HELLENOPHONIA

Κυριακή 26 Ιουλίου 2026

 

ΚΥΡΙΑΚΗ Θ´  ΜΑΤΘΑΙΟΥ, 2 Αυγούστου 2026 Ἀνακομιδὴ λειψάνου τοῦ Πρωτομάρτυρος καὶ Ἀποστόλου Στεφάνου, (9/8/2020) (29/7/2018), (Αριθμ. 31Να)

 

Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ.

 

Α. Φέτος η μνήμη της ανακομιδής του λειψάνου του Αγίου Πρωτομάρτυρος Στεφάνου συμπίπτει με την Θ´ Κυριακή Ματθαίου. Πρόκειται για την ανακομιδή του λειψάνου στην Κωνσταντινούπολη. Τα λεγόμενα περί ανακομιδής στα χρόνια του Μεγάλου Κωνσταντίνου, μάλλον δεν επιβεβαιώνονται από το περιεχόμενο του Κανόνος του Αγίου ούτε από τους Στίχους του Συναξαρίου της ημέρας: «Ἔχεις Σιὼν πάμπολλα θεῖα καὶ ξένα./ Νεκρὸν Στεφάνους δὸς πόλει Κωνσταντίνου./ Δευτερίῃ νέκυος Στεφάνου γένετ᾽ Ἀνακομιδήν». Είναι γνωστόν ότι η καταστροφή της Ιερουσαλήμ από τους Ρωμαίους, το 70 μ.Χ., σήμανε μία μακρά περίοδο αφανισμού της πόλης από την ιστορία. Επί Μεγάλου Κωνσταντίνου η πόλη ανοικοδομήθηκε και άρχισε να αναπτύσσεται εκκλησιαστικά. Ο Μέγας Κωνσταντίνος και η Αγία Ελένη συγκέντρωσαν και μετέφεραν για λόγους ασφαλείας τα καταπιστεύματα στην Κωνσταντινούπολη και τα κατέθεσαν στο Προφητείο, στο Ναό του Αγίου Ιερομάρτυρος Μωκίου στο Έβδομο, κοντά στη Μωκησία δεξαμενή και τα των Αγίων Αποστόλων στο Ναό των Δώδεκα Αποστόλων στο Τέταρτο. Ναό του Αγίου Στεφάνου στην Κωνσταντινούπολη συναντάμε κάτω από την Ακρόπολη του Πρώτου Λόφου, τον Άγιο Στέφανο το Μαγγανά, μεταξύ του τέρματος της οδού της Πύλης του Λέοντος και της Πύλης της Αγίας Βαρβάρας, πλησίον του Χριστού του Φιλανθρώπου. Η ανακομιδή σε μεταγενέστερους χρόνους, ίσως την περίοδο του Ηρακλείου, συνάδει με αυτήν την τοποθεσία, που αναπτύχθηκε με νέους Ναούς καταπιστευμάτων πολύ αργότερα και ασφαλώς μετά τον Ιουστινιανό. Μία τέτοια εξήγηση συντίθεται και με όλα τα καταπιστεύματα που αφορούσαν τη ζωή της Θεοτόκου και τις ανάλογες εορτές.

 

Β. Θεοφανικά είναι και τα Αναγνώσματα της σημερινής Κυριακής, τα οποία σε γενικές γραμμές πέφτουν στην περίοδο προ της Μεταμορφώσεως, ή και μετά. Στο Αποστολικό ανάγνωσμα τίθεται ως κέντρο ο Χριστός, ως Δημιουργός (σοφὸς ἀρχιτέκτων), ενώ οι χριστιανοί ονομάζονται «συνεργοί». Σημειώνω παρενθετικά ότι αυτή η λέξη εκπηγάζει από το γεγονός ότι ο άνθρωπος έχει δωρηθεί από το Θεό κατά τη δημιουργία του με το χάρισμα της προαιρέσεως, μιας ελευθερίας ευθύνης και καταφάσεως στην κοινή δημιουργία, συμμετοχής και προχωρήματος. Γι᾽ αυτό ο Απόστολος Παύλος καλεί τους χριστιανούς συνεργούς, γιατί ο Χριστός και η Εκκλησία δεν αναγκάζει κανέναν, «εἴ τις θέλει», οι τύραννοι, οι ειδωλικοί δυνάστες και οι κατεξουσιαστές του κόσμου εξαναγκάζουν, ή «ξεγελούν» τους ανθρώπους, μετερχόμενοι χίλια ψεύτικα πράγματα, ενδυόμενοι μύρια προσωπεία, τάζοντας χίλιες ψεύτικες ελπίδες στους αφελείς. Εξάλλου, αφού την περασμένη Κυριακή τους είχε «παρακαλέσει» να μην κομματιάζουν το κοινό σώμα, με τη σημερινή περικοπή τούς ξαναθυμίζει ότι έχουν ιδιαίτερη χάρη να είναι γεώργιο του Θεού (οι γεωργοί ξέρουν ότι όλα τους είναι κοινά, βρέχει για όλους, ή καίγονται τα σπαρτά όλων...) και ότι είναι οἰκοδομή, που όλα τα στοιχεία της οἰκοδομῆς είναι εξίσου χρήσιμα, όπως κι όλα τα διακονήματα της Εκκλησίας κι όποιου κοινού σώματος. Εξάλλου, ως Εβραίος ο Απόστολος Παύλος είχε μία βαθύτατη δομική πίστη ως προς τα κοινά αγαθά της δημιουργίας, αν λάβουμε υπόψη μας την ισχύ του Σαββαταίου έτους, δηλαδή του εβδόμου έτους καλλιέργειας ενός χωραφιού, κατά το οποίο έπρεπε να μείνει ακαλλιέργητο, σε πλήρη αγρανάπαυση, και ό,τι απέφερε ήταν για όλους, εργάτες, δούλους, ενδεείς, ανεξαρτήτως φυλής. Το αποκορύφωμα του Αποστολικού Αναγνώσματος είναι ο στίχος 16: «Οὐκ οἴδατε ὅτι ναὸς Θεοῦ ἐστε καὶ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ οἰκεῖ ἐν ὑμῖν;», όπου ο Απόστολος Παύλος επισημαίνει ότι οι χριστιανοί οφείλουν να γίνουν κατά χάρη ναοί του Αγίου Πνευματος, ό,τι είναι ο Χριστός κατά φύση, να γίνουν αυτοί κατά χάρη, Πνευματοφόροι, αυτό που αποκαλύπτει και ο Μεταμορφωθείς Χριστός, να γίνουν κατά χάρη άκτιστοι και ατελεύτητοι, όπως οι Άγιοι Προφήτες, Απόστολοι και Μάρτυρες, κατά την υμνολογία της σημερινής εορτής και ασφαλώς σύμφωνα και με τη νηπτική και φιλόκαλη παράδοση της Εκκλησίας του παλαιού και του νέου Ισραήλ των εθνών.

 

Γ. 1. Στην ίδια γραμμή της παράδειξης της θεότητος του Χριστού, ως προετοιμασίας των Μαθητών για την ομολογία της θεότητός του, είναι και το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα, το οποίο είναι συνέχεια του «ευχαριστιακού» Ευαγγελικού Αναγνώσματος της προηγούμενης Κυριακής, της «κλάσεως» του άρτου και του χορτασμού των πέντε χιλιάδων ανθρώπων. Μετά την απόλυση, το χαιρετισμό των ανθρώπων από το δείπνο, οι μαθητές μπαίνουν στο πλοίο, για να πάνε στην άλλη όχθη της λίμνης Τιβεριάδος, να ξαναπάνε στη Γεννησαρέτ, σαν «πρόδρομοι» κοντά στα μέρη του (ήδη ο Ιωάννης είχε θανατωθεί), απ᾽ όπου τον είχαν διώξει οι συμπατριώτες του. Αποσύρεται στο όρος «κατ᾽ ἰδίαν προσεύξασθαι» (πάλι ένας προχειρισμός της Μεταμορφώσεως), επιμένοντας στο γεγονός ότι είναι και τέλειος άνθρωπος και όχι φάντασμα, όπως σημειώνεται στη συνέχεια της περικοπής, επιτρέποντας, δηλαδή, να εκδηλωθεί, «δι᾽ ἡμᾶς», ως τέλειος άνθρωπος, που έχει, μάλιστα, ανάγκη προσευχής, αλλά συγχρόνως περπατά στα κύματα, σώζει τον ολιγοπιστούντα Πέτρο και κυριαρχεί επί του ανέμου, της κτίσης, ως Θεός.

2. Η φρασεολογία της περικοπής είναι άκρως σημαντική, γιατί ο Χριστός αποκαλύπτεται ενεργών ως Θεός, ταυτίζων εαυτόν ευθέως με τον αποκαλυφθέντα άσαρκο Λόγο στους Προφήτες, ότι είναι ο Ὤν, «Θαρσεῖτε, ἐγώ εἰμί· μὴ φοβεῖσθε», μία στιχομυθία που παραπέμπει στη στιχομυθία του Μωϋσέως με τον Άγγελο (άσαρκο Λόγο), τον εξερχόμενο από τη φλεγόμενη αλλά μη κατακαιόμενη βάτο. Εξάλλου, ότι δεν πρόκειται για μία τυπική φράση, αλλά για ευθεία παραπομπή στην πίστη Αβραάμ και Ισαάκ και Ιακώβ, επιβεβαιώνεται από την εναγώνια έκφραση του Πέτρου: «Κύριε, εἰ σὺ εἶ», που είναι επίσης ευθεία παραπομπή στην πρώτη εντολή του Δεκαλόγου του Μωϋσέως. Και πάλι η ομολογία της θεότητος του Χριστού προέρχεται από τους ανώνυμους επιβάτες του πλοίου: «οἱ δὲ ἐν τῷ πλοίῳ ἐλθόντες προσεκύνησαν αὐτῷ λέγοντες· Ἀληθῶς Θεοῦ υἱὸς εἶ». Στην Πατερική Γραμματεία ο όρος Υἱὸς Θεοῦ, αναφέρεται στον επαγγελλόμενο από τους Προφήτες και ἐν σαρκὶ ελευσόμενο Λόγο του Θεού, τον ένα και τον αυτόν.

3. Η υπόμνηση της προφητικής και αποστολικής μαρτυρίας δεν είναι μία θεωρητική κατασκευή, αλλά είναι η κατεξοχήν υπόμνηση της ενότητος παντός του γένους ανθρώπων και πάσης της κτίσεως, κάλεσμα για να καταυγασθούν όλα τα όντα, ολόκληρη η ανθρώπινη ιστορία και τα έσχατα από τον ανακαινισμό του Λόγου του Θεού, που προχειρίζεται με τη Μεταμόρφωσή του, παραδεικνύοντας τη θεότητά του με όλες τις θεοσημίες σ᾽ όλους τους ανθρώπους, στον «όχλο».

 

Αποστολικό Ανάγνωσμα: Α´ Κορ. γ´, 9-17: «9 Θεοῦ γάρ ἐσμεν συνεργοί· Θεοῦ γεώργιον, Θεοῦ οἰκοδομή ἐστε. 10 Κατὰ τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ τὴν δοθεῖσάν μοι ὡς σοφὸς ἀρχιτέκτων θεμέλιον τέθεικα, ἄλλος δὲ ἐποικοδομεῖ· ἕκαστος δὲ βλεπέτω πῶς ἐποικοδομεῖ· 11 θεμέλιον γὰρ ἄλλον οὐδεὶς δύναται θεῖναι παρὰ τὸν κείμενον, ὅς ἐστιν Ἰησοῦς Χριστός. 12 εἰ δέ τις ἐποικοδομεῖ ἐπὶ τὸν θεμέλιον τοῦτον χρυσόν, ἄργυρον, λίθους τιμίους, ξύλα, χόρτον, καλάμην, 13 ἑκάστου τὸ ἔργον φανερὸν γενήσεται· ἡ γὰρ ἡμέρα δηλώσει· ὅτι ἐν πυρὶ ἀποκαλύπτεται· καὶ ἑκάστου τὸ ἔργον ὁποῖόν ἐστι τὸ πῦρ δοκιμάσει. 14 εἴ τινος τὸ ἔργον μενεῖ ὃ ἐπῳκοδόμησε, μισθὸν λήψεται· 15 εἴ τινος τὸ ἔργον κατακαήσεται, ζημιωθήσεται, αὐτὸς δὲ σωθήσεται, οὕτως δὲ ὡς διὰ πυρός. 16 Οὐκ οἴδατε ὅτι ναὸς Θεοῦ ἐστε καὶ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ οἰκεῖ ἐν ὑμῖν; 17 εἴ τις τὸν ναὸν τοῦ Θεοῦ φθείρει, φθερεῖ τοῦτον ὁ Θεός· ὁ γὰρ ναὸς τοῦ Θεοῦ ἅγιός ἐστιν, οἵτινές ἐστε ὑμεῖς».

 

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: Ματθ. ιδ´, 22-34: «22 Καὶ εὐθέως ἠνάγκασεν ὁ Ἰησοῦς τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ ἐμβῆναι εἰς τὸ πλοῖον καὶ προάγειν αὐτὸν εἰς τὸ πέραν, ἕως οὗ ἀπολύσῃ τοὺς ὄχλους. 23 καὶ ἀπολύσας τοὺς ὄχλους ἀνέβη εἰς τὸ ὄρος κατ᾽ ἰδίαν προσεύξασθαι. ὀψίας δὲ γενομένης μόνος ἦν ἐκεῖ. 24 τὸ δὲ πλοῖον ἤδη μέσον τῆς θαλάσσης ἦν, βασανιζόμενον ὑπὸ τῶν κυμάτων· ἦν γὰρ ἐναντίος ὁ ἄνεμος. 25 τετάρτῃ δὲ φυλακῇ τῆς νυκτὸς ἀπῆλθε πρὸς αὐτοὺς ὁ Ἰησοῦς περιπατῶν ἐπὶ τῆς θαλάσσης. 26 καὶ ἰδόντες αὐτὸν οἱ δὲ μαθηταὶ ἐπὶ τὴν θάλασσαν περιπατοῦντα ἐταράχθησαν λέγοντες ὅτι φάντασμά ἐστι, καὶ ἀπὸ τοῦ φόβου ἔκραξαν. 27 εὐθέως δὲ ἐλάλησεν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς λέγων· Θαρσεῖτε, ἐγώ εἰμι· μὴ φοβεῖσθε. 28 ἀποκριθεὶς δὲ αὐτῷ ὁ Πέτρος εἶπε· Κύριε, εἰ σὺ εἶ, κέλευσόν με πρὸς σὲ ἐλθεῖν ἐπὶ τὰ ὕδατα· 29 ὁ δὲ εἶπεν, Ἐλθέ. καὶ καταβὰς ἀπὸ τοῦ πλοίου ὁ Πέτρος περιεπάτησεν ἐπὶ τὰ ὕδατα ἐλθεῖν πρὸς τὸν Ἰησοῦν. 30 βλέπων δὲ τὸν ἄνεμον ἰσχυρὸν ἐφοβήθη, καὶ ἀρξάμενος καταποντίζεσθαι ἔκραξε λέγων· Κύριε, σῶσόν με. 31 εὐθέως δὲ ὁ Ἰησοῦς ἐκτείνας τὴν χεῖρα ἐπελάβετο αὐτοῦ καὶ λέγει αὐτῷ· Ὀλιγόπιστε! εἰς τί ἐδίστασας; 32 καὶ ἐμβάντων αὐτῶν εἰς τὸ πλοῖον ἐκόπασεν ὁ ἄνεμος. 33 οἱ δὲ ἐν τῷ πλοίῳ ἐλθόντες προσεκύνησαν αὐτῷ λέγοντες· Ἀληθῶς Θεοῦ υἱὸς εἶ. 34 Καὶ διαπεράσαντες ἦλθον εἰς τὴν γῆν Γεννησαρέτ».

Η´  ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΑΤΘΑΙΟΥ, 26 Ἰουλίου 2026, (26/7/2020), Μνήμη τῆς Ἁγίας Ὁσιομάρτυρος Παρασκευῆς (β´ αἰ.), Ἑρμολάου Ἱερομάρτυρος (305) καὶ τῶν σὺν αὐτῷ Ἑρμίππου καὶ Ἑρμοκράτους (Αριθμ. 28N2)

 

Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν


Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ.

 

A. 1. H Η´  Κυριακή Ματθαίου φέτος συμπίπτει με τον εορτασμό της μνήμης της Αγίας Παρασκευής, μιας Οσιομάρτυρος του δευτέρου αιώνος, μιας αγιακής μορφής από τις πρώτες της Εκκλησίας και του Ιερομάρτυρος Ερμολάου και των συν αυτώ, που μαρτύρησαν την εποχή του διωγμού του Διοκλητιανού. Επαναλαμβάνω και πάλι ότι όλος ο Ιούλιος είναι ένας μήνας μνήμης των πρώτων Αγίων Μαρτύρων. Πρόκειται ουσιαστικά για την περίοδο μετά την εορτή του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου και των Δώδεκα Αποστόλων, που η Εκκλησία ξαναεκδιπλώνει το μυστήριο της Θείας Οικονομίας και της σωτηρίας του παλαιού και του νέου Ισραήλ σε ένα συγχρονισμό των γεγονότων από κτίσεως κόσμου, αλλά και ώς της Όγδοης ημέρας του Πνευματικώς ορωμένου Λόγου. Κοινό χαρακτηριστικό όλων αυτών των Αγίων είναι η ομολογία του Ιησού Χριστού ως του αληθινού Θεού, που καθήρεσε τις δαιμονικές δυνάμεις του φαρισαϊκού και του ειδωλολατρικού κόσμου της εξουσιαστικής καταδυνάστευσης του ανθρώπινου γένους. Σχεδόν πάντα οι Άγιοι Μάρτυρες, άνδρες και γυναίκες, συγκρούονται με την αυτοκρατορική εξουσία, που χρησιμοποιούσε τη θρησκευτική εξουσία είτε του παλαιού Ισραήλ, είτε του εθνικού κόσμου, για την επιβολή της. Η Εκκλησία αναδύεται σ᾽ ένα κόσμο θρησκευτικού συγκρητισμού, ο οποίος είχε την προστασία της Ρωμαϊκής αυτοκρατορικής εξουσίας, οπότε και η σύγκρουση ήταν αναπόφευκτη.

 

2. Η Αθλοφόρος Οσιομάρτυς Παρασκευή ήταν γόνος εύπορης οικογένειας της Ρώμης, σε μία εποχή που η Ρώμη ήταν το κέντρο της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Το μαρτύριό της συνέβηκε επί Μάρκου Αυριλίου (161-180 μ.Χ), ενώ η υμνολογία της Εκκλησίας αποτυπώνει το περιστατικό με τον αυτοκράτορα Αντωνίνο (138-161), ο οποίος διέταξε να ριφθεί σε καζάνι με καυτό λάδι, καθώς δεν αρνιόταν την πίστη στο Χριστό. Το σώμα της Οσιομάρτυρος έμεινε ανέπαφο. Ο Αντωνίνος ο ίδιος πλησίασε να δει το ανεξήγητο θέαμα και έχασε την όραση. Και πάλι η Αγία τον θεράπευσε, πράγμα που είχε ως αποτέλεσμα να πάψει το διωγμό των χριστιανών, εξ ου και το προσωνύμιο Ευσεβής, και η προσφυγή των χριστιανών στην Αγία με την ιαματική της μεσιτεία. Το πρώτο Στιχηρό της Αγίας στον Εσπερινό αποτυπώνει ακριβώς το πρώτο μέρος αυτού του περιστατικού, ἦχος πλ. δ´: «Ὤ τοῦ παραδόξου θαύματος! Παρασκευὴ ἡ σοφή, Ἀντωνίνου τὸ φρύαγμα, ἀνδρικῶς κατέβαλες, προθύμως ἐναθλήσασα, καὶ τῶν βραβείων τῆς ἄνω κλήσεως, καὶ τῶν στεφάνων ἀξιωθεῖσα σεμνή, ὑπέρ τῶν δούλων σου, τῶν πιστῶς τιμώντων σε, μνείαν ποιοῦ, πάντοτε πρὸς Κύριον, ἐλεηθῆναι ἡμᾶς», ενώ το Απολυτίκιοκαι ιδίως το Κοντάκιο τη χαρίτωση της Αγίας με το ιαματικό χάρισμα, ἦχος δ´: «Τὸν ναόν σου πάνσεμνε, ὡς ἰατρεῖον ψυχικὸν εὑράμενοι, ἐν τούτῳ πάντες οἱ πιστοί, μεγαλοφώνως τιμῶμέν σε, Ὁσιομάρτυς Παρασκευὴ ἀοίδιμε».

 

3. Στην εποχή του Διοκλητιανού (284-305), και ιδιαίτερα την εποχή της Τετραρχίας, μεταφερόμαστε με το μαρτύριο του Ιερομάρτυρος Ερμολάου και των συν αυτώ στη Νικομήδεια της Βιθυνίας, η οποία ήταν η πρωτεύουσα της Τετραρχίας- έδρα του Διοκλητιανού. Ο Ερμόλαος ήταν ιερεύς, όπως και οι συν αυτώ Έρμιππος και Ερμοκράτης. Ο Κανόνας των Αγίων αποδίδει τα κύρια στοιχεία του βίου τους και του αύριο εορταζομένου Μεγαλομάρτυρος και Ιαματικού Παντελεήμονος. Ο Ερμόλαος υπήρξε ο πνευματικός πατέρας του Αγίου Παντελεήμονος, ο οποίος είχε εκπαιδευτεί στην Ιατρική. Κατά την περίοδο της Τετραρχίας, ίσως και λόγω του συγκρητιστικού πνεύματος που προώθησε η Τετραρχία, φαίνεται ότι υπάρχει μία ραγδαία ένταξη στην Εκκλησία και πολλών επιφανών μελών της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Η αλλαγή πολιτικής από το Διοκλητιανό μόνο εναντίον των χριστιανών, που τους είδε ως δημόσιο κίνδυνο, καθώς απέρριπταν συλλήβδην τον ειδωλολατρικό κόσμο, είχε ως αποτέλεσμα το μαρτύριο πολλών νέων προερχομένων από τις εύπορες τάξεις της Νικομήδειας, όπως ήταν ο Άγιος Παντελεήμονας αλλά και οι Μεγαλομάρτυρες Βαρβάρα, Κυριακή και Ιουλιανή. Ωστόσο, η χριστιανική πίστη είχε γίνει κτήμα της ευρύτερης κοινωνίας στο ανατολικό τμήμα της Αυτοκρατορίας και δεν αποτελούσε μόνο την παρηγορία των λαϊκών στρωμάτων. Την ανάδυση της νέας δυναμικής του πλήθους των πιστευόντων θα την αξιοποιήσει την επόμενη δεκαετία του διωγμού του Διοκλητιανού με ένα τρόπο πρωτόγνωρο ο Μέγας Κωνσταντίνος, μεταπλάθοντας τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία.

 

Β.1. α) Ως προς το σημερινό Αποστολικό Ανάγνωσμα: Έχουμε ήδη μιλήσει για το περιεχόμενο της Επιστολής Προς Γαλάτας. Υπενθυμίζω ότι αυτή η αποστολική εκκλησία βασανιζόταν από μία εσωτερική διάσταση των μελών της ανάλογα με την προέλευσή τους εξ Ιουδαίων και εξ εθνών, με τους εξ Ιουδαίων είτε να θεωρούν εαυτούς ανώτερους, αφού ήσαν ως προς το «κατά σάρκα» το αυτό με το Χριστό, αλλά κυρίως με τους Προφήτες και το Μωϋσή, είτε γιατί θεωρούσαν ατελείς τους εξ εθνών αδελφούς τους, καθώς δεν είχαν περάσει αυτοί από την εκπλήρωση των τυπικών διατάξεων και πρακτικών του Μωσαϊκού Νόμου, είτε γιατί ήθελαν, με προκάλυμμα τα παραπάνω, να επιβληθούν στην ίδια την οργάνωση της τοπικής εκκλησίας. Ο Απόστολος Παύλος, που ανήκει «κατά σάρκα» στον Ισραήλ, δομεί το κήρυγμα προς τους Γαλάτες με κέντρο την επαγγελία του Αβραάμ, που εκπληρώνεται στο πρόσωπο του Χριστού.

β) Η αναδρομή στον Πατριάρχη Αβραάμ, ο οποίος προηγείται χρονικά της παραδόσεως του Νόμου, του Μωϋσέως και όλων των μεταγενέστερων διατάξεων, που περιγράφονται στην Πεντάτευχο, είναι συγχρόνως αναγωγή όλων των ανθρώπων, και για την περίπτωση των Γαλατών όλων των πιστών αδιακρίτως, στα τέκνα του Αβραάμ, κατονομάζοντάς τους ως «κατ᾽ ἐπαγγελίαν» κληρονόμους, ότι, δηλαδή, οι Θεοφάνειες και υποσχέσεις του Θεού προς τον Αβραάμ αφορούν σε όλους που αποδέχονται την πίστη του Αβραάμ και, επομένως, η ενδιάμεση φάση του Μωσαϊκού Νόμου έχει προπαρακευαστικό χαρακτήρα για την αποδοχή του Χριστού ως του ενός και του αυτού Θεού του παλαιού και νέου Ισραήλ, όπου κυριαρχεί το ζεύγος επαγγελία πατριαρχική (οικουμενική)- πίστη στο Χριστό, και όχι το ζεύγος Νόμος- πίστη ως επιμέρους παιδαγωγική διαδικασία δεκτικότητας των νηπίων. Η υπέρβαση της ενδιάμεσης κατάστασης, που είναι ρήξη με την ιουδαϊκή αποκλειστικότητα και όχι με τις Προφητικές επαγγελίες, εκβάλλει στην ενότητα πάντων στο πρόσωπο του Χριστού. Η υπόμνηση του βαπτίσματος (κατά το «ὁμολογῶ ἓν βάπτισμα εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν» αργότερα στο Σύμβολο της Πίστεως) και η αποδοχή του κοινού ανακαινισμού παντός του ανθρωπίνου γένους ως κοινής δωρεάς του Ενανθρωπήσαντος και Σταυρωθέντος Υιού και Λόγου του Θεού Πατρός, αίρει όλες τις φυλετικές, κοινωνικές, ακόμη και τις βιολογικές διακρίσεις σε γυναίκα και άνδρα, καθώς η δωρούμενη υπό του Ενανθρωπήσαντος υιοθεσία συνιστά επάνοδο στην προπτωτική κατάσταση. Γι᾽ αυτό λέγεται ότι οι Θεοφάνειεςτου Ισραήλ εκβάλλουν και ανακεφαλαιώνονται στο Χριστό, ο οποίος συνέχει τα τρία αξιώματα του Ισραήλ, τον οποίο εισάγει στο Μυστικό Δείπνο ολοτελώς, βασιλεύς- δημιουργός, προφήτης/διδάσκαλος, (γι᾽ αυτό χρησιμοποιεί τις παραβολές) και ιερεύς/ θύτης και θύμα, προσφέρων, προσφερόμενος, δεχόμενος τη λογική θυσία, διαδιδόμενος, ορώμενος και μετεχόμενος Πνευματικώς υπό όλων των μελών της Εκκλησίας και ως κλήση προς πάν το ανθρώπινο.

γ) Ο Απόστολος Παύλος από την πλαστή αντίθεση Νόμος ή πίστη στο Χριστό των χριστιανών της εκκλησίας στη Γαλατία μεταβαίνει καταρχάς στο Σταυρωθέντα Χριστό και την ελευθερία που χάρισε με την ανάπλαση του ανθρώπινου γένους και ασφαλώς καλεί τους Γαλάτες χριστιανούς, να υπερβούν την αμαρτητική κατάσταση, στην οποία υπόκεινται όλοι οι άνθρωποι, κάνοντας ως ζωή τους τη ζωή του Χριστού, του Υιού του Θεού. Έτσι, από το επιμέρους μεταβαίνει ο Απόστολος Παύλος στο όλο του μυστηρίου της Θείας Οικονομίας, καλώντας τους Γαλάτες να αρνηθούν όλη τη μεταπατορική αμαρτητική κατάσταση και να συσσωματωθούν χάριτι, Πνευματικώς, στο Χριστό με συγκεκριμένη καρποφορία, την οποία περιγράφει στο πέμπτο κεφάλαιο με παράλληλη περιγραφή και των αποτελεσμάτων της μεταπατορικής αμαρτητικής κατάστασης και καταδυνάστευσης των ανθρώπων από τους εμπαθείς λογισμούς και τα αδελφοκτόνα έργα της ιδιοτέλειας.

2. Πρέπει να σημειώσουμε ότι αποστασία, απομάκρυνση από το φωτοδότη Θεό και η κυριαρχία από τους εμπαθείς λογισμούς είναι η μεταπατορική ασθένεια της νοσούσας ανθρώπινης φύσης, που παράγει αντίστοιχους καρπούς, όπως αντίθετα οι θεόπτες Πατριάρχες καταυγάζονται από τη χάρη και τη Δόξα του Θεού και παράγουν έργα δικαιοσύνης για όλο τον Ισραήλ και πέραν αυτού και ζουν εν οράσει την αναμονή της ανακεφαλαιώσεως του σύμπαντος κόσμου. Με τον ίδιο τρόπο στη νηπτική μας παράδοση και τη ζωή της Εκκλησίας η διαρκής θεραπεία προβάλλει την εξαγόρευση των εμπαθών λογισμών, που αποκόπτουν τον άνθρωπο από το κοινό σώμα, ώστε ο νους να αναπαύεται στην έμπρακτη πίστη, καθώς η σωτηρία δεν είναι ατομική υπόθεση, ούτε καν σχέση, γιατί τέτοιες καταστάσεις χαρακτηρίζουν τους εφήμερους οργανισμούς και τις όποιες ομάδες, παρά είναι η ενοείδεια νοός, που καταυγάζεται από τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. Πρόκειται για την ένταξη του ανθρώπου στο κοινό σώμα της Εκκλησίας, όπου κτίση και πορεία ως αναπαυμός νου και έργων μετά πάντων των Αγίων εκβάλλουν στα έσχατα της τελειώσεως.

3. Στο λόγο της Εκκλησίας περί παραιτήσεως από παντός νόμου και δικαιώματος, καθότι η αγάπη «οὐ ζητεῖ τὰ ἑαυτῆς», και αποκτήσεως χάριτι νουν Χριστού Εσταυρωμένου, με τη διαρκή αναφορά του ονόματος του Χριστού μονολογίστως, του Κυρίου της Δόξης, ο όποιος λόγος περί προσώπου και σχέσεων μοιάζει με κοινωνιολογική καρικατούρα και φιλοσοφικό μετεωρισμό, που μένει άνευ καρπών ως παραθεωρία, ή «τεχνολογία». Είναι ένας λόγος πειρασμικός έναντι του λόγου της Εκκλησίας που αγκαλιάζει το σύμπαντα κόσμο, κτίση, ιστορία και έσχατα και γι᾽ αυτό ο λόγος της Εκκλησίας είναι ένας λόγος οικουμενικής αγιοσύνης, επίκαιρος και ανοιχτός στον κάθε άνθρωπο εν τη πράξει, γιατί αίρει τις συμβάσεις του βίου και οδηγεί στην εγρήγορση και την αναμονή της Βασιλείας του Θεού ως παρούσας πραγματικότητας και ασφαλέστατα δεν έχει ουδεμία σχέση με την πειρασμική αγωνία της όποιας ιδιοτέλειας.

4. Εις επίρρωση των αμέσως ανωτέρω επισημαίνω το στίχο: «ὅσοι γὰρ εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθητε, Χριστὸν ἐνεδύσασθε», ο οποίος αποτελεί το ειδικό βαπτιστήριο Κοινωνικό μέχρι σήμερα, διά του οποίου διασώζεται η αρχαία βαπτιστήρια παράδοση της Εκκλησίας προ της καθιερώσεως του νηπιοβαπτισμού και οπωσδήποτε κατά την ακολουθήσασα μεταβατική περίοδο. Ανεξάρτητα από τη φρασεολογία που χρησιμοποιεί ο Απόστολος Παύλος, ειλημμένη από το πολιτιστικό περιβάλλον των λαών της Μεσογείου, αυτό που ενδιαφέρει τον Απόστολο είναι Χριστός και η κλήση να ενταχθούν Ισραήλ και έθνη στη Βασιλεία του Θεού, να αποδεχθούν την εν Χριστώ ανάπλαση, γενόμενοι υιοί και αδελφοί, να αποκτήσουν νουν Χριστοῦ, γιατί η μεταπατορική κατάσταση αφορά όλους ως τέκνα Αβραάμ «κατ᾽ επαγγελίαν». Η προπατορική αποστασία ήταν έκπτωση του νοός των πρωτοπλάστων, διάβρωση της βουλήσεως και ειδωλοποιήσεως του ανθρώπου, απώλεια της κατά το λόγο της δημιουργίας υιοθεσίας. Όθεν η δωρηθείσα ανάπλαση απευθύνεται προς πάντας ως ιατρεία, θεραπεία, είτε είναι δούλοι στους εμπαθείς λογισμούς της πλήρους γυμνότητος, είτε μιας κοινονικότητος μισθίων φόβου, ιδιοτέλειας και αποκλειστικότητος του Νόμου.

 

Γ. 1. Το σημερινό Ευαγγελικό Ανάγνωσμα έχει μία εξέχουσα θέση στις θεοσημίες του Χριστού, γιατί συνδέει τις Θεοφάνειες του άσαρκου Λόγου της Παλαιάς Διαθήκης με την ομολογία του αυτού και ένσαρκου. Συγχρόνως είναι ένα κείμενο που οι πάσης φύσεως κοινωνιστές το χρησιμοποίησαν υπέρ ή κατά της Εκκλησίας. Αν ήταν, όμως, να χορταίνει με άρτο ο Χριστός τον κόσμο, τότε αυτό θα ήταν έργο δυνάστη και κατεξουσιαστή και όχι του Θεού που καλεί τον άνθρωπο να ελευθερωθεί από τα δεινά της κατεξουσίασης και της απάτης, της ιδιοτέλειας και της κατάχρησης των συνανθρώπων και αυτής ταύτης της δημιουργίας του Θεού. Οι θεοσημίες, που ενεργεί ο Χριστός, είναι σημεία της φανέρωσης της θεότητάς του, ότι είναι αυτός ο ίδιος ο Θεός Αβραάμ, Ισαάκ και Ιακώβ, αυτός ο ίδιος Δημιουργός και ανακαινιστής του πεπτωκότος ανθρώπου, αυτός ο ίδιος που έστειλε μάνα εξ ουρανού, που έθρεψε τον Ηλία και την αλλόφυλη χήρα και το γιο της, που πολλαπλασίασε τους άρτους του Ελισαίου, και γι᾽ αυτό και η σημερινή θεοσημία είναι ένας προχειρισμός του ίδιου του Μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας.

2. Σύμφωνα, λοιπόν, με την Ευαγγελική διήγηση ο Χριστός, έχοντας ήδη εκλέξει τους Δώδεκα Μαθητές, περιήρχετο τις πόλεις διδάσκων με παραβολές, με παραδείγματα, δηλαδή, γιατί Μαθητές και λαός ήταν ακόμη νήπιοι, για τη βασιλεία των ουρανών και καθώς τέλειωσε το λόγο των παραβολών βρέθηκε στην πατρίδα του και δίδασκε στη συναγωγή, όπου πολλοί συμπατριώτες του «ἐσκανδαλίζοντο», γιατί δεν μπορούσαν να χωνέψουν ότι ο κατ᾽ αυτούς δικός τους άνθρωπος, που ήξεραν τη μάνα και τον πατέρα του και τα αδέλφια του θα ομιλούσε με θεϊκή εξουσία. Ο Ευαγγελιστής Ματθαίος σημειώνει ότι: «καὶ οὐκ ἐποίησεν ἐκεῖ δυνάμεις πολλὰς διὰ τὴν ἀπιστίαν αὐτῶν» (Ματθ. ιγ´, 58). Μεσολαβεί η αρχή του ιδ´ κεφαλαίου, όπου καταγράφεται ο αποκεφαλισμός του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, και ακολουθεί το σημερινό Ευαγγελικό Ανάγνωσμα, κατά το οποίο ο Χριστός που ακολουθείτο από ένα ανομοιογενές πλήθος, «ὄχλο» το ονομάζει ο Ευαγγελιστής Ματθαίος, θεραπεύει τους αρρώστους, που είχαν φέρει μαζί τους, και τους χορταίνει με τα πέντε ψωμιά και τα δύο ψάρια, που είχαν μαζί τους οι Μαθητές, ένας ακόμη προχειρισμός της Θείας Ευχαριστίας.

3. Πρώτα πρώτα να σημειώσουμε ότι οι θεοσημίες της θεραπείας των αρρώστων και του χορτασμού γίνονται σε ανοιχτό χώρο, χωρίς να ελεγχθεί ο όχλος, αν ήσαν Ιουδαίοι ή αλλόφυλοι, ή προσήλυτοι, γιατί το κήρυγμα του Χριστού, αυτό που απέρριψαν οι συμπατριώτες του στη Συναγωγή, όπως και η θεραπεία των αρρώστων, ως συνόψιση της θεραπείας της πεπτωκυίας μας φύσεως, αφορούν σε όλη την ανθρωπότητα, όπως το γνωρίζουμε στο ίδιο το Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, ως δυνάμει εκκλησιασμού όλης της δημιουργίας, που στο σημερινό Ευαγγελικό Ανάγνωσμα αντιστοιχεί στην κλάση του άρτου από το Χριστό, ως μία πρώτη γεύση του εκδιπλούμενου μυστηρίου της Θείας Οικονομίας!

 

Αποστολικό Ανάγνωσμα: Γαλ. γ´, 23- δ´, 5: «23 Πρὸ δὲ τοῦ ἐλθεῖν τὴν πίστιν ὑπὸ νόμον ἐφρουρούμεθασυγκλεκλεισμένοι εἰς τὴν μέλλουσαν πίστιν ἀποκαλυφθῆναι. 24 ὥστε ὁ νόμος παιδαγωγὸς ἡμῶν γέγονεν εἰς Χριστόν, ἵνα ἐκ πίστεως δικαιωθῶμεν· 25 ἐλθούσης δὲ τῆς πίστεως οὐκέτι ὑπὸ παιδαγωγόν ἐσμεν. 26 πάντες γὰρ υἱοὶ Θεοῦ ἐστε διὰ τῆς πίστεως ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ· 27 ὅσοι γὰρ εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθητε, Χριστὸν ἐνεδύσασθε. 28 οὐκ ἔνι Ἰουδαῖος οὐδὲ Ἕλλην, οὐκ ἔνι δοῦλος οὐδὲ ἐλεύθερος, οὐκ ἔνι ἄρσεν καὶ θῆλυ· πάντες γὰρ ὑμεῖς εἷς ἐστε ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ. 29 εἰ δὲ ὑμεῖς Χριστοῦ, ἄρα τοῦ Ἀβραὰμ σπέρμα ἐστὲ καὶ κατ᾽ ἐπαγγελίαν κληρονόμοι.- 1 Λέγω δέ, ἐφ᾽ ὅσον χρόνον ὁ κληρονόμος νήπιός ἐστιν, οὐδὲν διαφέρει δούλου, κύριος πάντων ὤν, 2 ἀλλὰ ὑπὸ ἐπιτρόπους ἐστὶ καὶ οἰκονόμους ἄχρι τῆς προθεσμίας τοῦ πατρός. 3 οὕτω καὶ ἡμεῖς, ὅτε ἦμεν νήπιοι, ὑπὸ τὰ στοιχεῖα τοῦ κόσμου ἦμεν δεδουλωμένοι· 4 ὅτε δὲ ἦλθε τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου, ἐξαπέστειλεν ὁ Θεὸς τὸν υἱὸν αὐτοῦ, γενόμενον ἐκ γυναικός, γενόμενον ὑπὸ νόμον, 5 ἵνα τοὺς ὑπὸ νόμον ἐξαγοράσῃ, ἵνα τὴν υἱοθεσίαν ἀπολάβωμεν».

 

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: Ματθ. ιδ´, 14-22: «14 Καὶ ἐξελθὼν εἶδε πολὺν ὄχλον, καὶ ἐσπλαγχνίσθη ἐπ᾽ αὐτοῖς καὶ ἐθεράπευσε τοὺς ἀρρώστους αὐτῶν. 15 ὀψίας δὲ γενομένης προσῆλθον αὐτῷ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ λέγοντες· Ἔρημός ἐστιν ὁ τόπος καὶ ἡ ὥρα ἤδη παρῆλθεν· ἀπόλυσον τοὺς ὄχλους, ἵνα ἀπελθόντες εἰς τὰς κώμας ἀγοράσωσιν ἑαυτοῖς βρώματα. 16 ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· Οὐ χρείαν ἔχουσιν ἀπελθεῖν· δότε αὐτοῖς ὑμεῖς φαγεῖν. 17 οἱ δὲ λέγουσιν αὐτῷ· Οὐκ ἔχομεν ὧδε εἰ μὴ πέντε ἄρτους καὶ δύο ἰχθύας. 18 ὁ δὲ εἶπε· Φέρετέ μοι αὐτοὺς ὧδε. 19 καὶ κελεύσας τοὺς ὄχλους ἀνακλιθῆναι ἐπὶ τοὺς χόρτους, λαβὼν τοὺς πέντε ἄρτους καὶ τοὺς δύο ἰχθύας, ἀναβλέψας εἰς τὸν οὐρανὸν εὐλόγησε, καὶ κλάσας ἔδωκε τοῖς μαθηταῖς τοὺς ἄρτους οἱ δὲ μαθηταὶ τοῖς ὄχλοις. 20 καὶ ἔφαγον πάντες καὶ ἐχορτάσθησαν, καὶ ἦραν τὸ περισσεῦον τῶν κλασμάτων δώδεκακοφίνους πλήρεις. 21 οἱ δὲ ἐσθίοντες ἦσαν ἄνδρες ὡσεὶ πεντακισχίλιοι χωρὶς γυναικῶν καὶ παιδίων. 22 Καὶ εὐθέως ἠνάγκασεν ὁ Ἰησοῦς τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ ἐμβῆναι εἰς τὸ πλοῖον καὶ προάγειν αὐτὸν εἰς τὸ πέραν, ἕως οὗ ἀπολύσῃ τοὺς ὄχλους».

Δευτέρα 20 Ιουλίου 2026

 Ἠλιοῦ Προφήτου, τοῦ Θεσβίτου (940 π. Χ.), 20 Ἰουλίου 2026 (20/7/2025) -(20/7/2023), (Αριθμ. 29Ν1)

 

Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ.

 

Α. 1. Ο μήνας Ιούλιος είναι ο μήνας των Αγίων Μεγαλομαρτύρων, ενώ η Εκκλησία, μετά την εορτή των Αγίων Δώδεκα Αποστόλων, εκδιπλώνει εορτολογικά το μυστήριο της φανέρωσης του Υιού και Λόγου του Θεού Πατρός στην ιστορία του κόσμου, στον παλαιό και το νέο Ισραήλ σε μία ενότητα, στην «οἰκουμένη»,κατά την υμνολογία των Κανόνων της σημερινής εορτής, έργα μεγάλων υμνογράφων, του Αγίου Γερμανού, Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, του Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού και του Αγίου Ιωσήφ του Υμνογράφου, μαθητή του Οσίου Γρηγορίου του Δεκαπολίτη. Ας σημειωθεί ότι οι Υμνογράφοι, που ερμηνεύουν πάντα την ενότητα του μυστηρίου της Θείας Οικονομίας, θεώνται παράλληλα την ενότητα του σύμπαντος κόσμου στους ανοιχτούς ορίζοντες παλαιού και νέου Ισραήλ, ένα στοιχείο της οραματικής προδρομικής θεάσεως των Αγίων Προφητών της Συναγωγής με καίρια αφομοίωση συγχρόνως της οικουμενικότητος της βυζαντινής βασιλείας ως χαρίσματος των πολιτών όλων των εθνών.

2. Κατὰ το Τυπικὸν τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας η σύναξη για την εορτή του Προφήτη Ηλία, με λιτανεία που ξεκινούσε από την Αγία Σοφία «ἕωθεν», γινόταν στο Προφητείο, «τῷ ὄντι ἐν τῷ Πετρίῳ», πιο πέρα από το Χριστό τον Ευεργέτη και την Παμμακάριστο, ενώ η «λαμπροτέρα» σύναξη γινόταν στη Νέα Βασιλική, δίπλα στο μεγάλο παλάτι, «τοῦ βασιλέως μετὰ τῆς συγκλήτου καὶ τοῦ πατριάρχου ἐκεῖσε ἀθροιζομένων».

3. Ας σημειώσω ότι ο Ισραήλ, η Συναγωγή, κρατά με γενναία αποφασιστικότητα ανά τους αιώνες την αρχή των προσηλύτων με ένταξή τους στις ανά τον κόσμο κοινότητές του, πράγμα που ενισχύει τη διείσδυση  στον κόσμο, ανανεώνει συνεχώς την κοινότητα σε επίπεδο οικογενειακής καταστάσεως και οικουμενικότητος και οράματος της συλλογικής μνήμης.

 

Β. Επειδή, λοιπόν, πορευόμεθα προς το γεγονός της Μεταμορφώσεως του Χριστού με την παράδειξη της θεότητός του, η Εκκλησία έρχεται με την εορτή του Προφήτη Ηλία, ως του νέου Μωϋσέως, να προβάλλει το δεύτερο πρόσωπο που εμφανίζεται κατά τη Μεταμόρφωση του Χριστού, ενώ συγχρόνως ο λαβών το διπλό χάρισμα, από το μη γευσάμενο θάνατο Ηλία, Ελισαίος είναι το πρόσωπο που δρα ως συνεχιστής του Προφήτη Ηλία και νέος Μωϋσής, που επίσης «Ἰορδάνου τὰ ῥεῖθρα ἐπέζευσε» (Εἰς τὴν Λιτήν, γ´ Στχηρό Ἰδιόμελο, ἦχος β´, και κατά το Γ´ Προφητικό Ανάγνωσμα της σημερινής εορτής), ο οποίος με τη δράση του, όπως και ο Ηλίας, θα προσπαθήσει να καταργήσει τους βασιλείς του Ισραήλ επαναφέροντάς τον στον αναμενόμενο μόνο βασιλέα Χριστό με θεοσημείες που σπάζουν την ιουδαϊκή αποκλειστικότητα, όπως στην περίπτωση της θεραπείας του σύρου ειδωλολάτρη Νεεμάν, και όπως και ο Ηλίας με τη Σαραφθία χήρα, σύμφωνα με το πρώτο Προφητικό Ανάγνωσμα. Μάλιστα δρα τη θεοσημεία της πάταξης των υδάτων του Ιορδάνη με το μισό της σχισμένης στα δύο μηλωτής του Προφήτη Ηλία κατά τη δεύτερη προσταγή. Ο Άγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος στη δεύτερη Ομιλία του Ἐν τῷ μαρτυρίῳ λέγει ότι το διπλό χάρισμα του προφήτου Ελισαίου είναι ότι η χάρη του Θεού επενεργούσε τόσο στον ίδιο όσο και με το ιμάτιό του, δηλαδή, τη μηλωτή, ενώ ο ίδιος ζήτησε από τον Ηλία «Γενηθήτω δὴ τὸ πνεῦμα τὸ ἐπὶ σοὶ δισσῶς ἐπ´᾽  ἐμέ».

 

Γ. Επαναλαμβάνω ότι με την εορτή του Προφήτη Ηλία μάς κατευθύνει η Εκκλησία προς την εορτή της Μεταμορφώσεως του Χριστού, και γι᾽ αυτό τίθεται υμνολογικά από σήμερα σε μία ενότητα η όραση Μωϋσέως και Ηλία, ως ακολούθως:

1. Κανών α´, ᾨδὴ ζ´, Ἦχος β', τροπάριο γ´: «Θεοφανείας ἠξίωσαι, καὶ προφητείας ὥσπερ ὁ μέγας Μωσῆς,προφήτας χρίων διὰ Πνεύματος, Ἠλιοὺ θεσπέσιε καὶ βασιλεῖς, καὶ τῆς δόξης ἐν Θαβώρ, Χριστοῦ θεατὴςγενόμενος βοᾷς· Εὐλογητὸς ὁ Θεὸς ὁ τῶν Πατέρων ἡμῶν».

2. Κανών β´, ᾨδὴ ζ´, Ἦχος πλ. δ´, τροπάριο β´: «Ἰδεῖν κατηξίωσαι, Θαβὼρ ἐν ὄρει, Θεοῦ τὸ πρόσωπον, ὃν δυσώπει Προφῆτα, τοῦ παραβλέψαι τὰς ἁμαρτίας μου, καὶ ἐν ἡμέρᾳ τῆς δίκης θεάσασθαι, ἀκαταγνώστῳ ψυχῇ, αὐτοῦ τὸ πρόσωπον».

3. Κανών α´, ᾨδὴ θ´ , Ἦχος β´, τροπάριο γ´: «Ἀποδεδειγμένος θεόπτης, ὁ Θεσβίτης σὺν Μωσῇ καθορᾷ, ἃ ὀφθαλμὸς οὐκ εἶδε, καὶ οὓς οὐκ ἤκουσε, καὶ ἀνθρώπων τῶν γηγενῶν, καρδία οὐ λελόγισται, σεσαρκωμένον Κύριον, ἐν τῷ Θαβὼρ τὸν παντοκράτορα».

4. Κανών α´, ᾨδὴ η´, Ἦχος β´, Θεοτοκίον: «Μύστην σε ἔδειξε Χριστός, ὡς ἁγνείας φυτουργὸν ὁ τῆς Παρθένου, ὑπέρθεος βλαστός, ἐν Θαβὼρ τῆς θείας σαρκώσεως, τῆς Θεότητος τὸ ἀκατάληπτον φῶς, ἐν τῇ αὐτοῦ σαρκὶ δεικνύς σοι κράζοντι· Τὸν Κύριον ὑμνεῖτε τὰ ἔργα, καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας».

 

Δ. 1. Στο Απολυτίκιο της εορτής ο Προφήτης Ηλίας ονομάζεται ἔνσαρκος ἄγγελος για την ένσαρκη μετάθεση στους ουρανούς, κρηπὶς τῶν Προφητῶν, αφού μετά την εξόντωση των ιερέων της ασεβείας του Βάαλ και την καταφυγή του στο όρος Χωρήβ, όπου και ο Μωϋσής έγινε έμπειρος της Θεοφάνειας του άσαρκου Λόγου εν τη φλεγομένη και μη κατακαιομένη βάτω, γίνεται έμπειρος της θεωρίας του Θεού για σαράντα μέρες, όπως και ο Μωϋσής πριν λάβει το Νόμο, ο οποίος παρέρχεται εμπρός του ως αύρα λεπτή, μία περιγραφή των αποτελεσμάτων της ενέργειας του Θεού αντίστοιχης των θεοπτών Πατέρων της ησυχαστικής παράδοσης αλλά και ολόκληρης της νηπτικής πράξης της Εκκλησίας, που βλέπει σε μία ενότητα τα γεγονότα των Θεοφανειών του προαιωνίου Λόγου του Θεού Πατρός στους Προφήτες ασάρκως και τους Απόστολους ενσάρκως. Αυτήν την ενότητα προφητικής και αποστολικής μαρτυρίας ερμηνεύει η Εκκλησία είτε με το Σύμβολο της πίστεως, είτε με τους Όρους και τις αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων, είτε με τις αποφάσεις των λεγομένων ησυχαστικών συνόδων του 14ου αι., γιατί ο Χριστός με τη γέννησή του δεν είναι ο «από μηχανής» Θεός, που βάζει σε σειρά την ηθική τάξη στον κόσμο, όπως μας τον παρουσιάζουν τα οργανωσιακά παράσιτα, που τον κάνουν ακόμα και κομματάρχη, αλλά είναι ο Παλαιός των ημερών, η αρχή, η μέση και το τέλος πάσης της κτίσης, και οι Θεοφάνειές του αφορούν σε όλη την ανθρωπότητα, όπως με τον Προφήτη Ηλία, του οποίου η θεοπτία αφορά όχι μόνο στα δύο βασίλεια του Ισραήλ και του Ιούδα αλλά και το βασίλειο της Συρίας.

2. Έτσι, μετά τη θεοπτία στο όρος Χωρήβ ο Ηλίας χρίει ως βασιλιά της Συρίας τον Αζαήλ, τον Ιού, ως βασιλιά στον Ισραήλ και τον Ελισαίο προφήτη (Γ´ Βασιλειῶν 19, 8-17), όπως ακούμε στο τέλος του δευτέρου Προφητικού Αναγνώσματος της εορτής, όπου ο μονώτατος Ηλίας (άσχετα που η διαπλοκή και η απάτη των πολλών που παρουσιάζεται ως η αλήθεια) έχει όραση του Θεού και συζητά μαζί του: «Καὶ ἰδοὺ ῥῆμα Κυρίου πρὸς αὐτόν, καὶ εἶπε· Τί σὺ ἐνταῦθα; Καὶ εἶπεν Ἠλιού· Ζηλῶν ἐζήλωσα τῷ Κυρίῳ παντοκράτορι, ὅτι ἐγκατέλιπον τὴν διαθήκην σου οἱ υἱοὶ Ἰσραήλ, τὰ θυσιαστήριά σου κατέσκαψαν καὶ τοὺς προφήτας σου ἀπέκτειναν ἐν ῥομφαίᾳ, καὶ ὑπολέλειμμαι ἐγὼ μονώτατος, καὶ ζητοῦσι τὴν ψυχήν μου λαβεῖν αὐτήν. Καὶ εἶπε Κύριος πρὸς αὐτόν· Πορεύου καὶ ἀνάστρεφε εἰς τὴν ὁδόν σου, καὶ ἥξεις εἰς ὁδὸν ἐρήμου Δαμασκοῦ, καὶ χρίσεις τὸν Ἐλισαιὲ υἱὸν Σαφάτ, ἀντὶ σοῦ, εἰς προφήτην». Ας θυμηθούμε εδώ και το θεόπτη Απόστολο Παύλο πορευόμενο προς Δαμασκό και δεχόμενο την κλήση από το Θεό.

3. Επανερχόμενη, λοιπόν, στο Απολυτίκιο της εορτής, ο Προφήτης Ηλίας ονομάζεται δεύτερος Πρόδρομος, γιατί είναι μάρτυρας της Θεοφάνειας της Μεταμορφώσεως του Χριστού, δηλαδή, της παράδειξης της θεότητάς του, όπως ο Ιωάννης κατά τη βάπτιση. Και γι᾽ αυτό λέμε ότι η προφητική και η αποστολική μαρτυρία και εμπειρία είναι μία και η αυτή, γιατί είναι η εμπειρία των αυτοπτών του Λόγου και όχι κάποιο ατομικό βίωμα πνευματικότητος σαν όλα τα «εμπειρικά» που διαβάζουμε στις μέρες μας.Εξάλλου, με τον όρο δεύτερος Πρόδρομος συνάδει η όλη εκδίπλωση του μυστηρίου της Θείας Οικονομίας, όπως την εκθέτει η Εκκλησία μας από την εορτή του Προφήτη και Προδρόμου Ιωάννη προς την εορτή της Μεταμορφώσεως, γιατί κέντρο της λειτουργικής πράξης της Εκκλησίας και της ερμηνευτικής των Αγίων Πατέρων της Πεντηκοστής είναι ο Λόγος του Θεού και ό,τι ενεργεί φιλανθρώπως «δι᾽ ημάς και διά την ημετέραν σωτηρίαν», κατά τη μαρτυρία των Προφητών και των Αποστόλων. Και, όταν αναφέρω το «δι᾽ ἡμᾶς» αυτό αφορά σ᾽ όλο τον κόσμο, σ᾽ όλο το ανθρώπινο γένος, κατά τη δεκτικότητα, βέβαια, εκάστου και όχι κατ᾽ εξαναγκασμό, γι᾽ αυτό ακούμε σήμερα στη Λιτή, στο πρώτο Στιχηρό Ἰδιόμελο, ἦχος α´: «Ἠλίας ὁ ζηλωτής, καὶ τῶν παθῶν αὐτοκράτωρ, ἀεροβάτης ἐδέρκετο σήμερον, τῆς παγκοσμίου μυητὴς σωτηρίας προχειριζόμενος».

 

Ε. Η ταυτότητα της θεωτικής εμπειρίας Προφητών και Αποστόλων είναι επίσης ένα από τα θέματα της νηπτικής παραδόσεως, που αποτέλεσε κεντρικό επιχείρημα των Ησυχαστών Πατέρων με κέντρο τον άκτιστο χαρακτήρα της χάριτος του Θεού, ως άκτιστης δωρεάς της φιλανθρωπίας και του ελέους του Θεού προς τον άνθρωπο, που σώζεται όχι γιατί το αξίζουμε αλλά από το έλεος του Θεού. Και επειδή ακούμε θεωρίες περί των ακτίστων ενεργειών, εμείς λέμε για την παρεχόμενη άκτιστη σωτηρία μας ως δωρεάς του υπέρ ημών φιλανθρωπεύσαντος Υιού και Λόγου του Θεού Πατρός. Εξάλλου, μία και η αυτή είναι η άκτιστη ενέργεια του Θεού στους Προφήτες, τους Αποστόλους και τους Αγίους, γι᾽ αυτό και στην ερμηνευτική της Εκκλησίας, Πατερική και υμνολογική, τα πύρινα άλογα, που άρπαξαν τον προφήτη Ηλία στους ουρανούς, είναι μία παραστατική εικόνα των ακτίστων ενεργειών του Θεού.

 

ΣΤ. 1. Σήμερα, λοιπόν, η Εκκλησία προβάλλει με το Αποστολικό Ανάγνωσμα το παράδειγμα του Ηλία, του ζώντος Προφήτη, που συνοψίζει την προφητική μαρτυρία και αναμονή του Ισραήλ τόσο έντονα που, όταν ο Χριστός ρώτησε τους μαθητές του για το ποιός θεωρείται από τους ανθρώπους, αυτοί του απάντησαν:«Ἰωάννην τὸν βαπτιστήν, καὶ ἄλλοι Ἠλίαν, ἄλλοι δὲ ἕνα τῶν προφητῶν» (Μάρκ. η´, 28). Το παράδειγμα του Ηλία προβάλλεται στο Αποστολικό Ανάγνωσμα ως παράδειγμα προσευχομένου ανθρώπου:«καὶ ἡ εὐχὴ τῆς πίστεως σώσει τὸν κάμνοντα», ενώ ο ίδιος ο Χριστός, μετά τους πειρασμούς, στην πρώτη παρουσία του στη Συναγωγή, όταν του δόθηκε το βιβλίο του Ησαΐα, όπως διαβάζουμε στην αρχή του τέταρτου κεφαλαίου, που προηγείται της σημερινής Ευαγγελικής περικοπής, παραδεικνύει τη θεότητά του, κι ενώ όλοι θαύμαζαν κι απορούσαν λέγοντες «Οὐχ οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς Ἰωσήφ;», όταν ανέφερε τα σχετικά με τον Ηλία και τον Ελισαίο για τις θεοσημείες σε αλλόφυλους, οι συμπατριώτες του τον πέταξαν έξω από τη Συναγωγή και τον έφτασαν μέχρι την παρυφή του βουνού, που ήταν κτισμένη η πόλη τους, «εἰς τὸ κατακρημνίσαι αὐτόν».

2. Κατά το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα οι συμπατριώτες του Χριστού και όχι απλώς οι Φαρισαίοι, μη όντες μέτοχοι της προφητικής μαρτυρίας και του οικουμενικού ανοίγματος των Προφητών και μάλιστα του κορυφαίου εξ αυτών Ηλία, όχι απλώς δεν αναγνώρισαν τη θεότητα του Χριστού, όσο κι αν είχαν ακούσει ότι έκανε θαύματα στην Καπερναούμ, αλλά θεώρησαν το Χριστό δημόσιο κίνδυνο απωλείας της μοναδικότητός τους, αφού μάλιστα δεν έκανε και θαύματα κατά παραγγελία τους, ενώ τους υπενθύμισε τις προφητικές θεοσημίες στους αλλόφυλους. Και όχι μόνο αυτό, τους υπενθύμησε ότι και ο Ελισαίος, ο οποίος ζήτησε από τον Ηλία να έχει διπλό το χάρισμά του, θεράπευσε από τη λέπρα το Σύρο Νεεμάν και όχι κάποιο Ισραηλίτη. Η αγανάκτησή τους έφτασε σε σημείο να θέλουν τον πετάξουν στο γκρεμό πάνω από το ύψωμα που ήταν κτισμένη η Ναζαρέτ. Γι᾽ αυτό στην υμνολογία ο όρος «οἰκουμένη» αποκτά τη σημασία της καθολικότητος της Εκκλησίας που ενοποιεί κτίση, ιστορία, χρόνο και ανθρωπότητα, μέχρις εσχάτου αιώνος.

 

 

Αποστολικό Ανάγνωσμα: (Του Προφήτη) Ἰακ. ε´, 10-20: «10 ὑπόδειγμα λάβετε, ἀδελφοί, τῆς κακοπαθείας καὶ τῆς μακροθυμίας τοὺς προφήτας, οἳ ἐλάλησαν τῷ ὀνόματι Κυρίου. 11 ἰδοὺ μακαρίζομεν τοὺς ὑπομένοντας· τὴν ὑπομονὴν Ἰὼβ ἠκούσατε, καὶ τὸ τέλος Κυρίου εἴδετε, ὅτι πολύσπλαγχνός ἐστιν ὁ Κύριος καὶ οἰκτίρμων. 12 Πρὸ πάντων δέ, ἀδελφοί μου, μὴ ὀμνύετε, μήτε τὸν οὐρανὸν μήτε τὴν γῆν μήτε ἄλλον τινὰ ὅρκον· ἤτω δὲ ὑμῶν τὸ ναὶ ναὶ, καὶ τὸ οὒ οὔ, ἵνα μὴ εἰς ὑποκρίσιν πέσητε. 13 Κακοπαθεῖ τις ἐν ὑμῖν; προσευχέσθω· εὐθυμεῖ τις; ψαλλέτω. 14 ἀσθενεῖ τις ἐν ὑμῖν; προσκαλεσάσθω τοὺς πρεσβυτέρους τῆς ἐκκλησίας, καὶ προσευξάσθωσαν ἐπ' αὐτὸν ἀλείψαντες αὐτὸν ἐλαίῳ ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Κυρίου· 15 καὶ ἡ εὐχὴ τῆς πίστεως σώσει τὸν κάμνοντα, καὶ ἐγερεῖ αὐτὸν ὁ Κύριος· κἂν ἁμαρτίας ᾖ πεποιηκώς, ἀφεθήσεται αὐτῷ. 16 ἐξομολογεῖσθε ἀλλήλοις τὰ παραπτώματα, καὶ εὔχεσθε ὑπὲρ ἀλλήλων, ὅπως ἰαθῆτε· πολὺ ἰσχύει δέησις δικαίου ἐνεργουμένη. 17 Ἠλίας ἄνθρωπος ἦν ὁμοιοπαθὴς ἡμῖν, καὶ προσευχῇ προσηύξατο τοῦ μὴ βρέξαι, καὶ οὐκ ἔβρεξεν ἐπὶ τῆς γῆς ἐνιαυτοὺς τρεῖς καὶ μῆνας ἕξ· 18 καὶ πάλιν προσηύξατο, καὶ ὁ οὐρανὸς ὑετὸν ἔδωκε καὶ ἡ γῆ ἐβλάστησε τὸν καρπὸν αὐτῆς. 19 Ἀδελφοί μου, ἐάν τις ἐν ὑμῖν πλανηθῇ ἀπὸ τῆς ἀληθείας, καὶ ἐπιστρέψῃ τις αὐτόν, 20 γινωσκέτω ὅτι ὁ ἐπιστρέψας ἁμαρτωλὸν ἐκ πλάνης ὁδοῦ αὐτοῦ σώσει ψυχὴν ἐκ θανάτου καὶ καλύψει πλῆθος ἁμαρτιῶν».

 

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: (Του Προφήτη, Παρασκευής Α´ εβδομάδος Λουκά) Λουκ. δ´, 22-30: «22 καὶ πάντες ἐμαρτύρουν αὐτῷ καὶ ἐθαύμαζον ἐπὶ τοῖς λόγοις τῆς χάριτος τοῖς ἐκπορευομένοις ἐκ τοῦ στόματος αὐτοῦ καὶ ἔλεγον· οὐχ οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς ᾿Ιωσήφ; 23 καὶ εἶπε πρὸς αὐτούς· πάντως ἐρεῖτέ μοι τὴν παραβολὴν ταύτην· ἰατρέ, θεράπευσον σεαυτόν· ὅσα ἠκούσαμεν γενόμενα ἐν τῇ Καπερναούμ, ποίησον καὶ ὧδε ἐν τῇ πατρίδι σου. 24 εἶπε δέ· ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι οὐδεὶς προφήτης δεκτός ἐστιν ἐν τῇ πατρίδι αὐτοῦ. 25 ἐπ᾿ ἀληθείας δὲ λέγω ὑμῖν, πολλαὶ χῆραι ἦσαν ἐν ταῖς ἡμέραις ᾿Ηλιοὺ ἐν τῷ ᾿Ισραήλ, ὅτε ἐκλείσθη ὁ οὐρανὸς ἐπὶ ἔτη τρία καὶ μῆνας ἕξ, ὡς ἐγένετο λιμὸς μέγας ἐπὶ πᾶσαν τὴν γῆν, 26 καὶ πρὸς οὐδεμίαν αὐτῶν ἐπέμφθη ᾿Ηλίας εἰ μὴ εἰς Σάρεπτα τῆς Σιδωνίας πρὸς γυναῖκα χήραν. 27 καὶ πολλοὶ λεπροὶ ἦσαν ἐπὶ ᾿Ελισαίου τοῦ προφήτου ἐν τῷ ᾿Ισραήλ, καὶ οὐδεὶς αὐτῶν ἐκαθαρίσθη εἰ μὴ Νεεμὰν ὁ Σύρος. 28 καὶ ἐπλήσθησαν πάντες θυμοῦ ἐν τῇ συναγωγῇ ἀκούοντες ταῦτα, 29 καὶ ἀναστάντες ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω τῆς πόλεως καὶ ἤγαγον αὐτὸν ἕως ὀφρύος τοῦ ὄρους, ἐφ᾿ οὗ ἡ πόλις αὐτῶν ᾠκοδόμητο, εἰς τὸ κατακρημνίσαι αὐτόν30 αὐτὸς δὲ διελθὼν διὰ μέσου αὐτῶν ἐπορεύετο».

Κυριακή 19 Ιουλίου 2026

 Κυριακή Ζ´, Μνήμη τῶν Ἁγίων καὶ Θεοφόρων Πατέρων τῆς ἐν Χαλκηδόνι Δ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (451) 19 Ιουλίου 2026, (Αριθμ. 27Ν1α)(13-7- 2025)- (19/7/ 2020)

 

Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ.

 

Α. 1. Την Κυριακή μεταξύ 13-19 Ιουλίου η Εκκλησία μας εορτάζει τη μνήμη των 630 Αγίων Πατέρων της Δ´ Οικουμενικής Συνόδου, που έγινε στη Χαλκηδόνα, όπου έχει την έδρα της και σήμερα η μεγαλύτερη Ιερά Μητρόπολη του Οικουμενικού Πατριαρχείου, μία από τις Γεροντικές Μητροπόλεις. Η ημερολογιακή σταθερότητα της εορτής για τη μνήμη των Αγίων Πατέρων της Δ´ Οικουμενικής Συνόδου σε συνδυασμό με την διακύμανση εορτασμού του Πάσχα και την ως εκ τούτου διακύμανση στην έναρξη αναγνώσεως του Κατά Ματθαίο Ευαγγελίου φέρει την εορτή να συμπίπτει φέτος με τη Ζ´ Κυριακή του Ματθαίου, διατηρώντας, όμως, το σταθερό Αποστολικό και Ευαγγελικό Ανάγνωσμα των Πατέρων, όπως και την υμνολογία της εορτής.

2. Την 19 Ιουλίου επίσης τιμάται η μνήμη δύο Οσίων του 4ου αιώνα, Της Οσίας Μακρίνας, της πρεσβύτερης αδελφής των Αγίων Μεγάλου Βασιλείου και Γρηγορίου Νύσσης και του Οσίου Δίου. Ο Όσιος Δίος κατήγετο από την Αντιόχεια και βρέθηκε στην Κωνσταντινούπολη επί Θεοδοσίου Α´, κατά την περίοδο της σύγκλησης της Β´ Οικουμενικής Συνόδου (381). Είναι μία περίοδος που η Εκκλησία ταλανίζεται από τις αντιτριαδικές αιρέσεις, ενώ και η Εκκλησία της Αντιοχείας, ήδη από το 330 είναι χωρισμένη σε δύο ομάδες. Είναι ένα εσωτερικό σχίσμα, το οποίο θα κρατήσει μέχρι περίπου το 480. Πάντως στη συνοδική διαδικασία της Β´ Οικουμενικής προσκλήθηκε και συμμετείχε ο Άγιος Μελέτιος. Οι δεσμοί μεταξύ Αντιόχειας και Κωνσταντινούπολης υπήρξαν ισχυροί. Δεν είναι τυχαίο ότι κληρικοί της Αντιόχειας έγιναν Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως. Αυτό εξηγείται και από τη διοικητική οργάνωση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, ιδίως κατά την περίοδο της Τετραρχίας, όσο και αν η περίοδος που ακολούθησε με το Μέγα Κωνσταντίνο και στο εξής σηματοδοτεί την ανάδυση της Κωνσταντινούπολης κατά τρόπο μοναδικό, όπως και την αναδυθείσα Ενδημούσα Σύνοδο, μία ισχυρότατη συνοδική έκφραση των παλαίφατων πατριαρχείων. Η Αντιόχεια υπήρξε μία από τις τέσσερεις αυτοκρατορικές πρωτεύουσες της Τετραρχίας και ισχυρό διοικητικό και στρατιωτικό κέντρο.

3. Για την Οσία Μακρίνα είναι αρκετά όσα μας έχει διασώσει ο αδελφός της Άγιος Γρηγόριος Νύσσης στο Λόγο του Εἰς τὸν βίον τῆς ὁσίας Μακρίνης. Από αυτό το έργο παραθέτω εν συνεχεία την κατακλείδα, γιατί μάς παρέχει τα κριτήρια ενός οσιακού βίου αλλά και την ενότητα της εμπειρίας των Αγίων της Εκκλησίας, είτε πρόκειται για Προφήτες, είτε για την Εκκλησία των εθνών«Οἱ γὰρ πολλοὶ τῶν ἀνθρώπων πρὸς τὰ ἑαυτῶν μέτρα τὸ πιστὸν ἐν τοῖς λεγομένοις κρίνουσι, τὸ δὲ ὑπερβαῖνον τὴν τοῦ ἀκούοντος δύναμιν ὡς ἔξω τῆς ἀληθείας ταῖς τοῦ ψεύδους ὑπονοίαις ὑβρίζουσι. ∆ιὸ παρίημι τὴν ἄπιστον ἐκείνην ἐν τῷ λιμῷ γεωργίαν, πῶς ἐκβαλλόμενος ὁ πρὸς τὴν χρείαν σῖτος οὐδεμίαν αἴσθησιν ἐποίει τῆς ὑφαιρέσεως, ἐν τῷ ὁμοίῳ διαμένων ὄγκῳ καὶ πρὶν διαδοθῆναι ταῖς τῶν αἰτούντων χρείαις καὶ μετὰ τοῦτο, καὶ ἄλλα τούτων παραδοξότερα, παθῶν ἰάσεις καὶ δαιμόνων καθάρσεις καὶ ἀψευδεῖς προρρήσεις τῶν ἐκβησομένων· ἃ πάντα τοῖς μὲν δι᾽ ἀκριβείας ἐγνωκόσιν ἀληθῆ εἶναι πιστεύεται, κἂν ὑπὲρ πίστιν ᾖ, ἐπὶ δὲ τῶν σαρκωδεστέρων ἔξω τοῦ ἐνδεχομένου νομίζεται, οἳ οὐκ ἴσασιν ὅτι "κατὰ τὴν ἀναλογίαν τῆς πίστεως" καὶ ἡ τῶν χαρισμάτων διανομὴ παραγίνεται, μικρὰ μὲν τοῖς ὀλιγοπιστοῦσι, μεγάλη δὲ τοῖς πολλὴν ἔχουσιν ἐν ἑαυτοῖς τὴν εὐρυχωρίαν τῆς πίστεως. Ὡς ἂν οὖν μὴ βλαβεῖεν οἱ ἀπιστότεροι ταῖς τοῦ θεοῦ δωρεαῖς ἀπιστοῦντες, τούτου ἕνεκεν καθεξῆς ἱστορεῖν περὶ τῶν ὑψηλοτέρων θαυμάτων παρῃτησάμην, ἀρκεῖν ἡγούμενος τοῖς εἰρημένοις περιγράψαι τὴν περὶ αὐτῆς ἱστορίαν».

4. Κατά το Τυπικὸν τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας την ενδεκάτη Ιουλίου ποιείται η «σύναξις τοῦ ὅρου τῆς πίστεως τῶν ἁγίων πατέρων τῶν ἐν Χαλκηδόνι, καὶ μνήμη τῆς ἁγίας μάρτυρος Εὐφημίας» στο προς τιμήν της Μαρτύριο «τῷ ὄντι ἐν τοῖς Ἀντιόχου, πλησίονν τῶν Λαύσου», δηλαδή κοντά στο Ιππόδρομο και δίπλα στο συγκρότημα των παλατίων. Το Μαρτύριο αυτό υπήρξε ως μία εκκλησία, μαζί με εκείνη του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, που λόγω της εγγύτητος με το συγκρότημα των παλατίων, στέγαζε αρκετές προσωρινές ακολουθίες, ιδίως κατά τη μεταφορά τιμίων λειψάνων στην Κωνσταντινούπολη. Στο Τυπικὸν τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας σημειώνεται, εξάλλου, ότι η ακολουθία γίνεται, όπως καταγράφεται κατά τη ιστ´ του μηνός Σεπτεμβρίου, οπότε εορτάζεται και η κύρια μνήμη της Μεγαλομάρτυρος Αγίας Ευφημίας.

 

Β. 1. α. Η σημερινή Κυριακή επιπλέον κείται ως συνέχεια της ΣΤ´  Κυριακής μετά το Άγιο Πάσχα, που είναι αφιερωμένη στη μνήμη των 318 Αγίων Πατέρων της Α´ Οικουμενικής Συνόδου, στην οποία συνεπινοείται και η Δευτέρα, γιατί ένα είναι το Σύμβολο της Πίστεως, η βαπτισματική ομολογία. Έρχεται, λοιπόν, σήμερα η Εκκλησία σχεδόν μετά από δύο μήνες και μάς υπενθυμίζει τη μνήμη των Αγίων Πατέρων της Χαλκηδόνος, όπου, όμως, υμνολογικά εντάσσει τους Πατέρες των τεσσάρων επόμενων Οικουμενικών Συνόδων, δηλαδή Γ´- ΣΤ και μαζί και την Πενθέκτη του 691-92, αφού στην υμνολογία της σημερινής εορτής ενσωματώνεται και ο πρώτος κανόνας της Πενθέκτης, με αναφορές σ᾽ όλους τους προηγούμενους αιρετικούς που παρέφθειραν την ερμηνεία του μυστηρίου της Ενανθρωπήσεως του Λόγου του Θεού, παρέφθειραν άμα τε το μυστήριο της Θείας Οικονομίας από κτίσεως κόσμου και τη φανέρωση του Λόγου στην ιστορία του παλαιού και του νέου Ισραήλ.

β. Ας σημειωθεί επιπλέον ότι κατά το Τυπικὸν τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας η μνήμη των 630 Αγίων Πατέρων της Δ´ Οικουμενικής Συνόδου (451), που ετελείτο στη Μεγάλη Εκκλησία, ήταν καθορισμένη για τη 16η Ιουλίου με τα ίδια Προφητικά Αναγνώσματα των Πατέρων της Α´ Οικουμενικής Συνόδου, ή όπως φέρεται συντόμως η εορτή ως των Πατέρων, ενώ κατά την «ἐπιοῦσα κυριακὴ» στη Μεγάλη Εκκλησία ετελείτο η μνήμη «τῶν ἁγίων πατέρων τῶν συνελθόντων κατὰ τοῦ δυσεβοῦς Σευήρου καὶ ἀναθεματισάντων αὐτόν τε καὶ τὰ αὐτοῦ βέβηλα καὶ ψυχοφθόρα γράμματα». Πρόκειται για τη Σύνοδο του 536 στην Κωνσταντινούπολη, που θα σημάνει την οριστική ρήξη των Ορθοδόξων του Όρου της Χαλκηδόνος από κάθε είδους μονοφυσιτική ερμηνεία των άρθρων του Συμβόλου της Πίστεως περί του τρόπου της ενανθρωπήσεως του Υιού και Λόγου και την αποπομπή του Σεβήρου Αντιοχείας από την Ορθόδοξη Εκκλησία. Σημειωτέον ότι η μνήμη των 165 Πατέρων στης Ε´ Οικουμενικής Συνόδου (553), κατά το Τυπικὸν τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας πάντα, ετελείτο την ίδια περίοδο, στις 25 Ιουλίου. Αυτές οι Σύνοδοι έχουν ως κέντρο τους το πρόσωπο του Χριστού. Επιπλέον, περί την εορτή του Γενεσίου της Θεοτόκου και της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού η Εκκλησία, με βάση το Τυπικὸν τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας, εορτάζει στις 9 Σεπτεμβρίου, μαζί με τη μνήμη των Αγίων Ιωακείμ και Άννης, τη μνήμη «τῶν ἁγίων πατέρων τῶν ἐν ᾽Εφέσῳ, συνόδῳ γ´, καὶ καθελόντων τὸν δυσσεβῆ Νεστόριον»(431). Ο εορτασμός αυτός ετελείτο στην περίφημη Παναγία των Χαλκοπρατείων, όπου και το σχετικό Προφητείο. Ασφαλώς ο δογματικός ορισμός της Γ´ Οικουμενικής Συνόδου στην Έφεσο, με την κυριαρχούσα παρουσία του Αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας, είναι η αποδοχή του όρου Θεοτόκος για την Παναγία, ένας όρος που απαντά στο έργο του Αγίου Αθανασίου. Ένα ενδιαφέρον στοιχείο συνοδικής και λειτουργικής σύνθεσης είναι τέλεση της μνήμης των Αγίων Πατέρων της ΣΤ´ Οικουμενικής Συνόδου (680-81) τη 15η Σεπτεμβρίου μαζί με τη μνήμη του Αγίου Ακακίου, επισκόπου Μελιτηνής, μία εορτή που μεταφερόταν: «Τελεῖται δὲ ἡ τούτων σύναξις ἐν τῇ Μεγάλῃ Ἐκκλησίᾳ, τῇ κυριακῇ μετὰ τὴν Ὕψωσιν». Στο σύγχρονο εορτολόγιο έχει ορισθεί η τέλεση της μνήμης της ΣΤ´ Οικουμενικής Συνόδου τη 14η Σεπτεμβρίου, μαζί με την Ύψωση του Τιμίου Σταυρού, οπότε ουσιαστικά μένει ανανεργής, ενώ η μνήμη του Αγίου Ακακίου τελείται τη 18η Απριλίου. Ωστοσο, η τέλεση της μνήμης ΣΤ´ Οικουμενικής Συνόδου και Αγίου Ακακίου Μελιτηνής, μπορεί να σηματοδοτούσε τις επίπονες διεργασίες που είχαν σημειωθεί κατά τη μεταχαλκηδόνια περίοδο με βάση την κειμενική παραγωγή του Αγίου Κυρίλλου κατά τη μεταεφέσια περίοδο και την προσπάθειά του να εξηγήσει τόσο τις τρεις Επιστολές του Προς Νεστόριο όσο και τις διαβουλεύσεις για την Έκθεση των Διαλλαγών του 433 και την προσπάθειά του να ερμηνεύσει το περιεχόμενο αυτού του σημαντικότατου κειμένου, προκειμένου να κρατηθεί η ενότητα της Εκκλησίας ως προς την τοπική εκκλησία της Αντιοχείας αλλά και ως προς συνοδοιπόρους, που ήσαν φορείς των ερμηνευτικών διατυπώσεων του Αγίου Αθανασίου και της ερμηνευτικής ενότητος Παλαιάς, κατά τους Εβδομήκοντα, και Καινής Διαθήκης. Ο Άγιος Ακάκιος υπήρξε σημαντικότατο πρόσωπο, επίσκοπος Μελιτηνής της Αρμενίας, πνευματικός πατέρας του Αγίου Ευθυμίου του Μεγάλου και εκ των υποστηρικτών του Αγίου Κυρίλλου στην Έφεσο. Προς Ακάκιο Μελιτηνής ο Άγιος Κύριλλος θα απευθύνει την πρώτη ερμηνευτική Επιστολή (Ὑπομνηστικόν) του για την Έκθεση των Διαλλαγών, όπως εν συνεχεία και δύο Ὑπομνηστικά Προς Σούκενσο, που μνημονεύονται παρακάτω, καθώς υπάρχει υπόμνηση στο β´ Κανόνα των Πατέρων. Φαίνεται ότι αυτές οι μεταεφέσιες επεξηγήσεις του Αγίου Κυρίλλου απετέλεσαν όχι μόνο μέρος των διατυπώσεων του Όρου της Χαλκηδόνος αλλά χρησιμοποιήθηκαν και στον κατά καιρούς διάλογο των Ορθοδόξων καθόλη τη διάρκεια της βυζαντινής περιόδου και ενσωματώθηκαν και στην υμνολογική και τη λειτουργική πράξη. Ο ξεχωριστός δρόμος που ακολούθησε τόσο η Αρμενική, όσο και οι λεγόμενες Αντιχαλκηδόνιες εκκλησίες, ήταν η αιτία να τεθούν στο περιθώριο από όλες τις πλευρές τα Υπομνηστικά του Αγίου Κυρίλλου και η μνήμη της ΣΤ´ Οικουμενικής Συνόδου, όπως και του Αγίου Μελετίου, κάτι που παραθεωρείται και από το σύγχρονο διάλογο μεταξύ Ορθοδόξων και Προχαλκηδονίων, καταλήγοντας σε τεχνητά κείμενα και Δηλώσεις, που δεν ανταποκρίνονται σε μία εμπειρία βαθύτατη της Εκκλησίας, που υπήρξε αγωνία αιώνων και αληθινή ανοιχτότητα έμπονης πίστεως και αγάπης με ισχυρότατα θεολογικά θεμέλια.

2. Πρέπει να σημειώσω ότι η Εκκλησία, μετά από σχεδόν τρεις μήνες, από τον εορτασμό της μνήμης των Αγίων Πατέρων της Χαλκηδόνος, την Κυριακή μεταξύ 11 και 17 Οκτωβρίου, προβάλλει τη μνήμη των 367 Αγίων Πατέρων, που είχαν συγκροτήσει την Ζ´ Οικουμενική Σύνοδο το 787, με το ίδιο Αποστολικό Ανάγνωσμα με σήμερα, μία εορτή που είναι η κατάφαση στη Θεία Ενανθρώπηση, και ομολογία της δυνατότητας του εξεικονισμού της μορφής του Χριστού, γιατί η Ενανθρώπησή του είναι πραγματικό γεγονός κι όχι κάτι θεωρητικό, διανοητικό, σαν τις θεωρίες των θεολόγων, που ζουν στις ουτοπίες τους, πολλές φορές και ερήμην της εκκλησιαστικής κοινότητος!

 

Γ. 1. Ήδη με το πρώτο Στιχηρό των Αγίων Πατέρων, του Εσπερινού, ἦχος πλ. β´, καταγράφεται συνοπτικά η πίστη στον Ενανθρωπήσαντα Λόγο κατά τις αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων Γ´- ΣΤ´ με ευθεία αναφορά στην αναίρεση του Νεστοριανισμού, Μονοφυσιτισμού, του Μονοενεργητισμού και του Μονοθελητισμού (δύο φύσεις, τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος) με δύο φυσικές ενέργειες, δύο θελήσεις, αλλά εἷς καὶ ὁ αὐτὸς ὁ ἀπερίγραπτος καὶ ἀνερμήνευτος Λόγος, προς τον οποίο αναπέμπεται η μία προσκύνηση μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα. Πρόκειται, ουσιαστικά για συνόψιση της πίστεως σύμφωνα με όλες τις Οικουμενικές Συνόδους, ομολογία της Αγίας Τριάδος και της φιλανθρώπου (δι᾽ ἡμᾶς) φανέρωσης του Λόγου: «Σὲ τὸν ἀπερίγραπτον, καὶ ἀνερμήνευτον Λόγον, σάρκα χρηματίσαντα, δι᾽ ἡμᾶς,φιλάνθρωπε, ἀνεκήρυξε τὸ σεπτὸν σύστημα, τῶν σοφῶν Πατέρων, Θεὸν τέλειον καὶ ἄνθρωπον, διπλοῦν ταῖς φύσεσι, καὶ ταῖς ἐνεργείαις ὑπάρχοντα, διπλοῦν καὶ ταῖς θελήσεσιν, ἕνα τὸν αὐτὸν καθ᾽ ὑπόστασιν· ὅθεν σὺν Πατρί τε, καὶ Πνεύματι γινώσκοντες Θεόν, ἕνα πιστῶς προσκυνοῦμέν σε, τούτους μακαρίζοντες». (Σημ. η διατύπωση «καθ᾽ ὑπόστασιν» σημαίνει το πραγματικώς, σύμφωνα με τις Επιστολές του Αγίου Κυρίλλου Προς Νεστόριο. Είναι μία διατύπωση που διατρέχει τη συνοδική πράξη της Εκκλησίας μέχρι τις Ησυχαστικές Συνόδους του 14ου αι.).

2. Η έκπληξη προέρχεται από το δεύτερο Στιχηρό, όπου κατονομάζονται οι αιρετικοί πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως (Πύρρος και Σέργιος), Ονώριος (Ρώμης) και Διόσκορος Αλεξανδρείας, μολονότι οι τρεις πρώτοι είναι μεταγενέστεροι της Συνόδου της Χαλκηδόνος και συνδέονται με την αίρεση του Μονοενεργητισμού και του Μονοθελητισμού (7ος αιώνας), την αίρεση που θεωρεί το Χριστό μόνο ως τέλειο Θεό και όχι και τέλειο άνθρωπο, πράγμα που σημαίνει με δυο λόγια ότι το ανθρώπινο (και συνοπτικά ολόκληρη η κτίση) δεν εισάγεται, με την Ανάληψη και την εκ δεξιών του Πατρός καθέδρα του Χριστού, στη ζωή της Αγίας Τριάδος, ότι τελικά η σωτηρία δεν είναι άκτιστη δωρεά και άκτιστη χάρη, αλλά προέρχεται μόνο από τη δική μας προσωπική ικάνωση και προσπάθεια, οφείλεται, δηλαδή, στη δική μας προσωπική «ηθική» πρόοδο, οπότε ο Θεός και η Εκκλησία υπάρχει, για να μας επιβραβεύει, γιατί το αξίζουμε...

3. Την τελική αντιμετώπιση όλων έκανε ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, ο οποίος ερμήνευσε με το έργο του Μυσταγωγία τη Θεία Λειτουργία, ως εκκλησιασμό ολόκληρης της Δημιουργίας, που είναι σα να κολυμπάει σύμπας ο κόσμος στη χάρη του Θεού, αφού ο Χριστός είναι αρχή (Δημιουργός), Μέση (άσαρκος και ένσαρκος) και τέλος (Πνευματικῶς ὁρώμενος καὶ μετεχόμενος νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων). Το δεύτερο Στιχηρό έχει ως εξής: «Πύρρον τε καὶ Σέργιον, καὶ τὸν Ὀνώριον ἅμα, Εὐτυχῆ Διόσκορον, καὶ δεινὸν Νεστόριον κατεστρέψατε, τῶν κρημνῶν ἔνδοξοι, τὸ Χριστοῦ ποίμνιον, ἑκατέρων διασώσαντες, διπλοῦν ταῖς φύσεσιν, ἵνα τὸν Χριστὸν καθ' ὑπόστασιν, λαμπρῶς ἀνακηρύξαντες, μόναις ἐνεργείαις δεικνύμενον· ὃν καὶ προσκυνοῦντες, ὡς ἄνθρωπον, καὶ τέλειον Θεόν, σὺν τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Πνεύματι, νῦν ὑμᾶς δοξάζομεν».

4. Το υμνολογικό αποκορύφωμα της εορτής είναι το τρίτο Στιχηρό, όπου ενσωματώνονται και οι ερμηνευτικές προτάσεις των ησυχαστών Πατέρων του 13ου-14ου αιώνα περί του ακτίστου των ενεργειών του Θεού, όχι για να το αναφέρουμε σαν ποιηματάκι και σύνθημα, όπως έχει γίνει ενπολλοίς, αλλά με βάση την ομολογία ότι η σωτηρία μας κι όλος ο βίος μας είναι δωρεά του Θεού, κι εμείς έχουμε να προσφέρουμε μόνο την αποτυχία μας, γι᾽ αυτό ζητούμε διαρκώς το έλεός του και τη χάρη του και την ευχή των Πατέρων μας και των Γερόντων μας και ουδέν έτερον. Ζητούμε από το Χριστό να μας κάνει κατά χάρη, ό,τι είναι ο ίδιος κατά φύση, κατά χάρη άκτιστους, δηλαδή, και ατελεύτητους, όπως το λένε συνεχώς κι οι καλόγεροί μας με τη μονολόγιστη ευχή, το Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με. Αυτά τα πέντε λόγια, συνεχώς, επειδή ο Χριστός έγινε άνθρωπος τέλειος, όπως όλοι μας έχουμε την ίδια ανθρώπινη φύση, αλλά «χωρίς ἁμαρτίας» ως Θεός. Το τρίτο, λοιπόν, Στιχηρό είναι ένα θεολογικό μεγαλούργημα, γιατί συνοψίζει την πίστη μας κατά τα παραπάνω εκτεθέντα, απονέμοντες τη δόξα και μόνο στο Χριστό: «Ἄκτιστον ἐκήρυξαν, οἱ θεοφόροι συμφώνως, τὴν θείαν ἐνέργειαν, καὶ τὴν θείαν θέλησιν τοῦ πτωχεύσαντος, τὸν ἐμὸν ἄνθρωπον, τῇ σαρκὶ νείμαντες, τὸ κτιστόν τῆς ἐνεργείας τε, καὶ τῆς θελήσεως, φύσεως φυγόντες τὴν σύγχυσιν, ἐμφρόνως οἱ μακάριοι, ὑποστατικήν τε διαίρεσιν, οὓς ἐν ἐτησίοις, τιμῶντες οἱ πιστοὶ ταῖς ἑορταῖς, Χριστὸν συμφώνως δοξάζομεν, τὸν αὐτοὺς δοξάσαντα».

5. Και, για να μην νομίζουν οι πιστοί ότι κάθε πρόσωπο της Αγίας Τριάδος ενεργεί με ξεχωριστή ενέργεια, με το τέταρτο Στιχηρό η Εκκλησία επανέρχεται στη βαπτισματική ομολογία, γιατί ό,τι ερμηνεύουν οι Άγιοι Πατέρες στις Συνόδους είναι η βαπτισματική ομολογία, όπως την ερμήνευσαν, εξάλλου, οι Πατέρες της Νικαίας- Κωνσταντινουπόλεως στο Σύμβολο της Πίστεως. Ερμηνεία έχουμε της μιας και της αυτής βαπτισματικής πίστης, δεν έχουμε ανάπτυξη και διαμόρφωση των δογμάτων, δεν έχουμε έννοιες και θεωρίες, αλλά ομολογία Πατρός και Υιού και Αγίου Πνεύματος (και ερμηνεία των γεγονότων της φανερώσεως του Θεού στον κόσμο), που ακούμε στην Εκκλησία και κάνουμε το Σταυρό μας όλοι, πλούσιοι και φτωχοί, γραμματιζούμενοι και αγράμματοι: «Τριάδα τὴν ἄκτιστον, οἱ θεοφόροι Πατέρες, Θεὸν ἕνα Κύριον, ὁμοφρόνως σήμερον ἀνεκήρυξαν, τὸ ἁπλοῦν ἅπασι, τῆς μιᾶς φύσεως, καταλλήλως ὑποδείξαντες, κοινῷ θελήματι, καὶ τῆς ἐνεργείας ἁπλότητι, ἄναρχον ἀτελεύτητον, τοῦτον διὰ πάντων γνωρίσαντες· ὅθεν ἀνυμνοῦμεν, αὐτοὺς ὡς Ἀποστόλων μιμητάς, καὶ τὸ ἐκείνων διδάξαντας, πάντας Εὐαγγέλιον».

6. Και ενώ, λοιπόν, στα Στιχηρά συνοψίζεται η έκθεση της πίστεως, με τους Κανόνες της εορτής η Εκκλησία κατονομάζει τις πηγές όλου του Όρου της Χαλκηδόνος και όχι των οκτώ στίχων του Όρου,επικεντρώνοντας στα κείμενα του Αγίου Κυρίλλου, δηλαδή, στα κείμενα της Τρίτης Οικουμενικής εν Εφέσω, αλλά και τις ερμηνευτικές του προτάσεις των Υπομνηστικών Προς Σούκενσον, δηλαδή τα Εφεσιανά και μεταδιαλλακτικά του κείμενα. Γι᾽ αυτό καμία μελέτη και γνώση συνοδική δεν μπορεί να είναι στέρεα άνευ της Τρίτης Οικουμενικής, χωρίς τις Επιστολές του Αγίου Κυρίλλου Προς Νεστόριο και την Έκθεση των Διαλλαγών μαζί με τα Υπομνηστικά Προς Σούκενσο. (Αυτός είναι ο Άγιος Κύριλλος της συνοδικής πράξης της Εκκλησίας μέχρις το 14ο αιώνα). Επιπλέον, στην υμνολογία γίνεται ευθεία αναφορά και της συμβολής του Πάπα Λέοντα με τον αποσταλέντα στη Σύνοδο Τόμο του.

 

(Παραθέτω και το σχετικό υμνολογικό υλικό: 

1.α. Δεύτερος Κανών τῶν Πατέρων β´, ᾨδὴ δ´, Ἦχος πλ. δ´, τροπάριο β´: «Μίαν εἰπών, φύσιν τοῦ Λόγου ἐπήγαγε, σαρκωθεῖσαν, φύσιν ἀνθρωπότητος, ἄνευ τροπῆς, ὅλως καὶ φυρμοῦ, ὁ Ἀλεξανδρέων, διδάσκαλός τε καὶ πρόεδρος, τρανῶς τάς δύο φύσεις, καὶ θελήσεις διδάσκων, τοὺς φρονεῖν ὀρθοδόξως ἐθέλοντας».

1.β. «Δύο Χριστοῦ, ἅπαντες φύσεις κηρύττομεν, ἀσυγχύτως, πᾶσαν τὴν δυσσέβειαν, τοῦ Εὐτυχοῦς, ἄρδην οἱ πιστοί, καὶ τοῦ Διοσκόρου, τοῦ ἄφρονος στηλιτεύοντες, ἑπόμενοι τῷ ὅρῳ, τῶν Ἁγίων Πατέρων, καὶ Κυρίλλου τοῦ θείου τοῖς ἔπεσι».

2. Κανών τῶν Πατέρων α´, ᾨδὴ ε´, Ἦχος α´, τροπάριο γ´: «Δῶρον θεῖον τὰς ἐκ Ῥώμης γραφὰς λογισάμενοι, ἐπ᾽ ἐκείναις εὐσεβείας τὸν πύργον ἐστήριξαν, οἱ σοφοὶ Διδάσκαλοι, διττὰς Χριστοῦ τὰς ἐνεργείας, ὡς καὶ τάς φύσεις κηρύξαντες».

3. Δεύτερος Κανών τῶν Πατέρων β´, ᾨδὴ ε´, Ἦχος πλ. δ´: τροπάριο γ´: «Τὸν Σεβῆρον καθεῖλεν ἡ τετάρτη Σύνοδος καὶ τὸν Διόσκορον, Χριστὸν βλασφημοῦντας, βεβαιοῦσα τὸν τόμον τοῦ Λέοντος, τοῦ Προέδρου Ῥώμης, πάνυ καλῶς τὰς δύο φύσεις, τοῦ Σωτῆρος ἀτμήτως ὁρίζοντα».

4. Δεύτερος Κανών τῶν Πατέρων β´, ᾨδὴ ς´, Ἦχος πλ. δ´, τροπάριο α´: «Αἱ δύο ἐπιστολαί, Κυρίλλου αἱ πρὸς τὸν Σούκενσον, ἀποσταλεῖσαι ποτέ, Ἑῴας τὸν πρόεδρον, ἐλέγχουσιν ἅπασαν τὴν Σεβήρου πλάνην, εὐσεβῶς Χριστὸν κηρύττουσαι»).

 

Δ. 1. To σημερινό Aποστολικό Ανάγνωσμα αποτελεί το τέλος της Προς Τίτον Επιστολής του Αποστόλου Παύλου. Πρόκειται, πραγματικώς, για τον Επίλογο, του οποίου ο νοηματικός πυρήνας του είναι η έκφραση της αρχής της περικοπής «Πιστός ὁ λόγος». Η Προς Τίτον είναι μία σύντομη προσωπική επιστολή τριών παραγράφων, όπου ο Απόστολος Παύλος επισημαίνει στον Τίτο να προσέξει τους ανθρώπους που η σκέψη τους είναι στο κέρδος: στ. 11 «αἰσχροῦ κέρδους χάριν» (κεφ. α´, 11) και στις παραχρήσεις του βίου, έχοντας κατά νουν ότι «11 Ἐπεφάνη γὰρ ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ ἡ σωτήριος πᾶσιν ἀνθρώποις, 12 παιδεύουσα ἡμᾶς ἵνα ἀρνησάμενοι τὴν ἀσέβειαν καὶ τὰς κοσμικὰς ἐπιθυμίας σωφρόνως καὶ δικαίως καὶ εὐσεβῶς ζήσωμεν ἐν τῷ νῦν αἰῶνι, 13 προσδεχόμενοι τὴν μακαρίαν ἐλπίδα καὶ ἐπιφάνειαν τῆς δόξης τοῦ μεγάλου Θεοῦ καὶ σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ» (κεφ. β´, 11-13). 

2. Υπενθυμίζει ο Απόστολος Παύλος ότι προ της κλήσεώς του από το Χριστό ήταν κι αυτός ένας άνθρωπος χωρίς ελπίδα και η μεταστροφή του δεν προέρχεται από το ότι τώρα έγινε ένας καλός και δίκαιος (δηλ. τηρεί το Νόμο) αλλά οφείλεται στο έλεος του Χριστού και την ένταξή του στην Εκκλησία. Να πώς το λέει αυτολεξεί ο Απόστολος: «3 Ἦμεν γάρ ποτε καὶ ἡμεῖς ἀνόητοι, ἀπειθεῖς, πλανώμενοι, δουλεύοντες ἐπιθυμίαις καὶ ἡδοναῖς ποικίλαις, ἐν κακίᾳ καὶ φθόνῳ διάγοντες, στυγητοί, μισοῦντες ἀλλήλους· 4 ὅτε δὲ ἡ χρηστότης καὶ ἡ φιλανθρωπία ἐπεφάνη τοῦ σωτῆρος ἡμῶν Θεοῦ, 5 οὐκ ἐξ ἔργων τῶν ἐν δικαιοσύνῃ ὧν ἐποιήσαμεν ἡμεῖς, ἀλλὰ κατὰ τὸν αὐτοῦ ἔλεον ἔσωσεν ἡμᾶς διὰ λουτροῦ παλιγγενεσίας καὶ ἀνακαινώσεως Πνεύματος ἁγίου, 6 οὗ ἐξέχεεν ἐφ' ἡμᾶς πλουσίως διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ σωτῆρος ἡμῶν, 7 ἵνα δικαιωθέντες τῇ ἐκείνου χάριτι κληρονόμοι γενώμεθα κατ' ἐλπίδα ζωῆς αἰωνίου» (κεφ. γ´, 3-7). Ακολουθεί, λοιπόν, ο στίχος «8 Πιστὸς ὁ λόγος· καὶ περὶ τούτων βούλομαί σε διαβεβαιοῦσθαι». Ουσιαστικά ο Απόστολος Παύλος υπενθυμίζει στον Τίτο ότι η διακονία του έχει να κάνει με τις συνέπειες της πίστης στο Χριστό, όχι ως έργο και ζωή που τη δικαιούμαστε, γιατί τηρούμε κάποιες εντολές, αλλά γιατί είμαστε ηλεημένοι, όχι εξουσιαστικά, αλλά ως αποδέκτες της χάριτος, που αφορά σ᾽ όλο τον κόσμο.

3. Σε μία συνέχεια έρχεται και το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα. Έχουμε ήδη πάρει μια πρώτη γεύση περί του φωτός κατά το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα από το Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο της Κυριακῆς Η´ ἀπὸ τοῦ Πάσχα: Ἑορτὴ τῆς Πεντηκοστῆς, όπου ο Χριστός λέγει: «12 Πάλιν οὖν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς ἐλάλησε λέγων· Ἐγώ εἰμι τὸ φῶς τοῦ κόσμου· ὁ ἀκολουθῶν ἐμοὶ οὐ μὴ περιπατήσῃ ἐν τῇ σκοτίᾳ, ἀλλ' ἕξει τὸ φῶς τῆς ζωῆς» (Ἰω. η´, 12). Στο παρόν Ευαγγελικό Ανάγνωσμα ο Χριστός ομιλεί στους Μαθητές του αλλά εις επήκοον όλου του κόσμου, ο οποίος είχε συγκεντρωθεί και προς τους οποίους απηύθυνε την επί του Όρους Ομιλία, οπότε τους αναθέτει το έργο της οικοδομής των ανθρώπων, ως έργο κοινό και όχι ατομικό, ως έργο μαρτυρίας της φανέρωσης του Λόγου στον κόσμο, του Μυστηρίου της Θείας Οικονομίας, όπως καταγράφεται από τους Προφήτες, γι᾽ αυτό λέγει: «17 Μὴ νομίσητε ὅτι ἦλθον καταλῦσαι τὸν νόμον ἢ τοὺς προφήτας· οὐκ ἦλθον καταλῦσαι ἀλλὰ πληρῶσαι». Έχει δε πρωταρχική σημασία αυτή η φράση στη σημερινή ευαγγελική περικοπή, γιατί οι τέσσερεις Οικουμενικές Σύνοδοι (Γ´-ΣΤ´) με κέντρο τον Όρο της Χαλκηδόνος καταφάσκουν τον τρόπο της φανέρωσης, όλες τις Θεοφάνειες του Ένα και του Αυτού αΐδιου Υιού και Λόγου του Θεού Πατρός, κατά τη μαρτυρία των Προφητών, κατά τη μαρτυρία των Αποστόλων και Πνευματικώς εν τη Εκκλησία, σε μία ενότητα ο παλαιός και ο νέος Ισραήλ κι όλος ο κόσμος καθ᾽ οδόν προς τη βασιλεία των ουρανών. Εξάλλου, ένα από τα θέματα στα οποία παρέκλιναν όλοι οι αιρετικοί ήταν η μαρτυρία περί της διπλής γεννήσεως του Υιού, μία αϊδίως εκ Πατρός και η δεύτερη επ᾽ εσχάτων των ημερών εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου, «δι᾽ ἡμᾶς καὶ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν» κατά το μέγα του έλεος.

4. Θέλω να τονίσω, και λόγω των ημερών, ότι, όταν γράφω και ξαναγράφω ότι οι Οικουμενικές Σύνοδοι ερμήνευσαν τη βαπτισματική ομολογία, χρησιμοποιώντας καταρχάς τα βαπτιστήρια Σύμβολα των μεγάλων τοπικών εκκλησιών, (που αποτέλεσαν τις εκκλησιαστικές διοικήσεις των τοπικών εκκλησιών- Πατριαρχείων των Οικουμενικών Συνόδων) και πιο συγκεκριμένα μετά την Α´ Οικουμενική το Σύμβολο της Νικαίας, αυτό δεν συνιστά μία θεωρητική συζήτηση αλλά αποτελεί συνοπτικά την εισαγωγή στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Η ερμηνεία ιδιαίτερα των άρθρων που αναφέρονται στο έργο του Υιού και Λόγου του Θεού Πατρός είναι ευθεία ερμηνεία της Αγίας Αναφοράς, όπως πρότεινε ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας, και ενσωματώθηκαν οι ερμηνευτικές του προτάσεις ευθέως στα Πρακτικά και τους Όρους των Οικουμενικών Συνόδων Γ´ και Δ´. Με τις δύο αυτές Συνόδους μεταβαίνουμε από τη βαπτισματική συνοδική ομολογία στη λειτουργική συνοδική ομολογία και μαρτυρία.

 

Αποστολικό Ανάγνωσμα: (Των Πατέρων, 11 Οκτωβρίου) Τίτ. γ´, 8-15: «8 Πιστὸς ὁ λόγος· καὶ περὶ τούτων βούλομαί σε διαβεβαιοῦσθαι, ἵνα φροντίζωσι καλῶν ἔργων προΐστασθαι οἱ πεπιστευκότες τῷ Θεῷ. ταῦτά ἐστι τὰ καλὰ καὶ ὠφέλιμα τοῖς ἀνθρώποις· 9 μωρὰς δὲ ζητήσεις καὶ γενεαλογίας καὶ ἔρεις καὶ μάχας νομικὰς περιίστασο· εἰσὶ γὰρ ἀνωφελεῖς καὶ μάταιοι. 10 αἱρετικὸν ἄνθρωπον μετὰ μίαν καὶ δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ, 11 εἰδὼς ὅτι ἐξέστραπται ὁ τοιοῦτος καὶ ἁμαρτάνει ὢν αὐτοκατάκριτος. 12 Ὅταν πέμψω Ἀρτεμᾶν πρός σε ἢ Τυχικόν, σπούδασον ἐλθεῖν πρός με εἰς Νικόπολιν· ἐκεῖ γὰρ κέκρικα παραχειμάσαι. 13 Ζηνᾶν τὸν νομικὸν καὶ Ἀπολλὼ σπουδαίως πρόπεμψον, ἵνα μηδὲν αὐτοῖς λείπῃ. 14 μανθανέτωσαν δὲ καὶ οἱ ἡμέτεροι καλῶν ἔργων προΐστασθαι εἰς τὰς ἀναγκαίας χρείας, ἵνα μὴ ὦσιν ἄκαρποι. 15 Ἀσπάζονταί σε οἱ μετ᾽ ἐμοῦ πάντες. ἄσπασαι τοὺς φιλοῦντας ἡμᾶς ἐν πίστει. Ἡ χάρις μετὰ πάντων ὑμῶν· ἀμήν».

 

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: (Των Πατέρων, 18 Ιανουαρίου) Ματθ. ε´, 14-19: «14 Ὑμεῖς ἐστε τὸ φῶς τοῦ κόσμου. οὐ δύναται πόλις κρυβῆναι ἐπάνω ὄρους κειμένη· 15 οὐδὲ καίουσι λύχνον καὶ τιθέασιν αὐτὸν ὑπὸ τὸν μόδιον, ἀλλ᾽ ἐπὶ τὴν λυχνίαν, καὶ λάμπει πᾶσι τοῖς ἐν τῇ οἰκίᾳ. 16 οὕτως λαμψάτω τὸ φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν τὰ καλὰ ἔργα καὶ δοξάσωσιν τὸν πατέρα ὑμῶν τὸν ἐν τοῖς οὐρανοῖς. 17 Μὴ νομίσητε ὅτι ἦλθον καταλῦσαι τὸν νόμον ἢ τοὺς προφήτας· οὐκ ἦλθον καταλῦσαι ἀλλὰ πληρῶσαι. 18 ἀμὴν γὰρ λέγω ὑμῖν, ἕως ἂν παρέλθῃ ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ, ἰῶτα ἓν ἢ μία κεραία οὐ μὴ παρέλθῃ ἀπὸ τοῦ νόμου ἕως ἂν πάντα γένηται. 19 ὃς ἐὰν οὖν λύσῃ μίαν τῶν ἐντολῶν τούτων τῶν ἐλαχίστων καὶ διδάξῃ οὕτως τοὺς ἀνθρώπους, ἐλάχιστος κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν· ὃς δ᾽ ἂν ποιήσῃ καὶ διδάξῃ, οὗτος μέγας κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν».