HELLENOPHONIA

Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2026

 

 

«Θεὸς καὶ κόσμος κατὰ τοὺς Τρεῖς Ἱεράρχες»,


Πανηγυρικὸς λόγος ποὺ ἐκφωνήθηκε στὶς 29 Ἰανουαρίου 2008 στὸ ΑΠΘ,

 

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, ΑΠΘ

 

Κύριε Πρύτανη,

Ἡ σημερινὴ σύναξή μας συνιστᾶ ὅλως ἐξαιρέτως μακαρισμὸ ἐπὶ τοῦ ἱερῶς κεκοιμημένου Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν κυροῦ Xριστοδούλου, πορευομένου στὴ χώρα τῶν ζώντων, ποὺ εἶναι ὁ ἀναστὰς Xριστός, κατὰ τὴ συγκλονιστικὴ ἐπιγραφὴ καὶ εἰκονογράφηση τῆς Mονῆς τῆς Xώρας Kωνσταντινουπόλεως, ἔνθα οἱ ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας καλλύνονται ἀπὸ τὸ φῶς τοῦ προσώπου τοῦ Xριστοῦ, προσμένοντας μὲ τὴν ἀκλόνητή του πίστη καὶ ὁ μακαριστὸς Ἀρχιεπίσκοπος Xριστόδουλος, τὴν κοινὴ ἀνάσταση ὅλων μας. Γι᾽ αὐτὸ προσεύχομαι μὲ χαρμολύπη μὲ τὸ λόγο τοῦ εὐσεβῆ λαοῦ μας, ὅταν εὑρίσκεται κατενώπιον τῶν ἀγαπημένων κεκοιμημένων ἐν Xριστῶ ἀδελφῶν καὶ πατέρων μας, Xριστὸς ἀνέστη, ὅτι μόνος Αὐτὸς ὑπάρχει ἀθάνατος.

Νὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ Σᾶς εὐχαριστήσω, Kύριε Πρύτανη, καθὼς καὶ τὰ μέλη τῆς Συγκλήτου τοῦ Πανεπιστημίου μας γιὰ τὴν ἀνάθεση τῆς Ὁμιλίας γιὰ τὸν ἑορτασμὸ τῆς μνήμης τῶν ἁγίων Τριῶν Ἱεραρχῶν, πρωτοπόρων μεταξὺ τῶν χριστιανῶν στὴ μελέτη τῆς Ἑλληνικῆς παιδείας καὶ τοῦ ἕλληνα λόγου, τέτοιων Πατέρων ποὺ πρόσφεραν δημιουργικὴ ἑρμηνεία τῆς ἐκκλησιαστικῆς πίστεως, ὅπως ἐπίσης καὶ κείμενα τὰ ὁποῖα ἀπαντοῦν στὴ συνοδικὴ πράξη τῆς Ἐκκλησίας, ὡς κείμενα ἐγκρίτων ἢ ἐγκύρων πατέρων.

Ἡ ἀνάδυση τῆς Ἐκκλησίας ἐν Χριστῶ ἔγινε στοὺς κόλπους τῆς Συναγωγῆς, ἐνῶ στὴν ἔξοδό της πρὸς τὸν κόσμο ἡ ἐκκλησιαστικὴ κοινότητα συναντήθηκε μὲ τὸν πολιτισμὸ τῶν μεσογειακῶν λαῶν καὶ ἀμέσως μετὰ μὲ τὸν πολιτισμὸ καὶ ἄλλων λαῶν μέχρι τὶς ἐκτεταμένες ἑλληνιστικὲς ἐπικράτειες, ὅπου, ὅμως, κι ἐκεῖ ἦταν ἀρκούντως γνωστὴ ἡ ἑλληνικὴ σκέψη. Ἐξαρχῆς, δηλαδή, οἱ Ἀπόστολοι καὶ οἱ Πατέρες τέθηκαν ἐμπρὸς στὴν εὐθύνη τῆς ὁμολογίας τῆς ἐκκλησιαστικῆς πίστεως ἀλλὰ καὶ τῆς ἀνάγκης γιὰ προσπέλαση καὶ μεταμόρφωση τοῦ περιβάλλοντος κόσμου. Πλάϊ, δηλαδή, στὸν πλοῦτο τῆς πιστεύουσας κοινότητος, ποὺ ἀσφαλῶς εἶχε ἀναχωνεύσει τὴν πείρα τοῦ ἀρχαίου Ἰσραὴλ μὲ τὴν οἰκουμενικότητα τῆς προφητικῆς παραδόσεως, ἔκειτο ἡ ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητος τῶν λαῶν τῆς Μεσογείου, ὅπου ἀναζητεῖτο ἡ ἀλήθεια τῆς ζωῆς μὲ λόγο καὶ μὲ πράξη στὰ ἀνοιχτὰ ὅρια τῆς ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας.

Οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες, ἀκολουθώντας τὴν ἁπλωτικὴ κίνηση τῶν Ἀποστόλων- καὶ ἰδίως τοῦ Ἀποστόλου Παύλου- διηύρυναν τὴν ποιμαντική- κηρυγματικὴ πράξη, ἀνακαλώντας τὸ ἴδιο τὸ γεγονὸς τῆς δημιουργίας τοῦ κόσμου, ὡς ἀρχέγονο συνεκτικὸ δεσμὸ σύμπασας τῆς ἱστορίας τοῦ γένους τῶν ἀνθρώπων καὶ ὁλόκληρης τῆς κτίσης. Ἔτσι ἡ ἱστορία τοῦ κόσμου μὲ κέντρο τὸν ἄνθρωπο ἐμπλέκεται στὸν ὑπομνηματισμὸ τοῦ καθόλου μυστηρίου τῆς θείας Οἰκονομίας, δηλαδή, ὅ,τι κάνει ὁ Θεὸς γιὰ τὸν ἄνθρωπο καὶ ὁλόκληρη τὴ δημιουργία καὶ τὴν πορεία της, δηλαδή, τὴν ἱστορία τοῦ σύμπαντος κόσμου. Oἱ Τρεῖς Ἱεράρχες, ὅπως πρὶν ἀπὸ αὐτοὺς ὁ ἅγ. Ἀθανάσιος, καὶ ἰδίως οἱ Ἀπολογητὲς τὸ β΄ καὶ γ΄ αἰ. σὲ βαρὺ μάλιστα κοινωνικὸ κλίμα, θὰ τονίσουν ὡς ἑνοποιητικὸ στοιχεῖο τῆς ἱστορίας τοῦ κόσμου καὶ τῆς θεοπνεύστου ἱστορίας τὸ γεγονὸς τῆς δημιουργίας τοῦ κόσμου, καθὼς μ᾽ αὐτὴ τὴν προϋποθέση μποροῦσαν νὰ προχωρήσουν πρὸς ἕνα καθ᾽ ὁλοκληρίαν ἔλεγχο τῶν ἀρχῶν τοῦ ἐθνισμοῦ, ὁ ὁποῖος διαπεροῦσε τὴν παιδεία καὶ τὴν κρατικὴ ἐξουσία, ποὺ ἦταν μὲ ἄλλα λόγια ἡ ἱστορική τους πραγματικότητα. Ἡ ἑνοποιητικὴ ἑρμηνεία τῆς δημιουργίας ἦταν συγχρόνως καὶ μία ἀντιγνωστικὴ καὶ ἐν συνεχεία ἀντιμανιχαϊστικὴ θεώρηση τῆς ἱστορίας, ὅπου οἱ ἀντιθέσεις καὶ οἱ χαοτικὲς δυνάμεις αἴρονται ἀπὸ τὴν αἰσιόδοξη φωτεινότητα τῆς θεωτικῆς ἐμπειρίας καὶ ὅρασης τῶν ἁγίων.

Oἱ Τρεῖς Ἱεράρχες σὲ μία ἐποχὴ ποὺ ἡ Ἐκκλησία μόλις εἶχε ἀποκτήσει νόμιμη δημόσια ὕπαρξη, μὲ ὄχημα τὴν προφητικὴ καὶ ἀποστολικὴ καταγραφὴ ὡς ἔγκυρη μαρτυρία ἀλλὰ καὶ ὡς κατάφαση στὴν ἱστορία τοῦ κόσμου καὶ τοῦ στίβου τῆς ζωῆς σὲ μία ἀδιάρρηκτη ἑνότητα ποὺ κάλυπτε ὅλα τὰ δεδομένα τοῦ κοινωνικοῦ βίου, τὸν ὁποῖο ἐκαλοῦντο οἱ χριστιανοὶ νὰ ἁλώσουν καὶ νὰ τὸν καταυγάσουν μὲ τὴν ἰάσιμη χάρη τῆς Ἁγίας Tριάδος, ἀναμετρῶνται μὲ τὴν ἰουδαϊκὴ ἀποκλειστικότητα καὶ τὴ στατικότητα τοῦ ἀρχαιοελληνικοῦ κοσμοειδώλου.

Ἡ συσσωμάτωση τῶν πάντων στὴν ἱερὰ ἱστορία ὑπῆρξε τὸ πλέον καθοριστικὸ στοιχεῖο τῆς οἰκουμενικότητας τοῦ κηρύγματος τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, ποὺ διαφοροποιοῦσε τὴν ἐκκλησιαστικὴ κοινότητα ἀπὸ τὴ Συναγωγή, ἐνῶ συγχρόνως ἡ ἀξιοποίηση τοῦ πολιτιστικοῦ περιβάλλοντος ἄνοιγε τὶς διόδους μεταφορᾶς καὶ μεταφυτεύσεως τῆς πίστεως πέραν τῶν ὁρίων τῆς κοινότητος τῶν πιστευόντων στοὺς ἀνοιχτοὺς ὁρίζοντες τῆς δημιουργίας καὶ τῆς ἱστορίας τοῦ σύμπαντος κόσμου. Ὁ ἅγ. Γρηγόριος ὁ Θεολόγος θὰ ὑποστηρίξει ὅτι καὶ οἱ φιλόσοφοι ὑπῆρξαν μαθητὲς τοῦ Mωϋσέως, “Λῆρος τοῖς τοῦ ἀνδρὸς πεπειραμένοις ὁ Mίνως ἐκεῖνος, καὶ ὁ Ῥαδάμανθυς, οἶς ἀσφοδελῶν λειμώνων καὶ Ἠλυσίων πεδίων ἠξίωσαν Ἕλληνες, ἐν φαντασίᾳ τοῦ καθ᾽ ἡμᾶς παραδείσου γενόμενοι, ἐκ Mωσαϊκῶν, οἶμαι βιβλίων καὶ ἡμετέρων, εἰ καὶ περὶ τὴν κλῆσίν τι διηνέχθησαν, ἐν ἄλλοις ὀνόμασι τοῦτο παραδηλώσαντες[1], γιατὶ δὲν θέλει νὰ ἀφήσει τίποτα ἐκτὸς τῆς ἑνιαίας θέασης τῆς ἱστορίας τῆς ἀνθρωπότητας, θεμελιώνοντας οὐσιαστικὰ τὴ θέση του αὐτὴ στὴν ἑνότητα τῆς δημιουργίας, ἑρμηνεύοντας κατὰ ταῦτα τὴ δημιουργία καὶ τὴν πορεία της, δηλαδὴ τὴν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητας σὲ μία ἑνιαία γραμμή. M᾽ αὐτὴν τὴν ἑρμηνευτικὴ προκειμένη, ἐξάλλου, οἱ ἐκκλησιαστικοὶ ἱστορικοὶ καὶ οἱ χρονογράφοι ἀρχίζουν τὴν ἐξιστόρηση ἀπὸ κτίσεως κόσμου, αἴροντας τὴ διάκριση ἱεροῦ καὶ ἀνιέρου καὶ τὶς ἐνδογενεῖς ἀντιθέσεις τοῦ γνωστικισμοῦ καὶ τοῦ μανιχαχαϊσμοῦ καὶ κάθε ἀντίθεης δυνάμεως.

Ἔτσι ἀπὸ τὴ Συναγωγὴ καὶ τὴν παράδοση τῶν Πατριαρχῶν καὶ θεοπτῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἡ Ἐκκλησία, ὡς νέος καὶ πνευματικὸς Ἰσραήλ[2], κράτησε ζωντανὴ τὴν παρουσία τοῦ ὑπερβατικοῦ Θεοῦ, δημιουργοῦ πάντων τῶν κτιστῶν ὄντων, ἐνῶ ἡ κατάφασή της στὴν ἱστορία ἐλευθέρωσε τὴν κτίση καὶ τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὴ διαμεσολαβητικὴ εἰδωλοποίηση τῶν κτιστῶν ὄντων καὶ τῶν ἐνεργειῶν τοῦ ἀνθρώπου, ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὴν εἰδωλοποίηση τῆς αὐτοκρατορικῆς ἐξουσίας, ἀπὸ τὴν κατεξουσίαση δηλ. τῆς ὅποιας εἰδωλικῆς δυνάμεως.

Ἀναγινώσκοντες τὸ θεολογικὸ ἐπιστητό, ὅπως καταγράφεται στὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ στὰ ἑρμηνευτικὰ καὶ ὁμιλητικὰ ἔργα τῶν Tριῶν Ἱεραρχῶν, ἀνακαλύπτουμε μία συνέχεια, ποὺ ξεκινᾶ μὲ τὴ δημιουργία τοῦ κόσμου καὶ τοῦ ἀνθρώπου καὶ στὴν ἐκρηκτικὴ πορεία συμπεριλαμβάνει τὰ πάντα τῆς κτίσεως καὶ τῆς ἱστορίας. Στὸ κέντρο αὐτῆς τῆς πορείας ὁ Θεός, δημιουργός, πατέρας καὶ παντοκράτωρ τοῦ παντός, καὶ ὁ ἄνθρωπος, μικρόκοσμος πάσης τῆς κτίσεως, ὡς μεθόριος τῆς αἰσθητῆς καὶ τῆς νοητῆς δημιουργίας[3], συνιστοῦν τὶς δύο πραγματικότητες τῆς ἱστορίας.

Kατὰ τὴν ἁγιογραφικὴ παράδοση καὶ αὐτονοήτως κατὰ τὴν πατερικὴ θεολογία, ὅπως κατὰ ἄριστο τρόπο τὴ διατυπώνει ὁ ἅγ. Bασίλειος, ὑπάρχουν μόνο δύο πραγματικότητες, ὁ Θεὸς καὶ ἡ κτίση“Δύο γὰρ λεγομένων πραγμάτων, θεότητός τε καὶ κτίσεως καὶ δεσποτείας καὶ δουλείας, καὶ ἁγιαστικῆς δυνάμεως καὶ ἁγιαζομένης”[4]. Στὴν ἴδια γραμμὴ ὁ ἅγ. Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ὀνομάζει πράγματα[5], δηλαδὴ ὑπαρκτὰ δεδομένα, τὰ πρόσωπα τῆς Ἁγίας Tριάδος.

Ὅπως καταγράφονται ἡ ζωὴ καὶ ἡ μαρτυρία τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινότητος τῶν πιστευόντων τοῦ παλαιοῦ καὶ τοῦ νέου καὶ πνευματικοῦ Ἰσραήλ στὴν Ἁγία Γραφή, καὶ ὅπως ἑρμηνεύεται ἀπὸ τοὺς θεοφόρους Πατέρες Τρεῖς Ἱεράρχες, ὁ Θεὸς παρουσιάζεται ὡς ὀντολογικὰ ἀνόμοιος κατὰ τὴν ὕπαρξη καὶ ἀπρόσιτος κατὰ τὴν οὐσία σὲ σχέση μὲ τὰ δημιουργήματά του, ἀκατάληπτος, κατὰ τὸν ὅρο τοῦ ἁγ. Ἰωάννη τοῦ Χρυσοστόμου. Συγχρόνως ἡ Ἁγία Γραφὴ μᾶς παρουσιάζει τὰ δημιουργήματα ὡς ἐξαρτώμενα πλήρως ἀπὸ τὸ Θεὸ κατὰ τὸ λόγο τῆς δημιουργίας καὶ κατὰ τὸ λόγο τῆς τελειώσεώς των. Aὐτὴ δηλαδὴ ἡ ἐξάρτηση ἐντάσσεται στὸ καθόλου γεγονὸς τῆς δημιουργίας, καθὼς ὁ Θεὸς εἶναι χορηγὸς τοῦ εἶναι, τῆς ὑπάρξεως ὅλων τῶν ὄντων, καὶ συγχρόνως, ἐνῶ ὑπάρχει ἔξω ἀπὸ τὶς κατηγορίες τῆς δημιουργίας ἢ τῆς κτιστότητος, συντηρεῖ καὶ συνέχει τὸν κόσμο[6]. Ἐπιπλέον ὁ ἀπρόσιτος Θεὸς συγκαταβαίνει καὶ καταυγάζοντας μὲ τὴ δόξα του τὰ σύμπαντα, γίνεται προσιτὸς στὰ πλάσματά του κατὰ τὸ λόγο τῆς δημιουργίας καὶ κατὰ τὴ δεκτικότητα καὶ τὴν πνευματικὴ ὡρίμαση τῶν λογικῶν ὄντων. Γι᾽ αὐτὴ τὴ θέαση, ὡστόσο, τίποτε ἄλλο δὲν παρεμβάλλεται ἐνδιαμέσως ἀνάμεσα στὴν κτιστὴ πραγματικότητα καὶ στὸν Kύριο τῆς δόξης, καμία διαμεσολάβηση, καμία ἄλλη ἐνδιάμεση ὀντότητα.

Ὁ δρὼν στὴν Παλαιὰ Διαθήκη ἀσάρκως καὶ ἀποκαλύπτων τὴν Ἁγία Tριάδα Λόγος, ὁ ἄγγελος ὁ λαλὼν ἀπὸ τὴ φλεγόμενη βάτο, ὁ ἀποκαλυπτόμενος ὡς δροσερὴ νεφέλη καὶ πύρινη στήλη στὸν πορευόμενο Ἰσραήλ, ὁ αὐτὸς δὲ καὶ ἐνανθρωπήσας τῆς Kαινῆς Διαθήκης, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συγκαταριθμηθεῖ μεταξὺ τῶν κτισμάτων, ποὺ δέχονται τὴν ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ, ὡς ἐπίγνωση, φωτισμὸ καὶ ἀκατάπαυστο δοξασμό[7]Bέβαια, μὲ τὴν ἐνανθρώπηση τοῦ Λόγου καὶ τὴν εἴσοδο τῆς ἀνθρώπινης φύσεώς του στὴ ζωὴ τῆς Ἁγίας Tριάδος μὲ τὴν ἐκ δεξιῶν καθέδρα τοῦ ἈναστάντοςXριστοῦ, ἡ θέωση καθίσταται μόνιμο γεγονός, τὴν πραγματικότητα τοῦ ὁποίου ἐγγυῶνται οἱ ἴδιοι οἱ θεόπτες Ἀπόστολοι ὡς εὐχαριστιακὴ πιὰ κοινότητα, ποὺ καταυγάζεται καὶ συνέχεται διαρκῶς ἀπὸ τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Ἔτσι ὁ κατὰ τὴν οὐσία ὑπερβατικὸς Θεὸς καὶ Kύριος τῆς δόξης αὐτοαποκαλύπτεται διὰ τῶν ἐνεργειῶν του, καὶ ἐπ᾽ ἐσχάτων διὰ τῆς ἐνανθρωπήσεως καὶ τῶν σωτηρίων παθῶν τοῦ Yἱοῦ καὶ Λόγου, ἀνακαινίζει τὴν ἀνθρώπινη φύση ζώντων καὶ τεθνεώτων, ἐνῶ διὰ τῆς ἐπιφοιτήσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ τῆς ἐν Πνεύματι γνώσεως τῆς θεότητος τοῦ Yἱοῦ ἐπαναβεβαιώνεται ἡ συνοχὴ τῶν κτιστῶν ὄντων, ἡ συνέχεια τῆς ἱστορίας καὶ ἡ πνευματικὴ ἐπανάκαμψη τοῦ ἀνθρώπου στὸ θεμέλιο τῆς χάριτος μέσα στὴν ἐκκλησιαστικὴ εὐχαριστιακὴ κοινότητα.

Tὸ θέμα τῆς ἀποκάλυψης τοῦ Θεοῦ στοὺς Πατριάρχες καὶ τοὺς Προφῆτες, ἢ ἄλλως τῶν θεοφανειῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, τοῦ Kυρίου δηλαδὴ τῆς δόξης, ποὺ ἀναιρεῖ ὅποια ἄλλη δόξα καὶ κατεξουσιαστικὴ δύναμη, ὑπῆρξε κεντρικῆς σημασίας, καθὼς σ᾽ αὐτὲς θεμελιώνεται ἡ βασικὴ διάκριση τῆς προφητικῆς καὶ μετέπειτα τῆς ἀποστολικῆς παραδόσεως μεταξὺ κτιστοῦ κόσμου καὶ ἀκτίστου Θεοῦ, μία καίρια διάκριση, γιατὶ μ᾽ αὐτὴ ἀνατρέπεται ὄχι μόνο τὸ στατικὸ ἀρχαιοελληνικὸ κοσμοείδωλο, ποὺ ἑρμηνεύεται μὲ τὴν ὕπαρξη ἐνδιαμέσων θεοτήτων καὶ θεουργικῶν διαμεσολαβητικῶν μυστηρίων, ἀλλὰ γιατὶ ἐγκαινιάζεται ἡ φυσικὴ ἰσότητα μεταξὺ ὅλων τῶν ἀνθρώπων ἔναντι τοῦ Θεοῦ, ἀδιαμεσολάβητη καὶ ἐλεύθερη ἀπὸ φυλετικὲς καὶ ἱστορικὲς συμβατικότητες, στερεότυπα καὶ αἰώνιες ἰδέες.

Γι᾽ αὐτὸ στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δὲν στήθηκαν ποτὲ ἱεροδικεῖα κατὰ τῆς ἐπιστήμης, γιατὶ ὅλα τὰ ὄντα καὶ τὰ γεγονότα τῆς δημιουργίας καὶ τῆς ἱστορίας εἶναι σχετικά, ἂς ποῦμε κατὰ προσέγγιση, καὶ κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ εἰπεῖ τὸν τελευταῖο λόγο, καὶ ἐπίσης γιὰ τὸν ἴδιο λόγο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποκλείονται οἱ χριστιανοὶ ἀπὸ τὰ φιλόσοφα μαθήματα.

Γιὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴ παράδοση, ποὺ ὑποστήριξαν μὲ σθένος οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες, ἡ διάκριση κτιστοῦ - ἀκτίστου εἶναι θεμελιακή, γιατὶ μ᾽ αὐτὴ ἑρμηνεύεται ἡ πίστη στὸ Θεὸ καὶ ἡ πορεία τῆς ἀνθρωπότητος ἀπαρχῆς. Ἡ κτιστότητα αὐτὴ σημαίνει ὅτι τὰ πάντα, αἰσθητὰ καὶ νοητά, μποροῦν νὰ τραποῦν εἴτε πρὸς τὸ Θεό, εἴτε νὰ συσπειρωθοῦν στὸν ἑαυτό τους, ὁπότε καὶ ἀποκόπτονται ἀπὸ τὸ κοινὸ σῶμα καὶ δημιουργοῦν διαβρωτικὲς καταστάσεις. Ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἀρχαιοελληνικὴ σκέψη ἐπιβάλλεται μιὰ ριζικὰ διαφορετικὴ ἑρμηνεία σὲ ὅ, τι ἀφορᾶ τὴ σχέση Θεοῦ καὶ κόσμου. Kτιστότητα σημαίνει τρεπτότητα ἀλλὰ καὶ δυνατότητα γιὰ τελείωση τοῦ σύμπαντος κόσμου, ἀσφαλῶς κατὰ τὴ δεκτικότητα τοῦ κάθε ὄντος καὶ σύμφωνα μὲ τὸ λόγο τῆς δημιουργίας του. Kαὶ γι᾽ αὐτὸ ἡ τελείωση δὲν ἀφορᾶ μόνο τὰ νοητὰ ἢ μόνο τὸν ἄνθρωπο[8]. Ὁλόκληρη ἡ δημιουργία, καθὼς εἶναι ἐμποτισμένη ἀπὸ τὴ δημιουργικὴ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, κολυμπάει στὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, ποὺ τὴν ἔφερε στὴν ὕπαρξη καὶ τὴ συνέχει[9]. Ὁποιαδήποτε διάβρωση προέρχεται ἀπὸ τὴν κακὴ ἀλλοίωση τῶν κτιστῶν ὄντων καὶ μάλιστα τῶν λογικῶν, ἐν προκειμένω τοῦ ἀνθρώπου, ὄχι ἀπὸ κάποια ἄλλη αὐθύπαρκτη πραγματικότητα ποὺ κεῖται πλάι στὴν πραγματικότητα τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ ἀνθρώπου, ἀφοῦ καμία διαμεσολάβηση καὶ καμία ὕπαρξη δὲν χωρεῖ μεταξὺ Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου.

Oἱ Τρεῖς Ἱεράρχες, καὶ ὅλοι οἱ Πατέρες τοῦ 4ου καὶ 5ου αἰώνα, κατὰ τὸν ὁποῖο οἱ ἐκκλησιαστικὲς κοινότητες διευρύνθηκαν μέσα στὴν κοινωνία, εἶχαν νὰ ἀντιμετωπίσουν τὴν Ἑλληνικὴ παράδοση καὶ τὴ φιλοσοφικὴ σκέψη[10], στὴν ὁποία, βέβαια, ἀπουσιάζει ὁ ὑπερβατικὸς καὶ ἀπρόσιτος ἀλλὰ προσεγγιζόμενος μέσω τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν του Θεός. Ἡ Ἑλληνικὴ σκέψη γνωρίζει μόνο δημιουργία ἀπὸ τὴν οὐσία, ἀπὸ τὰ ἄνω πρὸς τὰ κάτω σὲ μία κίνηση κύκλου καὶ ἐπαναφορᾶς, γενέσεως καὶ φθορᾶς κατὰ τὸ σχῆμα τῆς φύσης, τῶν ἐποχῶν καὶ τῶν γενεῶν[11]. Γιὰ τὴν Ἑλληνικὴ σκέψη ἡ εὐθύγραμμη κίνηση, ὁ εὐθύγραμμος χρόνος, εἶναι ἀκατανόητο μέγεθος, πολὺ δὲ περισσότερο ἡ δημιουργία “ἐκ τοῦ μὴ ὄντος”, δηλ. μία δημιουργία ἐν χρόνω ἢ μετὰ χρόνου καὶ ἑτερούσια τοῦ ἀρχικοῦ ὄντος.

Ἡ διάκριση κτιστοῦ- ἀκτίστου δημιούργησε ρήξη μὲ τὴ φιλοσοφικὴ ἀρχαιοελληνικὴ σκέψη ὅλων τῶν  συστημάτων, ὅλων τῶν τάσεων καὶ ὅλων τῶν ἀποχρώσεων. Ἡ δημιουργία -αἰσθητὴ καὶ νοητή- προέρχεται ὄχι ἀπὸ τὴν ἀκατάληπτη οὐσία τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ παράγεται ὡς μία ὀντολογικὰ ἀνόμοια οὐσία σὲ σχέση μὲ τὴ θεία οὐσία μόνο μὲ τὸ θεῖο πρόσταγμα, τὴ βουλὴ καὶ ἐνέργεια τοῦ Tριαδικοῦ Θεοῦ. Ἑπομένως τίποτα δὲν μεσολαβεῖ μεταξὺ τοῦ Tριαδικοῦ Θεοῦ καὶ τῶν κτιστῶν, γενητῶν ὄντων, εἴτε αἰσθητὰ εἶναι αὐτά, εἴτε νοητά, εἴτε ἡ γῆ, εἴτε ὁ οὐρανός, εἴτε ὁ ἄνθρωπος, εἴτε οἱ ἀγγελικὲς δυνάμεις.

Ἔτσι τὸ σύμπαν ἀποειδωλοποιεῖται ἀπὸ κάθετι τὸ ἐνδιάμεσο, καί, καθὼς ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὶς ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ, ἀποκτᾶ καθαρότητα καὶ δυναμικὴ φορὰ πρὸς μία τελειοποιητική, ἀτελεύτητη, εὐθύγραμμη πορεία μὲ κέντρο καὶ ἀναφορικότητα τοῦ ἀνθρώπου τὸν Tριαδικὸ Θεό, ζωοδότη καὶ τελειοποιὸ πάσης κτίσεως εἰς αἰῶνας αἰώνων.

Ὁ σύμπας κόσμος, λοιπόν, ὅπως ἑρμηνεύεται μὲ τρόπο ρεαλιστικό, κυρίως ἀπὸ τὸν ἅγιο Bασίλειο στὶς ἑσπερινὲς Ὁμιλίες του στὸ βιβλίο τῆς Γενέσεως, τὸ πρῶτο τῆς Ἁγίας Γραφῆς, τὴ γνωστή μας Ἑξαήμερο, κολυμπάει στὴ φωτοδοσία τοῦ Θεοῦ, ἀρκεῖ νὰ βρίσκεται σὲ συνεχὴ σχέση μὲ τὸ χορηγὸ τῆς ζωοποιοῦ χάριτος, τοῦ ἀρχεγόνου φωτός.

Ἀκόμη καὶ τὸ γεγονὸς τῆς πτώσεως μὲ τρόπο εἰκονικὸ καὶ παραστατικό, κατὰ τὴ δεκτικότητα τῶν ἀνθρώπων τοῦ ἀρχαίου Ἰσραήλ, ἑρμηνεύει τὴν ἀποστασία τοῦ ἀνθρώπου, ὡς ἄρνηση τῶν ὁρίων τῆς κτιστότητός του, τῆς φύσεώς του. Kαὶ “καὶ ἔσεσθε ὡς θεοὶ γινώσκοντες καλὸν καὶ πονηρόν”[12], καταγράφει ὁ ἱερὸς συγγραφεύς τὸ λόγο τῆς ἀντίθεης δυνάμεως. Mὴ ἀποδεχόμενος ὁ ἄνθρωπος τὴ φυσική του ἐνεργειακὴ ἐξάρτηση ἀπὸ τὸ Θεό, ἐπιχειρεῖ νὰ τὸν ὑποκαταστήσει, καταλήγοντας σὲ μιὰ παρὰ φύση κατάσταση, σὲ κατάσταση δηλ. εἰδωλοποιήσεως τοῦ ἑαυτοῦ του καὶ ἐν συνεχεία τῶν κτιστῶν ὄντων. Ὁ ἄνθρωπος, κατὰ τὴν προφητικὴ παράδοση, ἡ ὁποία ἔγινε καὶ ἐκκλησιαστική, δημιουργεῖται ἀπὸ τὸ Θεό, χωρὶς νὰ ἐρωτηθεῖ· αὐτὸ εἶναι ἰσχυρὸ ράπισμα ἐναντίον ὅσων νομίζουν ὅτι ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ δυνατότητα ἐπιλογῆς. Ὅμως ἡ ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ ἔχει ἀπόλυτα θετικὸ χαρακτήρα· εἶναι δηλαδὴ ἡ φυσικὴ δύναμη καὶ ὁ πλοῦτος τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἀποδεχθεῖ τὰ κτιστὰ ὅριά του, τὴ φύση του καὶ νὰ προκόψει ἐπ᾽ ἀγαθῶ, ὥστε νὰ γίνει θεὸς χάριτι, δηλαδὴ ἐνεργειακὰ ἐξαρτώμενος ἀπὸ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, κατὰ τὴν ἐνεργειακή του φύση. Ἡ ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου παραμετρεῖται μὲ τὸ λόγο τῆς κτιστότητός του, μὲ τὸ λόγο τῆς σχετικότητος τῆς ὑπάρξεώς του.

Tόσο, ὅμως, μὲ τὴν ἑρμηνεία τῆς δημιουργίας ὅσο καὶ μὲ τὴν ἑρμηνεία γιὰ τὴν πτώση τοῦ ἀνθρώπου οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες δίνουν ἀπάντηση στὸ μεγάλο ἐρώτημα περὶ τῆς προελεύσεως τοῦ κακοῦ ποὺ παρατηρεῖται στὸν καθημερινὸ βίο καὶ τὴν ἱστορία, δηλαδὴ ἑρμηνεύουν τὴν ὕπαρξη τοῦ κακοῦ ὡς ἀποτυχία τῶν κτιστῶν ὄντων, τῶν σατανικῶν δυνάμεων καὶ τοῦ λογικοῦ ἀνθρώπου, νὰ οἰκειωθοῦν τὴ φωτοδοτικὴ χάρη τοῦ Θεοῦ. Tὸ κακὸ δηλαδὴ δὲν ὀφείλεται σὲ μία ἀρχὴ αὐθύπαρκτη καὶ παράλληλη μὲ τὸν Tριαδικὸ Θεό. Ἡ κοσμολογικὴ διαρχία τῆς φιλοσοφικῆς παραδόσεως αἴρεται σὲ ἀνθρωπολογικὰ πλαίσια, στὸ πλαίσιο τῆς σωτηρίας.

Σύμφωνα μὲ τὰ προλαληθέντα ἡ ἴδια ἡ δημιουργία εἶναι ἀποκάλυψη καὶ αὐτοφανέρωση τοῦ Θεοῦ, καθὼς ἡ δημιουργία φέρει τὰ ἴχνη τῆς παρουσίας, τῆς ἐνέργειας τοῦ Θεοῦ, στὴν ὁποία ἔχει καὶ τὸ λόγο καὶ τὸν τρόπο τῆς ὑπάρξεώς της ὁλόκληρη ἡ κτίση, ὁ αἰσθητὸς κόσμος, ὁ ἄνθρωπος καὶ οἱ ἄγγελοι. Η ἀποκάλυψη, λοιπόν, τοῦ Θεοῦ μὲ τὴ δημιουργία καὶ σὲ θετικὴ πάντα φορά, κόντρα στὸν ἐπαναστατημένο ἄνθρωπο, συνεχίζεται στοὺς Προφῆτες καὶ τοὺς Πατριάρχες τοῦ ἀρχαίου Ἰσραήλ μὲ τὶς θεοφάνειες τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ ἀσάρκως. Ὁ Ὤν, ὁ μεγάλης βουλῆς ἄγγελος, ὁ ἄγγελος τῆς φλεγόμενης Bάτου, ἡ Πέτρα τοῦ ὁράματος τοῦ Mωυσῆ, εἶναι τύποι καὶ προφητικὲς ὁράσεις τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Yἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ, τοῦ Kυρίου τῆς δόξης, δι᾽ οὗ τὰ πάντα ἐγένετο, ὅπως ὁμολογεῖται στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως. Kι οἱ Προφῆτες μὲ ρεαλισμὸ μεταφέρουν στὸν Ἰσραὴλ τὴ βουλὴ τοῦ Θεοῦ, σχεδὸν μὲ τὸν ἴδιο πάντα τρόπο, Tάδε λέγει Kύριος ὁ Θεός”.

Xωρὶς τὶς θεοφάνειες τῶν Ἁγίων τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης εἶναι ἀδύνατον νὰ γνωσθεῖ τὸ πρόσωπο τοῦ Xριστοῦ, ὅπως χωρὶς τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ τὸ δοξασμὸ τῆς Πεντηκοστῆς εἶναι ἀδύνατο νὰ γνωσθεῖ Πνευματικῶς ὁ Xριστός μέσα στὴν ἱστορία, καὶ νὰ διαφυλαχθεῖ τὸ ἱστορικὸ καὶ ὡς ἐκ τούτου τὸ οἰκουμενικὸ περιεχόμενο τῆς ζωῆς καὶ τῆς πίστεως τῆς Ἐκκλησίας σὲ ἕνα συνεχὴ σωτήριο ὑπομνηματισμὸ τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ, ποὺ περιλαμβάνει μέσα του τὴν κτίση καὶ τὴν ἱστορία, ἀναιρώντας τὰ διαμεσολαβητικὰ εἴδωλα, τὴν κάθε μορφῆς κατεξουσίαση καὶ τὶς σατανικὲς δυνάμεις, ποὺ δημιουργοῦν οἱ ἴδιοι οἱ ἄνθρωποι, γιὰ νὰ καταδυναστεύουν τοὺς συνανθρώπους τους καὶ νὰ ἰδιοποιοῦνται τὰ κοινὰ ἀγαθὰ τῆς δημιουργίας.

Πρόκειται γιὰ μία ἀνασύνθεση τῆς ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως ἀπὸ τὴ Γένεση μέχρι καὶ τὴν Ἀποκάλυψη, τὶς θεοφάνειες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, τὴν ἐνανθρώπηση, τὰ σωτήρια πάθη, τὸν ἀνακαινισμὸ τῆς κτίσεως καὶ τῆς ἱστορίας, ἀλλὰ καὶ τὴν ὅραση τοῦ ἐρχομένου Xριστοῦ τῆς Ἀποκαλύψεως.

Ἔτσι ἐξηγεῖται γιατὶ οἱ μεγάλοι Πατέρες Τρεῖς Ἱεράρχες οὐδέποτε ἀγνόησαν τὴ γνώση τῆς φύσης καὶ τῆς ἱστορίας, ἀπέρριψαν, ὅμως, τὴν εἰδολωποίηση τῆς κτιστῆς φύσης καὶ τῆς γνώσης της. Ἀπέρριψαν δηλαδὴ τὴ γνώση τοῦ φυσικοῦ καὶ τοῦ πολιτιστικοῦ ἐπιστητοῦ ὡς κριτηρίου γιὰ τὸν ἔλεγχο τῆς ἀλήθειας τῆς ἀποκαλύψεως τοῦ Θεοῦ. Γι᾽ αὐτὸ ὁ ἅγ. Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ὑποστηρίζοντας τὴ μελέτη τῆς ἀρχαιοελληνικῆς παραδόσεως, ποὺ οὐδόλως τὴ συνδέει μὲ τὴ μαρτυρία τῆς προφητικῆς καὶ ἀποστολικῆς καταγραφῆς, χαρακτηρίζει ὅσους τὴν καταπολεμοῦν ὄχι μόνο ἀμαθεῖς ἀλλὰ ἀνθρώπους ποὺ ἐμποδίζουν σκοπίμως τὴν καλλιέργεια τῶν γραμμάτων, γιὰ νὰ μποροῦν νὰ κρύβουν τὸ λιγότερο τὴ δική τους ἀμάθεια, Οὔκουν ἀτιμαστέον τὴν παίδευσιν, ὅτι τοῦτο δοκεῖ τισιν· ἀλλὰ σκαιοὺς καὶ ἀπαιδεύτους ὑποληπτέον τοὺς οὕτως ἔχοντας, οἳ βούλοιντ᾿ ἂν ἅπαντας εἶναι καθ᾿ ἑαυτούς, ἵν᾿ ἐν τῷ κοινῷ τὸ κατ᾿ αὐτοὺς κρύπτηται, καὶ τοὺς τῆς ἀπαιδευσίας ἐλέγχους διαδιδράσκωσιν[13].

Tὸν 4ο αἰ. οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες μὲ γνώση καὶ παιδεία ἀντιμετώπισαν ἐπιτυχῶς τὴν εἰδωλολατρία, τὴ συναϊδιότητα δηλ. Θεοῦ καὶ κόσμου, μὲ τὴ διαμεσολάβηση ὀντοτήτων καὶ μαγικῶν δρωμένων, καὶ τὴν κατεξουσίαση τῶν ἀνθρώπων ἀπὸ τὴν αὐτοκρατορικὴ ἐξουσία μὲ τὰ χίλια πρόσωπα, ἑρμηνεύοντας τὴν πίστη τῆς Ἐκκλησίας ὡς θεραπεία καὶ ἀνακαινισμὸ ἐν Xριστῶ κατὰ τὰ καθέκαστα τῆς κτίσης καὶ τῆς ἱστορίας μὲ θέαση τὸ μυστήριο τῆς θείας Οἰκονομίας ἀπὸ τὸ πρῶτο γενηθήτω τῆς δημιουργίας μέχρι τὸ Ω τῆς Ἀποκαλύψεως. Σ᾽ αὐτὸ τὸ οἰκουμενικὸ ἄνοιγμα ἡ ἐκκλησιαστικὴ πρόταση τῆς δημιουργίας τοῦ κόσμου πρόσφερε τὸ ὅραμα μιᾶς ἑνοποιημένης ἀποειδολωποιητικῆς ἑρμηνείας τοῦ κόσμου, ἄκρως ἀντιδιαμεσολαβητικῆς, καὶ μιᾶς ἀρχεγονικῆς ἰσοτιμίας ὅλων τῶν ἀνθρώπων, ἄκρως ἀντισυμβατικῆς καὶ ἐνταυτῶ οἰκουμενικῆς.

Στὶς μέρες μας, ποὺ τὸ θέμα τῆς κτίσης, ὡς περιβάλλοντος, ἀποκτᾶ πρωταρχικὴ σημασία ζωῆς γιὰ τὸν πλανήτη μας, ὡς οἰκοσύστημα τοῦ ἀνθρώπου καὶ ὅλων τῶν πλασμάτων τοῦ Θεοῦ, ἡ ἐμπλοκὴ τοῦ Οἰκουμενικοῦ μας Πατριάρχη Βαρθολομαίου, τοῦ πράσινου Πατριάρχη, στὰ σύγχρονα συμφραζόμενα τῆς οἰκολογίας, δὲν συνιστᾶ μόνο μία κοινωνικὴ εὐαισθησία, ἀλλὰ ἀποτελεῖ ἀνασύνθεση τῆς θεολογίας καὶ μία ἐξαιρετικὴ μαρτυρία γιὰ τὴ φροντίδα τῆς Ἐκκλησίας πρὸς τὸ σύμπαντα κόσμο, κατὰ τὸ οἰκουμενικὸ παράδειγμα τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν.



[1]Λόγ. 43, 23 PG 36, 528BC.

[2]. Ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, Λόγ. 29, 20 PG 36, 101C, “ὡς πρόβατον ἐπὶ σφαγὴν ἄγεται, ἀλλὰ ποιμαίνει τὸν Ἰσραήλ, νῦν δὲ καὶ πᾶσαν τὴν οἰκουμένην”. Ἐπίσης τοῦ ἰδίου, Λόγ. 30, 19 PG 36, 128BC, “ὁ δὲ Θεὸς ἢ τοῦ σώζειν ἢ ἐκδικήσεων ἢ εἰρήνης ἢ δικαιοσύνης ἢ Ἀβραaμ καὶ Ἰσαaκ καὶ Ἰακὼβ καὶ παντὸς Ἰσραὴλ τοῦ πνευματικοῦ καὶ ὁρῶντος Θεόν”.

[3]. Ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, Λόγ. 45, 7 PG 36, 632A, “Tοῦτο δὴ βουληθεὶς ὁ τεχνίτης ἐπιδείξασθαι Λόγος καὶ ζον ἓν ἐξ ἀμφοτέρων, ἀοράτου τε λέγω καὶ ὁρατῆς φύσεως, δημιουργεῖ τὸν ἄνθρωπον”.

[4]. Ἁγ. Bασιλείου, Kατὰ Eὐνομίου 3 PG 29, 660A. Πρβλ. ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, Λόγ. 34, 8 PG 36, 248ὶ - 249AB, Δύοδιαφορὰς ἐν τοῖς οὖσι γινώσκω τὰς ἀνωτάτωδεσποτείαν τε καὶ δουλείαν· οὐχ ἃς παρ᾿ ἡμῖν τυραννὶς ἔτεμεν πενία διέστησενἀλλ᾿ ἃς φύσιςδιώρισενεἴ τῳ φίλον οὕτω καλεῖνΤὸ γὰρ πρῶτονκαὶ ὑπὲρ τὴν φύσινΤούτων δὲ μὲν ποιητική τέ ἐστικαὶ ἀρχικὴκαὶ ἀκίνητος·  δὲπεποιημένηκαὶ ὑπὸ χεῖρακαὶ μεταπίπτουσαΚαὶ ἔτι συντομώτερον εἰπεῖν μὲν ὑπὲρ χρόνον δὲ ὑπὸ χρόνονΚαλεῖται δὲ  μὲνΘεὸςκαὶ ἐντρισὶ τοῖς μεγίστοις ἵσταταιαἰτίῳκαὶ δημιουργῷκαὶ τελειοποιῷ· τῷ Πατρὶ λέγωκαὶ τῷ Υἱῷκαὶ τῷ ἁγίῳ Πνεύματι μήτε οὕτως ἀλλήλωνἀπήρτηταιὡς φύσει τέμνεσθαι· μήτε οὕτως ἐστένωταιὡς εἰς ἑν πρόςωπον περιγράφεσθαι· τὸ μὲν γὰρ τῆς Ἀρειανῆς μανίαςτὸ δὲ τῆςΣαβελλιανικῆς ἀθεΐας ἐστίν· ἀλλ᾿ ἔστιτῶν μὲν πάντη διαιρετῶν ἑνικωτέρατῶν δὲ τελείως μοναδικῶν ἀφθονωτέρα δὲ μεθ᾿ ἡμῶν τέ ἐστικαὶκαλεῖται κτίσιςκἂν ἄλλα ἄλλων ὑπεραίρῃκατὰ τὴν ἀναλογίαν τῆς πρὸς Θεὸν ἐγγύτητος”.

[5]. Λόγ. 23, 3 PG 35, 1161CD, “Tριὰς ὡς ἀληθῶς ἡ Tριάς, ἀλελφοί. Tριὰς δέ, οὐ πραγμάτων ἀνίσων ἀπαρίθμησις... ἀλλ᾽ ἴσων καὶ ὁμοτίμων σύλληψις”.

[6]. Ὁ ἅγ. Γρηγόριος ὁ Θεολόγος χρησιμοποιεῖ τοὺς ὅρους δεσποτεία καὶ δουλεία, γιὰ νὰ δείξει τὴ σχέση ἐξαρτήσεως τοῦ ἀνθρώπου καὶ τῆς κτιστῆς δημιουργίας ἀπὸ τὸν ἄκτιστο Θεό, συγχρόνως δὲ ἐλέγχει τοὺς ἀρειανοὺς καὶ τοὺς πνευματομάχους ποὺ ὑποβίβαζαν τὸν Yἱὸ καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα στὴν τάξη τῶν κτιστῶν ὄντων, “καὶ κτίσμα γίνεται πονηρόν, εἰς δουλείαν κατάγων τὴν δεσποτείαν, καὶ μετὰ τῆς κτίσεως τιθεὶς τὴν ἄκτιστον φύσιν καὶ ὑπέρχρονον”Λόγ. 43, 30 PG 36, 537B. Πρβλ. Λόγ. 41 PG 36, 437AB, καὶ Λόγ. 39, 13 PG 36, 348D - 349B.

[7]Λόγ.  40 PG 36, 364AB.

[8]. Ἐπ᾽ αὐτοῦ βασίζεται ὁ σφόδρα ἀντιμανιχαϊκὸς προσανατολισμὸς ὅλων τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ἀκόμη καὶ τῶν μεγάλων ἀσκητῶν τῆς ἐρήμου. Ἐντέλει ἐδῶ βασίσθηκε σὲ συνδυασμὸ μὲ τὸν ἀνακαισμὸ τῆς δημιουργίας ἐν Xριστῶ ἡ εἰκονολογία καὶ ἡ ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας.

[9]. Ἀργότερα ὁ ἅγ. Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς θὰ ἀπαντήσει στὸν εἰκονοκλαστικὸ ἰδεαλισμὸ τῶν μανιχαίων λέγοντας ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ περιφρονήσει τὴν ὕλη, γιατὶ εἶναι ῖμπλεως θείας δυνάμεως καὶ χάριτος, “Σέβω οὖν τὴν ὕλην... ἀλλ᾽ ὡς θείας ἐνεργείας καὶ χάριτος ἔμπλεων”,Πρὸς τοὺς διαβάλλοντας τὰς ἁγίας εἰκόνας  γ΄, 2, 14, B. KOTTER, Die Schriften des Johannes von Damaskos 3, Contra imaginum calumniatores orationes tres (Patristische Texte und Studien 22), (De Gruyter) Berlin 1975, σ. 105, 17 - 20.

[10]. Ἰδίως τὸν 20ο αἰ. στὴ Δύση οἱ ἀσχολούμενοι μὲ τοὺς Πατέρες θεολόγοι ἐξαντλοῦν τὴν ρευνά τους σὲ μία λεπτομερὴ λεξικογραφικὴ ἀνάλυση τῆς ὁρολογίας τῶν Πατέρων καὶ ἐν συνεχεία προσπαθοῦν νὰ ἀνακαλύψουν ἐπιδράσεις πλατωνικές, ἀριστοτελικὲς ἢ στωϊκές. Συνήθως ὅμως χάνουν τὸ σκοπὸ καὶ τὴν ἐκκλησιαστικὴ προπτικὴ τοῦ λόγου τῶν ΠατέρωνΠ.χ. ἀναφέρω τρία κλασικὰ γιὰ τὴ διεθνὴ βιβλιογραφία ρθρα γιὰ τὸ ἐδῶ θέμα μαςτὰ ὁποα ὅμως εναι ποκαρδιωτικὰ γιὰ τὴν ἑρμηνεία τς ντάξεως τς κοσμολογίας τῶνKαππαδοκῶν Πατέρων στὴν οἰκοδομὴ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος. Bλ. H. A. WOLFSON, "Philosophical Implications of Arianism and Apollinarism", ἐν Dumbarton Oaks Papers 2 (1958), σσ. 5 - 28, B. OTIS, "Cappadocian Thought as a Coherent System ", ἐν DOP 12 (1958), σσ. 97 - 124, καὶ J. F. CALLAHAN, “Greek Philosophy and the Cappadocian Cosmology”, ἐν DOP 12 (1958), σσ. 29 - 57.

[11]. Bλ. Δ. Aθ. ΛIAΛIOY, Γρηγοριανὰ B΄, καὶ Σύμμικτα (Φιλοσοφικὴ καὶ Θεολογικὴ Bιβλιοθήκη 36), Θεσσαλονίκη 1998, σσ. 144 - 148.

[12]Γεν. 3, 5.

[13]Λόγ. 43.11 PG 36, 508B - 509A.

 


ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ, Ἀνάμνησις τῆς ἀπὸ τοῦ Παραδείσου τῆς τρυφῆς ἐξορίας τοῦ Πρωτοπλάστου Ἀδάμ, 22 Φεβρουαρίου 2026, (10/3/2019, (Αριθμ. 5Α)

 

Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ.

 

Α. 1. Η Κυριακή της Τυρινής, όπως και η εβδομάδα που προηγήθηκε, είναι μία ιδιαίτερη Κυριακή κατά την περίοδο του Τριωδίου, καθώς σηματοδοτεί την τελική προετοιμασία προ της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Πρόκειται για μια εβδομάδα μεθόρια. Έτσι, κατ᾽ αναλογία προς την πρώτη εβδομάδα των Νηστειών, ή εν είδει προδηλώσεώς της, την Τετάρτη και την Παρασκευή δεν τελείται Θεία Λειτουργία (κατ᾽ ουδένα τρόπο Προηγιασμένη), παρεκτός εάν συμπέσει μνήμη Αγίου, οπότε τελείται η Θεία Λειτουργία του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, και παραλείπεται η τάξη του Τριωδίου. Παράλληλα το Σάββατο επιτελείται η Μνήμη πάντων τῶν ἐν ἀσκήσει λαμψάντων Ἁγίων ἀνδρῶν τε καὶ γυναικῶν, ως υποδειγμάτων μετανοίας για την αρχόμενη άσκηση των χριστιανών κατά το επικείμενο στάδιο καθ᾽ οδόν προς το Πάσχα, αλλά και προς παρηγορία για τη μνεία της εξόδου του Πρωτόπλαστου Αδάμ από του Παραδείσου: «Τοῦ ἐν Ἐδὲμ Παραδείσου, δεῦτε ἴδωμεν ἄνθη ἀείζῳα, τὰ θεοβλαστούργητα, Πατέρων σπουδάσματα, ὧν ὑπάρχει μόνος γεωργὸς ὁ Κύριος», Κανών α´, Ὠδή ε´, ἦχος πλ. δ´, των Αγίων Πατέρων. Προς τούτοις, το Προφητικό Ανάγνωσμα στον Εσπερινό του Σαββάτου της Τυρινής, προερχόμενο από το όγδοο κεφάλαιο των Προφητειών του Προφήτη Ζαχαρία, έχει ως θέμα τη νηστεία, συνδεόμενη, όμως, με τη μέγιστη εορτή του εξιλασμού, των δέκα ημερών της μετανοίας των Εβραίων[1], εορτή στην οποία ο Προφήτης, που πρωταγωνίστησε μαζί με τον Προφήτη Αγγαίο στην ανοικοδόμηση του Ναού στα Ιεροσόλυμα μετά τη Βαβυλώνια αιχμαλωσία, εξαγγέλλει την είσοδο σ᾽ αυτήν πολλών λαών και πολλών εθνών και όχι μόνο του Ισραήλ, σπάζοντας την Ιουδαϊκή αποκλειστικότητα με την αυτοπτική πίστη ότι ο Κύριος Παντοκράτωρ θα είναι για όλα τα έθνη και τους λαούς[2]. [Γι᾽ αυτό στην Ερμηνεία του Συναξαρίου της σημερινής Κυριακής γίνεται λόγος για τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή ως «ἀποδεκατισμοῦ» όλου του ενιαυτού: «Ἰστέον δέ, ὡς ἀποδεκατισμός ἐστιν αὕτη ἡ ἁγία καὶ μεγάλη Τεσσαρακοστὴ τοῦ ὅλου ἐνιαυτοῦ· ἐπειδὴ γὰρ ἀπὸ ῥαθυμίας ἀεὶ νηστεύειν, καὶ τῶν κακῶν ἀργεῖν οὐχ αἱρούμεθα, ὥς τι θέρος ψυχῶν ταύτην οἱ Ἀπόστολοι, καὶ οἱ θεῖοι Πατέρες παρέδωκαν· ὡς ἄν, ὅσα διὰ τοῦ ἐνιαυτοῦ ὅλου ἄτοπα διεπραξάμεθα, νῦν συντριβόμενοι, καὶ διὰ νηστείας ταπεινούμενοι, ἀπαλείψωμεν, ἣν καὶ φυλάττειν ὀφείλομεν ἀκριβέστερον»]. Εξάλλου, αμέσως μετά, στο ένατο κεφάλαιο, εξαγγέλλεται η είσοδος του βασιλέως του Ισραήλ στα Ιεροσόλυμα πάνω σε γαϊδουράκι, που είναι η προφητική προδήλωση της Βαϊοφόρου: «Χαῖρε σφόδρα, θύγατερ Σιών· κήρυσσε, θύγατερ ῾Ιερουσαλήμ· ἰδοὺ ὁ βασιλεύς σου ἔρχεταί σοι, δίκαιος καὶ σῴζων αὐτός, πραῢς καὶ ἐπιβεβηκὼς ἐπὶ ὑποζύγιον καὶ πῶλον νέον», Ζαχ. θ´, 9, ενώ στο τελευταίο κεφάλαιο, το δέκατο τέταρτο, προεικονίζεται προφητικά με την εορτή της σκηνοπηγίας η Πεντηκοστή.

2. Στην ερμηνεία του Συναξαρίου της Κυριακής της Τυρινής, ήτοι της αναμνήσεως της εξορίας του Αδάμ από τον Παράδεισο, προβάλλεται, όπως στην αρχή του Τριωδίου, η ενότητα των θεοφανικών γεγονότων της Αποκαλύψεως του Υιού και Λόγου του Θεού από κτίσεως κόσμου μέχρι την Πεντηκοστή, ως συνόψιση του Μυστηρίου της Θείας Οικονομίας και επαναγωγή των πάντων στη βασιλεία των ουρανών, στον Παράδεισο της Εδέμ: «Πάντα οὖν ταῦτα οἱ Θεοφόροι Πατέρες παραστῆσαι βουλόμενοι διὰ τοῦ Τριῳδίου παντός, πρῶτα μέν, τὰ τῆς Παλαιᾶς προτιθέασιν· ὧν πρῶτον, δημιουργία, καὶ ἡ ἐκ τῆς τρυφῆς ἔκπτωσις τοῦ Ἀδάμ, ἧς ἀρτίως τὴν μνήμην ποιούμεθα, εἶτα καὶ τῶν λοιπῶν, διὰ τῶν Μωσαϊκῶν καὶ Προφητικῶν, καὶ πλέον τῶν Δαυϊτῶν λόγων, καί τινα τέως τῶν τῆς χάριτος ἐπιβάλλοντες[3]. Εἶτα κατὰ τάξιν, καὶ τὰ τῆς νέας Διαθήκης· ὧν πρῶτός ἐστιν ὁ Εὐαγγελισμός, οἰκονομίᾳ Θεοῦ ἀρρήτῳ, ἐν τῇ ἁγίᾳ Τεσσαρακοστῇ σχεδὸν ἀεὶ εὑρισκόμενος· διά τε Λαζάρου, καὶ τῶν Βαΐων, καὶ τῆς ἁγίας καὶ μεγάλης Ἑβδομάδος, τῶν ἱερῶν ἀναγινωσκομένων Εὐαγγελίων, αὐτῶν τε τῶν ἁγίων καὶ σωτηριωδῶν Παθῶν του Χριστοῦ κατὰ λεπτὸν ὑμνουμένων· εἶτα, καὶ τῆς Ἀναστάσεως, καὶ τῶν λοιπῶν, μέχρι τῆς καθόδου τοῦ Πνεύματος, τῶν ἱερῶν Πράξεων διαγορευουσῶν, ὅπως τὸ κήρυγμα γέγονε, καὶ τοὺς Ἁγίους πάντας συνήγαγεν».

 

Β. 1. Η συναγωγή των Αγίων αποτελεί το υπόβαθρο της ερμηνείας των γεγονότων της Προφητικής, Ευαγγελικής και Αποστολικής μαρτυρίας, όχι ως ενός θεωρητικού συστήματος ερμηνείας της ιστορίας και της πορείας του ανθρώπινου γένους αλλά ως συνεχούς πράξης, άσκησης για άρση όλων των αντιθέσεων, άρση της εναντίωσης προς το δοτήρα των κοινών αγαθών Θεό και των συνανθρώπων. Έτσι, στην υμνολογία της ημέρας κυριαρχεί η ερμηνεία της προπατορικής αποστασίας του Αδάμ και των απογόνων του, ως γύμνωσης και απομάκρυνσης από τη Δόξα του Θεού, σκοτισμού, δηλαδή, του νου και υποδούλωσης του ανθρώπου στα φθοροποιά πάθη και τους εμπαθείς λογισμούς, σε μία ενότητα ερμηνευόμενη η παράβαση των ορίων της κτιστότητος, η στέρηση του παραδείσου και οι μεταπατορικές συνέπειες στο ανθρώπινο γένος, που γεύεται πια μια εμπαθή ζωή ιδιοποιήσεως των κοινών αγαθών, ενώ η καταγραφόμενη στην υμνολογία Προφητική πράξη προσδίδει στη νηστεία την αντίστιξη προς την προπατορική παράβαση αλλά και την αναμονή της θεραπείας από τον ίδιο το Ζωοδότη Χριστό: «Ἀδὰμ τοῦ Παραδείσου διώκεται, τροφῆς μεταλαβὼν ὡς παρήκοος, Μωσῆς θεόπτης ἐχρημάτισε, νηστείᾳ τὰ ὄμματα, τῆς ψυχῆς καθηράμενος. Διὸ τοῦ Παραδείσου οἰκήτορες γενέσθαι ἐπιποθοῦντες, ἀπαλλαγῶμεν τῆς ἀλυσιτελοῦς τροφῆς, καὶ Θεὸν καθορᾷν ἐφιέμενοι, Μωσαϊκῶς τὴν τετράδα, τῆς δεκάδος νηστεύσωμενπροσευχῇ καὶ τῇ δεήσει, εἰλικρινῶς προσκαρτεροῦντες, κατευνάσωμεν τῆς ψυχῆς τὰ παθήματα, ἀποσοβήσωμεν τῆς σαρκὸς τὰ οἰδήματα, κοῦφοι πρὸς τὴν ἄνω πορείαν μετίωμεν, ὅπου αἱ τῶν Ἀγγέλων χορεῖαι, ἀσιγήτοις φωναῖς, τὴν ἀδιαίρετον ἀνυμνοῦσι Τριάδα, καθορᾷν τὸ ἀμήχανον κάλλος, καὶ δεσποτικόν. Ἐκεῖ ἀξίωσον ἡμᾶς, Υἱὲ Θεοῦ ζωοδότα, τοὺς ἐπὶ σοὶ πεποιθότας, συγχορεῦσαι ταῖς τῶν Ἀγγέλων στρατιαῖς, ταῖς τῆς τεκούσης σε Μητρὸς Χριστὲ πρεσβείαις, καὶ Ἀποστόλων, καὶ τῶν Μαρτύρων, καὶ πάντων τῶν Ἁγίων», Στιχηρό Ιδιόμελο του Τριωδίου, ἦχος πλ. α´. Σημειωτέον ότι η σαρανταήμερη νηστεία συνιστά παραπομπή στη σαρανταήμερη νηστεία του Μωϋσή και την επιγενόμενη σ᾽ αυτόν Θεοφάνεια και, ασφαλώς, στη σαρανταήμερη νηστεία του Χριστού, ο οποίος αναλαμβάνει το Μωσαϊκό νόμο ανακεφαλαιώνοντάς τον και αποκαλύπτεται ως ο ενανθρωπήσας πραγματικώς Υιός και Λόγος του Πατρός και Ζωοδότης του ανθρωπίνου γένους, που θεραπεύει, ως Νέος Αδάμ, την παράβαση του παλαιού.

2. Κατά ταύτα, επίσης το Αποστολικό και το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα συνιστούν μία ενότητα αλλά με διπλή στόχευση κατά τη διπλή σύσταση του ανθρώπου από αισθητό σώμα και λογική ψυχή. Έτσι, στο Αποστολικό Ανάγνωσμα ο Απόστολος Παύλος προτρέπει τους χριστιανούς να γρηγορούν, για να μην κυριεύονται από τους εμπαθείς λογισμούς, ιδίως της κατακρίσεως των συνανθρώπων τους, πράγμα που καταλύει την αδελφική σχέση των ανθρώπων και ενσπείρει τη διχοστασία και την έπαρση, που είναι σκοτισμός του νου και απομάκρυνση από τη χάρη και τη δόξα του Θεού. Η υπόμνηση ότι ο άνθρωπος δεν έχει καμία εξουσία στους συνανθρώπους του, και ότι όλοι έχουμε την ανάγκη από το έλεος και τη χάρη του Θεού, είναι μία ευθεία παραπομπή στην προπατορική αποστασία, αλλά συγχρόνως τούτο συνιστά και ένα διαρκές αίτημα μη υπερβάσεως των ορίων της κτιστότητός μας. Η υπέρβαση είναι πρώτα φθοροποιό πάθος του νου, εμπαθής λογισμός, που απαιτεί κάθαρση, ώστε να φωτισθεί ο νους, κινούμενος προς το Θεό, και να αντιληφθεί ο άνθρωπος ότι δεν υπερτερεί σε τίποτα από τους συνανθρώπους του, ή ότι οι αδελφοί του είναι όντως οι πραγματικοί οικέτες προς το Θεό, άρα και υπερτερούν έναντι αυτού. Μία τέτοια στάση Αγίων έχει καταγραφεί επανειλημμένα στη νηπτική παράδοση και τους βίους των Αγίων ασκητών, και γι᾽ αυτό η Εκκλησία θέτει τη μνήμη τους το Σάββατο της Τυρινής.

3. Τις μεταπατορικές συνέπειες της προπατορικής αποστασίας περιλαμβάνει ουσιαστικώς και το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα, στο οποίο ο Χριστός συνιστά την απαλλαγή από τους εμπαθείς λογισμούς που δημιουργούν την ανειλικρινή και υποκριτική διάθεση και συμπεριφορά, η οποία υποστηρίζεται μετά από τη θησαυρική παράχρηση και ιδιοποίηση των κοινών αγαθών. Η περικοπή προέρχεται από μία μεγάλη ενότητα, που ξεκινά από το πέμπτο κεφάλαιο του Κατά Ματθαίον Ευαγγελίου και περιλαμβάνει την Επί του Όρους Ομιλία, δηλαδή, τους Μακαρισμούς, την ανακεφαλαίωση του Μωσαϊκού Νόμου, τον έλεγχο της υποκριτικής και ναρκισσιστικής συμπεριφοράς, μία ευθεία αναφορά προς τους Φαρισαίους, την Κυριακή προσευχή με την κατακλείδα: «ὅτι σοῦ ἐστιν ἡ βασιλεία καὶ ἡ δύναμις καὶ ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας· ἀμήν», Ματθ. στ´, 13, και αμέσως μετά ακολουθεί η σημερινή Ευαγγελική περικοπή, κατά την οποία ο Χριστός ανατρέπει την κρατούσα Φαρισαϊκή αντίληψη περί της νηστείας κατά παράχρηση του Μωσαϊκού Νόμου, καθώς η νηστεία, όπως έχει ήδη σημειωθεί παραπάνω, ήταν συνυφασμένη με τη μετάνοια και, μάλιστα, όλου του Ισραήλ. Ο θησαυρισμός και ιδιοποίηση των κοινών αγαθών συνιστά πράξη άρσης της νηστείας, είναι πλησμονή, πέραν από την κατακυρίευση των συνανθρώπων με την υλική ισχύ, και, ασφαλώς, σ᾽ αυτήν την περίπτωση η όποια νηστεία είναι μία υποκριτική κίνηση. Νηστεία και θησαυρισμός είναι καταστάσεις εκ διαμέτρου αντίθετες, οπότε η μετάνοια ως σημείο της ελεύσεως της βασιλείας των ουρανών, κατά το κήρυγμα του Χριστού, ήταν έξω από τη λογική των φορέων της υποκρίσεως του Ισραήλ και κάθε ανθρώπινης κοινωνίας. Στην αρχή, λοιπόν, της Μεγάλης Τεσσαρακοστής στην Εκκλησία διαβάζεται η σημερινή Ευαγγελική περικοπή, για να αντιληφθούμε οι χριστιανοί ότι η νηστεία είναι η θύρα που οδηγεί στη μετάνοια, στην αρχή, δηλαδή, της εν Χριστώ ζωής και εν τη πορεία προς το Πάσχα κατά τα διαλαμβανόμενα στην Ερμηνεία του Συναξαρίου.

4. Σε ένα κόσμο φαρισαϊκής και ναρκισσιστικής υποκρίσεως της ισχύος και της καταδυναστεύσεως των ανθρώπων και των κοινωνιών, πολλές φορές μάλιστα με υποκριτικές διακηρύξεις από διεθνείς οργανώσεις και οργανισμούς και ρήτρες που ισχύουν εν πολλοίς μόνο για τους αδύνατους και τις φτωχές χώρες, ο λόγος της Εκκλησίας δεν μπορεί να είναι μία ωραιολογία μελλοντικής εκπλήρωσης, αγαπολογία και συναγελασμός με την εκμετάλλευση και τον απανθρωπισμό των αδυνάτων, γιατί οδηγεί στον απελπισμό των ανθρώπων, ενώ συνιστά άρνηση της ίδιας της διακονίας της Εκκλησίας, που είναι διακονία αληθείας και ζωής πρωτίστως για όλους τους ταπεινούς και κατατρεγμένους. Και επιπλέον, ο παράδεισος δεν είναι ένα μελλοντικό αγαθό αλλά ένα απολεσθέν, που ο νυν καιρός το επισπά, ή το χάνει διά παντός. Είναι ανάκληση το παρόν στάδιο και εγρήγορση, όχι καθησυχασμός με την ειδωλοποίηση του μέλλοντος, ή της άλλης ζωής, εν είδει θλιβερότατης υποκρίσεως. Ο Λόγος ενηνθρώπησε και αυτός είναι η πραγματικότητα της Εκκλησίας και το κοινό αγαθό, χωρίς καμία σύμβαση και συμβιβασμό διακρίσεων κατάχρησης της δημιουργίας του. Τα «ουαί» του Χριστού δεν αφορούσαν στη μετά θάνατο ζωή, αλλά στην παρούσα, γιατί το «νυν» συμπαρεκτείνεται. Και γι᾽ αυτό ξεσήκωσαν και την αγανάκτηση των Φαρισαίων... Εξάλλου, εάν αντιληφθούμε την εντολή του Χριστού: «19 Μὴ θησαυρίζετε ὑμῖν θησαυροὺς ἐπὶ τῆς γῆς, ὅπου σὴς καὶ βρῶσις ἀφανίζει, καὶ ὅπου κλέπται διορύσσουσιν καὶ κλέπτουσιν· 20 θησαυρίζετε δὲ ὑμῖν θησαυροὺς ἐν οὐρανῷ...» ως αφορώσα σε εμάς τους ιδίους και όχι απευθυνόμενη προς τους άλλους, τότε καμία θεωρία εσχατολογίας δεν ισχύει ενώπιον των ανθρώπων που βιώνουν την παντός είδους βία και ανέχεια στην παρούσα ζωή, κι όλες οι θεωρίες αναιρούνται από τη σκληρή πραγματικότητα της ιδιοτέλειας και της αρπαγής των κοινών επιούσιων πόρων της ζωής. Εν τέλει η πίστη στη βασιλεία του Θεού είναι κρίση επί της ίδιας της ζωής μας εδώ και τώρα συμπαρεκτεινόμενη!

 

Αποστολικό Ανάγνωσμα: Ρωμ. ιγ´, 11- ιδ´, 4: «1 Καὶ τοῦτο, εἰδότες τὸν καιρόν, ὅτι ὥρα ἡμᾶς ἤδη ἐξ ὕπνου ἐγερθῆναι· νῦν γὰρ ἐγγύτερον ἡμῶν ἡ σωτηρία ἢ ὅτε ἐπιστεύσαμεν. 12 ἡ νὺξ προέκοψεν, ἡ δὲ ἡμέρα ἤγγικεν. ἀποθώμεθα οὖν τὰ ἔργα τοῦ σκότους καὶ ἐνδυσώμεθα τὰ ὅπλα τοῦ φωτός. 13 ὡς ἐν ἡμέρᾳ εὐσχημόνως περιπατήσωμεν, μὴ κώμοις καὶ μέθαις, μὴ κοίταις καὶ ἀσελγείαις, μὴ ἔριδι καὶ ζήλῳ, 14 ἀλλ᾽ ἐνδύσασθε τὸν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, καὶ τῆς σαρκὸς πρόνοιαν μὴ ποιεῖσθε εἰς ἐπιθυμίας.- 1 Τὸν δὲ ἀσθενοῦντα τῇ πίστει προσλαμβάνεσθε, μὴ εἰς διακρίσεις διαλογισμῶν. 2 ὃς μὲν πιστεύει φαγεῖν πάντα, ὁ δὲ ἀσθενῶν λάχανα ἐσθίει. 3 ὁ ἐσθίων τὸν μὴ ἐσθίοντα μὴ ἐξουθενείτω, καὶ ὁ μὴ ἐσθίων τὸν ἐσθίοντα μὴ κρινέτω· ὁ Θεὸς γὰρ αὐτὸν προσελάβετο. 4 σὺ τίς εἶ ὁ κρίνων ἀλλότριον οἰκέτην; τῷ ἰδίῳ Κυρίῳ στήκει ἢ πίπτει· σταθήσεται δέ· δυνατὸς γάρ ἐστιν ὁ Θεὸς στῆσαι αὐτόν».

 

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: Ματθ. στ´, 14-21: «14 Ἐὰν γὰρ ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν, ἀφήσει καὶ ὑμῖν ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος· 15 ἐὰν δὲ μὴ ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν, οὐδὲ ὁ πατὴρ ὑμῶν ἀφήσει τὰ παραπτώματα ὑμῶν. 16 Ὅταν δὲ νηστεύητε, μὴ γίνεσθε ὥσπερ οἱ ὑποκριταὶ σκυθρωποί, ἀφανίζουσι γὰρ τὰ πρόσωπα αὐτῶν ὅπως φανῶσι τοῖς ἀνθρώποις νηστεύοντες· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ὅτι ἀπέχουσιν τὸν μισθὸν αὐτῶν. 17 σὺ δὲ νηστεύων ἄλειψαί σου τὴν κεφαλὴν καὶ τὸ πρόσωπόν σου νίψαι, 18 ὅπως μὴ φανῇς τοῖς ἀνθρώποις νηστεύων ἀλλὰ τῷ πατρί σου τῷ ἐν τῷ κρυπτῷ· καὶ ὁ πατήρ σου ὁ βλέπων ἐν τῷ κρυπτῷ ἀποδώσει σοι ἐν τῷ φανερῷ. 19 Μὴ θησαυρίζετε ὑμῖν θησαυροὺς ἐπὶ τῆς γῆς, ὅπου σὴς καὶ βρῶσις ἀφανίζει, καὶ ὅπου κλέπται διορύσσουσιν καὶ κλέπτουσιν· 20 θησαυρίζετε δὲ ὑμῖν θησαυροὺς ἐν οὐρανῷ, ὅπου οὔτε σὴς οὔτε βρῶσις ἀφανίζει, καὶ ὅπου κλέπται οὐ διορύσσουσιν οὐδὲ κλέπτουσιν· 21 ὅπου γάρ ἐστιν ὁ θησαυρὸς ὑμῶν, ἐκεῖ ἔσται καὶ ἡ καρδία ὑμῶν».



[1]. «Τάδε λέγει Κύριος παντοκράτωρ· νηστεία ἡ τετρὰς καὶ νηστεία ἡ πέμπτη καὶ νηστεία ἡ ἑβδόμη καὶ νηστεία ἡ δεκάτη ἔσονται τῷ οἴκῳ ᾿Ιούδα εἰς χαρὰν καὶ εὐφροσύνην καὶ εἰς ἑορτὰς ἀγαθάς, καὶ εὐφρανθήσεσθε, καὶ τὴν ἀλήθειαν καὶ τὴν εἰρήνην ἀγαπήσατε», Ζαχ. η´, 9.

[2]. «Καὶ ἥξουσι λαοὶ πολλοὶ καὶ ἔθνη πολλὰ ἐκζητῆσαι τὸ πρόσωπον Κυρίου παντοκράτορος ἐν ῾Ιερουσαλὴμ καὶ ἐξιλάσασθαι τὸ πρόσωπον Κυρίου. 23 τάδε λέγει Κύριος παντοκράτωρ· ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, ἐὰν ἐπιλάβωνται δέκα ἄνδρες ἐκ πασῶν τῶν γλωσσῶν τῶν ἐθνῶν καὶ ἐπιλάβωνται τοῦ κρασπέδου ἀνδρὸς ᾿Ιουδαίου λέγοντες· πορευσόμεθα μετὰ σοῦ, διότι ἀκηκόαμεν ὅτι ὁ Θεὸς μεθ᾿ ὑμῶν ἐστί», Ζαχ. η´, 22-23.

[3]. Η διατύπωση «καί τινα τέως τῶν τῆς χάριτος ἐπιβάλλοντες», προφανώς σχετίζεται με την εορτή της Μνήμης πάντων τῶν ἐν ἀσκήσει λαμψάντων Ἁγίων ἀνδρῶν τε καὶ γυναικῶν του Σαββάτου της Τυρινής.