HELLENOPHONIA

Κυριακή 21 Ιουνίου 2026

 

Τὸ γενέθλιον τοῦ Προδρόμου καὶ Βαπτιστοῦ Ἰωάννου,  24  Ἰουνίου 2026 (24 -6-2025)- (24-6-2018) (Αριθμ. 23ΝΒ1)

 

Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ.


Α. 1. Καθώς ο εορτασμός της γέννησης του Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου κείται σε καθημερική, η ακολουθία ψάλλεται δίχα Παρακλητικής, εκτελείται, δηλαδή, μόνο με βάση το Μηναίο. Επιπλέον, και τα Παλαιοδιαθηκικά Αναγνώσματα του Μεγάλου Εσπερινού έχουν επιλεγεί με το κριτήριο της προφητικής αναφοράς στο γεγονός της γέννησης του Ιωάννη, όπως και το Ευαγγέλιο του Όρθρου είναι καθορισμένο (Λουκ. α´, 24-25, 57-68, 76,80).

2. Κατά το Τυπικὸ τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας, (με τη μορφή που διασώθηκε του 10ου αι.) η σύναξη γινόταν στο Προφητείο του «ἐν τοῖς Σπαρακίου», ή Σφαρακίου (πλησίον, δηλαδή, της Παναγίας των Χαλκοπρατείων), με λιτανεία που ξεκινούσε από την Αγία Σοφία, ενώ την επομένη, κατά την οποία εορτάζεται η άθληση της Οσιομάρτυρος Φεβρωνίας, και πάλι υπήρχε σύνδεση, καθότι η σύναξη γινόταν στο Προφητείο του Αγίου Προφήτου και Βαπτιστού Ιωάννου «τῷ ὄντι ἐν τῇ Ὀξείᾳ», που σημαίνει ότι πρόκειται ή για την ερημική ησυχαστική εγκατάσταση στη μικρότατη νήσο Οξεία των Πριγκιποννήσων, ή στο αρχικό Προφητείο εποχής του Μεγάλου Κωνσταντίνου στον έβδομο λόφο (στο τρίτο διαμέρισμα) πλησίον του ναού και της Κινστέρνας του Αγίου Μωκίου, που απετέλεσε αρχικό κέντρο της εορτής των Μεγαλομαρτύρων μαζί με τα εγκαίνια της Κωνσταντινουπόλεως κατά την 11η Μαΐου.

 

Β. Θα πρέπει να σημειώσω ότι η επιλογή των στίχων του σημερινού Ευαγγελικού Αναγνώσματος από το Κατά Λουκάν Ευαγγέλιο με παράληψη, τουλάχιστον, των στίχων 39-45 και 56 («39 Ἀναστᾶσα δὲ Μαριὰμ ἐν ταῖς ἡμέραις ταύταις ἐπορεύθη εἰς τὴν ὀρεινὴν μετὰ σπουδῆς εἰς πόλιν Ἰούδα, 40 καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὸν οἶκον Ζαχαρίου καὶ ἠσπάσατο τὴν Ἐλισάβετ. 41 καὶ ἐγένετο ὡς ἤκουσεν ἡ Ἐλισάβετ τὸν ἀσπασμὸν τῆς Μαρίας, ἐσκίρτησεν τὸ βρέφος ἐν τῇ κοιλίᾳ αὐτῆς· καὶ ἐπλήσθη Πνεύματος ἁγίου ἡ Ἐλισάβετ 42 καὶ ἀνεφώνησε φωνῇ μεγάλῃ καὶ εἶπεν· Εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξί καὶ εὐλογημένος ὁ καρπὸς τῆς κοιλίας σου. 43 καὶ πόθεν μοι τοῦτο ἵνα ἔλθῃ ἡ μήτηρ τοῦ Κυρίου μου πρὸς μέ; 44 ἰδοὺ γὰρ ὡς ἐγένετο ἡ φωνὴ τοῦ ἀσπασμοῦ σου εἰς τὰ ὦτά μου, ἐσκίρτησεν τὸ βρέφος ἐν ἀγαλλιάσει ἐν τῇ κοιλίᾳ μου. 45 καὶ μακαρία ἡ πιστεύσασα ὅτι ἔσται τελείωσις τοῖς λελαλημένοις αὐτῇ παρὰ Κυρίου- 56 Ἔμεινε δὲ Μαριὰμ σὺν αὐτῇ ὡσεὶ μῆνας τρεῖς καὶ ὑπέστρεψεν εἰς τὸν οἶκον αὐτῆς»), δημιουργεί αφενός σύγχυση στην παρακολούθηση της υμνολογίας της εορτής, η οποία ερμηνεύει όλο το πρώτο κεφάλαιο του Κατά Λουκάν Ευαγγελίου, πλήν του καθεαυτού γεγονότος του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, αφετέρου αδυνατίζει σφόδρα την ερμηνεία και ένταξη του Ευαγγελικού γεγονότος της γεννήσεως του Αγίου Προδρόμου στο κατεξχήν γεγονός της προφητικής επαγγελίας της γεννήσεως του Χριστού έξη μήνες πριν.

Είναι μία δυσαρμονία, που μπορεί να δικαιολογείται από το μάκρος της περικοπής, ή από μία προσπάθεια αναδείξεως της εορτής καθεαυτής, αλλά το γεγονός της γεννήσεως του Αγίου Προδρόμου δεν μπορεί να ιδωθεί καθεαυτό ως ανάδειξη απλώς ενός γεγονότος υπερβάσεως των νόμων της φύσεως, ή ενός παραδείγματος ιδιαίτερης πίστεως από το Ζαχαρία και την Ελισάβετ, ή προσωπικών κατορθωμάτων ασκήσεως και μαρτυρικού τέλους από τον Άγιο Πρόδρομο. Εδώ πρόκειται για πρόγευση του γεγονότος της Γεννήσεως του Χριστού. Βρισκόμαστε ενώπιον του τέλους της μεταπατορικής πορείας του ανθρώπινου γένους, στο μεθόριο της ανατολής του νέου κόσμου, του νέου λαού του Θεού, έξη μήνες προ των Χριστουγέννων, όπως σημειώνεται από τον Ευαγγελιστή Λουκά στο ίδιο κεφάλαιο (Λουκ. α´, 26 Ἐν δὲ τῷ μηνὶ τῷ ἕκτῳ ἀπεστάλη ὁ ἄγγελος Γαβριὴλ ἀπὸ τοῦ Θεοῦ εἰς πόλιν τῆς Γαλιλαίας, ᾗ ὄνομα Ναζαρέτ, 27 πρὸς παρθένον μεμνηστευμένην ἀνδρί, ᾧ ὄνομα Ἰωσήφ, ἐξ οἴκου Δαυῒδ, καὶ τὸ ὄνομα τῆς παρθένου Μαριάμ»).

Η υμνολογία είναι σαφής, όπως θα φανεί και παρακάτω, η αγιογραφία της Εκκλησίας ακόμη σαφέστερη, αφού η εικόνα του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου τοποθετείται πάντα δεξιά του Χριστού στο βημόθυρο των ναών. (Σύγχρονες υπερβάσεις, ή υπερβάσεις στους νεότερους χρόνους, απλώς αποτυπώνουν τη βαθειά αλλοίωση που υπέστη ο εκκλησιαστικός λόγος στην ερμηνεία του Μυστηρίου της Θείας Οικονομίας μεταβαλλόμενος σε μία θεωρητική κατασκευή. Συνωδά σ᾽ αυτά υπογραμμίζω ότι στην Ευχή της απολύσεως, μετά την επίκληση του ονόματος του Χριστού, της Παναγίας, την αναφορά στη δύναμη του Τιμίου και ζωοποιού Σταυρού (υπόμνηση των δι᾽ ημάς γενομένων Παθών) και την προστασία των τιμίων και επουρανίων δυνάμεων ασωμάτων (σύμπας, δηλ. ο κόσμος εν περιλήψει), υπάρχει η διατύπωση «ἱκεσίαις τοῦ τιμίου, ἐνδόξου, προφήτου Προδρόμου καὶ Βαπτιστοῦ Ἰωάννου», μάλιστα και προ των πανευφήμων Αποστόλων, γιατί, όπως είπα και παραπάνω, ο Άγιος Ιωάννης είναι το μεθόριο, η συμπεριληπτική ομολογία της θεότητος του ενανθρωπήσαντος Λόγου, του παλαιού και του νέου Ισραήλ.

 

Γ. Πρόκειται ουσιαστικά για μια εορτή- σήμανση προεόρτια της Αποκαλύψεως του Λόγου. Ο Ιωάννης, ο οποίος προήλθε εξ ατεκνίας γονέων, ένα θαύμα γέννησης, είναι δοσμένος στη διακονία της επαγγελίας του Χριστού εκ κοιλίας μητρός, ζει απαλλαγμένος από το ίδιο θέλημα, πέραν από όποια δική του εμπειρία και βίωμα, υποδεικνύει μόνο τον Αίροντα τις αμαρτίες του κόσμου, ζει μόνο γι᾽ αυτήν τη ζωντανή μαρτυρία. Είναι σα να μην έχει τίποτα δικό του, κι η ζωή του είναι ένας ακραίος περιορισμός ακόμη και των βιολογικών αναγκών.

Έτσι, ο Ιωάννης, ο οποίος κηρύττει τη μετάνοια, όπως και οι Προφήτες του Ισραήλ, που είναι η αρχή της σωτηρίας- με την ίδια λέξη αρχίζει το κήρυγμά του και ο Χριστός- ονομάζεται:

1. Μεσίτης Παλαιάς και Καινής Διαθήκης (Μικρός Εσπερινός, Στιχηρό, ἦχος δ´: «ὁ προσημάντωρ ὁ μεγαλόφωνος, καὶ Παλαιᾶς τε καὶ τῆς Νέας, θεῖος μεσίτης σαφῶς γνωριζόμενος»), και Κανὼν β´, ᾨδὴ η´, ἦχος δ´, τροπάριο β´: «Ἤνοικται ταμεῖα τῶν χαρίτων, τῆς Νέας τε Διαθήκης Χριστοῦ Πρόδρομε, καὶ θυσιῶν ἔθιμα, ἐν τῇ ἀποτέξει σου, τῶν παλαιῶν ἐκλείσθησαν καὶ ἀπεπαύθησαν· ὁ νέος δὲ λαὸς ἀναμέλπει, καὶ ὑπερυψοῖ τὸν Χριστὸν εἰς τοὺς αἰῶνας». Γι᾽ αυτό και το Θεοτοκίο, ἦχος β´, μετά το Εξαποστειλάριο του Προδρόμου συνοψίζει την ομολογία όλων των Αγίων του Θεού: «Προφῆται προεκήρυξαν, Ἀπόστολοι ἐδίδαξαν, καὶ Μάρτυρες θεοφρόνως, τὸν σὸν Υἱὸν Θεοτόκε, τρανῶς καθωμολόγησαν, Θεὸν τῶν ὅλων, πάναγνε, μεθ᾽ ὧν σε μεγαλύνομεν, οἱ διὰ σοῦ λυτρωθέντες, τῆς παλαιᾶς καταδίκης».

2. Στρατιώτης του Βασιλέως Χριστού, Πρόδρομος της χάριτος, γιατί προμηνύει τον ερχομό του Χριστού, τη Καινή Διαθήκη της χάριτος, που αφορά σ᾽ όλο τον κόσμο (Μικρός Εσπερινός, Δοξαστικό, ἦχος πλ. δ´: «οὗτος γὰρ ἐκήρυξε τὴν ἀπαρχὴν τῆς ἡμῶν σωτηρίας, ὁ σκιρτῶν ἐν κοιλίᾳ, καὶ βοῶν ἐν ἐρήμῳ, Μετανοεῖτε, τοῦ Βασιλέως ὁ στρατιώτης, ὁ Πρόδρομος τῆς χάριτος, ὁ τὸν ἀμνὸν προμηνύων, καὶ τὸν Σωτῆρα πρεσβεύων»). Όπως έχω ήδη σημειώσει η παράληψη στίχων δημιουργεί πρόβλημα στην κατανόηση της υμνολογίας της εορτής, γιατί π. χ. το «ὁ σκιρτῶν ἐν κοιλίᾳ» μένει ξεκρέμαστο.

3. Στο Στιχηρό Ἰδιόμελο α´, του Μεγάλου Εσπερινού, ἦχος δ´, ποίημα του Αγ. Ανδρέα Κρήτης, γίνεται λόγος για τον Ιωάννη ως Προφήτη, μείζονα πάντων των Προφητών, το βάπτισμα του ως προκάθαρση για την έλευση του βαπτίσματος του Αγίου Πνεύματος, όπως έχω ήδη σημειώσει στα «κηρύγματα» της Πεντηκοστής και του Αγίου Πνεύματος, ενώ ο θάνατός του προ των Παθών του Χριστού παρουσιάζεται ως ευαγγελισμός στους εν Άδη της εκ νεκρών Αναστάσεως. («ὁ μείζων πάντων τῶν Προφητῶν Προφήτης, οὗ ἕτερος οὐκ ἔστιν, οὐδὲ ἐγήγερται· ὅτι τῷ Προδρόμῳ λύχνῳ, τὸ φῶς ἀκολουθεῖ τὸ ὑπέρλαμπρον καὶ τῇ φωνῇ ὁ Λόγος, καὶ τῷ νυμφαγωγῷ ὁ νυμφίος, κατασκευάζοντι Κυρίῳ λαὸν περιούσιον, καὶ προκαθαίροντι ἐπὶ τὸ Πνεῦμα διὰ τοῦ ὕδατος, τοῦ Ζαχαρίου ὁ βλαστός, καὶ τῆς ἐρήμου τὸ κάλλιστον θρέμμα, τῆς μετανοίας ὁ κήρυξ, ἡ κάθαρσις τῶν ἀμπλακημάτων, ὁ τοῖς ἐν ᾍδῃ εὐαγγελιζόμενος, τὴν ἐκ νεκρῶν Ἀνάστασιν»), ενώ στο Θεοτοκίο, μετά το Δοξαστικό του ἤχου πλ. β´, ποίημα Βυζαντίου, η συνάντηση της Ελισάβετ με την Παναγία αναδύει τη μαρτυρία αμφοτέρων Προδρόμου και της μητρός του, όπου, μάλιστα, ο Ιωάννης καλείται Πρόδρομος της χάριτος: «Ἡ Ἐλισάβετ συνέλαβε τὸν Πρόδρομον τῆς χάριτος, ἡ δὲ Παρθένος τὸν Κύριον τῆς δόξης. Ἠσπάσαντο ἀλλήλας αἱ μητέρες, καὶ τὸ βρέφος ἐσκίρτησεν· ἔνδοθεν γὰρ ὁ δοῦλος ᾔνει τὸν Δεσπότην, θαυμάσασα ἡ μήτηρ τοῦ Προδρόμου, ἤρξατο βοᾶν· Πόθεν μοι τοῦτο, ἵνα ἡ Μήτηρ τοῦ Κυρίου μου ἔλθῃ πρὸς με; ἵνα σώσῃ λαὸν ἀπεγνωσμένον».

4. Ελισάβετ και Ιωάννης είναι υπηρέτες στο μυστήριο της Θείας Οικονομίας, αποδέχονται το ρόλο τους σε συμφωνία με τη μαρτυρία περί του ασάρκως αποκαλυφθέντος Υιού και Λόγου του Πατρός στους Προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης. Γι᾽ αυτό και τα Προφητικά Αναγνώσματα αναφέρονται στην Αποκάλυψη του Θεού στον Αβραάμ (παράλληλο παράδειγμα ατεκνίας) και τη σύναψη της Διαθήκης με τον Ισαάκ (Γεν. Κεφ. 17,15-17,19 - 18,11-14 - 21,1-2,4-8), την εξ ατεκνίας γέννηση του Σαμψών από το Μανωέ, του πλέον επιφανούς εκ των κριτών (Κριτ. Κεφ. 13, 2-8, 13-14, 17-18, 21) και την ευθεία αναφορά στον Ιωάννη και το Χριστό από τον Ησαΐα με ένα δραματικό σπάσιμο της ιουδαϊκής αποκλειστικότητος και της υπέρβασης όποιας ατεκνίας, αφού η φωνή της ευφροσύνης αφορά μία αναγγελία «ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς» («Φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ. Ἑτοιμάσατε τὴν ὁδὸν Κυρίου, εὐθείας ποιεῖτε τὰς τρίβους αὐτοῦ, πᾶσα φάραγξ πληρωθήσεται, καὶ πᾶν ὄρος καὶ βουνὸς ταπεινωθήσεται, καὶ ἔσται τὰ σκολιὰ εἰς εὐθεῖαν, καὶ αἱ τραχεῖαι εἰς ὁδοὺς λείας, καὶ ὄψεται πᾶσα σάρξ τὸ σωτήριον τοῦ Θεοῦ. Ἐπ᾽ ὅρους ὑψηλοῦ ἀνάβηθι ὁ εὐαγγελιζόμενος Σιών, ὕψωσον ἐν ἰσχύϊ τὴν φωνήν σου, ὁ εὐαγγελιζόμενος Ἱερουσαλήμ, ὑψώσατε, μὴ φοβεῖσθε. Ἐγὼ Κύριος ὁ Θεός, ἐγὼ ἐπακούσομαι, ὁ Θεὸς Ἰσραήλ, καὶ οὐκ ἐγκαταλείψω αὐτούς» - «Εὐφρανθήτω ὁ οὐρανὸς ἄνωθεν, καὶ αἱ νεφέλαι ῥανάτωσαν δικαιοσύνην, ἀνατειλάτω ἡ γῆ, καὶ βλαστησάτω ἔλεος, καὶ δικαιοσύνην ἀνατειλάτω ἅμα. Φωνὴν εὐφροσύνης ἀναγγείλατε ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς, καὶ ἀκουστὸν γενέσθω τοῦτο », Ἡσ. Κεφ. 40,1-5, 9 : 41,17-18 : 45,8 : 48,20-21 : 54,1).

5. (Άλλες παρόμοιες διατυπώσεις: «Ἡ θεοσήμαντος φωνή, τοῦ φωτὸς ὁ λύχνος, ὁ τοῦ Κυρίου Πρόδρομος, ὁ χριστομαρτύρητος πρῶτος τῶν Προφητῶν», «Κήρυξ γέγονας τοῦ ἀμνοῦ τοῦ Θεοῦ καὶ Λόγου, Ἰωάννη Προφῆτα καὶ Πρόδρομε. Προφητεύεις τὰ μέλλοντα, καὶ προλέγεις τοῖς πέρασιν», «Τὸν ἐν Προφήταις ὅρον, καὶ ἀρχὴν Ἀποστόλων, τὸν ἐπίγειον ἄγγελον, καὶ οὐράνιον ἄνθρωπον, τὴν φωνὴν τοῦ Λόγου, τὸν στρατιώτην καὶ Πρόδρομον Χριστοῦ, τόν ἐξ ἐπαγγελίας προσκιρτήσαντα, καὶ προκηρύξαντα πρὸ τόκου τὸν ἥλιον τῆς δικαιοσυνης», «Σὺ γάρ, παιδίον, Προφήτης Ὑψίστου κληθήσῃ, καὶ προπορεύσῃ ὁδούς ἑτοιμάσαι αὐτῷ. Διὸ Ἄγγελε, Προφῆτα, Ἀπόστολε, Στρατιῶτα, Πρόδρομε, Βαπτιστά, καὶ Κήρυξ τῆς μετανοίας, καὶ ὁδηγὲ τοῦ φωτός, ὡς φωνὴ τοῦ Λόγου, ἀπαύστως πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν», «Ἡσαΐου νῦν τοῦ Προφήτου ἡ φωνή, σήμερον ἐν τῇ τοῦ μείζονος Προφητῶν κυήσει Ἰωάννου πεπλήρωται. Ἰδοὺ γὰρ φησιν ἀποστελῶ τὸν Ἄγγελόν μου πρὸ προσώπου σου, ὃς κατασκευάσει τὴν ὁδόν σου. Οὗτος οὖν ὁ τοῦ ἐπουρανίου Βασιλέως στρατιώτης προδραμών, ὡς ἀληθῶς εὐθείας ἐποίει, τὰς τρίβους τοῦ Θεοῦ ἡμῶν, ἄνθρωπος μέν τῇ φύσει, Ἄγγελος δὲ τὸν βίον ὑπάρχων», «Κοσμεῖται τὴν χάριν νῦν, ἡ Ἐκκλησία τοῦ Πνεύματος, καὶ καταφαιδρύνεται καὶ ὡραΐζεται, τὴν γενέθλιον, ἡμέραν τοῦ Προδρόμου, εὐφροσύνως ἄγουσα, καὶ ἀναμέλπουσα». «Ὁ Κήρυξ τῆς χάριτος, καὶ ἑωσφόρου φαιδρότερος, τῆς δόξης τὸν Ἥλιον, μηνύει σήμερον, καὶ τὴν ἔλλαμψιν, αὐτοῦ νῦν προκηρύττει, ἐν πᾶσι τοῖς πέρασιν, αὐγάζειν μέλλουσαν», «Μυστηρίων ἀπορρήτων, προοδεύει μυστήριον, τῇ καινοτομίᾳ, τῆς θεσμοθεσίας τῆς φύσεως, τῆς ἀρρωστίας ἡ λύσις προμηνύουσα, τὴν διόρθωσιν, ταύτης Χριστὲ καὶ τὴν θέωσιν», «Φίλος καὶ Ἀπόστολος τοῦ Κτίστου καὶ κήρυξ καὶ Βαπτιστὴς καὶ θεῖος Πρόδρομος, μάρτυς καὶ διδάσκαλος, μεσίτης καὶ ἄγγελος, καὶ λειτουργὸς καὶ πρεσβευτὴς ἡμῶν πανεύφημε, ὑπάρχων, ἐκ τῆς στείρας προῆλθες, ταῦτα προμηνύων, ἐν λόγοις τε καὶ ἔργοις»).

6. Προβάλλοντας, λοιπόν, η Εκκλησία το θαυμαστό τρόπο γεννήσεως του Ιωάννη, την πίστη του Ζαχαρία και της Ελισάβετ, αλλά και τη συνάντηση με την Παναγία, μας καλεί σε μία πορεία άρσης των αντιθέτων, όπου κυριαρχεί η άπαυτη χάρη του Παντοδύναμου Θεού, που προνοεί για όλους, όπως για όλους είναι η μαρτυρία του Ιωάννη κατά το Μυστήριο της Θείας Οικονομίας του Άσαρκου, Ένσακου και Πνευματικώς ορωμένου εν τη Εκκλησία της χάριτος του Ενανθρωπήσαντος Λόγου.

 

ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ: Ρωμ. ιγ´, 11-ιδ´, 4: «11 Καὶ τοῦτο, εἰδότες τὸν καιρόν, ὅτι ὥρα ἡμᾶς ἤδη ἐξ ὕπνου ἐγερθῆναι· νῦν γὰρ ἐγγύτερον ἡμῶν ἡ σωτηρία ἢ ὅτε ἐπιστεύσαμεν. 12 ἡ νὺξ προέκοψεν, ἡ δὲ ἡμέρα ἤγγικεν. ἀποθώμεθα οὖν τὰ ἔργα τοῦ σκότους καὶ ἐνδυσώμεθα τὰ ὅπλα τοῦ φωτός. 13 ὡς ἐν ἡμέρᾳ εὐσχημόνως περιπατήσωμεν, μὴ κώμοις καὶ μέθαις, μὴ κοίταις καὶ ἀσελγείαις, μὴ ἔριδι καὶ ζήλῳ, 14 ἀλλ᾽ ἐνδύσασθε τὸν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, καὶ τῆς σαρκὸς πρόνοιαν μὴ ποιεῖσθε εἰς ἐπιθυμίας - 1 Τὸν δὲ ἀσθενοῦντα τῇ πίστει προσλαμβάνεσθε, μὴ εἰς διακρίσεις διαλογισμῶν. 2 ὃς μὲν πιστεύει φαγεῖν πάντα, ὁ δὲ ἀσθενῶν λάχανα ἐσθίει. 3 ὁ ἐσθίων τὸν μὴ ἐσθίοντα μὴ ἐξουθενείτω, καὶ ὁ μὴ ἐσθίων τὸν ἐσθίοντα μὴ κρινέτω· ὁ Θεὸς γὰρ αὐτὸν προσελάβετο. 4 σὺ τίς εἶ ὁ κρίνων ἀλλότριον οἰκέτην; τῷ ἰδίῳ Κυρίῳ στήκει ἢ πίπτει· σταθήσεται δέ· δυνατὸς γάρ ἐστιν ὁ Θεὸς στῆσαι αὐτόν».

 

ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ: Λουκ. α´, 1-25, 57-68, 76, 80: «1 Ἐπειδήπερ πολλοὶ ἐπεχείρησαν ἀνατάξασθαι διήγησιν περὶ τῶν πεπληροφορημένων ἐν ἡμῖν πραγμάτων, 2 καθὼς παρέδοσαν ἡμῖν οἱ ἀπ᾽ ἀρχῆς αὐτόπται καὶ ὑπηρέται γενόμενοι τοῦ λόγου, 3 ἔδοξε κἀμοὶ παρηκολουθηκότι ἄνωθεν πᾶσιν ἀκριβῶς καθεξῆς σοι γράψαι, κράτιστε Θεόφιλε, 4 ἵνα ἐπιγνῷς περὶ ὧν κατηχήθης λόγων τὴν ἀσφάλειαν. 5 Ἐγένετο ἐν ταῖς ἡμέραις Ἡρῴδου τοῦ βασιλέως τῆς Ἰουδαίας ἱερεύς τις ὀνόματι Ζαχαρίας ἐξ ἐφημερίας Ἀβιά, καὶ γυνὴ αὐτῷ ἐκ τῶν θυγατέρων Ἀαρών, καὶ τὸ ὄνομα αὐτῆς Ἐλισάβετ. 6 ἦσαν δὲ δίκαιοι ἀμφότεροι ἐναντίον τοῦ Θεοῦ, πορευόμενοι ἐν πάσαις ταῖς ἐντολαῖς καὶ δικαιώμασιν τοῦ Κυρίου ἄμεμπτοι. 7 καὶ οὐκ ἦν αὐτοῖς τέκνον, καθότι ἡ Ἐλισάβετ ἦν στεῖρα, καὶ ἀμφότεροι προβεβηκότες ἐν ταῖς ἡμέραις αὐτῶν ἦσαν. 8 Ἐγένετο δὲ ἐν τῷ ἱερατεύειν αὐτὸν ἐν τῇ τάξει τῆς ἐφημερίας αὐτοῦ ἔναντι τοῦ Θεοῦ, 9 κατὰ τὸ ἔθος τῆς ἱερατείας ἔλαχε τοῦ θυμιᾶσαι εἰσελθὼν εἰς τὸν ναὸν τοῦ Κυρίου· 10 καὶ πᾶν τὸ πλῆθος ἦν τοῦ λαοῦ προσευχόμενον ἔξω τῇ ὥρᾳ τοῦ θυμιάματος. 11 ὤφθη δὲ αὐτῷ ἄγγελος Κυρίου ἑστὼς ἐκ δεξιῶν τοῦ θυσιαστηρίου τοῦ θυμιάματος. 12 καὶ ἐταράχθη Ζαχαρίας ἰδών, καὶ φόβος ἐπέπεσεν ἐπ' αὐτόν. 13 εἶπε δὲ πρὸς αὐτὸν ὁ ἄγγελος· Μὴ φοβοῦ, Ζαχαρία· διότι εἰσηκούσθη ἡ δέησίς σου, καὶ ἡ γυνή σου Ἐλισάβετ γεννήσει υἱόν σοι, καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰωάννην· 14 καὶ ἔσται χαρά σοι καὶ ἀγαλλίασις, καὶ πολλοὶ ἐπὶ τῇ γενέσει αὐτοῦ χαρήσονται. 15 ἔσται γὰρ μέγας ἐνώπιον τοῦ Κυρίου, καὶ οἶνον καὶ σίκερα οὐ μὴ πίῃ, καὶ Πνεύματος ἁγίου πλησθήσεται ἔτι ἐκ κοιλίας μητρὸς αὐτοῦ, 16 καὶ πολλοὺς τῶν υἱῶν Ἰσραὴλ ἐπιστρέψει ἐπὶ Κύριον τὸν Θεὸν αὐτῶν. 17 καὶ αὐτὸς προελεύσεται ἐνώπιον αὐτοῦ ἐν πνεύματι καὶ δυνάμει Ἠλίου, ἐπιστρέψαι καρδίας πατέρων ἐπὶ τέκνα καὶ ἀπειθεῖς ἐν φρονήσει δικαίων, ἑτοιμάσαι Κυρίῳ λαὸν κατεσκευασμένον. 18 καὶ εἶπε Ζαχαρίας πρὸς τὸν ἄγγελον· Κατὰ τί γνώσομαι τοῦτο; ἐγὼ γάρ εἰμι πρεσβύτης καὶ ἡ γυνή μου προβεβηκυῖα ἐν ταῖς ἡμέραις αὐτῆς. 19 καὶ ἀποκριθεὶς ὁ ἄγγελος εἶπεν αὐτῷ· Ἐγώ εἰμι Γαβριὴλ ὁ παρεστηκὼς ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, καὶ ἀπεστάλην λαλῆσαι πρός σε καὶ εὐαγγελίσασθαί σοι ταῦτα. 20 καὶ ἰδοὺ ἔσῃ σιωπῶν καὶ μὴ δυνάμενος λαλῆσαι ἄχρι ἧς ἡμέρας γένηται ταῦτα, ἀνθ᾽ ὧν οὐκ ἐπίστευσας τοῖς λόγοις μου, οἵτινες πληρωθήσονται εἰς τὸν καιρὸν αὐτῶν. 21 καὶ ἦν ὁ λαὸς προσδοκῶν τὸν Ζαχαρίαν, καὶ ἐθαύμαζον ἐν τῷ χρονίζειν αὐτόν ἐν τῷ ναῷ. 22 ἐξελθὼν δὲ οὐκ ἠδύνατο λαλῆσαι αὐτοῖς, καὶ ἐπέγνωσαν ὅτι ὀπτασίαν ἑώρακεν ἐν τῷ ναῷ· καὶ αὐτὸς ἦν διανεύων αὐτοῖς, καὶ διέμενεν κωφός. 23 καὶ ἐγένετο ὡς ἐπλήσθησαν αἱ ἡμέραι τῆς λειτουργίας αὐτοῦ ἀπῆλθεν εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ. 24 Μετὰ δὲ ταύτας τὰς ἡμέρας συνέλαβεν Ἐλισάβετ ἡ γυνὴ αὐτοῦ· καὶ περιέκρυβεν ἑαυτὴν μῆνας πέντε, 25 λέγουσα ὅτι Οὕτω μοι πεποίηκεν ὁ Κύριος ἐν ἡμέραις αἷς ἐπεῖδεν ἀφελεῖν τό ὄνειδός μου ἐν ἀνθρώποις- 57 Τῇ δὲ Ἐλισάβετ ἐπλήσθη ὁ χρόνος τοῦ τεκεῖν αὐτήν, καὶ ἐγέννησεν υἱόν. 58 καὶ ἤκουσαν οἱ περίοικοι καὶ οἱ συγγενεῖς αὐτῆς ὅτι ἐμεγάλυνε Κύριος τὸ ἔλεος αὐτοῦ μετ᾽ αὐτῆς, καὶ συνέχαιρον αὐτῇ. 59 Καὶ ἐγένετο ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῇ ὀγδόῃ ἦλθον περιτεμεῖν τὸ παιδίον, καὶ ἐκάλουν αὐτὸ ἐπὶ τῷ ὀνόματι τοῦ πατρὸς αὐτοῦ Ζαχαρίαν. 60 καὶ ἀποκριθεῖσα ἡ μήτηρ αὐτοῦ εἶπεν· Οὐχί, ἀλλὰ κληθήσεται Ἰωάννης. 61 καὶ εἶπον πρὸς αὐτὴν ὅτι Οὐδείς ἐστιν ἐν τῇ συγγενείᾳ σου ὃς καλεῖται τῷ ὀνόματι τούτῳ· 62 ἐνένευον δὲ τῷ πατρὶ αὐτοῦ τὸ τί ἂν θέλοι καλεῖσθαι αὐτόν. 63 καὶ αἰτήσας πινακίδιον ἔγραψε λέγων· Ἰωάννης ἐστὶ τὸ ὄνομα αὐτοῦ· καὶ ἐθαύμασαν πάντες. 64 ἀνεῴχθη δὲ τὸ στόμα αὐτοῦ παραχρῆμα καὶ ἡ γλῶσσα αὐτοῦ, καὶ ἐλάλει εὐλογῶν τὸν Θεόν. 65 καὶ ἐγένετο ἐπὶ πάντας φόβος τοὺς περιοικοῦντας αὐτούς, καὶ ἐν ὅλῃ τῇ ὀρεινῇ τῆς Ἰουδαίας διελαλεῖτο πάντα τὰ ῥήματα ταῦτα, 66 καὶ ἔθεντο πάντες οἱ ἀκούσαντες ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτῶν, λέγοντες· Τί ἄρα τὸ παιδίον τοῦτο ἔσται; καὶ χεὶρ Κυρίου ἦν μετ᾽ αὐτοῦ. 67 Καὶ Ζαχαρίας ὁ πατὴρ αὐτοῦ ἐπλήσθη Πνεύματος ἁγίου καὶ προεφήτευσε λέγων· 68 Εὐλογητὸς Κύριος, ὁ Θεὸς τοῦ Ἰσραήλ, ὅτι ἐπεσκέψατο καὶ ἐποίησε λύτρωσιν τῷ λαῷ αὐτοῦ- 76 Καὶ σὺ, παιδίον, προφήτης ὑψίστου κληθήσῃ· προπορεύσῃ γὰρ πρὸ προσώπου Κυρίου ἑτοιμάσαι ὁδοὺς αὐτοῦ, 80 Τὸ δὲ παιδίον ηὔξανε καὶ ἐκραταιοῦτο πνεύματι, καὶ ἦν ἐν ταῖς ἐρήμοις ἕως ἡμέρας ἀναδείξεως αὐτοῦ πρὸς τὸν Ἰσραήλ».

Δευτέρα 15 Ιουνίου 2026

 Κυριακὴ Γ´ Ματθαίου, 21 Ἰουνίου 2026  (25-6-2023)- (17/6/2018) (Αριθμ. 22Ν)

 

Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ.

 

A. α. Tα Αναγνώσματα της τρίτης Κυριακής του Ματθαίου έχουν ένα κοινό σημείο αναφοράς, τη δικαιοσύνη του Θεού, που προέρχεται από την πίστη. Πρόκειται για ένα θέμα δύσκολο, αν ερμηνευθεί ανεξάρτητα από το συνολικό ερμηνευτικό πρόγραμμα της κηρυγματικής πράξης της Αποστολικής κοινότητας.

β. Η δικαιοσύνη του Θεού, και η δικαίωση του ανθρώπου, συνδέθηκε στους νεότερους χρόνους της δυτικής χριστιανοσύνης με μία μεμονωμένη ερμηνευτική προσέγγιση, η οποία ξεπήδησε από το ερώτημα για το, αν η σωτηρία πηγάζει μόνο από τη χάρη του Θεού, οπότε ο άνθρωπος, κατ᾽ αυτούς, έχει προδιαγεγραμμένο τον προορισμό του, ή είναι αποτέλεσμα των «καλών έργων», με εκπλήρωση των θεϊκών επιταγών, νοουμένων ως ανταπόκρισης στη θεία δικαιοσύνη. Οι δύο εκδοχές οδήγησαν τη δυτική χριστιανοσύνη στον απόλυτο προορισμό και, κατά συνέπεια, το σύγχρονο αποχριστιανισμό των δυτικών κοινωνιών ως επανάσταση απέναντι στη θρησκευτική τους «καταπίεση». Από την άλλη, η εισαγωγή μιας υστερογενούς παραγωγής σκέψης, που προήλθε από αυτές τις κοινωνίες, σε μία αδύναμη Θεολογία, που αλλοιώθηκε από την κατεπιταγήν εκπλήρωση «θρησκευτικών» καθηκόντων, μετέτρεψε τη σχετική θεματολογία σε κοινωνιολογική ανάλυση και πολιτική διαμεσολάβηση παρασκηνιακής άσκησης εξουσίας, ή μοιράσματος της πολιτικής εξουσίας, ανεξαρτήτως του γεγονότος της εκκλησιαστικής συνέχειας, ακόμα και σε περιπτώσεις που γίνεται μία δραματική επίκληση του εκκλησιαστικού γεγονότος, ή ακόμη κι αν πρόκειται για ένα αφελή κοινωνικό προφητισμό.

 

Β. 1. Ωστόσο, τα δύο μείζονα θέματα των Αναγνωσμάτων δεν μπορεί να ερμηνευθούν ανεξάρτητα από την ένταξή τους στο Μυστήριο της Θείας Οικονομίας, όπως έγινε και εκτυλίσσεται λειτουργικά μέσα στον ενιαύσιο κύκλο της Εκκλησίας, ούτε, ασφαλώς, να γίνει μία προσέγγιση αποσπασματική εν σχέσει με τα συμφραζόμενα. Τέτοια πράγματα κάνανε οι αρχαίοι αιρετικοί, τα κάνουν και ουκ ολίγοι σύγχρονοι.

2. α. Το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα προέρχεται από την ενότητα του Αναγνώσματος της προηγούμενης Κυριακής. Ο Χριστός περιοδεύει, μετά την εκλογή των πρώτων μαθητών του και τις πρώτες περιοδείες στις Συναγωγές της Γαλιλαίας των εθνών και την προσέλευση κόσμου ακόμη και από τη Δεκάπολη, τα Ιεροσόλυμα, την Ιουδαία- αυτό κι αν ήταν ταπείνωση για τους Ιουδαίους, που περηφανεύονταν ότι αυτοί ήταν οι γνήσιοι εκφραστές του Νόμου. Ο Ματθαίος σημειώνει ότι προσέτρεχαν κι άνθρωποι καὶ πέραν τοῦ Ἰορδάνου (Ματθ. δ, 25). Μετά από αυτήν, λοιπόν, την κοσμοσυρροή, ο Χριστός ανήλθε στο όρος και είπε τους Μακαρισμούς, που είναι η τελείωση του Νόμου του Μωϋσέως ως ανακεφαλαίωση, όπως καταγράφεται στην ενότητα Ματθ. ε´, 13- ζ´, 29, μέρος της οποίας και το σημερινό Ευαγγελικό Ανάγνωσμα, ή η ανακεφαλαίωση. Στην ίδια ενότητα ανήκει και το Πάτερ ἡμῶν.

β. Μετά τους Μακαρισμούς ό Χριστός είπε ότι οι ακροατές του είναι το ἅλας της γης και το φως του κόσμου (Ματθ. ε´, 13-16), και γι᾽ αυτό ομιλεί εδώ περί οφθαλμού, ως λύχνου του σώματος, στο σημερινό Ανάγνωσμα, καθώς η όραση είναι εκείνο το όργανο που στέλνει στο νου τις πληροφορίες, για να παραχθεί η γνώση και η ευθύνη από τα λογικά όντα. Γι᾽ αυτό, εξάλλου, στη μακρά μας νηπτική παράδοση, που βλέπει τον άνθρωπο ως ενότητα αισθητού και νοητού, γίνεται λόγος για «γεγυμνασμένα αἰσθητήρια», όπως επίσης και από τα παραδείγματα που χρησιμοποιήθηκαν, για να πάρουμε μια συγκαταβατική ιδέα, μία παραστατική έκφραση, της τριαδικότητας άμα τε και ομοουσιότητος των τριών προσώπων της Αγίας Τριάδος, οι Πατέρες της Εκκλησίας μας χρησιμοποίησαν το παράδειγμα του φωτός.

γ. Θέτει, λοιπόν, ο Χριστός, ως προϋπόθεση για την αποδοχή του έργου του, ως ένσαρκου Λόγου, την κάθαρση των οφθαλμών των ακροατών του, ώστε να δουν τις θεοσημίες, τις οποίες είχε ήδη αρχίσει να επιτελεί, να αντιληφθούν ποιός είναι, ποιά είναι η πίστη τους και ότι ο ίδιος είναι αυτός που εκπληρώνει, ανακεφαλαιώνει, τις προφητείες, τις επαγγελίες, του Μωϋσή και το Νόμο που παρέδωσε ο Θεός στο Μωϋσή, είναι ο ίδιος που αποκαλύφθηκε στο Μωϋσή, του οποίου η όραση κατά την παράδοση του Νόμου παρακαλύφθηκε από μία πέτρα, (ήτοι το σωματικό του άσαρκου Λόγου), για να έλθει ο Απόστολος Παύλος και να ειπεί, με μια πολύ απλή παραστατική εικόνα, αυτήν της πέτρας, ότι «ἡ δὲ πέτρα ἦν ὁ Χριστός», δηλαδή ο ένσαρκος Λόγος. Γι᾽ αυτό λέγει ο Χριστός για την απλότητα του οφθαλμού και κλείνει με την προτροπή να μην είναι ολιγόπιστοι. Aυτήν τη λέξη την επαναλαμβάνει ο Χριστός σ᾽ όλη τη διάρκεια της ένσαρκης Αποκαλύψεώς του, και με ένταση μετά την Ανάστασή του, για να ενεργοποιήσει τους Μαθητές του, ώστε να δώσουν τη μαρτυρία ότι είναι ο ίδιος που αποκαλύφθηκε στον Αβραάμ ασάρκως, τους Προφήτες και το Μωϋσή, ότι είναι ο Θεός του Ισραήλ και Δημιουργός και Κύριος του παντός.

δ. Μετά, λοιπόν, τους Μακαρισμούς, που είναι η εκβολή, η έκβαση, η ανακεφαλαίωση του Νόμου, το πλήρωμα του Νόμου, ο Χριστός δεν θέτει στο πλήθος, που προσήρχετο μαζικά, ως προϋπόθεση την εβραϊκότητα, ομιλεί για ό,τι αφορά σ᾽ όλους τους ανθρώπους και επεξηγεί εν συνεχεία ότι οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι δεν εκπροσωπούν την προφητική παράδοση και τις επαγγελίες του Ισραήλ.

ε. Σημειώνω ότι ομιλεί από ένα ύψωμα, και εκεί είχαν προστρέξει άνθρωποι κι άνθρωποι και, προφανώς, όχι μόνο Ισραηλίτες, όχι όπως στις Συναγωγές, όπου προσήρχοντο Ιουδαίοι και προσήλυτοι, μόνο, δηλαδή, τα μέλη, αλλά ανοιχτά όσοι τρέχανε να ακούσουν αυτόν, που είχε φτάσει η φήμη των θαυμάτων του και πέραν του Ιορδάνη! Ομιλεί σα να έχει απέναντί του όλο το ανθρώπινο γένος λέγοντας για τη βασιλεία του Θεού και τη δικαιοσύνη, που καταργεί όλες τις συμβάσεις της ζωής και ό,τι είχε στήσει ο άνθρωπος, για να διαχειριστεί ιδιοτελώς τα κοινά αγαθά της δημιουργίας. Γι᾽ αυτό λέγει ο Χριστός: Ματθ. στ´, «33 ζητεῖτε δὲ πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ, καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν. 34 Μὴ οὖν μεριμνήσητε εἰς τὴν αὔριον, ἡ γὰρ αὔριον μεριμνήσει τὰ ἑαυτῆς· ἀρκετὸν τῇ ἡμέρᾳ ἡ κακία αὐτῆς». Ο,τι, δηλαδή, αποτελούσε κοινό αγαθό της δικαιοσύνης του αποκαλυφθέντος Θεού εν τω Ισραήλ, είναι αγαθό για όλη την ανθρωπότητα.

 

Γ. α. Ακριβώς την ίδια αντιστοιχία έχουμε στο Αποστολικό Ανάγνωσμα, όπου η δικαιοσύνη, δικαίωση, του Ισραήλ εκβάλλει στην πίστη, που τη χαρίζει το Άγιο Πνεύμα, στο οποίο προσήγαγε τους Μαθητές και όλους τους ανθρώπους ο Χριστός: Ρωμ. ε´, 2 : «δι᾽ οὗ καὶ τὴν προσαγωγὴν ἐσχήκαμεν τῇ πίστει εἰς τὴν χάριν ταύτην ἐν ᾗ ἑστήκαμεν», καθώς Ρωμ. ε´, 5: «ὅτι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἐκκέχυται ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν διὰ Πνεύματος ἁγίου τοῦ δοθέντος ἡμῖν».

β. Δεν πρόκειται για μια πίστη ατομική, πρόκειται για την πίστη των Προφητών, των Αποστόλων και των Αγίων, που δίνουν μαρτυρία του Μυστηρίου της Θείας Οικονομίας, όπως καταγράφεται και ερμηνεύεται σε μία συνέχεια στην Εκκλησία με ένα τρόπο που περιλαμβάνει όλη την ανθρωπότητα και την ιστορία από κτίσεως κόσμου και εις τους άπειρους αιώνας, γιατί ο Χριστός ένωσε όλο το ανθρώπινο γένος, παλαιό και νέο Ισραήλ, ζώντες και κεκοιμημένους, γιατί η πίστη αυτή είναι ελπίδα και λόγος οικουμενικός χάριτος, δωρεά και έλεος, γι᾽ αυτό και είναι ένας λόγος ανατρεπτικός και αντίθετος σε κάθε αντίθεη δύναμη, σε κάθε ανθρώπινη σύμβαση και ιδιοτέλεια. Είναι μαζί πίστη, δικαιοσύνη και χάρη και όχι ειδωλικότητα, θρησκευτική υποκρισία και εκμετάλλευση, αποκλεισμός και αποκλειστικότητα χρήσης και κατάχρησης της κτίσης, των φυσικών πόρων και των ανθρώπων υπό το προκάλυμμα μάλιστα πολλάκις μεγαλοστομιών και διακηρύξεων των κατεξουσιαστών του κόσμου!

 

Ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα: ῾Ρωμ. ε´1-10: «1 Δικαιωθέντες οὖν ἐκ πίστεως εἰρήνην ἔχομεν πρὸς τὸν Θεὸν διὰ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, 2 δι᾽ οὗ καὶ τὴν προσαγωγὴν ἐσχήκαμεν τῇ πίστει εἰς τὴν χάριν ταύτην ἐν ᾗ ἑστήκαμεν, καὶ καυχώμεθα ἐπ᾽ ἐλπίδι τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ. 3 οὐ μόνον δέ, ἀλλὰ καὶ καυχώμεθα ἐν ταῖς θλίψεσιν, εἰδότες ὅτι ἡ θλῖψις ὑπομονὴν κατεργάζεται, 4 ἡ δὲ ὑπομονὴ δοκιμήν, ἡ δὲ δοκιμὴ ἐλπίδα, 5 ἡ δὲ ἐλπὶς οὐ καταισχύνει, ὅτι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἐκκέχυται ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν διὰ Πνεύματος ἁγίου τοῦ δοθέντος ἡμῖν. 6 ἔτι γὰρ Χριστὸς ὄντων ἡμῶν ἀσθενῶν κατὰ καιρὸν ὑπὲρ ἀσεβῶν ἀπέθανε. 7 μόλις γὰρ ὑπὲρ δικαίου τις ἀποθανεῖται· ὑπὲρ γὰρ τοῦ ἀγαθοῦ τάχα τις καὶ τολμᾷ ἀποθανεῖν. 8 συνίστησι δὲ τὴν ἑαυτοῦ ἀγάπην εἰς ἡμᾶς ὁ Θεός, ὅτι ἔτι ἁμαρτωλῶν ὄντων ἡμῶν Χριστὸς ὑπὲρ ἡμῶν ἀπέθανε. 9 πολλῷ οὖν μᾶλλον δικαιωθέντες νῦν ἐν τῷ αἵματι αὐτοῦ σωθησόμεθα δι᾽ αὐτοῦ ἀπὸ τῆς ὀργῆς. 10 εἰ γὰρ ἐχθροὶ ὄντες κατηλλάγημεν τῷ Θεῷ διὰ τοῦ θανάτου τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ, πολλῷ μᾶλλον καταλλαγέντες σωθησόμεθα ἐν τῇ ζωῇ αὐτοῦ».

 

Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα: Ματθ. στ´, 22-33, «22 Ὁ λύχνος τοῦ σώματός ἐστιν ὁ ὀφθαλμός. ἐὰν οὖν ὁ ὀφθαλμός σου ἁπλοῦς ᾖ, ὅλον τὸ σῶμά σου φωτεινὸν ἔσται· 23 ἐὰν δὲ ὁ ὀφθαλμός σου πονηρὸς ᾖ, ὅλον τὸ σῶμά σου σκοτεινὸν ἔσται. εἰ οὖν τὸ φῶς τὸ ἐν σοὶ σκότος ἐστί, τὸ σκότος πόσον; 24 Οὐδεὶς δύναται δυσὶ κυρίοις δουλεύειν· ἢ γὰρ τὸν ἕνα μισήσει καὶ τὸν ἕτερον ἀγαπήσει, ἢ ἑνὸς ἀνθέξεται καὶ τοῦ ἑτέρου καταφρονήσει· οὐ δύνασθε Θεῷ δουλεύειν καὶ μαμωνᾷ. 25 Διὰ τοῦτο λέγω ὑμῖν, μὴ μεριμνᾶτε τῇ ψυχῇ ὑμῶν τί φάγητε καὶ τί πίητε, μηδὲ τῷ σώματι ὑμῶν τί ἐνδύσησθε· οὐχὶ ἡ ψυχὴ πλεῖόν ἐστιν τῆς τροφῆς καὶ τὸ σῶμα τοῦ ἐνδύματος; 26 ἐμβλέψατε εἰς τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ, ὅτι οὐ σπείρουσιν οὐδὲ θερίζουσιν οὐδὲ συνάγουσιν εἰς ἀποθήκας, καὶ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος τρέφει αὐτά· οὐχ ὑμεῖς μᾶλλον διαφέρετε αὐτῶν; 27 τίς δὲ ἐξ ὑμῶν μεριμνῶν δύναται προσθεῖναι ἐπὶ τὴν ἡλικίαν αὐτοῦ πῆχυν ἕνα; 28 καὶ περὶ ἐνδύματος τί μεριμνᾶτε; καταμάθετε τὰ κρίνα τοῦ ἀγροῦ πῶς αὐξάνει· οὐ κοπιᾷ οὐδὲ νήθει· 29 λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι οὐδὲ Σολομὼν ἐν πάσῃ τῇ δόξῃ αὐτοῦ περιεβάλετο ὡς ἓν τούτων. 30 Εἰ δὲ τὸν χόρτον τοῦ ἀγροῦ, σήμερον ὄντα καὶ αὔριον εἰς κλίβανον βαλλόμενον, ὁ Θεὸς οὕτως ἀμφιέννυσιν, οὐ πολλῷ μᾶλλον ὑμᾶς, ὀλιγόπιστοι; 31 μὴ οὖν μεριμνήσητε λέγοντες, τί φάγωμεν ἢ τί πίωμεν ἢ τί περιβαλώμεθα; 32 πάντα γὰρ ταῦτα τὰ ἔθνη ἐπιζητεῖ· οἶδεν γὰρ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος ὅτι χρῄζετε τούτων ἁπάντων. 33 ζητεῖτε δὲ πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ, καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν. 34 Μὴ οὖν μεριμνήσητε εἰς τὴν αὔριον, ἡ γὰρ αὔριον μεριμνήσει τὰ ἑαυτῆς· ἀρκετὸν τῇ ἡμέρᾳ ἡ κακία αὐτῆς».

Κυριακή 14 Ιουνίου 2026

 

Κυριακή Β´ Ματθαίου, 22 Ιουνίου 2025 (10-6-2018)-(18/6/2023), (Αριθμ. 21Ν1)

 

Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ.

 

 

Α. 1. Μετά την Κυριακή των Αγίων Πάντων επανερχόμαστε σε μία λειτουργική τάξη Εορτολογίου, η οποία συνδυάζει τις ακίνητες εορτές του Αγιολογίου της Εκκλησίας με την περίοδο προς την εορτή των Αγίων Δώδεκα Αποστόλων, οπότε γίνεται συνδυαστική χρήση του Μηναίου, της Παρακλητικής, ή Οκτωήχου, η οποία είχε διαμορφωθεί στα χρόνια, ή λίγο μετά- με κάποια πρόσθετα στοιχεία- από τον Άγιο Ιωάννη το Δαμασκηνό, και συγκεκριμένων Αποστολικών και Ευαγγελικών Αναγνωσμάτων. Το σημειώνω, γιατί με την Παρακλητική η Εκκλησία μας αφομοιώνει υμνολογικά τις αποφάσεις των επτά Οικουμενικών Συνόδων (και δεν θα ήταν παρακινδυνευμένο να πω τις Οκτώ Οικουμενικές Συνόδους, συμπεριλαμβάνοντας σε αυτές και τη Γενική Σύνοδο της αδιαίρετης Εκκλησίας του 879-80 επί Αγίου Μεγάλου Φωτίου). Εξάλλου, δεν είναι τυχαίο ότι μετά οι Ησυχαστές Πατέρες του 14ου αιώνα, κυρίως με τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, προσφεύγουν στη λειτουργική μαρτυρία ως ισότιμη με την Αγία Γραφή, το Σύμβολο της Πίστεως, τους Όρους των Οικουμενικών Συνόδων και τις χρήσεις των εγκρίτων, ή εγκύρων Πατέρων, που συνήθως θησαυρίζονται στα συνοδικά Ανθολόγια, ή αποτελούν μέρος της συνοδικής ερμηνευτικής. Όταν λέω Όρους, εννοώ όλα τα Πρακτικά και όχι μόνο λεξούλες.

2. Παράλληλα έχουμε μία ανθοφορία με παραγωγή Βίων των Αγίων μας Πατέρων, Μαρτύρων, Ομολογητών και εν ασκήσει και νήψει τελειωθέντων εν ερημίαις και όρεσι και ταις οπαίς της γης με παράλληλη υμνολόγηση διά των Κανόνων εξαιρετικών υμνογράφων. Μετά, δηλαδή, την ερμηνεία του Μυστηρίου της Θείας Οικονομίας (που είπαμε ότι είναι η Αποκάλυψη του αϊδίου εκ του Πατρός γεννηθέντος Υιού και Λόγου, ασάρκου, ενσάρκου και Πνευματικώς ορωμένου και μετεχομένου εν τη Θεία Λειτουργία  Πνευματικώς από τα μέλη της Εκκλησίας), οι Πατέρες της Εκκλησίας μας καταγράφουν το βίο των Αγίων, εντάσσοντάς τους συστηματικά στον ενιαύσιο εορτολογικό κύκλο, ως παραδείγματα ενθέου ζωής, αλλά και ως ευχαριστία προς το Θεό, που χαριτώνει το βίο των χριστιανών με την παρουσία του, εξαιρέτως, εν τοις Αγίοις αυτού, γι᾽ αυτό η Δόξα ανήκει στον Δοξάσαντα αυτούς Χριστό κι όχι στην αξιοσύνη μας.

3. Επανέρχομαι, λοιπόν, στην Παρακλητική, που χρησιμοποιείται ευρέως στα μοναστήρια μας, όπου οι ακολουθίες δεν είναι συντετμημένες και έχουν και Ακολουθία του Μεσονυκτικού. Η Παρακλητική δομείται υπό ένα διπλό άξονα με ύμνους α) προς τον Τριαδικό Θεό, προς το Χριστό, ως ενεργούντα το μυστήριο της προς εμάς φιλανθρώπου Θείας Οικονομίας, προς το Άγιο Πνεύμα, που μάς συγκροτεί ως Εκκλησία από κτίσεως κόσμου και μάς δωρίζει τη ζωοποίηση, το αεί κτίζεσθαι και τη συμπαρέκταση της Θείας Οικονομίας στους άπειρους αιώνες του Θεού Πατρός, β) προς την Παναγία Θεοτόκο, που αποτελεί τον πρώτο καρπό της φανέρωσης της αγιότητος του Θεού στο ανθρώπινο γένος, τη μάρτυρα της πραγματικής ενανθρωπήσεως του Υιού και Λόγου του Θεού Πατρός, το εξαίρετο πρόσωπο που μάς αντιπροσωπεύει, δέεται και μεσιτεύει για όλους μας.

4. Η Παρακλητική, μπορούμε να πούμε ότι είναι η ποιητική αποτύπωση των ερμηνευτικών προτάσεων της βαπτισματικής μας ομολογίας («Πιστεύω εἰς Πατέρα, Υἱὸ καὶ Ἅγιο Πνεῦμα», όπως και «Βαπτίζεται... εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος»), όπως ερμηνεύθηκε η βαπτισματική ομολογία από τους Θεοφόρους Πατέρες κατά τις Οικουμενικές Συνόδου (2+5). Επιπρόσθετο στοιχείο είναι η αναφορά στο Απολυτίκιο του εορταζομένου Αγίου, το οποίο προέρχεται από το Μηναίο. Τέλος τα Αναγνώσματα συνάδουν με μία σχετική εορτολογική σταθερότητα με την επιλογή από το Κατὰ Ματθαῖο Εὐαγγέλιο από την εορτή των Αγίων Πάντων (κινητή εορτή) μέχρι και την προηγούμενη Κυριακή, αυτή η Προ της Ὑψώσεως του Τιμίου Σταυρού.

 

Β. 1. Η εικόνα της εορτής των Αγίων Πάντων είναι παρόμοια με εκείνη της κρίσεως. Ο Χριστός εν δόξη ως βασιλεύς και κριτής, κατά το Σύμβολο της Πίστεως «οὗ τῆς βασιλείας οὐκ ἔσται τέλος», συνήθως με ανεωγμένο βιβλίο, είναι μία εικόνα της Όγδοης Ημέρας, της ατελεύτητης. Πρέπει να σημειώσω εδώ ότι η επιλογή των Ευαγγελικών περικοπών της περιόδου δεν ακολουθεί μία χρονική εξέλιξη, αφού κατά την πρώτη Κυριακή του Ευαγγελίου του Ματθαίου, των Αγίων Πάντων, το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα προέρχεται από το δέκατο κεφάλαιο, και σήμερα, κατά την Κυριακή Β´ Ματθαίου, επανερχόμαστε σε μία περικοπή από το Ματθ. δ´, 18-23, για να μας μυήσει η Εκκλησία και πάλι στην κλήση των Αποστόλων, στην εκδίπλωση του Μυστηρίου της ένσαρκης παρουσίας του Υιού και Λόγου του Πατρός, όπως πραγματοποιήθηκε βαθμιαία στην Αποστολική κοινότητα.

2. α. Το Ευαγγελικό, λοιπόν, Ανάγνωσμα μάς ανάγει στα γεγονότα αμέσως μετά τη βάπτιση του Χριστού στον Ιορδάνη από τον Άγιο Ιωάννη το Βαπτιστή (τρίτο κεφάλαιο) και τους πειρασμούς του Χριστού μετά από σαρανταήμερη νηστεία, γεγονότα που καταγράφονται στην αρχή του τέταρτου κεφαλαίου. Όλως παρενθετικά να πω ότι η εκδήλωση των αδιαβλήτων παθών, «χωρὶς ἁμαρτίας», ως συνέπεια της τελείας ανθρώπινης φύσης του Χριστού, γίνεται «δι᾽ ἡμᾶς καὶ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν», κατὰ το Σύμβολο της Πίστεως, για να αναχθεί και πάλι το ανθρώπινο γένος μόνιμα και χάριτι ἐν τῇ δεξιᾷ τοῦ Πατρός, ὅπως το ακούμε στο β´ τροπάριο, ᾨδὴ ε´, Κανόνας Σταυροαναστάσιμος- Ὀκτώηχος (Παρακλητική), ἦχος α´: «Θεὸς ὢν ἑνοῦται, σαρκὶ δι’ ἡμᾶς, καὶ σταυροῦται καὶ θνῄσκει καὶ θάπτεται, καὶ αὖθις ἐξανίσταται, καὶ ἄνεισι φαιδρῶς, σαρκὶ σὺν τῇ ἰδίᾳ, Χριστὸς πρὸς τόν Πατέρα, μεθ’ ἧς ἤξει καὶ σώσει, τοὺς εὐσεβῶς αὐτῷ λατρεύοντας».

β. Ο Χριστός, λοιπόν, μετά τους πειρασμούς, κι ενώ ο Ιωάννης ο Πρόδρομος είχε συλληφθεί, άρχισε το κήρυγμά του από τη Γαλιλαία των εθνών (Ματθ. δ´, 15 «Γῆ Ζαβουλὼν καὶ γῆ Νεφθαλείμ, ὁδὸν θαλάσσης, πέραν τοῦ Ἰορδάνου, Γαλιλαία τῶν ἐθνῶν»), μία περιοχή που δεν εθεωρείτο η γνήσια έκφραση του Ισραήλ από τους Ισραηλίτες της Ιουδαίας- Ιεροσολύμων, λόγω επιμειξίας με άλλους λαούς και μάλιστα και με παρουσία Ελληνικού στοιχείου στην περιοχή. Πάντως, ο Χριστός διάλεξε αυτήν την περιοχή ως αρχή της διά του κηρύγματος και των θαυμάτων ανάκλησης του ανθρώπινου γένους, μία περιοχή δηλ. ανοιχτή και προς τα άλλα έθνη, γιατί η σωτηρία και το κήρυγμα του Χριστού, όπως και οι θεοσημίες, τα θαύματα, αφορούν δυνάμει σε όλους τους ανθρώπους.

γ. Την περιοχή κατοίκησαν οι φυλές των υιών Ιακώβ Νεφθαλείμ, Ασήρ, Ζαβουλών και Ισσάχαρ, ονόματα που τα ακούμε στην υμνολογία της Εκκλησίας μας. Γνωστά μας τοπωνύμια της περιοχής είναι Ναζαρέτ, Καπερναούμ, Βηθσαϊδά, Ναΐν, Κανά, όπως και η λίμνη Γεννησαρέτ (Τιβεριάδα), μέρη από όπου κάλεσε τους περισσότερους Αποστόλους (Ανδρέας, Φίλιππος, Πέτρος, Ιωάννης, Ιάκωβος, Ναθαναήλ). Στη σημερινή περικοπή καλούνται οι τέσσερις ψαράδες Πέτρος και Ανδρέας (οι Πρωτόκλητοι) και Ιάκωβος και Ιωάννης, παδιά του Ζεβεδαίου και της Μυροφόρου Αγίας Σαλώμης, και συγγενείς της Παναγίας, οι τρεις εκ των οποίων (ὁ Πέτρος, ὁ Ἰάκωβος καὶ ὁ Ἰωάννης) είναι παρόντες και κατά τη Μεταμόρφωση. Φαίνεται ότι αυτή η τετράδα αποτελείται από τον πρεσβύτερο και το νεότερο από τους Αποστόλους, και δύο φορές ακούσαμε στο Αποστολικό Ανάγνωσμα ότι «εὐθέως» ανταποκρίθηκαν στην κλήση του Χριστού και τον ακολούθησαν.

 

Γ. Με τη δράση του Χριστού στη Γαλιλαία και τις θεοσημίες του, που έσπαζαν την Ιουδαϊκή αποκλειστικότητα, συνάδει και το Αποστολικό Ανάγνωσμα, για την άρση οποιασδήποτε «προσωποληψίας», που επιθέτουν στο Θεό οι άνθρωποι, για να παρουσιάζονται ως οι αγαπημένοι του, όπως επίσης να απορρίπτουν τους ανθρώπους που δεν είναι χριστιανοί. Και, όπως είπα παραπάνω, η εικόνα των Αγίων Πάντων μοιάζει πολύ με την εικόνα της κρίσεως, γι᾽ αυτό από την αρχή κατά τη σειρά των Ευαγγελίων η Εκκλησία διαβάζει αυτό το Αποστολικό Ανάγνωσμα που μιλάει για την κρίση όλων των ανθρώπων ανάλογα με τους νόμους του κάθε λαού. Εξάλλου, δεν πρέπει να περιφρονείται κανένας άνθρωπος, γιατί στο Μυστήριο της Θείας Οικονομίας εμπερικλείεται όλο το ανθρώπινο γένος, γιατί αφορά την ευλογία της κοινής μας δημιουργίας και αναδημιουργίας εν Χριστώ. Ασφαλώς οι γνώντες το νέφος των Αγίων και των Μαρτύρων της Αποκαλύψεως του Θεού οφείλουμε μεγαλύτερη ευγνωμοσύνη στο Θεό και στους Πατέρες μας, και γι᾽ αυτό ο Απόστολος Παύλος λέγει «Ἰουδαίῳ τε πρῶτον καὶ Ἕλληνι».

 

Αποστολικό Ανάγνωσμα: Ρωμ. β´, 10-16: «10 δόξα δὲ καὶ τιμὴ καὶ εἰρήνη παντὶ τῷ ἐργαζομένῳ τὸ ἀγαθόν, Ἰουδαίῳ τε πρῶτον καὶ Ἕλληνι· 11 οὐ γάρ ἐστι προσωποληψία παρὰ τῷ Θεῷ. 12 ὅσοι γὰρ ἀνόμως ἥμαρτον, ἀνόμως καὶ ἀπολοῦνται· καὶ ὅσοι ἐν νόμῳ ἥμαρτον, διὰ νόμου κριθήσονται. 13 οὐ γὰρ οἱ ἀκροαταὶ τοῦ νόμου δίκαιοι παρὰ τῷ Θεῷ, ἀλλ᾽ οἱ ποιηταὶ τοῦ νόμου δικαιωθήσονται. 14 ὅταν γὰρ ἔθνη τὰ μὴ νόμον ἔχοντα φύσει τὰ τοῦ νόμου ποιῇ, οὗτοι νόμον μὴ ἔχοντες ἑαυτοῖς εἰσι νόμος, 15 οἵτινες ἐνδείκνυνται τὸ ἔργον τοῦ νόμου γραπτὸν ἐν ταῖς καρδίαις αὐτῶν, συμμαρτυρούσης αὐτῶν τῆς συνειδήσεως καὶ μεταξὺ ἀλλήλων τῶν λογισμῶν κατηγορούντων ἢ καὶ ἀπολογουμένων, 16 ἐν ἡμέρᾳ ὅτε κρινεῖ ὁ Θεὸς τὰ κρυπτὰ τῶν ἀνθρώπων κατὰ τὸ εὐαγγέλιόν μου διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ».

 

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: Ματθ. δ´, 18-23: «18 Περιπατῶν δὲ παρὰ τὴν θάλασσαν τῆς Γαλιλαίας εἶδεν δύο ἀδελφούς, Σίμωνα τὸν λεγόμενον Πέτρον καὶ Ἀνδρέαν τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, βάλλοντας ἀμφίβληστρον εἰς τὴν θάλασσαν· ἦσαν γὰρ ἁλιεῖς. 19 καὶ λέγει αὐτοῖς· Δεῦτε ὀπίσω μου, καὶ ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων. 20 οἱ δὲ εὐθέως ἀφέντες τὰ δίκτυα ἠκολούθησαν αὐτῷ. 21 Καὶ προβὰς ἐκεῖθεν εἶδεν ἄλλους δύο ἀδελφούς, Ἰάκωβον τὸν τοῦ Ζεβεδαίου καὶ Ἰωάννην τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, ἐν τῷ πλοίῳ μετὰ Ζεβεδαίου τοῦ πατρὸς αὐτῶν καταρτίζοντας τὰ δίκτυα αὐτῶν· καὶ ἐκάλεσεν αὐτούς. 22 οἱ δὲ εὐθέως ἀφέντες τὸ πλοῖον καὶ τὸν πατέρα αὐτῶν ἠκολούθησαν αὐτῷ. 23 Καὶ περιῆγεν ὅλην τὴν Γαλιλαίαν ὁ Ἰησοῦς, διδάσκων ἐν ταῖς συναγωγαῖς αὐτῶν καὶ κηρύσσων τὸ εὐαγγέλιον τῆς βασιλείας καὶ θεραπεύων πᾶσαν νόσον καὶ πᾶσαν μαλακίαν ἐν τῷ λαῷ».

Κυριακή 7 Ιουνίου 2026

 ΝΙΚΟΥ Α. ΜΑΤΣΟΥΚΑ,

ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΔΙΑΝΟΗΣΗ

(ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΚΑΙ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ—58)

ΕΚΔΟΣΕΙΣ Π. ΠΟΥΡΝΑΡΑ: ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 2006, σσ. 85 - 109

(Απόσπασμα: Επεξεργασία- άδεια Δ. ΑΘ. ΛΙΑΛΙΟΥ)

 

3. Νεοελληνικός πολιτισμός καί ἐκκλησιαστική ταυτότητα

Χωρίς ἀμφιβολία εἶναι ἀπαραίτητο νά ἐξετασθεῖ ἱστορικά καί συστηματικά ἡ ἄποψη κατά πόσο ὁ νεοελληνικός πολιτισμός τῶν δύο τελευταίων αἰώνων ἔχει ἐνσωματωθεῖ στήν ἐκκλησιαστική ταυτότητα. Στήν προκειμένη περίπτωση θά ἀναφερθῶ στήν παράδοση τῆς Ὀρθοδοξίας, χωρίς τοῦτο νά σημαίνει ὅτι ἀποκλείω ἐξολοκλήρου τίς σχετικές παραμέτρους ἀπό τή δυτική Χριστιανοσύνη. Πάντως εἶναι ὑποχρεωμένος κανείς ν’ ἀντιμετωπίσει δυό βασικές δυσκολίες, ἤ καλύτερα νά ξεκαθαρίσει δυό βασικές παραμέτρους τοῦ ὅλου προβλήματος. Ἀπό τή μιά μεριά οὐκ ὀλίγοι παρ’ ἡμῖν καί ἀλλοῦ θεολόγοι, οἱ ὁποῖοι περισσότερο ἠθικολογοῦν παρά θεολογοῦν, δέν μποροῦν ἤ δέν θέλουν νά δεχτοῦν ὅτι ἡ ἐκκλησιαστική ζωή ἔχει σχέση μέ τόν πολιτισμό. Εἶναι κάτι πού μερικές φορές δέν μποροῦν νά τό ἀνεχτοῦν μήτε ὡς σκέψη. Ἐξοῦ καί τό πρόβλημα σέ θεωρητική καί πρακτική διάσταση, ἑπομένως καί στήν ἱστορική καί συστηματική ἐξέταση τοῦ ζητήματος.

Ἀπό τήν ἄλλη κυρίως ξένοι ἐρευνητές καί παρ’ ἡμῖν θεολόγοι ἤ διανοούμενοι ἀπροσδιόριστης προέλευσης ἰσχυρίζονται ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, καί κατά μείζονα λόγο ἡ ἀσκητική καί μοναχική παράδοσή της, ἔχει ἐχθρική στάση πρός τόν πολιτισμό. Αὐτονόητα οἱ ἐν λόγω ἐρευνητές καταρχήν ― ὅπως ἤδη ἔχω ἐπισημάνει στήν Εἰσαγωγή αὐτό πού γίνεται σέ διαλογικές συζητήσεις ― δέν μᾶς λένε τί ἀκριβῶς ἐννοοῦν ὡς πολιτισμό. Γι’ αὐτό, σέ τοῦτο τό σημεῖο, κατ’ ἀνάγκη, ὑπενθυμίζω στόν ἀγαπητό ἀναγνώστη τί πρέπει, κατά τή γνώμη μου, νά ἐννοοῦμε ὡς δημιουργία πολιτισμοῦ. Ἐπανερχόμενος, λοιπόν, ξανά στόν περιγραφικό ὁρισμό περί πολιτισμοῦ, νομίζω ὅτι θά μπορούσαμε νά συμφωνήσουμε ― ἐνδεχομένως στήν πλειονότητα ἤ ἀκόμη καί στό σύνολο ― ὅτι πολιτισμός εἶναι τά ἔργα καί ἡ συμπεριφορά τοῦ ἀνθρώπου σέ μιά δημιουργική πορεία, σέ μιά ἱστορική διαδρομή ἐν μέσω ὠδίνων καί ὀδυνῶν. Ἑπομένως γλώσσα, ὀργάνωση κοινοτικῆς ζωῆς, ἐπιστήμη, κτίσματα, ποίηση, μουσική, τραγούδι, χορός, γνώση, ἀγάπη, φιλία κτλ. εἶναι πολιτισμός. Κι ὅλα αὐτά ἐννοοῦνται μόνο ὡς ξεπέρασμα μηδενιστικῶν ἀλλοιώσεων ἤ ἀλλοτριώσεων, πτώσεων καί κάθε λογῆς ἀπειλῶν ἐναντίον τῆς ζωῆς. Μέ ἄλλα λόγια, ὅ,τι προάγει τή ζωή, ὅπως εἰπώθηκε ἤδη, σέ δημιουργικά ἔργα καί συμπεριφορά, ἤ ὅ,τι σημαίνει καλή ἀλλοίωση τῆς ζωῆς, καθώς λέμε, εἶναι πολιτισμός. Ἀπεναντίας ὅ,τι φθείρει τή ζωή καί τίς ἀνθρώπινες σχέσεις σημαίνει στασιμότητα καί καταστροφή. Καί δέν ἀπαιτοῦνται θεωρητικά ἐπιχειρήματα γιά τήν ἀπόδειξη αὐτῶν τῶν πραγμάτων. Ἡ ἴδια ἡ ζωή πρώτη αὐτή μᾶς ἀποδεικνύει τοῦ λόγου τό ἀληθές.

Πάντως σέ ποιό βαθμό κατορθώνει ὅλα αὐτά ὁ ἄνθρωπος μένει νά ἐξεταστεῖ, καί θά ἔλεγε κανείς ὅτι ὁ πολιτισμός μοιάζει νά ’ναι σάν κάποια λαμπερά ἤ καί ἀδύναμα φωτάκια στήν ἀπέραντη νύχτα τῆς ἱστορίας. Ἀλλά ὁ ἄνθρωπος, ὡς κτιστός, εὔθραυστος καί χωματένιος, μέ τήν ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ μέσω θεοφανειῶν, δηλαδή μέσω φανέρωσης τῆς θείας δόξας στήν κτίση καί στήν ἱστορία, ἀναδεικνύεται ὡς κατ’ εἰκόνα Θεοῦ καί ὡς συνδημιουργός. Κι ὅταν, λοιπόν, τό κατ’ εἰκόνα Θεοῦ καί ἡ συνδημιουργία, καταντοῦν σέ μιά δυσκαμψία ἤ ἀκαμψία, μέ τήν εἰσβολή τῆς φθορᾶς, τότε ἡ Ἐκκλησία καταγγέλλει αὐτό τόν πολιτισμό τῆς πτώσης καί τῆς φθορᾶς καί τῶν τραγικῶν ἀντιφάσεων, παρέχοντας τή θεραπευτική σωτηρία μέσω τῆς κοινωνίας τοῦ σώματος ὅλων τῶν μελῶν της. Ὅμως, πρέπει νά τονιστεῖ μέ ἄκρα ἔμφαση ὅτι, ἐνῶ ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία σ’ ὅλες τίς φάσεις τῆς ἱστορικῆς της διαδρομῆς ἀπορρίπτει ριζοσπαστικά ἕναν τέτοιο πολιτισμό, συνάμα παράγει ἕναν τεράστιο πολιτισμό, πού ἀγωνιστικά εἶναι μιά συνεχής μεταμόρφωση καί θεραπεία, πράγματα πού τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας τά ζοῦν σέ μιά διαχρονία καί συγχρονία: μουσική, ποίηση, ζωγραφική, ἀρχιτεκτονική, τραγούδι, χορός, κτίσματα, ἦθος, ἄσκηση, φιλία, ἀγάπη κτλ., θησαυρισμένα καί ὑπομνηματισμένα ἐξάλλου σέ ἀπαράμιλλου κάλλους φιλόκαλα μνημεῖα, τά ὁποῖα διαρκῶς θαυμάζει ὅλος ὁ κόσμος. Ἕνας φιλόκαλος, λόγου χάρη, βυζαντινός ναός, ἀκόμη καί ἕνα μικρό ἐκκλησάκι, ἀκυρώνει καί σβήνει τήν ἐκτυφλωτική λάμψη ἑνός καταθλιπτικά βαρυφορτωμένου οὐρανοξύστη. (Ἀσκητές μοναχοί ζωγράφισαν ὁλάκερη τήν Ἁγία Γραφή, κι ἄς λένε μερικοί πουριτανοί προτεστάντες, μέ τόν καημό γιά τήν καθαρότητα τῆς Βίβλου, ὅτι δέν μελετοῦσαν τίς Γραφές!).

Συναφές πρός τά ἀνωτέρω εἶναι καί τό ζήτημα τῆς σχέσης Ἑλληνισμοῦ καί Χριστιανισμοῦ, καί μάλιστα ἄν σκεφτεῖ κανείς ὅτι ἔχουν γραφτεῖ χιλιάδες τόμοι καί μύρια ὅσα ἔχουν εἰπωθεῖ. Τί νέο, λοιπόν θά μποροῦσε νά πεῖ κανείς γι’ αὐτή τή σχέση; Προσωπικά ἔχω μιά ἄποψη πού τή θεωρῶ νέα τουλάχιστο ὡς διατύπωση. Ὅμως, καταρχήν κρίνω ἀπαραίτητο νά σταχυολογήσω τρεῖς βασικές θέσεις, πού προκύπτουν ἀπό ὅσα ἔχουν ὑποστηριχτεῖ γι’ αὐτό τό θέμα. α) Ἑλληνισμός καί Χριστιανισμός εἶναι πράγματα ἀσυμβίβαστα καί ἐντελῶς ἀντιφατικά. β) Τό χριστιανικό κήρυγμα, ἤδη στά πρῶτα του βήματα, ἐξελληνίστηκε τόσο βαθιά, ἔτσι ὥστε μέ τόν καιρό νά ἀλλοιωθεῖ ὁ ἀρχικός του χαρακτήρας. γ) Χάρη στόν Ἑλληνισμό ἀνδρώθηκε καί ἐξαπλώθηκε μέ τόση ἐπιτυχία ὁ Χριστιανισμός.

Τήν πρώτη θέση τή θεωρῶ τρομαχτικά δογματική καί φανατική οὐκ ὀλίγον εἴτε προέρχεται ἀπό ἑλληνολάτρες, εἴτε ὑποστηρίζεται ἀπό χριστιανολάτρες! Ἡ δεύτερη θέση, πού κατά κύριο λόγο ὑποστηρίχτηκε ἀπό δυτικούς ἐρευνητές, δέν εἶναι τίποτα ἄλλο παρά ὁ καημός τοῦ προτεσταντικοῦ πουριτανισμοῦ ―κύριος ἐκπρόσωπος ὁ πολύς Adol von Harnack ― πού τό κύριο ἐνδιαφέρον του εἶναι ἡ καθαρότητα τῆς Βίβλου! Ἡ τρίτη θέση τεκμηριώνεται ἱστορικά μέ ἱκανοποιητικό τρόπο. Ἄλλωστε παραδεκτή εἶναι ἡ μεγάλη συμβολή τοῦ Ἑλληνισμοῦ καί τοῦ ρωμαϊκοῦ imperium στή διάδοση καί τήν κραταίωση τοῦ Χριστιανισμοῦ. Ὅμως, δέν λέγεται θαρρετά ὅτι ὁ ἑλληνικός πολιτισμός, ἡ ἑλληνική γλώσσα καί ἡ ἑλληνική ἰδιοφυΐα στίς τέχνες θά εἶχαν πεθάνει, ἄν στήν Ἀνατολή δέν εἶχαν προσληφθεῖ καί ἀφομοιωθεῖ κατά ρωμαλέο τρόπο ἀπό τό Χριστιανισμό. Σωτήρας τοῦ Ἑλληνισμοῦ, λοιπόν, εἶναι ὁ Χριστιανισμός! Ἀλλά ὁ σωσμένος εὐεργέτησε τό σωτήρα του οὐκ ὀλίγον.

Ἔτσι, λοιπόν, ἡ πορεία τοῦ Ἑλληνισμοῦ ὥς τίς σύγχρονες καί νεότερες φάσεις τῆς νεοελληνικῆς ζωῆς ἔχει συναφθεῖ ὀργανικά μέ μιά δυναμική τοῦ Χριστιανισμοῦ πότε συνειδητή, πότε μισοσυνείδητη καί πότε ἀσύνειδη. Ὁ προσεχτικός ἐξεταστής ἤ διανοούμενος εἶναι σέ θέση νά διακρίνει καλά σ’ αὐτό τόν πολιτισμό ἦθος, στάδια καί ἀλλαγές. Ἀλλά δέν εἶναι λίγοι ἐκεῖνοι πού μέ μιά ἐντυπωσιακή ἀφέλεια μᾶς λένε ὅτι ἐδῶ καί δυό χιλιετίες ὁ Χριστιανισμός ἀπέτυχε στήν πορεία του, μιά καί α) οἱ περισσότεροι ζοῦν ἐκτός χριστιανικῆς ζωῆς καί β) ἡ ἠθική τῶν περισσοτέρων δέν εἶναι διόλου χριστιανική! Προφανῶς ὅσοι ἐκφράζονται μέ μιά τέτοια ἀφέλεια δέν ἔχουν καταλάβει τίποτα ἀπό Χριστιανισμό, καί συγκεκριμένα ἀπό τή διδαχή καί τό ἔργο τῆς Ἐκκλησίας. Καταλαβαίνει κανείς εὔκολα ὅτι στήν προκειμένη περίπτωση ἡ μελέτη αὐτή δέν ἔχει ὡς σκοπό τήν ἀνάπτυξη ἤ τή θεολογική ἀνάλυση τῆς οὐσίας τοῦ Χριστιανισμοῦ καί τοῦ βασικοῦ ρόλου τῆς Ἐκκλησίας.  Ἀλλά μιά ἄκρως βασική θέση-κλειδί πρέπει νά κατανοηθεῖ. Ὁ Χριστιανισμός πρωτίστως στήν πορεία καί στό ἔργο του δέν κρίνεται μέ ἠθικά κριτήρια καί προπαντός μέ ἠθικολογίες. Καί ὅποιος εἶναι ἕτοιμος νά μειδιάσει, ὀφείλει νά ξέρει ὅτι μήτε ἡ ἴδια ἡ ἱστορία κρίνεται μέ αὐτά τά κριτήρια! Μέ ἄλλα λόγια, Χριστιανισμός καί ἱστορία κρίνονται μέ κριτήρια πρωτίστως τραγικά. Ἐξοῦ καί ἡ κατά φυσικό τρόπο γένεση τοῦ κωμικοῦ ἤ σατιρικοῦ πνεύματος, κάτι σάν ἐκτόνωση ἤ χαλάρωση. Ἡ ἠθική ἔρχεται δεύτερη, ὅ,τι καί νά κάνουμε! Πάντως ἡ χριστιανική διδασκαλία κατά ρητό καί κατηγορηματικό τρόπο ἀπορρίπτει κάθε ἴχνος μανιχαϊκῆς ἀντίληψης, ἐνῶ θεωρεῖ τίς ὑφιστάμενες ἀντιθέσεις πραγμάτων καί γεγονότων παντοτινές, ὡστόσο τῆς μιᾶς καί τῆς ἴδιας ἀγαθῆς πραγματικότητας πού πότε καλλύνεται, καί πότε κακύνεται. Μέ ἄλλα λόγια, ἰσχύει τό περιώνυμο συναμφότερον, ἤ ὁ νόμος τῆς συνάρτησης τῆς πατερικῆς θεολογίας. Ἄλλωστε Θουκυδίδης καί Ἡράκλειτος, μέ διαφορετικό τρόπο, τήν ἴδια ἀλήθεια ἐκφράζουν: γιγνόμενα μὲν καὶ ἀεὶ ἐσόμενα, ἕως ἂν ἡ αὐτὴ φύσις ἀνθρώπων ᾖ... (Ἱστορ. Γ΄ 82)· τὸ ἀντίξουν συμφέρον καὶ ἐκ τῶν διαφερόντων καλλίστην ἁρμονίαν· παλίντροπος ἁρμονίη ὅκωσπερ τόξου καί λύρης. (HDiels B8· B51). Ἀλλά ἡ ἐκκλησιαστική ζωή παρέχει σωτηρία, λύση καί θεραπεία, ἔτσι ὥστε μόνο ἐν μέσω ὠδίνων καὶ ὀδυνῶν νά διεξάγεται προσπάθεια ἤ μάχη γιά μιά Α ἤ Β δημιουργική συμπεριφορά. Ἄλλος δρόμος ἔξω ἀπό τίς τραγικές συγκρούσεις καί τήν παροχή τῆς σωτηρίας δέν ὑπάρχει. Καί αὐτό τό ἔργο τῆς σωτηρίας διενεργεῖται ἐντός καί ἐκτός Ἐκκλησίας, ἀφοῦ εἶναι ἔργο τοῦ Θεοῦ, ἐλπίδα καί δωρεά στόν κόσμο. Σκόπιμα ὀξύνοντας κανείς τό λόγο του, θά ἔλεγε ὅτι ὁ Χριστός δέν ἦλθε γιά νά μᾶς κάνει μαγικά ἤ μηχανικά καλούς καί ἠθικούς ἀλλά γιά νά μᾶς σώσει! Γι’ αὐτό καί ἡ διδασκαλία καί τό ἔργο του εἶναι τό ἅλας τῆς γῆς. Ὁ ἄνθρωπος ὡς συνδημιουργός ὀφείλει νά κρατάει τοῦτο τό ἅλας μέ ἀγώνα καί προπαντός ἄλλου μέ ἐλπίδα. Τοῦτο εἶναι τό νόημα τοῦ Χριστιανισμοῦ.

Ἀναλογίζεται, λοιπόν, κανείς γιά ποιό λόγο οἱ Ἀρχαῖοι Ἕλληνες δέν ἦταν ὑποκριτές, ἤ καλύτερα δέν ἦταν τόσο ὑποκριτές! Ἡ ἀπάντηση φαίνεται νά ’ναι μία· εἶχαν ἔντονο τό αἴσθημα τοῦ τραγικοῦ. Κι ἐνῶ μέ τή χριστιανική διδασκαλία τοῦτο τό αἴσθημα κορυφώνεται στό ἔπακρο, ὁ ἐνστερνισμός ἑνός γλυκεροῦ Χριστιανισμοῦ μπορεῖ νά τό κάνει ἀτροφικό, ἔτσι ὥστε πολλοί, πουριτανοί καί ἠθικολόγοι, νά λένε ὅτι ὁ Χριστιανισμός ἀπέτυχε, ἤ μιά ἄλλη κατηγορία πουριτανῶν νά ἐπαίρεται ὅτι μόνο αὐτή ἐκπροσωπεῖ τό Χριστιανισμό. Γι’ αὐτό, λοιπόν, δέν βρίσκεται κανείς στό σωστό δρόμο, ἄν νομίζει ὅτι θά ἀρθοῦν ἤ ὅτι πρέπει νά ἀρθοῦν οἱ ἀντιθέσεις, οἱ δυσκολίες, ἀκόμη καί οἱ μάχες. Μιά τέτοια ἀντίληψη εἶναι ὄχι μόνο ἀπό τά πράγματα καί τά γεγονότα θεωρητικά ἐσφαλμένη, ἀλλά καί πρακτικά ἐπιζήμια, μιά καί μπορεῖ νά ὁδηγήσει σέ μιά ρηχή καί πλαδαρή ζωή. Τό ξεπέρασμα τῶν ἀντιθέσεων καί τοῦ μηδενός, ὅταν εἶναι ἐφικτό κατά πάντα, ἤ ὅσο εἶναι ἐφικτό, στεφανώνει τή χαρά τῆς δημιουργίας.

 Ὅλα τά ἀνωτέρω κρίνω σκόπιμο ν’ ἀναφέρω, γιατί σίγουρα διευκρινίζουν μέ σωστό τρόπο τή σχέση νεοελληνικοῦ πολιτισμοῦ καί ἐκκλησιαστικῆς ταυτότητας, χωρίς νά προκύπτουν ἀπορίες γιά ποιό λόγο νεοελληνική ζωή μέ τήν ἐκκλησιαστική πραγματικότητα δέν κατορθώνουν τελειότητα ἀρετῆς καί βίου, λές καί εἶναι κοκκινοσκουφίτσες! Εἶναι ἀπαραίτητο ν’ ἀνοίξουν μπροστά μας ἄλλοι ὁρίζοντες, πού νά μᾶς δίνουν ἐλπίδα γιά νόημα ζωῆς. Παντοῦ καί πάντοτε εἶναι ἀδιανόητη μιά τέλεια καί στατική συνύπαρξη θεωρίας καί πράξης, ἀφοῦ εἶναι ἕνα δυναμικό γίγνεσθαι. Ἐξοῦ καί οἱ κάθε τόσο ἐπιτυχίες καί ἀποτυχίες. Ἀγάπη καί εἰρήνη περνᾶνε μέσα ἀπό φωτιά καί δάκρυα. Καί μόνο ἔτσι εἶναι δημιουργικά κατορθώματα. Ἄλλωστε ἀπό καθαρή κοινωνική καί πολιτική σκοπιά, νόμοι, νομικός πολιτισμός, συντάγματα, διακηρύξεις περί ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων θά ἦταν ἕνας πέρα γιά πέρα κενός καί ὑποκριτικός λόγος, ἄν ζητούσαμε πλήρη καί ἀπό ὅλους ἐφαρμογή. Εἰπώθηκε ἐδῶ καί ἄλλη φορά ὅτι, σύμφωνα μέ τήν ἀντιμανιχαϊκή διδασκαλία τοῦ Χριστιανισμοῦ, τίποτα δέν εἶναι ἀπολύτως ἐξαχρειωμένο, καί τίποτα ἀπολύτως ἐξιδανικευμένο.

Πάντως ἐκεῖνο πού πρέπει νά ἐξαρθεῖ μέ ἔμφαση εἶναι ἡ βασική ἀλήθεια γιά τόν καθαρά ἱστορικό χαρακτήρα πραγμάτων καί γεγονότων, τά ὁποῖα ἀφοροῦν τό Χριστιανισμό, καί συγκεκριμένα τή ζωή τῆς Ἐκκλησίας, ὁπότε μπορεῖ κανείς ἄνετα νά κάνει λόγο γιά νεοελληνικό πολιτισμό καί ἐκκλησιαστική ταυτότητα. Μέ ἄλλα λόγια, στήν κτίση καί τήν ἱστορία διενεργεῖται, βιώνεται, ἀποτυπώνεται καί σημαίνεται τό περιεχόμενο τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς. Ἔτσι μόνο ἐννοεῖται ὁ ὀργανικός καί ἱστορικός δεσμός φυσικῆς καί μεταφυσικῆς, αἰσθητῶν καί νοητῶν πραγμάτων, ὕλης καί πνεύματος. Ἑπομένως ὅσοι κάνουν λόγο γιά χριστιανική διδασκαλία καί ἐκκλησιαστικό τρόπο ζωῆς, παραπέμποντας ἀφελῶς σ’ ἕνα ὑπερπέραν καί σ’ ἕνα ἀόριστο οὐρανό, προφανῶς βρίσκονται ἔξω ἀπό κάθε σωστή, ἀγωνιστική καί δημιουργική ἐμπειρία τῆς ἀποκάλυψης τοῦ Θεοῦ καί τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς. Ἐξάπαντος ἔχουν ὄχι μόνο ἁπλῶς μιά λογοκρατική μονομέρεια, ἀλλά συνάμα κατατρύχονται ἀπό μιά ἀφυδατωμένη ψυχή. Ἡ μάνα γῆ καί ὁ φίλος οὐρανός φαίνονται σ’ αὐτούς πράγματα ἀπρόσιτα ἤ ἐξωκόσμια. Τοῦτο ἐνδεχομένως νά μήν εἶναι μιά τόσο σοβαρή ἔλλειψη, ἀλλά ἁπλῶς μιά συγχωρητέα ἄγνοια, ἀναφερόμενη σέ ἱστορικά καί ἐκκλησιαστικά πράγματα. Ἄλλωστε παρ’ ἡμῖν σέ οὐκ ὀλίγους κύκλους διανοουμένων, εἴτε σοβαρῶν εἴτε μέτριων, συναντᾶ κανείς, ὅπως εἰπώθηκε κιόλας, προχειρολογίες καί ἀνεδαφικές κρίσεις.

Ἐν πάση περιπτώσει, ἡ σωστή βίωση τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς καί συνάμα ἡ καλή γνώση τῆς χριστιανικῆς διδασκαλίας μᾶς δίνει τή δυνατότητα νά καταλάβουμε τό χαρακτήρα τῆς ἐσχατολογικῆς πορείας τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος, μέ δραματικές ἀνόδους καί πτώσεις, μέ δημιουργικά ἐπιτεύγματα καί ἀπογοητευτικές ἀποτυχίες. Ὅταν λέμε, λοιπόν, ὅτι ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ στήν κτίση καί στήν ἱστορία μέσω θεοφανειῶν ἔχει ἱστορικό χαρακτήρα, ἐννοοῦμε αὐτή τήν ἐσχατολογία,μέ ἄλλα λόγια πάντοτε τήν πορεία πρός τό μέλλον γιά ἕναν καινούριο κόσμο, καί κατά ἀναπότρεπτη συνέπεια τήν ἄμεση σχέση πρός τά ἔργα καί τή συμπεριφορά τοῦ ἀνθρώπου, καί ἑπομένως δημιουργία ἑνός πολιτισμοῦ. Χωρίς πολιτισμό ἐξάπαντος χάνουμε τόν ἱστορικό χαρακτήρα τῆς ἀποκάλυψης τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτό ἀπαραίτητα ἡ ἴδια ἡ ζωή τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ἄλλωστε μᾶς τό δείχνει ἡ ἱστορία, παράγει πολιτισμό, παρέχοντας μεταμορφωτικές δυνάμεις στόν πολιτισμό τῆς ἀνθρωπότητας, πράγμα πού ἤδη εἰπώθηκε πρωτύτερα. Ἀκόμη κι ὅταν οἱ Χριστιανοί ζοῦν μέ ἔντονο τρόπο τούτη τήν ἐσχατολογική πορεία, μέ ἀναμονή τῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ ἐδῶ καί τώρα, hic et nunc ― ὅπως εἶχε διαμορφωθεῖ ἡ ἐκκλησιαστική ζωή στά πρῶτα χρόνια τῆς ἐμφάνισης τοῦ Χριστιανισμοῦ, ἄλλωστε κάτι πού πρέπει νά γίνεται ἀδιαλείπτως γιά τήν προετοιμασία τῆς καλῆς ἀπολογίας  καί πάλι δέν ἀπομακρύνονται ἀπό τά ἱστορικά πράγματα καί γεγονότα. Ὅταν, λόγου χάρη, οἱ Θεσσαλονικεῖς ἀντί νά ’ναι ἐργαζόμενοι ἔγιναν περιεργαζόμενοι, ἀναμένοντας τόν Κύριο τῆς δόξης, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἦταν δριμύς καί κατηγορηματικός: εἴ τις οὐ θέλει ἐργάζεσθαι, μηδέ ἐσθιέτω. (Β΄ Θεσσαλ. 3, 10).

Τούτη ἡ δυναμική ἐσχατολογία, ἐξάπαντος νοούμενη σέ καθαρά ἱστορικά καί φυσικά πλαίσια ― καί κατ’ ἀναπότρεπτη συνέπεια σέ μεταφυσική ἐπέκταση  ἀνακαλεῖ στή μνήμη μας ὄχι μόνο τήν εἰκόνα μιᾶς δυναμικά πορευόμενης ἱστορίας, ἀλλά καί τήν εἰκόνα ἑνός δυναμικοῦ σύμπαντος. Καί δέν πρόκειται γιά τή σημερινή ἐπιστημονική εἰκόνα, ἡ ὁποία ὑφίσταται ἔτσι κι ἀλλιῶς μέ καταπληκτική ἐνάργεια. Ὅσο κι ἄν ἠχεῖ σέ ἀρκετούς παράδοξα πρόκειται γιά τήν ἴδια προοπτική τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, μέ τή ρητή διευκρίνιση ὅτι ἐδῶ δέν πρόκειται γιά εἰκόνα ἐπιστημονικῆς τεκμηρίωσης. Τά βιβλικά κείμενα, λόγου χάρη, ἐνῶ ἀπεικονίζουν τό τριώροφο σύμπαν τῆς Ἀρχαιότητας ― οὐρανός, γῆ, καταχθόνια ― συνάμα μᾶς δείχνουν ὅτι ἡ κυρίαρχη σέ ὅλα ἐνέργεια τῆς θείας δόξας πυρπολεῖ τοῦτο τό στατικό σύμπαν, παρουσιάζοντας ἕνα σύμπαν ἄκρως δυναμικό, ἱστορικό καί εὐέλικτο στά «θεϊκά χέρια», πού χτίζεται συνεχῶς, ὑποβαθμίζεται, καί ἀνακαινίζεται παντοτινά στή δύναμη τῆς θείας ἐνέργειας. Ἔτσι δυναμική φορά πρός τό μέλλον ἔχει ὄχι μόνο ἡ κτίση ἀλλά καί ἡ ἱστορία.

Ἀλλά στήν προκειμένη περίπτωση ἀρκετοί παρ’ ἡμῖν διανοούμενοι κάθε προέλευσης, κατά ἄκρως παράδοξο τρόπο καί μέ ἀπίστευτη εὐκολία καί ἄνεση, ἀποφαίνονται ― περιέργως μερικές φορές ἐπικριτικά! ― ὅτι ἡ Ἁγία Γραφή καί ἡ Ἐκκλησία, βέβαια, δέχτηκαν καί ἐπέβαλαν μιά στατικά ἀκίνητη γῆ καί μιά στατική ἱστορία! Καί ἀπορεῖ κανείς σφόδρα, ὅταν πολύ εὔκολα ἀναλογιστεῖ ὅτι αὐτές οἱ ἀντιλήψεις εἶχαν καθιερωθεῖ ἀπό τό ἐπιστημονικό κύρος τοῦ Ἀριστοτέλη καί τοῦ Κλαύδιου Πτολεμαίου! Ὡστόσο, πέρα ἀπό τό γεγονός αὐτό, καί καθώς τονίστηκε πρωτύτερα, ἡ εἰκόνα μιᾶς δυναμικῆς ἱστορίας καί ἑνός δυναμικοῦ σύμπαντος, πού προβάλλει ἡ Ἁγία Γραφή, εἶναι κατά πάντα ὁρατή, ἀκόμη καί ψηλαφητή, μολονότι δέν πρόκειται γιά ἀνακάλυψη ἐπιστημονικῆς ἔρευνας. Πολύ ὡραῖα ἀναπτύσσει αὐτό τό θέμα ὁ ἐπιστημολόγος Herbert Butterfield στό ἔργο του: The Origins of Modern ScienceἌλλωστε, ὅσο ξέρω, σέ ξένους ἐρευνητές καί διανοουμένους δέν βρίσκει κανείς τέτοιες ἀπίστευτες προχειρολογίες. Πάντως προκειμένου νά ξεπεραστεῖ κάθε παρεξήγηση, ὀφείλω νά τονίσω μέ ἔμφαση ὅτι στήν προκειμένη περίπτωση δέν ἐπιχειρῶ καμιά σύγκριση ἀνάμεσα στήν εἰκόνα, περί τῆς γῆς καί τῆς ἱστορίας, Ἀριστοτέλη―Κλαύδιου Πτολεμαίου καί Ἁγίας Γραφῆς. Καμιά σύγκριση δέν μπορεῖ νά γίνει. Ἄπαγε τῆς ἀνοησίας!

Σ’ αὐτό τό σημεῖο δέν ἀντέχω στόν πειρασμό καί θά ἀναφέρω μιά ἄμεση προσωπική ἐμπειρία πού εἶχα σέ διαλογική συζήτηση γι’ αὐτό τό θέμα, στό ἀμφιθέατρο της Φυσικομαθηματικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Συνάδελφος θετικῶν ἐπιστημῶν ὑποστήριξε μέ πάθος ὅτι ἡ ἀρχαία ἑλληνική φιλοσοφία ἦταν στά ἴχνη τῆς σημερινῆς ἐπιστημονικῆς εἰκόνας περί ἑνός δυναμικοῦ καί ἐξελισσόμενου σύμπαντος. Πρός ἔκπληξή μου ἐπικαλέστηκε ὡς τέτοιον πρωτοπόρο τόν Ἡράκλειτο! Μέ τή σειρά μου ἀναφέρθηκα στόν ἴδιο φιλόσοφο καί στήν περιώνυμη ρήση του γιά τήν ὕπαρξη τοῦ κόσμου: ἦν ἀεὶ καὶ ἔστιν καὶ ἔσται! (HDiels B31). Αὐτός ὁ κόσμος, λοιπόν, κατά τόν Ἡράκλειτο δέν δημιουργήθηκε, ἦταν καί εἶναι καί θά εἶναι! Κατά φυσικό τρόπο ἐνδεχομένως ὁ ἐν λόγω συνάδελφος ἐξακολούθησε νά ὑποστηρίζει τήν ἄποψή του, ὅπως αὐτονόητα εἶχε αὐτό τό δικαίωμα, σεβαστό κατά πάντα, ἀλλά ἡ ἐπιστημονική ἀλήθεια εἶναι καί αὐτή ἐξίσου σεβαστή. Γι’ αὐτό ἐπικαλέστηκα ὡς σύμμαχό μου καί τήν ἄποψη, ἄκρως τεκμηριωμένη τοῦ ἐπιστημολόγου Herbert Butterfield, διαβάζοντας περικοπές ἀπό τό ἔργο του, τό ὁποῖο ἤδη μνημόνευσα στήν παρούσα συγγραφή. Ὁ συνάδελφος μοῦ ἀποκρίθηκε ὅτι στήν Ἑσπερία αὐτά τά λένε οἱ Ἑβραῖοι! Προφανῶς, κατά τήν ἄποψή του, γιά νά ὑποστηρίξουν τήν Παλαιά Διαθήκη! Ἀλλά μιά τέτοια εὔθραυστη ἄποψη μόλις καί μετά βίας θά μποροῦσε ν’ ἀντέξει στήν κριτική. Στή συνέχεια ἀνέφερα τόν Ilya Prigogine, καθηγητή στό ἐλεύθερο Πανεπιστήμιο Βρυξελλῶν ― τιμήθηκε μέ τό βραβεῖο Nobel χημείας τό 1997 ―, ὁ ὁποῖος συνεντευξιαζόμενος σέ περιοδικά καί ἐφημερίδες κάνει λόγο γιά τό τέλος τῆς βεβαιότητας τῶν ἐπιστημῶν. Τό σύμπαν, λέγει, εἶναι ἱστορικό καί ἐξελισσόμενο, καί ὄχι ὅπως ὑποστήριζε ὁ Ἀριστοτέλης αἰώνιο! Ὑπάρχει, κατά τόν Prigogine πάντοτε, ποικιλία συμπεριφορῶν ἀνάμεσα στά στοιχειώδη σωματίδια, στούς πλανῆτες καί γενικά στά δεδομένα τῆς κοσμολογίας καί τῆς γενετικῆς. Τάξη, ἀταξία, συνέχεια, ἀσυνέχεια, ἀδυναμία προβλέψεων συνθέτουν τήν εἰκόνα τῆς συμπαντικῆς πραγματικότητας. Μιά τέτοια εἰκόνα περίπου, ἐξάπαντος ὄχι ἐπιστημονική, ἑνός σύμπαντος ἱστορικοῦ, δυναμικοῦ καί ἐξελισσόμενου μᾶς παρουσιάζει καί ἡ Ἁγία Γραφή. Κανείς δέν μοῦ ἔδωσε ἀπάντηση σ’ αὐτά πού λέει ὁ Prigogine, ἀλλά μήτε μοῦ εἶπε κανείς ὅτι ὁ σοφός αὐτός καθηγητής εἶναι Ἑβραῖος!

Ἄλλωστε παρ’ ἡμῖν καί ἀλλοῦ λέγονται καί γράφονται συγκεχυμένες καί παράδοξες ἀπόψεις σέ ὅ,τι ἀφορᾶ τήν ἀρχαία ἑλληνική φιλοσοφία. Ἀποκαλοῦν, λόγου χάρη, τούς προσωκρατικούς φιλοσόφους ὑλιστές μέ τή σημασία οὔτε λίγο οὔτε πολύ τοῦ ξεπερασμένου μηχανικοῦ ὑλισμοῦ τοῦ 19ου αἰώνα. Καί περιέργως δέν προσέχουν τί μᾶς λένε κορυφαῖοι ἐπιστήμονες, ὅπως ὁ Werner Heisenberg. Ἀλλά συχνή καί συνάμα διασκεδαστική εἶναι καί ἡ ἐπωδός ― ὄχι ἡ ἐπωδή, βέβαια ― οὐκ ὀλίγων διανοουμένων, πού ἀσχολοῦνται μέ τά φιλοσοφικά πράγματα, ὅτι πρῶτοι οἱ προσωκρατικοί φιλόσοφοι πέταξαν τό μύθο   σά νά ’ναι αὐτός ὁ μύθος ἕνα παλιό ροῦχο! ― καί λευτερωμένοι ἀνακάλυψαν τήν καθαρή ἐπιστημονική γνώση καί ἐπιδόθηκαν σέ μιά ἔρευνα προόδου καί λαγαροῦ πολιτισμοῦ! Ὁ μύθος ὅμως τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς σκέψης ἦταν ἄκρως δημιουργικός, δημιουργός θά ἔλεγα γνώσης καί εὐρύτερου πολιτισμοῦ. Ἀκόμη καί ἡ παρεξηγημένη εἰδωλολατρία συνέβαλε τά μέγιστα στήν κορύφωση ἑνός ρωμαλέου πολιτισμοῦ. Οἱ περί ὧν ὁ λόγος φιλόσοφοι, ὅπως ἀργότερα Σωκράτης καί Πλάτων, ἀκόμη καί αὐτός ὁ Ἀριστοτέλης πού μᾶς λέει ὅτι ὁ φιλόσοφος εἶναι φιλόμυθος,  Μετά τά φυσικά, 982 b: ὁ γὰρ μῦθος σύγκειται ἐκ θαυμασίων  μέ ἕνα θαυμαστό κατά πάντα τρόπο συνδύασαν ἁρμονικά λόγο καί μύθο, πράγμα σχεδόν ἀνεπανάληπτο. Εἶναι κρίμα, λοιπόν, διανοούμενοι νά ὑποστηρίζουν τόσο ἄκριτες καί συγκεχυμένες ἀπόψεις γιά τήν ἀρχαία ἑλληνική σκέψη, γιά μιά σημαδιακά δημιουργική ἰδιοφυΐα. Ἄλλωστε καί λίγο νά προσέξει κανείς τίς διανοητικές συλλήψεις τῶν προσωκρατικῶν φιλοσόφων, φυσικῶν ἐπιστημόνων κατά τά ἄλλα, θά διαπιστώσει ὅτι οἱ παραστάσεις γιά τό πῦρ, τόν ἀέρα, τό νερό καί τό ἄπειρο προέκυψαν σαφῶς ἀπό ἑνιστικές μυθικές διαστάσεις. Πάντως ὁ νεοελληνικός πολιτισμός, ἐκφραζόμενος σέ βασικές δημιουργίες, εἶναι ἐμποτισμένος μέ τό γνήσιο ἀρχαιοελληνικό πνεῦμα καί μέ τήν παράδοση τῆς Ὀρθοδοξίας, κι ἄς διαφωνοῦν μερικοί ἑρμηνευτές του. Γιατί ὁ κάθε πολιτισμός, ὅταν εἶναι ζωντανός, σάν ἀρτεσιανό πηγάδι κατέχει τά βαθιά χαρακτηριστικά τῆς παράδοσης.

Ἑπομένως ἡ ἐσχατολογική προοπτική τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς τρέφεται καί ἐπενδύεται ἀπό τήν εἰκόνα μιᾶς δυναμικῆς ἱστορίας καί ἑνός δυναμικοῦ ἱστορικοῦ καί ἐξελισσόμενου σύμπαντος. Καί αὐτές οἱ ἀντιλήψεις στό παρελθόν, ἐξάπαντος, ἔχουν ἐμποτίσει βαθιά ὅλες τίς φάσεις τοῦ ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ. Ἔτσι αὐτονόητη ἦταν καί ἡ ἐντυπωσιακή ἀντίληψη γιά τή σχέση δημιουργίας καί χρόνου, ὅπως αὐτή διαχέεται σχεδόν σ’ ὅλα τά βιβλικά κείμενα καί κατά ρητό τρόπο στή γραμματεία τῆς πατερικῆς θεολογίας. Ἐνῶ, λοιπόν, ἀπό τόν  Ἀριστοτέλη ὥς τό Νεύτωνα ὁ χρόνος θεωρεῖται ὡς μία ἀνεξάρτητη διάσταση, κατά τή θεολογία χρόνος καί κόσμος, χρόνος καί δημιουργία μέ ἄλλα λόγια, συμφύονται σέ μιά ἀδιάσπαστη ἑνότητα. Θεολογικά εἶναι ἐσφαλμένη κατά πάντα ἡ ἄποψη ὅτι ὁ κόσμος δημιουργήθηκε ἐν χρόνῳ· τά πάντα δημιουργήθηκαν μέ τό χρόνο. Ἑπομένως κόσμος καί χρόνος εἶναι πραγματικές διαστάσεις, ἀδιαχώριστες ἐξολοκλήρου. Ἐν προκειμένω ὁ Μ. Βασίλειος μέ χαρακτηριστικές ἐκφράσεις ἔχει ἐπισημάνει τούτη τήν ὁλοκληρωτική συμφυΐα κόσμου καί χρόνου ἀφενός, καί τό ἀσύλληπτο τοῦ χρόνου ἀφετέρου. Μαζί μέ τόν κόσμο καί ὅλα τά συνυπάρχοντα μέ αὐτόν ὁ χρόνος ρέει ἀκατάπαυστα! Ἔτσι εἶναι ἄπιαστος ἐξολοκλήρου, ἀφοῦ τό παρελθόν εἶναι ἄφαντο, τό μέλλον ἀναμένεται καί τό παρόν πρίν νά γίνει γνωστό, δραπετεύει ἀπό τήν αἴσθησή μας. «Συμφυὴς ἄρα τῷ κόσμῳ καὶ τοῖς ἐν αὐτῷ ζῴοις τε καὶ φυτοῖς ἡ τοῦ χρόνου διέξοδος ὑπέστη, ἐπειγομένη ἀεὶ καὶ παραρρέουσα μηδαμοῦ παυομένη τοῦ δρόμου. Ἢ οὐχὶ τοιοῦτος ὁ χρόνος, οὗ τὸ μὲν παρελθὸν ἠφανίσθη, τὸ δὲ μέλλον οὔπω πάρεστι, τὸ δὲ παρὸν πρὶν γνωσθῆναι διαδιδράσκει τὴν αἴσθησιν;». (Εἰς τὴν Ἑξαήμερον PG 29, 13Β). Ἔτσι τά παλαιά ἐγχειρίδια τῆς Δογματικῆς κακῶς κάνουν λόγο γιά δημιουργία τῶν πάντων ἐν χρόνῳ, ἐξαιτίας, βέβαια, κάποιας ἀμέλειας τῶν τότε θεολόγων νά συμβουλευτοῦν τά πατερικά κείμενα ἤ νά κατανοήσουν σωστότερα τό νόημα τῶν βιβλικῶν κειμένων!

Κατά ταῦτα εἶναι ἐν πολλοῖς συγνωστή ἡ ἄγνοια τῶν παρ’ ἡμῖν διανοουμένων σέ ὅ,τι ἀφορᾶ τήν πρωτοποριακή αὐτή ἀντίληψη περί χρόνου τῆς βιβλικῆς καί πατερικῆς θεολογίας. Ἔτσι αὐτονοήτως μερικοί ἀπ’ αὐτούς γνωρίζουν ἀπό κάποιες μελέτες δυτικῶν ἔργων ὅτι ὁ Αὐγουστίνος κάνει λόγο γιά δημιουργία τοῦ Θεοῦ ὄχι ἐν χρόνῳ (non in tempore), ἀλλά μέ τό χρόνο (cum tempore). Ὅμως οἱ δυτικοί ἐρευνητές δέν γνωρίζουν ὅτι τήν ἀντίληψη αὐτή περί χρόνου ὁ Αὐγουστίνος ὑποστήριξε μετά τήν Ἑξαήμερο τοῦ Μ. Βασιλείου, ἀφοῦ πέρασαν πενήντα χρόνια καί. Πιθανόν ὁ Αὐγουστίνος γνώρισε τή σχετική διδασκαλία τοῦ Μ. Βασιλείου ἀπό τόν Ἀμβρόσιο Μεδιολάνων. Γι’ αὐτό συγνωστή εἶναι ἡ ἄγνοια μερικῶν, πού κάνουν λόγο γιά τόν Αὐγουστίνο καί μάλιστα μέ ἐντυπωσιακό θαυμασμό, ὅμως εἶναι ἐκτεθειμένοι, καθώς ἐνημερώνονται σωστά ἀπό ἑλληνικές μελέτες, μέ τή λεπτομερή ἐπισήμανση μάλιστα ὅτι ὁ Αὐγουστίνος στίς Ἐξομολογήσεις του, ὅπου ἀναφέρει τή σχετική ἀντίληψη περί χρόνου, φαίνεται καταφανῶς καί λεκτικά ἐξαρτημένος ἀπό τό Μ. Βασίλειο! Ἀβίαστα μπορεῖ νά γίνει ἡ σύγκριση τοῦ κειμένου τῆς Ἑξαημέρου μέ τό λατινικό κείμενο τῶν Ἐξομολογήσεων τοῦ Αὐγουστίνου: «Tempus metiorsciosed non metior futurumquia nondumestnon metior praesensquia nullo spatio tenditurnon metior praeteritumquia jam non est»,  «Procul dubio non est mundus factus in temporesed cum tempore». (Οἱ ὑπογραμμίσεις δικές μου γιά νά γίνεται εὔκολη ἡ σύγκριση μέ τίς παραπάνω ἑλληνικές λέξεις τῆς Ἑξαημέρου: μέλλον, παρόν, παρελθόν). (Βλ. Confessiones 11, 26, 33 PL 32, 822· De civitate Dei 11, 6 PL 41, 322). Καταφανῶς, λοιπόν, ὁ Αὐγουστίνος στό ἑνδέκατο βιβλίο τῶν Ἑξομολογήσεων ἀντιγράφει τό περί χρόνου κείμενο τῆς Ἑξαημέρου τοῦ Μ. Βασιλείου. Ἡ δυτικότροπα μεταπρατική, ἐξάλλου, αὐγουστίνεια γνώση ὁδήγησε ἕναν πολύ καλό ἐπιστήμονα νά παρουσιάσει ὡς εὕρημα τοῦ Αὐγουστίνου τή σύνδεση τοῦ Θεοῦ μέ τό φῶς!

Ἡ λεπτομερής αὐτή παράθεση, σέ ὅ,τι ἀφορᾶ τή σύγκριση αὐτῶν τῶν κειμένων, δέν προέρχεται ἀπό καμιά σχολαστική νοοτροπία. Εἶναι κάτι πού δείχνει ἀπογοήτευση καί προβληματισμό γιά τό ἦθος καί τήν ποιότητα μερικῶν διανοουμένων τῆς νεοελληνικῆς μας κοινωνίας. Μέ ἄλλα λόγια, ὅσες φορές εἶχα διαλογική συζήτηση μέ ἀξιόλογους κατά τεκμήριο ἀνθρώπους, διαπίστωσα ὄχι κάποια ἐνδεχομένως θεμιτή ἐπιφύλαξη ἤ διαφοροποίηση, ἀλλά πεισματική ἐμμονή στήν πρωτινή τους γνώση περί χρόνου κατά τόν Αὐγουστίνο, καί μάλιστα μέ ἐπαίνους γιά τό δυτικό πολιτισμό καί μέ λύπη γιά τήν κατωτερότητα τῆς σκέψης τῶν Ἑλλήνων πατέρων! Εἶναι κάτι πού μόνο ψυχολογική ἐξήγηση ἐπιδέχεται. Ἔτσι στήν προκειμένη περίπτωση, ζητώντας συγνώμη ἀπό τόν ἀγαπητό ἀναγνώστη, καί ὑποκύπτοντας στόν πειρασμό ἀναφέρω τί ἀκριβῶς ἄκουσα στό γυαλί, σ’ ἕνα, ἄς ποῦμε, τηλεοπτικό διάλογο μεταξύ διανοουμένων, ἄγνωστων σέ μένα. Εἶχα τήν ἐντύπωση ὅτι ἡ συζήτηση γινόταν ἐπί παντός ἐπιστητοῦ, ὁπότε σέ μιά στιγμή συνῆλθα ἀπό τήν ἀνία μου, καθώς ἕνας τῶν συζητητῶν ἀνέφερε μέ πρωτόγνωρο ἐνθουσιασμό τήν ἄποψη τοῦ Αὐγουστίνου περί χρόνου καί δημιουργίας. Τήν ἴδια στιγμή ἐπίσης τό ἐνδιαφέρον μου κορυφώθηκε μέ τήν παρέμβαση ἑνός ἄλλου πού διόρθωσε τά λεγόμενα τοῦ ἐνθουσιασμένου συζητητῆ, λέγοντάς του ὅτι στήν προκειμένη περίπτωση ἡ πρωτοποριακή σκέψη περί χρόνου ἀνήκει καταρχήν στό Μ. Βασίλειο ― κάτι πού μέ ἐξέπληξε καί μέ εὐχαρίστησε. Ὅμως ὁ πρῶτος συζητητής μέ ἕνα ἀπίστευτο μορφασμό ἀποδοκιμασίας καί μέ μιά ἀπαράδεκτη ἀπαξιωτική χειρονομία κραύγασε: ἐ, ὄχι καί ὁ Μ. Βασίλειος, ἔλεος πιά! Δέν γνωρίζω τήν ἐπιστημονική ἰδιότητα ἐκείνου τοῦ συζητητῆ, ἀλλά τό περιστατικό αὐτό δείχνει πόσο ἀφόρητα ἄσκημη καί ἐπιζήμια εἶναι ἡ ὅποια ἡμιμάθεια, ἡ πεισματική ἐμμονή σ’ αὐτήν καί ἡ ἐπιστημονική ἀλαζονεία. Μιά τέτοια ἀρρώστια, ἀτυχῶς, δέν παρατηρεῖται μόνο σ’ ἕνα φερόμενο ὡς διανοούμενο, ἀλλά σίγουρα ὑποβόσκει καί ὑποφώσκει στή νεοελληνική μας ζωή.

***

Χωρίς ἀμφιβολία, συνειδητά ἤ ἀσύνειδα μέχρι τινός ἤ μέχρι πολλοῦ, ζοῦμε τό νεοελληνικό πολιτισμό μέ ὅλα τά μακραίωνα παραδοσιακά του στοιχεῖα, ἀνεξάρτητα ἀπό τό τί νέο δημιουργοῦμε ἤ πρόκειται νά ἀφομοιώσουμε καί νά δημιουργήσουμε. Οἱ διανοούμενοι, ἐξάπαντος, ἔτσι κι ἀλλιῶς ἀναφέρονται σ’ αὐτή τήν πραγματικότητα. Πάντως μέ κίνδυνο νά παρεξηγηθῶ, θά κάνω λόγο γιά τήν κωμική καρικατούρα τῶν σημερινῶν νεοπαγανιστῶν, ἤ καλύτερα τῶν εἰσηγητῶν τῆς θρησκείας τοῦ ἑλληνικοῦ Δωδεκάθεου! Ὀνομάζω τούτη τήν προσπάθεια καρικατούρα, γιά νά μή νομίσουν, ἐνδεχομένως, μερικοί ὅτι θεωρώ τούτη τήν κίνηση ἰσάξια πρός τό πείραμα ἑνός Πλήθωνα καί τῶν συνεργατῶν του. Θά ἔλεγα, λοιπόν, ὅτι μιά τέτοια ἀξιολόγηση καί ἰσοπέδωση μοιάζει νά ’ναι καθαρή βλασφημία. Γιατί Πλήθων καί ὀπαδοί του ὑπῆρξαν γενναῖοι πατριῶτες μέ ἕνα ἡρωικό ρομαντισμό. Σ’ ἐκείνη τή δεινή κρίση τοῦ Ἑλληνισμοῦ, καθώς ὑπῆρχε μονάχα ὁ μονόδρομος τῆς πτώσης, ἡ ἀντίστασή τους ἦταν μιά πράξη ἀπελπισίας, συνάμα καί μιά ἀφροσύνη. Δέν ἤθελαν νά δεχτοῦν ὅτι στήν ἱστορία δέν γίνονται τέτοια πράγματα, μέ ἄλλα λόγια δέν νοεῖται καμιά ἐπιστροφή παρά μόνο συνέχεια. Ἔτσι ὁ ἀρχαῖος ἑλληνικός πολιτισμός ἦταν ἀφομοιωμένος καί πάντοτε καθ’ ὁδόν στή ζωντανή ἑλληνορθόδοξη παράδοση. Ἄλλος δρόμος δέν ὑπῆρχε, μήτε ὑπάρχει. Πάντως ἐκεῖνο τό πείραμα ἦταν ἔτσι κι ἀλλιῶς σέ χέρια ἀξιόλογων κατά πάντα ἀνθρώπων. Ἐξάλλου τό ἴδιο ἀπελπισμένη πράξη ὑπῆρξε καί ἡ προσφυγή στή βοήθεια τῆς Δύσης ἀπό ἐξίσου ἀξιόλογες προσωπικότητες τοῦ καιροῦ ἐκείνου. Ἀλλά ἡ τότε Δύση ἤδη εἶχε ὑποδουλώσει οἰκονομικά τό Βυζάντιο, πράγμα πού κατά κύριο λόγο ὁδήγησε στήν ὀδυνηρή πτώση του. Καί οἱ λάγνες ἐδαφικές βλέψεις φεουδαρχῶν ἦταν ἐπί θύραις.

Λοιπόν, οἱ παρ’ ἡμῖν νεοπαγανιστές καί οἱ ὅποιες θεωρητικές ἤ κακέκτυπες ἀπομιμήσεις δέν μποροῦν νά δικαιωθοῦν κατά κανένα τρόπο στή σημερινή ἀσθμαίνουσα καί καλπάζουσα οἰκουμενικότητα ὅπου γῆς. Ἐξάλλου προξενεῖ μεγάλη ἀπορία τό γεγονός ὅτι στή σημερινή ἀνοιχτή κοινωνία πρός τό μέλλον μέ τήν πληθώρα γνώσεων καί ἐπιτευγμάτων οἱ περί ὧν ὁ λόγος μεταρρυθμιστές ἀδυνατοῦν νά καταλάβουν τήν πραγματικότητα. Ἐν προκειμένω θά ἦταν περιττή πολυτέλεια νά ἀπαιτεῖ κανείς ἀπ’ αὐτούς νά κατανοήσουν καί νά δεχτοῦν ὅτι ὁ Ἀρχαῖος Ἑλληνισμός, πού ὑποτίθεται ὅτι τόν λατρεύουν, ὑφίσταται μεταμορφωμένος καί βαθιά ριζωμένος στό νεοελληνικό πολιτισμό, καί μάλιστα στόν ἴδιο τόν τρόπο ζωῆς τῆς ἐκκλησιαστικῆς παράδοσης, τήν ὁποία ζοῦν σχεδόν ὅλοι οἱ πολίτες συνειδητά ἤ ἀκόμη καί ἐν πολλοῖς ἀσύνειδα. Ἐξάλλου εἶναι σίγουρο ὅτι οἱ νεοπαγανιστές δέν μποροῦν νά καταλάβουν ὅτι μέ τήν ἐνδεχόμενη ἀποκλειστική, ἤ ἀκόμη καί πεισματική, προσήλωση σ’ αὐτή τή μεταρρύθμιση καταντοῦν σέ μιά ἐπικίνδυνη εἰδωλολατρία, ὄχι ἐπειδή ἐπιστρέφουν σέ μιά ἀρχαία θρησκευτική ζωή. Μέ ἄλλα λόγια, οἱ Ἀρχαῖοι Ἕλληνες δέν ἦταν εἰδωλολάτρες, μέ τή σημασία τῆς ἀποκλειστικῆς προσκόλλησης σέ ξόανα, ἀγάλματα καί στή λατρεία τῶν θεῶν, ἀλλά μέσω αὐτῶν δημιουργοί ἑνός φωτεινοῦ πολιτισμοῦ. Ἀργότερα σχηματίστηκαν παραστάσεις περί στενῆς εἰδωλολατρικῆς προσήλωσης τῶν Ἑλλήνων στούς δώδεκα θεούς. Καί τοῦτο συνέβη, ἐπειδή οἱ θεοί τους θεωρήθηκαν σωτῆρες! Ἔτσι οἱ νεοπαγανιστές, θά ἔλεγε κανείς σκόπιμα ὀξύνοντας τό λόγο, μεταβάλλονται σέ εἰδωλολάτρες, ἐνῶ οἱ Ἀρχαῖοι Ἕλληνες δέν ἦταν εἰδωλολάτρες, μέ τή σημασία πού εἰπώθηκε πρωτύτερα.

Ἀλλά στήν ἐποχή μας καί στόν τόπο μας, ἀτυχῶς, ὑπάρχει σοβαρό πρόβλημα σέ ὅ,τι ἀφορᾶ τήν τάση πολλῶν θεολόγων καί ἄλλων διανοουμένων νά ἐξοβελίζουν ― θεωρητικά βέβαια! ― τό αἰσθητικό καί καλλιτεχνικό στοιχεῖο ἀπό τήν ἐκκλησιαστική ζωή, θεωρώντας το κάτι ἀταίριαστο, ἀκόμη καί ἠθικά ἐπιζήμιο· πλανώμενοι πιστεύουν ὅτι ἡ ἐκκλησιαστική ζωή καί ἡ θεολογία ἐξαντλοῦνται σέ μιά ἠθικολογία. Εὐτυχῶς τούς διαψεύδουν μεγάλοι παρ’ ἡμῖν δημιουργοί τῆς τέχνης, οἱ ὁποῖοι φαίνονται ξεκάθαρα ἐμποτισμένοι μέ τό φιλόκαλο ὀρθόδοξο πνεῦμα. Ἐπιλέγω μόνο δειγματοληπτικά μερικούς δημιουργούς, καί συνάμα ἁπλῶς μνημονεύω Διονύσιο Σολωμό καί Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη.

1. Ὁ Γιῶργος Σεφέρης τόσο στήν ποιητική του δημιουργία, ὅσο καί στά πεζά του διακρίνεται γιά τήν αἴσθηση τῆς βυζαντινῆς καλαισθησίας, συνδυασμένης μέ μιά βαθιά πνευματικότητα, τό περιεχόμενο τῆς ὁποίας εἶναι τό πεντόσταγμα τοῦ θεολογικοῦ στοχασμοῦ: «Τί τά θέλεις, εἴμαστε ἕνας λαός μέ μεγάλους πατέρες τῆς Ἐκλησίας, ἀλλά σήμερα χωρίς μυστικούς· μέ μεγάλη προσήλωση στό αἴσθημα καί στίς ἰδέες, ἀλλά μᾶς ἀρέσει νά δίνουμε καί στά πιό ἀφηρημένα μιά μορφή οἰκειότητας, πράγμα πού ἕνας Χριστιανός τῆς Δύσης θά τό ἔλεγε εἰδωλολατρία». (Δοκιμές, τόμος δεύτερος, Ἀθήνα 51984, σελ. 14).

2. Ὁ Ὀδυσσέας Ἐλύτης, σύν τοῖς ἄλλοις, μέ ὁρισμένα λεγόμενά του παραπέμπει στά γεγυμνασμένα αἰσθητήρια τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί τῶν πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. (Βλ. Ἑβρ. 5, 14· Γρηγορίου Νύσσης, Περί κατασκευῆς ἀνθρώπου PG 44, 197C): «Ἤ παραμένεις μέ τίς πέντε σουαἰσθήσεις ἀγύμναστες (ἡ ὑπογράμμιση δική μου) καί τόν ψυχικό σου κόσμο ἐκτεθειμένο σέ συμβάντα ἐπιφανείας πού ἁπλῶς καταγράφεις, ὁπόταν, μεῖον τή διαφορά τῆς ποιότητας, τοποθετεῖσαι στήν ἴδια παράλληλο μέ τά λαϊκά τραγούδια καί τ’ ἀναγνώσματα τῶν ἑβδομαδιαίων περιοδικῶν· ἤ ἀποδέχεσαι καταρχήν τήν ὕπαρξη μυστηρίου, ὁπόταν θέτεις ὑπό ἀμφισβήτηση τά ἐξαγόμενα κάθε πρωτοβάθμιας ἐμπειρίας καί εἰσχωρεῖς μέ μιά βαθιά τομή στήν πραγματικότητα...». (Ἐν λευκῷ, Ἀθήνα 21993, σελ. 393-94). 

3. Ὁ Γιάννης Τσαρούχης, τοῦ ὁποίου οἱ ἀπόψεις γιά τά ἄφθαρτα στοιχεῖα τῆς Ὀρθοδοξίας μνημονεύτηκαν πρωτύτερα, καί σέ ἄλλο ἔργο του διορθώνει τίς πολύ κακές ἀντιλήψεις, πού ἔχουν οὐκ ὀλίγοι, σέ ὅ,τι ἀφορᾶ τό Βυζάντιο καί τόν πολιτισμό του, σχετικά μέ τήν ὀρθόδοξη πνευματικότητα: «Ἡ ἀνεκτίμητη βυζαντινή τέχνη, συγκεκριμένα ἡ βυζαντινή ζωγραφική, πού διατήρησε σάν φαραωνικός τάφος τό σπόρο τῆς ἑλληνικῆς ἰδιοφυΐας, ἦρθε μιά ἐποχή πού ἔπαψε νά δίνει ὅ,τι εἶχε δώσει ὥς τότε μέ ποικίλες μορφές». (ἀγαθόν τό ἐξομολογεῖσθαι, Ἀθήνα 1986, σελ. 161). Στήν προκειμένη περίπτωση δέν μνημονεύω τό Φώτη Κόντογλου, σκόπιμα γιά νά μήν προκαλέσω ἐνδεχομένως μερικῶν τήν προκατάληψη.

4. Ἡ οὐσιαστική ἐπίδοση στή μουσική δημιουργία διαπότισε ὁλάκερο τό βυζαντινό πολιτισμό, τή ζωή του. Ἡ ἐκκλησιαστική μουσική, συνεχίζοντας μέ ἄκρως ἀφομοιωτικό τρόπο τήν ἑλληνική παράδοση κατόρθωσε ὥς τίς φάσεις τοῦ νεοελληνικοῦ πολιτισμοῦ νά μπεῖ καί στά κύτταρα τῶν ἀνθρώπων. Νά τί λέει, χαρακτηριστικά ἀποκαλυπτικό ὁ Μάνος Χατζιδάκις ― τό εἶχε πεῖ ἤδη τό 1948, πράγμα πολύ σπουδαῖο ―, τό ὁποῖο φανερώνει τή μεγάλη δημιουργία τῆς βυζαντινῆς μουσικῆς: «Πάνω σ’ αὐτούς τούς ρυθμούς χτίζεται τό ρεμπέτικο τραγούδι, τοῦ ὁποίου παρατηρώντας τή μελωδική γραμμή διακρίνουμε καθαρά τήν ἐπίδραση ἤ καλύτερη τήν προέχταση τοῦ βυζαντινοῦ μέλους. Ὄχι μόνο ἐξετάζοντας τίς κλίμακες πού ἀπό ἔνστιχτο τῶν λαϊκῶν μουσικῶν διατηροῦνται ἀναλλοίωτες, μ’ ἀκόμη παρατηρώντας τίς πτώσεις, τά διαστήματα καί τόν τρόπο ἐκτέλεσης. Ὅλα φανερώνουν τήν πηγή, πού δέν εἶναι ἄλλη ἀπό τήν αὐστηρή καί ἀπέριττη ἐκκλησιαστική ὑμνωδία». (Ὁ καθρέφτης καί τό μαχαίρι, Ἀθήνα 1984, σελ. 12. Βλ. ἐπίσης Ντίνος Χριστιανόπουλος, Μέ τέχνη καί μέ πάθος, Θεσσαλονίκη 1988, σελ. 34 κ.ἑ.).

5. Σύνδεσμο ὀργανικό ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς καί ἤθους, ὁ ὁποῖος προέρχεται ἀπ’ αὐτήν, πρός τόν πολιτισμό τῆς Ὀρθοδοξίας διαπιστώνει καί ὁ Μίκης Θεοδωράκης: «Τήν ἴδια ἐποχή τό νταούλι συντόνιζε στό τσάμικο καί στό καλαματιανό τούς ὑπόλοιπους Ἕλληνες πού χάρις στό πλῆθος τῶν ἁγίων τῆς ὀρθοδοξίας δέν ὑπῆρχε βδομάδα χωρίς πανηγύρι, τραγούδι καί χορό». (Ἀνατομία τῆς μουσικῆς, Ἀθήνα 1983, σελ. 219).

6. Ἄκρως χαρακτηριστικά καί πολύ ἐνδιαφέροντα εἶναι τά ὅσα λέγει ὁ Γιῶργος Θεοτοκᾶς στά Τετράδια Ἡμερολογίου (1939-1953), σελ. 306 καί 338: «Ἐξάλλου ἕνας ἄνθρωπος τοῦ τόπου μας πού θέλει νά εἶναι ‘ἑλληνολάτρης’ στό πνευματικό καί καλλιτεχνικό ἐπίπεδο καί πού δέν καταλαβαίνει τίποτα ἀπό τήν καλλιτεχνική ἐξέλιξη τῶν δέκα αἰώνων τοῦ Βυζαντίου (πού δέν καταλαβαίνει καί πού δέν ἀγαπᾶ, πού ἴσια-ἴσια ἀπεχθάνεται τήν περίοδο αὐτή), μοῦ δίνει τήν ἐντύπωση ὅτι συντηρεῖ μιά ‘ἑλληνολατρεία’ βιβλιακή καί μουσειακή κι ὄχι ζωντανή, ὀργανική συνέχεια τοῦ ἑλληνικοῦ πνεύματος». «Σχετικά μέ τή διάσωση κάποιας ζωντανῆς παράδοσης τοῦ ἀρχαίου θεάτρου μές στήν ὀρθόδοξη ἐκκλησία, τοῦ ἀναφέρω μιά σύντομη ἀλλά πολύ οὐσιαστική γνώμη τοῦ Jacques Copeau, ριγμένη σέ κάποια συνέντευξή του πρός μιά ἀθηναϊκή ἐφημερίδα στά 1940 (ἔχασα δυστυχῶς τό φύλλο). Ὁ γάλλος ἔλεγε περίπου ὅτι μονάχα τίς μέρες ἐκεῖνες, πού παρακολούθησε στήν Ἀθήνα ὀρθόδοξες λειτουργίες, ἄρχισε κάπως νά μαντεύει τί μποροῦσε νά εἶναι μιά ἀρχαία παράσταση. Ἡ γνώμη αὐτή μοῦ φαίνεται βαρυσήμαντη».

Προσωπικά θά ἐπιθυμοῦσα ὅλα τά παραπάνω νά μποροῦσα νά ἐπισημάνω σέ θεολογικά συγγράμματα. Ἀλλά κάτι τέτοιο εἶναι, προσώρας, πολύ δύσκολο.

Ὅμως, μελετώντας κανείς τά μνημεῖα τῆς καλλιτεχνικῆς δημουργίας στή νεοελληνική ζωή τῶν δύο τελευταίων αἰώνων, νοσταλγεῖ ἀκατανίκητα ὅλους αὐτούς τούς παλαιούς δημιουργούς, μιά καί στίς ἡμέρες μας ἐπιπολάζει προκλητικά, καί μάλιστα ὑπό τή μέθη τῶν φωτεινῶν τηλεοπτικῶν προβολέων, ἡ μίμηση καί ἡ ἀπογοητευτική μετριότητα. Εὔχεται νά ’ταν δυνατόν νά πνεύσει ἕνας σαρωτικός ἄνεμος καί νά σκορπίσει στούς τέσσερις ἀνέμους ὅλα τά κακέκτυπα ἔργα. Ἀλλά προσοχή, ἐξάπαντος ὑπάρχει ἔτσι κι ἀλλιῶς καί ἡ καλή συνέχεια, ἔστω καί πιεσμένη, ἔτσι ὥστε κατά νομοτέλεια ν’ ἀνατείλουν καλύτερες δημιουργικές ἡμέρες. Ἄλλωστε, τίποτα δέν ὑπάρχει ἀπολύτως ἐξαχρειωμένο, καί τίποτα ἀπολύτως ἐξιδανικευμένο. Τό δέντρο γνωρίζεται ἀπό τόν καρπό του. Ἔτσι ὅλοι ξέρουμε ὅτι ἡ δημιουργία ἀναθάλλει μέ σκιρτήματα τῆς φύσης, μέ γλυκούς ψιθύρους καί μέ κελαηδήματα πουλιῶν, μακριά ἀπό τούς σχολαστικούς καθαρολόγους, ἠθικολόγους καί διορθωτές τῆς κοινωνίας.