HELLENOPHONIA

Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου 2026

 Μνήμη τῆς Ἁγίας Μεγαλομάρτυρος καὶ Πανευφήμου Εὐφημίας (451), Σάββατο 11 Ἰουλίου 2026- 16 Σεπτεμβρίου 2023, (Αριθμ. 42Α)

 

Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ.

 

Α. Η σημερινή ημέρα με τον εορτασμό της Μεγαλομάρτυρος και Πανευφήμου Ευφημίας ανήκει στην εβδομάδα της Αποδόσεως της εορτής της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού. Η Μεγαλομάρτυς Αγία Ευφημία μάς είναι γνωστή από το Συναξάρι της Δ´ Οικουμενικής Συνόδου, της οποίας Συνόδου των Αγίων Πατέρων τη μνήμη εορτάζουμε τη μια από τις Κυριακές του Ματθαίου (Ε´ - Ζ´). Επιπλέον στις 11 Ιουλίου, η Εκκλησία εορτάζει το θαύμα με τον Τόμο, το χειρόγραφο, του Όρου της Χαλκηδόνος, και σήμερα, 16 Σεπτεμβρίου είναι η κύρια μνήμη της Μεγαλομάρτυρος. Εξάλλου, ας σημειωθεί ότι οι δύο εορτές έχουν την ίδια διάταξη, την ίδια υμνολογία και τα αυτά Αναγνώσματα. Στο θαύμα με τον Τόμο του Όρου αναφέρεται και το τρίτο Στιχηρό της Αγίας, ἦχος δ´: «Καὶ θανοῦσα ἀείζωον, τῶν αἱμάτων τὴν πρόσχυσιν, εἰς Κυρίου αἴνεσιν Μάρτυς ἔβλυσας, τοὺς μὲν πιστοὺς καταρδεύουσα, καὶ γνώσει φωτίζουσα, τοὺς ἀπίστους δὲ ἐχθρούς, ἐν αὐτοῖς ἀποπνίγουσα· ὅθεν τόμος σοι, ἐμπιστεύεται θεῖος, ὃν φυλάττεις, καὶ κρατύνεις εἰς αἰῶνας, τῆς Ἐκκλησίας τὰ δόγματα»όπως και το τρίτο τροπάριο του α´ Κανόνος της Αγίας, ᾨδὴ θ´, ἦχος πλ. δ´: «Νόμοις τῆς ἀθλήσεως, στεφθεῖσα Μάρτυς χριστοκήρυξ, τόμον εὐσεβῶς πεπίστευσαι, Εὐφημία δογμάτων σεπτῶν· ὃν ἐκ χειρῶν Συνοδικῶν, στήλη κατέχουσα, ὥσπερ ζῶσα, ὀρθοδοξίας ἐπιδείκνυσαι», με κατάληξη το Δοξαστικό των Αποστίχων της Μεγάλης Δοξολογίας: «Σήμερον χοροὶ Πατέρων Πανεύφημε, συναθροισθέντες διὰ Χριστόν, τὸν τόμον σοι προσάγουσι τῆς ὀρθοδόξου πίστεως· ὅν περ λαβοῦσα ἐν ταῖς τιμίαις σου χερσί, φυλάττεις μέχρι τέλους· ὅθεν καὶ βροτῶν χοροστασίαι συνελθόντες, τὴν σὴν ἄθλησιν γεραίρομεν, βοῶντες εὐσεβῶς· Χαίροις πανεύφημε, ἡ τὴν ὀρθόδοξον καὶ Πατροπαράδοτον πίστιν, ἄτρωτον φυλάξασα, χαίροις ἡ πρεσβεύουσα ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν».

 

Β. 1. Η Αγία Ευφημία μαρτύρησε στα χρόνια του Διοκλητιανού, όπως οι περισσότεροι Άγιοι Μεγαλομάρτυρες, των οποίων ο εορτασμός της μνήμης των απετέλεσε δομικό στοιχείο του Εορτολογίου. Κατήγετο από τη Χαλκηδόνα, όπου και μαρτύρησε και όπου συνήλθε και η περίφημη Δ´ Οικουμενική Σύνοδος το 451 με συμμετοχή 630 Πατέρων επί Μαρκιανού και Πουλχερίας, οι οποίοι Πατέρες ερμήνευσαν συμπληρωματικά προς την Γ´ Οικουμενική το Σύμβολο της Πίστεως ως προς τα άρθρα περί της Ενανθρωπήσεως του Υιού και Λόγου του Θεού, του ενός και του αυτού Κυρίου Ιησού Χριστού, τονίζοντας ότι ο Χριστός υπέστη πραγματικά ως τέλειος άνθρωπος τα πάθη, τον επί του Σταυρού θάνατο, και ανέστη ως ο απ᾽ αιώνος υπάρχων Θεός Λόγος, συναναστών το ανθρώπινο γένος, «δι᾽ ἡμᾶς καὶ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν». Στη λάρνακα της Αγίας τοποθετήθηκαν δύο χειρόγραφα, ένα με τον Όρο, όπως τον γνωρίζουμε στην Ορθόδοξη Εκκλησία και ένα με την εκδοχή των διαφωνούντων Μονοφυσιτών. Η λάρνακα κλείσθηκε και όταν ανοίχθηκε την άλλη μέρα η Αγία κρατούσε στα χέρια της τον Όρο της Χαλκηδόνος, ενώ το μονοφυσιτικής απόκλισης χειρόγραφο ήταν στα πόδια της. Η Μητρόπολη της Χαλκηδόνος, που είναι κοντά στην Κωνσταντινούπολη, υπήρξε μία πολύ σημαντική Μητρόπολη μετά τη Σύνοδο, και το όνομα και η μνήμη της Μεγαλομάρτυρος Ευφημίας συνδέθηκε με εκείνο της Δ´ Οικουμενικής Συνόδου. Σήμερα είναι από τις Γεροντικές Μητροπόλεις του Οικουμενικού Πατριαρχείου, από την οποία εξελέγη Οικουμενικός Πατριάρχης και ο νυν Πατριάρχης μας κ. Βαρθολομαίος. Το τίμιο λείψανο της Αγίας Ευφημίας φυλάσσεται στον Πατριαρχικό Ναό του Αγίου Γεωργίου στο Φανάρι και μεταφέρεται από το δεξιό κλίτος προς προσκύνηση σήμερα στο σωλέα του Ναού.

2. Η μνήμη της Μεγαλομάρτυρος και Πανευφήμου Ευφημίας επισφραγίζει, εξάλλου, κατ᾽ αυτήν την περίοδο τον εορτασμό των δύο μεγάλων Οικουμενικών Συνόδων, της Γ´ Οικουμενικής (9 Σεπτεμβρίου) και της ΣΤ´ Οικουμενικής, η οποία συνεορτάζεται μαζί με την Ύψωση του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού του Κυρίου, αποτελώντας με το σκήνωμά της την απτή μαρτυρία της ομολογίας Πίστεως και τη συνέχεια της εκκλησιαστικής μας παραδόσεως στη λειτουργική της πράξη, κατά το Τυπικό της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας, το οποίο έχει καθορίσει και τα Αναγνώσματα της ημέρας!

3. Εξάλλου, σύμφωνα με το Τυπικό της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας η μνήμη της αθλήσεως της Αγίας και καλλινίκου Μάρτυρος Ευφημίας «Τελεῖται... ἐν τῷ ἁγιωτάτῳ αὐτῆς μαρτυρίῳ τῷ ὄντι ἐν τοῖς Ἀντιόχου,πλησίον τῶν Λαύσου». Πρόκειται για ένα εξαγωνικό κτίσμα που προήλθε από τα ενδιαιτήματα του Μεγάλου Παλατίου κατά την περίοδο του Θεοδοσίου του Β´ και επί πραιποσίτου Αντιόχου, το οποίο άλλαξε χρήση ως ταφικό αποθετήριο της Αγίας, πιθανόν μετά τη Σύνοδο της Χαλκηδόνος επί Μαρκιανού και Πουλχερίας, ή Λέοντος. Ας σημειωθεί ότι η Αγία Πουλχερία, (τη μνήμη της οποίας η Εκκλησία εορτάζει στις 10 Σεπτεμβρίου, όχι τυχαία, και μαζί με το Μαρκιανό στις 17 Φεβρουαρίου) και ως Αυγούστα, όπως και η αυτοκράτειρα Ευδοκία κατά τη Γ´ Οικουμενική Σύνοδο, τάχθηκε με το μέρος των ερμηνευτικών διατυπώσεων του Αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας και κατά τη Σύνοδο της Χαλκηδόνος, δηλαδή, με τους Πατέρες που ερμήνευσαν το Σύμβολο της Πίστεως υπό το θεολογικό όρο Θεοτόκος για την Παναγία ως εχέγγυο της ομολογίας της πραγματικής Ενανθρωπήσεως του Υιού και Λόγου του Θεού Πατρός, του ενός και του αυτού. Ο ναός αυτός μετά την εικονομαχία αποκαταστάθηκε από την εικονόφιλη αυτοκράτειρα Ειρήνη και το τίμιο λείψανο της Αγίας Ευφημίας επιστράφηκε από τη Λήμνο το 796/797. Έκτοτε συνοδεύει την πορεία του Οικουμενικού Πατριαρχείου μέχρι τις μέρες μας, αποτελώντας ένα από τα τιμιότατα καταπιστεύματά του.

 

Γ. Το Αποστολικό Ανάγνωσμα προέρχεται από το έκτο κεφάλαιο της Β´ Προς Κορινθίους Επιστολής. Η Επιστολή στάλθηκε από τη Μακεδονία κατά τις εσωτερικές μαρτυρίες της. Έχει χαρακτήρα παρακλητικό και ενισχυτικό για την άρση του σχίσματος και την απάλειψη της αμφισβήτησης του έργου του Παύλου ως Αποστόλου του Ευαγγελίου. Εκείνο που συνιστά ο Απόστολος Παύλος στους Κορίνθιους είναι να αντιληφθούν ότι άρχισε ο καιρός της χάριτος, είναι ο ευπρόσδεκτος καιρός, η ημέρα της σωτηρίας, και ότι οποιαδήποτε ενέργειά τους, παρά τις αντιφατικότητες και δυσκολίες του βίου, θα πρέπει να είναι μαρτυρία της νέας ζωής, διακονία Θεού. Εξάλλου, τίποτα δεν προέρχεται από τον άνθρωπο, τα πάντα είναι δωρεά του Θεού, και εναπόκειται στους χριστιανούς, δεχόμενοι τη δικαιοσύνη του Θεού, να δρούν είτε με συστολή είτε με παρρησία αναλόγως των περιστάσεων, ώστε οι ενέργειές τους, ή η απραξία τους, (τα αριστερά και τα δεξιά όπλα) να μην αποτελέσουν κατάκριμα της διακονίας του κοινού σώματος της Εκκλησίας, γιατί εν τέλει η χάρη του Θεού είναι ο πλουτισμός των χριστιανών, κι όποιος την έχει, όποιος ετοιμάζεται να γίνει δεκτικός αυτής, αυτός είναι που κατέχει τα πάντα.

 

Δ. 1. Το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα έχει ως κέντρο την προσελθούσα αμαρτωλή γυναίκα στο σπίτι του Φαρισαίου, στο οποίο είχε εισέλθει ο Χριστός. Σε αντίθεση με το Φαρισαίο, που προσκάλεσε υποκριτικά το Χριστό, μη εφαρμόζων ούτε καν τα έθη της φιλοξενίας, η αμαρτωλή γυναίκα προσέρχεται μετανοούσα και λαμβάνει την άφεση των αμαρτιών. Οι συνανακείμενοι, που προφανώς ήταν Φαρισαίοι και είχαν στήσει το σκηνικό, για να ελέγξουν το Χριστό, αναρωτώνται: «Τίς οὗτός ἐστιν ὃς καὶ ἁμαρτίας ἀφίησιν;». Η υποκρισία και ο σκοτισμός της καρδίας τούς εμποδίζει να αναγνωρίσουν εκ του έργου το Χριστό ως το Θεό των Πατέρων τους, που παρέχει την άφεση των αμαρτιών και χορηγεί την ειρήνη στα πλάσματά του κατά την αναλογία της πίστεως εκάστου, ως Θεός της ειρήνης και της καταλλαγής.

2. Το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα εκ του Λουκά, που διαβάζεται κατά τον πανηγυρικό εορτασμό της Μεγαλομάρτυρος, όπως στον Πατριαρχικό Ναό του Οικουμενικού Πατριαρχείου, υπενίσσεται, ίσως, το Δοξαστικό του ήχου πλαγίου β´, του Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού: «Ἐκ δεξιῶν τοῦ Σωτῆρος, παρέστη ἡ παρθένος καὶ ἀθληφόρος καὶ Μάρτυς, περιβεβλημένη ταῖς ἀρεταῖς τὸ ἀήττητον, καὶ πεποικιλμένη ἐλαίῳ τῆς ἁγνείας, καὶ τῷ αἵματι τῆς ἀθλήσεως, καὶ βοῶσα πρὸς αὐτὸν ἐν ἀγαλλιάσει, τὴν λαμπάδα κατέχουσα· Εἰς ὀσμὴν μύρου σου ἔδραμον, Χριστὲ ὁ Θεός, ὅτι τέτρωμαι τῆς σῆς ἀγάπης ἐγώ, μὴ χωρίσῃς με νυμφίε ἐπουράνιε. Αὐτῆς ταῖς ἱκεσίαις κατάπεμψον ἡμῖν, παντοδύναμε Σωτὴρ τὰ ἐλέη σου», θέτοντας την άθληση και την αληθή μετάνοια στον αυτό χώρο του αγιακού βίου των χριστιανών, μία έμμεση προτροπή προς όλους μας για μετάνοια.

 

Αποστολικό Ανάγνωσμα: (Της Αγίας) Β´ Κορινθ. στ´, 1-10: «1 Συνεργοῦντες δὲ καὶ παρακαλοῦμεν μὴ εἰς κενὸν τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ δέξασθαι ὑμᾶς· 2 - λέγει γάρ· καιρῷ δεκτῷ ἐπήκουσά σου καὶ ἐν ἡμέρᾳ σωτηρίας ἐβοήθησά σοι· ἰδοὺ νῦν καιρὸς εὐπρόσδεκτος, ἰδοὺ νῦν ἡμέρα σωτηρίας - 3 μηδεμίαν ἐν μηδενὶ διδόντες προσκοπήν, ἵνα μὴ μωμηθῇ ἡ διακονία, 4 ἀλλ᾽ ἐν παντὶ συνιστῶντες ἑαυτοὺς ὡς Θεοῦ διάκονοι, ἐν ὑπομονῇ πολλῇ, ἐν θλίψεσιν, ἐν ἀνάγκαις, ἐν στενοχωρίαις, 5 ἐν πληγαῖς, ἐν φυλακαῖς, ἐν ἀκαταστασίαις, ἐν κόποις, ἐν ἀγρυπνίαις, ἐν νηστείαις, 6 ἐν ἁγνότητι, ἐν γνώσει, ἐν μακροθυμίᾳ, ἐν χρηστότητι, ἐν Πνεύματι ἁγίῳ, ἐν ἀγάπῃ ἀνυποκρίτῳ, 7 ἐν λόγῳ ἀληθείας, ἐν δυνάμει Θεοῦ, διὰ τῶν ὅπλων τῆς δικαιοσύνης τῶν δεξιῶν καὶ ἀριστερῶν, 8 διὰ δόξης καὶ ἀτιμίας, διὰ δυσφημίας καὶ εὐφημίας, ὡς πλάνοι καὶ ἀληθεῖς, 9 ὡς ἀγνοούμενοι καὶ ἐπιγινωσκόμενοι, ὡς ἀποθνήσκοντες καὶ ἰδοὺ ζῶμεν, ὡς παιδευόμενοι καὶ μὴ θανατούμενοι, 10 ὡς λυπούμενοι ἀεὶ δὲ χαίροντες, ὡς πτωχοί, πολλοὺς δὲ πλουτίζοντες, ὡς μηδὲν ἔχοντες καὶ πάντα κατέχοντες».

 

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: (Της Αγίας) Λουκ. ζ´, 36-50: «36 Ἠρώτα δέ τις αὐτὸν τῶν Φαρισαίων ἵνα φάγῃ μετ᾽ αὐτοῦ· καὶ εἰσελθὼν εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ Φαρισαίου ἀνεκλίθη. 37 καὶ ἰδοὺ γυνὴ ἐν τῇ πόλει ἥτις ἦν ἁμαρτωλός, καὶ ἐπιγνοῦσα ὅτι ἀνάκειται ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ Φαρισαίου, κομίσασα ἀλάβαστρον μύρου 38 καὶ στᾶσα ὀπίσω παρὰ τοὺς πόδας αὐτοῦ κλαίουσα, ἤρξατο βρέχειν τοὺς πόδας αὐτοῦ τοῖς δάκρυσι καὶ ταῖς θριξὶ τῆς κεφαλῆς αὐτῆς ἐξέμασσε, καὶ κατεφίλει τοὺς πόδας αὐτοῦ καὶ ἤλειφε τῷ μύρῳ. 39 ἰδὼν δὲ ὁ Φαρισαῖος ὁ καλέσας αὐτὸν εἶπεν ἐν ἑαυτῷ λέγων· Οὗτος εἰ ἦν προφήτης, ἐγίνωσκεν ἂν τίς καὶ ποταπὴ ἡ γυνὴ ἥτις ἅπτεται αὐτοῦ, ὅτι ἁμαρτωλός ἐστι. 40 καὶ ἀποκριθεὶς ὁ Ἰησοῦς εἶπε πρὸς αὐτόν· Σίμων, ἔχω σοί τι εἰπεῖν. ὁ δέ φησί· Διδάσκαλε, εἰπέ. 41 δύο χρεοφειλέται ἦσαν δανειστῇ τινι· ὁ εἷς ὤφειλε δηνάρια πεντακόσια, ὁ δὲ ἕτερος πεντήκοντα. 42 μὴ ἐχόντων δὲ αὐτῶν ἀποδοῦναι, ἀμφοτέροις ἐχαρίσατο. τίς οὖν αὐτῶν, εἰπέ, πλεῖον ἀγαπήσει αὐτόν; 43 ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Σίμων εἶπεν· Ὑπολαμβάνω ὅτι ᾧ τὸ πλεῖον ἐχαρίσατο. ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ· Ὀρθῶς ἔκρινας. 44 καὶ στραφεὶς πρὸς τὴν γυναῖκα τῷ Σίμωνι ἔφη· Βλέπεις ταύτην τὴν γυναῖκα; εἰσῆλθόν σου εἰς τὴν οἰκίαν, ὕδωρ ἐπὶ τοὺς πόδας μου οὐκ ἔδωκας· αὕτη δὲ τοῖς δάκρυσιν ἔβρεξέ μου τοὺς πόδας καὶ ταῖς θριξὶ τῆς κεφαλῆς αὐτῆς ἐξέμαξε. 45 φίλημά μοι οὐκ ἔδωκας· αὕτη δὲ ἀφ᾽ ἧς εἰσῆλθεν οὐ διέλιπε καταφιλοῦσά μου τοὺς πόδας. 46 ἐλαίῳ τὴν κεφαλήν μου οὐκ ἤλειψας· αὕτη δὲ μύρῳ ἤλειψέ μου τοὺς πόδας. 47 οὗ χάριν λέγω σοι, ἀφέωνται αἱ ἁμαρτίαι αὐτῆς αἱ πολλαί, ὅτι ἠγάπησε πολύ· ᾧ δὲ ὀλίγον ἀφίεται, ὀλίγον ἀγαπᾷ. 48 εἶπε δὲ αὐτῇ· Ἀφέωνταί σου αἱ ἁμαρτίαι. 49 καὶ ἤρξαντο οἱ συνανακείμενοι λέγειν ἐν ἑαυτοῖς· Τίς οὗτός ἐστιν ὃς καὶ ἁμαρτίας ἀφίησιν; 50 εἶπε δὲ πρὸς τὴν γυναῖκα· Ἡ πίστις σου σέσωκέ σε· πορεύου εἰς εἰρήνην».

 Κυριακὴ μετὰ τὴν Ὕψωσιν, 2Ο Σεπτεμβρίου 2026 (21/9/2025) (17 -9- 2023), (16/9/2018), (Αριθμ. 42. 1ΒN)

 

Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ.

 

Α. 1. Η σημερινή Κυριακή παρουσιάζει σταθερή ένταξη στο Εορτολόγιο με σταθερά Αναγνώσματα, που παραπέμπουν, μάλιστα, με το Ευαγγελικό στη Γ´ Κυριακή των Νηστειών, δηλαδή την Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως.

2. Ας σημειωθεί, εξάλλου, ότι μετά την καταστροφή της Ιερουσαλήμ από τους Ρωμαίους το 70 π.Χ. η πόλη είχε σχεδόν ερημωθεί. Από τις ιστορικές πηγές είναι γνωστοί οι πόλεμοι κατά Ιουδαίων, και είναι ο ρωμαίος αυτοκράτορας Ανδριανός αργότερα που προσπάθησε να εξαφανίσει επιπλέον κάθε τι από την ήδη κατεστραμμένη Ιερουσαλήμ που θα θύμιζε την κατοίκησή της από τον Ισραήλ, μέχρι σε σημείο που άλλαξε και το όνομα της Ιερουσαλήμ σε Αιλία Καπιτωλίνα, ένα όνομα που διατηρήθηκε ως επίσημο όνομα μέχρι τα έτη της αυτοκρατορίας του Μεγάλου Κωνσταντίνου, όπως εξάγεται και από τον ζ´ κανόνα της Α´ Οικουμενικής Συνόδου για τη διατήρηση της μητροπολιτικής αξίας από τον επίσκοπο της Αιλίας, χωρίς να έχει αυτός επιρροή, ή ευθύνη, σε κανένα επιπλέον ζωτικό χώρο[1]. Αυτό το ιστορικό και πραγματικό πλαίσιο ήταν ο λόγος που ο Ιεροσολύμων είναι τέταρτος στα πρεσβεία τιμής μεταξύ των παλαίφατων Πατριαρχείων.

3. Ας επαναλάβω επιπλέον ότι κατά το Τυπικὸν τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας η μνήμη της ΣΤ´ Οικουμενικής Συνόδου, μαζί με τη μνήμη της ευρέσεως του λειψάνου του Αγίου Πρωτομάρτυρος Στεφάνου και τη μνήμη του Αγίου Ακακίου, επισκόπου Μελιτηνής, μολονότι καταγράφεται κατά τη 15η Σεπτεμβρίου καθορίζεται συγχρόνως η «σύναξις» να τελείται στη Μεγάλη Εκκλησία κατά την Κυριακή μετά την Ύψωση. Και ασφαλώς για τη συνοδική πράξη δεν είναι περίεργη η σύνδεση του Αγίου Ακακίου, επισκόπου Μελιτηνής, με την ΣΤ´  Οικουμενική Σύνοδο, αν λάβουμε υπόψη ότι ο Άγιος Ακάκιος είναι ένα από τα κεντρικά πρόσωπα της μετασυνοδικής περιόδου της Γ´  Οικουμενικής Συνόδου, προς τον οποίο ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας απηύθυνε το πρώτο Ὑπομνηστικό, στο οποίο παρέχει τις ερμηνευτικές διατυπώσεις επί της Ἐκθέσεως των Διαλλαγών του 433, διά της οποίας κατέστη δυνατή η άρση του σχίσματος μεταξύ Αλεξάνδρειας κα Αντιόχειας και η συμπόρευση προς τη Δ´  Οικουμενική Σύνοδο, της οποίας περαιτέρω διασάφηση είναι η ΣΤ´  Οικουμενική Σύνοδος του 680/81. Επιπλέον, ας επισημανθεί ότι τρεις Κανόνες της εν συνεχεία Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου (692) άπτονται της τιμής και προσκυνήσεως του Τιμίου Σταυρού

 

Β. Η αναφορά στη σταθερότητα εν τω Εορτολογίω της σημερινής Κυριακής, συνδέεται, πλην της επανάληψης πολλών υμνολογικών στοιχείων από την εορτή της Υψώσεως, και με τα σταθερά Αναγνώσματα. Με μία πιο προσεκτική μελέτη του λειτουργικού υλικού της περιόδου, μπορώ να πω με μία σχετικά ασφαλή εκτίμηση ότι, ενώ στην εορτή της Υψώσεως η σύνδεση παραπέμπει με το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα στη Μεγάλη Παρασκευή (αλλά με ενσωμάτωση και των προτυπώσεων της Θεοτόκου, λόγω και του Γενεθλίου της), νοηματοδοτώντας και την άκρως αυστηρή νηστεία της εορτής, τα Προεόρτια και η Κυριακή μετά την Ύψωση αποτελούν πηγή, ή σημείο υπομνήσεως, ή συσχετισμού της εορτής με την τρίτη Κυριακή των Νηστειών, δηλαδή, την Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως, με την ανάγνωση του αυτού Ευαγγελικού Αναγνώσματος.

 

Γ. Το Αποστολικό Ανάγνωσμα είναι το ΚΑ´ εκ των Επιστολών της Κυριακής, το οποίο θα το ξανασυναντήσουμε. Κατά περιεχόμενο εν πολλοίς συμπίπτει με το Αποστολικό Ανάγνωσμα της Γ´  Κυριακής του Ματθαίου (Ρωμ ε´, 1-10), αν και οι αποδέκτες στο σημερινό Ανάγνωσμα είναι οι χριστιανοί της Γαλατίας, όπως και την προηγούμενη Κυριακή, οι οποίοι μετέφεραν την ένταση και αντίθεση του θρησκευτικού και κοινωνικού τους υποβάθρου στο κοινό της Εκκλησίας με μία, μάλλον, υπεροπτική συμπεριφορά των εξ Ιουδαίων χριστιανών ότι οι χριστιανοί όφειλαν να τηρούν και τις τυπικές διατάξεις του Νόμου. Στην προβολή του αντιθετικού σχήματος Νόμος-πίστη στο Χριστό ο Απόστολος Παύλος προβάλλει το Σταυρό του Χριστού ως την πιστοποίηση και βεβαιότητα της σωτηρίας, την οποία ο άνθρωπος δεν αξίζει, αλλά παρέχεται δωρεάν σε όλα τα έθνη, εξ αγάπης Θεού. Πρέπει να επισημάνουμε ότι η δικαίωση και η δικαιοσύνη δεν έχουν τη σημερινή σημασία των όρων της Νομικής επιστήμης, αλλά αποτελούν όρους ένταξης στο λαό του Ισραήλ και συμμόρφωσης στις εντολές του Θεού Αβραάμ και Ισαάκ και Ιακώβ. Ο Απόστολος Παύλος, ζώντας το Ζώντα Θεό παλαιού και νέου Ισραήλ, αίρει την αντίθεση, λέγοντας ότι «ἐγὼ γὰρ διὰ νόμου νόμῳ ἀπέθανον, ἵνα Θεῷ ζήσω», εν τω ανακεφαλαιώσαντι τη Θεία Οικονομία Χριστώ, τω δι᾽ ημάς Σταυρωθέντι, ήτοι για όλο το ανθρώπινο γένος.

 

Δ. Στην ίδια γραμμή, ότι το Μυστήριο της Θείας Οικονομίας με κορυφαίο γεγονός τον προχειρισμό του θανάτου στο Σταυρό και τον παρεχόμενο ανακαινισμό όλου του ανθρώπινου γένους διά της Ενανθρωπήσεως του Λόγου, αλλά κατά τη δεκτικότητα εκάστου αποδοχή της παρεχόμενης χάριτος του Αναστάντος Χριστού, μας παρέχει το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα. Πρόκειται για την αποδοχή και ομολογία της θεότητος του Χριστού, που περνάει από τη Σταύρωση και την κατάλυση του θανάτου, την κατάλυση του αποστατικού πνεύματος. Ο χριστιανός καλείται να υπερβεί τον εαυτό του και την αυτοθέωσή του, την αυτάρκειά του, να υπερβεί την οίησή του και να πορευθεί γευόμενος τη δόξα του Αναστάντος. Η βεβαίωση του Χριστού είναι ότι η βασιλεία του Θεού είναι μία παρούσα πραγματικότητα, και ότι οι άγιοι γεύονται από τούτη τη ζωή τη δόξα του Υιού του ανθρώπου, που είναι και Υιός του Πατρός, γιατί η περικοπή κλείνει με το «δυνάμει», που σημαίνει κάτι το πραγματικό, το χειροπιαστό κι όχι μια αόριστη εσχατολογία, αποκομμένη από τη ζωή, από την ιστορία. Όλα εδώ και τώρα, χωρίς σταμάτημα στους αιώνες των αιώνων, ένα διαρκές προχώρημα. Η πρόσκληση, για να άρει ο χριστιανός το σταυρό του, δεν έχει πρωταρχικά τη σημασία να άρει τα βάσανά του και να έχει υπομονή, γιατί τότε ο Χριστός θα έμοιαζε με ένα Θεό που ζητάει να αυτομαστιγωθούν οι άνθρωποι, αυτό δεν συνάδει κατ᾽ ουδένα τρόπο με το μυστήριο της θείας φιλανθρωπίας στο Θεό που δημιουργεί, συντηρεί και ανακαινίζει τον άνθρωπο και τα σύμπαντα. Ο Χριστός ανακαλεί τον άνθρωπο στην αρχαία δόξα, καλεί να κάνει, δηλαδή, ο καθένας μας εν τω προσώπω του Χριστού, αυτό που δεν έκανε ο Αδάμ στον παράδεισο.

 

Αποστολικό Ανάγνωσμα: Γαλ. β´, 16-20: «16 εἰδότες δὲ ὅτι οὐ δικαιοῦται ἄνθρωπος ἐξ ἔργων νόμου ἐὰν μὴ διὰ πίστεως Ἰησοῦ Χριστοῦ, καὶ ἡμεῖς εἰς Χριστὸν Ἰησοῦν ἐπιστεύσαμεν, ἵνα δικαιωθῶμεν ἐκ πίστεως Χριστοῦ καὶ οὐκ ἐξ ἔργων νόμου, διότι οὐ δικαιωθήσεται ἐξ ἔργων νόμου πᾶσα σάρξ. 17 Εἰ δὲ ζητοῦντες δικαιωθῆναι ἐν Χριστῷ εὑρέθημεν καὶ αὐτοὶ ἁμαρτωλοί, ἆρα Χριστὸς ἁμαρτίας διάκονος; μὴ γένοιτο. 18 εἰ γὰρ ἃ κατέλυσα ταῦτα πάλιν οἰκοδομῶ, παραβάτην ἐμαυτὸν συνίστημι. 19 ἐγὼ γὰρ διὰ νόμου νόμῳ ἀπέθανον, ἵνα Θεῷ ζήσω. 20 Χριστῷ συνεσταύρωμαι· ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός· ὃ δὲ νῦν ζῶ ἐν σαρκί, ἐν πίστει ζῶ τῇ τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀγαπήσαντός με καὶ παραδόντος ἑαυτὸν ὑπὲρ ἐμοῦ. 21 Οὐκ ἀθετῶ τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ· εἰ γὰρ διὰ νόμου δικαιοσύνη, ἄρα Χριστὸς δωρεὰν ἀπέθανεν».

 

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: (το αυτό με Γ´ ΚΥΡΙΑΚΗ ΝΗΣΤΕΙΩΝ): Μάρκ. η´, 34- θ´, 1:«34 Καὶ προσκαλεσάμενος τὸν ὄχλον σὺν τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ εἶπεν αὐτοῖς· Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ, καὶ ἀκολουθείτω μοι. 35 ὃς γὰρ ἂν θέλῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ σῶσαι, ἀπολέσει αὐτήν· ὃς δ' ἂν ἀπολέσῃ τὴν ἑαυτοῦ ψυχὴν ἕνεκεν ἐμοῦ καὶ τοῦ εὐαγγελίου, οὗτος σώσει αὐτήν. 36 τί γὰρ ὠφελήσει ἄνθρωπον ἐὰν κερδήσῃ τὸν κόσμον ὅλον, καὶ ζημιωθῇ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ; 37 ἢ τί δώσει ἄνθρωπος ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς αὐτοῦ; 38 ὃς γὰρ ἐὰν ἐπαισχυνθῇ με καὶ τοὺς ἐμοὺς λόγους ἐν τῇ γενεᾷ ταύτῃ τῇ μοιχαλίδι καὶ ἁμαρτωλῷ, καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπαισχυνθήσεται αὐτὸν ὅταν ἔλθῃ ἐν τῇ δόξῃ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ μετὰ τῶν ἀγγέλων τῶν ἁγίων.- 1 Καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς· Ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι εἰσί τινες ὧδε τῶν ἑστηκότων, οἵτινες οὐ μὴ γεύσωνται θανάτου ἕως ἂν ἴδωσι τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ ἐληλυθυῖαν ἐν δυνάμει».



[1]. Καν. ζ´ : «Ἐπειδὴ συνήθεια κεκράτηκεκαὶ παράδοσις ἀρχαίαὥστε τὸν ἐν  Αἰλίᾳ ἐπίσκοπον τιμᾶσθαιἐχέτω τὴν ἀκολουθίαντῆς τιμῆς·   τῇ  μητροπόλει σῳζομένου τοῦ οἰκείου ἀξιώματος».

Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2026

 Ἡ παγκόσμιος Ὕψωσις τοῦ Τιμίου καὶ Ζωοποιοῦ Σταυροῦ, 14 Σεπτεμβρίου 2026, (14/9/2025), (14-9-23),(14/9/2018),  Μνήμη τῆς ΣΤ´  Οἰκουμενικῆς Συνόδου τῆς ἐν Τρούλῳ (680), (Αριθμ. 41Α3)

 

Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ.

 

Α. 1. Η σημερινή εορτή της παγκόσμιας Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού τελείται σε ανάμνηση της ανακτήσεως του Τιμίου Σταυρού και της θριαμβευτικής εισόδου μετ᾽ αυτού του αυτοκράτορα Ηρακλείου στις 14 Σεπτεμβρίου του 628 διά της Χρυσής Πύλης στην Κωνσταντινούπολη. Ο Τίμιος Σταυρός είχε κλαπεί από τους Πέρσες το 614 από τα Ιεροσόλυμα, και είχε καταστραφεί και η Εκκλησία της Αναστάσεως, δηλαδή, ο Ναός του Παναγίου Τάφου, τον οποίο ανήγειρε ο Μέγας Κωνσταντίνος στο Γολγοθά και τα εγκαίνια έγιναν το 335. (Το 637 τα Ιεροσόλυμα καταλαβάνονται από τους Άραβες). Στο εορτολόγιο της Εκκλησίας τα Εγκαίνια του Ναού της Αγίας Αναστάσεως του Χριστού εορτάζονται μαζί με τα Προεόρτια της Υψώσεως. Μαζί με την Ύψωση του Τιμίου Σταυρού εορτάζεται και η μνήμη της ΣΤ´ Οικουμενικής Συνόδου του 680, ενώ υπαινιγμοί στην υμνολογία της εορτής υπάρχουν και για τους Κανόνες της Πενθέκτης του 691[1].

2. Στο Τυπικὸν τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας υπάρχει η σημείωση ότι το Αποστολικό Ανάγνωσμα, «Ὁ ἀπόστολος πρὸς Κορινθίους ἐπιστολῆς α´ (ὃς λέγεται καὶ τῇ ἁγίᾳ παρασκευῇ)...», ίσως να παραπέμπει σε μία πρώιμη μορφή λιτάνευσης «τῶν τιμίων ξύλων» το θέρος, όπως και με την εορτή της Προόδου του Τιμίου Σταυρού την πρώτη Αυγούστου, ώστε να καταστεί δυνατή η προσκύνηση από όλο τον κόσμο και ιδίως τους κατοίκους της υπαίθρου. Πάντως το Τυπικὸν τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας προέβλεπε τετραήμερη προσκύνηση για τις 10 και 11 Σεπτεμβρίου για τους άνδρες και 12 για τις γυναίκες. Επιπλέον η μνήμη της ΣΤ´  Οικουμενικής Συνόδου, μαζί με τη μνήμη της ευρέσεως του λειψάνου του Αγίου Πρωτομάρτυρος Στεφάνου  και τη μνήμη του Αγίου Ακακίου, επισκόπου Μελιτηνής, μολονότι καταγράφεται κατά τη 15η Σεπτεμβρίου καθορίζεται συγχρόνως η «σύναξις» να τελείται στη Μεγάλη Εκκλησία κατά την Κυριακή μετά την Ύψωση. Και ασφαλώς για τη συνοδική πράξη δεν είναι περίεργη η σύνδεση του Αγίου Ακακίου, επισκόπου Μελιτηνής, με την ΣΤ´ Οικουμενική Σύνοδο, αν λάβουμε υπόψη ότι ο Άγιος Ακάκιος είναι ένα από τα κεντρικά πρόσωπα της μετασυνοδικής περιόδου της Γ´ Οικουμενικής Συνόδου, προς τον οποίο ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας απηύθυνε το πρώτο Ὑπομνηστικό, στο οποίο παρέχει τις ερμηνευτικές διατυπώσεις επί της Ἐκθέσεως των Διαλλαγών του 433, διά της οποίας κατέστη δυνατή η άρση του σχίσματος μεταξύ Αλεξάνδρειας και Αντιόχειας και η συμπόρευση προς τη Δ´  Οικουμενική Σύνοδο, της οποίας περαιτέρω διασάφηση είναι η ΣΤ´  Οικουμενική Σύνοδος του 680/81. Επιπλέον, ας επισημανθεί ότι τρεις κανόνες της εν συνεχεία Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου (692) άπτονται της τιμής και προσκυνήσεως του Τιμίου Σταυρού.

 

Β. Φαίνεται ότι βασική προέκταση της εορτής απετέλεσε η υμνολογία της Γ´  Κυριακής των Νηστειών, κατά την οποία εορτάζεται η Προσκύνηση του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού με το αυτό Απολυτίκιο και τα αυτά Στιχηρά. Το περιεχόμενο των ύμνων εν πολλοίς συμπίπτει, αλλά με έντονο προσανατολισμό στα γεγονότα των παθών και της Αναστάσεως ως προς την εορτή της Σταυροπροσκυνήσεως. Χαρακτηριστικά της εορτής της Υψώσεως είναι η ύπαρξη των Προφητικών Αναγνωσμάτων, εκ των οποίων τα προεόρτια έχουν προτυπικό ευχαριστιακό χαρακτήρα, ιδίως το τρίτο Παροιμ. θ´, 1-11 «Ἡ σοφία ᾠκοδόμησεν ἑαυτῇ οἶκον, καὶ ὑπήρεισε στύλους ἑπτά. Ἔσφαξε τὰ ἑαυτῆς θύματα, καὶ ἐκέρασεν εἰς κρατῆρα τὸν ἑαυτῆς οἶνον, καὶ ἡτοιμάσατο τὴν ἑαυτῆς τράπεζαν...», το οποίο συμπίπτει με το τρίτο Προφητικό Ανάγνωσμα της εορτής του Γενεθλίου της Θεοτόκου, ενώ με τα Προφητικά Αναγνώσματα της κυρίως εορτής ο νοηματικός άξονας δομείται ευρύτερα στο γεγονός του Μυστηρίου της Θείας Οικονομίας με προέχοντα τα θεοφανικά γεγονότα του παλαιού Ισραήλ ως προτυπώσεων και εξαγγελιών του νέου Ισραήλ, που αφορά σε όλα τα έθνη με τον αυτόν ευχαριστιακό χαρακτήρα.

 

Γ. Κατά ταύτα στο πρώτο Προφητικό Ανάγνωσμα ο Μωϋσής με το ξύλο που του υποδεικνύει ο Θεός γλυκαίνει το ύδωρ εκ Μερράς, υπαινιγμός του ύδατος και αίματος εκ της πλευράς του σταυρωθέντος Χριστού αλλά και του Ζέοντος της Θείας Ευχαριστίας, στο δεύτερο το ξύλο της ζωής είναι ευθεία παραπομπή στο δέντρο της γνώσεως του παραδείσου[2], ενώ το τρίτο παραπέμπει ευθέως στο Σταυρό, τα Πάθη αλλά και στη συγκρότηση της Εκκλησίας, ως Σιώνος του Αγίου Ισραήλ, παλαιού και νέου, της καθολικότητος της Εκκλησίας.

 

Δ. Τα Προφητικά Αναγνώσματα συμπληρώνονται με τις Καταβασίες της εορτής, από την έξοδο με το χάραγμα του Σταυρού υπό του Μωϋσέως στην Ερυθρά Θάλασσα μέχρι τον οικουμενικό ύμνο των Τριών Παιδων εν Καμίνω, μία σύνθεση εξαγγελιών και προτυπώσεων της Ενανθρωπήσεως και της διακονίας της Θεοτόκου στο Μυστήριο της Θείας Οικονομίας, ένας προχειρισμός και προσανατολισμός προς την εορτή των Χριστουγέννων.

 

Ε. Ο συνεορτασμός της μνήμης της ΣΤ´ Οικουμενικής Συνόδου συνιστά μία κορυφαία ερμηνευτική βεβαίωση της ομολογίας του Ενανθρωπήσαντος Λόγου, του υποστάντος ἑκουσίως, δηλαδή, πραγματικά, τα Πάθη και το σταυρικό θάνατο, παρέχοντας στο ανθρώπινο γένος την καινή ζωή ως Θεός. Η διατύπωση της Συνόδου ότι ο Χριστός: «καθάπερ ἄνωθεν οἱ προφῆται περὶ αὐτοῦ καὶ αὐτὸς ἡμᾶς Ἰησοῦς ὁ Χριστὸς ἐξεπαίδευσε καὶ τὸ τῶν ἁγίων Πατέρων ἡμῖν παραδέδωκε ΣύμβολονΚαὶ δύο φυσικὰς θελήσεις ἤτοι θελήματα ἐν αὐτῷ καὶ δύο φυσικὰς ἐνεργείας ἀδιαιρέτως, ἀτρέπτως, ἀμερίστως, ἀσυγχύτως κατὰ τὴν τῶν ἁγίων Πατέρων διδασκαλίαν ὡσαύτως κηρύττομεν... Δύο δὲ φυσικὰς ἐνεργείας ἀδιαιρέτως ἀτρέπτως ἀμερίστως ἀσυγχύτως ἐν αὐτῷ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστῷ τῷ ἀληθινῷ Θεῷ ἡμῶν δοξάζομεν» είναι η μακρά ερμηνευτική συνοδική παραγωγή του Συμβόλου της Πίστεως: «σαρκωθέντα, ... ἐνανθρωπήσαντα, σταυρωθέντα τε ὑπὲρ ἡμῶν,... παθόντα καὶ ταφέντα καὶ ἀναστάντα», οπότε και ο Σταυρός του Χριστού καθίσταται σημείον, τύπος της εις ημάς παρεχόμενης καινής ζωής και του αγιασμού, ανακεφαλαιώνοντας ο Σταυρωθείς τις προτυπώσεις του Ισραήλ, την εναλλαγή των χειρών του Πατριάρχου Ιακώβ, την ύψωση των χειρών του Μωϋσή, του Ιησού του Ναυή, των παλαμών του Ιωνά αλλά και τον εναγκαλισμό όλου του κόσμου κατά το Ἐξαποστειλάριο της εορτής, που είναι συγχρόνως και ομολογία του Τριαδικού Θεού: «Σταυρὸς ὑψοῦται σήμερον, καὶ κόσμος ἁγιάζεται· ὁ γὰρ Πατρὶ συνεδρεύων, καὶ Πνεύματι τῷ Ἁγίῳ, ἐν τούτῳ χεῖρας ἁπλώσας, τὸν κόσμον ὅλον εἵλκυσας, πρὸς σήν Χριστὲ ἐπίγνωσιν· τοὺς οὖν εἰς σὲ πεποιθότας, θείας ἀξίωσον δόξης».

 

ΣΤ. 1. Το Αποστολικό και το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα έχουν νοηματική ενότητα. Με το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα δίδεται η μαρτυρία και καταγραφή του αυτόπτη μάρτυρα Ευαγγελιστή Ιωάννη για το γεγονός της Σταύρωσης του Χριστού και του εν τω Σταυρώ θανάτου του ως πραγματικού γεγονότος (αίμα και ύδωρ εκ της πλευράς αυτού) και γι᾽ αυτό η χορήγηση της ζωής διά της νίκης επί του θανάτου με το θάνατό του, μη κρατουμένου υπό του θανάτου ως της αληθούς Ζωής, είναι πραγματικότητα συμπαντικών συνεπειών για όλη την κτίση, ενώ στο Αποστολικό Ανάγνωσμα ο Απόστολος Παύλος αντιμετωπίζει τις κυρίαρχες ομάδες από τις οποίες απετελείτο ο κόσμος της Αποστολικής Κοινότητος στην Κόρινθο και εν πολλοίς ο κόσμος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Αυτοί ήταν οι Ιουδαίοι, που περίμεναν ένα Μεσσία, ο οποίος θα κάνει σημεία θαυμαστά (δύναμις) και θα εξαφανίσει τη δύναμη των Ρωμαίων, γενόμενος βασιλεύς του Ισραήλ, ενώ οι Έλληνες, οι εθνικοί, οι οποίοι ερμήνευαν τον κόσμο και υπόσχονταν τη σωτηρία των ανθρώπων μέσω της γνώσεως και της ανθρώπινης σοφίας, περίμεναν ένα σοφό, που μέσω της διαλεκτικής θα απεκάλυπτε μία αλήθεια πέραν των γνωστών φιλοσοφικών συστημάτων (σοφία). Στα μάτια αμφοτέρων ο Εσταυρωμένος ήταν σκάνδαλο και μωρία αντιστοίχως. Εξάλλου, απέναντι στον Πιλάτο (που κι αυτός διακατείχετο από το ερώτημα του Ελληνικού τρόπου σκέψεως περί του τί είναι η αλήθεια) οι Ιουδαίοι προτιμούν ως βασιλέα τον Καίσαρα, «Οὐκ ἔχομεν βασιλέα εἰ μὴ Καίσαρα», μη αναγνωρίζοντες τις εξαγγελίες και τα θεοφανικά γεγονότα των Προφητών.

2. Στη δύναμη και τη σοφία του κόσμου με όλες τις σοφιστείες και τις δαιμονικές απάτες, που είναι καταδυναστευτική για το συνάνθρωπο και ενπολλοίς ιδιοτελής, χειριστική και απάνθρωπη, η Εκκλησία προβάλλει το Ζωηφόρο Σταυρό του Χριστού, σημείο και τύπο του επ᾽ αυτόν ανακαινίσαντος δωρεάν, χάριτι, τον άνθρωπο Σταυρωθέντος Χριστού και ενώσαντος τα σύμπαντα, αγκαλιάζοντας τη συμπαντική πραγματικότητα, καλώντας την σε εκκλησιασμό, όπως λέγει χαρακτηριστικά ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, ο Άγιος της ΣΤ´ Οικουμενικής Συνόδου.

 

Αποστολικό Ανάγνωσμα: Α´ Κορινθ. α´, 18-24: «18 Ὁ λόγος γὰρ ὁ τοῦ σταυροῦ τοῖς μὲν ἀπολλυμένοις μωρία ἐστί, τοῖς δὲ σῳζομένοις ἡμῖν δύναμις Θεοῦ ἐστι. 19 γέγραπται γάρ· ἀπολῶ τὴν σοφίαν τῶν σοφῶν, καὶ τὴν σύνεσιν τῶν συνετῶν ἀθετήσω. 20 ποῦ σοφός; ποῦ γραμματεύς; ποῦ συζητητὴς τοῦ αἰῶνος τούτου; οὐχὶ ἐμώρανεν ὁ Θεὸς τὴν σοφίαν τοῦ κόσμου τούτου; 21 ἐπειδὴ γὰρ ἐν τῇ σοφίᾳ τοῦ Θεοῦ οὐκ ἔγνω ὁ κόσμος διὰ τῆς σοφίας τὸν Θεόν, εὐδόκησεν ὁ Θεὸς διὰ τῆς μωρίας τοῦ κηρύγματος σῶσαι τοὺς πιστεύοντας. 22 ἐπειδὴ καὶ Ἰουδαῖοι σημεῖον αἰτοῦσι καὶ Ἕλληνες σοφίαν ζητοῦσιν, 23 ἡμεῖς δὲ κηρύσσομεν Χριστὸν ἐσταυρωμένον, Ἰουδαίοις μὲν σκάνδαλον, Ἕλλησι δὲ μωρίαν, 24 αὐτοῖς δὲ τοῖς κλητοῖς, Ἰουδαίοις τε καὶ Ἕλλησι, Χριστὸν Θεοῦ δύναμιν καὶ Θεοῦ σοφίαν».

 

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: Ἰω. ιθ´, 6-11, 13-20, 25-28, 30-35: «6 καὶ λέγει αὐτοῖς· Ἴδε ὁ ἄνθρωπος. ὅτε οὖν εἶδον αὐτὸν οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ ὑπηρέται, ἐκραύγασαν λέγοντες· Σταύρωσον σταύρωσον αὐτὸν. λέγει αὐτοῖς ὁ Πιλᾶτος· Λάβετε αὐτὸν ὑμεῖς καὶ σταυρώσατε· ἐγὼ γὰρ οὐχ εὑρίσκω ἐν αὐτῷ αἰτίαν. 7 ἀπεκρίθησαν αὐτῷ οἱ Ἰουδαῖοι· Ἡμεῖς νόμον ἔχομεν, καὶ κατὰ τὸν νόμον ὀφείλει ἀποθανεῖν, ὅτι ἑαυτὸν Θεοῦ υἱὸν ἐποίησεν. 8 Ὅτε οὖν ἤκουσεν ὁ Πιλᾶτος τοῦτον τὸν λόγον, μᾶλλον ἐφοβήθη, 9 καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὸ πραιτώριον πάλιν καὶ λέγει τῷ Ἰησοῦ· Πόθεν εἶ σύ; ὁ δὲ Ἰησοῦς ἀπόκρισιν οὐκ ἔδωκεν αὐτῷ. 10 λέγει οὖν αὐτῷ ὁ Πιλᾶτος· Ἐμοὶ οὐ λαλεῖς; οὐκ οἶδας ὅτι ἐξουσίαν ἔχω σταυρῶσαί σε καὶ ἐξουσίαν ἔχω ἀπολῦσαί σε; 11 ἀπεκρίθη Ἰησοῦς· Οὐκ εἶχες ἐξουσίαν οὐδεμίαν κατ' ἐμοῦ, εἰ μὴ ἦν δεδομένον σοι ἄνωθεν· διὰ τοῦτο ὁ παραδιδούς μέ σοι μείζονα ἁμαρτίαν ἔχει.- 13 ὁ οὖν Πιλᾶτος ἀκούσας τοῦτον τὸν λόγον ἤγαγεν ἔξω τὸν Ἰησοῦν, καὶ ἐκάθισεν ἐπὶ τοῦ βήματος εἰς τόπον λεγόμενον Λιθόστρωτον, Ἑβραϊστὶ δὲ Γαββαθᾶ· 14 ἦν δὲ παρασκευὴ τοῦ πάσχα, ὥρα δὲ ὡσεὶ ἕκτη· καὶ λέγει τοῖς Ἰουδαίοις· Ἴδε ὁ βασιλεὺς ὑμῶν. 15 οἱ δὲ ἐκραύγασαν· Ἆρον ἆρον, σταύρωσον αὐτόν. λέγει αὐτοῖς ὁ Πιλᾶτος· Τὸν βασιλέα ὑμῶν σταυρώσω; ἀπεκρίθησαν οἱ ἀρχιερεῖς· Οὐκ ἔχομεν βασιλέα εἰ μὴ Καίσαρα. 16 τότε οὖν παρέδωκεν αὐτὸν αὐτοῖς ἵνα σταυρωθῇ. 17 Παρέλαβον δὲ τὸν Ἰησοῦν καὶ ἤγαγον· καὶ βαστάζων τὸν σταυρὸν αὑτοῦ ἐξῆλθεν εἰς τὸν λεγόμενον κρανίου τόπον, ὃς λέγεται Ἑβραϊστὶ Γολγοθᾶ, 18 ὅπου αὐτὸν ἐσταύρωσαν, καὶ μετ' αὐτοῦ ἄλλους δύο ἐντεῦθεν καὶ ἐντεῦθεν, μέσον δὲ τὸν Ἰησοῦν. 19 ἔγραψε δὲ καὶ τίτλον ὁ Πιλᾶτος καὶ ἔθηκεν ἐπὶ τοῦ σταυροῦ· ἦν δὲ γεγραμμένον· Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων. 20 τοῦτον οὖν τὸν τίτλον πολλοὶ ἀνέγνωσαν τῶν Ἰουδαίων, ὅτι ἐγγὺς ἦν τῆς πόλεως ὁ τόπος ὅπου ἐσταυρώθη ὁ Ἰησοῦς· καὶ ἦν γεγραμμένον Ἑβραϊστί, Ἑλληνιστί, Ρωμαϊστί.- 25 Οἱ μὲν οὖν στρατιῶται ταῦτα ἐποίησαν. εἱστήκεισαν δὲ παρὰ τῷ σταυρῷ τοῦ Ἰησοῦ ἡ μήτηρ αὐτοῦ καὶ ἡ ἀδελφὴ τῆς μητρὸς αὐτοῦ, Μαρία ἡ τοῦ Κλωπᾶ καὶ Μαρία ἡ Μαγδαληνή. 26 Ἰησοῦς οὖν ἰδὼν τὴν μητέρα καὶ τὸν μαθητὴν παρεστῶτα ὃν ἠγάπα, λέγει τῇ μητρί αὐτοῦ· Γύναι, ἴδε ὁ υἱός σου, 27 εἶτα λέγει τῷ μαθητῇ· Ἰδοὺ ἡ μήτηρ σου. καὶ ἀπ' ἐκείνης τῆς ὥρας ἔλαβεν ὁ μαθητὴς αὐτὴν εἰς τὰ ἴδια. 28 Μετὰ τοῦτο εἰδὼς ὁ Ἰησοῦς ὅτι πάντα ἤδη τετέλεσται, ἵνα τελειωθῇ ἡ γραφή, λέγει· Διψῶ.- 30 ὅτε οὖν ἔλαβε τὸ ὄξος ὁ Ἰησοῦς εἶπε· Τετέλεσται, καὶ κλίνας τὴν κεφαλὴν παρέδωκε τὸ πνεῦμα. 31 Οἱ οὖν Ἰουδαῖοι, ἵνα μὴ μείνῃ ἐπὶ τοῦ σταυροῦ τὰ σώματα ἐν τῷ σαββάτῳ, ἐπεὶ παρασκευὴ ἦν· ἦν γὰρ μεγάλη ἡ ἡμέρα ἐκείνου τοῦ σαββάτου· ἠρώτησαν τὸν Πιλᾶτον ἵνα κατεαγῶσιν αὐτῶν τὰ σκέλη, καὶ ἀρθῶσιν. 32 ἦλθον οὖν οἱ στρατιῶται, καὶ τοῦ μὲν πρώτου κατέαξαν τὰ σκέλη καὶ τοῦ ἄλλου τοῦ συσταυρωθέντος αὐτῷ· 33 ἐπὶ δὲ τὸν Ἰησοῦν ἐλθόντες ὡς εἶδον αὐτὸν ἤδη τεθνηκότα, οὐ κατέαξαν αὐτοῦ τὰ σκέλη, 34 ἀλλ᾽ εἷς τῶν στρατιωτῶν λόγχῃ αὐτοῦ τὴν πλευρὰν ἔνυξε, καὶ εὐθέως ἐξῆλθεν αἷμα καὶ ὕδωρ35 καὶ ὁ ἑωρακὼς μεμαρτύρηκε, καὶ ἀληθινὴ αὐτοῦ ἐστιν ἡ μαρτυρία, κἀκεῖνος οἶδεν ὅτι ἀληθῆ λέγει, ἵνα καὶ ὑμεῖς πιστεύσητε».



[1]Κανών λβ´: «...Ἐπεὶ καὶ τῇ κατ’ αὐτὸν ἐκκλησίᾳ, ἔνθα τὴν ποιμαντικὴν ἐνεχειρίσθη ἡγεμονίαν, ὕδωρ οἴνῳ μιγνῦναι παρέδωκεν, ἡνίκα τὴν ἀναίμακτον θυσίαν ἐπιτελεῖσθαι δεήσειε, τὴν ἐκ τῆς τιμίας πλευρᾶς τοῦ λυτρωτοῦ ἡμῶν καὶ Σωτῆρος Χριστοῦ τοῦ θεοῦ ἐξ αἵματος καὶ ὕδατος κρᾶσιν παραδεικνύς, ἥτις εἰς ζωοποίησιν παντὸς τοῦ κόσμου ἐξεχύθη, καὶ ἁμαρτιῶν ἀπολύτρωσιν· καὶ κατὰ πᾶσαν δὲ ἐκκλησίαν, ἔνθα οἱ πνευματικοὶ φωστῆρες ἐξέλαμψαν, ἡ θεόσδοτος αὕτη τάξις κρατεῖ. Καὶ γὰρ καὶ Ἰάκωβος ὁ κατὰ σάρκα Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν ἀδελφός, ὃς τῆς Ἱεροσολυμιτῶν ἐκκλησίας πρῶτος τὸν θρόνον ἐνεπιστεύθη, καὶ Βασίλειος ὁ τῆς Καισαρέων ἀρχιεπίσκοπος, οὗ τὸ κλέος κατὰ πᾶσαν τὴν οἰκουμένην διέδραμεν, ἐγγράφωςτὴν μυστικὴν ἡμῖν ἱερουργίαν παραδεδωκότες, οὕτω τελειοῦν ἐν τῇ θείᾳ λειτουργίᾳ ἐξ ὕδατός τε καὶ οἴνου τὸ ἱερὸν ποτήριον ἐκδεδώκασι...».

[2]«Μυστικῶς εἶ Θεοτόκε Παράδεισος, ἀγεωργήτως βλαστήσασα Χριστόν, ὑφ᾿ οὗ τὸ τοῦ Σταυροῦ, ζωηφόρον ἐν γῇ, πεφυτούργηται δένδρον· δι᾿ οὗ νῦν ὑψουμένου, προσκυνοῦντες αὐτὸν σὲ μεγαλύνομεν».

«Ὁ διὰ βρώσεως τοῦ ξύλου, τῷ γένει προσγενόμενος θάνατος, διὰ Σταυροῦ κατήργηται σήμερον· τῆς γὰρ Προμήτορος ἡ παγγενὴς κατάρα διαλέλυται, τῷ βλαστῷ τῆς ἁγνῆς Θεομήτορος, ἣν πᾶσαι αἱ Δυνάμεις, τῶν οὐρανῶν μεγαλύνουσι» (Καταβασία α´, β).

Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2026

 ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΗΣ ΥΨΩΣΕΩΣ, Μνήμη τῶν ἐγκαινίων τῆς ἁγίας τοῦ Χριστοῦ ἡμῶν Ἀναστάσεως, Προεόρτια τῆς Ὑψώσεως τοῦ Tιμίου καὶ Zωοποιοῦ Σταυροῦ, καὶ τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Κορνηλίου τοῦ Ἑκατοντάρχου, 13 Σεπτεμβρίου 2026, (7/9/2025) (10/9/2023), (13/9/2020), (7/9/2018), (Αριθμ. 40N4)

 

Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ.

 

 

Α. 1. α. Η Κυριακή προ της ψώσεως του Τιμίου Σταυρού είναι μια ιδιαίτερη Κυριακή με συγεκριμένα Αναγνώσματα, Αποστολικό και Ευαγγελικό, δεν ακολουθείται, δηλαδή, η σειρά των εκ του Ματθαίου Ευαγγελικών Αναγνωσμάτων. Επιπλέον εφέτος συμπίπτει και με τη Μνήμη τῶν ἐγκαινίων τῆς ἁγίας τοῦ Χριστοῦ ἡμῶν Ἀναστάσεως, Προεόρτια τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου καὶ Ζωοποιοῦ Σταυροῦ, καὶ τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Κορνηλίου τοῦ Ἑκατοντάρχου, οπότε ο λειτουργικός συνδυασμός είναι εξαιρετικός.

β. Ο Άγιος Μάρτυς ο Εκατόνταρχος μάς είναι ήδη γνωστός από την Κυριακή Δ´  Ματθαίου, με Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: η´, 5-13, κατά το οποίο η ίαση του παιδός του εκατόνταρχου τελείται από το Χριστό, χωρίς την επίσκεψή του στο σπίτι του αξιοματούχου, ενώ επαινείται η πίστη του που υπήρξε ισχυρότερη από εκείνη του Ισραήλ, ένας άμεσος προχειρισμός για την Εκκλησία των Εθνών, όπως περιγράφεται στο πρώτο Ιδιόμελο των Εγκανίων: «Ἐγκαίνια τιμᾶσθαι, παλαιὸς νόμος, καὶ καλῶς ἔχων· μᾶλλον δὲ τὰ νέα τιμᾶσθαι δι᾿  Ἐγκαινίων· ἐγκαινίζονται γὰρ νῆσοι πρὸς Θεόν, ὥς φησιν Ἡσαΐας· ἅς τινας ὑποληπτέον τὰς ἐξ ἐθνῶν Ἐκκλησίας, ἄρτι καθισταμένας, καὶ πῆξιν λαμβανούσας βάσιμον τῷ Θεῷ· διὸ καὶ ἡμεῖς, τὰ παρόντα Ἐγκαίνια πνευματικῶς πανηγυρίσωμεν». Κατά ταύτα στην υμνολογία της εορτής ο Μάρτυς Κορνήλιος γεραίρεται ως θεόληπτος και θεόπνευστος.

γ. Ο Τίμιος Σταυρός ανευρέθη από την Αγία Ελένη και το Μεγάλο Κωνσταντίνο το έτος 326, και φέτος εορτάζονται τα 1700 χρόνια από την εύρεσή του με έναρξη την 6η Μαρτίου, ενώ το έτος 335 έγιναν τα εγκαίνια του Ναού της Αναστάσεως επί του Γολγοθά, περί του οποίου και η σημερινή εορτή. Ο Άγιος Κωνσταντίνος έκοψε εγκάρσια τον Τίμιο Σταυρό. Έτσι άφησε τον μισό στα Ιεροσόλυμα και το άλλο μισό το μετέφερε στην Κωνσταντινούπολη, πέριξ του οποίου αναπτύχθηκε όλη η τιμητική προσκύνηση και η ενιαύσια υμνολογία υπό τις δύο εορτές της Σταυροπροσκυνήσεως και της Υψώσεως.

δ. Στην Ορθόδοξη τέχνη είναι περιώνυμος ο μπρούντζινος Σταυρός του 6ου αι. με χαραγμένο πάνω του το κείμενο της Ἐξόδου- παράδοση του Δεκαλόγου, που βρίσκεται στην Ι. Μονή της Αγίας Αικατερίνης Σινά, μία έκφραση ευσεβείας αλλά και ερμηνείας της ενότητος της Προφητικής και Αποστολικής μαρτυρίας, της καθολικότητος της Εκκλησίας, του ενός και του αυτού αποκαλυπτομένου Θεού Λόγου τύποις και σημείοις στους Αγίους της Παλαιάς Διαθήκης και αληθώς Ενανθρωπήσαντος, Σταυρωθέντος και Αναστάντος και παρέχοντος ζωήν την αιώνιον.

 

Β. 1. Τα Αναγνώσματα, Αποστολικό και Ευαγγελικό, είναι σταθερά, γιατί ερμηνεύουν τη θεοφανική ενότητα Παλαιάς και Καινής Διαθήκης και την καθολικότητα της Εκκλησίας διά του Τιμίου Σταυρού και της Αναστάσεως του Χριστού, με ορατό σημείο το Ναό της Αναστάσεως. Εξάλλου, τα γεγονότα των δύο εορτών, όπως θα δούμε και αύριο, ερμηνεύθηκαν από δύο Οικουμενικές Συνόδους, οι οποίες μαζί με το Σύμβολο της Πίστεως ερμήνευσαν με ένα τρόπο περιληπτικό την Αγία Αναφορά, τουτέστιν τη Θεία Ευχαριστία.

2. Με το Αποστολικό Ανάγνωσμα ο Απόστολος Παύλος αντιμετωπίζει ένα θέμα που είχε προκύψει στην τοπική εκκλησία της Γαλατίας, που ήταν στην περιοχή της σημερινής Άγκυρας. Φαίνεται ότι πολλοί χριστιανοί αυτής της εκκλησίας είχαν ιουδαϊκές ρίζες και είτε τηρούσαν τις ιουδαϊκές συνήθειες, παρανοώντας ότι οι προφητικές επαγγελίες ανακεφαλαιώθηκαν στο Χριστό με άνοιγμα προς όλα τα έθνη, όπως ακούμε να υμνολογείται και με το β´ κανόνα της Θεοτόκου στη χθεσινή Κυριακή, είτε υπό το πρόσχημα της περιτομής προσπάθησαν να κρύψουν τη χριστιανική τους πίστη, καθώς κατά τόπους είχαν αρχίσει να αναδύονται οι χριστιανικές εκκλησιαστικές κοινότητες, και οι Ρωμαϊκές αρχές είχαν αρχίσει ήδη να καταδιώκουν τους χριστιανούς ως ανθρώπους που εισήγαγαν μια άγνωστη θρησκεία. Σημειωτέον ότι οι Ιουδαίοι με τις Συναγωγές τους ήσαν αναγνωρισμένη θρησκευτική οντότητα από τη Ρωμαϊκή διοίκηση. Ο Απόστολος Παύλος, αντιλαμβανόμενος αυτήν τη μεθόδευση από κάποιους εξ Ιουδαίων χριστιανούς, που φαίνεται ότι είχαν στο νου τους να κάνουν και δική τους ομαδούλα, γράφει ότι όσοι πιέζουν τους χριστιανούς να περιτέμνονται, το κάνουν να αποφεύγουν το διωγμό και συγχρόνως να περηφανεύονται ότι έφεραν και προσήλυτους: «12... οὗτοι ἀναγκάζουσιν ὑμᾶς περιτέμνεσθαι, μόνον ἵνα μὴ τῷ σταυρῷ τοῦ Χριστοῦ διώκωνται. 13 οὐδὲ γὰρ οἱ περιτετμημένοι αὐτοὶ νόμον φυλάσσουσιν, ἀλλὰ θέλουσιν ὑμᾶς περιτέμνεσθαι, ἵνα ἐν τῇ ὑμετέρᾳ σαρκὶ καυχήσωντα». Έτσι, επαναλαμβάνει ότι στην Εκκλησία με το Σταυρό του Χριστού, δηλαδή, με τη Σταυρική Θυσία, έχει καταργηθεί ο αρχαίος κόσμος, κάθε άλλη θυσία και λατρεία, υπάρχει η καινή κτίση και ο νέος Ισραήλ του Θεού και η χάρη του Κυρίου για όλα τα έθνη. Μάλιστα, ο Απόστολος Παύλος, βλέποντας την ιουδαϊκή υποκρισία των Γαλατών χριστιανών τούς ομιλεί αυστηρώς προβάλλοντας τους δικούς του βασανισμούς και τις διώξεις, τα στίγματα του Κυρίου και με δυο κουβέντες τους λέγει: παρατάτε με, με την υποκρισία σας («17 Τοῦ λοιποῦ κόπους μοι μηδεὶς παρεχέτω»). Ασφαλώς η Εκκλησία δεν ωθεί τους χριστιανούς στο μαρτύριο, τους ετοιμάζει, όμως, εάν τους συμβεί, να το αντέξουν εν Κυρίω.

 

Γ. 1. Το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα τίθεται ως συνέχεια του Αποστολικού Αναγνώσματος, γιατί είναι μία προτύπωση των Αγίων Παθών του Χριστού με κορυφαίο σημείο τον επί του Σταυρού θάνατο, ο οποίος Σταυρός από όργανο ατιμίας κατέστη σημείο, τύπος ευλογίας και αγιασμού. Επιπλέον αποτελεί το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα ένα παράδειγμα ερμηνείας των θεοφανικών γεγονότων του παλαιού Ισραήλ ως επαγγελιών για τα γεγονότα της ένσαρκης Οικονομίας του Λόγου, ο οποίος στο Μυστικό Δείπνο ένωσε παλαιό και νέο Ισραήλ, ανακεφαλαιώνοντας την ιστορία του κόσμου και την πορεία του αρχαίου Ισραήλ, εκφαίνοντας εξαγγελτικά την καθολικότητα της Εκκλησίας, «ἐν πάσῃ τῇ οἰκουμένῃ» και για κάθε άνθρωπο κατά την ιδία εκάστου προαίρεση και δεκτικότητα.

2. Το περιστατικό, που μας ιστορεί ο Ευαγγελιστής Ιωάννης, προέρχεται από το βιβλίο των Αριθμών και την πορεία του Ισραήλ μέσω της ερήμου προς τη γη της επαγγελίας, που είναι και ο πυρήνας των Καταβασιών του Τιμίου Σταυρού. Οι Ισραηλίτες, έχοντες να αντιμετωπίσουν στην έρημο πείνα και δίψα «καὶ ὠλιγοψύχησεν ὁ λαὸς ἐν τῇ ὁδῷ» (Ἀριθμ. 21, 4), παρά το γεγονός ότι είχαν δεχθεί τη χάρη από το Θεό να νικήσουν και να κάνουν υποχείριους τους Χανανείν. Ο Θεός στέλνει δηλητηριώδη φίδια, τα οποία όποιον δάγκωναν, πέθαινε. Αντιλαμβανόμενοι την ύβρη απέναντι στο Μωϋσή και το Θεό για όλες τις ευεργεσίες που είχαν δεχθεί από την έξοδό τους από την Αίγυπτο και εν συνεχεία, ζητούν αντίδοτο για τα φίδια. Ο Μωϋσής, του οποίου τη μνήμη η Εκκλησία εορτάζει στις 4 Σεπτεμβρίου, όχι τυχαία, κατ᾽ εντολήν του Θεού, έκανε ένα χάλκινο φίδι, για να είναι σταθερό, και το τοποθέτησε ψηλά, έτσι που, όποιον τον δάγκωνε φίδι και κοιτούσε το χάλκινο φίδι, δεν πέθαινε, «ἔζη», (Ἀριθμ. 21, 9). Αυτό το γεγονός φέρει ο Ιωάννης ως προτύπωση και επαγγελία των Αγίων Παθών και του εν τω Σταυρώ θανάτου του Χριστού, αλλά και για το τίμιο σημείο του Σταυρού, που είναι η αρχή της Αναστάσεως και της σωτηρίας όλου του ανθρώπινου γένους, γιατί ο Χριστός, ο άσαρκος και ένσαρκος Λόγος, ο εις και ο αυτός, τελεί όλα τα της Θείας Οικονομίας, «δι᾽ ἡμᾶς καὶ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν»όπως ομολογούμε στο Σύμβολο της Πίστεως,και ερμηνεύουν οι Άγιοι Πατέρες με τους Όρους των Οικουμενικών Συνόδων, όχι με έννοιες, αξίες, ιδεολογήματα και αποκυήματα της φαντασίας.

 

Αποστολικό Ανάγνωσμα: Γαλ. στ´, 11-18: «1 Ἴδετε πηλίκοις ὑμῖν γράμμασιν ἔγραψα τῇ ἐμῇ χειρί. 12 ὅσοι θέλουσιν εὐπροσωπῆσαι ἐν σαρκί, οὗτοι ἀναγκάζουσιν ὑμᾶς περιτέμνεσθαι, μόνον ἵνα μὴ τῷ σταυρῷ τοῦ Χριστοῦ διώκωνται. 13 οὐδὲ γὰρ οἱ περιτετμημένοι αὐτοὶ νόμον φυλάσσουσιν, ἀλλὰ θέλουσιν ὑμᾶς περιτέμνεσθαι, ἵνα ἐν τῇ ὑμετέρᾳ σαρκὶ καυχήσωνται. 14 Ἐμοὶ δὲ μὴ γένοιτο καυχᾶσθαι εἰ μὴ ἐν τῷ σταυρῷ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, δι᾽ οὗ ἐμοὶ κόσμος ἐσταύρωται κἀγὼ τῷ κόσμῳ. 15 ἐν γὰρ Χριστῷ Ἰησοῦ οὔτε περιτομή τι ἰσχύει οὔτε ἀκροβυστία, ἀλλὰ καινὴ κτίσις. 16 καὶ ὅσοι τῷ κανόνι τούτῳ στοιχήσουσιν, εἰρήνη ἐπ᾽ αὐτοὺς καὶ ἔλεος, καὶ ἐπὶ τὸν Ἰσραὴλ τοῦ Θεοῦ. 17 Τοῦ λοιποῦ κόπους μοι μηδεὶς παρεχέτω· ἐγὼ γὰρ τὰ στίγματα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ ἐν τῷ σώματί μου βαστάζω. 18 Ἡ χάρις τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ μετὰ τοῦ πνεύματος ὑμῶν, ἀδελφοί· ἀμήν».

 

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: Ἰω. γ´, 13-17: «13 καὶ οὐδεὶς ἀναβέβηκεν εἰς τὸν οὐρανὸν εἰ μὴ ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς, ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ὁ ὢν ἐν τῷ οὐρανῷ. 14 καὶ καθὼς Μωϋσῆς ὕψωσε τὸν ὄφιν ἐν τῇ ἐρήμῳ, οὕτως ὑψωθῆναι δεῖ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου, 15 ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόληται ἀλλ᾽ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον. 16 Οὕτω γὰρ ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόληται ἀλλ᾽ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον. 17 οὐ γὰρ ἀπέστειλεν ὁ Θεὸς τὸν υἱὸν αὐτοῦ εἰς τὸν κόσμον ἵνα κρίνῃ τὸν κόσμον, ἀλλ᾽ ἵνα σωθῇ ὁ κόσμος δι᾽ αὐτοῦ».

Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2026

 Τὸ Γενέθλιον τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου, 8 Σεπτεμβρίου 2026, (8/9/25), (8/9/2023), (8/9/2018), (Αριθμ. 39Ν2)

Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ.

 

Α. Όπως έχω ήδη επισημάνει, με την εορτή του Γενεθλίου της Θεοτόκου και της Υψώσεως του Σταυρού βρισκόμαστε σε ένα μεταβατικό στάδιο μεταξύ των Κυριακών του Ματθαίου και των Κυριακών του Λουκά, που καλύπτουν την περίοδο μέχρι τις παραμονές των Χριστουγέννων.

 

Β. 1. Τα Αναγνώσματα της εορτής του Γενεθλίου της Θεοτόκου είναι τα αυτά με εκείνα της Κοιμήσεως, και, όπως στην εορτή της Κοιμήσεως, έχουμε και κατ᾽ αυτήν Προεόρτια και την επομένη εν είδει συνάξεως την εορτή της μνήμης των Αγίων και Δικαίων Θεοπατόρων Ιωακείμ και Άννης. Βασικά στοιχεία της εορτής επαναλαμβάνονται και κατά την Απόδοση του Γενεσίου στις 12 Σεπτεμβρίου, η οποία κλείνει με το Κοντάκιο «Ἰωακεὶμ καὶ Ἄννα». Συγχρόνως η Εκκλησία μαζί με την εορτή των Θεοπατόρων, ως Μεθέορτα, ποιεί τη μνήμη της Γ´ Οικουμενικής Συνόδου στην Έφεσο το 431, της οποίας ο δογματικός ορισμός είναι ο όρος Θεοτόκος, ο κατεξοχήν όρος ομολογίας και προσκυνήσεως του ίδιου του Υιού και Λόγου του Θεού Πατρός ως ενανθρωπήσαντος. Και δεν είναι τυχαίο ότι στις ημέρες μας βάλλεται από τους επιφανείς της Trans–theology του μισογυνισμού και των διεθνών Μ.Κ.Ο. και πάλι σφόδρα το πρόσωπο της Παναγίας, όπως κι από διάφορες ομάδες που θέλουν να επιβάλλουν στην πίστη της Εκκλησίας μία κοινωνιολογική προτεσταντική αισθητική ως προς τη λατρεία και τη θεολογική ερμηνευτική με πρώτο θύμα και πάλι το πρόσωπο της Παναγίας ως Θεοτόκου.

2. Κατά το Τυπικὸν τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας το τριήμερο της εορτής του Γενεθλίου της Θεοτόκου είχε κέντρο την Παναγία των Χαλκοπρατείων με λιτή στο Φόρο του Αγίου Κωνσταντίνου και παννυχίδα κατά τα Προεόρτια και ασφαλώς με την παρουσία του Πατριάρχη.

 

Γ. Γι᾽ αυτό πρέπει να υπογραμισθεί και πάλι ότι η τιμή στη Θεοτόκο έχει ως κέντρο τον ενανθρωπήσαντα Λόγο, γι᾽ αυτό όλη η υμνολογία της εορτής και τα Αναγνώσματα δομούνται με τις οράσεις και τις επαγγελίες των Προφητών για τον εν σαρκί ερχόμενο εκ παρθένου. Παράλληλα, η υμνολογία της εορτής αντιστοιχεί ερμηνευτικά, κυρίως, α. στα τρία Προφητικά Αναγνώσματα, β. τις σύντομες ερμηνευτικές προτάσεις της Γ´ Οικουμενικής Συνόδου του 431, με την ομολογία ότι η Παναγία είναι η όντως Θεοτόκος, ένα γεγονός που συνεορτάζεται σταθερά την επόμενη μέρα, στις 9 Σεπτεμβρίου, μαζί με τη μνήμη των Αγίων και Δικαίων Θεοπατόρων Ιωακείμ και Άννης και γ. στη δοξολογική αναφορά του ύμνου των Τριών Παίδων εν καμίνω, μία Θεοφάνεια κατενώπιον του βασιλέως Βαβυλώνος από το τελευταίο βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης, του Δανιήλ, όπου συντελείται το άνοιγμα του Ισραήλ προς όλα τα έθνη, αλλά και προκαταγγέλλεται και η κοινή Ανάσταση[1]. Εξάλλου, ψάλλονται οι Καταβασίες της Ὑψώσεως του Σταυρού, που συνοψίζουν την κραταιά παρουσία του Θεού στον Ισραήλ από τη διάβαση της Ερυθράς Θαλάσσης μέχρι και την ομολογία του Τριαδικού Θεού: «Εὐλογεῖτε Παῖδες, τῆς Τριάδος ἰσάριθμοι, δημιουργὸν Πατέρα Θεόν, ὑμνεῖτε τὸν συγκαταβάντα Λόγον, καὶ τὸ πῦρ εἰς δρόσον μεταποιήσαντα· καὶ ὑπερυψοῦτε τὸ πᾶσι ζωὴν παρέχον, Πνεῦμα πανάγιον εἰς τοὺς αἰῶνας». ( Καταβασία, ᾠδὴ η´).

 

Δ. Το θεολογικό ερμηνευτικό πλαίσιο της εορτής ιστορεί το Μυστήριο της Θείας Οικονομίας από κτίσεως κόσμου, με αναφορές στον Αδάμ και την Εύα, γεναρχών του ανθρώπινου γένους, τη δραματική πορεία του περιούσιου λαού με τα κορυφαία προφητικά θεοφανικά γεγονότα, όπου καταγράφεται η επαγγελία του εν σαρκί ερχόμενου, ο οποίος θα επισυναγάγει ἐν ἑαυτῷ και πάλι το ανθρώπινο γένος στο κοινό δείπνο, του ασάρκου, ενσάρκου και Πνευματικώς ορωμένου Λόγου της βασιλείας του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, όχι ως μιας μελλοντικής καταστάσεως, μιας εσχατολογικής προβολής, αλλά ως ανακαινισμού και ανακεφαλαιώσεως «σήμερον». Η κτίση ανακαινίζεται κι ο χρόνος συμπυκνώνεται στη νέα Ζωή της χάριτος: «Σήμερον ἡ στεῖρα Ἄννα τίκτει θεόπαιδα, τὴν ἐκ πασῶν τῶν γενεῶν προεκλεχθεῖσαν, εἰς κατοίκησιν τῷ παμβασιλεῖ, καὶ Κτίστῃ Χριστῷ τῷ Θεῷ, εἰς ἐκπλήρωσιν τῆς θείας οἰκονομίας· δι᾽ ἧς ἀνεπλάσθημεν οἱ γηγενεῖς, καὶ ἀνεκαινίσθημεν ἐκ τῆς φθορᾶς, πρὸς ζωὴν τὴν ἄληκτον».

 

Ε. 1. α. Κατά ταύτα, στο πρώτο Προφητικό Ανάγνωσμα προτυπώνεται η Θεοτόκος ως κλίμαξ και πύλη του ουρανού. Επ᾽ αυτής ο άσαρκος Λόγος, ως Κύριος της Δόξης, αποκαλύπτεται στον Ιακώβ, βεβαιώνοντάς τον ότι είναι ο Θεός Αβραάμ και Ισαάκ. Είναι μία Θεοφάνεια που αφορά σε όλο το ανθρώπινο γένος: «Καὶ ἔσται τὸ σπέρμα σου ὡσεὶ ἄμμος τῆς γῆς καὶ πλατυνθήσεται ἐπὶ Θάλασσαν, καὶ Λίβα, καὶ Βορρᾶν, καὶ ἐπὶ Ἀνατολάς· καὶ ἐνευλογηθήσονται ἐν σοὶ πᾶσαι αἱ φυλαὶ τῆς γῆς, καὶ ἐν τῷ σπέρματί σου» (Γεν. 28, 14).

β. Το δεύτερο Προφητικό Ανάγνωσμα προέρχεται από το όραμα του Προφήτη Ιεζεκιήλ, κατά το οποίο ο Προφήτης βρίσκεται κατενώπιον του Κυρίου της Δόξης και θεωρεί το Μυστήριο της Θείας Ενανθρωπήσεως με την κεκλεισμένη κατά ανατολάς πύλη, την Παναγία, και ετοιμαζομένη τράπεζα της Θείας Ευχαριστίας: «Καὶ ἐπέστρεψέ με κατὰ τὴν ὁδὸν τῆς πύλης τῶν Ἁγίων τῆς ἐξωτέρας τῆς βλεπούσης κατὰ ἀνατολάς, καὶ αὕτη ἦν κεκλεισμένη. Καὶ εἶπε Κύριος πρὸς με· Ἡ πύλη αὕτη κεκλεισμένη ἔσται, οὐκ ἀνοιχθήσεται, καὶ οὐδεὶς οὐ μὴ διέλθῃ δι᾿ αὐτῆς, ὅτι Κύριος ὁ Θεός, Ἰσραὴλ εἰσελεύσεται δι᾿ αὐτῆς, καὶ ἔσται κεκλεισμένη. Διότι ὁ Ἡγούμενος οὗτος κάθηται ἐπ᾿ αὐτὴν τοῦ φαγεῖν ἄρτον ἐνώπιον Κυρίου» (Ἰεζ. 44, 1-3), ενώ δηλώνει στην αρχή του Αναγνώσματος ότι πρόκειται για γεγονότα της ὀγδόης ἡμέρας του νῦν καὶ ἐπέκεινα, πέραν, δηλαδή, του όποιου χρόνου, γιατί η δόξα και η βασιλεία του Κυρίου είναι άκτιστη και ατελεύτητη.

γ. Με το τρίτο Προφητικό Ανάγνωσμα από το Βιβλίο των Παροιμιών παρέχεται η προτύπωση περί των Παθών του Χριστού αλλά και του Μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας. Η Σοφία, δηλαδή, ο Λόγος του Θεού Πατρός, ο ενανθρωπήσας Ιησούς Χριστός οικοδομεί οίκο για τον εαυτό του, μία ευθεία αναφορά ότι δημιούργησε την ανθρώπινή του φύση στη μήτρα της Παναγίας, «ἑαυτῷ», όπως λέγει ο μέγας Πατήρ της Εκκλησίας Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας, ενώ με όλο το έργο του της ένσαρκης Οικονομίας καλεί τον πεπτωκότα άνθρωπο στο κοινό ευχαριστιακό δείπνο, τον άφρονα και τον ενδεή, τον καλεί να αποκτήσει το φρόνημα των Προφητών, κατά τους επτά στύλους του οίκου της Σοφίας, τα επτά πνεύματα, για τα οποία μας ομιλεί ο Προφήτης Ησαΐας («Καὶ ἀναπαύσεται ἐπ’ αὐτὸν Πνεῦμα Κυρίου· Πνεῦμα σοφίας καὶ συνέσεως· Πνεῦμα βουλῆς καὶ ἰσχῦος· Πνεῦμα γνώσεως καὶ εὐσεβείας· καὶ ἐμπλήσει αὐτὸν Πνεῦμα φόβου Θεοῦ», Ἡσ.11, 2), ώστε να επανέλθει ο πεπτωκώς άνθρωπος στη γνώση του Θεού, την οποία απέρριψε κατά την αρχαία αποστασία: «Ἔλθετε φάγετε τὸν ἐμὸν ἄρτον, καὶ πίετε οἶνον, ὃν κεκέρακα ὑμῖν, ἀπολίπετε ἀφροσύνην, καὶ ζήσεσθε· καὶ ζητήσατε φρόνησιν, ἵνα βιώσητε, καὶ κατορθώσητε σύνεσιν ἐν γνώσει» (Παροιμ. 9, 5-7). Είναι κλήση οικουμενική, κλήση, δηλαδή, για τον κάθε άνθρωπο, πάντα κατά την ιδία προαίρεση και δεκτικότητα εκάστου. Αυτή η κλήση αίρει όλες τις συμβάσεις της μεταπατορικής ιστορίας.

2. Αμέσως μετά από τα Προφητικά Αναγνώσματα με το πρώτο Στιχηρό Ιδιόμελο στη Λιτή συνοψίζεται η διακονία της Θεοτόκου στο Μυστήριο της Ενανθρωπήσεως του Λόγου κατά την επαγγελία και την πραγματοποίηση της σωτηρίας του ανθρωπίνου γένους, ως νέας ζωής: «Ἡ ἀπαρχὴ τῆς ἡμῶν σωτηρίας, λαοὶ σήμερον γέγονεν· ἰδοὺ γὰρ ἡ προορισθεῖσα ἀπὸ γενεῶν ἀρχαίων, Μήτηρ καὶ Παρθένος, καὶ δοχεῖον Θεοῦ, ἐκ στείρας γεννηθῆναι προέρχεται· ἄνθος ἐκ τοῦ Ἰεσσαί, καὶ ἐκ τῆς ῥίζης αὐτοῦ ῥάβδος ἐβλάστησεν. Εὐφραινέσθω Ἀδὰμ ὁ προπάτωρ, καὶ ἡ Εὔα ἀγαλλιάσθω χαίρουσα· ἰδοὺ γὰρ ἡ οἰκοδομηθεῖσα ἐκ πλευρᾶς τοῦ Ἀδάμ, τὴν θυγατέρα καὶ ἀπόγονον, μακαρίζει ἐμφανῶς· Ἐτέχθη μοι γάρ φησι λύτρωσις, δι᾿ ἧς ἐκ τῶν δεσμῶν τοῦ ᾍδου ἐλευθερωθήσομαι. Ἀγαλλιάσθω ὁ Δαυΐδ κρούων τὴν κινύραν, καὶ εὐλογείτω τὸν Θεόν· ἰδοὺ γὰρ ἡ Παρθένος πρόεισιν ἐκ πέτρας ἀγόνου, πρὸς σωτηρίαν τῶν ψυχῶν ἡμῶν».

3. Το Μυστήριο της Θείας Οικονομίας αφορά σε όλο το ανθρώπινο γένος. Η υμνολογία της σημερινής εορτής είναι γεμάτη από διατυπώσεις με χρήση της αόριστης επιμεριστικής αντωνυμίας πᾶς, όπως πᾶσι, πάντες. Συγχρόνως ο χρόνος ακινητίζεται από τη φωτοδοσία του Κυρίου της Δόξης, ο οποίος κενούται ενανθρωπήσας, κατά το Αποστολικό Ανάγνωσμα, για να χαρίσει τη μακαριότητα στον καθένα που με απλότητα αναφωνεί: «Μακαρία ἡ κοιλία ἡ βαστάσασά σε καὶ μαστοὶ οὓς ἐθήλασας».

 

ΣΤ. 1. α. Ο εορτασμός της μνήμης της Γ´ Οικουμενικής Συνόδου είναι μεταγενέστερος, οπωσδήποτε μετά τη Σύνοδο της Χαλκηδόνος. Εντάχθηκε στο εορτολόγιο στο πλαίσιο υπογραμμίσεως των σημαντικών γεγονότων, κατά τα οποία η Εκκλησία, με κορυφαίες συνοδικές αποφάσεις, ερμήνευσε το Σύμβολο της Πίστεως, ιδίως όταν πλέον είχε να αντιμετωπίσει αφενός την παραχάραξή του, αφετέρου την αμφισβήτηση για την ίδια της την πίστη ως προς την υπό του Θεού παρεχόμενη δωρεά, εάν, δηλαδή, η σωτηρία μας είναι άκτιστη, ή είναι κατορθωτή από τον ίδιο τον άνθρωπο διά των ιδίων του δυνάμεων μέσω μιας ηθικής τελειώσεως, υπακούοντας αυτός σε εντολές και τσιτάτα από την Καινή Διαθήκη και εξωτερικούς κανόνες, αν είναι εν τέλει η Εκκλησία η φανέρωση των γεγονότων της Θείας Οικονομίας, ή είναι μία οργάνωση χρήσιμη για την κοινωνία, όπως στους νεότερους χρόνους ο στρατός και η αστυνομία, της οποίας, μάλιστα, τα μέλη είναι νόμιμοι και ηθικοί πολίτες, όπως όλες οι ομαδούλες. Βέβαιο είναι ότι πολύ νωρίς η Εκκλησία ποιούσε μνήμη των Αγίων Πατέρων της Συνόδου της Νικαίας (Ζ´ Κυριακή από του Πάσχα) και βαθμιαία, λόγω του σχίσματος με τους αντιχαλκηδόνιους, της Συνόδου της Χαλκηδόνος και, βέβαια, αργότερα με την Κυριακή της Ορθοδοξίας, κατά την οποία ανακεφαλαιώνεται πανηγυρικά η κατάφασή της στη λειτουργική χρήση των αγίων εικόνων ως τύπων και σημείων της αληθούς Ενανθρωπήσεως του Λόγου κατά τις αποδείξεις των Προφητών και τη μαρτυρία των Αποστόλων και την ερμηνεία των Αγίων και εγκρίτων Πατέρων συνοδικά. Το εορτολόγιο συγκροτείται με τη μνήμη των προσώπων και έπεται η ιδιαίτερη μνήμη γεγονότων καθεαυτών, γιατί το κατεξοχήν θεοφανικό γεγονός είναι ο ίδιος ο Χριστός, ο πληρώσας πάσαν την Οικονομίαν, γι᾽ αυτό το αρχικό πλαίσιο ήταν το Τριώδιο και το Πεντηκοστάριο ως διαστήματα, κατά τη μαρτυρία των Αγίων Αθανασίου και Κυρίλλου, πατριαρχών Αλεξανδρείας.

β. Στην Γ´ Οικουμενική Σύνοδο η ομολογία του όρου Θεοτόκος, ως ερμηνευτικού θεολογικού ορισμού επί των άρθρων του Συμβόλου Πίστεως της Νικαίας «τὸν δι᾽ ἡμᾶς τοὺς ἀνθρώπους καὶ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν κατελθόντα καὶ σαρκωθένταἐνανθρωπήσαντα» βαθμιαία και με τις ερμηνευτικές προτάσεις στη Δ´ Οικουμενική Σύνοδο της Χαλκηδόνος, απετέλεσε την ιερή καταφυγή μιας λειτουργικής και ερμηνευτικής παραγωγής που καλύπτει χίλια χρόνια. Ο όρος Θεοτόκος, ως ευσύνοπτο κριτήριο της Ορθοδόξου πίστεως είναι ό,τι και ο όρος ὁμοούσιος για το Σύμβολο της Πίστεως, που ακούμε σε κάθε Θεία Λειτουργία. Θέλω να πω, λοιπόν, με πέντε λόγια ότι από την Τρίτη Οικουμενική Σύνοδο μέχρι και την Έβδομη, και ανακεφαλαιωτικά με την τελευταία Γενική Σύνοδο της ενωμένης Εκκλησίας του 879-80, η Εκκλησία έχει ερμηνεύσει διά μακρών το Μυστήριο της ένσαρκης Οικονομίας του Υιού και Λόγου του Θεού κατά το Σύμβολο της Πίστεως. Αυτό που λέμε Όροι των Οικουμενιών Συνόδων, είναι ερμηνευτικές προτάσεις, διατυπώσεις, επί του Συμβόλου Πίστεως, είναι ερμηνεία του Μυστηρίου της Θείας Οικονομίας από κτίσεως κόσμου και μέχρις αιώνος, όπως ακούμε στο Πιστεύω, δεν είναι ούτε διαμόρφωση δογμάτων ούτε έννοιες, πολύ δε περισσότερο ανάπτυξη δογμάτων και γενικώς αλήθειες της πίστεως. Η μόνη αλήθεια είναι ο Λόγος, ο ἐν ἀρχῇ, ὁ δι᾽ οὗ τὰ πάντααυτός δημιουργεί το σύμπαν και τον άνθρωπο, αποκαλύπτεται ασάρκως στους Προφήτες, που τον επαγγέλλονται και ένσαρκο, ένσαρκο δια της Ενανθρωπήσεως τον ακολουθούν οι Απόστολοι, τον αυτόν και Πνευματικώς ορώμενο κατά την Πεντηκοστή και σε κάθε Θεία Λειτουργία με την Ἐπίκληση του Αγίου Πνεύματος και Πνευματικώς μετεχόμενο και διαδιδόμενο, γενόμενοι μέλη και οι χριστιανοί του Σώματός του μυστικώς, ήτοι Πνευματικώς. Η Θεοτόκος διακονεί στο μυστήριο της ένσαρκης Οικονομίας του Λόγου, είναι η πιστοποίηση ότι ο Υιός του Θεού ενηνθρώπησε πραγματικά και όχι φαινομενικά, είναι ο Ζων Θεός της δημιουργίας, της ιστορίας και ο Ερχόμενος, ο αεί ερχόμενος, δεν είναι κάποια έννοια, κάποια θεωρητική κατασκευή, κάποια ιδέα, όπως διατυπώνεται κι από κάποιους ανόητους θεολόγους (π.χ. η ιδέα, ή η έννοια, του Ιησού (sic), ή η ιδέα, ή η έννοια, για τη σωτηρία).

2. Γι᾽ αυτό στη Θεία Ευχαριστία, που είναι η σύνοψη του Μυστηρίου της Θείας Οικονομίας, δηλαδή, ό,τι κάνει ο Θεός απακαλυπτόμενος με το πρώτο γενηθήτω της δημιουργίας και εις τους αιώνας των αιώνων, κατά την Ἐπίκληση για τη μεταβολή των Τιμίων Δώρων σε Σώμα και Αίμα Χριστού η Παναγία αναφέρεται με το ἐξαιρέτως, πάνω απ᾽ όλους, δηλαδή, τους απ᾽ αιώνος Αγίους, Πατριάρχες και Αποστόλους, έτσι: «Ἔτι προσφέρομέν σοι τὴν λογικὴν ταύτην λατρείαν ὑπέρ τῶν ἐν πίστει ἀναπαυσαμένων Προπατόρων, Πατέρων, Πατριαρχῶν, Προφητῶν, Ἀποστόλων, Κηρύκων, Εὐαγγελιστῶν, Μαρτύρων, Ὁμολογητῶν, Ἐγκρατευτῶν, Διδασκάλων, καὶ παντὸς πνεύματος δικαίου ἐν πίστει τετελειωμένου. Ἐξαιρέτως τῆς Παναγίας, ἀχράντου, ὑπερευλογημένης, ἐνδόξου, Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας». Και ομολογεί μεγαλόφωνα ο λειτουργός την Παναγία Θεοτόκο και Αειπάρθενο, ενώ οι ψάλτες απαντούν για όλο το εκκλησιαστικό πλήρωμα: «Ἄξιόν ἐστιν ὡς ἀληθῶς, μακαρίζειν σὲ τὴν Θεοτόκον, τὴν ἀειμακάριστον καὶ παναμώμητον, καὶ Μητέρα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν. Τὴν τιμιωτέραν τῶν Χερουβείμ, καὶ ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ, τὴν ἀδιαφθόρως Θεὸν Λόγον τεκοῦσαν, τὴν ὄντως Θεοτόκον, σὲ μεγαλύνομεν».

3. Ομολογεί, λοιπόν, η Εκκλησία την Παναγία ως ἀληθῶς Θεοτόκο, ως την κατεξοχήν αυτόπτη μάρτυρα και διάκονο του Ενανθρωπήσαντος Θεού και αποδίδοντάς την εξαίρετο τιμή, ομολογεί τον εξ αυτής γεννηθέντα Υιό και Λόγο του Θεού Πατρός, τον ένα και τον αυτόν.

 

Ζ. Εξάλλου, οι γεννήτορες της Θεοτόκου, και ως εκ τούτου Θεοπάτορες, που ανήκαν στη γενεά Ιεσσαί και Δαυΐδ, μακαρίζονται για τη Θεοτόκο, και η τιμή ανάγεται στον Ενανθρωπήσαντα Λόγο. Προτυπώσεις και προφητικές επαγγελίες ερμηνεύονται ως ανακεφαλαίωση της ένσαρκης Θεοφάνειας του προ των αιώνων Λόγου. Εξάλλου, και οι ίδιοι οι Άγιοι Προπάτορες, Ιωακείμ και Άννα, δέχθηκαν την Θεοφάνεια του άσαρκου Λόγου, ως Αγγέλου, για το γεγονός της συλλήψεως της Θεοτόκου και σήμερον οι Προπάτορες: «Οἱ ἐξ ἀκάρπων λαγόνων, ῥάβδον ἁγίαν τὴν Θεοτόκον βλαστήσαντες, ἐξ ἧς ἡ σωτηρία τῷ κόσμῳ ἀνέτειλε, Χριστὸς ὁ Θεός, τὸ ζεῦγος τὸ ἅγιον, ἡ ξυνωρὶς ἡ ἁγία, Ἰωακεὶμ καί, Ἄννα· οὗτοι μεταστάντες πρὸς οὐρανίους σκηνάς, σὺν τῇ αὐτῶν θυγατρὶ ὑπεραχράντῳ Παρθένῳ, μετ᾿ Ἀγγέλων χορεύουσιν, ὑπὲρ τοῦ κόσμου πρεσβείας ποιούμενοι· οἷς καὶ ἡμεῖς συνελθότες εὐσεβῶς, ὑμνοῦντες λέγομεν· οἱ διὰ τῆς θεόπαιδος καὶ πανάγνου Μαρίας, προπάτορες Χριστοῦ χρηματίσαντες, πρεσβεύσατε ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν»,  και γι᾽ αυτό προέχει το Απολυτίκιο της χθεσινής εορτής του Γενεθλίου: «Ἡ γέννησίς σου Θεοτόκε, χαρὰν ἐμήνυσε πάσῃ τῇ οἰκουμένῃ· ἐκ σοῦ γὰρ ἀνέτειλεν ὁ ἥλιος τῆς δικαιοσύνης, Χριστὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν, καὶ λύσας τὴν κατάραν, ἔδωκε τὴν εὐλογίαν, καὶ καταργήσας τὸν θάνατον, ἐδωρήσατο ἡμῖν ζωὴν τὴν αἰώνιον».

 

Η. (Αποστολικό και Ευαγγελικό Ανάγνωσμα, όπως ερμηνεύθηκαν για την εορτή της Κοιμήσεως).

 

Αποστολικό Ανάγνωσμα: Φιλιπ. β´, 5-11: «5 τοῦτο φρονείσθω ἐν ὑμῖν ὃ καὶ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, 6 ὃς ἐν μορφῇ Θεοῦ ὑπάρχων οὐχ ἁρπαγμὸν ἡγήσατο τὸ εἶναι ἴσα Θεῷ, 7 ἀλλ' ἑαυτὸν ἐκένωσε μορφὴν δούλου λαβών, ἐν ὁμοιώματι ἀνθρώπων γενόμενος, 8 καὶ σχήματι εὑρεθεὶς ὡς ἄνθρωπος ἐταπείνωσεν ἑαυτὸνγενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δὲ σταυροῦ. 9 διὸ καὶ ὁ Θεὸς αὐτὸν ὑπερύψωσε καὶ ἐχαρίσατο αὐτῷ ὄνομα τὸ ὑπὲρ πᾶν ὄνομα, 10 ἵνα ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ πᾶν γόνυ κάμψῃ ἐπουρανίων καὶ ἐπιγείων καὶ καταχθονίων, 11 καὶ πᾶσα γλῶσσα ἐξομολογήσηται ὅτι Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς εἰς δόξαν Θεοῦ πατρός».

 

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: Λουκ. ι´, 38-42-ια´, 27-28: «38 Ἐγένετο δὲ ἐν τῷ πορεύεσθαι αὐτοὺς καὶ αὐτὸς εἰσῆλθεν εἰς κώμην τινά. γυνὴ δέ τις ὀνόματι Μάρθα ὑπεδέξατο αὐτὸν εἰς τὸν οἴκον αὐτῆς. 39 καὶ τῇδε ἦν ἀδελφὴ καλουμένη Μαρία, ἣ καὶ παρακαθίσασα παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ ἤκουε τὸν λόγον αὐτοῦ. 40 ἡ δὲ Μάρθα περιεσπᾶτο περὶ πολλὴν διακονίαν· ἐπιστᾶσα δὲ εἶπε· Κύριε, οὐ μέλει σοι ὅτι ἡ ἀδελφή μου μόνην με κατέλιπε διακονεῖν; εἰπὲ οὖν αὐτῇ ἵνα μοι συναντιλάβηται. 41 ἀποκριθεὶς δὲ εἶπεν αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· Μάρθα Μάρθα, μεριμνᾷς καὶ τυρβάζῃ περὶ πολλά· 42 ἑνὸς δέ ἐστι χρεία· Μαρία δὲ τὴν ἀγαθὴν μερίδα ἐξελέξατο, ἥτις οὐκ ἀφαιρεθήσεται ἀπ' αὐτῆς.- 27 Ἐγένετο δὲ ἐν τῷ λέγειν αὐτὸν ταῦτα ἐπάρασά τις γυνὴ φωνὴν ἐκ τοῦ ὄχλου εἶπεν αὐτῷ· Μακαρία ἡ κοιλία ἡ βαστάσασά σε καὶ μαστοὶ οὓς ἐθήλασας. 28 αὐτὸς δὲ εἶπε· Μενοῦνγε μακάριοι οἱ ἀκούοντες τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ καὶ φυλάσσοντες αὐτόν».



[1]Κανών α´, ᾠδὴ η´, ἦχος β´: «Ἐν τῇ καμίνῳ τῇ τῶν Παίδων, προαπεικόνισας ποτέ, τὴν σὴν Μητέρα Κύριε· ὁ γὰρ τύπος τούτους πυρὸς ἐξείλετο, ἀφλέκτως ἐμβατεύοντας· ἣν ὑμνοῦμεν ἐμφανισθεῖσαν, διὰ σοῦ τοῖς πέρασι σήμερον, καὶ ὑπερυψοῦμεν εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας».