων καί γεγονότων, τά ὁποῖα ἀφοροῦν τό Χριστιανισμό, καί συγκεκριμένα τή ζωή τῆς Ἐκκλησίας, ὁπότε μπορεῖ κανείς ἄνετα νά κάνει λόγο γιά νεοελληνικό πολιτισμό καί ἐκκλησιαστική ταυτότητα. Μέ ἄλλα λόγια, στήν κτίση καί τήν ἱστορία διενεργεῖται, βιώνεται, ἀποτυπώνεται καί σημαίνεται τό περιεχόμενο τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς. Ἔτσι μόνο ἐννοεῖται ὁ ὀργανικός καί ἱστορικός δεσμός φυσικῆς καί μεταφυσικῆς, αἰσθητῶν καί νοητῶν πραγμάτων, ὕλης καί πνεύματος. Ἑπομένως ὅσοι κάνουν λόγο γιά χριστιανική διδασκαλία καί ἐκκλησιαστικό τρόπο ζωῆς, παραπέμποντας ἀφελῶς σ’ ἕνα ὑπερπέραν καί σ’ ἕνα ἀόριστο οὐρανό, προφανῶς βρίσκονται ἔξω ἀπό κάθε σωστή, ἀγωνιστική καί δημιουργική ἐμπειρία τῆς ἀποκάλυψης τοῦ Θεοῦ καί τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς. Ἐξάπαντος ἔχουν ὄχι μόνο ἁπλῶς μιά λογοκρατική μονομέρεια, ἀλλά συνάμα κατατρύχονται ἀπό μιά ἀφυδατωμένη ψυχή. Ἡ μάνα γῆ καί ὁ φίλος οὐρανός φαίνονται σ’ αὐτούς πράγματα ἀπρόσιτα ἤ ἐξωκόσμια. Τοῦτο ἐνδεχομένως νά μήν εἶναι μιά τόσο σοβαρή ἔλλειψη, ἀλλά ἁπλῶς μιά συγχωρητέα ἄγνοια, ἀναφερόμενη σέ ἱστορικά καί ἐκκλησιαστικά πράγματα. Ἄλλωστε παρ’ ἡμῖν σέ οὐκ ὀλίγους κύκλους διανοουμένων, εἴτε σοβαρῶν εἴτε μέτριων, συναντᾶ κανείς, ὅπως εἰπώθηκε κιόλας, προχειρολογίες καί ἀνεδαφικές κρίσεις.

Ἐν πάση περιπτώσει, ἡ σωστή βίωση τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς καί συνάμα ἡ καλή γνώση τῆς χριστιανικῆς διδασκαλίας μᾶς δίνει τή δυνατότητα νά καταλάβουμε τό χαρακτήρα τῆς ἐσχατολογικῆς πορείας τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος, μέ δραματικές ἀνόδους καί πτώσεις, μέ δημιουργικά ἐπιτεύγματα καί ἀπογοητευτικές ἀποτυχίες. Ὅταν λέμε, λοιπόν, ὅτι ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ στήν κτίση καί στήν ἱστορία μέσω θεοφανειῶν ἔχει ἱστορικό χαρακτήρα, ἐννοοῦμε αὐτή τήν ἐσχατολογία,μέ ἄλλα λόγια πάντοτε τήν πορεία πρός τό μέλλον γιά ἕναν καινούριο κόσμο, καί κατά ἀναπότρεπτη συνέπεια τήν ἄμεση σχέση πρός τά ἔργα καί τή συμπεριφορά τοῦ ἀνθρώπου, καί ἑπομένως δημιουργία ἑνός πολιτισμοῦ. Χωρίς πολιτισμό ἐξάπαντος χάνουμε τόν ἱστορικό χαρακτήρα τῆς ἀποκάλυψης τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτό ἀπαραίτητα ἡ ἴδια ἡ ζωή τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ἄλλωστε μᾶς τό δείχνει ἡ ἱστορία, παράγει πολιτισμό, παρέχοντας μεταμορφωτικές δυνάμεις στόν πολιτισμό τῆς ἀνθρωπότητας, πράγμα πού ἤδη εἰπώθηκε πρωτύτερα. Ἀκόμη κι ὅταν οἱ Χριστιανοί ζοῦν μέ ἔντονο τρόπο τούτη τήν ἐσχατολογική πορεία, μέ ἀναμονή τῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ ἐδῶ καί τώρα, hic et nunc ― ὅπως εἶχε διαμορφωθεῖ ἡ ἐκκλησιαστική ζωή στά πρῶτα χρόνια τῆς ἐμφάνισης τοῦ Χριστιανισμοῦ, ἄλλωστε κάτι πού πρέπει νά γίνεται ἀδιαλείπτως γιά τήν προετοιμασία τῆς καλῆς ἀπολογίας  καί πάλι δέν ἀπομακρύνονται ἀπό τά ἱστορικά πράγματα καί γεγονότα. Ὅταν, λόγου χάρη, οἱ Θεσσαλονικεῖς ἀντί νά ’ναι ἐργαζόμενοι ἔγιναν περιεργαζόμενοι, ἀναμένοντας τόν Κύριο τῆς δόξης, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἦταν δριμύς καί κατηγορηματικός: εἴ τις οὐ θέλει ἐργάζεσθαι, μηδέ ἐσθιέτω. (Β΄ Θεσσαλ. 3, 10).

Τούτη ἡ δυναμική ἐσχατολογία, ἐξάπαντος νοούμενη σέ καθαρά ἱστορικά καί φυσικά πλαίσια ― καί κατ’ ἀναπότρεπτη συνέπεια σέ μεταφυσική ἐπέκταση  ἀνακαλεῖ στή μνήμη μας ὄχι μόνο τήν εἰκόνα μιᾶς δυναμικά πορευόμενης ἱστορίας, ἀλλά καί τήν εἰκόνα ἑνός δυναμικοῦ σύμπαντος. Καί δέν πρόκειται γιά τή σημερινή ἐπιστημονική εἰκόνα, ἡ ὁποία ὑφίσταται ἔτσι κι ἀλλιῶς μέ καταπληκτική ἐνάργεια. Ὅσο κι ἄν ἠχεῖ σέ ἀρκετούς παράδοξα πρόκειται γιά τήν ἴδια προοπτική τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, μέ τή ρητή διευκρίνιση ὅτι ἐδῶ δέν πρόκειται γιά εἰκόνα ἐπιστημονικῆς τεκμηρίωσης. Τά βιβλικά κείμενα, λόγου χάρη, ἐνῶ ἀπεικονίζουν τό τριώροφο σύμπαν τῆς Ἀρχαιότητας ― οὐρανός, γῆ, καταχθόνια ― συνάμα μᾶς δείχνουν ὅτι ἡ κυρίαρχη σέ ὅλα ἐνέργεια τῆς θείας δόξας πυρπολεῖ τοῦτο τό στατικό σύμπαν, παρουσιάζοντας ἕνα σύμπαν ἄκρως δυναμικό, ἱστορικό καί εὐέλικτο στά «θεϊκά χέρια», πού χτίζεται συνεχῶς, ὑποβαθμίζεται, καί ἀνακαινίζεται παντοτινά στή δύναμη τῆς θείας ἐνέργειας. Ἔτσι δυναμική φορά πρός τό μέλλον ἔχει ὄχι μόνο ἡ κτίση ἀλλά καί ἡ ἱστορία.

Ἀλλά στήν προκειμένη περίπτωση ἀρκετοί παρ’ ἡμῖν διανοούμενοι κάθε προέλευσης, κατά ἄκρως παράδοξο τρόπο καί μέ ἀπίστευτη εὐκολία καί ἄνεση, ἀποφαίνονται ― περιέργως μερικές φορές ἐπικριτικά! ― ὅτι ἡ Ἁγία Γραφή καί ἡ Ἐκκλησία, βέβαια, δέχτηκαν καί ἐπέβαλαν μιά στατικά ἀκίνητη γῆ καί μιά στατική ἱστορία! Καί ἀπορεῖ κανείς σφόδρα, ὅταν πολύ εὔκολα ἀναλογιστεῖ ὅτι αὐτές οἱ ἀντιλήψεις εἶχαν καθιερωθεῖ ἀπό τό ἐπιστημονικό κύρος τοῦ Ἀριστοτέλη καί τοῦ Κλαύδιου Πτολεμαίου! Ὡστόσο, πέρα ἀπό τό γεγονός αὐτό, καί καθώς τονίστηκε πρωτύτερα, ἡ εἰκόνα μιᾶς δυναμικῆς ἱστορίας καί ἑνός δυναμικοῦ σύμπαντος, πού προβάλλει ἡ Ἁγία Γραφή, εἶναι κατά πάντα ὁρατή, ἀκόμη καί ψηλαφητή, μολονότι δέν πρόκειται γιά ἀνακάλυψη ἐπιστημονικῆς ἔρευνας. Πολύ ὡραῖα ἀναπτύσσει αὐτό τό θέμα ὁ ἐπιστημολόγος Herbert Butterfield στό ἔργο του: The Origins of Modern ScienceἌλλωστε, ὅσο ξέρω, σέ ξένους ἐρευνητές καί διανοουμένους δέν βρίσκει κανείς τέτοιες ἀπίστευτες προχειρολογίες. Πάντως προκειμένου νά ξεπεραστεῖ κάθε παρεξήγηση, ὀφείλω νά τονίσω μέ ἔμφαση ὅτι στήν προκειμένη περίπτωση δέν ἐπιχειρῶ καμιά σύγκριση ἀνάμεσα στήν εἰκόνα, περί τῆς γῆς καί τῆς ἱστορίας, Ἀριστοτέλη―Κλαύδιου Πτολεμαίου καί Ἁγίας Γραφῆς. Καμιά σύγκριση δέν μπορεῖ νά γίνει. Ἄπαγε τῆς ἀνοησίας!

Σ’ αὐτό τό σημεῖο δέν ἀντέχω στόν πειρασμό καί θά ἀναφέρω μιά ἄμεση προσωπική ἐμπειρία πού εἶχα σέ διαλογική συζήτηση γι’ αὐτό τό θέμα, στό ἀμφιθέατρο της Φυσικομαθηματικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Συνάδελφος θετικῶν ἐπιστημῶν ὑποστήριξε μέ πάθος ὅτι ἡ ἀρχαία ἑλληνική φιλοσοφία ἦταν στά ἴχνη τῆς σημερινῆς ἐπιστημονικῆς εἰκόνας περί ἑνός δυναμικοῦ καί ἐξελισσόμενου σύμπαντος. Πρός ἔκπληξή μου ἐπικαλέστηκε ὡς τέτοιον πρωτοπόρο τόν Ἡράκλειτο! Μέ τή σειρά μου ἀναφέρθηκα στόν ἴδιο φιλόσοφο καί στήν περιώνυμη ρήση του γιά τήν ὕπαρξη τοῦ κόσμου: ἦν ἀεὶ καὶ ἔστιν καὶ ἔσται! (HDiels B31). Αὐτός ὁ κόσμος, λοιπόν, κατά τόν Ἡράκλειτο δέν δημιουργήθηκε, ἦταν καί εἶναι καί θά εἶναι! Κατά φυσικό τρόπο ἐνδεχομένως ὁ ἐν λόγω συνάδελφος ἐξακολούθησε νά ὑποστηρίζει τήν ἄποψή του, ὅπως αὐτονόητα εἶχε αὐτό τό δικαίωμα, σεβαστό κατά πάντα, ἀλλά ἡ ἐπιστημονική ἀλήθεια εἶναι καί αὐτή ἐξίσου σεβαστή. Γι’ αὐτό ἐπικαλέστηκα ὡς σύμμαχό μου καί τήν ἄποψη, ἄκρως τεκμηριωμένη τοῦ ἐπιστημολόγου Herbert Butterfield, διαβάζοντας περικοπές ἀπό τό ἔργο του, τό ὁποῖο ἤδη μνημόνευσα στήν παρούσα συγγραφή. Ὁ συνάδελφος μοῦ ἀποκρίθηκε ὅτι στήν Ἑσπερία αὐτά τά λένε οἱ Ἑβραῖοι! Προφανῶς, κατά τήν ἄποψή του, γιά νά ὑποστηρίξουν τήν Παλαιά Διαθήκη! Ἀλλά μιά τέτοια εὔθραυστη ἄποψη μόλις καί μετά βίας θά μποροῦσε ν’ ἀντέξει στήν κριτική. Στή συνέχεια ἀνέφερα τόν Ilya Prigogine, καθηγητή στό ἐλεύθερο Πανεπιστήμιο Βρυξελλῶν ― τιμήθηκε μέ τό βραβεῖο Nobel χημείας τό 1997 ―, ὁ ὁποῖος συνεντευξιαζόμενος σέ περιοδικά καί ἐφημερίδες κάνει λόγο γιά τό τέλος τῆς βεβαιότητας τῶν ἐπιστημῶν. Τό σύμπαν, λέγει, εἶναι ἱστορικό καί ἐξελισσόμενο, καί ὄχι ὅπως ὑποστήριζε ὁ Ἀριστοτέλης αἰώνιο! Ὑπάρχει, κατά τόν Prigogine πάντοτε, ποικιλία συμπεριφορῶν ἀνάμεσα στά στοιχειώδη σωματίδια, στούς πλανῆτες καί γενικά στά δεδομένα τῆς κοσμολογίας καί τῆς γενετικῆς. Τάξη, ἀταξία, συνέχεια, ἀσυνέχεια, ἀδυναμία προβλέψεων συνθέτουν τήν εἰκόνα τῆς συμπαντικῆς πραγματικότητας. Μιά τέτοια εἰκόνα περίπου, ἐξάπαντος ὄχι ἐπιστημονική, ἑνός σύμπαντος ἱστορικοῦ, δυναμικοῦ καί ἐξελισσόμενου μᾶς παρουσιάζει καί ἡ Ἁγία Γραφή. Κανείς δέν μοῦ ἔδωσε ἀπάντηση σ’ αὐτά πού λέει ὁ Prigogine, ἀλλά μήτε μοῦ εἶπε κανείς ὅτι ὁ σοφός αὐτός καθηγητής εἶναι Ἑβραῖος!

Ἄλλωστε παρ’ ἡμῖν καί ἀλλοῦ λέγονται καί γράφονται συγκεχυμένες καί παράδοξες ἀπόψεις σέ ὅ,τι ἀφορᾶ τήν ἀρχαία ἑλληνική φιλοσοφία. Ἀποκαλοῦν, λόγου χάρη, τούς προσωκρατικούς φιλοσόφους ὑλιστές μέ τή σημασία οὔτε λίγο οὔτε πολύ τοῦ ξεπερασμένου μηχανικοῦ ὑλισμοῦ τοῦ 19ου αἰώνα. Καί περιέργως δέν προσέχουν τί μᾶς λένε κορυφαῖοι ἐπιστήμονες, ὅπως ὁ Werner Heisenberg. Ἀλλά συχνή καί συνάμα διασκεδαστική εἶναι καί ἡ ἐπωδός ― ὄχι ἡ ἐπωδή, βέβαια ― οὐκ ὀλίγων διανοουμένων, πού ἀσχολοῦνται μέ τά φιλοσοφικά πράγματα, ὅτι πρῶτοι οἱ προσωκρατικοί φιλόσοφοι πέταξαν τό μύθο   σά νά ’ναι αὐτός ὁ μύθος ἕνα παλιό ροῦχο! ― καί λευτερωμένοι ἀνακάλυψαν τήν καθαρή ἐπιστημονική γνώση καί ἐπιδόθηκαν σέ μιά ἔρευνα προόδου καί λαγαροῦ πολιτισμοῦ! Ὁ μύθος ὅμως τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς σκέψης ἦταν ἄκρως δημιουργικός, δημιουργός θά ἔλεγα γνώσης καί εὐρύτερου πολιτισμοῦ. Ἀκόμη καί ἡ παρεξηγημένη εἰδωλολατρία συνέβαλε τά μέγιστα στήν κορύφωση ἑνός ρωμαλέου πολιτισμοῦ. Οἱ περί ὧν ὁ λόγος φιλόσοφοι, ὅπως ἀργότερα Σωκράτης καί Πλάτων, ἀκόμη καί αὐτός ὁ Ἀριστοτέλης πού μᾶς λέει ὅτι ὁ φιλόσοφος εἶναι φιλόμυθος,  Μετά τά φυσικά, 982 b: ὁ γὰρ μῦθος σύγκειται ἐκ θαυμασίων  μέ ἕνα θαυμαστό κατά πάντα τρόπο συνδύασαν ἁρμονικά λόγο καί μύθο, πράγμα σχεδόν ἀνεπανάληπτο. Εἶναι κρίμα, λοιπόν, διανοούμενοι νά ὑποστηρίζουν τόσο ἄκριτες καί συγκεχυμένες ἀπόψεις γιά τήν ἀρχαία ἑλληνική σκέψη, γιά μιά σημαδιακά δημιουργική ἰδιοφυΐα. Ἄλλωστε καί λίγο νά προσέξει κανείς τίς διανοητικές συλλήψεις τῶν προσωκρατικῶν φιλοσόφων, φυσικῶν ἐπιστημόνων κατά τά ἄλλα, θά διαπιστώσει ὅτι οἱ παραστάσεις γιά τό πῦρ, τόν ἀέρα, τό νερό καί τό ἄπειρο προέκυψαν σαφῶς ἀπό ἑνιστικές μυθικές διαστάσεις. Πάντως ὁ νεοελληνικός πολιτισμός, ἐκφραζόμενος σέ βασικές δημιουργίες, εἶναι ἐμποτισμένος μέ τό γνήσιο ἀρχαιοελληνικό πνεῦμα καί μέ τήν παράδοση τῆς Ὀρθοδοξίας, κι ἄς διαφωνοῦν μερικοί ἑρμηνευτές του. Γιατί ὁ κάθε πολιτισμός, ὅταν εἶναι ζωντανός, σάν ἀρτεσιανό πηγάδι κατέχει τά βαθιά χαρακτηριστικά τῆς παράδοσης.

Ἑπομένως ἡ ἐσχατολογική προοπτική τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς τρέφεται καί ἐπενδύεται ἀπό τήν εἰκόνα μιᾶς δυναμικῆς ἱστορίας καί ἑνός δυναμικοῦ ἱστορικοῦ καί ἐξελισσόμενου σύμπαντος. Καί αὐτές οἱ ἀντιλήψεις στό παρελθόν, ἐξάπαντος, ἔχουν ἐμποτίσει βαθιά ὅλες τίς φάσεις τοῦ ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ. Ἔτσι αὐτονόητη ἦταν καί ἡ ἐντυπωσιακή ἀντίληψη γιά τή σχέση δημιουργίας καί χρόνου, ὅπως αὐτή διαχέεται σχεδόν σ’ ὅλα τά βιβλικά κείμενα καί κατά ρητό τρόπο στή γραμματεία τῆς πατερικῆς θεολογίας. Ἐνῶ, λοιπόν, ἀπό τόν  Ἀριστοτέλη ὥς τό Νεύτωνα ὁ χρόνος θεωρεῖται ὡς μία ἀνεξάρτητη διάσταση, κατά τή θεολογία χρόνος καί κόσμος, χρόνος καί δημιουργία μέ ἄλλα λόγια, συμφύονται σέ μιά ἀδιάσπαστη ἑνότητα. Θεολογικά εἶναι ἐσφαλμένη κατά πάντα ἡ ἄποψη ὅτι ὁ κόσμος δημιουργήθηκε ἐν χρόνῳ· τά πάντα δημιουργήθηκαν μέ τό χρόνο. Ἑπομένως κόσμος καί χρόνος εἶναι πραγματικές διαστάσεις, ἀδιαχώριστες ἐξολοκλήρου. Ἐν προκειμένω ὁ Μ. Βασίλειος μέ χαρακτηριστικές ἐκφράσεις ἔχει ἐπισημάνει τούτη τήν ὁλοκληρωτική συμφυΐα κόσμου καί χρόνου ἀφενός, καί τό ἀσύλληπτο τοῦ χρόνου ἀφετέρου. Μαζί μέ τόν κόσμο καί ὅλα τά συνυπάρχοντα μέ αὐτόν ὁ χρόνος ρέει ἀκατάπαυστα! Ἔτσι εἶναι ἄπιαστος ἐξολοκλήρου, ἀφοῦ τό παρελθόν εἶναι ἄφαντο, τό μέλλον ἀναμένεται καί τό παρόν πρίν νά γίνει γνωστό, δραπετεύει ἀπό τήν αἴσθησή μας. «Συμφυὴς ἄρα τῷ κόσμῳ καὶ τοῖς ἐν αὐτῷ ζῴοις τε καὶ φυτοῖς ἡ τοῦ χρόνου διέξοδος ὑπέστη, ἐπειγομένη ἀεὶ καὶ παραρρέουσα μηδαμοῦ παυομένη τοῦ δρόμου. Ἢ οὐχὶ τοιοῦτος ὁ χρόνος, οὗ τὸ μὲν παρελθὸν ἠφανίσθη, τὸ δὲ μέλλον οὔπω πάρεστι, τὸ δὲ παρὸν πρὶν γνωσθῆναι διαδιδράσκει τὴν αἴσθησιν;». (Εἰς τὴν Ἑξαήμερον PG 29, 13Β). Ἔτσι τά παλαιά ἐγχειρίδια τῆς Δογματικῆς κακῶς κάνουν λόγο γιά δημιουργία τῶν πάντων ἐν χρόνῳ, ἐξαιτίας, βέβαια, κάποιας ἀμέλειας τῶν τότε θεολόγων νά συμβουλευτοῦν τά πατερικά κείμενα ἤ νά κατανοήσουν σωστότερα τό νόημα τῶν βιβλικῶν κειμένων!

Κατά ταῦτα εἶναι ἐν πολλοῖς συγνωστή ἡ ἄγνοια τῶν παρ’ ἡμῖν διανοουμένων σέ ὅ,τι ἀφορᾶ τήν πρωτοποριακή αὐτή ἀντίληψη περί χρόνου τῆς βιβλικῆς καί πατερικῆς θεολογίας. Ἔτσι αὐτονοήτως μερικοί ἀπ’ αὐτούς γνωρίζουν ἀπό κάποιες μελέτες δυτικῶν ἔργων ὅτι ὁ Αὐγουστίνος κάνει λόγο γιά δημιουργία τοῦ Θεοῦ ὄχι ἐν χρόνῳ (non in tempore), ἀλλά μέ τό χρόνο (cum tempore). Ὅμως οἱ δυτικοί ἐρευνητές δέν γνωρίζουν ὅτι τήν ἀντίληψη αὐτή περί χρόνου ὁ Αὐγουστίνος ὑποστήριξε μετά τήν Ἑξαήμερο τοῦ Μ. Βασιλείου, ἀφοῦ πέρασαν πενήντα χρόνια καί. Πιθανόν ὁ Αὐγουστίνος γνώρισε τή σχετική διδασκαλία τοῦ Μ. Βασιλείου ἀπό τόν Ἀμβρόσιο Μεδιολάνων. Γι’ αὐτό συγνωστή εἶναι ἡ ἄγνοια μερικῶν, πού κάνουν λόγο γιά τόν Αὐγουστίνο καί μάλιστα μέ ἐντυπωσιακό θαυμασμό, ὅμως εἶναι ἐκτεθειμένοι, καθώς ἐνημερώνονται σωστά ἀπό ἑλληνικές μελέτες, μέ τή λεπτομερή ἐπισήμανση μάλιστα ὅτι ὁ Αὐγουστίνος στίς Ἐξομολογήσεις του, ὅπου ἀναφέρει τή σχετική ἀντίληψη περί χρόνου, φαίνεται καταφανῶς καί λεκτικά ἐξαρτημένος ἀπό τό Μ. Βασίλειο! Ἀβίαστα μπορεῖ νά γίνει ἡ σύγκριση τοῦ κειμένου τῆς Ἑξαημέρου μέ τό λατινικό κείμενο τῶν Ἐξομολογήσεων τοῦ Αὐγουστίνου: «Tempus metiorsciosed non metior futurumquia nondumestnon metior praesensquia nullo spatio tenditurnon metior praeteritumquia jam non est»,  «Procul dubio non est mundus factus in temporesed cum tempore». (Οἱ ὑπογραμμίσεις δικές μου γιά νά γίνεται εὔκολη ἡ σύγκριση μέ τίς παραπάνω ἑλληνικές λέξεις τῆς Ἑξαημέρου: μέλλον, παρόν, παρελθόν). (Βλ. Confessiones 11, 26, 33 PL 32, 822· De civitate Dei 11, 6 PL 41, 322). Καταφανῶς, λοιπόν, ὁ Αὐγουστίνος στό ἑνδέκατο βιβλίο τῶν Ἑξομολογήσεων ἀντιγράφει τό περί χρόνου κείμενο τῆς Ἑξαημέρου τοῦ Μ. Βασιλείου. Ἡ δυτικότροπα μεταπρατική, ἐξάλλου, αὐγουστίνεια γνώση ὁδήγησε ἕναν πολύ καλό ἐπιστήμονα νά παρουσιάσει ὡς εὕρημα τοῦ Αὐγουστίνου τή σύνδεση τοῦ Θεοῦ μέ τό φῶς!

Ἡ λεπτομερής αὐτή παράθεση, σέ ὅ,τι ἀφορᾶ τή σύγκριση αὐτῶν τῶν κειμένων, δέν προέρχεται ἀπό καμιά σχολαστική νοοτροπία. Εἶναι κάτι πού δείχνει ἀπογοήτευση καί προβληματισμό γιά τό ἦθος καί τήν ποιότητα μερικῶν διανοουμένων τῆς νεοελληνικῆς μας κοινωνίας. Μέ ἄλλα λόγια, ὅσες φορές εἶχα διαλογική συζήτηση μέ ἀξιόλογους κατά τεκμήριο ἀνθρώπους, διαπίστωσα ὄχι κάποια ἐνδεχομένως θεμιτή ἐπιφύλαξη ἤ διαφοροποίηση, ἀλλά πεισματική ἐμμονή στήν πρωτινή τους γνώση περί χρόνου κατά τόν Αὐγουστίνο, καί μάλιστα μέ ἐπαίνους γιά τό δυτικό πολιτισμό καί μέ λύπη γιά τήν κατωτερότητα τῆς σκέψης τῶν Ἑλλήνων πατέρων! Εἶναι κάτι πού μόνο ψυχολογική ἐξήγηση ἐπιδέχεται. Ἔτσι στήν προκειμένη περίπτωση, ζητώντας συγνώμη ἀπό τόν ἀγαπητό ἀναγνώστη, καί ὑποκύπτοντας στόν πειρασμό ἀναφέρω τί ἀκριβῶς ἄκουσα στό γυαλί, σ’ ἕνα, ἄς ποῦμε, τηλεοπτικό διάλογο μεταξύ διανοουμένων, ἄγνωστων σέ μένα. Εἶχα τήν ἐντύπωση ὅτι ἡ συζήτηση γινόταν ἐπί παντός ἐπιστητοῦ, ὁπότε σέ μιά στιγμή συνῆλθα ἀπό τήν ἀνία μου, καθώς ἕνας τῶν συζητητῶν ἀνέφερε μέ πρωτόγνωρο ἐνθουσιασμό τήν ἄποψη τοῦ Αὐγουστίνου περί χρόνου καί δημιουργίας. Τήν ἴδια στιγμή ἐπίσης τό ἐνδιαφέρον μου κορυφώθηκε μέ τήν παρέμβαση ἑνός ἄλλου πού διόρθωσε τά λεγόμενα τοῦ ἐνθουσιασμένου συζητητῆ, λέγοντάς του ὅτι στήν προκειμένη περίπτωση ἡ πρωτοποριακή σκέψη περί χρόνου ἀνήκει καταρχήν στό Μ. Βασίλειο ― κάτι πού μέ ἐξέπληξε καί μέ εὐχαρίστησε. Ὅμως ὁ πρῶτος συζητητής μέ ἕνα ἀπίστευτο μορφασμό ἀποδοκιμασίας καί μέ μιά ἀπαράδεκτη ἀπαξιωτική χειρονομία κραύγασε: ἐ, ὄχι καί ὁ Μ. Βασίλειος, ἔλεος πιά! Δέν γνωρίζω τήν ἐπιστημονική ἰδιότητα ἐκείνου τοῦ συζητητῆ, ἀλλά τό περιστατικό αὐτό δείχνει πόσο ἀφόρητα ἄσκημη καί ἐπιζήμια εἶναι ἡ ὅποια ἡμιμάθεια, ἡ πεισματική ἐμμονή σ’ αὐτήν καί ἡ ἐπιστημονική ἀλαζονεία. Μιά τέτοια ἀρρώστια, ἀτυχῶς, δέν παρατηρεῖται μόνο σ’ ἕνα φερόμενο ὡς διανοούμενο, ἀλλά σίγουρα ὑποβόσκει καί ὑποφώσκει στή νεοελληνική μας ζωή.

***

Χωρίς ἀμφιβολία, συνειδητά ἤ ἀσύνειδα μέχρι τινός ἤ μέχρι πολλοῦ, ζοῦμε τό νεοελληνικό πολιτισμό μέ ὅλα τά μακραίωνα παραδοσιακά του στοιχεῖα, ἀνεξάρτητα ἀπό τό τί νέο δημιουργοῦμε ἤ πρόκειται νά ἀφομοιώσουμε καί νά δημιουργήσουμε. Οἱ διανοούμενοι, ἐξάπαντος, ἔτσι κι ἀλλιῶς ἀναφέρονται σ’ αὐτή τήν πραγματικότητα. Πάντως μέ κίνδυνο νά παρεξηγηθῶ, θά κάνω λόγο γιά τήν κωμική καρικατούρα τῶν σημερινῶν νεοπαγανιστῶν, ἤ καλύτερα τῶν εἰσηγητῶν τῆς θρησκείας τοῦ ἑλληνικοῦ Δωδεκάθεου! Ὀνομάζω τούτη τήν προσπάθεια καρικατούρα, γιά νά μή νομίσουν, ἐνδεχομένως, μερικοί ὅτι θεωρώ τούτη τήν κίνηση ἰσάξια πρός τό πείραμα ἑνός Πλήθωνα καί τῶν συνεργατῶν του. Θά ἔλεγα, λοιπόν, ὅτι μιά τέτοια ἀξιολόγηση καί ἰσοπέδωση μοιάζει νά ’ναι καθαρή βλασφημία. Γιατί Πλήθων καί ὀπαδοί του ὑπῆρξαν γενναῖοι πατριῶτες μέ ἕνα ἡρωικό ρομαντισμό. Σ’ ἐκείνη τή δεινή κρίση τοῦ Ἑλληνισμοῦ, καθώς ὑπῆρχε μονάχα ὁ μονόδρομος τῆς πτώσης, ἡ ἀντίστασή τους ἦταν μιά πράξη ἀπελπισίας, συνάμα καί μιά ἀφροσύνη. Δέν ἤθελαν νά δεχτοῦν ὅτι στήν ἱστορία δέν γίνονται τέτοια πράγματα, μέ ἄλλα λόγια δέν νοεῖται καμιά ἐπιστροφή παρά μόνο συνέχεια. Ἔτσι ὁ ἀρχαῖος ἑλληνικός πολιτισμός ἦταν ἀφομοιωμένος καί πάντοτε καθ’ ὁδόν στή ζωντανή ἑλληνορθόδοξη παράδοση. Ἄλλος δρόμος δέν ὑπῆρχε, μήτε ὑπάρχει. Πάντως ἐκεῖνο τό πείραμα ἦταν ἔτσι κι ἀλλιῶς σέ χέρια ἀξιόλογων κατά πάντα ἀνθρώπων. Ἐξάλλου τό ἴδιο ἀπελπισμένη πράξη ὑπῆρξε καί ἡ προσφυγή στή βοήθεια τῆς Δύσης ἀπό ἐξίσου ἀξιόλογες προσωπικότητες τοῦ καιροῦ ἐκείνου. Ἀλλά ἡ τότε Δύση ἤδη εἶχε ὑποδουλώσει οἰκονομικά τό Βυζάντιο, πράγμα πού κατά κύριο λόγο ὁδήγησε στήν ὀδυνηρή πτώση του. Καί οἱ λάγνες ἐδαφικές βλέψεις φεουδαρχῶν ἦταν ἐπί θύραις.

Λοιπόν, οἱ παρ’ ἡμῖν νεοπαγανιστές καί οἱ ὅποιες θεωρητικές ἤ κακέκτυπες ἀπομιμήσεις δέν μποροῦν νά δικαιωθοῦν κατά κανένα τρόπο στή σημερινή ἀσθμαίνουσα καί καλπάζουσα οἰκουμενικότητα ὅπου γῆς. Ἐξάλλου προξενεῖ μεγάλη ἀπορία τό γεγονός ὅτι στή σημερινή ἀνοιχτή κοινωνία πρός τό μέλλον μέ τήν πληθώρα γνώσεων καί ἐπιτευγμάτων οἱ περί ὧν ὁ λόγος μεταρρυθμιστές ἀδυνατοῦν νά καταλάβουν τήν πραγματικότητα. Ἐν προκειμένω θά ἦταν περιττή πολυτέλεια νά ἀπαιτεῖ κανείς ἀπ’ αὐτούς νά κατανοήσουν καί νά δεχτοῦν ὅτι ὁ Ἀρχαῖος Ἑλληνισμός, πού ὑποτίθεται ὅτι τόν λατρεύουν, ὑφίσταται μεταμορφωμένος καί βαθιά ριζωμένος στό νεοελληνικό πολιτισμό, καί μάλιστα στόν ἴδιο τόν τρόπο ζωῆς τῆς ἐκκλησιαστικῆς παράδοσης, τήν ὁποία ζοῦν σχεδόν ὅλοι οἱ πολίτες συνειδητά ἤ ἀκόμη καί ἐν πολλοῖς ἀσύνειδα. Ἐξάλλου εἶναι σίγουρο ὅτι οἱ νεοπαγανιστές δέν μποροῦν νά καταλάβουν ὅτι μέ τήν ἐνδεχόμενη ἀποκλειστική, ἤ ἀκόμη καί πεισματική, προσήλωση σ’ αὐτή τή μεταρρύθμιση καταντοῦν σέ μιά ἐπικίνδυνη εἰδωλολατρία, ὄχι ἐπειδή ἐπιστρέφουν σέ μιά ἀρχαία θρησκευτική ζωή. Μέ ἄλλα λόγια, οἱ Ἀρχαῖοι Ἕλληνες δέν ἦταν εἰδωλολάτρες, μέ τή σημασία τῆς ἀποκλειστικῆς προσκόλλησης σέ ξόανα, ἀγάλματα καί στή λατρεία τῶν θεῶν, ἀλλά μέσω αὐτῶν δημιουργοί ἑνός φωτεινοῦ πολιτισμοῦ. Ἀργότερα σχηματίστηκαν παραστάσεις περί στενῆς εἰδωλολατρικῆς προσήλωσης τῶν Ἑλλήνων στούς δώδεκα θεούς. Καί τοῦτο συνέβη, ἐπειδή οἱ θεοί τους θεωρήθηκαν σωτῆρες! Ἔτσι οἱ νεοπαγανιστές, θά ἔλεγε κανείς σκόπιμα ὀξύνοντας τό λόγο, μεταβάλλονται σέ εἰδωλολάτρες, ἐνῶ οἱ Ἀρχαῖοι Ἕλληνες δέν ἦταν εἰδωλολάτρες, μέ τή σημασία πού εἰπώθηκε πρωτύτερα.

Ἀλλά στήν ἐποχή μας καί στόν τόπο μας, ἀτυχῶς, ὑπάρχει σοβαρό πρόβλημα σέ ὅ,τι ἀφορᾶ τήν τάση πολλῶν θεολόγων καί ἄλλων διανοουμένων νά ἐξοβελίζουν ― θεωρητικά βέβαια! ― τό αἰσθητικό καί καλλιτεχνικό στοιχεῖο ἀπό τήν ἐκκλησιαστική ζωή, θεωρώντας το κάτι ἀταίριαστο, ἀκόμη καί ἠθικά ἐπιζήμιο· πλανώμενοι πιστεύουν ὅτι ἡ ἐκκλησιαστική ζωή καί ἡ θεολογία ἐξαντλοῦνται σέ μιά ἠθικολογία. Εὐτυχῶς τούς διαψεύδουν μεγάλοι παρ’ ἡμῖν δημιουργοί τῆς τέχνης, οἱ ὁποῖοι φαίνονται ξεκάθαρα ἐμποτισμένοι μέ τό φιλόκαλο ὀρθόδοξο πνεῦμα. Ἐπιλέγω μόνο δειγματοληπτικά μερικούς δημιουργούς, καί συνάμα ἁπλῶς μνημονεύω Διονύσιο Σολωμό καί Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη.

1. Ὁ Γιῶργος Σεφέρης τόσο στήν ποιητική του δημιουργία, ὅσο καί στά πεζά του διακρίνεται γιά τήν αἴσθηση τῆς βυζαντινῆς καλαισθησίας, συνδυασμένης μέ μιά βαθιά πνευματικότητα, τό περιεχόμενο τῆς ὁποίας εἶναι τό πεντόσταγμα τοῦ θεολογικοῦ στοχασμοῦ: «Τί τά θέλεις, εἴμαστε ἕνας λαός μέ μεγάλους πατέρες τῆς Ἐκλησίας, ἀλλά σήμερα χωρίς μυστικούς· μέ μεγάλη προσήλωση στό αἴσθημα καί στίς ἰδέες, ἀλλά μᾶς ἀρέσει νά δίνουμε καί στά πιό ἀφηρημένα μιά μορφή οἰκειότητας, πράγμα πού ἕνας Χριστιανός τῆς Δύσης θά τό ἔλεγε εἰδωλολατρία». (Δοκιμές, τόμος δεύτερος, Ἀθήνα 51984, σελ. 14).

2. Ὁ Ὀδυσσέας Ἐλύτης, σύν τοῖς ἄλλοις, μέ ὁρισμένα λεγόμενά του παραπέμπει στά γεγυμνασμένα αἰσθητήρια τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί τῶν πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. (Βλ. Ἑβρ. 5, 14· Γρηγορίου Νύσσης, Περί κατασκευῆς ἀνθρώπου PG 44, 197C): «Ἤ παραμένεις μέ τίς πέντε σουαἰσθήσεις ἀγύμναστες (ἡ ὑπογράμμιση δική μου) καί τόν ψυχικό σου κόσμο ἐκτεθειμένο σέ συμβάντα ἐπιφανείας πού ἁπλῶς καταγράφεις, ὁπόταν, μεῖον τή διαφορά τῆς ποιότητας, τοποθετεῖσαι στήν ἴδια παράλληλο μέ τά λαϊκά τραγούδια καί τ’ ἀναγνώσματα τῶν ἑβδομαδιαίων περιοδικῶν· ἤ ἀποδέχεσαι καταρχήν τήν ὕπαρξη μυστηρίου, ὁπόταν θέτεις ὑπό ἀμφισβήτηση τά ἐξαγόμενα κάθε πρωτοβάθμιας ἐμπειρίας καί εἰσχωρεῖς μέ μιά βαθιά τομή στήν πραγματικότητα...». (Ἐν λευκῷ, Ἀθήνα 21993, σελ. 393-94). 

3. Ὁ Γιάννης Τσαρούχης, τοῦ ὁποίου οἱ ἀπόψεις γιά τά ἄφθαρτα στοιχεῖα τῆς Ὀρθοδοξίας μνημονεύτηκαν πρωτύτερα, καί σέ ἄλλο ἔργο του διορθώνει τίς πολύ κακές ἀντιλήψεις, πού ἔχουν οὐκ ὀλίγοι, σέ ὅ,τι ἀφορᾶ τό Βυζάντιο καί τόν πολιτισμό του, σχετικά μέ τήν ὀρθόδοξη πνευματικότητα: «Ἡ ἀνεκτίμητη βυζαντινή τέχνη, συγκεκριμένα ἡ βυζαντινή ζωγραφική, πού διατήρησε σάν φαραωνικός τάφος τό σπόρο τῆς ἑλληνικῆς ἰδιοφυΐας, ἦρθε μιά ἐποχή πού ἔπαψε νά δίνει ὅ,τι εἶχε δώσει ὥς τότε μέ ποικίλες μορφές». (ἀγαθόν τό ἐξομολογεῖσθαι, Ἀθήνα 1986, σελ. 161). Στήν προκειμένη περίπτωση δέν μνημονεύω τό Φώτη Κόντογλου, σκόπιμα γιά νά μήν προκαλέσω ἐνδεχομένως μερικῶν τήν προκατάληψη.

4. Ἡ οὐσιαστική ἐπίδοση στή μουσική δημιουργία διαπότισε ὁλάκερο τό βυζαντινό πολιτισμό, τή ζωή του. Ἡ ἐκκλησιαστική μουσική, συνεχίζοντας μέ ἄκρως ἀφομοιωτικό τρόπο τήν ἑλληνική παράδοση κατόρθωσε ὥς τίς φάσεις τοῦ νεοελληνικοῦ πολιτισμοῦ νά μπεῖ καί στά κύτταρα τῶν ἀνθρώπων. Νά τί λέει, χαρακτηριστικά ἀποκαλυπτικό ὁ Μάνος Χατζιδάκις ― τό εἶχε πεῖ ἤδη τό 1948, πράγμα πολύ σπουδαῖο ―, τό ὁποῖο φανερώνει τή μεγάλη δημιουργία τῆς βυζαντινῆς μουσικῆς: «Πάνω σ’ αὐτούς τούς ρυθμούς χτίζεται τό ρεμπέτικο τραγούδι, τοῦ ὁποίου παρατηρώντας τή μελωδική γραμμή διακρίνουμε καθαρά τήν ἐπίδραση ἤ καλύτερη τήν προέχταση τοῦ βυζαντινοῦ μέλους. Ὄχι μόνο ἐξετάζοντας τίς κλίμακες πού ἀπό ἔνστιχτο τῶν λαϊκῶν μουσικῶν διατηροῦνται ἀναλλοίωτες, μ’ ἀκόμη παρατηρώντας τίς πτώσεις, τά διαστήματα καί τόν τρόπο ἐκτέλεσης. Ὅλα φανερώνουν τήν πηγή, πού δέν εἶναι ἄλλη ἀπό τήν αὐστηρή καί ἀπέριττη ἐκκλησιαστική ὑμνωδία». (Ὁ καθρέφτης καί τό μαχαίρι, Ἀθήνα 1984, σελ. 12. Βλ. ἐπίσης Ντίνος Χριστιανόπουλος, Μέ τέχνη καί μέ πάθος, Θεσσαλονίκη 1988, σελ. 34 κ.ἑ.).

5. Σύνδεσμο ὀργανικό ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς καί ἤθους, ὁ ὁποῖος προέρχεται ἀπ’ αὐτήν, πρός τόν πολιτισμό τῆς Ὀρθοδοξίας διαπιστώνει καί ὁ Μίκης Θεοδωράκης: «Τήν ἴδια ἐποχή τό νταούλι συντόνιζε στό τσάμικο καί στό καλαματιανό τούς ὑπόλοιπους Ἕλληνες πού χάρις στό πλῆθος τῶν ἁγίων τῆς ὀρθοδοξίας δέν ὑπῆρχε βδομάδα χωρίς πανηγύρι, τραγούδι καί χορό». (Ἀνατομία τῆς μουσικῆς, Ἀθήνα 1983, σελ. 219).

6. Ἄκρως χαρακτηριστικά καί πολύ ἐνδιαφέροντα εἶναι τά ὅσα λέγει ὁ Γιῶργος Θεοτοκᾶς στά Τετράδια Ἡμερολογίου (1939-1953), σελ. 306 καί 338: «Ἐξάλλου ἕνας ἄνθρωπος τοῦ τόπου μας πού θέλει νά εἶναι ‘ἑλληνολάτρης’ στό πνευματικό καί καλλιτεχνικό ἐπίπεδο καί πού δέν καταλαβαίνει τίποτα ἀπό τήν καλλιτεχνική ἐξέλιξη τῶν δέκα αἰώνων τοῦ Βυζαντίου (πού δέν καταλαβαίνει καί πού δέν ἀγαπᾶ, πού ἴσια-ἴσια ἀπεχθάνεται τήν περίοδο αὐτή), μοῦ δίνει τήν ἐντύπωση ὅτι συντηρεῖ μιά ‘ἑλληνολατρεία’ βιβλιακή καί μουσειακή κι ὄχι ζωντανή, ὀργανική συνέχεια τοῦ ἑλληνικοῦ πνεύματος». «Σχετικά μέ τή διάσωση κάποιας ζωντανῆς παράδοσης τοῦ ἀρχαίου θεάτρου μές στήν ὀρθόδοξη ἐκκλησία, τοῦ ἀναφέρω μιά σύντομη ἀλλά πολύ οὐσιαστική γνώμη τοῦ Jacques Copeau, ριγμένη σέ κάποια συνέντευξή του πρός μιά ἀθηναϊκή ἐφημερίδα στά 1940 (ἔχασα δυστυχῶς τό φύλλο). Ὁ γάλλος ἔλεγε περίπου ὅτι μονάχα τίς μέρες ἐκεῖνες, πού παρακολούθησε στήν Ἀθήνα ὀρθόδοξες λειτουργίες, ἄρχισε κάπως νά μαντεύει τί μποροῦσε νά εἶναι μιά ἀρχαία παράσταση. Ἡ γνώμη αὐτή μοῦ φαίνεται βαρυσήμαντη».

Προσωπικά θά ἐπιθυμοῦσα ὅλα τά παραπάνω νά μποροῦσα νά ἐπισημάνω σέ θεολογικά συγγράμματα. Ἀλλά κάτι τέτοιο εἶναι, προσώρας, πολύ δύσκολο.

Ὅμως, μελετώντας κανείς τά μνημεῖα τῆς καλλιτεχνικῆς δημουργίας στή νεοελληνική ζωή τῶν δύο τελευταίων αἰώνων, νοσταλγεῖ ἀκατανίκητα ὅλους αὐτούς τούς παλαιούς δημιουργούς, μιά καί στίς ἡμέρες μας ἐπιπολάζει προκλητικά, καί μάλιστα ὑπό τή μέθη τῶν φωτεινῶν τηλεοπτικῶν προβολέων, ἡ μίμηση καί ἡ ἀπογοητευτική μετριότητα. Εὔχεται νά ’ταν δυνατόν νά πνεύσει ἕνας σαρωτικός ἄνεμος καί νά σκορπίσει στούς τέσσερις ἀνέμους ὅλα τά κακέκτυπα ἔργα. Ἀλλά προσοχή, ἐξάπαντος ὑπάρχει ἔτσι κι ἀλλιῶς καί ἡ καλή συνέχεια, ἔστω καί πιεσμένη, ἔτσι ὥστε κατά νομοτέλεια ν’ ἀνατείλουν καλύτερες δημιουργικές ἡμέρες. Ἄλλωστε, τίποτα δέν ὑπάρχει ἀπολύτως ἐξαχρειωμένο, καί τίποτα ἀπολύτως ἐξιδανικευμένο. Τό δέντρο γνωρίζεται ἀπό τόν καρπό του. Ἔτσι ὅλοι ξέρουμε ὅτι ἡ δημιουργία ἀναθάλλει μέ σκιρτήματα τῆς φύσης, μέ γλυκούς ψιθύρους καί μέ κελαηδήματα πουλιῶν, μακριά ἀπό τούς σχολαστικούς καθαρολόγους, ἠθικολόγους καί διορθωτές τῆς κοινωνίας.

 
Κυριακή Α´ Ματθαίου, Κυριακή τῶν Ἁγίων Πάντων, 15 Ιουνίου 2025 (11/6/ 2023), (Αριθμ. 20Ν1)
 

Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ.

 

(Άρχεται μετά τον Εσπερινό της Κυριακής η νηστεία των Αγίων Αποστόλων μέχρι 28 Ιουνίου)

 

I. α. Με την Κυριακή των Αγίων Πάντων κλείνει η περίοδος του Πεντηκοσταρίου, η οποία άρχισε με το «Δεῦτε λάβετε φῶς». Στην υμνολογία του Μικρού Εσπερινού προβάλλεται ο σκοπός της σημερινής εορτής, αφού πρώτα δοθεί η σύνοψη του περιεχομένου του Μυστηρίου της Θείας Οικονομίας με ένα λόγο συγκλονιστικό. Ο υμνωδός χαιρετίζει τη Νέα Σιών, την Εκκλησία των Ιεροσολύμων, όμως, ως συμπερίληψη και του παλαιού Ισραήλ εν τω προσώπω του Αναστάντος Χριστού, όπως έχει ήδη υπογραμμισθεί σε προηγούμενο κείμενο ότι ο Χριστός ενώνει στο πρόσωπό του το τρισσό αξίωμα του παλαιού Ισραήλ ενώνοντας παλαιό και νέο Ισραήλ και σύμπαν το ανθρώπινο γένος στο Μυστικό Δείπνο, στα πάθη και την Ανάσταση, ως καινή δημιουργία: Ἀναστάσιμο Στιχηρὸ γ´, ἦχος πλ. δ´: «Χαῖρε Σιὼν ἁγία, Μήτηρ τῶν Ἐκκλησιῶν, Θεοῦ κατοικητήριον· σὺ γὰρ ἐδέξω πρώτη, ἄφεσιν ἁμαρτιῶν, διὰ τῆς Ἀναστάσεως». Επιπλέον, πρέπει να σημειωθεί ότι αργότερα περί την ΣΤ´ Οικουμενική Σύνοδο κατονομάζεται ως Νέα Σιών η εκκλησία Κωνσταντινουπόλεως, με αναφορά, μάλιστα, στο Σύμβολο Πίστεως της Νικαίας, που αποτέλεσε τη βάση του όλου θεολογικού εμπλουτισμού της ζωής της Εκκλησίας, πράξεως και θεωρίας.

β. Εξάλλου, η Νέα Σιών της Πεντηκοστής είναι η Εκκλησία όλων των εθνών, στην οποία αίρονται όλες οι μεταπατορικές αποκλειστικότητες, καθότι κοινή είναι η ανακαίνιση του γένους των ανθρώπων διά της ενανθρωπήσεως, κοινή και η χάρη της Πεντηκοστής, όμως κατά τη δεκτικότητα εκάστου! Η προαίρεση και η βούληση των λογικών όντων δεν αίρονται. Aν ίσχυε το αντίθετο, θα ήρετο και η ζωή της Εκκλησίας, καθότι θα κατέληγε να είναι μηχανιστική, ισοπεδωτική της ελευθερίας των λογικών όντων, εντέλει μία λατρεία τύποις ειδωλικής πράξης. Σ᾽ αυτό καταλήγει και ό,τι εκφαίνεται στις μέρες μας με διατυπώσεις: όλοι είναι παιδιά του Θεού, όλοι δικαιούνται κατά τρόπο μηχανιστικό, ήτοι ειδωλικό, τα πάντα άνευ ασκήσεως και προκοπής, χωρίς να εξελίσσεται η ανθρωπότητα, το κοινό όραμα μιας αγαθοτοπίας!

γ. Στην ίδια ερμηνευτική γραμμή, ως ομολογία πίστεως, με υπόβαθρο τις συνοδικές αποφάσεις των τεσσάρων Οικουμενικών Συνόδων περί του τρόπου της Ενανθρωπήσεως του Υιού και Λόγου του Θεού Πατρός (Γ´- ΣΤ´), το τέταρτο Στιχηρὸ Ἀναστάσιμο περιλαμβάνει στὸ μυστήριο της του Υιού Οικονομίας άπαν το ανθρώπινο γένος. Το Στιχηρό δομείται εν λόγω βραχεί: "Ὁ ἀΐδιος Υἱὸς καὶ Λόγος, πρὸ τῶν αἰώνων γεννηθεὶς ἐκ τοῦ Πατρός, ὁ αὐτὸς καὶ σαρκωθείς, ὑπομείνας τὰ πάθη ἑκουσίως (βουλήσει)", πιστοποιώντας το γεγονός της πραγματικής ενανθρώπησης, είναι ὁ Σωτήρας του νεκρωθέντα ανθρώπου (ο θάνατος εισήλθε, για να μη γίνει αθάνατη η προπατορική αποστασία και τα ματαπατορικά αμαρτήματα), που σώζει τον άνθρωπο με την Ανάστασή του, ο Χριστός, τραβώντας από τον Άδη (παραστατική εικόνα) τον Αδάμ και την Εύα, (ως συμπερίληψη όλου του ανθρώπινου γένους), γιατί αυτή είναι η Ανάσταση, «δι᾽ ἡμᾶς», η κάθοδος του Χριστού στον Άδη.

δ. Αυτή η λέξη «βουλήσει», όπως και οι συνώνυμες «ἑκουσίως», ή «αὐτεξουσίως», που λέγονται κατά κόρο στα υμνολογικά κείμενα της Εκκλησίας, προέρχονται από τις ερμηνευτικές προτάσεις των Πατέρων μας επί των άρθρων του Συμβόλου της Πίστεως και δηλώνουν ότι ο Χριστός κατά την Ενανθρώπηση είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος με ψυχή λογική και σώμα, όπως όλοι οι άνθρωποι, χωρίς αμαρτίας, ως των όλων Θεός, γιατί είναι η ανθρώπινη φύση του Χριστού, που τη δημιούργησε, ως Δημιουργήσας τα σύμπαντα, στη μήτρα της Απειρογάμου Παναγίας «ἑαυτῷ», ως ιδία του ανθρώπινη φύση. Και, βέβαια, όπως λέμε στο Σύμβολο της Πίστεως η Ενανθρώπηση έγινε για μας και τη σωτηρία μας. (Όταν διαβάζετε για τη διαλεκτική, άκουσον, άκουσον, των δύο φύσεων του Χριστού, να ξέρετε ότι πρόκειται για θλιβερές ανοησίες. Οι άνθρωποι που λένε αυτά δεν άνοιξαν μήτε κείμενα, μήτε άκουσαν τί λέγεται στις Ακολουθίες της Εκκλησίας. Αυτοσχεδιάζουν άνευ τεκμηριώσεως στη ζωή της Εκκλησίας με ένα τρόπο ιδιαίτερου ψυχισμού). (Παραθέτω και το τέταρτο Ἀναστάσιμο Στιχηρό, ἦχος πλ. δ´: «Ὁ ἐκ Θεοῦ Πατρὸς Λόγος, ἐπ᾽ ἐσχάτων δὲ τῶν χρόνων, ὁ αὐτὸς ἐκ τῆς Ἀπειρογάμου σαρκωθείς, βουλήσει σταύρωσιν θανάτου ὑπέμεινε, καὶ τὸν πάλαι νεκρωθέντα ἄνθρωπον ἔσωσε, διὰ τῆς ἑαυτοῦ Ἀναστάσεως». Σε περισσότερο εκτεταμένη μορφή κείται το Δογματικό Στιχηρό στο Καὶ νῦν, ἦχος πλ. δ´, λίγο παρακάτω. Το παραθέτω κι αυτό, για όποιον θέλει να σκεφθεί περισσότερο, αλλά κυρίως, για να γίνει σαφές ότι το μυστήριο της Θείας Οικονομίας αφορά σε όλη την κτίση. Το παραθέτω κι αυτό εδώ, γιατί είναι μεγαλειώδες: «Πῶς σε μακαρίσωμεν Θεοτόκε; πῶς δὲ ἀνυμνήσωμεν ὑπερευλογημένη, τὸ κατάληπτον μυστήριον τῆς κυοφορίας σου; Τῶν αἰώνων γὰρ ὁ ποιητής, καὶ τῆς ἡμετέρας δημιουργὸς φύσεως, τὴν ἰδίαν εἰκόνα οἰκτείρας, καθῆκεν ἑαυτόν, εἰς κένωσιν τὴν ἀνεξιχνίαστον, ὁ ὢν ἐν τοῖς ἀΰλοις κόλποις τοῦ Πατρός, ἐν μήτρᾳ σου, ἁγνή, κατεσκήνωσε, καὶ σὰρξ ἀτρέπτως ἐγένετο ἐκ σοῦ, ἀπειρόγαμε, μείνας, ὅπερ ὑπῆρχε φύσει, Θεός. Διὸ αὐτὸν προσκυνοῦμεν, Θεὸν τέλειον, καὶ ἄνθρωπον τέλειον, τὸν αὐτὸν ἐν ἑκατέρᾳ μορφῇ· ἑκατέρα γὰρ φύσις ἐστὶν ἐν αὐτῷ ἀληθῶς, διπλᾶ δὲ πάντα κηρύττομεν, τὰ φυσικὰ αὐτοῦ ἰδιώματα, κατὰ τὴν διπλόην τῶν οὐσιῶν, δύο σέβοντες τὰς ἐνεργείας, καὶ τὰ θελήματα. Ὁμοούσιος γὰρ ὢν τῷ Θεῷ καὶ Πατρί, αὐτεξουσίως θέλει, καὶ ἐνεργεῖ ὡς ἄνθρωπος. Αὐτὸν ἱκέτευε, σεμνὴ παμμακάριστε, τοῦ σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν», που απηχεί τὴν ερμηνεία των αποφάσεων της ΣΤ´ Οικουμενικής Συνόδου.

ε. Μεταξύ των δύο παραπάνω Στιχηρών η Εκκλησία ψάλλει στο Δόξα το Στιχηρό για τη σημερινή εορτή κατονομάζοντας, εξαιρέτως, τους Μάρτυρες της Πίστεως, που επισφράγησαν την ομολογία Χριστού με το μαρτύριο του αίματος, όπως, εξάλλου, μνημονεύονται και μετά την ευχή της Επικλήσεως σε κάθε Θεία Λειτουργία μεταξύ όλων των αυτοπτών Αγίων των Θεοφανειών του Τριαδικού Θεού, Παλαιάς τε και Καινής Διαθήκης: «Ἔτι προσφέρομέν σοι τὴν λογικὴν ταύτην λατρείαν ὑπὲρ τῶν ἐν πίστει ἀναπαυσαμένων Προπατόρων, Πατέρων, Πατριαρχῶν, Προφητῶν, Ἀποστόλων, Κηρύκων, Εὐαγγελιστῶν, Μαρτύρων, Ὁμολογητῶν, Ἐγκρατευτῶν, Διδασκάλων, καὶ παντὸς πνεύματος δικαίου ἐν πίστει τετελειωμένου».

στ. Κατά ταύτα, το Απόστιχο απηχεί τη μαρτυρική περίοδο της Αποστολικής και Μεταποστολικής περιόδου και την αιμάτινη έξοδο της Αποστολικής Εκκλησίας προς τον κόσμο, προς τα έθνη. Εξάλλου, ο εορτασμός της μνήμης των Μαρτύρων είναι από τις παλαιότερες εορτές του Αγιολογίου της Εκκλησίας μας. Στο Απόστιχο των Μαρτύρων ο «θεῖος» χορός όνομάζεται «τῆς Ἐκκλησίας ἡ βάσις, τοῦ Εὐαγγελίου ἡ τελείωσις», γιατί «ὑμεῖς ἔργῳ τοῦ Σωτῆρος τὰ ῥητὰ ἐπληρώσατε». Οι Άγιοι Μάρτυρες, δηλαδή, καλούνται στηρίγματα της Εκκλησίας και ολοκλήρωση του Ευαγγελίου, καθώς με τη θυσιαστική τους πράξη εκπλήρωσαν τούς λόγους του Χριστού, να ομολογήσουν, δηλαδή, το Χριστό ως Θεό, κατά την προτροπή του προς τους Αποστόλους «μέχρι περάτων της γης» εν μέσω ενός κόσμου ειδωλολατρίας και μεταπατορικών αντιθέσεων.

ζ. Και, ενώ, η υμνολογία της εορτής, όπως είναι φυσικό, αρχίζει με το χαιρετισμό των Μαρτύρων, που αποτελεί κεντρικό άξονα, παράλληλα υπάρχουν, ιδίως, στο Μεγάλο Εσπερινό Στιχηρά, όπου συμπεριλαμβάνεται όλος ο χορός των Αγίων, το ανθρώπινο γένος, άνδρες και γυναίκες, γιατί ο κατά Χριστόν αγώνας και η δωρηθείσα σωτηρία αφορά σε κάθε άνθρωπο, άνδρα ή γυναίκα, αφού ο Χριστός, για να θυμηθούμε μόνο τον Άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, ήρε την προπατορική αμαρτητική αντίθεση γυναίκας- άνδρα και μας ξανάκανε ανθρώπους. Παραθέτω εδώ μόνο από το Μεγάλο Εσπερινό το Ἀναστάσιμο Στιχηρό στο Δόξα, ἦχος πλ. δ´, μετά τα Στιχηρά της Θεοτόκου, που μας ξαναθυμίζει τη μνημόνευση μετά την ευχή της Επικλήσεως: «Δεῦτε πιστοί, σήμερον χορείαν ἐπικροτήσαντες, εὐσεβῶς πανηγυρίσωμεν, καὶ τῶν Ἁγίων πάντων τὴν ἔνδοξον, καὶ σεβάσμιον μνήμην, ἐνδόξως τιμήσωμεν, λέγοντες· Χαίρετε, Ἀπόστολοι ἔνδοξοι, Προφῆται, καὶ Μάρτυρες, καὶ Ἱεράρχαι. Χαίρετε, Ὁσίων ὁ δῆμος, καὶ τῶν Δικαίων. Χαίρετε, τιμίων Γυναικῶν ὁ χορὸς καὶ Χριστὸν ὑπὲρ τοῦ κόσμου πρεσβεύσατε, νίκας τῷ βασιλεῖ κατὰ βαρβάρων δωρήσασθαι, καὶ ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν τὸ μέγα ἔλεος».

 

II. α. Αυτή η Υμνολογία της Εκκλησίας είναι ευθεία απόδοση της καταγραφής ενταυτώ του σημερινού Αποστολικού και του Ευαγγελικού Αναγνώσματος. Πρέπει να σημειώσω ότι το Αποστολικό Ανάγνωσμα της σημερινής ημέρας είναι η συμπερασματική συνέχεια του συγκλονιστικού Αποστολικού Αναγνώσματος της Κυριακής της Ορθοδοξίας, που μας κηρύττει για τη βεβαιότητα της πίστης, με την οποία έζησαν όλοι οι Θεόπτες της Παλαιάς Διαθήκης, ως Μάρτυρες των επαγγελιών του Άσαρκου Λόγου στον παλαιό Ισραήλ. Έρχεται, λοιπόν, ο Απόστολος Παύλος και μας ζητάει να έχουμε την ίδια με αυτούς πίστη στον αυτόν Ένσαρκο Λόγο, τον Ιησού Χριστό, τον «τελειωτή», που ανακεφαλαιώνει την επαγγελία, την προς όλους μας ευεργασία, διά των παθών και της εις τα δεξιά του Πατρός καθέδρας του, όπου δυνάμει και χάριτι εισήγαγε άπαν το ανθρώπινο γένος.

β. Με το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα η Εκκλησία μάς καλεί, κατά το λόγο του Χριστού στους Αποστόλους, σε ομολογία του Αποκαλυφθέντος Υιού και Λόγου του Θεού, όχι με λόγια αλλά με έργα, υπερβαίνοντας όλες τις συμβάσεις της ζωής, ό,τι συνιστά την ατομικότητά μας, αποδεχόμενοι την παλιγγενεσία του Χριστού, τον καινούργιο κόσμο, όπου αίρονται οι αποκλειστικότητες και όλες οι συμβάσεις της μεταπατορικής μας περιπέτειας, αφού στη ζωή της Εκκλησίας, στη ζωή των Αγίων και των Μαρτύρων, δεν ισχύει καμία συμβατική διάκριση και τιμή τέτοιου είδους, παρά μόνο ο αγιακός βίος κατά τη δεκτικότητα εκάστου, κατά την ελευθέρα προαίρεσή του. Έτσι «Πολλοὶ δὲ ἔσονται πρῶτοι ἔσχατοι καὶ ἔσχατοι πρῶτοι», Ματθ. ιθ´, 30.

γ. Και, επειδή τα κατορθώματα των Μαρτύρων και όλων των Αγίων απαρχής είναι δωρεά και χάρη Θεού, πλουτισμός του κοινού εκκλησιαστικού σώματος «τῆς μυστικῆς Σιών», κατά το Δοξαστικό των Αγίων Πατέρων, εν Αγίω Πνεύματι, δοξασμός που δωρίζεται στην Εκκλησία ως συναγωγή των πάντων και επέκταση του μυστηρίου της Θείας Οικονομίας στους άπειρους αιώνες εν κόλποις του Θεού Πατρός, γι᾽ αυτό Απολυτίκιο και Κοντάκιο της εορτής είναι τα αυτά με την Πεντηκοστή (Ἀπολυτίκιο: «Εὐλογητὸς εἶ, Χριστέ...», Κοντάκιο: «Ὅτε καταβάς...»), όπως και η εορτή ακολουθεί τη διάταξη του Πεντηκοσταρίου.

δ. Στήν πορεία της Εκκλησίας προς τα έθνη η ενότητα του κοινού χαρισματικού σώματος έχει περάσει και περνά δοκιμασίες. Η Εκκλησία αντιμετώπισε τις έξωθεν επιθέσεις και τις έσωθεν διαβρωτικές κινήσεις από ασθενούντα μέλη της με βάση την πίστη της εν τη πράξει πάντα ως λατρεύουσας κοινότητας, διαμορφώνοντας τα ερμηνευτικά της κριτήρια, ήτοι τις προφητικές και αποστολικές αποδείξεις των θεοπτών του Λόγου εν Αγίω Πνεύματι, (γι᾽ αυτό συνοδικός κανόνας επιτάσσει ως προϋπόθεση για τη χειροτονία των κληρικών τη γνώση της ερμηνείας του Ευαγγελίου, του Απόστολου και του Ψαλτήρα!), το Σύμβολο της πίστεως, ως σύνοψη της μαρτυρίας των νέων μελών κατά τη μαρτυρία των Αγίων Προφητών και Αποστόλων, τη συνοδική ερμηνεία του Συμβόλου της πίστεως, κατά τη μαρτυρία των εγκρίτων και εγκύρων Πατέρων, και τη λειτουργική επιμαρτυρία σε μία αδιατάρακτη συνέχεια λειτουργικής πράξης και ασκήσεως του αγιακού βίου, εκκόπτουσα πάντα η Εκκλησία συνοδικά τις αυτονομημένες κινήσεις της αυταρέσκειας και της εξαπάτησης των ανθρώπων από τα ιδιοτελή μέλη της και τους παντός είδους αγύρτες, οι οποίοι πολλάκις εμφανίζονται και ως πνευματικότατοι, όπως όλοι οι ατομοκεντρικοί εκμεταλλευτές και ιδίως οι ηθικιστές!

 

Αποστολικό Ανάγνωσμα: Ἑβρ. ια´, 33- ιβ´, 2: « (Ἀδελφοί, οἱ ἅγιοι πάντες) 33 (οἳ) διὰ πίστεως κατηγωνίσαντο βασιλείας, εἰργάσαντο δικαιοσύνην, ἐπέτυχον ἐπαγγελιῶν, ἔφραξαν στόματα λεόντων, -1 Τοιγαροῦν καὶ ἡμεῖς, τοσοῦτον ἔχοντες περικείμενον ἡμῖν νέφος μαρτύρων, ὄγκον ἀποθέμενοι πάντα καὶ τὴν εὐπερίστατον ἁμαρτίαν, δι᾽ ὑπομονῆς τρέχωμεν τὸν προκείμενον ἡμῖν ἀγῶνα, 2 ἀφορῶντες εἰς τὸν τῆς πίστεως ἀρχηγὸν καὶ τελειωτὴν Ἰησοῦν, ὃς ἀντὶ τῆς προκειμένης αὐτῷ χαρᾶς ὑπέμεινε σταυρόν, αἰσχύνης καταφρονήσας, ἐν δεξιᾷ τε τοῦ θρόνου τοῦ Θεοῦ κεκάθικεν».

 

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: Ματθ. ι´, 32-33, 37-38, ιθ´, 27-30: «32 Πᾶς οὖν ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοὶ ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὁμολογήσω κἀγὼ ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς· 33 ὅστις δ᾽ ἂν ἀρνήσηταί με ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ἀρνήσομαι αὐτὸν κἀγὼ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς. - 37 Ὁ φιλῶν πατέρα ἢ μητέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος· καὶ ὁ φιλῶν υἱὸν ἢ θυγατέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος· 38 καὶ ὃς οὐ λαμβάνει τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθεῖ ὀπίσω μου, οὐκ ἔστι μου ἄξιος.- 27 Τότε ἀποκριθεὶς ὁ Πέτρος εἶπεν αὐτῷ· Ἰδοὺ ἡμεῖς ἀφήκαμεν πάντα καὶ ἠκολουθήσαμέν σοι· τί ἄρα ἔσται ἡμῖν; 28 ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· Ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ὑμεῖς οἱ ἀκολουθήσαντές μοι, ἐν τῇ παλιγγενεσίᾳ, ὅταν καθίσῃ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπὶ θρόνου δόξης αὐτοῦ, καθίσεσθε καὶ ὑμεῖς ἐπὶ δώδεκα θρόνους κρίνοντες τὰς δώδεκα φυλὰς τοῦ Ἰσραήλ. 29 καὶ πᾶς ὃς ἀφῆκεν οἰκίας ἢ ἀδελφοὺς ἢ ἀδελφὰς ἢ πατέρα ἢ μητέρα ἢ γυναίκα ἢ τέκνα ἢ ἀγροὺς ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός μου, ἑκατονταπλασίονα λήψεται καὶ ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσει. 30 Πολλοὶ δὲ ἔσονται πρῶτοι ἔσχατοι καὶ ἔσχατοι πρῶτοι».