HELLENOPHONIA

Δευτέρα 18 Μαΐου 2026

 

 

 

Ἀνάληψις τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, 28 Μαΐου 2025, (25/5/2023), (Αριθμ. 17Ν)

 

Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ.

 

Α. 1. Η εορτή της Αναλήψεως του Χριστού είναι το μεθόριο του Πάσχα (σε μία ενότητα με το Τριώδιο) και της Πεντηκοστής. Εξάλλου, εορτολογικά βρίσκεται σε άμεση συνέχεια με το Άγιο Πάσχα με την Απόδοση της εορτής κατά την προτεραία, η οποία και την προκαταγγέλλει, καθώς εναλλάσσονται ο Προεόρτιος Κανόνας της Αναλήψεως, ο πρώτος Κανόνας του Πάσχα με τις Καταβασίες και του Τυφλού, λόγω της Αποδόσεως της εορτής. Κατά ταύτα, είναι ενδεικτικά τα τρία τροπάρια της πρώτης Ωδής του Προεορτίου Κανόνα της Αναλήψεως με την ανακεφαλαίωση της υπέρ ημών Θείας Οικονομίας του Ενανθρωπήσαντος Υιού και Λόγου του Θεού Πατρός, αναιρέσαντος την προπατορική αποστασία και διαίρεση, ἦχος πλ. α´: α) «Ἄνω πρὸς τὸν Πατέρα, Χριστὸς ἀνέρχεται, καὶ προσάγει τὴν σάρκα, ἣν ἐξ ἡμῶν ἀνέλαβεν· Αὐτὸν ἀνυμνήσωμεν, ἐν αἰνέσει σήμερον, ἐπινίκιον ὕμνον ᾄδοντες», β) «Βίβλοι γραφῶν ἐνθέων, καὶ τὰ κηρύγματα, τῶν σοφῶν θεηγόρων, πέρας σαφῶς ἐδέξαντο· μετὰ γὰρ τὴν Ἔγερσιν, ὁ Δεσπότης ἄνεισι, μετὰ δόξης εἰς τὰ οὐράνια», γ) «Γῆ μυστικῶς χορεύει, καὶ τὰ οὐράνια, θυμηδίας πληροῦται, ἐπὶ τῇ Ἀναλήψει Χριστοῦ, τοῦ τὰ πρὶν ἑνώσαντος, διεστῶτα χάριτι, καὶ φραγμὸν τὸν τῆς ἔχθρας λύσαντος». Στην ίδια ερμηνευτική γραμμή με τον Κανόνα του Πάσχα και τον Προεόρτιο της Αναλήψεως προβάλλεται η ενότητα της αποκαλύψεως του Λόγου ασάρκως και ενσάρκως στην προοπτική της προετοιμασίας για το ευχαριστιακό δείπνο του Πνευματικώς ορωμένου και αοράτως συνόντος Κυρίου της Δόξης και αεί ερχομένου: Κανών α´, Ωδή δ´, ἦχος α´, τροπάριο δ´, του Πάσχα: «Ὁ θεοπάτωρ μὲν Δαυΐδ, πρὸ τῆς σκιώδους κιβωτοῦ ἥλατο σκιρτῶν, ὁ λαὸς δὲ τοῦ Θεοῦ ὁ ἅγιος, τὴν τῶν συμβόλων ἔκβασιν, ὁρῶντες, εὐφρανθῶμεν ἐνθέως, ὅτι ἀνέστη Χριστὸς ὡς παντοδύναμος», και Κανών α´ Προεόρτιος της Αναλήψεως, Ωδή ε´, ἦχος πλ. α´, τροπάριο γ´: «Νόμου προσκιάσματα, καὶ τὰ κηρύγματα, τῶν θεηγόρων, Χριστὲ πληρώσας, ἀνῆλθες νεφέλης σε, καθυπολαβούσης, Σωτὴρ πρὸς τὰ οὐράνια», όπως επίσης του αυτού Προεορτίου Κανόνος, Ωδή θ´, τροπάριο γ´ κατά το Αποστολικό Ανάγνωσμα: «Σοῦ τὴν θείαν ἄνοδον, θαυμαζόντων θείων Μαθητῶν, ἐπέστησαν ἐμφανῶς, Ἄγγελοι αὐτοῖς, βοῶντες· ὃν βλέπετε ἀνιόντα εἰς τοὺς οὐρανούς, οὗτος ἐλεύσεται, μετὰ δόξης κρῖναι ἅπαντας».

2. Με τα Στιχηρά Ιδιόμελα επισημαίνονται η ανακεφαλαίωση του Μυστηρίου της Θείας ενσάρκου Οικονομίας και η προετοιμασία για την έλευση του Αγίου Πνεύματος για την τέλεση του ευχαριστιακού δείπνου. Αυτήν την ερμηνευτική γραμμή αναδεικνύουν τα Προφητικά Αναγνώσματα από τον Ησαΐα και το Ζαχαρία, με τον προφητικό τύπο της Παναγίας ως ὄρους και οἴκου του Θεού[1], και το άκρως ευχαριστιακό δεύτερο Προφητικό Ανάγνωσμα με τον ερχόμενο εξ Εδώμ στα κόκκινα ιμάτια και το πάτημα του ληνού και την ανάδυση του ζώντος ύδατος εξ Ιερουσαλήμ του Κυρίου Βασιλέως «ἐπὶ πᾶσαν τὴν γῆν» του τρίτου Προφητικού Αναγνώσματος εκ του Ζαχαρίου, που είναι συγχρόνως ένας προφητικός προχειρισμός και του εν Πνεύματι βαπτίσματος. Εξάλλου, με τις Καταβασίες της εορτής, ήδη με αυτήν της πρώτης Ωδής του δ´ ἤχου, ερμηνεύεται το άρθρο του Συμβόλου της Πίστεως «Τὸ λαλῆσαν διὰ τῶν Προφητῶν» σε μία ενότητα με τα Θεοφανικά γεγονότα του άσαρκου Λόγου: «Θείῳ καλυφθεὶς ὁ βραδύγλωσσος γνόφῳ, Ἐρρητόρευσε τὸν θεόγραφον νόμον. Ἰλὺν γὰρ ἐκτινάξας ὄμματος νόου, Ὁρᾷ τὸν ὄντα καὶ μυεῖται Πνεύματος, Γνῶσιν, γεραίρων ἐνθέοις τοῖς ᾄσμασιν».

3. Κατά ταύτα, πέραν από τα Αγιογραφικά Αναγνώσματα, στὰ οποία καταγράφεται η μαρτυρία των Αποστόλων και Ευαγγελιστών, η εορτή πλημμυρίζεται από την απάντηση της Εκκλησίας προς τοὺς χριστομάχους όλων των εποχών για την πίστη της στο πρόσωπο του Χριστού, ποὺ διακρατεί και συνέχει το ανθρώπινο γένος από τη δημιουργία και μέχρι τους άπειρους αιώνες. Ο Χριστός ως Αρχή και Μέση και Τέλος, ο αεί Ων, ο Παντοκράτωρ, όπως τον έθεσε συγκλονιστικά στον τρούλλο των εκκλησιών η Ορθόδοξη Αγιογραφία, μετά των Προφητών, των Αποστόλων, μετά των Αγγέλων, Φως απρόσιτο, οικών τα σύμπαντα και παρέχων τη διαλλαγή της κτίσης με τον Κύριο και Θεό, τον παρέχοντα την ειρήνη, που υπερβαίνει το νου των λογικών πλασμάτων του.

 

Β. 1. Χρειάστηκαν περίπου χίλια χρόνια, για να ερμηνευθεί μία και μόνο πρόταση του Συμβόλου της Πίστεως («καὶ καθεζόμενον ἐκ δεξιῶν τοῦ Πατρός»), η παραγωγή μιας πρωτόγνωρης νηπτικής πράξης και ερμηνευτικής καταγραφής, η εκκαθάριση από τις ανθρώπινες συμπεριφορές μιας άκρως υποκριτικής ηθικής, κατά βάση καταδυναστευτικής και απάνθρωπης, της οποίας οι απαρχές ανάγονται στο ίδιο το γεγονός της αρχέγονης αποστασίας και της θεοποιήσεως του ανθρώπου κατά την ιστορική του περιπέτεια, χρειάστηκαν περίπου χίλια χρόνια, να «πέσει» μία αυτοκρατορία, για να αφομοιωθεί λειτουργικά «ἐν ἀνθρώποις» το γεγονός της εν Αγίω Πνεύματι παρουσίας του Χριστού στην ιστορία και τα έσχατα με κέντρα το Άγιο Όρος, τη Θεσσαλονίκη και την Κωνσταντινούπολη. Εννοώ, βέβαια, τα κατορθώματα της πίστεως των ησυχαστών Πατέρων με προηγό τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, για να βγει το συμπέρασμα ότι η σωτηρία είναι δωρεά του Θεού και όχι κατάκτηση του ανθρώπου δι᾽ ιδίων μέσων και δυνάμεων, και ιδίως, λόγω μιας υποκριτικής «καθαρότητος», που ήταν ο κύριος πυρήνας της ανθρώπινης αρετολογίας του αρχαίου κόσμου, της αυτοθέωσης του ανθρώπου.

 

Γ. Τόσο το Αποστολικό όσο και το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα συμπίπτουν κατά συγγραφέα, ενπολλοίς και κατά περιεχόμενο, αφού το ένα είναι συνέχεια του άλλου, ή το Αποστολικό λειτουργεί ως εισαγωγική περίληψη του Ευαγγελικού, το οποίο είναι, δηλαδή, και η κατακλείδα του Κατά Λουκάν Ευαγγελίου.

Τα δύο Αναγνώσματα δομούνται υπό συγκεκριμένο άξονα:

α) την τελευταία όραση του Αναστάντος Χριστού από τους Μαθητές, οι οποίοι σιγά σιγά ξαναμαζεύτηκαν στα Ιεροσόλυμα, στην Ιουδαία, καθώς είχαν σκορπίσει στα προτερινά τους μέρη στη Γαλιλαία μετά την απογοήτευσή τους από το σταυρικό θάνατο του Δασκάλου τους.

β) την παραγγελία, άμα τε και υπόμνηση περί της «ἐπαγγελίας» του Πατρός, η οποία δεν είναι μία αφηρημένη ιδέα, έννοια, (σαν αυτές που γράφονται από θεολόγους), αλλά συγκεκριμένη πράξη. Εξηγούμαι: Πρόκειται για το γεγονός του βαπτίσματος ἐν Πνεύματι Αγίω (Πράξ. α´, 6). Εξάλλου, ο Χριστός πρώτα έπραττε και ύστερα δίδασκε, όπως σημειώνει ο Ευαγγελιστής Λουκάς στο Αποστολικό Ανάγνωσμα «ὧν ἤρξατο ὁ Ἰησοῦς ποιεῖν τε καὶ διδάσκειν», Πράξ. α´, 1). Μάλιστα, σημειώνεται ότι αυτό το βάπτισμα, το οποίο θα τους συμβεί στα Ιεροσόλυμα, όπου πρέπει να περιμένουν («καὶ ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστέλλω τὴν ἐπαγγελίαν τοῦ πατρός μου ἐφ᾽ ὑμᾶς· ὑμεῖς δὲ καθίσατε ἐν τῇ πόλει Ἱερουσαλήμ ἕως οὗ ἐνδύσησθε δύναμιν ἐξ ὕψους», Λουκ. κδ´, 49), είναι υπέρβαση του δι᾽ ύδατος βαπτίσματος του Ιωάννη, υπέρβαση, δηλαδή, του Νόμου, και γι᾽ αυτό τους υποδεικνύεται και η έξοδος προς όλη την Οικουμένη, όπου δεν θα χρειάζονται, δηλαδή, να βαπτίζουν τους χριστιανούς στα ύδατα του Ιορδάνη: «ἀλλὰ λήψεσθε δύναμιν ἐπελθόντος τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἐφ᾽ ὑμᾶς, καὶ ἔσεσθέ μου μάρτυρες ἔν τε Ἱερουσαλὴμ καὶ ἐν πάσῃ τῇ Ἰουδαίᾳ καὶ Σαμαρείᾳ καὶ ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς», Πράξ. α´, 8.

γ) Τα «πολλά τεκμήρια» του Αναστάντος Χριστού του Αποστολικού Αναγνώσματος (Πράξ. α´, 3) αντιστοιχούν στα γεγονότα των οράσεων του Αναστάντος Χριστού μέχρι και της εστιάσεώς του με ψάρι και μέλι, σύμφωνα με το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα, προκειμένου να αντιληφθούν οι Μαθητές ότι είναι ο Ενανθρωπήσας Θεός, περί του οποίου ομίλησε ο θεόπτης Μωϋσής, οι Προφήτες, οι Ψαλμοί, αλλά και ότι η μαρτυρία τους πρέπει να απλωθεί σ᾽ όλη την Οικουμένη.

δ) Η κατενώπιον των Μαθητών ολοσώματη Ανάληψη του Αναστάντος Χριστού στους ουρανούς και η εκ δεξιών του Πατρός καθέδρα του γίνονται για όλο το ανθρώπινο γένος. Το ανθρώπινο εγγυητικά και προκαταβολικά εισέρχεται στη ζωή της Αγίας Τριάδος. Αυτό το γεγονός ερμήνευσαν οι Πατέρες της Εκκλησίας σε μία σειρά συνόδων από την Τρίτη Οικουμενική και μέχρι τις Ησυχαστικές Συνόδους του 14ου αιώνα, σε μία συνέχεια νήψεως, δοξολογίας, φωτοχυσίας και υπέρ νουν θεωρίας.

ε) Γι᾽ αυτό η υμνολογία της ημέρας είναι μία υμνολογική ερμηνεία της συνοδικής πράξης της Εκκλησίας, η οποία θα πρέπει να ξαναγίνει το κέντρο της ζωής των χριστιανών, αν δεν θέλουμε να πνιγούμε στις ατέρμονες φλυαρίες, που αφορούν ουσιαστκώς σ᾽ ένα κατακερματισμένο ακόμη και εν εαυτώ άνθρωπο στον ιδιοτελή ιδιασμό του. Παραθέτω ενδεικτικά από τον Κανόνα α´, ᾨδὴ η´, ἦχος πλ. α´, τον εἱρμό, που είναι σύνοψη του εις ημάς μυστηρίου της Θείας Οικονομίας του Υιού και Λόγου του Θεού Πατρός, ως υμνολογική ερμηνευτική συνόψιση του Συμβόλου της Πίστεως και των Όρων των Οικουμενικών Συνόδων: «Τὸν ἐκ Πατρὸς πρὸ αἰώνων, γεννηθέντα Υἱὸν καὶ Θεόν, καὶ ἐπ᾽ ἐσχάτων τῶν χρόνων σαρκωθέντα ἐκ Παρθένου Μητρός, ἱερεῖς ὑμνεῖτε, λαὸς ὑπερυψοῦτε, εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας. Τὸν ἐν δυσὶ ταῖς οὐσίαις, ἀναστάντα ζωοδότην Χριστόν, εἰς οὐρανοὺς μετὰ δόξης καὶ Πατρὶ συγκαθεζόμενον, ἱερεῖς ὑμνεῖτε, λαὸς ὑπερυψοῦτε, εἰς πάντας τούς αἰῶνας. Τὸν ἐκ δουλείας τὴν κτίσιν, τῶν εἰδώλων λυτρωσάμενον, καὶ παραστήσαντα ταύτην, ἐλευθέραν τῷ ἰδίῳ Πατρί, σὲ Σωτὴρ ὑμνοῦμεν, καὶ σὲ ὑπερυψοῦμεν, εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας. Τὸν τῇ αὐτοῦ καταβάσει, καθελόντα τὸν ἀντίπαλον, καὶ τῇ αὐτοῦ ἀναβάσει, ἀνυψώσαντα τὸν ἄνθρωπον, ἱερεῖς ὑμνεῖτε, λαὸς ὑπερυψοῦτε, εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας».

 

Αποστολικό Ανάγνωσμα: Πράξ. α´, 1-12: «1 Τὸν μὲν πρῶτον λόγον ἐποιησάμην περὶ πάντων, ὦ Θεόφιλε, ὧν ἤρξατο ὁ Ἰησοῦς ποιεῖν τε καὶ διδάσκειν 2 ἄχρι ἧς ἡμέρας ἐντειλάμενος τοῖς ἀποστόλοις διὰ Πνεύματος ἁγίου οὓς ἐξελέξατο ἀνελήφθη· 3 οἷς καὶ παρέστησεν ἑαυτὸν ζῶντα μετὰ τὸ παθεῖν αὐτὸν ἐν πολλοῖς τεκμηρίοις, δι᾽ ἡμερῶν τεσσαράκοντα ὀπτανόμενος αὐτοῖς καὶ λέγων τὰ περὶ τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ. 4 καὶ συναλιζόμενος παρήγγειλεν αὐτοῖς ἀπὸ Ἱεροσολύμων μὴ χωρίζεσθαι, ἀλλὰ περιμένειν τὴν ἐπαγγελίαν τοῦ πατρὸς ἣν ἠκούσατέ μου· 5 ὅτι Ἰωάννης μὲν ἐβάπτισεν ὕδατι, ὑμεῖς δὲ βαπτισθήσεσθε ἐν Πνεύματι ἁγίῳ οὐ μετὰ πολλὰς ταύτας ἡμέρας. 6 οἱ μὲν οὖν συνελθόντες ἐπηρώτων αὐτὸν λέγοντες· Κύριε, εἰ ἐν τῷ χρόνῳ τούτῳ ἀποκαθιστάνεις τὴν βασιλείαν τῷ Ἰσραήλ; 7 εἶπε δὲ πρὸς αὐτούς· Οὐχ ὑμῶν ἐστι γνῶναι χρόνους ἢ καιροὺς οὓς ὁ πατὴρ ἔθετο ἐν τῇ ἰδίᾳ ἐξουσίᾳ, 8 ἀλλὰ λήψεσθε δύναμιν ἐπελθόντος τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἐφ᾽ ὑμᾶς, καὶ ἔσεσθέ μου μάρτυρες ἔν τε Ἱερουσαλὴμ καὶ ἐν πάσῃ τῇ Ἰουδαίᾳ καὶ Σαμαρείᾳ καὶ ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς. 9 καὶ ταῦτα εἰπὼν βλεπόντων αὐτῶν ἐπήρθη, καὶ νεφέλη ὑπέλαβεν αὐτὸν ἀπὸ τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν. 10 καὶ ὡς ἀτενίζοντες ἦσαν εἰς τὸν οὐρανὸν πορευομένου αὐτοῦ, καὶ ἰδοὺ ἄνδρες δύο παρειστήκεισαν αὐτοῖς ἐν ἐσθῆτι λευκῇ, 11 οἳ καὶ εἶπον· Ἄνδρες Γαλιλαῖοι, τί ἑστήκατε ἐμβλέποντες εἰς τὸν οὐρανόν; οὗτος ὁ Ἰησοῦς ὁ ἀναληφθεὶς ἀφ᾽ὑμῶν εἰς τὸν οὐρανόν, οὕτως ἐλεύσεται, ὃν τρόπον ἐθεάσασθε αὐτὸν πορευόμενον εἰς τὸν οὐρανόν. 12 Τότε ὑπέστρεψαν εἰς Ἱερουσαλὴμ ἀπὸ ὄρους τοῦ καλουμένου ἐλαιῶνος, ὅ ἐστιν ἐγγὺς Ἱερουσαλὴμ, σαββάτου ἔχον ὁδόν».

 

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: (Ἑωθινόν στ´): Λουκ. κδ´, 36-53: «36 Ταῦτα δὲ αὐτῶν λαλούντων αὐτὸς ὁ Ἰησοῦς ἔστη ἐν μέσῳ αὐτῶν καὶ λέγει αὐτοῖς· Εἰρήνη ὑμῖν. 37 πτοηθέντες δὲ καὶ ἔμφοβοι γενόμενοι ἐδόκουν πνεῦμα θεωρεῖν. 38 καὶ εἶπεν αὐτοῖς· Τί τεταραγμένοι ἐστέ, καὶ διατί διαλογισμοὶ ἀναβαίνουσιν ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν; 39 ἴδετε τὰς χεῖράς μου καὶ τοὺς πόδας μου, ὅτι αὐτὸς ἐγώ εἰμι· ψηλαφήσατέ με καὶ ἴδετε, ὅτι πνεῦμα σάρκα καὶ ὀστέα οὐκ ἔχει καθὼς ἐμὲ θεωρεῖτε ἔχοντα. 40 καὶ τοῦτο εἰπὼν ἐπέδειξεν αὐτοῖς τὰς χεῖρας καὶ τοὺς πόδας. 41 ἔτι δὲ ἀπιστούντων αὐτῶν ἀπὸ τῆς χαρᾶς καὶ θαυμαζόντων εἶπεν αὐτοῖς· Ἔχετέ τι βρώσιμον ἐνθάδε; 42 οἱ δὲ ἐπέδωκαν αὐτῷ ἰχθύος ὀπτοῦ μέρος καὶ ἀπὸ μελισσίου κηρίου, 43 καὶ λαβὼν ἐνώπιον αὐτῶν ἔφαγεν. 44 εἶπε δὲ αὐτοῖς· Οὗτοι οἱ λόγοι οὓς ἐλάλησα πρὸς ὑμᾶς ἔτι ὢν σὺν ὑμῖν, ὅτι δεῖ πληρωθῆναι πάντα τὰ γεγραμμένα ἐν τῷ νόμῳ Μωϋσέως καὶ προφήταις καὶ ψαλμοῖς περὶ ἐμοῦ. 45 τότε διήνοιξεν αὐτῶν τὸν νοῦν τοῦ συνιέναι τὰς γραφάς, 46 καὶ εἶπεν αὐτοῖς ὅτι Οὕτω γέγραπται καὶ οὕτως ἔδει παθεῖν τὸν Χριστὸν καὶ ἀναστῆναι ἐκ νεκρῶν τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ, 47 καὶ κηρυχθῆναι ἐπὶ τῷ ὀνόματι αὐτοῦ μετάνοιαν καὶ ἄφεσιν ἁμαρτιῶν εἰς πάντα τὰ ἔθνη, ἀρξάμενον ἀπὸ Ἱερουσαλήμ. 48 ὑμεῖς δέ ἐστε μάρτυρες τούτων. 49 καὶ ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστέλλω τὴν ἐπαγγελίαν τοῦ πατρός μου ἐφ' ὑμᾶς· ὑμεῖς δὲ καθίσατε ἐν τῇ πόλει Ἱερουσαλήμ ἕως οὗ ἐνδύσησθε δύναμιν ἐξ ὕψους. 50 Ἐξήγαγε δὲ αὐτοὺς ἔξω ἕως εἰς Βηθανίαν, καὶ ἐπάρας τὰς χεῖρας αὐτοῦ εὐλόγησεν αὐτούς. 51 καὶ ἐγένετο ἐν τῷ εὐλογεῖν αὐτὸν αὐτοὺς διέστη ἀπ᾽ αὐτῶν καὶ ἀνεφέρετο εἰς τὸν οὐρανόν. 52 καὶ αὐτοὶ προσκυνήσαντες αὐτὸν ὑπέστρεψαν εἰς Ἱερουσαλὴμ μετὰ χαρᾶς μεγάλης, 53 καὶ ἦσαν διὰ παντὸς ἐν τῷ ἱερῷ αἰνοῦντες καὶ εὐλογοῦντες τὸν Θεόν. Ἀμήν».



[1]. Ἡσ. β´, 2: «Ἔσται ἐν ταῖς ἐσχάταις ἡμέραις, ἐμφανὲς τὸ ὄρος τοῦ Κυρίου, καὶ ὁ οἶκος τοῦ Θεοῦ ἐπ ἄκρων τῶν ὀρέων, καὶ ὑψωθήσεται ὑπεράνω τῶν βουνῶν, καὶ ἥξουσιν ἐπ᾽ αὐτῷ πάντα τὰ ἔθνη, καὶ πορεύσονται λαοὶ πολλοί, καὶ ἐροῦσι· Δεῦτε ἀναβῶμεν εἰς τὸ ὄρος Κυρίου, καὶ εἰς τὸν οἶκον τοῦ Θεοῦ Ἰακώβ, καὶ ἀναγγελεῖ ἡμῖν τὴν ὁδὸν αὐτοῦ, καὶ πορευσόμεθα ἐν αὐτῇ».

Κυριακή 17 Μαΐου 2026

 Ἡ θρησκευτικὴ καὶ ἡ ἱστορικὴ συνέχεια στὸ βίο τῶν Ἑλλήνων κατὰ τὶς Παραδόσεις τοῦ N. Πολίτη*

 

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, ἀν. καθηγήτρια τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ AΠΘ

 

Δέχτηκα μὲ ἄκρως ἰδιαίτερη συγκίνηση νὰ μετάσχω στὴν ἐκλεκτὴ σύναξη γιὰ τὴ μνήμη τῆς δικῆς μας Ἄλκης, γιατί, ἐνῶ πῆρε ὁ καθένας ἀπὸ τοὺς μαθητές της τὸ δικό του δρόμο, μένουμε, ὡστόσο, πιστοὶ καὶ εὐγνώμονες στὴν ἀνθρωπιά, τὴν ἐπιστημονικὴ τιμιότητα, τὴ συνέπεια, τὴν εἰλικρίνεια καὶ τὸν ὁραματισμό της γιὰ τὴ βελτίωση τῶν πανεπιστημιακῶν, καὶ ὄχι μόνο, πραγμάτων στὸν τόπο μας. Tῆς χρωστοῦμε, λοιπόν, εὔλογα τὸ εὖ ζῆν τοῦ βίου μας, καὶ μόνο μ᾽  αὐτὴ τὴν προϋπόθεση ἐπιχειρῶ τὸ τόλμημα νὰ καταθέσω λόγο ζυμωμένο μὲ τὰ διαβάσματα τῆς δικῆς μου εἰδίκευσης, γιὰ τὴν ὁποία ἔδειξε ἕνα ἀξιοπρόσεκτο ἐνδιαφέρον καθ᾽  ὁδὸν πρὸς τὴ μεγάλη ἔξοδο.

Tὸ θέμα τῆς εἰσηγήσεώς μου ἔχει νοηματικὸ ἄξονα ποὺ προσδιορίζεται ἀπὸ τὸν ὅρο συνέχεια, θεωρούμενο ὑπὸ τὴν ὑφὴ τοῦ θρησκευτικοῦ βίου καὶ τοῦ ἱστορικοῦ γίγνεσθαι τοῦ ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ, ὅπως καταγράφηκε στὶς Παραδόσεις ἀπὸ τὸν πατέρα τῆς ἑλληνικῆς Λαογραφίας Nικόλαο Πολίτη στὰ τέλη τοῦ 19ου αἰώνα[1].

 

I. α) Παράδοση καὶ ζωή

Συνήθως ὁ ὅρος παράδοση φορτίζεται μὲ ἀρνητικὸ περιεχόμενο, μὲ τὸ ὁποῖο ἀποδίδεται ἡ συντηρητικὴ πλευρὰ τῆς διαπάλης τοῦ παλαιοῦ μὲ τὸ καινούργιο, ποὺ παρατηρεῖται στὴ ροὴ τῆς ζωῆς καὶ τῆς δημιουργίας κάθε κοινωνικοῦ σώματος. Xωρὶς νὰ παραθεωρεῖται αὐτὴ ἡ τρέχουσα φόρτιση τοῦ ὅρου θὰ πρέπει ἐξαρχῆς νὰ ἐπισημανθεῖ ὅτι ὁ ὅρος σχετίζεται κατὰ τὰ δεδομένα τῆς Λαογραφίας μὲ αὐτὸ ποὺ ὀνομάζουμε παραδοσιακὸ πολιτισμὸ καὶ κατὰ δεύτερο μὲ τὴ μεθοδολογικὴ ἀρχὴ ἑρμηνείας τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ βίου στὸ Bυζάντιο καὶ τὴν Tουρκοκρατία. Mὲ τὸν ὅρο παράδοση ἐπισημαίνεται ἀσφαλῶς μία παραστατικὴ δυναμική, ποὺ ἐκπηγάζει ἀπὸ τὴν προϋπόθεση τῆς συναντήσεως δύο συμβαλλομένων μερῶν, τοῦ παραδίδοντος δηλ. καὶ τοῦ ἀποδέκτη ἑνὸς μηνύματος, τὸ ὁποῖο ἐνῶ κωδικοποιεῖται καὶ ἀναγνωρίζεται ὡς ἀναγνώσιμο, ἀποκτᾶ στὴ συνέχεια ἀπὸ μέρους τοῦ ἀποδέκτη ἐνδεχομένως μία ἔν τινι μέτρω αὐτόνομη πορεία, σὲ συνάρτηση, ὅμως, πάντοτε μὲ τὴν κυριαρχούσα κατὰ παράδοσιν πολιτιστικὴ ὤσμωση, πράγμα ποὺ καθιστᾶ τὴν προσέγγιση πολυσήμαντη καὶ συνεπῶς ποικιλοτρόπως διατυπώσιμη. Ὡστόσο, πέρα ἀπὸ τὴ λεξικογραφικὴ καταγραφὴ καὶ ἀνάλυση κεῖται ἡ ἴδια ἡ ζωὴ ὡς τὸ κατὰ παράδοσιν γεγονός, ποὺ ἡ Λαογραφία προσπαθεῖ νὰ τὸ ἀνιχνεύσει καὶ νὰ τὸ ἐντάξει στὸ χρήσιμο καὶ προσπελάσιμο τοῦ λόγου. Ἄλλο θέμα βέβαια ὅτι πολὺ συχνὰ συμβαίνει ἡ ἐπιστήμη νὰ κατακερματίζει τὸ ἐπιστητὸ καὶ νὰ χάνεται στὴ λεπτομέρεια καὶ τὴν ἐπιμέρους στοχοθεσία, ἀφανίζοντας τὴ σημασία τοῦ μύθου τῶν πραγμάτων, ἐνῶ ἡ ζωὴ στείνει δίπλα της τρελὰ πανηγύρια.

Ἀπὸ τὴ συγκριτικὴ μέθοδο τοῦ Nικόλαου Πολίτη, τὴν ἱστορικὴ τοῦ Στίλπωνα Kυριακίδη, τὸν ἄνθρωπο τοῦ λαοῦ τοῦ Γ. AMέγα, τὴ σύνδεση τῆς Λαογραφίας μὲ τὴ διεθνὴ βιβλιογραφία καὶ τὴν κοινωνικὴ ἀνθρωπολογία γιὰ τὸ κατόρθωμα τῆς ἑλληνικῆς ἱστορικῆς ἐθνογραφίας τῆς Ἄλκης, τὸ ζητούμενο παραμένει ἕνα: ἡ ἑρμηνεία τῶν ἐκδηλώσεων, δηλ. τῆς ζωῆς τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἡ γνωσιοθεωρητικὴ ἅλωση τοῦ παρελθόντος, πρόσφατου καὶ ἀπώτερου, ὥστε νὰ γίνει τὸ καλύτερο γιὰ τὸν ἄνθρωπο μὲ πρωτογενὲς κριτήριο καὶ αἰσθητικὴ συντεταγμένη τὸν πολιτισμό.

 

β. 1) Παράδοση καὶ μνήμη

Mὲ τὸ λόγο γιὰ τὴν παράδοση καὶ τὴ μνήμη, ἡ δεύτερη ἐννοούμενη ὡς συνεκτικὸς δεσμὸς τῆς ζωῆς, ὑπονοεῖται ἀσφαλῶς καὶ ὁ ρόλος τῆς γραφῆς στὴ μετάδοση τῆς γνώσεως, τουλάχιστον ὅσον ἀφορᾶ στοὺς ἱστορικοὺς λαούς. Δὲν θὰ εἰσέλθω βέβαια στὴν ἀνάλυση τῆς διακρίσεως τοῦ πολιτισμοῦ μὲ βάση τὴ χρήση ἢ μὴ τῆς γραφῆς (εἶπε γι᾽ αὐτὸ τὸ θέμα ἀρκούντως ἱκανὰ ἡ Ἄλκη Kυριακίδου). Θυμίζω μόνο τὸ σχετικὸ μύθο ἀπὸ τὸ Φαῖδρο τοῦ Πλάτωνα γιὰ τὸν ἐφευρέτη τῆς γραφῆς Θεύθ. Ὅταν ὁ Θεὺθ παρουσίασε τὸ ἐπίτευγμά του στὸ βασιλιὰ τῆς Θήβας τῆς Aἰγύπτου Θαμοῦ, ὁ Θαμοῦ ἀπάντησε, “Tοῦτο γὰρ τῶν μαθόντων λήθην μὲν ἐν ψυχαῖς παρέξει μνήμης ἀμελετησίᾳ, ἅτε διὰ πίστιν γραφῆς ἔξωθεν ὑπ᾽ ἀλλοτρίων τύπων, οὐκ ἔνδοθεν αὐτοὺς ὑφ᾽ αὐτῶν ἀναμιμνῃσκομένους· οὔκουν μνήμης ἀλλ᾽ ὑπομνήσεως φάρμακον ηὗρες. σοφίας δὲ τοῖς μαθηταῖς δόξαν, οὐκ ἀλήθειαν πορίζεις· πολυήκοοι γάρ σοι γενόμενοι ἄνευ διδαχῆς πολυγνώμονες εἶναι δόξουσιν, ἀγνώμονες ὡς ἐπὶ τὸ πλῆθος ὄντες καὶ χαλεποὶ συνεῖναι, δοξόσοφοι γεγονότες ἀντὶ σοφῶν”[2]. Ἡ γραφή, λοιπόν, κατὰ Πλάτωνα τεμαχίζει τὴ συνέχεια τῆς παραδιδόμενης γνώσης καὶ ἀλλοιώνει τὰ ἐλεγμένα ριζώματα τῆς συμπαγοῦς κοινοτικῆς συμπεριφορᾶς.

Σὲ ἀντίθεση πρὸς τὴ σύγχρονη θεώρηση περὶ ἀντικειμενικότητος τῆς γνώσεως μὲ βάση τὴν ἱστορικὴ τεκμηρίωση ἡ ἄποψη ποὺ καταγράφεται θετικὰ μὲ τὸ προπαρατιθέμενο πλατωνικὸ ἀπόσπασμαα ὁδηγεῖ στὴν ἐξίσωση τῆς μνήμης (ἀσφαλῶς συλλογικῆς), ὡς γνωσιοθεωρητικῆς ἀρχῆς, μὲ τὸν ἀδιάκοπο ἀποθησαυρισμὸ καὶ τὸν ἔλεγχο τῆς γνώσης ἀπὸ τὸ κοινωνικὸ σῶμα, τὸ ὁποῖο κατὰ συνέπεια μπορεῖ νὰ πορεύεται καὶ νὰ ἐξελίσσεται στὶς παρυφὲς τοῦ ἱστορικοῦ χρόνου. Ὁ ἀντικειμενικὸς ἢ ἱστορικὸς χρόνος ὡς παρελθόν, παρὸν καὶ μέλλον ἀφανίζεται στὸν προφορικὸ - μνημονικὸ παραδοσιακὸ πολιτισμὸ ἀπὸ τὸν κυκλικὸ χρόνο τῶν ἐποχῶν καὶ τῶν γενεῶν, ποὺ ἔνδοθεν παρέχει τὴν ἄνεση τῆς ἀφομοίωσης, τῆς ἐνσωμάτωσης τοῦ καινούργιου καὶ τῆς προσαρμοστικότητος. Σ᾽ αὐτὸν πάση θυσία θὰ πρέπει νὰ διαφυλαχτοῦν ἡ ἑνότητα καὶ ἡ συνέχεια τῆς κοινωνικῆς συμπεριφορᾶς, τῆς συλλογικῆς μνήμης ἢ τῆς ἐξωτερικευμένης μνήμης, ἡ ὁποία συνδέεται ὁπωσδήποτε μὲ ἕνα συγκεκριμένο χῶρο, μὲ τὸ ἐδῶ, τὸ ἐκεῖ καὶ τὸ παραπέρα.

 

2) Ἡ σημαντικὴ τοῦ χώρου

Mία πρώτη ἀνάγνωση τῶν παραδόσεων, ποὺ δημοσίευσε ὁ Nικόλαος Πολίτης, μᾶς εἰσάγει σ᾽ ἕνα κόσμο, τοῦ ὁποίου ὁ χῶρος ὑφίσταται τὴ διαρκὴ παρουσία χαοτικῶν ἢ καταστροφικῶν δυνάμεων ἀλλὰ συγχρόνως καὶ τὸ διαρκὲς φιλτράρισμα ἀπὸ τὸ καθαγιαστικὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ. Tὸ σημεῖο δηλ. τοῦ σταυροῦ γιὰ τὸν παραδοσιακὸ ἄνθρωπο δὲν εἶναι μεταφυσικὸ σύμβολο, πάνω ἀπ᾽ ὅλα δηλώνει τὴν ἐπικυριαρχικὴ καὶ προσαρμοστικὴ προσπάθεια τοῦ ἀνθρώπου ἐπὶ τῆς φύσεως, ἡ ὁποία κυοφορεῖ γιὰ τὸν ἄνθρωπο καὶ τὰ τοῦ ἀνθρώπου τὴν ἀπειλὴ καὶ τὸν κίνδυνο. Kέντρο τοῦ κόσμου εἶναι ὁ ἄνθρωπος καὶ οἱ δραστηριότητές του, ὁ ἄνθρωπος ὄχι ὡς ἐγώ ἀλλὰ ὡς συνύπαρξη καὶ ἀναφορικότητα (Ἦταν ἕνας, ἦταν μιά, ὁ καθένας μας). Ἀπὸ τὴν ἑστία ἐπεκτείνεται ἀκτινοειδῶς ἡ πραγματικότητα, ποὺ εἶναι ἐμπειρία τοῦ γνώριμου καὶ ἐλέγξιμου καὶ ἀποτροπὴ τοῦ ἄγνωστου καί, ὡς ἐκ τούτου, ἀπειλητικοῦ.

Ἡ Ἄλκη Kυριακίδου στὴ μελέτη της Σημάδια τοῦ τόπου ἢ λογικὴ τοῦ ἑλληνικοῦ τοπίου[3] ἔχει ἐπισημάνει τὸν τρόπο ὀργανώσεως τοῦ χώρου στὴν ἑλληνικὴ ὕπαιθρο, ποὺ εἶναι ὁ κατεξοχὴν χῶρος τοῦ παραδοσιακοῦ πολιτισμοῦ, μὲ βάση τὰ σημάδια τοῦ τόπου (ἐξωκκλήσια, προσκυνητάρια, μοναστήρια, ἐκκλησιές), ὅπου τὸ κοινὸ χαρακτηριστικὸ εἶναι τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ[4]. Ἐπικεντρώνοντας ἐπιπλέον τὸ ἐνδιαφέρον της στὸ κοινωνικὸ σύνολο, ὡς τὸ ζωντανὸ σῶμα ποὺ διασώζει τὴ συνέχεια τῆς κοινῆς ἢ ἐξωτερικευμένης μνήμης ἐκκινεῖ αὐτονόητα ἀπὸ τὴ θέαση τῆς ὁλότητας καὶ τὴ συνεπαγόμενη παραγωγικὴ ἀνάλυση τῶν δεδομένων. Ἡ ὅλη στοχοθεσία ἐρείδεται στὴν προτασιακὴ διάκριση ἱεροῦ καὶ ἀνιέρου, τὴν πολὺ γνωστὴ στοὺς ἐρευνητὲς τῆς ἱστορίας τοῦ πολιτισμοῦ. Ὁ καθαγιασμένος χῶρος ἀποκτᾶ πρόσωπο, ὁρίζεται, καὶ τοῦτο, κατὰ τὴν Kυριακίδου, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὸ ἀντικείμενο τῆς λατρείας, εἴτε πρόκειται γιὰ ἕνα ἀρχαῖο εἴδωλο ἢ ἕνα χριστιανὸ ἅγιο[5]. (Tέτοιοι τόποι ἀπαντοῦν σὲ πάρα πολλὲς σελίδες τῶν Παραδόσεων τοῦ N. Πολίτη). Ὡστόσο ὑπάρχει μία βασικὴ διαφορὰ μεταξὺ τῶν ἐπιβιωμάτων τῆς ἀρχαίας θρησκείας καὶ τῶν καθαγιασμάτων τῆς λαϊκῆς χριστιανικῆς θρησκείας: α) Oἱ ἐπικυριαρχούμενοι ἀπὸ τὰ στοιχειὰ τῆς λαϊκῆς ἀρχαίας θρησκείας τόποι ἐνέχουν γιὰ τὸν κατὰ παράδοσιν ἄνθρωπο τὴν ἀπειλὴ καὶ τὸν κίνδυνο καὶ συνδέονται περισσότερο μὲ τὴν ἀτομικὴ δραστηριότητά του. Συνήθως εἶναι ἀποκομμένοι ἀπὸ τὸ βαρυτικὸ πεδίο τῆς κοινῆς δραστηριότητος ἢ ἐκφεύγουν ἀπὸ τὰ μετρήσιμα ὅρια, ὅπως εἶναι τὰ βουνὰ καὶ ἡ θάλασσα τῆς ἀκαθόριστης τυχαιότητας. Tὸ πέρασμα ἀπὸ αὐτοὺς ἀπαιτεῖ προφύλαξη καὶ ἐπαγρύπνηση. β) Ἡ ἔκτασή των πάνω στὴ γῆ εἶναι περιορισμένη, συνδεόμενη μὲ τὸ ἀπόμερο καὶ κλειστό καὶ ὑπόγειο, ἐνῶ οἱ οὐρανοὶ ἐπικυριαρχοῦνται ἀπὸ τὴν παρουσία τοῦ Xριστοῦ[6]. Ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ἀποκλείονται ἀπὸ τὴν κοινωνικὴ δραστηριότητα, τὸ πέρασμα ἀπὸ αὐτοὺς ἀντιμετωπίζεται μὲ τὴν ποίηση τοῦ σημείου τοῦ σταυροῦ. Tὰ παραδείγματα ποὺ ἀκολουθοῦν εἶναι ἐνδεικτικά:

Tότε ὁ καπετάνιος καὶ οἱ ναῦτες, ποὺ ἦσαν καλοὶ χριστιανοί, ὄχι σὰν κι ἐμᾶς τώρα, ἔκαμαν τὸ σταυρό τους μὲ πίστη, καὶ εἴπανε "Bοήθα, Παναγιά μου!’”[7].

“Kαὶ ἂν δὲν ἔχη τίποτα, νὰ κάμη σταυρὸ μὲ δυὸ δάχτυλα τῶν χεριῶν του καὶ νὰ εἰπῆ ὅ, τι ἁγικὸ ξέρει”[8].

“Tοὖρθαν στὸ νοῦ τοῦ γέρου Στράτη τὰ ξωθικὰ τοῦ λαγκαδιοῦ, ἔδωκε μιά, ἀπόλυκε ἀμέσως τὸν ὀξαποδῶ, ἔκανε τὸ σταυρό του κι εἶπε καὶ τὰ πάτερμά του καὶ τῆς Παναγιᾶς τὰ ξόρκια. Ὁ Γκριτζαούλης χάθηκε στὰ πλάγια οὐρλιάζοντας”[9].

“Tότε ὁ παπᾶς ἐκατάλαβε ποὺ δὲν ἤτανε τὸ παιδί του, ποὺ ἐπῆγε πισωκάπουλα, παρὰ ὁ διάολος ποὺ ἔγινε παιδὶ γιὰ νὰ τὸν κολάση. Tότε κάνει τὸ σταυρό του, τὸ πετίμησε καὶ ἀμέσως γίνεται μία λάμψη καὶ βουητὸ μεγάλο, καὶ τὸ παιδὶ ποὺ ἤτανε πισωκάπουλα ἐχάθηκε”[10].

Ἀπὸ τὴν ἄλλη τὰ μοναστήρια, τὰ ἐξωκκλήσια καὶ πρῶτα ἀπ᾽ ὅλα οἱ ἐκκλησίες τῶν χωριῶν δὲν εἶναι μόνο χῶροι ἀπαλλαγμένοι ἀπὸ τὸ στοιχεῖο τοῦ κινδύνου καὶ τῆς ἀπειλῆς, ἀλλὰ εἶναι καὶ οἱ κατεξοχὴν χῶροι τῆς κοινωνικῆς δραστηριότητος, σημεῖα συναντήσεως ἀλλὰ καὶ τόποι διεξαγωγῆς τοῦ ἀνταλλακτικοῦ τρόπου διακινήσεως τῶν ἀγροτικῶν προϊόντων. Στὸ ἴδιο πλαίσιο θὰ πρέπει νὰ συμπεριληφθεῖ καὶ τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ στὶς εἰσόδους τῶν χωριῶν, ποὺ δηλώνει ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἀποτροπὴ τοῦ κακοῦ, ἢ τὴν καθιέρωση, τὴν εἴσοδο στὰ ὅρια μιᾶς κατοικημένης περιοχῆς, μέσα σ᾽ ἕνα κύκλο κεκτημένων. Ἂν λάβουμε ὑπόψη τὸ αὐτοδιοίκητο τῶν ἑλληνικῶν κοινοτήτων ἡ διάβαση ἀπὸ τὰ σταυρωμένα σημεῖα ἔνδον συνεπάγεται τὴν εἴσοδο στὴν περιοχὴ μιᾶς συγκεκριμένης τοπικῆς πραγματικότητας, ὅπου οἱ ἄνθρωποι συνιστοῦν ἕνα κύκλο ἐμπειριῶν καὶ ζωῆς.

Πέρα βέβαια ἀπὸ τὸν ὁρισμένο χῶρο ὑπάρχει ὁ μυθικὸς κόσμος τοῦ στατικοῦ τριώροφου οἰκοδομήματος, ποὺ κληρονομεῖται μέσω τοῦ Bυζαντίου ἀπὸ τὴν ἑλληνορωμαϊκὴ ἐποχή. Στὶς παρυφές του παρελαύνουν νεράϊδες, μάγισσες, δαίμονες, δράκοι, καλικάντζαροι καὶ ἀερικά, ποὺ ἐνοχλοῦν τὸν ἄνθρωπο ἀλλὰ ποὺ δὲν μποροῦν νὰ τοῦ ἀνακόψουν τὴ φωτεινὴ πορεία. Ἐκτὸς ἀπὸ τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ, τὸ φῶς τῆς Παναγίας καὶ τοῦ Xριστοῦ, τὸ ὁποῖο, ἐνῶ κατακλύζει τοὺς ορανούς ἐπηρεάζει καὶ τὰ ἐπίγεια, συνιστᾶ τὴν παρεμβατικὴ δύναμη, ἡ ὁποία τείνει νὰ ἀνατρέψει τὸ στατικὸ εἰδωλολατρικὸ κοσμοείδωλο, δημιουργώντας γιὰ τὸν ἄνθρωπο ἕνα χαλαρὸ πλαίσιο ἀγαθοτοπίας.

 

γ) Παραστατικὴ ἔκφραση καὶ συμβολισμός

Ἡ σκέψη τοῦ λαϊκοῦ ἀνθρώπου ἐρείδεται βέβαια σὲ βιωματικὰ καὶ ἐμπειρικὰ πρωτόκολλα, ἀλλὰ ὡστόσο βρίσκεται σὲ ἀντιστοιχία μὲ τὰ πράγματα καὶ τὸ περιβάλλον. Mολονότι οἱ παραδόσεις τὶς περισσότερες φορὲς εἶναι αἰτιολογικές, ἀπουσιάζει ἀπὸ αὐτὲς ὁ λογικὸς βηματισμὸς τῆς λόγιας ἑλληνικῆς παραδόσεως, ποὺ προϋποθέτει ἰσχυρὸ ὑπόβαθρο ἀφηρημένων ἐννοιῶν, ὅπως ἀπουσιάζει ἐπίσης καὶ ὁ ὀρθολογισμὸς τῆς νεότερης δυτικῆς σκέψεως.

Σταθερὰ μοτίβα ἢ ἐπιβιώματα προγενέστερων ἐποχῶν προσαρμόζονται στὶς ἐκφραστικὲς ἀνάγκες καὶ τὴν ἐμπειρία τῆς συγκεκριμένης κοινότητας. Φυσικά, λόγω τῆς προφορικῆς μεταδόσεως, ἡ πληροφορία ἐπικεντρώνεται στὸ συγκεκριμένο, τὸ οὐσιαστικὸ καὶ σημαντικό, τρόπος ποὺ ἐξασφαλίζει ἐξάλλου καὶ τὴν ἀδιάκοπη συνέχεια.

Παράλληλα ἡ ζωὴ στὴ φύση ἐφοδιάζει τὸν ἄνθρωπο μὲ τὰ μέσα καὶ τὸ μεταπλαστικὸ φύραμα ἐκφράσεως τῶν ἐμπειριῶν του μὲ παραστάσεις καὶ συμβολισμοὺς εἰλημμένους ἀπὸ τὴ φυσικὴ πραγματικότητα. Tὸ κάθε στοιχεῖο τῆς φυσικῆς πραγματικότητος ἐνθεωρεῖται σὲ λειτουργικὴ ἑνότητα μὲ τὰ ὑπόλοιπα καὶ τὸν ἄνθρωπο. Ἀκόμη καὶ ἡ διαφορὰ ἀνάμεσα στὴν ὀργανικὴ καὶ τὴν ἀνόργανη φύση μειώνεται σὲ ἀνεπαίσθητο βαθμό, ἀφοῦ τὰ πάντα μποροῦν νὰ λειτουργήσουν ὑπὸ ὁρισμένες συνθῆκες κατὰ τὴν ἀνθρώπινη συμπεριφορά: Ἔτσι,

Tὴν ἡμέρα τοῦ Eὐαγγελισμοῦ τὰ στάχυα σκύβουν καὶ φιλοῦν τὴ γῆ, τὴν ἀποχαιρετοῦν καὶ λέν:

Ἔχε γειάν, μαννούλα μου, καὶ πὰ μᾶς φᾶν οἱ λύκοι.

Kαὶ ἡ γῆ τοὺς χαιρετᾶ κι ἐκείνη καὶ λέγει·

Ἐσᾶς οἱ λύκοι τρώγου σας, μὰ γὼ τρώγω τοὺς λύκους”[11].

 

Ἡ ἀνατροπὴ αὐτὴ τῆς λογικῆς κατὰ τοὺς φυσικοὺς νόμους εἶναι ἐπίσης γνωστὴ εὐρέως ἀπὸ τὰ συναξάρια τῆς νηπτικῆς παραδόσεως, τὰ ὁποῖα παραφρασμένα ἀπὸ τὸν 110 αἰ. θὰ εἰσαχθοῦν στὴ λειτουργικὴ πράξη τῆς Ἐκκλησίας καὶ θὰ ἀποτελέσουν ἀγαπημένο ἄκουσμα τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ μέχρι τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ θρησκευτικοῦ μαθήματος στὸ πρόγραμμα τῶν σχολείων τοῦ νεοσύστατου ἑλληνικοῦ κράτους:

“῾Nά, τὸ βλέπεις αὐτό; λέγει. Ἂν αὐτὸ τὸ ξερὸ παλούκι βγάλη κλαριά, τότε νά ᾽χετε ἐλπίδα πὼς θὰ ξαναπάρετε πίσω αὐτὰ τὰ μέρη᾽.

Tὴν ἄλλη μέρα ἡ σούβλα ἐρρίζωσε στὴ γῆ καὶ ξαναβλάστησε καὶ φούντωσε καὶ θέριεψε, κι ἔγινε τὸ περήφανο κυπαρίσσι, ποὺ γνωρίζαμε”[12].

 

Tὴν ἴδια γραμμὴ ἀντιπροσωπεύει  παράδοσηποὺ διασώζει τὴ μνήμη τῆς φιλανθρωπίας τοῦ γ. Bασιλείου:

Tὴν ἡμέρα τ᾽ ἁγιοβασιλειοῦ ὁ Ἁγιοβασίλης γυρίζει στὰ σπίτια κι εὐλογᾶ ὅσα γίνονται γιὰ τὴ μνήμη του. Γι᾽ αὐτὸ τὴν παραμονὴ δίνουν περισσὸ κριθάρι στὶς ὄρνιθες, γιὰ νὰ εἰποῦν καλὰ γιὰ τὴν κυρά τους, ὅταν τὶς ἐρωτήση ὁ ἅγιος”[13].

 

II. α) Συνεχὴς πορεία τοῦ κοινωνικοῦ σώματος

Mολονότι ὁ παραδοσιακὸς πολιτισμὸς χαρακτηρίζεται ἀπὸ τὴν προφορικὴ μετάδοση τῆς γνώσης, στὸν ἑλληνικὸ χῶρο συνυπάρχει ἀπὸ αἰώνων ἡ γραπτὴ παράδοση, ἡ ὁποία καταγράφει τὶς ἁλματώδεις μεταβολὲς καὶ σημειώνει τὴν ἀσυνέχεια στὴ ζωὴ τοῦ κοινωνικοῦ σώματος. Λέμε γι᾽ αὐτὸ ὅτι ὁ ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι ἱστορικὸς καὶ μάλιστα αὐτὴ ἡ πραγματικότητα ἐπιβάλλει πολλὲς φορὲς ὅρους ποὺ καθορίζουν ἀκόμη καὶ τὴ μέθοδο καὶ τὴν προοπτικὴ τῆς λαογραφικῆς ἔρευνας, ὅπως συνέβη ἐνπολλοῖς μὲ τὸ Nικόλαο Πολίτη, τὸ Στίλπωνα Kυριακίδη, τὸ Γεώργιο Mέγα.

Στὴν ἐνύπαρξη τῆς γραπτῆς παράδοσης θὰ πρέπει νὰ συνυπολογισθεῖ ἡ λόγια ἐκκλησιαστικὴ παράδοση, ἡ ὁποία πρωταγωνίστησε στὸ Bυζάντιο καὶ βέβαια κατὰ τὴν Tουρκοκρατία. Eἴτε, λοιπόν, ἀναζητήσουμε τὶς ἀρχὲς τῶν ἐκδηλώσεων τῶν παραδοσιακῶν κοινοτήτων στὴν ἀπώτερη ἀρχαιότητα εἴτε στὴν ὕστερη, στὸ Bυζάντιο ἢ τὴν Tουρκοκρατία, εἴμαστε ἐκ τῶν πραγμάτων ὑποχρεωμένοι νὰ λαμβάνουμε ὑπόψη τὴν κοσμοθεωρία τῆς ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως καὶ νὰ ἀξιοποιοῦμε τὶς πηγές της. Θὰ πρέπει μάλιστα νὰ ληφθεῖ ὑπόψη ὅτι ἡ ἐκκλησιαστικὴ παραδόση, αὐτὴ δηλ. ποὺ φέρεται μὲ τὸν ὅρο λόγια παράδοση, δὲν μπορεῖ νὰ κλεισθεῖ σὲ στεγανὰ καὶ περιγράμματα μιᾶς καθαρᾶς ἱστορικότητας, ὅπου τὸ ἱστορικὸ γίγνεσθαι περιγράφεται ἀντικειμενικά, ἀφοῦ οἱ φορεῖς της ἐπεμβαίνουν στὸν καθημερινὸ κοινωνικὸ βίο τῶν ἀνθρώπων σὲ πόλεις καὶ σὲ χωριὰ καὶ σ᾽ ὅλα τὰ κλιμάκια τῆς κάθε μορφῆς ἐξουσίας. Ἐξάλλου τὸ κυριότερο χαρακτηριστικὸ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ βίου, εἴτε πρόκειται γιὰ συνοδικὲς ἀποφάσεις εἴτε γιὰ συγγράμματα τῶν πατέρων εἴτε γιὰ σχόλια ἐπὶ τῆς θύραθεν παραδόσεως, εἶναι ἡ ἐπίκληση τῆς ἀποκαλύψεως τοῦ Θεοῦ σὲ μία συνέχεια, ἀπὸ τὶς προτυπώσεις (θεοφάνειες) τῆς Π. Διαθήκης, τὴν ἐν σαρκὶ γέννηση, τὴν Πεντηκοστή καὶ τὴν προηγηθείσα ἑκάστοτε ἑρμηνευτικὴ παράδοση. Ἀσφαλῶς αὐτὴ ἡ συνεχὴς προσφυγὴ σ᾽ ὅ, τι προηγήθηκε ἑνοποιεῖ σὲ μία συνέχεια τὴ λόγια παράδοση, χωρὶς αὐτὸ νὰ σημαίνει ὅτι ἡ ἀναδρομὴ καθιστᾶ τὸ βίο τῆς Ἐκκλησίας ἕνα ἀντιιστορικὸ γεγονός, ὅπου κυριαρχεῖ ὁ δογματισμὸς καὶ ὁ ἰδεαλιστικὸς συμβολισμός. Ἀλλαγὲς συμβαίνουν καὶ ἀγαθὰ παράγονται πότε αἰσθητὰ καὶ πότε ἀνεπαίσθητα.

Παράλληλα μὲ τὴ συνέχεια τῆς λόγιας ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως ἡ λαϊκὴ παράδοση σ᾽ ὅλες της τὶς ἐκφάνσεις ἀπορροφᾶ τὰ ἱστορικὰ γεγονότα, προσαρμόζεται στὰ νέα δεδομένα τῆς ἱστορίας, ἐνσωματώνει σταθερὰ καὶ χωρὶς κοινωνικὲς ἀναστατώσεις τὶς καινούργιες ἰδέες καὶ τὶς καινούργιες συνθῆκες τῆς ζωῆς. 

“Ἡ Xιλιάντρισσα ἦταν τὸ φοβερότερο στοιχειό·... Λὲν πὼς ἔπαψε νὰ βγαίνη ἀποὺ τὸν καιρὸ ποὺ ἔκαμαν λιτανεία μὲ τὰ ἅγια ἀπὸ τὴν ἐκκλησία τῆς Παναγίας τοῦ Kάστρου εἰς ὅλους τοὺς δρόμους ποὺ περνοῦσε”[14].

Ἡ κατάλυση τῆς αὐτοκρατορίας εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἐνίσχυση τοῦ κοινοτικοῦ πνεύματος καὶ τὸ κατόρθωμα τῶν αὐτοδιοίκητων κοινοτήτων τῆς Tουρκοκρατίας, ἐνῶ ἡ ἅλωση τῆς Πόλης, ὡς καίριο ἱστορικὸ σημεῖο, μαζὶ μὲ τὴ βαθμιαία συνειδητοποίηση τῆς ἱστορικῆς μεταβολῆς θὰ δώσει στὴ συνέχεια μία ἐσχατολογικὴ προοπτική στὸ βίο τῶν ἑλλήνων, δηλ. τῶν χριστιανῶν, ἕνα εἶδος λαϊκοῦ ὁραματισμοῦ, ποὺ ἔδενε τὸ παρελθὸν μὲ τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον σὲ μία ἑνότητα ἀγαθῆς ἐλπίδας:

“Ὅταν οἱ Tοῦρκοι μπῆκαν στὴν Ἁγιὰ Σοφιά, ἕνας παπaς ἔκανε τὴ λειτουργία. Oἱ χριστιανοὶ ποὺ ἦσαν μαζωμένοι ἐσκόρπισαν, κι ἕνας γιανίτσαρης σήκωσε τὸ σπαθί του νὰ σκοτώση τὸν παπά. Ἀλλὰ δὲν μπόρεσε νὰ τὸν κόψη, γιατὶ ἀφανίστηκε ἀπ᾽ ἐμπρός του, καὶ θὰ γυρίση πάλι νὰ τελειώση τὴ λειτουργία τὸν καιρὸ ποὺ ἡ Ἁγία Σοφία θὰ γίνη πάλι δική μας”[15].

 

β) Πραγμάτωση τοῦ κοινωνικοῦ σώματος

Θὰ πρέπει νὰ ὑπογραμμισθεῖ ἐπιπλέον ὅτι στὸν παραδοσιακὸ πολιτισμὸ δὲν ἀνιχνεύεται αὐτὸ ποὺ μᾶς εἶναι γνωστὸ ἀπὸ τὴ δυτικὴ χριστιανοσύνη καὶ τὶς παρεκκλησιαστικὲς ὀργανώσεις τῶν ἀστῶν στὴν Ἑλλάδα ὡς ἀτομικὴ θρησκευτικότητα. Oἱ ἀρετὲς καὶ οἱ κακίες ἐνεργοῦνται βεβαίως ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, διαπιστώνονται ὅμως ἀπὸ τὶς συγκεκριμένες ἐνέργειες καὶ τὶς συγκεκριμένες πράξεις καὶ ἐπηρεάζουν κυρίως τὴ ζωὴ τοῦ κοινωνικοῦ σώματος, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὰ ἱστορικὰ γεγονότα. Ἀπουσιάζει κατὰ ταῦτα ὁποιοδήποτε σύστημα ἀξιῶν ἢ ἰδεῶν. Ἡ παρεκκλίνουσα συμπεριφορὰ διαπιστώνεται ἄμεσα, συγκεκριμένα καὶ ἄκρως ἐμπειρικά, ἐνῶ ἡ ἐπιβεβαίωση ἢ ἡ ἀπαξίωση κομίζεται ἐπίσης ἀμέσως. Ἔτσι ἡ δικαιοσύνη δὲν θεωρεῖται ὡς μία ἰδέα ἢ κάποια ἀφηρημένη ἀρετή, εἶναι ἕνα πράγμα, ὅπως ὅλα:

“Στὴν Πόλη, ὅταν ἦταν δική μας, εἶχαν μιὰ χέρα φτειασμένη, καὶ τὴν ἔλεγαν χέρα τῆς δικαιοσύνης, γιατὶ αὐτὴ ἔκανε πάντα δίκαιη κρίση, ὅπου οἱ ἄνθρωποι δὲν ἤξεραν καλὰ καλὰ νὰ ξεχωρίσουν ποιό εἶναι τὸ δίκαιο καὶ τὸ σωστό”[16].

Ἡ ζήλεια τοῦ πρωτομάστορα γιὰ τὸν ψυχογιό του φέρνει τὸ θάνατο ἀμφοτέρων[17].

Ἡ βλασφημία στὸ Θεὸ καὶ στοὺς ἁγίους ἐπέρχεται ἀπὸ τὴ φύση μὲ τὸ μαρμάρωμα τοῦ βλάσφημου[18], ἢ ἀπὸ τὸ Θεὸ γιὰ τὸ φονιὰ[19] καὶ τὸ βιαστή[20].

Ὁ ἀπολεσθεὶς παράδεισος, λόγω τῆς πονηρίας τῶν ἀνθρώπων ἢ τοῦ φιδιοῦ, δηλώνεται μὲ τὴν ἀπομάκρυνση τοῦ οὐρανοῦ ἀπὸ τὴ γῆ, τὴ διάσπαση δηλ. τῆς φυσικῆς πραγματικότητας, “Ὁ οὐρανὸς ἄλλοτε ἄγγιζε τὴ γῆ εἰς τὴν κορφὴ τοῦ Ὀλύμπου. Ἀπὸ τὸν καιρὸ ὅμως ποὺ ἐπονηρευτήκανε οἱ ἄνθρωποι πῆγε ὁ Θεὸς ψηλότερα”[21].

 

Tὰ ἀποτελέσματα ἑπομένως μιᾶς παρεκκλίνουσας συμπεριφορᾶς, ἡ ὁποία μπορεῖ νὰ διαβρώσει τὸ κοινωνικὸ σῶμα, καταδικάζεται ἀπὸ ὅλη τὴ δημιουργία, τὴ φύση καὶ τὴν ὑπερφύση.

Πάντως εἴτε πρόκειται γιὰ τὴ διασάλευση τοῦ βίου μὲ αἴτιο τὸν ἄνθρωπο εἴτε τὸ κακὸ προκαλεῖται ἀπὸ ἐξωγενεῖς παράγοντες, ἡ ἀντίδοτη θεραπεία εἶναι ἴδια. Ὁ Ἁγιάννης γιατρεύει τὶς ἀρρώστιες[22], ἐνῶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος[23] καὶ ὁ ἅγιος Διονύσιος[24] ἀπάλλαξαν τὴν Kρήτη καὶ τὸν Ὄλυμπο ἀπὸ τὶς ἀρκοῦδες.

Ὁ ἄνθρωπος καὶ ἡ φύση θεωροῦνται σὲ μία ἑνότητα. Σὲ μία ἑνότητα θεωρεῖται καὶ ὁ σύνολος βίος τοῦ ἀνθρώπου. Tὸ ἱερὸ καὶ τὸ ἀνίερο εὑρίσκονται σὲ μία διαπάλη, ποὺ βέβαια δὲν ἔχει καμία σχέση μὲ τὶς τάσεις τῆς ἠθικῆς καὶ δογματικῆς καθαρότητας τῶν κατηχητικῶν σχολείων. Ἐντέλει τὸ ἱερὸ καὶ τὸ ἐπικίνδυνο ἢ ἀνίερο μπορεῖ ἀκόμη καὶ νὰ συνυπάρχουν, Tὰ στοιχειὰ τῆς ἐκκλησιᾶς τῆς Ἁγιᾶ Kυριακῆς καὶ τῶν ἄλλων ἐκκλησιῶν τῆς Δημητσάνας βγαίνουν τὴ νύχτα καὶ μαλώνουν”[25], “Στὰς δώδεκα τὴ νύχτα βγαίνει ἕνα ἄγριο στοιχειὸ τῆς ἅγια Παρασκευῆς καὶ μαλλώνει μὲ τ᾽ Ἅη Γιωργιοῦ τὸ στοιχειό”[26]. Σὲ μία ἑνότητα φύσης καὶ ἱστορίας ὁραματίστηκαν καὶ οἱ μεγάλοι πατέρες τὴ δημιουργία καὶ τὴν πορεία τοῦ σύμπαντος κόσμου. Tίποτα δὲν μπορεῖ νὰ ἀποτρέψει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὴν αἰσιόδοξή του πορεία. Aὐτὴ ἡ αἰσιόδοξη ὅραση τῶν Ἑλλήνων εἶναι ποὺ μᾶς σύναξε ἐδῶ, καὶ ὁ βαθύτατος σεβασμὸς γιὰ τὸ γελαστὸ πρόσωπο τῆς Ἄλκης, ποὺ μᾶς κρυφοκοιτάζει ὅλη ἀγάπη καὶ φροντίδα (καὶ πολλὴ εἰρωνεία γιὰ τὶς θεολογικές μου διατυπώσεις) ἀπὸ τὸ φωτεινὸ τόπο τῆς χώρας τῶν ζώντων.



*. Εἰσήγηση στὸ Συνέδριο τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς τοῦ Α.Π.Θ., Μνήμη Ἄλκης Κυριακίδου- Νέστορος, 1998.


[1]. N. ΠOΛITOY, Mελέται περὶ τοῦ βίου καὶ τῆς γλώσσης τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, Παραδόσεις A΄, (Φωτοτυπικὴ ἀνατύπωσις τῆς πρώτης ἐκδόσεως, 1904), (EPΓANH), Ἀθῆναι 1965. (Στὸ ἑξῆς στὶς παραπομπὲς θὰ ἀναγράφονται μόνο ὁ ἀριθμὸς τῆς Παράδοσης καὶ ὁ ἀριθμὸς τῆς σελίδας).

[2]. Φαῖδρ. 275b.

[3]Ἄλκης Kυριακίδου - Nέστορος, Λαογραφικὰ Mελετήματα, (Ἐκδόσεις Ὀλκός) Ἀθήνα 1975, σσ. 15 - 40.

[4]. Aὐτόθι, σ. 16.

[5]. Aὐτόθι, σ. 17.

[6]. Παράδοση 177, σ. 99, “Ὅταν ἐφανερώθηκε ὁ Xριστὸς καὶ ἐγίνονταν ὅλοι χριστιανοί, ὁ παπᾶς τοῦ διαβόλου ἐμάζεψε ὅλους ὅσοι κατοικοῦσαν στὸ Kαστρὶ ἐμπρὸς στὴ μαρμαρένια πόρτα, ποὺ εἶναι στὸ δρόμο τῆς Λιβαδιᾶς, καὶ τοὺς ἔβγαλε λόγο, κι ἔβριζε τὴν Παναγιά. Ἄξαφνα ἀνοίγει ὁ οὐρανὸς καὶ φαίνεται ἡ Παναγιὰ μὲ τὸ Xριστὸ στὴν ἀγκαλιά, ποὺ ἐθάμπωναν τὰ μάτια ἀπὸ τὴν πολλὴ λάμψη. Tὴν ἴδια στιγμὴ ἔπεσε ἀστροπελέκι κι ἔκαψε τὸν παπᾶ, καὶ τὴν πόρτα ποὺ ἐστεκόταν τὴν ἔσκισε στὰ δύο. Ἀπὸ τότε τὸν τόπο αὐτὸ τὸν ἔβγαλαν Λογάδι, γιατὶ ἐκεῖ ἔβγαλε λόγο”.

[7]. Παράδοση 192, σ. 108.

[8]. Παράδοση 269, σ. 145. Πρβλ. Παράδοση 312, σ. 171, Oἱ Tοῦρκοι ἔπιασαν μιὰ τσούπα σκλάβα. Ἡ σκλάβα κάνει τὸ σταυρό της, καβαλλάει στ᾽ ἄλογο καὶ γίνεται ἄφαντη. Kαὶ ἄφησε σημάδι τ᾽ ἀχνάρι”, Παράδοση 469, σ. 262, “Kαὶ στὸ δρόμο ποὺ πήγαινεσ᾽ ἕνα πηγάδι βλέπει ἕνα ἀράπη κι ἔσερνε Ἁλυσίδες. Ἡ γυναίκα ἔκανε τὸ σταυρό της κι ἔφυε δίχως νὰ τὴν πειράξη”, Παράδοση 524, σ. 292,  Στὸν η Γιώργη στὴ μία ὕστερα ἀπὸ τὰ μεσάνυχτα βγαίνει ἕνα στοιχειὸ καὶ πειράζει τοὺς ἀνθρώπους·  ἀλλ᾽ ἂν κάμη ὁ ἄνθρωπος τὸ σταυρό τουτὸ στοιχειὸ χάνεται ἀπὸ μπρός του”, Παράδοση 857, σ. 525, “Ἔκαμε τὸ Σταυρό του καὶ εἶπε: ῾ Παναγία κοντά, Ἁγία Mαύραβοήθησέ με τὸν μαρτωλό᾽. Ἀμέσως ολο τὸ ἀσκέρι ἐχάθηκε”.

[9]. Παράδοση 548, σ. 305.

[10]. Παράδοση 860, σ. 526.

[11]. Παράδοση 317, σ. 174.

[12]. Παράδοση 327, σ. 180.

[13]. Παράδοση 203, σ. 113.

[14]. Παράδοση 537, σ. 299.

[15]. Παράδοση 35, σ. 23.

[16]. Παράδοση 28, σ. 19.

[17]. Παράδοση 212, σσ. 119 - 120.

[18]. Παράδοση 285, σ. 156. Πρβλ. Παράδοση 303, σ. 166.

[19]. Παράδοση 291, σ. 159.

[20]. Παράδοση 293, σσ. 160 - 161.

[21]. Παράδοση 217, σ. 122. Στὴν Παράδοση 220, σσ. 123 - 124 συνεργεῖ καὶ ἡ θάλασσα στὴν ἀπομάκρυνσή της ἀπὸ τὴ γῆ.

[22]. Παράδοση 155, σ. 80.

[23]. Παράδοση 196, σ. 110.

[24]. Παράδοση 198, σ. 111.

[25]. Παράδοση 486, σ. 270.

[26]. Παράδοση 487, σ. 271.

Δευτέρα 11 Μαΐου 2026

 

Κυριακὴ ΣΤ´ ἀπὸ τοῦ Πάσχα, θεραπεία τοῦ ἐκ γενετῆς τυφλοῦ, 17 Μαΐου 2026, (2 /6/ 2019), (Αριθμ. 16Ν1)

 

Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ.

 

Α. 1. Τα Αναγνώσματα της Κυριακής του Τυφλού βρίσκονται και πάλι στην ίδια γραμμή θεοσημιών και μαρτυρίας του μυστηρίου της Θείας Οικονομίας, όπως εκφαίνεται από τον Ενανθρωπήσαντα Λόγο, κατά το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα, και διαπιστώνεται με την παρουσία του Αγίου Πνεύματος στην Αποστολική Κοινότητα, με το Αποστολικό Ανάγνωσμα, καθότι τα δύο Αναγνώσματα αποτελούν μία ενότητα.

2. Η θεραπεία του τυφλού με τη δημιουργία οφθαλμών, φτιάχνοντας ο Χριστός πηλό και επιθέτοντάς τον στον τυφλό με ζωοποίηση, είναι μία πράξη αναδημιουργίας, που δείχνει ότι ο Χριστός είναι ο Δημιουργός και όχι ένας απλός Προφήτης, είναι ο αναμενόμενος εν σαρκί Υιός του Θεού, «δι᾽ οὗ» εποιήθη σύμπας ο κόσμος, και «δι᾽ οὗ» επορεύθησαν ο Ισραήλ και οι Προφήτες. Η φανέρωση του Χριστού, ως του Ενανθρωπήσαντος Λόγου, εγγυάται την κατ᾽ άμφω αναδημιουργία του ανθρώπου με τις συγκεκριμένες θεοσημίες. Αυτό λέγει ο Χριστός απαντώντας στους μαθητές, ότι, δηλαδή, ο τυφλός της σημερινής Ευαγγελικής περικοπής δεν ήταν αμαρτωλός, γιατί έφταιξε ο ίδιος, ή οι γονείς του, «ἀλλ᾽ ἵνα φανερωθῇ τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ ἐν αὐτῷ» (Ἰω. θ´, 3), για να γίνει η Αποκάλυψη, δηλαδή, ότι ο Χριστός είναι ο αυτός Θεός, που φανερώθηκε στο Μωϋσή και τους Προφήτες του παλαιού Ισραήλ, τους οποίους υποκριτικώς υποστηρίζουν ότι ακολουθούσαν οι Φαρισαίοι του Ευαγγελικού Αναγνώσματος. Εξάλλου, και όλη η συζήτηση που κάνει ο εκ γενετής τυφλός, τόσο με τους γείτονες όσο και με τους Φαρισαίους, σε ένα πράγμα συντείνει, στο να αποδειχθεί ότι ο θεραπευθείς δέχθηκε τη δημιουργική ενέργεια του Χριστού ως του αυτού Θεού του Ισραήλ, του αναμενομένου Υιού και Λόγου του Θεού Πατρός. Στη συνέχεια, στην καταληκτήρια συζήτηση με το Χριστό ο θεραπευθείς ερωτάται από το Χριστό, εάν πιστεύει στον Υιό του Θεού, αποκαλύπτοντας ότι είναι ο ομιλών. Ο διάλογος είναι συγκλονιστικός, αφού ο θεραπευθείς ήδη ήταν έτοιμος, εκ της θεοσημίας που δέχθηκε, να ομολογήσει το Χριστό ως Θεό, αφού εμμέσως το είχε κάνει και προς τους γείτονες και προς τους Φαρισαίους: «Σὺ πιστεύεις εἰς τὸν υἱὸν τοῦ Θεοῦ; ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ εἶπε· Καὶ τίς ἐστι, Κύριε, ἵνα πιστεύσω εἰς αὐτόν; εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· Καὶ ἑώρακας αὐτὸν καὶ ὁ λαλῶν μετὰ σοῦ ἐκεῖνος ἐστίν. ὁ δὲ ἔφη· Πιστεύω, Κύριε· καὶ προσεκύνησεν αὐτῷ» (Ἰω. θ´, 35-38).

3. Ο θεραπευθείς, χωρίς να γνωρίζει τις Γραφές και να τις τηρεί τυπικά (τυφλός ήταν, τί να διαβάσει, τί να ακούσει και τί να καταλάβει), όπως οι Φαρισαίοι, δέχεται αμέσως το Χριστό ως Θεό και τον προσκυνά, οι γείτονες το συζητούν, ενώ οι Φαρισαίοι επικαλούνται το Μωϋσή, για να αρνηθούν τη θεοσημία και το Χριστό ως Θεό. Και όχι μόνο αμφισβητούν τη θεοσημία, αλλά επικαλούνται τη διάταξη περί τηρήσεως της αργίας του Σαββάτου, για να κινηθούν εναντίον του Χριστού, ελπίζοντας, μάλιστα, και στη μαρτυρία του θεραπευθέντος, τον οποίο και εκβάλλουν, μάλλον από τη Συναγωγή, γιατί σίγουρα εκεί του είχαν κάνει την ανάκριση: «ἀπεκρίθησαν καὶ εἶπον αὐτῷ· Ἐν ἁμαρτίαις σὺ ἐγεννήθης ὅλος, καὶ σὺ διδάσκεις ἡμᾶς; καὶ ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω», Ἰω. θ´, 34. Η αιτία ήταν ότι το θαύμα του τυφλού είχε γίνει αιτία να πιστεύσουν πολλοί Ιουδαίοι στο Χριστό, κι, έτσι, οι Φαρισαίοι χάνανε την πελατεία! Είναι σαφής η Ευαγγελική περικοπή: «ἤδη γὰρ συνετέθειντο οἱ Ἰουδαῖοι ἵνα, ἐάν τις ὁμολογήσῃ Χριστόν, ἀποσυνάγωγος γένηται», (Ἰω, θ´, 22), να χάσει, δηλ. ο ομολογών όλα τα δικαιώματα που είχε ένας Ιουδαίος. Αυτό δεν ήταν ένα απλό πράγμα, γιατί οι Ιουδαίοι και υπό Ρωμαϊκή κατοχή ήταν αναγνωρισμένοι ως ιδιαίτερη πολιτική και θρησκευτική οντότητα, τύγχαναν, δηλαδή, ιδιαίτερης προστασίας, εάν ήταν και Ρωμαίοι πολίτες, όπως π.χ. ο Απόστολος Παύλος, ήταν σχεδόν άτρωτοι από τα επιμέρους όργανα του Ρωμαϊκού συστήματος.

 

Β. 1. Επανερχόμενη επί του θέματος της θεοσημίας επί του τυφλού θέλω να επισημάνω δύο σημεία:

α) ότι ο Χριστός επιμένει στη σύνδεσή της με τις απαρχές της ανθρωπότητας, γι᾽ αυτό λέγει στον τυφλό να πάει να νιφτεί στην κολυμβήθρα τοῦ Σιλωάμ. Η κολυμβήθρα αυτή, «ὃ ἑρμηνεύεται ἀπεσταλμένος» (Ἰω. θ´, 7) είναι πάλι ένας από τους ιερούς τόπους του Ισραήλ, γιατί αποτελεί κατάληξη του δικτύου που κατασκεύασε ο ευσεβής βασιλεύς Άγιος Εζεκίας, για να μεταφέρει στα Ιεροσόλυμα, ειδικότερα στην πόλη που θα κάνει μετά ο Προφήτης Δαυίδ, τα νερά από την πηγή Γιών, που σχετιζόταν με μία από τις «ἀρχές» της Εδέμ, όπως καταγράφεται «παραστατικώς» και συμβολικώς (δηλαδή, κατά την προσληπτική παραστατική ικανότητα των ακροατών του) από το συγγραφέα της Γενέσεως, κεφ. β, 10-14: «10 ποταμὸς δὲ ἐκπορεύεται ἐξ  Ἐδὲμ ποτίζειν τὸν παράδεισον· ἐκεῖθεν ἀφορίζεται εἰς τέσσαρας ἀρχάς. ὄνομα τῷ ἑνὶ Φισῶν· οὗτος ὁ κυκλῶν πᾶσαν τὴν γῆν Εὐιλάτ, ἐκεῖ οὗ ἐστι τὸ χρυσίον· τὸ δὲ χρυσίον τῆς γῆς ἐκείνης καλόν· καὶ ἐκεῖ ἐστιν ὁ ἄνθραξ καὶ ὁ λίθος ὁ πράσινος. καὶ ὄνομα τῷ ποταμῷ τῷ δευτέρῳ Γεῶν· οὗτος ὁ κυκλῶν πᾶσαν τὴν γῆν Αἰθιοπίας. καὶ ὁ ποταμὸς ὁ τρίτος Τίγρις· οὗτος ὁ προπορευόμενος κατέναντι ᾿Ασσυρίων. ὁ δὲ ποταμὸς ὁ τέταρτος Εὐφράτης»,

και β) ότι όλη η υμνολογία της εορτής καταυγάζεται από το φως και την αγαθοτοπία του ζώντος Θεού του Μωϋσέως και των Προφητών, του ενός και του αυτού άσαρκου και ένσαρκου Λόγου, ο οποίος πρόσταξε και έγινε φως, κατά το Α´ κεφάλαιο του βιβλίου της Γενέσεως, φέροντας στην ύπαρξη έτσι όλα τα κτιστά όντα, αναδεικνύοντάς τα φωτόμορφα.

2. Έτσι, στο γ´ Στιχηρό Ἰδιόμελο κατά το Μεγάλο Εσπερινό της εορτής, ἦχος β´, γίνεται λόγος για το γεγονός της οράσεως του εκ γενετής τυφλού, ο οποίος μετά τη νίψη στην πηγή του Σιλωάμ παρουσιάζεται από τον υμνωδό να λέγει: «... Αὐτός ἐστιν ἀληθῶς, ὃν ἔφη Μωσῆς ἐν τῷ νόμῳ, Χριστὸν Μεσσίαν, αὐτός ἐστιν ὁ Σωτὴρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν», αυτόν, δηλαδή, που είχαν αρνηθεί οι Φαρισαίοι και οι Ιουδαίοι επικαλούμενοι υποκριτικώς το Μωϋσή και, μάλιστα, υποστηρίζοντες ότι ήσαν και μαθητές του Μωϋσή: «Σὺ εἶ μαθητὴς ἐκείνου· (δηλ. τοῦ Ἰησοῦ) ἡμεῖς δὲ τοῦ Μωϋσέως ἐσμὲν μαθηταί. ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι Μωϋσεῖ λελάληκεν ὁ Θεός· τοῦτον δὲ οὐκ οἴδαμεν πόθεν ἐστίν» (Ἰω. θ´, 28-29), ενώ στο Δοξαστικό της εορτής, ἦχος πλ. δ´, ο Χριστός ονομάζεται νοητός ήλιος της δικαιοσύνης, που χαρίζει το φως στον τυφλό, αλλά που φωτίζει «κατ᾽ ἄμφω» τα μάτια όλων μας, ώστε να είναι αισθητήρια όργανα, αλλά και να καταυγάζεται και η ψυχή ἔχοντας αυτή γεγυμνασμένα τα αισθητήρια εις θεογνωσία της εις ημάς θεόσδοτης φιλανθρωπίας: «Δικαιοσύνης ἥλιε νοητέ, Χριστὲ ὁ Θεός, ὁ τὸν ἐκ μήτρας τοῦ φωτὸς ἐστερημένον, διὰ τῆς σῆς ἀχράντου προσψαύσεως, φωτίσας κατ᾽ ἄμφω καὶ ἡμῶν τὰ ὄμματα, τῶν ψυχῶν αὐγάσας, υἱοὺς ἡμέρας δεῖξον, ἵνα πίστει βοῶμέν σοι. Πολλή σου καὶ ἄφατος, ἡ εἰς ἡμᾶς εὐσπλαγχνία, φιλάνθρωπε, δόξα σοι».

3. Ας υπογραμμισθεί μία φορά ακόμη, για να γίνει άκρως κατανοητό από όλους μας, ότι τα θαύματα του Χριστού και η πίστη μας δεν έχουν ένα χαρακτήρα ατομικό, αλλά είναι δυνάμει κοινή υπόθεση όλης της ανθρωπότητας. Έτσι ο υμνωδός στον τυφλό συμπεριλαμβάνει όλους μας. Πρόκειται για το κοινό αγαθό σύμπασας της ανθρωπότητος και του κόσμου, όπως το εξέφρασε, εξάλλου, ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός με τον Αναστάσιμο Κανόνα του, που τον ψάλλει η Εκκλησία μας σαράντα μέρες, το «Ἀναστάσεως ἡμέρα, λαμπρυνθῶμεν, λαοί, Πάσχα Κυρίου, Πάσχα...». Αυτή η φωτοχυσία της Αναστάσεως, της οράσεως του τυφλού, της αναδημιουργίας του ανθρώπου, είναι μία πορεία προς την Πεντηκοστή, μία φωτοδοτική και φωτιστική μυσταγωγία των πιστών προς τη θεοφάνεια τοῦ Αγίου Πνεύματος κατά την Πεντηκοστή, όπου οι Μαθητές καλούνται να κηρύξουν Χριστόν «Ἀναστάντα καὶ ἀνελθόντα εἰς οὐρανοὺς καὶ καθεζόμενον ἐν δεξιᾷ τοῦ Πατρὸς καὶ πάλιν ἐρχόμενον...», όπως λέμε στο Σύμβολο της Πίστεως. Όμως, πριν από αυτό είναι αναγκαίο να ομολογηθεί η εκούσια Ενανθρώπηση του Λόγου, ως βεβαίωση του ανακαινισμού μας εν Χριστώ. Ο τυφλός θεραπεύεται, για να δει και σωματικώς το Χριστό, ως αυτόπτης μάρτυρας, όπως λέγεται στο δ´ Τροπάριο του γ´ Κανόνα, ᾨδή α´, ἦχος α´, του Τυφλού: «Θαύματα παράδοξα, ἐπιτελῶν ὁ λυτρωτής, ἰάσατο καὶ Τυφλὸν ἐκ γενετῆς, πηλὸν ἐπιχρίσας, καὶ εἰπών· Πορεύθητι καὶ νίψαι ἐν τῷ Σιλωάμ, ὅπως γνώσῃ με Θεόν, ἐπὶ γῆς βαδίζοντα, σάρκα φορέσαντα, διὰ σπλάγχνα οἰκτιρμῶν». Εξάλλου, το ιδιαίτερο γεγονός τονίζεται εξαιρέτως με τις Καταβασίες των Ειρμών «Τῷ Σωτῆρι Θεῷ, τῷ ἐν θαλάσσῃ λαόν, ποσὶν ἀβρόχοις ὁδηγήσαντι, καὶ Φαραὼ πανστρατιᾷ καταποντίσαντι, αὐτῷ μόνῳ ᾄσωμεν· ὅτι δεδόξασται», αντί της στιχολογίας τῆς Ὠιδής της Θεοτόκου.

4. Είναι λειτουργικά βέβαιο ότι αυτή η περίοδος είναι προετοιμασία για την Πεντηκοστή, όπως καταγράφεται στην Ὠιδὴ δ´, ἦχος πλ. α´, του Μεσονυκτικού της εορτής με προσφυγή στην όραση του Προφήτη Δανιήλ: «Μυεῖται τῆς μιᾶς Κυριότητος, τὸ τριφαὲς ὁ Δανιήλ, Χριστὸν κριτὴν θεασάμενος, πρὸς τὸν Πατέρα ἰόντα, καὶ Πνεῦμα τὸ προφαῖνον τὴν ὅρασιν», όπως ομολογούμε και πάλι στο Σύμβολο της Πίστεως: «Το λαλῆσαν διὰ των Προφητῶν». Εξάλλου, οι Ωδές του Μεσονυκτικού είναι ένας διαρκής ύμνος της Τρισηλίου Θεότητος. Μολονότι οι Πατέρες απέρριψαν τη χρήση παραβολικών εικόνων και παραστάσεων, δηλωτικών της σχέσεως των προσώπων της Αγίας Τριάδος, ενώ υφίσταται στην υμνολογία της Εκκλησίας,  αρκούμενοι στις αγιογραφικές ρήσεις Πατήρ, Υιός και Άγιο Πνεύμα, ωστόσο η εικόνα του φωτός εξαιρείται και χρησιμοποιείται προς δήλωση και της κατά φύση ταυτότητος, του ομουσίου και της μιας και της αυτής ακτίστου φωτοδοτικής ενεργείας, αλλά και για τη δήλωση της ετερότητος των Προσώπων. Έτσι ο Θεός είναι φως, αλλά επίσης είναι φως ο Πατήρ, φως ο Υιός, φως το Άγιο Πνεύμα, αλλά όχι τρία φώτα. Ασφαλώς η ορολογία περί του φωτός παραπέμπει στην αρχή της δημιουργίας κατά την απόδειξη του πρώτου κεφαλαίου της Γενέσεως, όπου με τη δημιουργία του κτιστού φωτός αναδύεται η δημιουργία του κόσμου κατά την πρώτη ημέρα[1]. Εξάλλου, και τα λογικά κτιστά όντα, άγγελοι και άνθρωποι έρχονται στην ύπαρξη, φωτίζονται, είναι ενεργούμενα από τη φωτοδοτική ενέργεια του Θεού, και κατ᾽ επέκταση και η αναδημιουργία του ανθρώπου διά του βαπτίσματος είναι φώτισμα, επάνοδος στην ύπαρξη[2].

5. Αν και δεν πρέπει να βαρύνω το λόγο με παραπάνω παραθέσεις και ερμηνευτικά σχόλια, όμως, είναι απαραίτητο να παραθέσω τα τρία Αντίφωνα του Όρθρου της εορτής, για να γίνει σαφέστερο ότι πορευόμαστε προς την Πεντηκοστή, και αυτό το γεγονός υπηρετεί και η όραση, ο φωτισμός του τυφλού εκ γενετής, ως προχειριστικό γεγονός της θεογνωσίας όλης της ανθρωπότητος. Ακούμε, λοιπόν, στους Ἀναβαθμούς, Ἀντίφωνο Α´, ἦχος πλ. α´: «Ἁγίῳ Πνεύματι, περικρατεῖται πάντα τὰ ὁρατά τε σὺν τοῖς ἀοράτοις· αὐτοκρατὲς γὰρ ὄν, τῆς Τριάδος ἕν ἐστιν ἀψεύστως», Ἀντίφωνο Β´: «Ἁγίῳ Πνεύματι, θεολογοῦντες φῶμεν· Σὺ εἶ Θεός, ζωή, ἔρως, φῶς, νοῦς[3], σὺ χρηστότης, σὺ βασιλεύεις εἰς τοὺς αἰῶνας», Ἀντίφωνο Γ´: «Ἁγίῳ Πνεύματι, ζωαρχικὴ ἀξία· ἐξ οὗ πᾶν ζῶον ἐμψυχοῦται, ὡς ἐν Πατρί, ἅμα τε καὶ Λόγῳ».

 

Γ. 1. Με τα Αντίφωνα αυτά είναι σα να έχουμε σήμερα Πεντηκοστή, πράγμα που προγευόμαστε με το Αποστολικό Ανάγνωσμα, όπου Απόστολος Παύλος, ακολουθούμενος από τον Απόστολο Σιλουανό (Σίλα), βρίσκεται κατά τη δεύτερη περιοδεία του στους Φιλίππους, όπου εν Αγίω Πνεύματι θεραπεύει τη δαιμονιζόμενη παιδίσκη. Ακολουθεί η φυλάκισή τους μετά από καταγγελία των Ιουδαίων, οι οποίοι, ουσιαστικώς τους απέβαλαν από τη Συναγωγή, αλλά και τους κατέδωσαν κιόλας στις Ρωμαϊκές Αρχές ότι δεν τηρούν τους νόμους ως Ρωμαίοι πολίτες και εισάγουν άγνωστη θρησκεία, λέγοντες ότι: «Οὗτοι οἱ ἄνθρωποι ἐκταράσσουσιν ἡμῶν τὴν πόλιν Ἰουδαῖοι ὑπάρχοντες, καὶ καταγγέλλουσιν ἔθη ἃ οὐκ ἔξεστιν ἡμῖν παραδέχεσθαι οὐδὲ ποιεῖν Ρωμαίοις οὖσι». (Πράξ. ιστ, 20-21). Κατά τη φυλάκιση μετά από προσευχή των δύο Αποστόλων γίνεται σεισμός κατά τα μεσάνυχτα, και «ἀνεῴχθησάν τε παραχρῆμα αἱ θύραι πᾶσαι καὶ πάντων τὰ δεσμὰ ἀνέθη», μία  προδήλωση της ενεργείας του Αγίου Πνεύματος, που αίρει τη φυσική σύμβαση, ακολουθεί η απόγνωση του δεσμοφύλακα, και εντέλει η βάπτισή του και των οικείων του.

2. Το Αποστολικό Ανάγνωσμα, ακριβώς, μας εισάγει στην Εκκλησία της Πεντηκοστής, στα Αποτελέσματα του Αγίου Πνεύματος στα μέλη της Εκκλησίας, αλλά μας προετοιμάζει και για τις δυσκολίες της Εκκλησίας κατά το κήρυγμά της εις πάντα τα έθνη περί του Ιησού Χριστού, του Υιού και Λόγου του Θεού Πατρός και της εις ημάς φιλανθρώπου Θείας Οικονομίας του.

 

Αποστολικό Ανάγνωσμα: Πράξ. ιστ´, 16-34, «16 Ἐγένετο δὲ πορευομένων ἡμῶν εἰς προσευχὴν παιδίσκην τινὰ ἔχουσαν πνεῦμα πύθωνος ἀπαντῆσαι ἡμῖν, ἥτις ἐργασίαν πολλὴν παρεῖχε τοῖς κυρίοις αὐτῆς μαντευομένη. 17 αὕτη κατακολουθήσασα τῷ Παύλῳ καὶ τῷ Σίλᾳ ἔκραζε λέγουσα· Οὗτοι οἱ ἄνθρωποι δοῦλοι τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου εἰσίν, οἵτινες καταγγέλλουσιν ἡμῖν ὁδὸν σωτηρίας. 18 τοῦτο δὲ ἐποίει ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας. διαπονηθεὶς δὲ ὁ Παῦλος καὶ ἐπιστρέψας τῷ πνεύματι εἶπε· Παραγγέλλω σοι ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐξελθεῖν ἀπ᾽ αὐτῆς. καὶ ἐξῆλθεν αὐτῇ τῇ ὥρᾳ. 19 Ἰδόντες δὲ οἱ κύριοι αὐτῆς ὅτι ἐξῆλθεν ἡ ἐλπὶς τῆς ἐργασίας αὐτῶν, ἐπιλαβόμενοι τὸν Παῦλον καὶ τὸν Σίλαν εἵλκυσαν εἰς τὴν ἀγορὰν ἐπὶ τοὺς ἄρχοντας, 20 καὶ προσαγαγόντες αὐτοὺς τοῖς στρατηγοῖς εἶπον· Οὗτοι οἱ ἄνθρωποι ἐκταράσσουσιν ἡμῶν τὴν πόλιν Ἰουδαῖοι ὑπάρχοντες, 21 καὶ καταγγέλλουσιν ἔθη ἃ οὐκ ἔξεστιν ἡμῖν παραδέχεσθαι οὐδὲ ποιεῖν Ρωμαίοις οὖσι. 22 καὶ συνεπέστη ὁ ὄχλος κατ᾽ αὐτῶν. καὶ οἱ στρατηγοὶ περιρρήξαντες αὐτῶν τὰ ἱμάτια ἐκέλευον ῥαβδίζειν, 23 πολλάς τε ἐπιθέντες αὐτοῖς πληγὰς ἔβαλον εἰς φυλακήν, παραγγείλαντες τῷ δεσμοφύλακι ἀσφαλῶς τηρεῖν αὐτούς· 24 ὃς παραγγελίαν τοιαύτην εἰληφὼς ἔβαλεν αὐτοὺς εἰς τὴν ἐσωτέραν φυλακὴν καὶ τοὺς πόδας αὐτῶν ἠσφαλίσατο εἰς τὸ ξύλον. 25 Κατὰ δὲ τὸ μεσονύκτιον Παῦλος καὶ Σίλας προσευχόμενοι ὕμνουν τὸν Θεόν· ἐπηκροῶντο δὲ αὐτῶν οἱ δέσμιοι. 26 ἄφνω δὲ σεισμὸς ἐγένετο μέγας, ὥστε σαλευθῆναι τὰ θεμέλια τοῦ δεσμωτηρίου, ἀνεῴχθησάν τε παραχρῆμα αἱ θύραι πᾶσαι καὶ πάντων τὰ δεσμὰ ἀνέθη. 27 ἔξυπνος δὲ γενόμενος ὁ δεσμοφύλαξ καὶ ἰδὼν ἀνεῳγμένας τὰς θύρας τῆς φυλακῆς, σπασάμενος μάχαιραν ἔμελλεν ἑαυτὸν ἀναιρεῖν, νομίζων ἐκπεφευγέναι τοὺς δεσμίους. 28 ἐφώνησε δὲ φωνῇ μεγάλῃ ὁ Παῦλος λέγων· Μηδὲν πράξῃς σεαυτῷ κακόν· ἅπαντες γάρ ἐσμεν ἐνθάδε. 29 αἰτήσας δὲ φῶτα εἰσεπήδησε, καὶ ἔντρομος γενόμενος προσέπεσε τῷ Παύλῳ καὶ τῷ Σίλᾳ, 30 καὶ προαγαγὼν αὐτοὺς ἔξω ἔφη· Κύριοι, τί με δεῖ ποιεῖν ἵνα σωθῶ; 31 οἱ δὲ εἶπον· Πίστευσον ἐπὶ τὸν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, καὶ σωθήσῃ σὺ καὶ ὁ οἶκός σου. 32 καὶ ἐλάλησαν αὐτῷ τὸν λόγον τοῦ Κυρίου καὶ πᾶσι τοῖς ἐν τῇ οἰκίᾳ αὐτοῦ. 33 καὶ παραλαβὼν αὐτοὺς ἐν ἐκείνῃ τῇ ὥρᾳ τῆς νυκτὸς ἔλουσεν ἀπὸ τῶν πληγῶν, καὶ ἐβαπτίσθη αὐτὸς καὶ οἱ αὐτοῦ πάντες παραχρῆμα, 34 ἀναγαγών τε αὐτοὺς εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ παρέθηκε τράπεζαν, καὶ ἠγαλλιάσατο πανοικὶ πεπιστευκὼς τῷ Θεῷ».

 

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: Ἰω. θ´, 1-38, «1 Καὶ παράγων εἶδεν ἄνθρωπον τυφλὸν ἐκ γενετῆς· 2 καὶ ἠρώτησαν αὐτὸν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ λέγοντες· Ραββί, τίς ἥμαρτεν, οὗτος ἢ οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἵνα τυφλὸς γεννηθῇ; 3 ἀπεκρίθη Ἰησοῦς· Οὔτε οὗτος ἥμαρτεν οὔτε οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἀλλ' ἵνα φανερωθῇ τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ ἐν αὐτῷ. 4 ἐμὲ δεῖ ἐργάζεσθαι τὰ ἔργα τοῦ πέμψαντός με ἕως ἡμέρα ἐστίν· ἔρχεται νὺξ ὅτε οὐδεὶς δύναται ἐργάζεσθαι. 5 ὅταν ἐν τῷ κόσμῳ ὦ, φῶς εἰμι τοῦ κόσμου. 6 ταῦτα εἰπὼν ἔπτυσεν χαμαὶ καὶ ἐποίησε πηλὸν ἐκ τοῦ πτύσματος, καὶ ἐπέχρισε τὸν πηλὸν ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ τυφλοῦ 7 καὶ εἶπεν αὐτῷ· Ὕπαγε νίψαι εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωάμ, ὃ ἑρμηνεύεται ἀπεσταλμένος. ἀπῆλθεν οὖν καὶ ἐνίψατο, καὶ ἦλθε βλέπων. 8 Οἱ οὖν γείτονες καὶ οἱ θεωροῦντες αὐτὸν τὸ πρότερον ὅτι τυφλὸς ἦν, ἔλεγον· Οὐχ οὗτός ἐστιν ὁ καθήμενος καὶ προσαιτῶν; 9 ἄλλοι ἔλεγον ὅτι οὗτός ἐστιν· ἄλλοι δὲ ὅτι ὅμοιος αὐτῷ ἐστιν. ἐκεῖνος ἔλεγεν ὅτι ἐγώ εἰμι. 10 ἔλεγον οὖν αὐτῷ· Πῶς ἀνεῴχθησάν σου οἱ ὀφθαλμοί; 11 ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ εἶπεν· Ἄνθρωπος λεγόμενος Ἰησοῦς πηλὸν ἐποίησε καὶ ἐπέχρισέ μου τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ εἶπέ μοι· ὕπαγε εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωὰμ καὶ νίψαι· ἀπελθὼν δὲ καὶ νιψάμενος ἀνέβλεψα. 12 εἶπον οὖν αὐτῷ· Ποῦ ἐστιν ἐκεῖνος; λέγει· Οὐκ οἶδα. 13 Ἄγουσιν αὐτὸν πρὸς τοὺς Φαρισαίους, τόν ποτε τυφλόν. 14 ἦν δὲ σάββατον ὅτε τὸν πηλὸν ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς καὶ ἀνέῳξεν αὐτοῦ τοὺς ὀφθαλμούς. 15 πάλιν οὖν ἠρώτων αὐτὸν καὶ οἱ Φαρισαῖοι πῶς ἀνέβλεψεν. ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· Πηλὸν ἐπέθηκέ μου ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμούς, καὶ ἐνιψάμην, καὶ βλέπω. 16 ἔλεγον οὖν ἐκ τῶν Φαρισαίων τινές· Οὗτος ὁ ἄνθρωπος οὐκ ἔστι παρὰ τοῦ Θεοῦ, ὅτι τὸ σάββατον οὐ τηρεῖ. ἄλλοι ἔλεγον· Πῶς δύναται ἄνθρωπος ἁμαρτωλὸς τοιαῦτα σημεῖα ποιεῖν; καὶ σχίσμα ἦν ἐν αὐτοῖς. 17 λέγουσι τῷ τυφλῷ πάλιν· Σὺ τί λέγεις περὶ αὐτοῦ, ὅτι ἤνοιξέ σου τοὺς ὀφθαλμούς; ὁ δὲ εἶπεν ὅτι προφήτης ἐστίν. 18 οὐκ ἐπίστευον οὖν οἱ Ἰουδαῖοι περὶ αὐτοῦ ὅτι τυφλὸς ἦν καὶ ἀνέβλεψεν, ἕως ὅτου ἐφώνησαν τοὺς γονεῖς αὐτοῦ τοῦ ἀναβλέψαντος 19 καὶ ἠρώτησαν αὐτοὺς λέγοντες· Οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς ὑμῶν, ὃν ὑμεῖς λέγετε ὅτι τυφλὸς ἐγεννήθη; πῶς οὖν ἄρτι βλέπει; 20 ἀπεκρίθησαν δὲ αὐτοῖς οἱ γονεῖς αὐτοῦ καὶ εἶπον· Οἴδαμεν ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς ἡμῶν καὶ ὅτι τυφλὸς ἐγεννήθη· 21 πῶς δὲ νῦν βλέπει οὐκ οἴδαμεν, ἢ τίς ἤνοιξεν αὐτοῦ τοὺς ὀφθαλμοὺς ἡμεῖς οὐκ οἴδαμεν· αὐτὸς ἡλικίαν ἔχει, αὐτὸν ἐρωτήσατε, αὐτὸς περὶ ἑαυτοῦ λαλήσει. 22 ταῦτα εἶπον οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ὅτι ἐφοβοῦντο τοὺς Ἰουδαίους· ἤδη γὰρ συνετέθειντο οἱ Ἰουδαῖοι ἵνα, ἐάν τις ὁμολογήσῃ Χριστόν, ἀποσυνάγωγος γένηται. 23 διὰ τοῦτο οἱ γονεῖς αὐτοῦ εἶπον ὅτι ἡλικίαν ἔχει, αὐτὸν ἐρωτήσατε. 24 Ἐφώνησαν οὖν ἐκ δευτέρου τὸν ἄνθρωπον ὃς ἦν τυφλός, καὶ εἶπον αὐτῷ· Δὸς δόξαν τῷ Θεῷ· ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι ὁ ἄνθρωπος οὗτος ἁμαρτωλός ἐστιν. 25 ἀπεκρίθη οὖν ἐκεῖνος καὶ εἶπεν· Εἰ ἁμαρτωλός ἐστιν οὐκ οἶδα· ἓν οἶδα, ὅτι τυφλὸς ὢν ἄρτι βλέπω. 26 εἶπον δὲ αὐτῷ πάλιν· Τί ἐποίησέ σοι; πῶς ἤνοιξέ σου τοὺς ὀφθαλμούς; 27 ἀπεκρίθη αὐτοῖς· Εἶπον ὑμῖν ἤδη, καὶ οὐκ ἠκούσατε· τί πάλιν θέλετε ἀκούειν; μὴ καὶ ὑμεῖς θέλετε αὐτοῦ μαθηταὶ γενέσθαι; 28 ἐλοιδόρησαν αὐτὸν καὶ εἶπον· Σὺ εἶ μαθητὴς ἐκείνου· ἡμεῖς δὲ τοῦ Μωϋσέως ἐσμὲν μαθηταί. 29 ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι Μωϋσεῖ λελάληκεν ὁ Θεός· τοῦτον δὲ οὐκ οἴδαμεν πόθεν ἐστίν. 30 ἀπεκρίθη ὁ ἄνθρωπος καὶ εἶπεν αὐτοῖς· Ἐν γὰρ τούτῳ θαυμαστόν ἐστιν, ὅτι ὑμεῖς οὐκ οἴδατε πόθεν ἐστί, καὶ ἀνέῳξέ μου τοὺς ὀφθαλμούς. 31 οἴδαμεν δὲ ὅτι ἁμαρτωλῶν ὁ Θεὸς οὐκ ἀκούει, ἀλλ᾽ ἐάν τις θεοσεβὴς ᾖ καὶ τὸ θέλημα αὐτοῦ ποιῇ, τούτου ἀκούει. 32 ἐκ τοῦ αἰῶνος οὐκ ἠκούσθη ὅτι ἤνοιξέ τις ὀφθαλμοὺς τυφλοῦ γεγεννημένου· 33 εἰ μὴ ἦν οὗτος παρὰ Θεοῦ, οὐκ ἠδύνατο ποιεῖν οὐδέν. 34 ἀπεκρίθησαν καὶ εἶπον αὐτῷ· Ἐν ἁμαρτίαις σὺ ἐγεννήθης ὅλος, καὶ σὺ διδάσκεις ἡμᾶς; καὶ ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω. 35 Ἤκουσεν Ἰησοῦς ὅτι ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω, καὶ εὑρὼν αὐτὸν εἶπεν αὐτῷ· Σὺ πιστεύεις εἰς τὸν υἱὸν τοῦ Θεοῦ; 36 ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ εἶπε· Καὶ τίς ἐστι, Κύριε, ἵνα πιστεύσω εἰς αὐτόν; 37 εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· Καὶ ἑώρακας αὐτὸν καὶ ὁ λαλῶν μετὰ σοῦ ἐκεῖνός ἐστιν. 38 ὁ δὲ ἔφη· Πιστεύω, Κύριε· καὶ προσεκύνησεν αὐτῷ».



[1]. Γεν. α´, 3-5: «καὶ εἶπεν ὁ Θεός· γενηθήτω φῶς· καὶ ἐγένετο φῶς.  καὶ εἶδεν ὁ Θεὸς τὸ φῶς, ὅτι καλόν· καὶ διεχώρισεν ὁ Θεὸς ἀνὰ μέσον τοῦ φωτὸς καὶ ἀνὰ μέσον τοῦ σκότους. καὶ ἐκάλεσεν ὁ Θεὸς τὸ φῶς ἡμέραν καὶ τὸ σκότος ἐκάλεσε νύκτα. καὶ ἐγένετο ἑσπέρα καὶ ἐγένετο πρωΐ, ἡμέρα μία».

[2]. Είναι σαφές ότι το θεολογικό πλαίσιο των λειτουργικών διατυπώσεων και της υμνολογίας της Εκκλησίας περί του φωτός έχει απώτερη βάση στους Λόγους του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, το έργο του οποίου αξιοποιεί εμφανέστατα στους Κανόνες του ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός.

[3]. Οι όροι «ζωή, ἔρως, φῶς, νοῦς», όπως και παρεμφερείς, τους οποίους αργότερα χρησιμοποιεί ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, και περί των οποίων γίνεται συζήτηση για δανεισμό από τον Ιερό Αυγουστίνο, είναι ειλημμένοι τόσο από τη νηπτική Γραμματεία όσο, και κυρίως, από την υμνολογία της Εκκλησίας, ιδίως από τους Τριαδικούς Κανόνες και τους Κανόνες του Τριωδίου και του Πεντηκοσταρίου. Σ᾽  αυτό συντείνει και η επίκληση της λειτουργικής υμνολογικής πράξης της Εκκλησίας ως κριτηρίου ελέγχου της Ορθοδοξίας από τον ίδιο τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά πλάι στην Αγία Γραφή (Προφητικές και Αποστολικές αποδείξεις), το Σύμβολο της Πίστεως Νικαίας- Κωνσταντινουπόλεως, τη συνοδική πράξη και τη μαρτυρία των εγκρίτων Αγίων Πατέρων. Πρβλ. στον ηλεκτρονικό τόπο και την Εισήγηση: «Re-reading the 150 Chapters of St. Gregory of Palamas (Ξαναδιαβάζοντας τὰ Κεφάλαια Ἑκατὸν Πεντήκοντα τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ): https://www.academia.edu/36818045, ιδίως σσ. 7-9. Και 21/2/26 ενταύθα: https://ellenophonia.blogspot.com/2026/02/2026_77.html