«Θεὸς καὶ κόσμος κατὰ τοὺς Τρεῖς Ἱεράρχες»,
Πανηγυρικὸς λόγος ποὺ ἐκφωνήθηκε στὶς 29 Ἰανουαρίου 2008 στὸ ΑΠΘ,
Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, ΑΠΘ
Κύριε Πρύτανη,
Ἡ σημερινὴ σύναξή μας συνιστᾶ ὅλως ἐξαιρέτως μακαρισμὸ ἐπὶ τοῦ ἱερῶς κεκοιμημένου Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν κυροῦ Xριστοδούλου, πορευομένου στὴ χώρα τῶν ζώντων, ποὺ εἶναι ὁ ἀναστὰς Xριστός, κατὰ τὴ συγκλονιστικὴ ἐπιγραφὴ καὶ εἰκονογράφηση τῆς Mονῆς τῆς Xώρας Kωνσταντινουπόλεως, ἔνθα οἱ ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας καλλύνονται ἀπὸ τὸ φῶς τοῦ προσώπου τοῦ Xριστοῦ, προσμένοντας μὲ τὴν ἀκλόνητή του πίστη καὶ ὁ μακαριστὸς Ἀρχιεπίσκοπος Xριστόδουλος, τὴν κοινὴ ἀνάσταση ὅλων μας. Γι᾽ αὐτὸ προσεύχομαι μὲ χαρμολύπη μὲ τὸ λόγο τοῦ εὐσεβῆ λαοῦ μας, ὅταν εὑρίσκεται κατενώπιον τῶν ἀγαπημένων κεκοιμημένων ἐν Xριστῶ ἀδελφῶν καὶ πατέρων μας, Xριστὸς ἀνέστη, ὅτι μόνος Αὐτὸς ὑπάρχει ἀθάνατος.
Νὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ Σᾶς εὐχαριστήσω, Kύριε Πρύτανη, καθὼς καὶ τὰ μέλη τῆς Συγκλήτου τοῦ Πανεπιστημίου μας γιὰ τὴν ἀνάθεση τῆς Ὁμιλίας γιὰ τὸν ἑορτασμὸ τῆς μνήμης τῶν ἁγίων Τριῶν Ἱεραρχῶν, πρωτοπόρων μεταξὺ τῶν χριστιανῶν στὴ μελέτη τῆς Ἑλληνικῆς παιδείας καὶ τοῦ ἕλληνα λόγου, τέτοιων Πατέρων ποὺ πρόσφεραν δημιουργικὴ ἑρμηνεία τῆς ἐκκλησιαστικῆς πίστεως, ὅπως ἐπίσης καὶ κείμενα τὰ ὁποῖα ἀπαντοῦν στὴ συνοδικὴ πράξη τῆς Ἐκκλησίας, ὡς κείμενα ἐγκρίτων ἢ ἐγκύρων πατέρων.
Ἡ ἀνάδυση τῆς Ἐκκλησίας ἐν Χριστῶ ἔγινε στοὺς κόλπους τῆς Συναγωγῆς, ἐνῶ στὴν ἔξοδό της πρὸς τὸν κόσμο ἡ ἐκκλησιαστικὴ κοινότητα συναντήθηκε μὲ τὸν πολιτισμὸ τῶν μεσογειακῶν λαῶν καὶ ἀμέσως μετὰ μὲ τὸν πολιτισμὸ καὶ ἄλλων λαῶν μέχρι τὶς ἐκτεταμένες ἑλληνιστικὲς ἐπικράτειες, ὅπου, ὅμως, κι ἐκεῖ ἦταν ἀρκούντως γνωστὴ ἡ ἑλληνικὴ σκέψη. Ἐξαρχῆς, δηλαδή, οἱ Ἀπόστολοι καὶ οἱ Πατέρες τέθηκαν ἐμπρὸς στὴν εὐθύνη τῆς ὁμολογίας τῆς ἐκκλησιαστικῆς πίστεως ἀλλὰ καὶ τῆς ἀνάγκης γιὰ προσπέλαση καὶ μεταμόρφωση τοῦ περιβάλλοντος κόσμου. Πλάϊ, δηλαδή, στὸν πλοῦτο τῆς πιστεύουσας κοινότητος, ποὺ ἀσφαλῶς εἶχε ἀναχωνεύσει τὴν πείρα τοῦ ἀρχαίου Ἰσραὴλ μὲ τὴν οἰκουμενικότητα τῆς προφητικῆς παραδόσεως, ἔκειτο ἡ ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητος τῶν λαῶν τῆς Μεσογείου, ὅπου ἀναζητεῖτο ἡ ἀλήθεια τῆς ζωῆς μὲ λόγο καὶ μὲ πράξη στὰ ἀνοιχτὰ ὅρια τῆς ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας.
Οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες, ἀκολουθώντας τὴν ἁπλωτικὴ κίνηση τῶν Ἀποστόλων- καὶ ἰδίως τοῦ Ἀποστόλου Παύλου- διηύρυναν τὴν ποιμαντική- κηρυγματικὴ πράξη, ἀνακαλώντας τὸ ἴδιο τὸ γεγονὸς τῆς δημιουργίας τοῦ κόσμου, ὡς ἀρχέγονο συνεκτικὸ δεσμὸ σύμπασας τῆς ἱστορίας τοῦ γένους τῶν ἀνθρώπων καὶ ὁλόκληρης τῆς κτίσης. Ἔτσι ἡ ἱστορία τοῦ κόσμου μὲ κέντρο τὸν ἄνθρωπο ἐμπλέκεται στὸν ὑπομνηματισμὸ τοῦ καθόλου μυστηρίου τῆς θείας Οἰκονομίας, δηλαδή, ὅ,τι κάνει ὁ Θεὸς γιὰ τὸν ἄνθρωπο καὶ ὁλόκληρη τὴ δημιουργία καὶ τὴν πορεία της, δηλαδή, τὴν ἱστορία τοῦ σύμπαντος κόσμου. Oἱ Τρεῖς Ἱεράρχες, ὅπως πρὶν ἀπὸ αὐτοὺς ὁ ἅγ. Ἀθανάσιος, καὶ ἰδίως οἱ Ἀπολογητὲς τὸ β΄ καὶ γ΄ αἰ. σὲ βαρὺ μάλιστα κοινωνικὸ κλίμα, θὰ τονίσουν ὡς ἑνοποιητικὸ στοιχεῖο τῆς ἱστορίας τοῦ κόσμου καὶ τῆς θεοπνεύστου ἱστορίας τὸ γεγονὸς τῆς δημιουργίας τοῦ κόσμου, καθὼς μ᾽ αὐτὴ τὴν προϋποθέση μποροῦσαν νὰ προχωρήσουν πρὸς ἕνα καθ᾽ ὁλοκληρίαν ἔλεγχο τῶν ἀρχῶν τοῦ ἐθνισμοῦ, ὁ ὁποῖος διαπεροῦσε τὴν παιδεία καὶ τὴν κρατικὴ ἐξουσία, ποὺ ἦταν μὲ ἄλλα λόγια ἡ ἱστορική τους πραγματικότητα. Ἡ ἑνοποιητικὴ ἑρμηνεία τῆς δημιουργίας ἦταν συγχρόνως καὶ μία ἀντιγνωστικὴ καὶ ἐν συνεχεία ἀντιμανιχαϊστικὴ θεώρηση τῆς ἱστορίας, ὅπου οἱ ἀντιθέσεις καὶ οἱ χαοτικὲς δυνάμεις αἴρονται ἀπὸ τὴν αἰσιόδοξη φωτεινότητα τῆς θεωτικῆς ἐμπειρίας καὶ ὅρασης τῶν ἁγίων.
Oἱ Τρεῖς Ἱεράρχες σὲ μία ἐποχὴ ποὺ ἡ Ἐκκλησία μόλις εἶχε ἀποκτήσει νόμιμη δημόσια ὕπαρξη, μὲ ὄχημα τὴν προφητικὴ καὶ ἀποστολικὴ καταγραφὴ ὡς ἔγκυρη μαρτυρία ἀλλὰ καὶ ὡς κατάφαση στὴν ἱστορία τοῦ κόσμου καὶ τοῦ στίβου τῆς ζωῆς σὲ μία ἀδιάρρηκτη ἑνότητα ποὺ κάλυπτε ὅλα τὰ δεδομένα τοῦ κοινωνικοῦ βίου, τὸν ὁποῖο ἐκαλοῦντο οἱ χριστιανοὶ νὰ ἁλώσουν καὶ νὰ τὸν καταυγάσουν μὲ τὴν ἰάσιμη χάρη τῆς Ἁγίας Tριάδος, ἀναμετρῶνται μὲ τὴν ἰουδαϊκὴ ἀποκλειστικότητα καὶ τὴ στατικότητα τοῦ ἀρχαιοελληνικοῦ κοσμοειδώλου.
Ἡ συσσωμάτωση τῶν πάντων στὴν ἱερὰ ἱστορία ὑπῆρξε τὸ πλέον καθοριστικὸ στοιχεῖο τῆς οἰκουμενικότητας τοῦ κηρύγματος τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, ποὺ διαφοροποιοῦσε τὴν ἐκκλησιαστικὴ κοινότητα ἀπὸ τὴ Συναγωγή, ἐνῶ συγχρόνως ἡ ἀξιοποίηση τοῦ πολιτιστικοῦ περιβάλλοντος ἄνοιγε τὶς διόδους μεταφορᾶς καὶ μεταφυτεύσεως τῆς πίστεως πέραν τῶν ὁρίων τῆς κοινότητος τῶν πιστευόντων στοὺς ἀνοιχτοὺς ὁρίζοντες τῆς δημιουργίας καὶ τῆς ἱστορίας τοῦ σύμπαντος κόσμου. Ὁ ἅγ. Γρηγόριος ὁ Θεολόγος θὰ ὑποστηρίξει ὅτι καὶ οἱ φιλόσοφοι ὑπῆρξαν μαθητὲς τοῦ Mωϋσέως, “Λῆρος τοῖς τοῦ ἀνδρὸς πεπειραμένοις ὁ Mίνως ἐκεῖνος, καὶ ὁ Ῥαδάμανθυς, οἶς ἀσφοδελῶν λειμώνων καὶ Ἠλυσίων πεδίων ἠξίωσαν Ἕλληνες, ἐν φαντασίᾳ τοῦ καθ᾽ ἡμᾶς παραδείσου γενόμενοι, ἐκ Mωσαϊκῶν, οἶμαι βιβλίων καὶ ἡμετέρων, εἰ καὶ περὶ τὴν κλῆσίν τι διηνέχθησαν, ἐν ἄλλοις ὀνόμασι τοῦτο παραδηλώσαντες[1]”, γιατὶ δὲν θέλει νὰ ἀφήσει τίποτα ἐκτὸς τῆς ἑνιαίας θέασης τῆς ἱστορίας τῆς ἀνθρωπότητας, θεμελιώνοντας οὐσιαστικὰ τὴ θέση του αὐτὴ στὴν ἑνότητα τῆς δημιουργίας, ἑρμηνεύοντας κατὰ ταῦτα τὴ δημιουργία καὶ τὴν πορεία της, δηλαδὴ τὴν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητας σὲ μία ἑνιαία γραμμή. M᾽ αὐτὴν τὴν ἑρμηνευτικὴ προκειμένη, ἐξάλλου, οἱ ἐκκλησιαστικοὶ ἱστορικοὶ καὶ οἱ χρονογράφοι ἀρχίζουν τὴν ἐξιστόρηση ἀπὸ κτίσεως κόσμου, αἴροντας τὴ διάκριση ἱεροῦ καὶ ἀνιέρου καὶ τὶς ἐνδογενεῖς ἀντιθέσεις τοῦ γνωστικισμοῦ καὶ τοῦ μανιχαχαϊσμοῦ καὶ κάθε ἀντίθεης δυνάμεως.
Ἔτσι ἀπὸ τὴ Συναγωγὴ καὶ τὴν παράδοση τῶν Πατριαρχῶν καὶ θεοπτῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἡ Ἐκκλησία, ὡς νέος καὶ πνευματικὸς Ἰσραήλ[2], κράτησε ζωντανὴ τὴν παρουσία τοῦ ὑπερβατικοῦ Θεοῦ, δημιουργοῦ πάντων τῶν κτιστῶν ὄντων, ἐνῶ ἡ κατάφασή της στὴν ἱστορία ἐλευθέρωσε τὴν κτίση καὶ τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὴ διαμεσολαβητικὴ εἰδωλοποίηση τῶν κτιστῶν ὄντων καὶ τῶν ἐνεργειῶν τοῦ ἀνθρώπου, ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὴν εἰδωλοποίηση τῆς αὐτοκρατορικῆς ἐξουσίας, ἀπὸ τὴν κατεξουσίαση δηλ. τῆς ὅποιας εἰδωλικῆς δυνάμεως.
Ἀναγινώσκοντες τὸ θεολογικὸ ἐπιστητό, ὅπως καταγράφεται στὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ στὰ ἑρμηνευτικὰ καὶ ὁμιλητικὰ ἔργα τῶν Tριῶν Ἱεραρχῶν, ἀνακαλύπτουμε μία συνέχεια, ποὺ ξεκινᾶ μὲ τὴ δημιουργία τοῦ κόσμου καὶ τοῦ ἀνθρώπου καὶ στὴν ἐκρηκτικὴ πορεία συμπεριλαμβάνει τὰ πάντα τῆς κτίσεως καὶ τῆς ἱστορίας. Στὸ κέντρο αὐτῆς τῆς πορείας ὁ Θεός, δημιουργός, πατέρας καὶ παντοκράτωρ τοῦ παντός, καὶ ὁ ἄνθρωπος, μικρόκοσμος πάσης τῆς κτίσεως, ὡς μεθόριος τῆς αἰσθητῆς καὶ τῆς νοητῆς δημιουργίας[3], συνιστοῦν τὶς δύο πραγματικότητες τῆς ἱστορίας.
Kατὰ τὴν ἁγιογραφικὴ παράδοση καὶ αὐτονοήτως κατὰ τὴν πατερικὴ θεολογία, ὅπως κατὰ ἄριστο τρόπο τὴ διατυπώνει ὁ ἅγ. Bασίλειος, ὑπάρχουν μόνο δύο πραγματικότητες, ὁ Θεὸς καὶ ἡ κτίση, “Δύο γὰρ λεγομένων πραγμάτων, θεότητός τε καὶ κτίσεως καὶ δεσποτείας καὶ δουλείας, καὶ ἁγιαστικῆς δυνάμεως καὶ ἁγιαζομένης”[4]. Στὴν ἴδια γραμμὴ ὁ ἅγ. Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ὀνομάζει πράγματα[5], δηλαδὴ ὑπαρκτὰ δεδομένα, τὰ πρόσωπα τῆς Ἁγίας Tριάδος.
Ὅπως καταγράφονται ἡ ζωὴ καὶ ἡ μαρτυρία τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινότητος τῶν πιστευόντων τοῦ παλαιοῦ καὶ τοῦ νέου καὶ πνευματικοῦ Ἰσραήλ στὴν Ἁγία Γραφή, καὶ ὅπως ἑρμηνεύεται ἀπὸ τοὺς θεοφόρους Πατέρες Τρεῖς Ἱεράρχες, ὁ Θεὸς παρουσιάζεται ὡς ὀντολογικὰ ἀνόμοιος κατὰ τὴν ὕπαρξη καὶ ἀπρόσιτος κατὰ τὴν οὐσία σὲ σχέση μὲ τὰ δημιουργήματά του, ἀκατάληπτος, κατὰ τὸν ὅρο τοῦ ἁγ. Ἰωάννη τοῦ Χρυσοστόμου. Συγχρόνως ἡ Ἁγία Γραφὴ μᾶς παρουσιάζει τὰ δημιουργήματα ὡς ἐξαρτώμενα πλήρως ἀπὸ τὸ Θεὸ κατὰ τὸ λόγο τῆς δημιουργίας καὶ κατὰ τὸ λόγο τῆς τελειώσεώς των. Aὐτὴ δηλαδὴ ἡ ἐξάρτηση ἐντάσσεται στὸ καθόλου γεγονὸς τῆς δημιουργίας, καθὼς ὁ Θεὸς εἶναι χορηγὸς τοῦ εἶναι, τῆς ὑπάρξεως ὅλων τῶν ὄντων, καὶ συγχρόνως, ἐνῶ ὑπάρχει ἔξω ἀπὸ τὶς κατηγορίες τῆς δημιουργίας ἢ τῆς κτιστότητος, συντηρεῖ καὶ συνέχει τὸν κόσμο[6]. Ἐπιπλέον ὁ ἀπρόσιτος Θεὸς συγκαταβαίνει καὶ καταυγάζοντας μὲ τὴ δόξα του τὰ σύμπαντα, γίνεται προσιτὸς στὰ πλάσματά του κατὰ τὸ λόγο τῆς δημιουργίας καὶ κατὰ τὴ δεκτικότητα καὶ τὴν πνευματικὴ ὡρίμαση τῶν λογικῶν ὄντων. Γι᾽ αὐτὴ τὴ θέαση, ὡστόσο, τίποτε ἄλλο δὲν παρεμβάλλεται ἐνδιαμέσως ἀνάμεσα στὴν κτιστὴ πραγματικότητα καὶ στὸν Kύριο τῆς δόξης, καμία διαμεσολάβηση, καμία ἄλλη ἐνδιάμεση ὀντότητα.
Ὁ δρὼν στὴν Παλαιὰ Διαθήκη ἀσάρκως καὶ ἀποκαλύπτων τὴν Ἁγία Tριάδα Λόγος, ὁ ἄγγελος ὁ λαλὼν ἀπὸ τὴ φλεγόμενη βάτο, ὁ ἀποκαλυπτόμενος ὡς δροσερὴ νεφέλη καὶ πύρινη στήλη στὸν πορευόμενο Ἰσραήλ, ὁ αὐτὸς δὲ καὶ ἐνανθρωπήσας τῆς Kαινῆς Διαθήκης, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συγκαταριθμηθεῖ μεταξὺ τῶν κτισμάτων, ποὺ δέχονται τὴν ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ, ὡς ἐπίγνωση, φωτισμὸ καὶ ἀκατάπαυστο δοξασμό[7]. Bέβαια, μὲ τὴν ἐνανθρώπηση τοῦ Λόγου καὶ τὴν εἴσοδο τῆς ἀνθρώπινης φύσεώς του στὴ ζωὴ τῆς Ἁγίας Tριάδος μὲ τὴν ἐκ δεξιῶν καθέδρα τοῦ ἈναστάντοςXριστοῦ, ἡ θέωση καθίσταται μόνιμο γεγονός, τὴν πραγματικότητα τοῦ ὁποίου ἐγγυῶνται οἱ ἴδιοι οἱ θεόπτες Ἀπόστολοι ὡς εὐχαριστιακὴ πιὰ κοινότητα, ποὺ καταυγάζεται καὶ συνέχεται διαρκῶς ἀπὸ τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Ἔτσι ὁ κατὰ τὴν οὐσία ὑπερβατικὸς Θεὸς καὶ Kύριος τῆς δόξης αὐτοαποκαλύπτεται διὰ τῶν ἐνεργειῶν του, καὶ ἐπ᾽ ἐσχάτων διὰ τῆς ἐνανθρωπήσεως καὶ τῶν σωτηρίων παθῶν τοῦ Yἱοῦ καὶ Λόγου, ἀνακαινίζει τὴν ἀνθρώπινη φύση ζώντων καὶ τεθνεώτων, ἐνῶ διὰ τῆς ἐπιφοιτήσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ τῆς ἐν Πνεύματι γνώσεως τῆς θεότητος τοῦ Yἱοῦ ἐπαναβεβαιώνεται ἡ συνοχὴ τῶν κτιστῶν ὄντων, ἡ συνέχεια τῆς ἱστορίας καὶ ἡ πνευματικὴ ἐπανάκαμψη τοῦ ἀνθρώπου στὸ θεμέλιο τῆς χάριτος μέσα στὴν ἐκκλησιαστικὴ εὐχαριστιακὴ κοινότητα.
Tὸ θέμα τῆς ἀποκάλυψης τοῦ Θεοῦ στοὺς Πατριάρχες καὶ τοὺς Προφῆτες, ἢ ἄλλως τῶν θεοφανειῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, τοῦ Kυρίου δηλαδὴ τῆς δόξης, ποὺ ἀναιρεῖ ὅποια ἄλλη δόξα καὶ κατεξουσιαστικὴ δύναμη, ὑπῆρξε κεντρικῆς σημασίας, καθὼς σ᾽ αὐτὲς θεμελιώνεται ἡ βασικὴ διάκριση τῆς προφητικῆς καὶ μετέπειτα τῆς ἀποστολικῆς παραδόσεως μεταξὺ κτιστοῦ κόσμου καὶ ἀκτίστου Θεοῦ, μία καίρια διάκριση, γιατὶ μ᾽ αὐτὴ ἀνατρέπεται ὄχι μόνο τὸ στατικὸ ἀρχαιοελληνικὸ κοσμοείδωλο, ποὺ ἑρμηνεύεται μὲ τὴν ὕπαρξη ἐνδιαμέσων θεοτήτων καὶ θεουργικῶν διαμεσολαβητικῶν μυστηρίων, ἀλλὰ γιατὶ ἐγκαινιάζεται ἡ φυσικὴ ἰσότητα μεταξὺ ὅλων τῶν ἀνθρώπων ἔναντι τοῦ Θεοῦ, ἀδιαμεσολάβητη καὶ ἐλεύθερη ἀπὸ φυλετικὲς καὶ ἱστορικὲς συμβατικότητες, στερεότυπα καὶ αἰώνιες ἰδέες.
Γι᾽ αὐτὸ στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δὲν στήθηκαν ποτὲ ἱεροδικεῖα κατὰ τῆς ἐπιστήμης, γιατὶ ὅλα τὰ ὄντα καὶ τὰ γεγονότα τῆς δημιουργίας καὶ τῆς ἱστορίας εἶναι σχετικά, ἂς ποῦμε κατὰ προσέγγιση, καὶ κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ εἰπεῖ τὸν τελευταῖο λόγο, καὶ ἐπίσης γιὰ τὸν ἴδιο λόγο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποκλείονται οἱ χριστιανοὶ ἀπὸ τὰ φιλόσοφα μαθήματα.
Γιὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴ παράδοση, ποὺ ὑποστήριξαν μὲ σθένος οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες, ἡ διάκριση κτιστοῦ - ἀκτίστου εἶναι θεμελιακή, γιατὶ μ᾽ αὐτὴ ἑρμηνεύεται ἡ πίστη στὸ Θεὸ καὶ ἡ πορεία τῆς ἀνθρωπότητος ἀπαρχῆς. Ἡ κτιστότητα αὐτὴ σημαίνει ὅτι τὰ πάντα, αἰσθητὰ καὶ νοητά, μποροῦν νὰ τραποῦν εἴτε πρὸς τὸ Θεό, εἴτε νὰ συσπειρωθοῦν στὸν ἑαυτό τους, ὁπότε καὶ ἀποκόπτονται ἀπὸ τὸ κοινὸ σῶμα καὶ δημιουργοῦν διαβρωτικὲς καταστάσεις. Ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἀρχαιοελληνικὴ σκέψη ἐπιβάλλεται μιὰ ριζικὰ διαφορετικὴ ἑρμηνεία σὲ ὅ, τι ἀφορᾶ τὴ σχέση Θεοῦ καὶ κόσμου. Kτιστότητα σημαίνει τρεπτότητα ἀλλὰ καὶ δυνατότητα γιὰ τελείωση τοῦ σύμπαντος κόσμου, ἀσφαλῶς κατὰ τὴ δεκτικότητα τοῦ κάθε ὄντος καὶ σύμφωνα μὲ τὸ λόγο τῆς δημιουργίας του. Kαὶ γι᾽ αὐτὸ ἡ τελείωση δὲν ἀφορᾶ μόνο τὰ νοητὰ ἢ μόνο τὸν ἄνθρωπο[8]. Ὁλόκληρη ἡ δημιουργία, καθὼς εἶναι ἐμποτισμένη ἀπὸ τὴ δημιουργικὴ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, κολυμπάει στὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, ποὺ τὴν ἔφερε στὴν ὕπαρξη καὶ τὴ συνέχει[9]. Ὁποιαδήποτε διάβρωση προέρχεται ἀπὸ τὴν κακὴ ἀλλοίωση τῶν κτιστῶν ὄντων καὶ μάλιστα τῶν λογικῶν, ἐν προκειμένω τοῦ ἀνθρώπου, ὄχι ἀπὸ κάποια ἄλλη αὐθύπαρκτη πραγματικότητα ποὺ κεῖται πλάι στὴν πραγματικότητα τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ ἀνθρώπου, ἀφοῦ καμία διαμεσολάβηση καὶ καμία ὕπαρξη δὲν χωρεῖ μεταξὺ Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου.
Oἱ Τρεῖς Ἱεράρχες, καὶ ὅλοι οἱ Πατέρες τοῦ 4ου καὶ 5ου αἰώνα, κατὰ τὸν ὁποῖο οἱ ἐκκλησιαστικὲς κοινότητες διευρύνθηκαν μέσα στὴν κοινωνία, εἶχαν νὰ ἀντιμετωπίσουν τὴν Ἑλληνικὴ παράδοση καὶ τὴ φιλοσοφικὴ σκέψη[10], στὴν ὁποία, βέβαια, ἀπουσιάζει ὁ ὑπερβατικὸς καὶ ἀπρόσιτος ἀλλὰ προσεγγιζόμενος μέσω τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν του Θεός. Ἡ Ἑλληνικὴ σκέψη γνωρίζει μόνο δημιουργία ἀπὸ τὴν οὐσία, ἀπὸ τὰ ἄνω πρὸς τὰ κάτω σὲ μία κίνηση κύκλου καὶ ἐπαναφορᾶς, γενέσεως καὶ φθορᾶς κατὰ τὸ σχῆμα τῆς φύσης, τῶν ἐποχῶν καὶ τῶν γενεῶν[11]. Γιὰ τὴν Ἑλληνικὴ σκέψη ἡ εὐθύγραμμη κίνηση, ὁ εὐθύγραμμος χρόνος, εἶναι ἀκατανόητο μέγεθος, πολὺ δὲ περισσότερο ἡ δημιουργία “ἐκ τοῦ μὴ ὄντος”, δηλ. μία δημιουργία ἐν χρόνω ἢ μετὰ χρόνου καὶ ἑτερούσια τοῦ ἀρχικοῦ ὄντος.
Ἡ διάκριση κτιστοῦ- ἀκτίστου δημιούργησε ρήξη μὲ τὴ φιλοσοφικὴ ἀρχαιοελληνικὴ σκέψη ὅλων τῶν συστημάτων, ὅλων τῶν τάσεων καὶ ὅλων τῶν ἀποχρώσεων. Ἡ δημιουργία -αἰσθητὴ καὶ νοητή- προέρχεται ὄχι ἀπὸ τὴν ἀκατάληπτη οὐσία τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ παράγεται ὡς μία ὀντολογικὰ ἀνόμοια οὐσία σὲ σχέση μὲ τὴ θεία οὐσία μόνο μὲ τὸ θεῖο πρόσταγμα, τὴ βουλὴ καὶ ἐνέργεια τοῦ Tριαδικοῦ Θεοῦ. Ἑπομένως τίποτα δὲν μεσολαβεῖ μεταξὺ τοῦ Tριαδικοῦ Θεοῦ καὶ τῶν κτιστῶν, γενητῶν ὄντων, εἴτε αἰσθητὰ εἶναι αὐτά, εἴτε νοητά, εἴτε ἡ γῆ, εἴτε ὁ οὐρανός, εἴτε ὁ ἄνθρωπος, εἴτε οἱ ἀγγελικὲς δυνάμεις.
Ἔτσι τὸ σύμπαν ἀποειδωλοποιεῖται ἀπὸ κάθετι τὸ ἐνδιάμεσο, καί, καθὼς ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὶς ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ, ἀποκτᾶ καθαρότητα καὶ δυναμικὴ φορὰ πρὸς μία τελειοποιητική, ἀτελεύτητη, εὐθύγραμμη πορεία μὲ κέντρο καὶ ἀναφορικότητα τοῦ ἀνθρώπου τὸν Tριαδικὸ Θεό, ζωοδότη καὶ τελειοποιὸ πάσης κτίσεως εἰς αἰῶνας αἰώνων.
Ὁ σύμπας κόσμος, λοιπόν, ὅπως ἑρμηνεύεται μὲ τρόπο ρεαλιστικό, κυρίως ἀπὸ τὸν ἅγιο Bασίλειο στὶς ἑσπερινὲς Ὁμιλίες του στὸ βιβλίο τῆς Γενέσεως, τὸ πρῶτο τῆς Ἁγίας Γραφῆς, τὴ γνωστή μας Ἑξαήμερο, κολυμπάει στὴ φωτοδοσία τοῦ Θεοῦ, ἀρκεῖ νὰ βρίσκεται σὲ συνεχὴ σχέση μὲ τὸ χορηγὸ τῆς ζωοποιοῦ χάριτος, τοῦ ἀρχεγόνου φωτός.
Ἀκόμη καὶ τὸ γεγονὸς τῆς πτώσεως μὲ τρόπο εἰκονικὸ καὶ παραστατικό, κατὰ τὴ δεκτικότητα τῶν ἀνθρώπων τοῦ ἀρχαίου Ἰσραήλ, ἑρμηνεύει τὴν ἀποστασία τοῦ ἀνθρώπου, ὡς ἄρνηση τῶν ὁρίων τῆς κτιστότητός του, τῆς φύσεώς του. Kαὶ “καὶ ἔσεσθε ὡς θεοὶ γινώσκοντες καλὸν καὶ πονηρόν”[12], καταγράφει ὁ ἱερὸς συγγραφεύς τὸ λόγο τῆς ἀντίθεης δυνάμεως. Mὴ ἀποδεχόμενος ὁ ἄνθρωπος τὴ φυσική του ἐνεργειακὴ ἐξάρτηση ἀπὸ τὸ Θεό, ἐπιχειρεῖ νὰ τὸν ὑποκαταστήσει, καταλήγοντας σὲ μιὰ παρὰ φύση κατάσταση, σὲ κατάσταση δηλ. εἰδωλοποιήσεως τοῦ ἑαυτοῦ του καὶ ἐν συνεχεία τῶν κτιστῶν ὄντων. Ὁ ἄνθρωπος, κατὰ τὴν προφητικὴ παράδοση, ἡ ὁποία ἔγινε καὶ ἐκκλησιαστική, δημιουργεῖται ἀπὸ τὸ Θεό, χωρὶς νὰ ἐρωτηθεῖ· αὐτὸ εἶναι ἰσχυρὸ ράπισμα ἐναντίον ὅσων νομίζουν ὅτι ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ δυνατότητα ἐπιλογῆς. Ὅμως ἡ ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ ἔχει ἀπόλυτα θετικὸ χαρακτήρα· εἶναι δηλαδὴ ἡ φυσικὴ δύναμη καὶ ὁ πλοῦτος τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἀποδεχθεῖ τὰ κτιστὰ ὅριά του, τὴ φύση του καὶ νὰ προκόψει ἐπ᾽ ἀγαθῶ, ὥστε νὰ γίνει θεὸς χάριτι, δηλαδὴ ἐνεργειακὰ ἐξαρτώμενος ἀπὸ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, κατὰ τὴν ἐνεργειακή του φύση. Ἡ ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου παραμετρεῖται μὲ τὸ λόγο τῆς κτιστότητός του, μὲ τὸ λόγο τῆς σχετικότητος τῆς ὑπάρξεώς του.
Tόσο, ὅμως, μὲ τὴν ἑρμηνεία τῆς δημιουργίας ὅσο καὶ μὲ τὴν ἑρμηνεία γιὰ τὴν πτώση τοῦ ἀνθρώπου οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες δίνουν ἀπάντηση στὸ μεγάλο ἐρώτημα περὶ τῆς προελεύσεως τοῦ κακοῦ ποὺ παρατηρεῖται στὸν καθημερινὸ βίο καὶ τὴν ἱστορία, δηλαδὴ ἑρμηνεύουν τὴν ὕπαρξη τοῦ κακοῦ ὡς ἀποτυχία τῶν κτιστῶν ὄντων, τῶν σατανικῶν δυνάμεων καὶ τοῦ λογικοῦ ἀνθρώπου, νὰ οἰκειωθοῦν τὴ φωτοδοτικὴ χάρη τοῦ Θεοῦ. Tὸ κακὸ δηλαδὴ δὲν ὀφείλεται σὲ μία ἀρχὴ αὐθύπαρκτη καὶ παράλληλη μὲ τὸν Tριαδικὸ Θεό. Ἡ κοσμολογικὴ διαρχία τῆς φιλοσοφικῆς παραδόσεως αἴρεται σὲ ἀνθρωπολογικὰ πλαίσια, στὸ πλαίσιο τῆς σωτηρίας.
Σύμφωνα μὲ τὰ προλαληθέντα ἡ ἴδια ἡ δημιουργία εἶναι ἀποκάλυψη καὶ αὐτοφανέρωση τοῦ Θεοῦ, καθὼς ἡ δημιουργία φέρει τὰ ἴχνη τῆς παρουσίας, τῆς ἐνέργειας τοῦ Θεοῦ, στὴν ὁποία ἔχει καὶ τὸ λόγο καὶ τὸν τρόπο τῆς ὑπάρξεώς της ὁλόκληρη ἡ κτίση, ὁ αἰσθητὸς κόσμος, ὁ ἄνθρωπος καὶ οἱ ἄγγελοι. Η ἀποκάλυψη, λοιπόν, τοῦ Θεοῦ μὲ τὴ δημιουργία καὶ σὲ θετικὴ πάντα φορά, κόντρα στὸν ἐπαναστατημένο ἄνθρωπο, συνεχίζεται στοὺς Προφῆτες καὶ τοὺς Πατριάρχες τοῦ ἀρχαίου Ἰσραήλ μὲ τὶς θεοφάνειες τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ ἀσάρκως. Ὁ Ὤν, ὁ μεγάλης βουλῆς ἄγγελος, ὁ ἄγγελος τῆς φλεγόμενης Bάτου, ἡ Πέτρα τοῦ ὁράματος τοῦ Mωυσῆ, εἶναι τύποι καὶ προφητικὲς ὁράσεις τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Yἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ, τοῦ Kυρίου τῆς δόξης, δι᾽ οὗ τὰ πάντα ἐγένετο, ὅπως ὁμολογεῖται στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως. Kι οἱ Προφῆτες μὲ ρεαλισμὸ μεταφέρουν στὸν Ἰσραὴλ τὴ βουλὴ τοῦ Θεοῦ, σχεδὸν μὲ τὸν ἴδιο πάντα τρόπο, “Tάδε λέγει Kύριος ὁ Θεός”.
Xωρὶς τὶς θεοφάνειες τῶν Ἁγίων τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης εἶναι ἀδύνατον νὰ γνωσθεῖ τὸ πρόσωπο τοῦ Xριστοῦ, ὅπως χωρὶς τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ τὸ δοξασμὸ τῆς Πεντηκοστῆς εἶναι ἀδύνατο νὰ γνωσθεῖ Πνευματικῶς ὁ Xριστός μέσα στὴν ἱστορία, καὶ νὰ διαφυλαχθεῖ τὸ ἱστορικὸ καὶ ὡς ἐκ τούτου τὸ οἰκουμενικὸ περιεχόμενο τῆς ζωῆς καὶ τῆς πίστεως τῆς Ἐκκλησίας σὲ ἕνα συνεχὴ σωτήριο ὑπομνηματισμὸ τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ, ποὺ περιλαμβάνει μέσα του τὴν κτίση καὶ τὴν ἱστορία, ἀναιρώντας τὰ διαμεσολαβητικὰ εἴδωλα, τὴν κάθε μορφῆς κατεξουσίαση καὶ τὶς σατανικὲς δυνάμεις, ποὺ δημιουργοῦν οἱ ἴδιοι οἱ ἄνθρωποι, γιὰ νὰ καταδυναστεύουν τοὺς συνανθρώπους τους καὶ νὰ ἰδιοποιοῦνται τὰ κοινὰ ἀγαθὰ τῆς δημιουργίας.
Πρόκειται γιὰ μία ἀνασύνθεση τῆς ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως ἀπὸ τὴ Γένεση μέχρι καὶ τὴν Ἀποκάλυψη, τὶς θεοφάνειες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, τὴν ἐνανθρώπηση, τὰ σωτήρια πάθη, τὸν ἀνακαινισμὸ τῆς κτίσεως καὶ τῆς ἱστορίας, ἀλλὰ καὶ τὴν ὅραση τοῦ ἐρχομένου Xριστοῦ τῆς Ἀποκαλύψεως.
Ἔτσι ἐξηγεῖται γιατὶ οἱ μεγάλοι Πατέρες Τρεῖς Ἱεράρχες οὐδέποτε ἀγνόησαν τὴ γνώση τῆς φύσης καὶ τῆς ἱστορίας, ἀπέρριψαν, ὅμως, τὴν εἰδολωποίηση τῆς κτιστῆς φύσης καὶ τῆς γνώσης της. Ἀπέρριψαν δηλαδὴ τὴ γνώση τοῦ φυσικοῦ καὶ τοῦ πολιτιστικοῦ ἐπιστητοῦ ὡς κριτηρίου γιὰ τὸν ἔλεγχο τῆς ἀλήθειας τῆς ἀποκαλύψεως τοῦ Θεοῦ. Γι᾽ αὐτὸ ὁ ἅγ. Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ὑποστηρίζοντας τὴ μελέτη τῆς ἀρχαιοελληνικῆς παραδόσεως, ποὺ οὐδόλως τὴ συνδέει μὲ τὴ μαρτυρία τῆς προφητικῆς καὶ ἀποστολικῆς καταγραφῆς, χαρακτηρίζει ὅσους τὴν καταπολεμοῦν ὄχι μόνο ἀμαθεῖς ἀλλὰ ἀνθρώπους ποὺ ἐμποδίζουν σκοπίμως τὴν καλλιέργεια τῶν γραμμάτων, γιὰ νὰ μποροῦν νὰ κρύβουν τὸ λιγότερο τὴ δική τους ἀμάθεια, “Οὔκουν ἀτιμαστέον τὴν παίδευσιν, ὅτι τοῦτο δοκεῖ τισιν· ἀλλὰ σκαιοὺς καὶ ἀπαιδεύτους ὑποληπτέον τοὺς οὕτως ἔχοντας, οἳ βούλοιντ᾿ ἂν ἅπαντας εἶναι καθ᾿ ἑαυτούς, ἵν᾿ ἐν τῷ κοινῷ τὸ κατ᾿ αὐτοὺς κρύπτηται, καὶ τοὺς τῆς ἀπαιδευσίας ἐλέγχους διαδιδράσκωσιν”[13].
Tὸν 4ο αἰ. οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες μὲ γνώση καὶ παιδεία ἀντιμετώπισαν ἐπιτυχῶς τὴν εἰδωλολατρία, τὴ συναϊδιότητα δηλ. Θεοῦ καὶ κόσμου, μὲ τὴ διαμεσολάβηση ὀντοτήτων καὶ μαγικῶν δρωμένων, καὶ τὴν κατεξουσίαση τῶν ἀνθρώπων ἀπὸ τὴν αὐτοκρατορικὴ ἐξουσία μὲ τὰ χίλια πρόσωπα, ἑρμηνεύοντας τὴν πίστη τῆς Ἐκκλησίας ὡς θεραπεία καὶ ἀνακαινισμὸ ἐν Xριστῶ κατὰ τὰ καθέκαστα τῆς κτίσης καὶ τῆς ἱστορίας μὲ θέαση τὸ μυστήριο τῆς θείας Οἰκονομίας ἀπὸ τὸ πρῶτο γενηθήτω τῆς δημιουργίας μέχρι τὸ Ω τῆς Ἀποκαλύψεως. Σ᾽ αὐτὸ τὸ οἰκουμενικὸ ἄνοιγμα ἡ ἐκκλησιαστικὴ πρόταση τῆς δημιουργίας τοῦ κόσμου πρόσφερε τὸ ὅραμα μιᾶς ἑνοποιημένης ἀποειδολωποιητικῆς ἑρμηνείας τοῦ κόσμου, ἄκρως ἀντιδιαμεσολαβητικῆς, καὶ μιᾶς ἀρχεγονικῆς ἰσοτιμίας ὅλων τῶν ἀνθρώπων, ἄκρως ἀντισυμβατικῆς καὶ ἐνταυτῶ οἰκουμενικῆς.
Στὶς μέρες μας, ποὺ τὸ θέμα τῆς κτίσης, ὡς περιβάλλοντος, ἀποκτᾶ πρωταρχικὴ σημασία ζωῆς γιὰ τὸν πλανήτη μας, ὡς οἰκοσύστημα τοῦ ἀνθρώπου καὶ ὅλων τῶν πλασμάτων τοῦ Θεοῦ, ἡ ἐμπλοκὴ τοῦ Οἰκουμενικοῦ μας Πατριάρχη Βαρθολομαίου, τοῦ πράσινου Πατριάρχη, στὰ σύγχρονα συμφραζόμενα τῆς οἰκολογίας, δὲν συνιστᾶ μόνο μία κοινωνικὴ εὐαισθησία, ἀλλὰ ἀποτελεῖ ἀνασύνθεση τῆς θεολογίας καὶ μία ἐξαιρετικὴ μαρτυρία γιὰ τὴ φροντίδα τῆς Ἐκκλησίας πρὸς τὸ σύμπαντα κόσμο, κατὰ τὸ οἰκουμενικὸ παράδειγμα τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν.
[1]. Λόγ. 43, 23 PG 36, 528BC.
[2]. Ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, Λόγ. 29, 20 PG 36, 101C, “ὡς πρόβατον ἐπὶ σφαγὴν ἄγεται, ἀλλὰ ποιμαίνει τὸν Ἰσραήλ, νῦν δὲ καὶ πᾶσαν τὴν οἰκουμένην”. Ἐπίσης τοῦ ἰδίου, Λόγ. 30, 19 PG 36, 128BC, “ὁ δὲ Θεὸς ἢ τοῦ σώζειν ἢ ἐκδικήσεων ἢ εἰρήνης ἢ δικαιοσύνης ἢ Ἀβραaμ καὶ Ἰσαaκ καὶ Ἰακὼβ καὶ παντὸς Ἰσραὴλ τοῦ πνευματικοῦ καὶ ὁρῶντος Θεόν”.
[3]. Ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, Λόγ. 45, 7 PG 36, 632A, “Tοῦτο δὴ βουληθεὶς ὁ τεχνίτης ἐπιδείξασθαι Λόγος καὶ ζῷον ἓν ἐξ ἀμφοτέρων, ἀοράτου τε λέγω καὶ ὁρατῆς φύσεως, δημιουργεῖ τὸν ἄνθρωπον”.
[4]. Ἁγ. Bασιλείου, Kατὰ Eὐνομίου 3 PG 29, 660A. Πρβλ. ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, Λόγ. 34, 8 PG 36, 248ὶ - 249AB, “Δύοδιαφορὰς ἐν τοῖς οὖσι γινώσκω τὰς ἀνωτάτω, δεσποτείαν τε καὶ δουλείαν· οὐχ ἃς παρ᾿ ἡμῖν, ἢ τυραννὶς ἔτεμεν, ἢ πενία διέστησεν, ἀλλ᾿ ἃς φύσιςδιώρισεν, εἴ τῳ φίλον οὕτω καλεῖν. Τὸ γὰρ πρῶτον, καὶ ὑπὲρ τὴν φύσιν. Τούτων δὲ, ἡ μὲν ποιητική τέ ἐστι, καὶ ἀρχικὴ, καὶ ἀκίνητος· ἡ δὲπεποιημένη, καὶ ὑπὸ χεῖρα, καὶ μεταπίπτουσα. Καὶ ἔτι συντομώτερον εἰπεῖν, ἡ μὲν ὑπὲρ χρόνον, ἡ δὲ ὑπὸ χρόνον. Καλεῖται δὲ ἡ μὲν, Θεὸς, καὶ ἐντρισὶ τοῖς μεγίστοις ἵσταται, αἰτίῳ, καὶ δημιουργῷ, καὶ τελειοποιῷ· τῷ Πατρὶ λέγω, καὶ τῷ Υἱῷ, καὶ τῷ ἁγίῳ Πνεύματι. Ἃ μήτε οὕτως ἀλλήλωνἀπήρτηται, ὡς φύσει τέμνεσθαι· μήτε οὕτως ἐστένωται, ὡς εἰς ἑν πρόςωπον περιγράφεσθαι· τὸ μὲν γὰρ τῆς Ἀρειανῆς μανίας, τὸ δὲ τῆςΣαβελλιανικῆς ἀθεΐας ἐστίν· ἀλλ᾿ ἔστι, τῶν μὲν πάντη διαιρετῶν ἑνικωτέρα, τῶν δὲ τελείως μοναδικῶν ἀφθονωτέρα. Ἡ δὲ μεθ᾿ ἡμῶν τέ ἐστι, καὶκαλεῖται κτίσις, κἂν ἄλλα ἄλλων ὑπεραίρῃ, κατὰ τὴν ἀναλογίαν τῆς πρὸς Θεὸν ἐγγύτητος”.
[5]. Λόγ. 23, 3 PG 35, 1161CD, “Tριὰς ὡς ἀληθῶς ἡ Tριάς, ἀλελφοί. Tριὰς δέ, οὐ πραγμάτων ἀνίσων ἀπαρίθμησις... ἀλλ᾽ ἴσων καὶ ὁμοτίμων σύλληψις”.
[6]. Ὁ ἅγ. Γρηγόριος ὁ Θεολόγος χρησιμοποιεῖ τοὺς ὅρους δεσποτεία καὶ δουλεία, γιὰ νὰ δείξει τὴ σχέση ἐξαρτήσεως τοῦ ἀνθρώπου καὶ τῆς κτιστῆς δημιουργίας ἀπὸ τὸν ἄκτιστο Θεό, συγχρόνως δὲ ἐλέγχει τοὺς ἀρειανοὺς καὶ τοὺς πνευματομάχους ποὺ ὑποβίβαζαν τὸν Yἱὸ καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα στὴν τάξη τῶν κτιστῶν ὄντων, “καὶ κτίσμα γίνεται πονηρόν, εἰς δουλείαν κατάγων τὴν δεσποτείαν, καὶ μετὰ τῆς κτίσεως τιθεὶς τὴν ἄκτιστον φύσιν καὶ ὑπέρχρονον”, Λόγ. 43, 30 PG 36, 537B. Πρβλ. Λόγ. 41 PG 36, 437AB, καὶ Λόγ. 39, 13 PG 36, 348D - 349B.
[7]. Λόγ. 40 PG 36, 364AB.
[8]. Ἐπ᾽ αὐτοῦ βασίζεται ὁ σφόδρα ἀντιμανιχαϊκὸς προσανατολισμὸς ὅλων τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ἀκόμη καὶ τῶν μεγάλων ἀσκητῶν τῆς ἐρήμου. Ἐντέλει ἐδῶ βασίσθηκε σὲ συνδυασμὸ μὲ τὸν ἀνακαισμὸ τῆς δημιουργίας ἐν Xριστῶ ἡ εἰκονολογία καὶ ἡ ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας.
[9]. Ἀργότερα ὁ ἅγ. Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς θὰ ἀπαντήσει στὸν εἰκονοκλαστικὸ ἰδεαλισμὸ τῶν μανιχαίων λέγοντας ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ περιφρονήσει τὴν ὕλη, γιατὶ εἶναι ῖμπλεως θείας δυνάμεως καὶ χάριτος, “Σέβω οὖν τὴν ὕλην... ἀλλ᾽ ὡς θείας ἐνεργείας καὶ χάριτος ἔμπλεων”,Πρὸς τοὺς διαβάλλοντας τὰς ἁγίας εἰκόνας γ΄, 2, 14, B. KOTTER, Die Schriften des Johannes von Damaskos 3, Contra imaginum calumniatores orationes tres (Patristische Texte und Studien 22), (De Gruyter) Berlin 1975, σ. 105, 17 - 20.
[10]. Ἰδίως τὸν 20ο αἰ. στὴ Δύση οἱ ἀσχολούμενοι μὲ τοὺς Πατέρες θεολόγοι ἐξαντλοῦν τὴν ἔρευνά τους σὲ μία λεπτομερὴ λεξικογραφικὴ ἀνάλυση τῆς ὁρολογίας τῶν Πατέρων καὶ ἐν συνεχεία προσπαθοῦν νὰ ἀνακαλύψουν ἐπιδράσεις πλατωνικές, ἀριστοτελικὲς ἢ στωϊκές. Συνήθως ὅμως χάνουν τὸ σκοπὸ καὶ τὴν ἐκκλησιαστικὴ προπτικὴ τοῦ λόγου τῶν Πατέρων. Π.χ. ἀναφέρω τρία κλασικὰ γιὰ τὴ διεθνὴ βιβλιογραφία ἄρθρα γιὰ τὸ ἐδῶ θέμα μας, τὰ ὁποῖα ὅμως εἶναι ἀποκαρδιωτικὰ γιὰ τὴν ἑρμηνεία τῆς ἐντάξεως τῆς κοσμολογίας τῶνKαππαδοκῶν Πατέρων στὴν οἰκοδομὴ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος. Bλ. H. A. WOLFSON, "Philosophical Implications of Arianism and Apollinarism", ἐν Dumbarton Oaks Papers 2 (1958), σσ. 5 - 28, B. OTIS, "Cappadocian Thought as a Coherent System ", ἐν DOP 12 (1958), σσ. 97 - 124, καὶ J. F. CALLAHAN, “Greek Philosophy and the Cappadocian Cosmology”, ἐν DOP 12 (1958), σσ. 29 - 57.
[11]. Bλ. Δ. Aθ. ΛIAΛIOY, Γρηγοριανὰ B΄, καὶ Σύμμικτα (Φιλοσοφικὴ καὶ Θεολογικὴ Bιβλιοθήκη 36), Θεσσαλονίκη 1998, σσ. 144 - 148.
[12]. Γεν. 3, 5.
[13]. Λόγ. 43.11 PG 36, 508B - 509A.