HELLENOPHONIA

Κυριακή 9 Αυγούστου 2026

 Μνήμη τῆς Κοιμήσεως τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας, 15 Αυγούστου 2026 (15/8/25)-(15/8/2023)- (15/8/2018)

(Αριθμ. 35Ν3)

 

Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ.

 

Α. 1. Στο Εορτολόγιο της Εκκλησίας μας κατά τις πολύ μεγάλες εορτές στην κυρίως εορτή συναρτώνται τα Προεόρτια και τα Μεθέορτα, πράγμα που υφίσταται και στην εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Μάλιστα, η υμνολογία των Προεορτίων είναι εξαιρετικά σημαντική, γιατί δίδεται το έναυσμα για τον αναστάσιμο εορτασμό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Έτσι, αφού στην αρχή του Εσπερινού με τα Στιχηρά Προσόμοιααθροίζονται με παράδοξο τρόπο εκ περάτων οι Απόστολοι, για να ψάλλουν τον εξόδιο ύμνο και την επιτάφιο ωδή μαζί με τους αγγέλους, αλλά και με όλο το σύστημα της Εκκλησίας (Προσόμοιο β´, ἦχος δ´: «Ἀποστόλων ὁ θίασος, παραδόξως ἀθροίσθητε, ἐκ περάτων σήμερον· ἡ γὰρ ἔμψυχος, πόλις τοῦ πάντων δεσπόζοντος, ἀπαίρειν ἐπείγεται, πρὸς τὰ κρείττω εὐκλεῶς, συγχορεύειν βασίλεια, τῷ Υἱῷ αὐτῆς, ἧς τῇ θείᾳ κηδείᾳ ὁμοφρόνως, σὺν ταῖς ἄνω στρατηγίαις, ὕμνον ἐξόδιον ᾄσατε»)(Προσόμοιο γ´, ἦχος δ´: «Ἱερέων ὁ σύλλογος, βασιλεῖς τε καὶ ἄρχοντες, σὺν παρθένων τάγμασι νῦν προφθάσετε, ἅπας λαός τε συνδράμετε, ᾠδὴν ἐπιτάφιον,ἀναπέμποντες ὁμοῦ· ἡ γὰρ πάντων δεσπόζουσα, μέλλει αὔριον, τὴν ψυχὴν παραθέσθαι εἰς τὰς χεῖρας, τοῦ Υἱοῦ μεθισταμένη, πρὸς αἰωνίαν κατοίκησιν», με το Θεοτοκίο και το Προεόρτιο Απολυτίκιο ερμηνεύεται το γεγονός της μεταστάσεως της Θεοτόκου με παράθεση της ψυχής στα χέρια του Χριστού και προς τα άνω μετάθεση («μέλλει τῶν ἐπιγείων, πρὸς τὰ ἄνω ἀπαίρειν») ως «Ἡ τῶν οὐρανῶν ὑψηλοτέρα ὑπάρχουσα, καὶ τῶν Χερουβὶμ ἐνδοξοτέρα, καὶ πάσης κτίσεως τιμιωτέρα»[1].

2. Κατά το Τυπικὸν τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας ο εορτασμός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου ετελείτο σε όλες τις Εκκλησίες. Στην Κωνσταντινούπολη ετελείτο με ιδιαίτερη έμφαση στην Παναγία των Βλαχερνών με παρουσία και του αυτοκράτορα, όπου κατά την παραμονή άρχιζε ο εορτασμός, ή οργανωνόταν, στην εκκλησία της Αγίας Ευφημίας στο Πέτριο, απ᾽ όπου ξεκινούσε και η λιτή την κυριώνυμη ημέρα, ενώ ο Πατριάρχης την παραμονή παρίστατο στην Παναγία των Χαλκοπρατείων για το λυχνικόν μέχρι την αρχή της παννυχίδος, ενώ το πρωί ήταν παρών στον όρθρο μέχρι την απόλυση και μετά απερχόταν κι αυτός «εἰς τὴν Πανεύφημον ἐν τῷ Πετρίῳ», δηλαδή στην Αγία Ευφημία, ώστε εν λιτή όλοι να εισέλθουν στις Βλαχέρνες, όπου η ακολουθία συνεχιζόταν με το Προκείμενο, το Αποστολικό Ανάγνωσμα και τα υπόλοιπα της Θείας Λειτουργίας. Την επομένη, περίπου ως μεθέορτο γεγονός, ειδικά στην Κωνσταντινούπολη και πάντα κατά το Τυπικὸν τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας, ετελείτο η ανάμνηση της απόκρουσης της πολιορκίας της Κωνσταντινουπόλεως από τους άραβες (15 Αυγούστου 717- 15 Αυγούστου 718) και ο εορτασμός κάλυπτε το χώρο από το Φόρο, την Πύλη του Αττάλου, προφανώς η αυτή με του Μ. Κωνσταντίνου, μέχρι τη Χρυσή Πύλη και την εκκλησία της Θεοτόκου Μαρίας με την επωνυμία Ιερουσαλήμ, πιθανόν να είναι η Παναγία, η Αγία Μαρία η Περίβλεπτος, στα δυτικά, πλησίον της Χρυσής Πύλης.

Β. Εν συνεχεία, χωρίς άλλη παρεμβολή, στον Όρθρο, μετά την α´ Στιχολογία, στο Κάθισμα της Θεοτόκου, ἦχος γ´, ερμηνεύεται η γνωστή αγία εικόνα της Κοιμήσεως, όπου η Θεοτόκος εικονίζεται σε εξόδιο κρεβάτι αλλά και αναλαμβανομένη στα χέρια του εν δόξη κατελθόντος Χριστού, ενώ δίδεται και η πληροφορία ότι κάποιος Ιουδαίος (Ιεφωνίας) στην προσπάθειά του να ανατρέψει το φέρετρο πατάσσεται υπό αγγέλου. Το πλέον σημαντικό σημείο είναι ότι η εις τους ουρανούς άνοδος της Παναγίας είναι μετά ψυχής και σώματος:«Εἰς τὰ οὐράνια, μετὰ τὴν κοίμησιν, ἀνῆλθες Πάναγνε, ψυχῇ καὶ σώματι, τοῦ σοῦ Υἱοῦ θεοπρεπῶς, ἄνωθενκαταβάντος, τὸν δὲ ἐφορμήσαντα, ἀνατρέψαι σὸν φέρετρον, ἀνοσιουργότροπον, θεία δίκη ἐπέταξε. Διὸ σὺν τῷ Ἀγγέλῳ βοῶμέν σοι· Χαῖρε ἡ Κεχαριτωμένη». Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν ετάφη, αλλά ότι η ταφή είναι η βεβαίωση της μεταστάσεως με τη διαπίστωση του κενού τάφου: «Ὁ τάφος σου κηρύττει Πανάμωμε, τὴν ταφήν σου, καὶ τὴν μετὰ σώματος, πρὸς οὐρανοὺς νῦν Μετάστασιν» (Κανὼν α´, ᾨδὴ ε´, ἦχος πλ. δ´). Στον Οἶκο μετά το Κοντάκιο των Προεορτίων περιγράφεται η ευφρόσυνη συμμετοχή ουρανού και πάσης κτίσεως στο γεγονός της από της γης στον Παράδεισο μεταβάσεως της Θεοτόκου, που βεβαιώνεται και με τη θαυμαστή παρουσία των Αποστόλων, οι οποίοι έφθασαν στα Ιεροσόλυμα εκ περάτων επί νεφελών. Με τα ρήματα ἀπαίρει και μολεῖ δηλώνεται το γεγονός ότι σωματικά εισήλθε στον Παράδεισο η Θεοτόκος, μολονότι ετάφη πραγματικά: «Νῦν εὐφραινέσθω οὐρανός, σκιρτάτω πᾶσα κτίσις· ἰδοὺ γὰρ ἡ Παρθένος ἀπὸ γῆς ἀπαίρει, καὶ πρὸς Παράδεισον μολεῖ, πᾶσι σωτηρία ἐπεφάνη ἐκ Θεοῦ, πρεσβεύουσα καὶ σκέπουσα. Διὸ καὶ Ἀποστόλων ἐπέδραμε πᾶσα ἡ χορεία, ἐκ περάτων ἀθροισθεῖσα· νεφέλαι γὰρ ἐφάνησαν ἄφνω ἁρπάσασαι αὐτούς, ἐπέστησαν ἅμα τῇ Μητρὶ καὶ τῷ Υἱῷ, καὶ ἀνεβόων· Χαῖρε θησαυρὲ τοῦ Μάννα τῆς διαθήκης, Χαῖρε Παρθένε, Χριστιανῶν τὸ καύχημα».

 

Γ. Εξάλλου,

α) με τα τροπάρια της στ´ Ωδής, ἦχος πλ. δ´, επισημαίνονται ο κενός τάφος και η παράδοξη κοίμηση, μία κοίμηση που είναι συγχρόνως ζωή, δωρηθείσα από το χορηγό της ζωής Λόγο εξαιρέτως στη Θεοτόκο, όπως εξαιρέτως μνημονεύεται στο μυστήριο της Θ. Ευχαριστίας:

«Νόμους τῆς φύσεως λαθοῦσα, τῇ κυήσει σου τῷ ἀνθρωπίνῳ νόμῳ, θνῄσκεις μόνη Ἁγνή, ζωώσασα τοὺς πάλαι, νενεκρωμένους ἄχραντε, τοκετῷ σου.

Μένει κενὸς ὁ θεῖος τάφος, σοῦ τοῦ σώματος, τῆς χάριτος δὲ πλήρης· ποταμοὺς γὰρ ἡμῖν, πηγάζει ἰαμάτων, καὶ ἀποπαύει ῥεύματα, Παναγία Θεοτόκε.

Ἤρθη τὸ σῶμα μὲν τοῦ τάφου παραμένει δὲ ἡμῖν ἡ εὐλογία, σοῦ Παρθένε ἁγνή, τυφλοὺς φωταγοῦσα, καὶ σοῦ τὸ εὐσυμπάθητον, ὑπεμφαίνουσα πλουσίως.

Τόμε καινὲ ἐν ᾧ ὁ Λόγος, ἀναγέγραπται συνόδῳ ξενωτάτῃ, βίβλῳ πάντας ζωῆς, ἱκέτευε γραφῆναι, τοὺς τὴν σεπτήν σου Κοίμησιν, καὶ παράδοξον ὑμνοῦντας».

 

β) Με τα τροπάρια της η´ Ωδής και το Θεοτοκίο, ἦχος πλ. δ´, ερμηνεύεται το γεγονός της εν σώματι μεταστάσεως της Θεοτόκου, γιατί είναι ο θρόνος του Κυρίου:

«Ἐκ τῶν περάτων ἐλθόντες, οἱ περάτων φωτοειδέστατοι στῦλοι πρὸς τὴν Σιὼν παρεγένοντο, πέρας βίου λαβοῦσαν, κηδεῦσαί σε Ἄχραντε.

Ῥητορευόντων οὐ σθένει πᾶσα γλῶσσα, οὐδὲ Ἀγγέλων ἀξίως, ἀνευφημῆσαί σε τάγματα· ἀσυγκρίτως γὰρ πάντων, ὑπέρκεισαι Δέσποινα.

Ἀγαλλιάσθω ἡ κτίσις αἱ νεφέλαι ἐν τῇ παρούσῃ ἡμέρᾳ, δικαιοσύνην ῥανάτωσαν, τῆς Παρθένου τιμῶσαι, τὴν θείαν Μετάστασιν».

Θεοτοκίον«Ἴδε ὁ θρόνος Κυρίου ὑπερέχων, τὰ Χερουβὶμ καὶ τοὺς θρόνους, γῆθεν ὑψοῦται τεθήσεσθαι, εἰς βασίλεια θεῖα, ἡ μόνη πανάμωμος».

 

γ) Το γ´ Στιχηρό Προσόμοιο των Προεορτίων των Αίνων κλείνει με την ομολογία ότι το σώμα της Θεοτόκου είναι θεῖον καὶ ἀκήρατον«Ἤθροισται ὁ χορός, Μαθητῶν παραδόξως, ἐκ τῶν περάτων κόσμου, κηδεῦσαί σου τὸ σῶμα, τὸ θεῖον καὶ ἀκήρατον», μία ομολογία που διατρέχει όλα τα Στιχηρά Προσόμοια των Αίνων μέχρι την εορτή της Αποδόσεως.

 

Δ. 1. Επομένως δεν τίθεται θέμα αναστάσεως και κρίσεως για την Παναγία, όπως για την υπόλοιπη κτίση, που βρίσκεται σε αναμονή. Η ομολογία της μητέρας του ενανθρωπήσαντος Λόγου ως Θεοτόκου, που είναι ο Όρος της Γ´ Οικουμενικής Συνόδου, μαζί με όλες τις ερμηνευτικές διατυπώσεις και επεξηγήσεις μέχρι και τις ησυχαστικές συνόδους της εποχής του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, προβάλλει την ευφροσύνη της Εκκλησίας για τον πρώτο καρπό του ανακαινισμού της κτίσεως, ως νέας ζωής και παραδείσου της δόξης του Θεού. Οι Πατέρες της Εκκλησίας με τη συνοδική και υμνολογική πράξη ερμήνευσαν το μυστήριο της Θείας Οικονομίας με βάση την αγιογραφική καταγραφή των Θεοφανειών του Λόγου από κτίσεως κόσμου, όπου οι οράσεις των Προφητών και η μαρτυρία των Αποστόλων αναπαύονται στην Κόρη Κυρίου, η οποία μεσιτεύει διαρκώς ως δούλη Κυρίου υπέρ πάντων ημών, αναιρώντας με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος την προπατορική αποστασία, γενόμενη γέφυρα, όρος, οἶκος, και πύλη στη χαρά του Κυρίου, όπως τοποθετείται και η παράσταση ακριβώς πάνω από την είσοδο των ιερών ναών στο τοίχο απέναντι από το Ιερό Βήμα.

2. Ως απόδειξη της νέας ζωής εν Χριστώ η Παναγία εν τη κοιμήσει, που είναι συγχρόνως και εν σώματι μετάσταση, συνοψίζει εξαιρέτως τον άνθρωπο της Βασιλείας του Θεού, όπως την προγεύθηκαν οι Απόστολοι κατά τη Μεταμόρφωση. Δεν είναι μάλιστα τυχαίο το γεγονός ότι ήδη από τον 7ο αιώνα (ίσως και νωρίτερα) οι δύο εορτές απέκτησαν και λειτουργική σύνδεση με την κοινή νηστεία.

3. Δεν πρέπει να τίθεται θέμα υστερόχρονης απαλλαγής της Θεοτόκου από το προπατορικό αμάρτημα. Άμα τη άκρα συλλήψει του Λόγου στη μήτρα της Παρθένου επήλθε και η απαλλαγή, γιατί η ενανθρώπηση είναι ανάπλαση του ανθρωπίνου γένους. Η κατάφαση της Παναγίας να γίνει η δούλη Κυρίου αμέσως την κατέστησε Θεοτόκο, εξ άκρας συλλήψεως, δημιουργώντας ο Λόγος την ιδία αυτού ανθρώπινη φύση (ἐν ἑαυτῷ, όπως εξηγεί ο Άγιος Κύριλλος) στη μήτρα της. Γι᾽ αυτό γίνεται τράπεζα και καθέδρα του Παμβασιλέως Χριστού και ο Χριστός λέγεται ὁμοούσιος τη Μητρί αυτού κατά την ανθρωπότητα, όπως είναι ὁμοούσιος τω Πατρί κατά τη θεότητα, δρών ως Θεός και άνθρωπος, ενεργών τις θεοσημίες και τα θαύματα και επιτρέπων ἑκουσίως την εκδήλωση των αδιαβλήτων παθών, όπως πείνα, δίψα, πόνο, το Σταυρό και την ταφή, ως απόδειξη ότι αληθώς ενηνθρώπησε, ανέπλασε την ανθρώπινη φύση, «δι᾽ ἡμᾶς», και γι᾽ αυτό είναι δεδομένη δωρεάν, χάριτι, δυνάμει για κάθε άνθρωπο η σωτηρία. Δρών είναι ο Υιός και Λόγος, ο «δι᾽ οὗ τὰ πάντα ἐγένετο», ο εις και αυτός, ο προ των αιώνων Θεός ενανθρωπήσας, που χαρίζει την αφθαρσία αμέσως στο ανθρώπινο γένος, με πρώτο μέτοχο την Παναγία. Και γι᾽ αυτό είναι ανόητη η συζήτηση περί του πότε κατέστη αδιάφθορη η ανθρώπινη φύση του Χριστού. Η απάντηση είναι εξ άκρας συλλήψεως, καθότι ο Λόγος ήνωσε ἐν ἑαυτῷ ἀσυγχύτως, ἀτρέπτως, ἀδιαιρέτως, ἀχωρίστως την ανθρώπινη φύση στη μήτρα της Παρθένου, παραμένων ο Ων ευλογητός Θεός, παραδεικνύων τη θεότητά του, πέραν της Θεοτόκου, ή οποία έχει την υψίστη εμπειρία της ίδιας της Ζωής, στους Μαθητές και Αποστόλους βαθμιαία, «ὅσον ἐχώρουν».Κοινοποίηση των ιδιωμάτων δεν είναι αυτό που συνήθως λέγεται από τους θεολόγους με μία τάχα θεολογική, τεχνική, γλώσσα, αλλά ότι ο Χριστός δρά ως Θεάνθρωπος, δρα, δηλαδή, τόσο τα θεία όσο και τα ανθρώπινα, ο εις και ο αυτός. Συνήθως οι θεολόγοι αρχίζουν και μιλούν για τις δύο φύσεις του Χριστού, ξεχνώντας τον ίδιο το Χριστό, το σαρκωθέντα και ενανθρωπήσαντα Υιό και Λόγο του Θεού Πατρός! Γι᾽ αυτό, εξάλλου, σ᾽ όλη την εκκλησιαστική ερμηνευτική, Προφητική, Αποστολική, συνοδική, πατερική, νηπτική, υμνολογική οι χριστιανοί καλούνται να αποκτήσουν νουν Χριστού και να εισέλθουν στη Βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, όπως η Θεοτόκος, γενόμενοι κατά χάρη, ό, τι ο Χριστός κατά φύση, άκτιστοι και ατελεύτητοι κατά χάρη. Η Θεοτόκος κατέστη καθέδρα και οίκος του Παμβασιλέως ενανθρωπήσαντος Λόγου, γιατί εξ άκρας συλλήψεως κατέστη η μήτρα της ανθρώπινης ανακαινισμένης φύσεως του Λόγου, την οποία δημιούργησε ο Λόγος ἐν ἑαυτῷόχι εκ προϋπαρχούσης φύσεως, για να τελειώνουμε με τις ανοησίες και τους αυτοσχεδιασμούς των θεολόγων, που αγνοούν τις ερμηνευτικές προτάσεις του Αγίου Κυρίλλου και της Γ´ Οικουμενικής Συνόδου, οι οποίες διατρέχουν ολόκληρη τη συνοδική, ερμηνευτική, υμνολογική και εικονόφιλη πράξη της Εκκλησίας.

4. Και το γεγονός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, όπως και όλα τα γεγονότα της ζωής της, θα πρέπει να προσεγγίζεται με την ενιαία όραση της Προφητικής και Αποστολικής παραδόσεως και γνώσεως, δηλαδή της των πάντων Εκκλησίας, σε άμεσο συσχετισμό με τις επαγγελίες περί του αναμενόμενου εν σαρκί Λόγου, για να μην υποκύπτει η κηρυγματική της Εκκλησίας στις απόκρυφες παιδαριώδεις διηγήσεις.

 

Ε. Ερχόμενη στα Αναγνώσματα της κυρίως εορτής έχω να παρατηρήσω τα εξής:

1. Συμπίπτουν με τα Αναγνώσματα του Γενεθλίου τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου στις 8 Σεπτεμβρίου, ακόμη και τα Προφητικά του Εσπερινού, γιατί, κατά τα παραπάνω εκτεθέντα, η Κοίμηση της Θεοτόκου είναι η κατεξοχήν ζωή, η απόδειξη του νῦν της Βασιλείας του Θεού.

2. Η τιμή στη Θεοτόκο έχει ως κέντρο της τον ενανθρωπήσαντα Λόγο, γι᾽ αυτό όλη η υμνολογία της εορτής και τα Αναγνώσματα δομούνται με τις επαγγελίες των Προφητών για τον εν σαρκί ερχόμενο εκ παρθένου και το χαιρετισμό του Μεγάλου Στρατηγού των Αρχαγγέλων Γαβριήλ Κεχαριτωμένη Χαῖρε!

3. Στο αυτό πλαίσιο είναι ενταγμένο το Αποστολικό Ανάγνωσμα, το οποίο απετέλεσε μαζί με το πρώτο κεφάλαιο του Κατά Ιωάννην Ευαγγελίου, (ιδίως ο στίχος 1, 14: «Καὶ ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν, καὶ ἐθεασάμεθα τὴν δόξαν αὐτοῦ, δόξαν ὡς μονογενοῦς παρὰ πατρός, πλήρης χάριτος καὶ ἀληθείας»)το αγιογραφικό πλαίσιο των ερμηνευτικών διατυπώσεων του άρθρου του Συμβόλου της Πίστεως:σαρκωθέντα καὶ ἐνανθρωπήσαντα, για την κατά θεία οικονομία φιλάνθρωπη φανέρωση του Λόγου σαρκί, τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ Κυρίου της Δόξης του παλαιού και του νέου Ισραήλ.

4. Η ιδιαίτερη διακονία της Θεοτόκου στο μυστήριο της Θείας Ενανθρωπήσεως καταγράφεται στην κατακλείδα του Ευαγγελικού Αναγνώσματος, όπου ο μακαρισμός της απλής γυναίκας εκ του όχλου, κάπως έτσι: Χαρά στη μάνα που σε γέννησε και τρεις φορές χαρά της, φέρνει την απάντηση από το Χριστό για κλήση του κάθε ανθρώπου να ακούσει και να τηρήσει το λόγο του Θεού, μία πρόταση, που υπονοεί αφενός τη μίμηση του τρόπου της Παναγίας ως δούλης Κυρίου, αφετέρου ότι ο εις και ο αυτός είναι ο Λόγος του Θεού ο παρέχων τη σωτηρία και την ανάσταση.

5. Μία μεταγενέστερη μίμηση επιταφίων και εγκωμίων για την Κοίμηση της Υπεραγίας Θεοτόκου, και μάλιστα στα μεθέορτα- οποία αντιχριστιανική τραγικότης- δεν έχει σχέση με το Μυστήριο της Θείας Οικονομίας, το οποίο διενεργείται από τον Ενανθρωπήσαντα Υιό και Λόγο του Θεού, ενώ συγχρόνως αναιρεί την ευφροσύνη του κενού τάφου της Παναγίας, που πλημμυρίζει με αναστάσιμη μεταμορφωτική χαρά άπασα την κτίση, και παλαιότερα είχε απαγορευτεί αυτή η καινοτομία και ειδωλική θεατρινίστικη παράσταση από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, όπως και η λειτουργική χρήση αυτού του αντιφιλόκαλου κειμένου (ευτυχώς που επιθέτουν μόνο κάποια τελείως ανορθολογική εικόνα του σκηνώματος της Παναγίας και δεν επιθέτουν και εικόνα της μετά του Χριστού... Καθότι θέατρο καταντούν την Εκκλησία ακόμη και στα έθνη...).

 

Αποστολικό Ανάγνωσμα (ίδιο με την εορτή του Γενεθλίου τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου,8 Σεπτεμβρίου): Φιλιπ. 2, 5-11: «5 τοῦτο φρονείσθω ἐν ὑμῖν ὃ καὶ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, 6 ὃς ἐν μορφῇ Θεοῦ ὑπάρχων οὐχ ἁρπαγμὸν ἡγήσατο τὸ εἶναι ἴσα Θεῷ, 7 ἀλλ᾽ ἑαυτὸν ἐκένωσε μορφὴν δούλου λαβών, ἐν ὁμοιώματι ἀνθρώπων γενόμενος, 8 καὶ σχήματι εὑρεθεὶς ὡς ἄνθρωπος ἐταπείνωσεν ἑαυτὸν γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δὲ σταυροῦ. 9 διὸ καὶ ὁ Θεὸς αὐτὸν ὑπερύψωσε καὶ ἐχαρίσατο αὐτῷ ὄνομα τὸ ὑπὲρ πᾶν ὄνομα, 10 ἵνα ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ πᾶν γόνυ κάμψῃ ἐπουρανίων καὶ ἐπιγείων καὶ καταχθονίων, 11 καὶ πᾶσα γλῶσσα ἐξομολογήσηται ὅτι Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς εἰς δόξαν Θεοῦ πατρός».

 

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: (ίδιο με την εορτή του Γενεθλίου τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου, 8 Σεπτεμβρίου): Λουκ. 10, 38-42- 11, 27-28: «38 Ἐγένετο δὲ ἐν τῷ πορεύεσθαι αὐτοὺς καὶ αὐτὸς εἰσῆλθεν εἰς κώμην τινά. γυνὴ δέ τις ὀνόματι Μάρθα ὑπεδέξατο αὐτὸν εἰς τὸν οἶκον αὐτῆς. 39 καὶ τῇδε ἦν ἀδελφὴ καλουμένη Μαρία, ἣ καὶ παρακαθίσασα παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ ἤκουε τὸν λόγον αὐτοῦ. 40 ἡ δὲ Μάρθα περιεσπᾶτο περὶ πολλὴν διακονίαν· ἐπιστᾶσα δὲ εἶπε· Κύριε, οὐ μέλει σοι ὅτι ἡ ἀδελφή μου μόνην με κατέλιπε διακονεῖν; εἰπὲ οὖν αὐτῇ ἵνα μοι συναντιλάβηται. 41 ἀποκριθεὶς δὲ εἶπεν αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· Μάρθα Μάρθα, μεριμνᾷς καὶ τυρβάζῃ περὶ πολλά· 42 ἑνὸς δέ ἐστι χρεία· Μαρία δὲ τὴν ἀγαθὴν μερίδα ἐξελέξατο, ἥτις οὐκ ἀφαιρεθήσεται ἀπ᾽ αὐτῆς. - 27 Ἐγένετο δὲ ἐν τῷ λέγειν αὐτὸν ταῦτα ἐπάρασά τις γυνὴ φωνὴν ἐκ τοῦ ὄχλου εἶπεν αὐτῷ· Μακαρία ἡ κοιλία ἡ βαστάσασά σε καὶ μαστοὶ οὓς ἐθήλασας. 28 αὐτὸς δὲ εἶπε· Μενοῦνγε μακάριοι οἱ ἀκούοντες τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ καὶ φυλάσσοντες αὐτόν».



[1]Θεοτοκίο Εσπερινού, ἦχος β´: «Ἡ τῶν οὐρανῶν ὑψηλοτέρα ὑπάρχουσα, καὶ τῶν Χερουβὶμ ἐνδοξοτέρα, καὶ πάσης κτίσεως τιμιωτέρα, ἡ δι᾽ ὑπερβάλλουσαν καθαρότητα, τῆς ἀϊδίου οὐσίας δοχεῖον γεγενημένη, ἐν ταῖς τοῦ Υἱοῦ χερσί, σήμερον τὴν παναγίαν παρατίθεται ψυχήν, καὶ σὺν αὐτῇ πληροῦται τὰ σύμπαντα χαρᾶς, καὶ ἡμῖν δωρεῖται τὸ μέγα ἔλεος», και Απολυτίκιο Προεόρτιο, ἦχος δ´: «Λαοὶ προσκιρτήσατε, χεῖρας κροτοῦντες πιστῶς, καὶ πόθῳ ἀθροίσθητε, σήμερον χαίροντες, καὶ φαιδρῶς ἀλαλάζοντες, πάντες ἐν εὐφροσυνῃ· τοῦ Θεοῦ γὰρ ἡ Μήτηρ, μέλλει τῶν ἐπιγείων, πρὸς τὰ ἄνω ἀπαίρειν, ἐνδόξως ἣν ἐν ὕμνοις ἀεί, ὡς Θεοτόκον δοξάζομεν».

ΚΥΡΙΑΚΗ Ι´  ΜΑΤΘΑΙΟΥ, Κυριακὴ μετὰ τὴν ἑορτήν, Ματθίου τοῦ Ἀποστόλου, 9 Αὐγούστου 2026, (17/8/2025)-(13/8/2023)- (5/8/2018) (Αριθμ. 32Ν3)

 

Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ.

 

Α. 1. Ο Ευαγγελιστής Ματθίας ήταν ένας εκ των Εβδομήκοντα μαθητών του Χριστού, που συγκαταριθμήθηκε στους Δώδεκα στη θέση του προδότη Ιούδα (Πράξ. α´, 18-26), ενώ στο Συναξάριον (Synaxarium Ecclesiae Constantinopolitanae) σημειώνεται ότι κήρυξε στην Άνω Αιθιοπία, η οποία χωροθετείται στη σημερινή Γεωργία, όπου και μαρτύρησε. Ο κανόνας του Αποστόλου είναι έργο του εκ των μέγιστων υμνογράφων Οσίου Θεοφάνους του Γραπτού και απηχεί το άκρως φωτοδοτικό και φιλόκαλο ύφος της νηπτικής υμνογραφίας του.

2. α. H Κυριακή Ι´  Ματθαίου είναι μία από τις ιδιαίτερες Κυριακές, γιατί συναρτάται με την εορτή της Μεταμορφώσεως του Χριστού ή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, δηλαδή, ανάλογα με τον εορτασμό του Πάσχα και την Πεντηκοστή, καθορίζεται εορτολογικά στο διάστημα από πριν την εβδομάδα της Μεταμορφώσεως μέχρι την εβδομάδα της Αποδόσεως της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, οπότε και οι Καταβασίες, το Κοντάκιο και το Απολυτίκιο αλλά και όλη η υμνολογία καθορίζονται από την ημερομηνία τελέσεως. Το χαρακτηριστικό της είναι ότι το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα, όπως είναι φυσικό, αλλά ιδίως το Αποστολικό παραμένουν τα ίδια και είναι νοηματικά και κειμενικά συνυφασμένα με το γεγονός της Μεταμορφώσεως.

β. Η Ι´  Κυριακή του Ματθαίου φέτος έχει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, καθώς συμπίπτει με την εβδομάδα της Απόδοσης της Μεταμορφώσεως του Χριστού, με την υμνολογία της εορτής της Μεταμορφώσεως. Ουσιαστικά πρόκειται για την κατακλείδα μιας περιόδου δεκαπέντε ημερών με τα Προεόρτια να αποτελούν την εκβολή της προεόρτιας εβδομάδος που αρχίζει στις 27 Ιουλίου με λειτουργικό πυρήνα στις Καταβασίες των εἱρμῶν«Χοροὶ Ἰσραήλ, ἀνίκμοις ποσί, πόντον ἐρυθρόν, καὶ ὑγρὸν βυθὸν διελάσαντες, ἀναβάτας τριστάτας, δυσμενεῖς ὁρῶντες ἐν αὐτῷ ὑποβρυχίους, ἐν ἀγαλλιάσει ἔμελπον· ᾌσωμεν τῷ Θεῷ ἡμῶν, ὅτι δεδόξασται», που αποτελεί και τον εἱρμό του πρώτου Κανόνα της Μεταμορφώσεως ως μετάβαση στις Καταβασίες της «Σταυρὸν χαράξας Μωσῆς, ἐπ’ εὐθείας ῥάβδῳ, τὴν Ἐρυθρὰν διέτεμε, τῷ Ἰσραὴλ πεζεύσαντι· τὴν δὲ ἐπιστρεπτικῶς, Φαραὼ τοῖς ἅρμασι, κροτήσας ἥνωσεν, ἐπ’ εὔρους διαγράψας, τὸ ἀήττητον ὅπλον· διὸ Χριστῷ ᾄσωμεν, τῷ Θεῷ ἡμῶν, ὅτι δεδόξασται», διά των οποίων ενοποιούνται λειτουργικά και θεολογικά, δηλαδή ερμηνευτικά, η εορτή της Μεταμορφώσεως και της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού μέχρι την 21η Σεπτεμβρίου (Απόδοση της εορτής της Υψώσεως), με διακοπή, ευλόγως, κατά τα Προεόρτια και τα της Αποδόσεως της εορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, (ως π.χ. ο Εσπερινός των Προεορτίων της Κοιμήσεως είναι ως συνέχεια της Αποδόσεως της Μεταμορφώσεως!) ενώ πρέπει να σημειωθεί ότι οι ίδιες Καταβασίες «Σταυρὸν χαράξας» ψάλλονται, ευλόγως, και την πρώτη Αυγούστου, εορτή της Προόδου του Τιμίου Σταυρού.

 

Β. Μία δεύτερη παρατήρηση ως προς το χρόνο της εορτής της Μεταμορφώσεως, αυτή πρέπει αρχικά να εορταζόταν και κατά τη Β´ Κυριακή των Νηστειών, (που είναι αφιερωμένη τώρα στη μνήμη του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά), όπως έμεινε στο εορτολόγιο της ΡΚαθολικής Εκκλησίας με το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα Μάρκ. θ´, 2-8, οπότε συνδυαζόταν με την επόμενη Κυριακή, της Σταυροπροσκυνήσεως και της διαβατηρίου περιόδου της Μεγάλης Τεσσαρακοστής προς το Πάσχα, εξ ου και τα προτυπικά γεγονότα της διαβάσεως της Ερυθράς Θάλασσας, και η προτυπική παρουσία του Μωϋσέως, που διασώζεται στην υμνολογία της εορτής, η οποία εν συνεχεία συνδέθηκε με την παγκόσμια Ύψωση του Τιμίου Σταυρού. Ίχνη της αρχικής εορτής υπάρχουν μόνο στα Προεόρτια και ειδικότερα με την παρεμβολή στην αρχή, στο μέσον και το τέλος του Προεόρτιου Κανόνα «Εἴθ᾽ οὕτω τὸ Τριῴδιον», ή «Τοῦ Τριῳδίου», ως ἄλλος εἱρμός. Ο εορτασμός της μόνιμης αναστήλωσης των ιερών εικόνων με το Απολυτίκιο «Τὴν ἄχραντον Εἰκόνα σου, προσκυνοῦμεν ἀγαθέ, αἰτούμενοι συγχώρησιν τῶν πταισμάτων ἡμῶν, Χριστὲ ὁ Θεός, βουλήσει γὰρ ηὐδόκησας σαρκί, ἀνελθεῖν ἐν τῷ Σταυρῷ, ἵνα ῥύσῃ οὓς ἔπλασας, ἐκ τῆς δουλείας τοῦ ἐχθροῦ· ὅθεν εὐχαρίστως βοῶμέν σοι, Χαρᾶς ἐπλήρωσας τὰ πάντα, ὁ Σωτὴρ ἡμῶν, παραγενόμενος εἰς τὸ σῶσαι τὸν κόσμον», ως περίληψη του Μυστηρίου της Ενανθρωπήσεως του Λόγου σε συνδυασμό με την εορτή του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, ο οποίος έχει ως ερμηνευτικό κέντρο το γεγονός της Μεταμορφώσεως του Χριστού, ενίσχυσε τη μετάθεση της εορτής της Μεταμορφώσεως το θέρος με τη σημερινή μορφή στην αλληλουχία του κύκλου που άρχισε με την εορτή του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου κατά το Ευαγγέλιο του Ματθαίου.

 

Γ. 1. Πέραν της αναδύσεως της εορτής της Μεταμορφώσεως και στο πλαίσιο του Τριωδίου, η εορτή υπάρχει και κατά το θέρος, σημειούμενη και στο Τυπικό της Μεγάλης Εκκλησίας, ενώ το ίδιο το γεγονός αποτελεί συμπερίληψη της παρουσίας του Λόγου στους θεόπτες και αυτόπτες μάρτυρες εκ του παλαιού και του νέου Ισραήλ, και συγχρόνως είναι ένας προαυγασμός της Αναστάσεως και της Πεντηκοστής, γεγονότα που αφορούν σε όλο το ανθρώπινο γένος, ως «δυνάμει» ανακαινισμός του και από δόξης εις δόξαν αναβαθμός κατά την οικεία δεκτικότητα εκάστου. Η υμνολογία των Προεορτίων μάς εισάγει στο Θεοφανικό γεγονός της Μεταμορφώσεως ανακαλώντας και το Θεοφανικό γεγονός του Βαπτίσματος του Χριστού, αλλά συγχρόνως είναι ανάκληση και των Θεοφανικών προτυπώσεων κατά την Προφητική μαρτυρία του αυτού αποκαλυφθέντος άσαρκου Λόγου εν Αγίω Πνεύματι και στους Προφήτες, καθώς ομολογούμε και στο Σύμβολο της Πίστεως: «τὸ λαλῆσαν διὰ τῶν Προφητῶν».

2. Έτσι, π.χ. κατά τον Εσπερινό των Προεορτίων στο πρώτο Στιχηρό Προσόμοιο ακούμε ότι η νεφέλη,εντός της οποίας είχε εισέλθει ο Μωϋσής κατά την παράδοση του Νόμου, είναι παραστατικό σημείο της παρουσίας του Αγίου Πνεύματος, το οποίο βεβαιώνει ότι ο Μεταμορφούμενος είναι ο Προαιώνιος Λόγος, ο δι᾽ ου τα πάντα εγένετο, ο Θεός Αβραάμ και Μωϋσέως: «Δεῦτε συνανέλθωμεν, τῷ Ἰησοῦ ἀναβαίνοντι, εἰς τὸ ὄρος τὸ ἅγιον, κἀκεῖ ἀκουσώμεθα, φωνῆς Θεοῦ ζῶντος, Πατρὸς προανάρχου, διὰ νεφέλης φωτεινῆς, προσμαρτυρούσης ἐν θείῳ Πνεύματι, αὐτοῦ τὴν γνησιότητα, τῆς ἀϊδίου Υἱότητος, καὶ τὸν νοῦν φωτιζόμενοι, ἐν φωτὶ φῶς ὀψώμεθα» και στο Δόξα ... Καὶ νῦν του Όρθρου Στιχηρό Προσόμοιο της εορτής: «Νόμου καὶ Προφητῶν σε Χριστέ, ποιητὴν καὶ πληρωτὴν ἐμαρτύρησαν, ὁρῶντες ἐν τῇ νεφέλῃ, Μωϋσῆς ὁ θεόπτης, καὶ Ἠλίας ὁ ἔμπυρος ἁρματηλάτης καὶ ἄφλεκτος οὐρανοδρόμος, ἐπὶ τῆς Μεταμορφώσεώς σου, μεθ’ ὧν καὶ ἡμᾶς τοῦ σοῦ φωτισμοῦ ἀξίωσον Δέσποτα, ὑμνεῖν σὲ εἰς τοὺς αἰῶνας», ή το τρίτο τροπάριο της πρώτης Ὠδής στον Όρθρο: «Γνωστῶς νῦν προέρχεται, ἐμφανισθῆναι Μωσῇ Χριστός, καὶ δόξαν τὴν ἄρρητον, δεῖξαι ἓν ὄρει Θαβώρ, τῇ πρὸς πρόσωπον, ἀμέσως ὁμιλίᾳ. Γηθόμενοι σήμερον προεορτάσωμεν». Σημειωτέον ότι μετά την Ανάληψη η αναγνώριση και ομολογία του Χριστού στην Εκκλησία της Πεντηκοστής, ως Θεού, γίνεται μόνο Πνευματικώς, όπως και με τις θεοσημείες ο Χριστός, ως Ενανθρωπήσας Λόγος, ενεργεί εκφαίνων και την παρουσία του Αγίου Πνεύματος, ενεργών με τη μία και την αυτήν ενέργεια Πνευματικώς, εκβάλλων τα δαιμόνια και θεραπεύων, οδηγώντας τους Μαθητές του να γίνουν δεκτικοί της αγιοτριαδικής θεογνωσίας,«καθώς ἐχώρουν».

3. Η προθεωρία, εξάλλου, της εορτής, όπως και τα της Αποδόσεως, είναι συγχρόνως και εισαγωγή και προχειρισμός των Παθών και της Αναστάσεως κατά το τρίτο τροπάριο της τέταρτης Ὠδῆς: «Ἰησοῦς Ναυῆ ὁ γόνος, πρὶν τὸν ἥλιον ἔστησε, προτυπῶν ἡμέραν, τὴν τοῦ θείου Πάθους, σὺ δὲ Σωτήρ, πρὸ τοῦ Τιμίου Σταυροῦ σου, σέλας ἔκρυψας τοῦ ἡλίου, αὐγῇ τοῦ προσώπου σου Κύριε», ένα γεγονός οικουμενικών συνεπειών για το ανθρώπινο γένος, αφού στο γεγονός της Μεταμορφώσεως εκπροσωπούνται κατενώπιον των μαθητών οι ζώντες, (Ηλίας) και (Μωϋσής) ζώντες και τεθνεώτες του παλαιού Ισραήλ: «Ξενίζων φρένας Χριστὸς Μαθητῶν, οὐράνιον ἐν γῇ σέλας ἤστραψε, νόμου καὶ Προφητῶν, δουλοπρεπῶς παριστῶν ἀρχηγούς, ὑφ᾽ ὧν νεκρῶν καὶ ζώντων,προσμαρτυρεῖται Θεός», δεύτερο τροπάριο της στ´ Ὠδῆς. Εξάλλου, το ίδιο προχειριστικό αναστάσιμο πλαίσιο αποτυπώνει το θαυμάσιο Δοξαστικό των Στιχηρών του Εσπερινού τῆς Μεταμορφώσεως: «Προτυπῶν τὴν Ἀνάστασιν τὴν σήν, Χριστὲ ὁ Θεός, τότε παραλαμβάνεις τοὺς τρεῖς σου μαθητάς, Πέτρον καὶ Ἰάκωβον καὶ Ἰωάννην, ἐν τῷ Θαβὼρ ἀνελθών. Σοῦ δὲ Σωτὴρ μεταμορφουμένου, τὸ Θαβώριον ὄρος φωτὶ ἐσκέπετο. Οἱ Μαθηταί σου Λόγε, ἔρριψαν ἑαυτοὺς ἐν τῷ ἐδάφει τῆς γῆς, μὴ φέροντες ὁρᾶν, τὴν ἀθέατον μορφήν, Ἄγγελοι διηκόνουν φόβῳ καὶ τρόμῳ, οὐρανοὶ ἔφριξαν, γῆ ἐτρόμαξεν, ὁρῶντες ἐπὶ γῆς, τῆς δόξης τὸν Κύριον».

 

Δ. 1. Το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα κείται ως εισαγωγή και ως προς το Αποστολικό Ανάγνωσμα ως κλήση, γιατί η αποκάλυψη του Λόγου του Θεού Πατρός, του ενός και του αυτού άσαρκου, ένσαρκου και Πνευματικώς ορωμένου, γίνεται «δι᾽ ἡμᾶς καὶ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν» και όχι γιὰ να γράφουν περὶ εννοιών οι σύγχρονοι θεολόγοι. Συγκεκριμένα, η ευαγγελική περικοπή κατά την καταγραφή του Ματθαίου έπεται του γεγονότος της Μεταμορφώσεως, όπως ακούγεται στο Ευαγγελικό Ανάγνωσμα αυτής της εορτής. Οι πρόκριτοι των Μαθητών, τρεις και όχι ένας και δύο, που ήσαν ήδη έμπειροι του γεγονότος της Μεταμορφώσεως, ότι, δηλαδή, ο συνών με αυτούς είναι ο Θεός των Πατέρων τους, ο Κύριος της Δόξης, κατά τη μαρτυρία των συμπαρόντων Ηλιού και Μωϋσέως, παρακλήθηκαν από τον πατέρα του σεληνιαζομένου υιού, να τον θεραπαύσουν, αλλά «οὐκ ἠδυνήθησαν αὐτὸν θεραπεῦσαι». Ο Χριστός αντιδρά εν αγανακτήσει, αφήνει οικονομικώς να φανούν τα αδιάβλητα πάθη, ως τέλειος άνθρωπος δι᾽ ἡμᾶς, και λέγει: «Ὦ γενεὰ ἄπιστος καὶ διεστραμμένη! ἕως πότε ἔσομαι μεθ᾽ ὑμῶν; ἕως πότε ἀνέξομαι ὑμῶν;», όχι αδίκως, γιατί παρουσιάζονται ολιγόπιστοι εν τη πράξει μετά την προς αυτούς δωρεά της θεοπτίας κατά τη Μεταμόρφωση. Ίσως, μάλιστα, καθώς αντελήφθησαν από την προσλαλιά μεταξύ Χριστού, Μωϋσέως και Ηλία ότι η πορεία προς τα Πάθη είναι εγγύς και δεν ήθελαν να το πιστέψουν, ολιγοπίστησαν, και ίσως σκέφθηκαν ότι και η δική τους πορεία θα είναι, όπως την περιγράφει ο Απόστολος Παύλος στο Αποστολικό Ανάγνωσμα, ως «ἐπιθανατίων». Εξάλλου, ο Χριστός επανέρχεται μετά το γεγονός της θεραπείας του σεληνιαζομένου στον προχειρισμό του σταυρικού του θανάτου, αλλά και της τριημέρου Αναστάσεως: «22 Ἀναστρεφομένων δὲ αὐτῶν εἰς τὴν Γαλιλαίαν εἶπεν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· Μέλλει ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοσθαι εἰς χεῖρας ἀνθρώπων 23 καὶ ἀποκτενοῦσιν αὐτόν, καὶ τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἐγερθήσεται». Και ο Ματθαίος σημειώνει ότι μετά από αυτό: «καὶ ἐλυπήθησαν σφόδρα».

2. Ας σημειωθεί επιπλέον ότι ο Απόστολος Παύλος είναι σαν και να συνεχίζει με λόγο συγκλονιστικό το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα ομιλών για την κλήση των Αποστόλων εν Χριστῶ, που είναι ανατροπή και της ιουδαϊκής περιφρούρησης με μία πίστη στερρεότυπων, που η ευθύνη μεταβιβαζόταν από τον Ισραήλ στους Προφήτες και τους Πατριάρχες τους κατά το Νόμο και τις εντολές, αλλά και ως προς τα έθνη, που είχαν ως αρετή την ισχύ, προβάλλοντας ο Απόστολος Παύλος την πνευματική πατρότητα εν Χριστώ, που δεν έχει καν σχέση με υλικές απολαβές, αφού ακόμη και η ίδια η ζωή του οικονομείται «ταῖς ἰδίαις χερσί»! Σκληρή είναι και η μίμηση, ασφαλώς, που προτείνει ο Απόστολος Παύλος στους Κορίνθιους, εάν θέλουν να είναι πράγματι τέκνα του και όχι απλώς να υπερηφανεύονται χρησιμοποιώντας το όνομά του.

 

Αποστολικό Ανάγνωσμα: Α´ Κορ. δ´, 9-16: «9 Δοκῶ γὰρ ὅτι ὁ Θεὸς ἡμᾶς τοὺς ἀποστόλους ἐσχάτους ἀπέδειξεν, ὡς ἐπιθανατίους, ὅτι θέατρον ἐγενήθημεν τῷ κόσμῳ, καὶ ἀγγέλοις καὶ ἀνθρώποις. 10 ἡμεῖς μωροὶ διὰ Χριστόν, ὑμεῖς δὲ φρόνιμοι ἐν Χριστῷ· ἡμεῖς ἀσθενεῖς, ὑμεῖς δὲ ἰσχυροί· ὑμεῖς ἔνδοξοι, ἡμεῖς δὲ ἄτιμοι. 11 ἄχρι τῆς ἄρτι ὥρας καὶ πεινῶμεν καὶ διψῶμεν καὶ γυμνητεύομεν καὶ κολαφιζόμεθα καὶ ἀστατοῦμεν 12 καὶ κοπιῶμεν ἐργαζόμενοι ταῖς ἰδίαις χερσί· λοιδορούμενοι εὐλογοῦμεν, διωκόμενοι ἀνεχόμεθα, 13 βλασφημούμενοι παρακαλοῦμεν· ὡς περικαθάρματα τοῦ κόσμου ἐγενήθημεν, πάντων περίψημα ἕως ἄρτι. 14 Οὐκ ἐντρέπων ὑμᾶς γράφω ταῦτα, ἀλλ' ὡς τέκνα μου ἀγαπητὰ νουθετῶ· 15 ἐὰν γὰρ μυρίους παιδαγωγοὺς ἔχητε ἐν Χριστῷ, ἀλλ οὐ πολλοὺς πατέρας· ἐν γὰρ Χριστῷ Ἰησοῦ διὰ τοῦ εὐαγγελίου ἐγὼ ὑμᾶς ἐγέννησα. 16 παρακαλῶ οὖν ὑμᾶς, μιμηταί μου γίνεσθε».

 

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: Ματθ. ιζ´, 14-23: «14 Καὶ ἐλθόντων αὐτῶν πρὸς τὸν ὄχλον προσῆλθεν αὐτῷ ἄνθρωπος γονυπετῶν αὐτὸν καὶ λέγων· 15 Κύριε, ἐλέησόν μου τὸν υἱόν, ὅτι σεληνιάζεται καὶ κακῶς πάσχει· πολλάκις γὰρ πίπτει εἰς τὸ πῦρ καὶ πολλάκις εἰς τὸ ὕδωρ. 16 καὶ προσήνεγκα αὐτὸν τοῖς μαθηταῖς σου, καὶ οὐκ ἠδυνήθησαν αὐτὸν θεραπεῦσαι. 17 ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν· Ὦ γενεὰ ἄπιστος καὶ διεστραμμένη! ἕως πότε ἔσομαι μεθ᾽ ὑμῶν; ἕως πότε ἀνέξομαι ὑμῶν; φέρετέ μοι αὐτὸν ὧδε. 18 καὶ ἐπετίμησεν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς, καὶ ἐξῆλθεν ἀπ' αὐτοῦ τὸ δαιμόνιον καὶ ἐθεραπεύθη ὁ παῖς ἀπὸ τῆς ὥρας ἐκείνης. 19 Τότε προσελθόντες οἱ μαθηταὶ τῷ Ἰησοῦ κατ᾽ ἰδίαν εἶπον· Διατί ἡμεῖς οὐκ ἠδυνήθημεν ἐκβαλεῖν αὐτό; 20 ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· Διὰ τὴν ἀπιστίαν ὑμῶν. ἀμὴν γὰρ λέγω ὑμῖν, ἐὰν ἔχητε πίστιν ὡς κόκκον σινάπεως, ἐρεῖτε τῷ ὄρει τούτῳ, μετάβηθι ἐντεῦθεν ἐκεῖ, καὶ μεταβήσεται· καὶ οὐδὲν ἀδυνατήσει ὑμῖν. 21 τοῦτο δὲ τὸ γένος οὐκ ἐκπορεύεται εἰ μὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ. 22 Ἀναστρεφομένων δὲ αὐτῶν εἰς τὴν Γαλιλαίαν εἶπεν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· Μέλλει ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοσθαι εἰς χεῖρας ἀνθρώπων 23 καὶ ἀποκτενοῦσιν αὐτόν, καὶ τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἐγερθήσεται. καὶ ἐλυπήθησαν σφόδρα».

Πέμπτη 6 Αυγούστου 2026

 Ἡ Μεταμόρφωσις τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, 6 Αὐγούστου 2026/ 2025(6/8/2023)- (6/8/2018), (Αριθμ. 33N2)

 

Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ.

 

Α. Προθεωρία: Η προεόρτιος περίοδος της εορτής της Μεταμορφώσεως αρχίζει την 27η Ιουλίου με τούς ειρμούς «Χοροὶ Ἰσραήλ» και το Κοντάκιο «Ἐπὶ τοῦ Ὄρους μετεμορφώθης», 1ης και 5ης (Προεόρτια Μεταμορφώσεως). Σύμφωνα με το Τυπικὸν τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας, την πρώτη Αυγούστου εορτάζετο «ἡ βάπτισις τῶν τιμίων ξύλων», ή ως λέγεται σήμερα, η Πρόοδος, ἤτοι Ἔξοδος καὶ προσκύνησις τοῦ Τιμίου Σταυροῦ. Ένα πρώτο ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι την προτεραία, 31 Ιουλίου, εορτάζετο και η Ανάμνηση των εγκαινίων του «σεβασμίου οἴκου τῆς ἁγίας ἀχράντου Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας, τοῦ ὄντος ἐν Βλαχέρναις» παρόντος τοῦ Πατριάρχη. Ίσως γι᾽ αυτό στα προεόρτια της εξόδου του Τιμίου Σταυρού από το Παλάτιον και την προϋπάντησή του προ της Αγίας Σοφίας, κατά το Συναξάριον(Synaxarium Ecclesiae Constantinopolitanae), την αναλάμβανε «ὁ δευτερεύων τῶν πρεσβυτέρων ἀπὸ τῶν κηρυλαρείων». Σημειώνεται δε επιπλέον ότι ο Τίμιος Σταυρός «Προτίθεται δὲ εἰς τὸν βαπτιστῆρα τὸν μικρόν, ἔνθα καὶ ἁγιάζει ἐν τῇ ἀργυρᾷ κάλπῃ· εἶθ᾽ οὕτως εἰς τὸ θυσιαστήριον...». Ένα δεύτερο στοιχείο περί «τῆς βαπτίσεως τῶν τιμίων ξύλων» μπορεί να συσχετισθεί με την ίδια την εορτή της Μεταμορφώσεως, αν συνδυάσουμε τη μαρτυρία που παρέχεται από το βιβλίο του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Ζ´, Περὶ τῆς βασιλείου τάξεως ότι: «Χρὴ δὲ εἰδέναι ὅτι κατὰ τὴν τάξιν ταύτην καὶ τὸν τύπον ἐπιτελεῖται ἥ τε ἁγία καὶ μεγάλη Κυριακὴ τοῦ Πάσχα καὶ ἡ ἁγία Πεντηκοστὴ καὶ ἡ θεολαμπὴς Μεταμόρφωσις ἥ τε ἁγία καὶ γενέθλιος τοῦ Κυρίου ἡμῶν καὶ Θεοῦ ἑορτὴ καὶ ἡ ἁγία ὑπέρλαμπρος τῶν Φώτων ἡμέρα». Επιπλέον, κατά τη Μεταμόρφωση με πατριαρχική παρουσία οπωσδήποτε στην Αγία Σοφία ετελείτο παννυχίδα με προανάγνωση, όπως και στις άλλες τέσσερεις εορτές, που ήταν βαπτιστήριες, στις οποίες ετελείτο παννυχίδα με βεβαία προανάγνωση εκ των έργων του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου. Πιθανόν την ανάμνηση των βαπτίσεων κατά την προεόρτια περίοδο της Μεταμορφώσεως να απηχεί και η πράξη «τῆς βαπτίσεως τῶν τιμίων ξύλων».

Β. Με την εορτή της Μεταμορφώσεως κλείνει μία περίοδος σαράντα ημερών, που άνοιξε με την εορτή του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, και ανοίγει, επίσης, μία δεύτερη περίοδος σαράντα ημερών, η οποία καταλήγει στην εορτή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού. Όλα τα Αναγνώσματα, Προφητικά (Ἐξόδου 24, 12-18: Ἐξόδου 33, 11-23 και 34, 4-6,8, Βασιλειῶν Γ´, 19, 3-9 και 11-13 και 15-16), κατά τα οποία πρωταγωνιστούν ο Θεόπτης Μωϋσής και ο Θεσβίτης Ηλίας, όπως και το Εωθινό Ευαγγέλιο (Λουκ. θ´, 28-36: 28), το Αποστολικό και το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα και η Υμνολογία της εορτής καταυγάζονται από τη διαρκή παρουσία του Τριαδικού Θεού από κτίσεως κόσμου και μέχρις εσχάτων, ως μία διαρκής εγρήγορση του έρχεται και νυν εστί. Πρόκειται για μία σύνοψη του μυστηρίου της Θείας Οικονομίας, μιας οικουμενικής θέασης του σύμπαντος κόσμου, όπου ο Λόγος δημιουργεί, αποκαλύπτεται στους Προφήτες οδηγών ως στήλη πυρός τον Ισραήλ, παραδεικύων τη δύναμη της Θεότητάς του στο Θαβώρ, προχειριζόμενος ο ίδιος το Σταυρικό Πάθος, (κατά τις προτυπώσεις του Μωϋσέως), την Ανάσταση, αλλά και τη δευτέρα έλευση, ανακαλών τον άνθρωπο και την κτίση στο «ἀρχέτυπο κάλλος»[1]. Ειδικά η Καταβασία της εορτής είναι συγκλονιστική εκ του β´ Κανόνος,ποίημα Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού, γιατί σε μία πορεία προτύπωσης και αλήθειας, νόμου και χάριτοςπροδιαγράφεται και συγχρόνως ενοποιείται η πορεία του παλαιού και του νέου Ισραήλ και η νίκη κατά των φθοροποιών δυνάμεων εν τω Σταυρώ του Χριστού: «Σταυρὸν χαράξας Μωσῆς, ἐπ’ εὐθείας ῥάβδῳ, τὴν Ἐρυθρὰν διέτεμε, τῷ Ἰσραὴλ πεζεύσαντι· τὴν δὲ ἐπιστρεπτικῶς, Φαραὼ τοῖς ἅρμασι, κροτήσας ἥνωσεν, ἐπ’ εὔρους διαγράψας, τὸ ἀήττητον ὅπλον· διὸ Χριστῷ ᾄσωμεν, τῷ Θεῷ ἡμῶν, ὅτι δεδόξασται». Συγχρόνως με την Ὠδή η´ του α´ Κανόνος, ποίημα του Αγίου Κοσμά θετού αδελφού του Δαμασκηνού, γίνεται μία ευθεία αναφορά στην κατακλείδα της Παλαιάς Διαθήκης, με την προτύπωση των Τριών Παίδων εν τη καμίνω, που συνιστά ομολογία του Τριαδικού Θεού: «Αἰνοῦμεν, εὐλογοῦμεν καὶ προσκυνοῦμεν τὸν Κύριον./ Εὐλογεῖτε Παῖδες, τῆς Τριάδος ἰσάριθμοι,/ Δημιουργὸν Πατέρα Θεόν,/ ὑμνεῖτε τὸν συγκαταβάντα Λόγον,/ καὶ τὸ πῦρ εἰς δρόσον μεταποιήσαντα,/ καὶ ὑπερυψοῦτε, τὸ πᾶσι ζωὴν παρέχον,/ Πνεῦμα πανάγιον εἰς τοὺς αἰῶνας».Σημειωτέον ότι το όνομα Κύριος είναι κοινό όνομα των προσώπων της Αγίας Τριάδος, σύμφωνα με την ερμηνεία όλων των Πατέρων και τις διατυπώσεις του Συμβόλου της Πίστεως.

 

Γ. Κατά ταύτα, μπορούμε να πούμε ότι η Μεταμόρφωση είναι η Θεοφάνεια[2], κατά την οποία ανακεφαλαιώνεται το μυστήριο της Θείας Οικονομίας, βεβαιώνεται, δηλαδή, η αποκάλυψη του Τριαδικού Θεού πριν τα σωτήρια πάθη του Υιού και Θεού ημών, αλλά συγχρόνως είναι και τύπος και προχειρισμός των μελλόντων αγαθών και της κρίσεως του σύμπαντος κόσμου. Επιπλέον, και υμνολογικά γίνεται έκθεση της πίστεως, ομολογία του Τριαδικού Θεού κατά τις θεοφάνειες στους Προφήτες (Μωϋσής και Ηλίας εκπροσωπούν ζώντες και κεκοιμημένους του αρχαίου Ισραήλ), τους οποίους καθιστά ο Χριστός με την παρουσία τους στη Μεταμόρφωση και αυτόπτες του μυστηρίου της Θείας Ενανθρωπήσεως (κανείς δεν μένει στην απέξω!), ενώ οι πρόκριτοι των Μαθητών καλούνται να βεβαιώσουν τον «προφητικό λόγο»[3], να ομολογήσουν, δηλαδή, τον ένα και τον αυτόν: «Ὡς οὐρανοῦ δεσπόζοντι, καὶ τῆς γῆς βασιλεύοντι, καὶ καταχθονίων, τὴν κυρείαν ἔχοντι, Χριστέ σοι παρέστησαν, ἐκ μὲν τῆς γῆς Ἀπόστολοι, ὡς ἐξ οὐρανοῦ δὲ ὁ Θεσβίτης Ἠλίας, Μωϋσῆς δὲ ἐκ νεκάδων, μελῳδοῦντες συμφώνως· Λαὸς ὑπερυψοῦτε Χριστὸν εἰς τοὺς αἰῶνας» (Κανὼν β´, ᾠδὴ η´, ἦχος πλ. δ´, τροπάριο γ´). Εξάλλου, η οικουμενική μεγαλειότητα της εορτής συνέχει την ανάκληση του ανθρώπου, ως καταυγαζομένου από τη φωτοείδεια του ένσαρκου Λόγου, αλλά και την ανάδειξη ολόκληρης της δημιουργίας ως φωτοειδούς γεγονότος, κατά την ανάδυση των όντων με το δημιουργικό πρόσταγμα του Λόγου: «Ὁ τοῦ φωτὸς διατμήξας τὸ πρωτόγονον χάοςὡς ἐν φωτὶ τὰ ἔργα ὑμνεῖ σε Χριστέ, τὸν Δημιουργόν, ἐν τῷ φωτί σου τὰς ὁδοὺς ἡμῶν εὔθυνον». (Κανὼν α´, ᾠδὴ ε´, ἦχος δ´, εἱρμός).

 

Δ. 1. Όπως και στα Θεοφάνεια, έτσι και στη Μεταμόρφωση έχουμε αποκάλυψη του Τριαδικού Θεού. Στην περίπτωση, μάλιστα της Μεταμορφώσεως υπάρχει ο προχειρισμός του εκκλησιασμού και της κρίσης ολόκληρης της δημιουργίας, γιατί ο Χριστός ενώπιον του ανθρώπινου γένους είναι ο ανακεφαλαιών ἐν ἑαυτῷόλες τις προτυπώσεις και συγχρόνως προχειρίζεται τα έσχατα[4] «δι᾽ ἡμᾶς καὶ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν»,ως «φῶς ἐκ φωτός», κατὰ το Σύμβολο της Πίστεως.

 

2. Εξάλλου, πρέπει να σημειώσουμε ότι κάθε Θεοφάνεια, είτε ως προτύπωση, «σκιά», ως αποκάλυψη, δηλαδή, του άσαρκου Λόγου, είτε ως πλήρωση[5], δηλαδή, ανακεφαλαίωση, ἀλήθεια, αποκάλυψη του ένσαρκου Λόγου, είτε ως προχειρισμός της αποκαλύψεως του Αναστάντος Χριστού[6] και Πνευματικώς ορωμένου και αναμενομένου ως εν δόξη κριτή εν τοις εσχάτοις καιροίς, είναι δωρεά του Τριαδικού Θεού, είναι μία και η αυτή, γιατί είναι ο Ὤν Θεός, που με την άκτιστη ενέργειά του φέρνει στην ύπαρξη τον κόσμο, αναδύει τα όντα στο φως, τα ουσιώνει, τα συντηρεί στην ύπαρξη, και κατά την οικεία αυτών δεκτικότητα τα λογικά τα σοφοποιεί και τα θεώνει. Και, επειδή ο Θεός και όλα τα του Θεού δεν υπόκεινται στη νοητική ικανότητα του ανθρώπου, μένουν απρόσιτα στη λογική μας, η οποία είναι κτιστή, δηλαδή περατή, γι᾽ αυτό στην Προφητική, Αποστολική και στην υμνολογική ερμηνευτική οι οράσεις των Προφητών, η θεοπτία των Αποστόλων και η μαρτυρία των Αγίων σημαίνεται, παραβάλλεται με τη χρήση ρημάτων και πραγμάτων, ως παραστάσεων και συμβόλων ειλημμένων από τη φυσική πραγματικότητα, όθεν ονομάζονται και φυσικά σύμβολα και όχι διανοήματα της σχολαστικής θεολογίας, ώστε να προσλαμβάνονται από τον καθένα, χωρίς διανοητικά σχήματα, θεωρίες και ουτοπίες, και με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα το φως, το κατεξοχήν στοιχείο της ζωής, αυτό που φανέρωσε τα όντα και τα κάνει ορατά κατά το λόγο ανάδυσης της δημιουργίας και ως φυσικού γεγονότος. Παράλληλα, όμως, χρησιμοποιείται μία γλώσσα που δηλώνει τον άρρητο χαρακτήρα των Θεοφανειών του Θεού, το μυστήριο της Θείας Οικονομίας, το γενηθήτω της δημιουργίας και της πανταχού παρουσίας του Θεού Λόγου. Έτσι, οι Μαθητές «ἔρριψαν ἑαυτοὺς ἐν τῷ ἐδάφει τῆς γῆς, μὴ φέροντες ὁρᾶν, τὴν ἀθέατον μορφήν», «Τὸ ἄσχετον τῆς σῆς φωτοχυσίας, καὶ ἀπρόσιτον τῆς Θεότητος, θεασάμενοι τῶν Ἀποστόλων οἱ πρόκριτοι», «καὶ εἰς γῆν ἐναπέβλεπον, μὴ φέροντες ὁρᾶν τὴν λαμπρότητα, τῆς ἀπροσίτου δόξης τοῦ προσώπου σου», ενώ «σήμερον ἐν τῷ ὄρει Θαβὼρ ἀρρήτως, ἐν φωτὶ Χριστὸς ἐξέλαμψεν», «τῆς ἀστραψάσης ἀρρήτως, ἐν Θαβώρ σου Δέσποτα Μεταμορφώσεως».

 

Ε. Ο Μεταμορφωθείς Χριστός, σύμφωνα με τις Θεοφάνειες των Προφητικών Αναγνωσμάτων (Μωϋσής- Ηλίας, εξ ου και η προηγηθείσα εορτή του Προφήτου και Δευτέρου Προδρόμου), το Αποστολικό Ανάγνωσμα του αυτόπτου Αποστόλου Πέτρου και την καταγραφή του Ευαγγελικού Αναγνώσματος, είναι ο εις και ο αυτός, τον οποίο οι Μαθητές και μετ᾽ αυτών δυνάμει όλο το ανθρώπινο γένος καλούμεθα να ομολογήσουμε ως των πάντων Θεό Πνευματικώς, μετά, μάλιστα, την Ανάστασή του, που σήμανε και την εκ δεξιών του Πατρός καθέδρα, την είσοδο και πάλι στη ζωή της Αγίας Τριάδος του ανθρώπινου γένους και δυνάμει κάθε ανθρώπου με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, το οποίο «συμπαρομαρτεῖ» ως νεφέλη στους Προφήτες, κατά τον Ευαγγελισμό[7] και τη Μεταμόρφωση, εκφαίνον τη φωνή του Θεού Πατρός, και οὐσιωδῶς, ήτοι αληθώς, κατά την Πεντηκοστή του Πνευματικώς ορωμένου προ των αιώνων υπάρχοντος Λόγου, καθότι: «Ὁ στῦλος τῷ Μωϋσεῖ, Χριστὸν τὸν μεταμορφουμενον, ἡ δὲ νεφέλη σαφῶς, τὴν χάριν τοῦ Πνεύματος, τὴν ἐπισκιάσασαν, ἐν τῷ Θαβωρίῳ, παρεδήλου ἐμφανέστατα».

 

ΣΤ. Η εορτή της Μεταμορφώσεως είναι μία εορτή της θείας φωτοχυσίας, διά της οποίας ανακαλείται το ίδιο το γεγονός της αποκαλύψεως χάριτι του Τριαδικού Θεού κατά τη δημιουργία και την ανάδυση των όντων, πλημμυρισμένων από το «ἀρχέτυπον κάλλος» του Δημιουργού κατά το λόγο της δημιουργίας εκάστου. Ολόκληρη η πορεία της κτίσεως συνιστά ένα ενιαίο γεγονός, παρά την αποστασία των λογικών όντων. Το φως της αναδύσεως των όντων παραμένει η συνεκτική δύναμη ολόκληρης της ιστορίας της κτίσεως, όπως αποτυπώνεται στα προτυπικά γεγονότα που έζησαν οι Προφήτες, οι Μαθητές κατά τη Μεταμόρφωση και η Εκκλησία στην Ανάσταση και την Πεντηκοστή, ως πορείας τελειώσεως.

 

Ζ. Αντιμετωπίζοντας η Εκκλησία του παλαιού και του νέου Ισραήλ τις αντίθεες δυνάμεις κατά την αρχέγονη και μεταπατορική αποστασία συγκροτείται αγιοτριαδικά πέριξ του Πνευματικώς ορωμένου Λόγουεγγυητή του φιλανθρώπου προς εμάς γενόμενου δωρεάν ανακαινισμού και πάσης κτίσεως μετά πάντων των απ᾽ αιώνος Αγίων αυτού, εξαιρέτως δε της Υπεραγίας Θεοτόκου, ως ομολογείται στο Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Προς τούτο δε και η ευλογία των σταφυλλών, ως προετοιμασία των αντιτύπων εκ της κτίσεως για το γεγονός της Θείας Λειτουργίας.

 

Αποστολικό Ανάγνωσμα: Β´ Πέτρου α´, 10-19: «10 Διὸ μᾶλλον, ἀδελφοί, σπουδάσατε βεβαίαν ὑμῶν τὴν κλῆσιν καὶ ἐκλογὴν ποιεῖσθαι· ταῦτα γὰρ ποιοῦντες οὐ μὴ πταίσητέ ποτε. 11 οὕτω γὰρ πλουσίως ἐπιχορηγηθήσεται ὑμῖν ἡ εἴσοδος εἰς τὴν αἰώνιον βασιλείαν τοῦ Κυρίου ἡμῶν καὶ σωτῆρος Ἰησοῦ Χριστοῦ.12 Διὸ οὐκ ἀμελήσω ἀεὶ ὑμᾶς ὑπομιμνήσκειν περὶ τούτων, καίπερ εἰδότας καὶ ἐστηριγμένους ἐν τῇ παρούσῃ ἀληθείᾳ. 13 δίκαιον δὲ ἡγοῦμαι, ἐφ᾽ ὅσον εἰμὶ ἐν τούτῳ τῷ σκηνώματι, διεγείρειν ὑμᾶς ἐν ὑπομνήσει, 14 εἰδὼς ὅτι ταχινή ἐστιν ἡ ἀπόθεσις τοῦ σκηνώματός μου, καθὼς καὶ ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς ἐδήλωσέ μοι. 15 σπουδάσω δὲ καὶ ἑκάστοτε ἔχειν ὑμᾶς μετὰ τὴν ἐμὴν ἔξοδον τὴν τούτων μνήμην ποιεῖσθαι. 16 οὐ γὰρ σεσοφισμένοις μύθοις ἐξακολουθήσαντες ἐγνωρίσαμεν ὑμῖν τὴν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ δύναμιν καὶ παρουσίανἀλλ᾽ ἐπόπται γενηθέντες τῆς ἐκείνου μεγαλειότητος. 17 λαβὼν γὰρ παρὰ Θεοῦ πατρὸς τιμὴν καὶ δόξαν φωνῆς ἐνεχθείσης αὐτῷ τοιᾶσδε ὑπὸ τῆς μεγαλοπρεποῦς δόξης, οὗτός ἐστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός, εἰς ὃν ἐγὼ εὐδόκησα, 18 καὶ ταύτην τὴν φωνὴν ἡμεῖς ἠκούσαμεν ἐξ οὐρανοῦ ἐνεχθεῖσαν, σὺν αὐτῷ ὄντες ἐν τῷ ὄρει τῷ ἁγίῳ. 19 καὶ ἔχομεν βεβαιότερον τὸν προφητικὸν λόγον, ᾧ καλῶς ποιεῖτε προσέχοντες ὡς λύχνῳ φαίνοντι ἐν αὐχμηρῷ τόπῳ, ἕως οὗ ἡμέρα διαυγάσῃ καὶ φωσφόρος ἀνατείλῃ ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν».

 

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: Ματθ. ιζ´, 1-9: «1 Καὶ μεθ᾽ ἡμέρας ἓξ παραλαμβάνει ὁ Ἰησοῦς τὸν Πέτρον καὶ Ἰάκωβον καὶ Ἰωάννην τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, καὶ ἀναφέρει αὐτοὺς εἰς ὄρος ὑψηλὸν κατ᾽ ἰδίαν· 2 καὶ μετεμορφώθη ἔμπροσθεν αὐτῶν, καὶ ἔλαμψε τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ὡς ὁ ἥλιος, τὰ δὲ ἱμάτια αὐτοῦ ἐγένετο λευκὰ ὡς τὸ φῶς. 3 καὶ ἰδοὺ ὤφθησαν αὐτοῖς Μωϋσῆς καὶ Ἠλίας μετ᾽ αὐτοῦ συλλαλοῦντες. 4 ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Πέτρος εἶπε τῷ Ἰησοῦ· Κύριε, καλόν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι· εἰ θέλεις, ποιήσωμεν ὧδε τρεῖς σκηνάς, σοὶ μίαν καὶ Μωσεῖ μίαν καὶ μίαν Ἠλίᾳ. 5 ἔτι αὐτοῦ λαλοῦντος ἰδοὺ νεφέλη φωτεινὴ ἐπεσκίασεν αὐτούς, καὶ ἰδοὺ φωνὴ ἐκ τῆς νεφέλης λέγουσα· Οὗτός ἐστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν ᾧ εὐδόκησα· αὐτοῦ ἀκούετε· 6 καὶ ἀκούσαντες οἱ μαθηταὶ ἔπεσαν ἐπὶ πρόσωπον αὐτῶν καὶ ἐφοβήθησαν σφόδρα. 7 καὶ προσελθὼν ὁ Ἰησοῦς ἥψατο αὐτῶν καὶ εἶπεν· Ἐγέρθητε καὶ μὴ φοβεῖσθε. 8 ἐπάραντες δὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτῶν οὐδένα εἶδον εἰ μὴ τὸν Ἰησοῦν μόνον. 9 καὶ καταβαινόντων αὐτῶν ἀπὸ τοῦ ὄρους ἐνετείλατο αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς λέγων· Μηδενὶ εἴπητε τὸ ὅραμα ἕως οὗ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐκ νεκρῶν ἀναστῇ».



[1]. Κανὼν β´, ᾠδὴ ε´, τροπάριο β´, ἦχος πλ. δ´: «Ὁ χερσὶν ἀοράτοις, πλάσας κατ᾽ εἰκόνα σου Χριστὲ τὸν ἄνθρωπον, τὸ ἀρχέτυπον σου, ἐν τῷ πλάσματι κάλλος ὑπέδειξας, οὐχ ὡς ἐν εἰκόνι, ἀλλ᾽ ὡς αὐτὸς εἶ κατ᾽ οὐσίαν, ὁ Θεὸς χρηματίσας καὶ ἄνθρωπος». (Το κατ᾽ οὐσίαν σημαίνει πραγματικά, όπως το Νεοελληνικό επίρρημα οὐσιαστικῶς, ή οὐσιαστικά. Πρόκειται για εκφραστικό τρόπο του Αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας, ο οποίος διατρέχει την πατερική, συνοδική και υμνολογική πράξη της Εκκλησίας και δεν έχει σχέση με τις ερμηνευτικές διατυπώσεις περί της διακρίσεως ουσίας και ενεργείας στην Αγία Τριάδα).

[2]Κανὼν β´, ᾠδὴ η´, ἦχος πλ. δ´, τροπάριο δ´: «Ῥαθυμοτόκοι μέριμναι, ἐπὶ γῆς κατελείφθησαν, τῇ τῶν Ἀποστόλων, ἐκλογῇ, φιλάνθρωπε, ὡς σοὶ ἠκολούθησαν, πρὸς τὴν ἐκ γῆς μετάρσιον, θείαν πολιτείαν· ὅθεν καὶ ἐπαξίως, τῆς σῆς θεοφανείας, ἐμελῴδουν τυχόντες· Λαὸς ὑπερυψοῦτε, Χριστὸν εἰς τοὺς αἰῶνας».

[3]. Αποστολικό Ανάγνωσμα: Β´ Πέτρου α´, 18-19: «18 καὶ ταύτην τὴν φωνὴν ἡμεῖς ἠκούσαμεν ἐξ οὐρανοῦ ἐνεχθεῖσαν, σὺν αὐτῷ ὄντες ἐν τῷ ὄρει τῷ ἁγίῳ. 19 καὶ ἔχομεν βεβαιότερον τὸν προφητικὸν λόγον».

[4]Κάθισμα μετά την α´ Στιχολογία, ἦχος δ: «Τὴν τῶν βροτῶν ἐναλλαγήν, τὴν μετὰ δόξης σου Σωτήρ, ἐν τῇ δευτέρᾳ καὶ φρικτῇ, τῆς σῆς ἐλεύσεως δεικνύς, ἐπὶ τοῦ ὄρους Θαβὼρ μετεμορφώθης, Ἠλίας καὶ Μωσῆς συνελάλουν σοι, τοὺς τρεῖς τῶν Μαθητῶν συνεκάλεσας, οἳ κατιδόντες Δέσποτα τὴν δόξαν σου, τῇ ἀστραπῇ σου ἐξέστησαν, ὁ τότε τούτοις, τὸ φῶς σου λάμψας, φώτισον τὰς ψυχὰς ἡμῶν».

[5]Στιχηρό Ἰδιόμελο στο Καὶ νῦν της Λιτῆς: «Νόμου καὶ Προφητῶν σε Χριστέ, ποιητὴν καὶ πληρωτὴν ἐμαρτύρησαν, ὁρῶντες ἐν τῇ νεφέλῃ, Μωϋσῆς ὁ θεόπτης καὶ Ἠλίας ὁ ἔμπυρος ἁρματηλάτης, καὶ ἄφλεκτος οὐρανοδρόμος, ἐπὶ τῆς Μεταμορφώσεώς σου, μεθ᾽ ὧν καὶ ἡμᾶς, τοῦ σοῦ φωτισμοῦ ἀξίωσον Δέσποτα, ὑμνεῖν σε εἰς τοὺς αἰῶνας».

[6]Ἰδιόμελο α´, ἦχος α´: «Ὁ πάλαι τῷ Μωσεῖ συλλαλήσας, ἐπὶ τοῦ ὄρους Σινᾶ διὰ συμβόλων. Ἐγὼ εἰμι, λέγων ὁ Ὤν,σήμερον ἐπ᾽ ὄρος Θαβώρ, μεταμορφωθεὶς ἐπὶ τῶν μαθητῶν, ἔδειξε τὸ ἀρχέτυπον κάλλος τῆς εἰκόνος, ἐν ἑαυτῷ τὴν ἀνθρωπίνην, ἀναλαβοῦσαν οὐσίαν, καὶ τῆς τοιαύτης χάριτος, μάρτυρας παραστησάμενος Μωϋσῆν καὶ Ἠλίαν, κοινωνοὺς ἐποιεῖτο τῆς εὐφροσύνης, προμηνύοντας τὴν ἔνδοξον διὰ Σταυροῦ, καὶ σωτήριον Ἀνάστασιν».

[7]. Στιχηρό γ´ τῆς ἑορτῆς, ἦχος δ´: «Παρθενικῆς ἐκ νεφέλης σε τεχθέντακαὶ σάρκα γενόμενον, καὶ πρὸς τὸ ὄρος Θαβώρ, μεταμορφούμενον Κύριε, καὶ τῇ νεφέλῃ, τῇ φωτεινῇ σε περικυκλούμενονφωνὴ τοῦ Γεννήτορος, ἀγαπητὸν σὲ Υἱόν, τῶν μαθητῶν συμπαρόντων σοι, σαφῶς ἐδήλου, ὡς ὁμοούσιον καὶ ὁμόθρονον· ὅθεν ὁ Πέτρος ἐκπληττόμενος, Καλὸν ὧδέ ἐστιν εἶναι ἔλεγε, μὴ εἰδὼς ὃ ἐλάλει, Εὐεργέτα πολυέλεε».

Κυριακή 2 Αυγούστου 2026

 

ΚΥΡΙΑΚΗ Θ´  ΜΑΤΘΑΙΟΥ, 2 Αυγούστου 2026 Ἀνακομιδὴ λειψάνου τοῦ Πρωτομάρτυρος καὶ Ἀποστόλου Στεφάνου, (9/8/2020) (29/7/2018), (Αριθμ. 31Να)

 

Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ.

 

Α. Φέτος η μνήμη της ανακομιδής του λειψάνου του Αγίου Πρωτομάρτυρος Στεφάνου συμπίπτει με την Θ´ Κυριακή Ματθαίου. Πρόκειται για την ανακομιδή του λειψάνου στην Κωνσταντινούπολη. Τα λεγόμενα περί ανακομιδής στα χρόνια του Μεγάλου Κωνσταντίνου, μάλλον δεν επιβεβαιώνονται από το περιεχόμενο του Κανόνος του Αγίου ούτε από τους Στίχους του Συναξαρίου της ημέρας: «Ἔχεις Σιὼν πάμπολλα θεῖα καὶ ξένα./ Νεκρὸν Στεφάνους δὸς πόλει Κωνσταντίνου./ Δευτερίῃ νέκυος Στεφάνου γένετ᾽ Ἀνακομιδή». Είναι γνωστόν ότι η καταστροφή της Ιερουσαλήμ από τους Ρωμαίους, το 70 μ.Χ., σήμανε μία μακρά περίοδο αφανισμού της πόλης από την ιστορία. Επί Μεγάλου Κωνσταντίνου η πόλη ανοικοδομήθηκε και άρχισε να αναπτύσσεται εκκλησιαστικά. Ο Μέγας Κωνσταντίνος και η Αγία Ελένη συγκέντρωσαν και μετέφεραν για λόγους ασφαλείας τα καταπιστεύματα στην Κωνσταντινούπολη και τα κατέθεσαν στο Προφητείο, στο Ναό του Αγίου Ιερομάρτυρος Μωκίου στο Έβδομο, κοντά στη Μωκησία δεξαμενή και τα των Αγίων Αποστόλων στο Ναό των Δώδεκα Αποστόλων στο Τέταρτο. Ναό του Αγίου Στεφάνου στην Κωνσταντινούπολη συναντάμε κάτω από την Ακρόπολη του Πρώτου Λόφου, τον Άγιο Στέφανο το Μαγγανά, μεταξύ του τέρματος της οδού της Πύλης του Λέοντος και της Πύλης της Αγίας Βαρβάρας, πλησίον του Χριστού του Φιλανθρώπου. Η ανακομιδή σε μεταγενέστερους χρόνους, ίσως την περίοδο του Ηρακλείου, συνάδει με αυτήν την τοποθεσία, που αναπτύχθηκε με νέους Ναούς καταπιστευμάτων πολύ αργότερα και ασφαλώς μετά τον Ιουστινιανό. Μία τέτοια εξήγηση συντίθεται και με όλα τα καταπιστεύματα που αφορούσαν τη ζωή της Θεοτόκου και τις ανάλογες εορτές.

 

Β. Θεοφανικά είναι και τα Αναγνώσματα της σημερινής Κυριακής, τα οποία σε γενικές γραμμές πέφτουν στην περίοδο προ της Μεταμορφώσεως, ή και μετά. Στο Αποστολικό ανάγνωσμα τίθεται ως κέντρο ο Χριστός, ως Δημιουργός (σοφὸς ἀρχιτέκτων), ενώ οι χριστιανοί ονομάζονται «συνεργοί». Σημειώνω παρενθετικά ότι αυτή η λέξη εκπηγάζει από το γεγονός ότι ο άνθρωπος έχει δωρηθεί από το Θεό κατά τη δημιουργία του με το χάρισμα της προαιρέσεως, μιας ελευθερίας ευθύνης και καταφάσεως στην κοινή δημιουργία, συμμετοχής και προχωρήματος. Γι᾽ αυτό ο Απόστολος Παύλος καλεί τους χριστιανούς συνεργούς, γιατί ο Χριστός και η Εκκλησία δεν αναγκάζει κανέναν, «εἴ τις θέλει», οι τύραννοι, οι ειδωλικοί δυνάστες και οι κατεξουσιαστές του κόσμου εξαναγκάζουν, ή «ξεγελούν» τους ανθρώπους, μετερχόμενοι χίλια ψεύτικα πράγματα, ενδυόμενοι μύρια προσωπεία, τάζοντας χίλιες ψεύτικες ελπίδες στους αφελείς. Εξάλλου, αφού την περασμένη Κυριακή τους είχε «παρακαλέσει» να μην κομματιάζουν το κοινό σώμα, με τη σημερινή περικοπή τούς ξαναθυμίζει ότι έχουν ιδιαίτερη χάρη να είναι γεώργιο του Θεού (οι γεωργοί ξέρουν ότι όλα τους είναι κοινά, βρέχει για όλους, ή καίγονται τα σπαρτά όλων...) και ότι είναι οἰκοδομή, που όλα τα στοιχεία της οἰκοδομῆς είναι εξίσου χρήσιμα, όπως κι όλα τα διακονήματα της Εκκλησίας κι όποιου κοινού σώματος. Εξάλλου, ως Εβραίος ο Απόστολος Παύλος είχε μία βαθύτατη δομική πίστη ως προς τα κοινά αγαθά της δημιουργίας, αν λάβουμε υπόψη μας την ισχύ του Σαββαταίου έτους, δηλαδή του εβδόμου έτους καλλιέργειας ενός χωραφιού, κατά το οποίο έπρεπε να μείνει ακαλλιέργητο, σε πλήρη αγρανάπαυση, και ό,τι απέφερε ήταν για όλους, εργάτες, δούλους, ενδεείς, ανεξαρτήτως φυλής. Το αποκορύφωμα του Αποστολικού Αναγνώσματος είναι ο στίχος 16: «Οὐκ οἴδατε ὅτι ναὸς Θεοῦ ἐστε καὶ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ οἰκεῖ ἐν ὑμῖν;», όπου ο Απόστολος Παύλος επισημαίνει ότι οι χριστιανοί οφείλουν να γίνουν κατά χάρη ναοί του Αγίου Πνευματος, ό,τι είναι ο Χριστός κατά φύση, να γίνουν αυτοί κατά χάρη, Πνευματοφόροι, αυτό που αποκαλύπτει και ο Μεταμορφωθείς Χριστός, να γίνουν κατά χάρη άκτιστοι και ατελεύτητοι, όπως οι Άγιοι Προφήτες, Απόστολοι και Μάρτυρες, κατά την υμνολογία της σημερινής εορτής και ασφαλώς σύμφωνα και με τη νηπτική και φιλόκαλη παράδοση της Εκκλησίας του παλαιού και του νέου Ισραήλ των εθνών.

 

Γ. 1. Στην ίδια γραμμή της παράδειξης της θεότητος του Χριστού, ως προετοιμασίας των Μαθητών για την ομολογία της θεότητός του, είναι και το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα, το οποίο είναι συνέχεια του «ευχαριστιακού» Ευαγγελικού Αναγνώσματος της προηγούμενης Κυριακής, της «κλάσεως» του άρτου και του χορτασμού των πέντε χιλιάδων ανθρώπων. Μετά την απόλυση, το χαιρετισμό των ανθρώπων από το δείπνο, οι μαθητές μπαίνουν στο πλοίο, για να πάνε στην άλλη όχθη της λίμνης Τιβεριάδος, να ξαναπάνε στη Γεννησαρέτ, σαν «πρόδρομοι» κοντά στα μέρη του (ήδη ο Ιωάννης είχε θανατωθεί), απ᾽ όπου τον είχαν διώξει οι συμπατριώτες του. Αποσύρεται στο όρος «κατ᾽ ἰδίαν προσεύξασθαι» (πάλι ένας προχειρισμός της Μεταμορφώσεως), επιμένοντας στο γεγονός ότι είναι και τέλειος άνθρωπος και όχι φάντασμα, όπως σημειώνεται στη συνέχεια της περικοπής, επιτρέποντας, δηλαδή, να εκδηλωθεί, «δι᾽ ἡμᾶς», ως τέλειος άνθρωπος, που έχει, μάλιστα, ανάγκη προσευχής, αλλά συγχρόνως περπατά στα κύματα, σώζει τον ολιγοπιστούντα Πέτρο και κυριαρχεί επί του ανέμου, της κτίσης, ως Θεός.

2. Η φρασεολογία της περικοπής είναι άκρως σημαντική, γιατί ο Χριστός αποκαλύπτεται ενεργών ως Θεός, ταυτίζων εαυτόν ευθέως με τον αποκαλυφθέντα άσαρκο Λόγο στους Προφήτες, ότι είναι ο Ὤν, «Θαρσεῖτε, ἐγώ εἰμί· μὴ φοβεῖσθε», μία στιχομυθία που παραπέμπει στη στιχομυθία του Μωϋσέως με τον Άγγελο (άσαρκο Λόγο), τον εξερχόμενο από τη φλεγόμενη αλλά μη κατακαιόμενη βάτο. Εξάλλου, ότι δεν πρόκειται για μία τυπική φράση, αλλά για ευθεία παραπομπή στην πίστη Αβραάμ και Ισαάκ και Ιακώβ, επιβεβαιώνεται από την εναγώνια έκφραση του Πέτρου: «Κύριε, εἰ σὺ εἶ», που είναι επίσης ευθεία παραπομπή στην πρώτη εντολή του Δεκαλόγου του Μωϋσέως. Και πάλι η ομολογία της θεότητος του Χριστού προέρχεται από τους ανώνυμους επιβάτες του πλοίου: «οἱ δὲ ἐν τῷ πλοίῳ ἐλθόντες προσεκύνησαν αὐτῷ λέγοντες· Ἀληθῶς Θεοῦ υἱὸς εἶ». Στην Πατερική Γραμματεία ο όρος Υἱὸς Θεοῦ, αναφέρεται στον επαγγελλόμενο από τους Προφήτες και ἐν σαρκὶ ελευσόμενο Λόγο του Θεού, τον ένα και τον αυτόν.

3. Η υπόμνηση της προφητικής και αποστολικής μαρτυρίας δεν είναι μία θεωρητική κατασκευή, αλλά είναι η κατεξοχήν υπόμνηση της ενότητος παντός του γένους ανθρώπων και πάσης της κτίσεως, κάλεσμα για να καταυγασθούν όλα τα όντα, ολόκληρη η ανθρώπινη ιστορία και τα έσχατα από τον ανακαινισμό του Λόγου του Θεού, που προχειρίζεται με τη Μεταμόρφωσή του, παραδεικνύοντας τη θεότητά του με όλες τις θεοσημίες σ᾽ όλους τους ανθρώπους, στον «όχλο».

 

Αποστολικό Ανάγνωσμα: Α´ Κορ. γ´, 9-17: «9 Θεοῦ γάρ ἐσμεν συνεργοί· Θεοῦ γεώργιον, Θεοῦ οἰκοδομή ἐστε. 10 Κατὰ τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ τὴν δοθεῖσάν μοι ὡς σοφὸς ἀρχιτέκτων θεμέλιον τέθεικα, ἄλλος δὲ ἐποικοδομεῖ· ἕκαστος δὲ βλεπέτω πῶς ἐποικοδομεῖ· 11 θεμέλιον γὰρ ἄλλον οὐδεὶς δύναται θεῖναι παρὰ τὸν κείμενον, ὅς ἐστιν Ἰησοῦς Χριστός. 12 εἰ δέ τις ἐποικοδομεῖ ἐπὶ τὸν θεμέλιον τοῦτον χρυσόν, ἄργυρον, λίθους τιμίους, ξύλα, χόρτον, καλάμην, 13 ἑκάστου τὸ ἔργον φανερὸν γενήσεται· ἡ γὰρ ἡμέρα δηλώσει· ὅτι ἐν πυρὶ ἀποκαλύπτεται· καὶ ἑκάστου τὸ ἔργον ὁποῖόν ἐστι τὸ πῦρ δοκιμάσει. 14 εἴ τινος τὸ ἔργον μενεῖ ὃ ἐπῳκοδόμησε, μισθὸν λήψεται· 15 εἴ τινος τὸ ἔργον κατακαήσεται, ζημιωθήσεται, αὐτὸς δὲ σωθήσεται, οὕτως δὲ ὡς διὰ πυρός. 16 Οὐκ οἴδατε ὅτι ναὸς Θεοῦ ἐστε καὶ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ οἰκεῖ ἐν ὑμῖν; 17 εἴ τις τὸν ναὸν τοῦ Θεοῦ φθείρει, φθερεῖ τοῦτον ὁ Θεός· ὁ γὰρ ναὸς τοῦ Θεοῦ ἅγιός ἐστιν, οἵτινές ἐστε ὑμεῖς».

 

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: Ματθ. ιδ´, 22-34: «22 Καὶ εὐθέως ἠνάγκασεν ὁ Ἰησοῦς τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ ἐμβῆναι εἰς τὸ πλοῖον καὶ προάγειν αὐτὸν εἰς τὸ πέραν, ἕως οὗ ἀπολύσῃ τοὺς ὄχλους. 23 καὶ ἀπολύσας τοὺς ὄχλους ἀνέβη εἰς τὸ ὄρος κατ᾽ ἰδίαν προσεύξασθαι. ὀψίας δὲ γενομένης μόνος ἦν ἐκεῖ. 24 τὸ δὲ πλοῖον ἤδη μέσον τῆς θαλάσσης ἦν, βασανιζόμενον ὑπὸ τῶν κυμάτων· ἦν γὰρ ἐναντίος ὁ ἄνεμος. 25 τετάρτῃ δὲ φυλακῇ τῆς νυκτὸς ἀπῆλθε πρὸς αὐτοὺς ὁ Ἰησοῦς περιπατῶν ἐπὶ τῆς θαλάσσης. 26 καὶ ἰδόντες αὐτὸν οἱ δὲ μαθηταὶ ἐπὶ τὴν θάλασσαν περιπατοῦντα ἐταράχθησαν λέγοντες ὅτι φάντασμά ἐστι, καὶ ἀπὸ τοῦ φόβου ἔκραξαν. 27 εὐθέως δὲ ἐλάλησεν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς λέγων· Θαρσεῖτε, ἐγώ εἰμι· μὴ φοβεῖσθε. 28 ἀποκριθεὶς δὲ αὐτῷ ὁ Πέτρος εἶπε· Κύριε, εἰ σὺ εἶ, κέλευσόν με πρὸς σὲ ἐλθεῖν ἐπὶ τὰ ὕδατα· 29 ὁ δὲ εἶπεν, Ἐλθέ. καὶ καταβὰς ἀπὸ τοῦ πλοίου ὁ Πέτρος περιεπάτησεν ἐπὶ τὰ ὕδατα ἐλθεῖν πρὸς τὸν Ἰησοῦν. 30 βλέπων δὲ τὸν ἄνεμον ἰσχυρὸν ἐφοβήθη, καὶ ἀρξάμενος καταποντίζεσθαι ἔκραξε λέγων· Κύριε, σῶσόν με. 31 εὐθέως δὲ ὁ Ἰησοῦς ἐκτείνας τὴν χεῖρα ἐπελάβετο αὐτοῦ καὶ λέγει αὐτῷ· Ὀλιγόπιστε! εἰς τί ἐδίστασας; 32 καὶ ἐμβάντων αὐτῶν εἰς τὸ πλοῖον ἐκόπασεν ὁ ἄνεμος. 33 οἱ δὲ ἐν τῷ πλοίῳ ἐλθόντες προσεκύνησαν αὐτῷ λέγοντες· Ἀληθῶς Θεοῦ υἱὸς εἶ. 34 Καὶ διαπεράσαντες ἦλθον εἰς τὴν γῆν Γεννησαρέτ».