HELLENOPHONIA

Κυριακή 7 Ιουνίου 2026

 ΝΙΚΟΥ Α. ΜΑΤΣΟΥΚΑ,

ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΔΙΑΝΟΗΣΗ

(ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΚΑΙ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ—58)

ΕΚΔΟΣΕΙΣ Π. ΠΟΥΡΝΑΡΑ: ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 2006, σσ. 85 - 109

(Απόσπασμα: Επεξεργασία- άδεια Δ. ΑΘ. ΛΙΑΛΙΟΥ)

 

3. Νεοελληνικός πολιτισμός καί ἐκκλησιαστική ταυτότητα

Χωρίς ἀμφιβολία εἶναι ἀπαραίτητο νά ἐξετασθεῖ ἱστορικά καί συστηματικά ἡ ἄποψη κατά πόσο ὁ νεοελληνικός πολιτισμός τῶν δύο τελευταίων αἰώνων ἔχει ἐνσωματωθεῖ στήν ἐκκλησιαστική ταυτότητα. Στήν προκειμένη περίπτωση θά ἀναφερθῶ στήν παράδοση τῆς Ὀρθοδοξίας, χωρίς τοῦτο νά σημαίνει ὅτι ἀποκλείω ἐξολοκλήρου τίς σχετικές παραμέτρους ἀπό τή δυτική Χριστιανοσύνη. Πάντως εἶναι ὑποχρεωμένος κανείς ν’ ἀντιμετωπίσει δυό βασικές δυσκολίες, ἤ καλύτερα νά ξεκαθαρίσει δυό βασικές παραμέτρους τοῦ ὅλου προβλήματος. Ἀπό τή μιά μεριά οὐκ ὀλίγοι παρ’ ἡμῖν καί ἀλλοῦ θεολόγοι, οἱ ὁποῖοι περισσότερο ἠθικολογοῦν παρά θεολογοῦν, δέν μποροῦν ἤ δέν θέλουν νά δεχτοῦν ὅτι ἡ ἐκκλησιαστική ζωή ἔχει σχέση μέ τόν πολιτισμό. Εἶναι κάτι πού μερικές φορές δέν μποροῦν νά τό ἀνεχτοῦν μήτε ὡς σκέψη. Ἐξοῦ καί τό πρόβλημα σέ θεωρητική καί πρακτική διάσταση, ἑπομένως καί στήν ἱστορική καί συστηματική ἐξέταση τοῦ ζητήματος.

Ἀπό τήν ἄλλη κυρίως ξένοι ἐρευνητές καί παρ’ ἡμῖν θεολόγοι ἤ διανοούμενοι ἀπροσδιόριστης προέλευσης ἰσχυρίζονται ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, καί κατά μείζονα λόγο ἡ ἀσκητική καί μοναχική παράδοσή της, ἔχει ἐχθρική στάση πρός τόν πολιτισμό. Αὐτονόητα οἱ ἐν λόγω ἐρευνητές καταρχήν ― ὅπως ἤδη ἔχω ἐπισημάνει στήν Εἰσαγωγή αὐτό πού γίνεται σέ διαλογικές συζητήσεις ― δέν μᾶς λένε τί ἀκριβῶς ἐννοοῦν ὡς πολιτισμό. Γι’ αὐτό, σέ τοῦτο τό σημεῖο, κατ’ ἀνάγκη, ὑπενθυμίζω στόν ἀγαπητό ἀναγνώστη τί πρέπει, κατά τή γνώμη μου, νά ἐννοοῦμε ὡς δημιουργία πολιτισμοῦ. Ἐπανερχόμενος, λοιπόν, ξανά στόν περιγραφικό ὁρισμό περί πολιτισμοῦ, νομίζω ὅτι θά μπορούσαμε νά συμφωνήσουμε ― ἐνδεχομένως στήν πλειονότητα ἤ ἀκόμη καί στό σύνολο ― ὅτι πολιτισμός εἶναι τά ἔργα καί ἡ συμπεριφορά τοῦ ἀνθρώπου σέ μιά δημιουργική πορεία, σέ μιά ἱστορική διαδρομή ἐν μέσω ὠδίνων καί ὀδυνῶν. Ἑπομένως γλώσσα, ὀργάνωση κοινοτικῆς ζωῆς, ἐπιστήμη, κτίσματα, ποίηση, μουσική, τραγούδι, χορός, γνώση, ἀγάπη, φιλία κτλ. εἶναι πολιτισμός. Κι ὅλα αὐτά ἐννοοῦνται μόνο ὡς ξεπέρασμα μηδενιστικῶν ἀλλοιώσεων ἤ ἀλλοτριώσεων, πτώσεων καί κάθε λογῆς ἀπειλῶν ἐναντίον τῆς ζωῆς. Μέ ἄλλα λόγια, ὅ,τι προάγει τή ζωή, ὅπως εἰπώθηκε ἤδη, σέ δημιουργικά ἔργα καί συμπεριφορά, ἤ ὅ,τι σημαίνει καλή ἀλλοίωση τῆς ζωῆς, καθώς λέμε, εἶναι πολιτισμός. Ἀπεναντίας ὅ,τι φθείρει τή ζωή καί τίς ἀνθρώπινες σχέσεις σημαίνει στασιμότητα καί καταστροφή. Καί δέν ἀπαιτοῦνται θεωρητικά ἐπιχειρήματα γιά τήν ἀπόδειξη αὐτῶν τῶν πραγμάτων. Ἡ ἴδια ἡ ζωή πρώτη αὐτή μᾶς ἀποδεικνύει τοῦ λόγου τό ἀληθές.

Πάντως σέ ποιό βαθμό κατορθώνει ὅλα αὐτά ὁ ἄνθρωπος μένει νά ἐξεταστεῖ, καί θά ἔλεγε κανείς ὅτι ὁ πολιτισμός μοιάζει νά ’ναι σάν κάποια λαμπερά ἤ καί ἀδύναμα φωτάκια στήν ἀπέραντη νύχτα τῆς ἱστορίας. Ἀλλά ὁ ἄνθρωπος, ὡς κτιστός, εὔθραυστος καί χωματένιος, μέ τήν ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ μέσω θεοφανειῶν, δηλαδή μέσω φανέρωσης τῆς θείας δόξας στήν κτίση καί στήν ἱστορία, ἀναδεικνύεται ὡς κατ’ εἰκόνα Θεοῦ καί ὡς συνδημιουργός. Κι ὅταν, λοιπόν, τό κατ’ εἰκόνα Θεοῦ καί ἡ συνδημιουργία, καταντοῦν σέ μιά δυσκαμψία ἤ ἀκαμψία, μέ τήν εἰσβολή τῆς φθορᾶς, τότε ἡ Ἐκκλησία καταγγέλλει αὐτό τόν πολιτισμό τῆς πτώσης καί τῆς φθορᾶς καί τῶν τραγικῶν ἀντιφάσεων, παρέχοντας τή θεραπευτική σωτηρία μέσω τῆς κοινωνίας τοῦ σώματος ὅλων τῶν μελῶν της. Ὅμως, πρέπει νά τονιστεῖ μέ ἄκρα ἔμφαση ὅτι, ἐνῶ ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία σ’ ὅλες τίς φάσεις τῆς ἱστορικῆς της διαδρομῆς ἀπορρίπτει ριζοσπαστικά ἕναν τέτοιο πολιτισμό, συνάμα παράγει ἕναν τεράστιο πολιτισμό, πού ἀγωνιστικά εἶναι μιά συνεχής μεταμόρφωση καί θεραπεία, πράγματα πού τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας τά ζοῦν σέ μιά διαχρονία καί συγχρονία: μουσική, ποίηση, ζωγραφική, ἀρχιτεκτονική, τραγούδι, χορός, κτίσματα, ἦθος, ἄσκηση, φιλία, ἀγάπη κτλ., θησαυρισμένα καί ὑπομνηματισμένα ἐξάλλου σέ ἀπαράμιλλου κάλλους φιλόκαλα μνημεῖα, τά ὁποῖα διαρκῶς θαυμάζει ὅλος ὁ κόσμος. Ἕνας φιλόκαλος, λόγου χάρη, βυζαντινός ναός, ἀκόμη καί ἕνα μικρό ἐκκλησάκι, ἀκυρώνει καί σβήνει τήν ἐκτυφλωτική λάμψη ἑνός καταθλιπτικά βαρυφορτωμένου οὐρανοξύστη. (Ἀσκητές μοναχοί ζωγράφισαν ὁλάκερη τήν Ἁγία Γραφή, κι ἄς λένε μερικοί πουριτανοί προτεστάντες, μέ τόν καημό γιά τήν καθαρότητα τῆς Βίβλου, ὅτι δέν μελετοῦσαν τίς Γραφές!).

Συναφές πρός τά ἀνωτέρω εἶναι καί τό ζήτημα τῆς σχέσης Ἑλληνισμοῦ καί Χριστιανισμοῦ, καί μάλιστα ἄν σκεφτεῖ κανείς ὅτι ἔχουν γραφτεῖ χιλιάδες τόμοι καί μύρια ὅσα ἔχουν εἰπωθεῖ. Τί νέο, λοιπόν θά μποροῦσε νά πεῖ κανείς γι’ αὐτή τή σχέση; Προσωπικά ἔχω μιά ἄποψη πού τή θεωρῶ νέα τουλάχιστο ὡς διατύπωση. Ὅμως, καταρχήν κρίνω ἀπαραίτητο νά σταχυολογήσω τρεῖς βασικές θέσεις, πού προκύπτουν ἀπό ὅσα ἔχουν ὑποστηριχτεῖ γι’ αὐτό τό θέμα. α) Ἑλληνισμός καί Χριστιανισμός εἶναι πράγματα ἀσυμβίβαστα καί ἐντελῶς ἀντιφατικά. β) Τό χριστιανικό κήρυγμα, ἤδη στά πρῶτα του βήματα, ἐξελληνίστηκε τόσο βαθιά, ἔτσι ὥστε μέ τόν καιρό νά ἀλλοιωθεῖ ὁ ἀρχικός του χαρακτήρας. γ) Χάρη στόν Ἑλληνισμό ἀνδρώθηκε καί ἐξαπλώθηκε μέ τόση ἐπιτυχία ὁ Χριστιανισμός.

Τήν πρώτη θέση τή θεωρῶ τρομαχτικά δογματική καί φανατική οὐκ ὀλίγον εἴτε προέρχεται ἀπό ἑλληνολάτρες, εἴτε ὑποστηρίζεται ἀπό χριστιανολάτρες! Ἡ δεύτερη θέση, πού κατά κύριο λόγο ὑποστηρίχτηκε ἀπό δυτικούς ἐρευνητές, δέν εἶναι τίποτα ἄλλο παρά ὁ καημός τοῦ προτεσταντικοῦ πουριτανισμοῦ ―κύριος ἐκπρόσωπος ὁ πολύς Adol von Harnack ― πού τό κύριο ἐνδιαφέρον του εἶναι ἡ καθαρότητα τῆς Βίβλου! Ἡ τρίτη θέση τεκμηριώνεται ἱστορικά μέ ἱκανοποιητικό τρόπο. Ἄλλωστε παραδεκτή εἶναι ἡ μεγάλη συμβολή τοῦ Ἑλληνισμοῦ καί τοῦ ρωμαϊκοῦ imperium στή διάδοση καί τήν κραταίωση τοῦ Χριστιανισμοῦ. Ὅμως, δέν λέγεται θαρρετά ὅτι ὁ ἑλληνικός πολιτισμός, ἡ ἑλληνική γλώσσα καί ἡ ἑλληνική ἰδιοφυΐα στίς τέχνες θά εἶχαν πεθάνει, ἄν στήν Ἀνατολή δέν εἶχαν προσληφθεῖ καί ἀφομοιωθεῖ κατά ρωμαλέο τρόπο ἀπό τό Χριστιανισμό. Σωτήρας τοῦ Ἑλληνισμοῦ, λοιπόν, εἶναι ὁ Χριστιανισμός! Ἀλλά ὁ σωσμένος εὐεργέτησε τό σωτήρα του οὐκ ὀλίγον.

Ἔτσι, λοιπόν, ἡ πορεία τοῦ Ἑλληνισμοῦ ὥς τίς σύγχρονες καί νεότερες φάσεις τῆς νεοελληνικῆς ζωῆς ἔχει συναφθεῖ ὀργανικά μέ μιά δυναμική τοῦ Χριστιανισμοῦ πότε συνειδητή, πότε μισοσυνείδητη καί πότε ἀσύνειδη. Ὁ προσεχτικός ἐξεταστής ἤ διανοούμενος εἶναι σέ θέση νά διακρίνει καλά σ’ αὐτό τόν πολιτισμό ἦθος, στάδια καί ἀλλαγές. Ἀλλά δέν εἶναι λίγοι ἐκεῖνοι πού μέ μιά ἐντυπωσιακή ἀφέλεια μᾶς λένε ὅτι ἐδῶ καί δυό χιλιετίες ὁ Χριστιανισμός ἀπέτυχε στήν πορεία του, μιά καί α) οἱ περισσότεροι ζοῦν ἐκτός χριστιανικῆς ζωῆς καί β) ἡ ἠθική τῶν περισσοτέρων δέν εἶναι διόλου χριστιανική! Προφανῶς ὅσοι ἐκφράζονται μέ μιά τέτοια ἀφέλεια δέν ἔχουν καταλάβει τίποτα ἀπό Χριστιανισμό, καί συγκεκριμένα ἀπό τή διδαχή καί τό ἔργο τῆς Ἐκκλησίας. Καταλαβαίνει κανείς εὔκολα ὅτι στήν προκειμένη περίπτωση ἡ μελέτη αὐτή δέν ἔχει ὡς σκοπό τήν ἀνάπτυξη ἤ τή θεολογική ἀνάλυση τῆς οὐσίας τοῦ Χριστιανισμοῦ καί τοῦ βασικοῦ ρόλου τῆς Ἐκκλησίας.  Ἀλλά μιά ἄκρως βασική θέση-κλειδί πρέπει νά κατανοηθεῖ. Ὁ Χριστιανισμός πρωτίστως στήν πορεία καί στό ἔργο του δέν κρίνεται μέ ἠθικά κριτήρια καί προπαντός μέ ἠθικολογίες. Καί ὅποιος εἶναι ἕτοιμος νά μειδιάσει, ὀφείλει νά ξέρει ὅτι μήτε ἡ ἴδια ἡ ἱστορία κρίνεται μέ αὐτά τά κριτήρια! Μέ ἄλλα λόγια, Χριστιανισμός καί ἱστορία κρίνονται μέ κριτήρια πρωτίστως τραγικά. Ἐξοῦ καί ἡ κατά φυσικό τρόπο γένεση τοῦ κωμικοῦ ἤ σατιρικοῦ πνεύματος, κάτι σάν ἐκτόνωση ἤ χαλάρωση. Ἡ ἠθική ἔρχεται δεύτερη, ὅ,τι καί νά κάνουμε! Πάντως ἡ χριστιανική διδασκαλία κατά ρητό καί κατηγορηματικό τρόπο ἀπορρίπτει κάθε ἴχνος μανιχαϊκῆς ἀντίληψης, ἐνῶ θεωρεῖ τίς ὑφιστάμενες ἀντιθέσεις πραγμάτων καί γεγονότων παντοτινές, ὡστόσο τῆς μιᾶς καί τῆς ἴδιας ἀγαθῆς πραγματικότητας πού πότε καλλύνεται, καί πότε κακύνεται. Μέ ἄλλα λόγια, ἰσχύει τό περιώνυμο συναμφότερον, ἤ ὁ νόμος τῆς συνάρτησης τῆς πατερικῆς θεολογίας. Ἄλλωστε Θουκυδίδης καί Ἡράκλειτος, μέ διαφορετικό τρόπο, τήν ἴδια ἀλήθεια ἐκφράζουν: γιγνόμενα μὲν καὶ ἀεὶ ἐσόμενα, ἕως ἂν ἡ αὐτὴ φύσις ἀνθρώπων ᾖ... (Ἱστορ. Γ΄ 82)· τὸ ἀντίξουν συμφέρον καὶ ἐκ τῶν διαφερόντων καλλίστην ἁρμονίαν· παλίντροπος ἁρμονίη ὅκωσπερ τόξου καί λύρης. (HDiels B8· B51). Ἀλλά ἡ ἐκκλησιαστική ζωή παρέχει σωτηρία, λύση καί θεραπεία, ἔτσι ὥστε μόνο ἐν μέσω ὠδίνων καὶ ὀδυνῶν νά διεξάγεται προσπάθεια ἤ μάχη γιά μιά Α ἤ Β δημιουργική συμπεριφορά. Ἄλλος δρόμος ἔξω ἀπό τίς τραγικές συγκρούσεις καί τήν παροχή τῆς σωτηρίας δέν ὑπάρχει. Καί αὐτό τό ἔργο τῆς σωτηρίας διενεργεῖται ἐντός καί ἐκτός Ἐκκλησίας, ἀφοῦ εἶναι ἔργο τοῦ Θεοῦ, ἐλπίδα καί δωρεά στόν κόσμο. Σκόπιμα ὀξύνοντας κανείς τό λόγο του, θά ἔλεγε ὅτι ὁ Χριστός δέν ἦλθε γιά νά μᾶς κάνει μαγικά ἤ μηχανικά καλούς καί ἠθικούς ἀλλά γιά νά μᾶς σώσει! Γι’ αὐτό καί ἡ διδασκαλία καί τό ἔργο του εἶναι τό ἅλας τῆς γῆς. Ὁ ἄνθρωπος ὡς συνδημιουργός ὀφείλει νά κρατάει τοῦτο τό ἅλας μέ ἀγώνα καί προπαντός ἄλλου μέ ἐλπίδα. Τοῦτο εἶναι τό νόημα τοῦ Χριστιανισμοῦ.

Ἀναλογίζεται, λοιπόν, κανείς γιά ποιό λόγο οἱ Ἀρχαῖοι Ἕλληνες δέν ἦταν ὑποκριτές, ἤ καλύτερα δέν ἦταν τόσο ὑποκριτές! Ἡ ἀπάντηση φαίνεται νά ’ναι μία· εἶχαν ἔντονο τό αἴσθημα τοῦ τραγικοῦ. Κι ἐνῶ μέ τή χριστιανική διδασκαλία τοῦτο τό αἴσθημα κορυφώνεται στό ἔπακρο, ὁ ἐνστερνισμός ἑνός γλυκεροῦ Χριστιανισμοῦ μπορεῖ νά τό κάνει ἀτροφικό, ἔτσι ὥστε πολλοί, πουριτανοί καί ἠθικολόγοι, νά λένε ὅτι ὁ Χριστιανισμός ἀπέτυχε, ἤ μιά ἄλλη κατηγορία πουριτανῶν νά ἐπαίρεται ὅτι μόνο αὐτή ἐκπροσωπεῖ τό Χριστιανισμό. Γι’ αὐτό, λοιπόν, δέν βρίσκεται κανείς στό σωστό δρόμο, ἄν νομίζει ὅτι θά ἀρθοῦν ἤ ὅτι πρέπει νά ἀρθοῦν οἱ ἀντιθέσεις, οἱ δυσκολίες, ἀκόμη καί οἱ μάχες. Μιά τέτοια ἀντίληψη εἶναι ὄχι μόνο ἀπό τά πράγματα καί τά γεγονότα θεωρητικά ἐσφαλμένη, ἀλλά καί πρακτικά ἐπιζήμια, μιά καί μπορεῖ νά ὁδηγήσει σέ μιά ρηχή καί πλαδαρή ζωή. Τό ξεπέρασμα τῶν ἀντιθέσεων καί τοῦ μηδενός, ὅταν εἶναι ἐφικτό κατά πάντα, ἤ ὅσο εἶναι ἐφικτό, στεφανώνει τή χαρά τῆς δημιουργίας.

 Ὅλα τά ἀνωτέρω κρίνω σκόπιμο ν’ ἀναφέρω, γιατί σίγουρα διευκρινίζουν μέ σωστό τρόπο τή σχέση νεοελληνικοῦ πολιτισμοῦ καί ἐκκλησιαστικῆς ταυτότητας, χωρίς νά προκύπτουν ἀπορίες γιά ποιό λόγο νεοελληνική ζωή μέ τήν ἐκκλησιαστική πραγματικότητα δέν κατορθώνουν τελειότητα ἀρετῆς καί βίου, λές καί εἶναι κοκκινοσκουφίτσες! Εἶναι ἀπαραίτητο ν’ ἀνοίξουν μπροστά μας ἄλλοι ὁρίζοντες, πού νά μᾶς δίνουν ἐλπίδα γιά νόημα ζωῆς. Παντοῦ καί πάντοτε εἶναι ἀδιανόητη μιά τέλεια καί στατική συνύπαρξη θεωρίας καί πράξης, ἀφοῦ εἶναι ἕνα δυναμικό γίγνεσθαι. Ἐξοῦ καί οἱ κάθε τόσο ἐπιτυχίες καί ἀποτυχίες. Ἀγάπη καί εἰρήνη περνᾶνε μέσα ἀπό φωτιά καί δάκρυα. Καί μόνο ἔτσι εἶναι δημιουργικά κατορθώματα. Ἄλλωστε ἀπό καθαρή κοινωνική καί πολιτική σκοπιά, νόμοι, νομικός πολιτισμός, συντάγματα, διακηρύξεις περί ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων θά ἦταν ἕνας πέρα γιά πέρα κενός καί ὑποκριτικός λόγος, ἄν ζητούσαμε πλήρη καί ἀπό ὅλους ἐφαρμογή. Εἰπώθηκε ἐδῶ καί ἄλλη φορά ὅτι, σύμφωνα μέ τήν ἀντιμανιχαϊκή διδασκαλία τοῦ Χριστιανισμοῦ, τίποτα δέν εἶναι ἀπολύτως ἐξαχρειωμένο, καί τίποτα ἀπολύτως ἐξιδανικευμένο.

Πάντως ἐκεῖνο πού πρέπει νά ἐξαρθεῖ μέ ἔμφαση εἶναι ἡ βασική ἀλήθεια γιά τόν καθαρά ἱστορικό χαρακτήρα πραγμάτων καί γεγονότων, τά ὁποῖα ἀφοροῦν τό Χριστιανισμό, καί συγκεκριμένα τή ζωή τῆς Ἐκκλησίας, ὁπότε μπορεῖ κανείς ἄνετα νά κάνει λόγο γιά νεοελληνικό πολιτισμό καί ἐκκλησιαστική ταυτότητα. Μέ ἄλλα λόγια, στήν κτίση καί τήν ἱστορία διενεργεῖται, βιώνεται, ἀποτυπώνεται καί σημαίνεται τό περιεχόμενο τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς. Ἔτσι μόνο ἐννοεῖται ὁ ὀργανικός καί ἱστορικός δεσμός φυσικῆς καί μεταφυσικῆς, αἰσθητῶν καί νοητῶν πραγμάτων, ὕλης καί πνεύματος. Ἑπομένως ὅσοι κάνουν λόγο γιά χριστιανική διδασκαλία καί ἐκκλησιαστικό τρόπο ζωῆς, παραπέμποντας ἀφελῶς σ’ ἕνα ὑπερπέραν καί σ’ ἕνα ἀόριστο οὐρανό, προφανῶς βρίσκονται ἔξω ἀπό κάθε σωστή, ἀγωνιστική καί δημιουργική ἐμπειρία τῆς ἀποκάλυψης τοῦ Θεοῦ καί τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς. Ἐξάπαντος ἔχουν ὄχι μόνο ἁπλῶς μιά λογοκρατική μονομέρεια, ἀλλά συνάμα κατατρύχονται ἀπό μιά ἀφυδατωμένη ψυχή. Ἡ μάνα γῆ καί ὁ φίλος οὐρανός φαίνονται σ’ αὐτούς πράγματα ἀπρόσιτα ἤ ἐξωκόσμια. Τοῦτο ἐνδεχομένως νά μήν εἶναι μιά τόσο σοβαρή ἔλλειψη, ἀλλά ἁπλῶς μιά συγχωρητέα ἄγνοια, ἀναφερόμενη σέ ἱστορικά καί ἐκκλησιαστικά πράγματα. Ἄλλωστε παρ’ ἡμῖν σέ οὐκ ὀλίγους κύκλους διανοουμένων, εἴτε σοβαρῶν εἴτε μέτριων, συναντᾶ κανείς, ὅπως εἰπώθηκε κιόλας, προχειρολογίες καί ἀνεδαφικές κρίσεις.

Ἐν πάση περιπτώσει, ἡ σωστή βίωση τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς καί συνάμα ἡ καλή γνώση τῆς χριστιανικῆς διδασκαλίας μᾶς δίνει τή δυνατότητα νά καταλάβουμε τό χαρακτήρα τῆς ἐσχατολογικῆς πορείας τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος, μέ δραματικές ἀνόδους καί πτώσεις, μέ δημιουργικά ἐπιτεύγματα καί ἀπογοητευτικές ἀποτυχίες. Ὅταν λέμε, λοιπόν, ὅτι ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ στήν κτίση καί στήν ἱστορία μέσω θεοφανειῶν ἔχει ἱστορικό χαρακτήρα, ἐννοοῦμε αὐτή τήν ἐσχατολογία,μέ ἄλλα λόγια πάντοτε τήν πορεία πρός τό μέλλον γιά ἕναν καινούριο κόσμο, καί κατά ἀναπότρεπτη συνέπεια τήν ἄμεση σχέση πρός τά ἔργα καί τή συμπεριφορά τοῦ ἀνθρώπου, καί ἑπομένως δημιουργία ἑνός πολιτισμοῦ. Χωρίς πολιτισμό ἐξάπαντος χάνουμε τόν ἱστορικό χαρακτήρα τῆς ἀποκάλυψης τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτό ἀπαραίτητα ἡ ἴδια ἡ ζωή τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ἄλλωστε μᾶς τό δείχνει ἡ ἱστορία, παράγει πολιτισμό, παρέχοντας μεταμορφωτικές δυνάμεις στόν πολιτισμό τῆς ἀνθρωπότητας, πράγμα πού ἤδη εἰπώθηκε πρωτύτερα. Ἀκόμη κι ὅταν οἱ Χριστιανοί ζοῦν μέ ἔντονο τρόπο τούτη τήν ἐσχατολογική πορεία, μέ ἀναμονή τῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ ἐδῶ καί τώρα, hic et nunc ― ὅπως εἶχε διαμορφωθεῖ ἡ ἐκκλησιαστική ζωή στά πρῶτα χρόνια τῆς ἐμφάνισης τοῦ Χριστιανισμοῦ, ἄλλωστε κάτι πού πρέπει νά γίνεται ἀδιαλείπτως γιά τήν προετοιμασία τῆς καλῆς ἀπολογίας  καί πάλι δέν ἀπομακρύνονται ἀπό τά ἱστορικά πράγματα καί γεγονότα. Ὅταν, λόγου χάρη, οἱ Θεσσαλονικεῖς ἀντί νά ’ναι ἐργαζόμενοι ἔγιναν περιεργαζόμενοι, ἀναμένοντας τόν Κύριο τῆς δόξης, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἦταν δριμύς καί κατηγορηματικός: εἴ τις οὐ θέλει ἐργάζεσθαι, μηδέ ἐσθιέτω. (Β΄ Θεσσαλ. 3, 10).

Τούτη ἡ δυναμική ἐσχατολογία, ἐξάπαντος νοούμενη σέ καθαρά ἱστορικά καί φυσικά πλαίσια ― καί κατ’ ἀναπότρεπτη συνέπεια σέ μεταφυσική ἐπέκταση  ἀνακαλεῖ στή μνήμη μας ὄχι μόνο τήν εἰκόνα μιᾶς δυναμικά πορευόμενης ἱστορίας, ἀλλά καί τήν εἰκόνα ἑνός δυναμικοῦ σύμπαντος. Καί δέν πρόκειται γιά τή σημερινή ἐπιστημονική εἰκόνα, ἡ ὁποία ὑφίσταται ἔτσι κι ἀλλιῶς μέ καταπληκτική ἐνάργεια. Ὅσο κι ἄν ἠχεῖ σέ ἀρκετούς παράδοξα πρόκειται γιά τήν ἴδια προοπτική τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, μέ τή ρητή διευκρίνιση ὅτι ἐδῶ δέν πρόκειται γιά εἰκόνα ἐπιστημονικῆς τεκμηρίωσης. Τά βιβλικά κείμενα, λόγου χάρη, ἐνῶ ἀπεικονίζουν τό τριώροφο σύμπαν τῆς Ἀρχαιότητας ― οὐρανός, γῆ, καταχθόνια ― συνάμα μᾶς δείχνουν ὅτι ἡ κυρίαρχη σέ ὅλα ἐνέργεια τῆς θείας δόξας πυρπολεῖ τοῦτο τό στατικό σύμπαν, παρουσιάζοντας ἕνα σύμπαν ἄκρως δυναμικό, ἱστορικό καί εὐέλικτο στά «θεϊκά χέρια», πού χτίζεται συνεχῶς, ὑποβαθμίζεται, καί ἀνακαινίζεται παντοτινά στή δύναμη τῆς θείας ἐνέργειας. Ἔτσι δυναμική φορά πρός τό μέλλον ἔχει ὄχι μόνο ἡ κτίση ἀλλά καί ἡ ἱστορία.

Ἀλλά στήν προκειμένη περίπτωση ἀρκετοί παρ’ ἡμῖν διανοούμενοι κάθε προέλευσης, κατά ἄκρως παράδοξο τρόπο καί μέ ἀπίστευτη εὐκολία καί ἄνεση, ἀποφαίνονται ― περιέργως μερικές φορές ἐπικριτικά! ― ὅτι ἡ Ἁγία Γραφή καί ἡ Ἐκκλησία, βέβαια, δέχτηκαν καί ἐπέβαλαν μιά στατικά ἀκίνητη γῆ καί μιά στατική ἱστορία! Καί ἀπορεῖ κανείς σφόδρα, ὅταν πολύ εὔκολα ἀναλογιστεῖ ὅτι αὐτές οἱ ἀντιλήψεις εἶχαν καθιερωθεῖ ἀπό τό ἐπιστημονικό κύρος τοῦ Ἀριστοτέλη καί τοῦ Κλαύδιου Πτολεμαίου! Ὡστόσο, πέρα ἀπό τό γεγονός αὐτό, καί καθώς τονίστηκε πρωτύτερα, ἡ εἰκόνα μιᾶς δυναμικῆς ἱστορίας καί ἑνός δυναμικοῦ σύμπαντος, πού προβάλλει ἡ Ἁγία Γραφή, εἶναι κατά πάντα ὁρατή, ἀκόμη καί ψηλαφητή, μολονότι δέν πρόκειται γιά ἀνακάλυψη ἐπιστημονικῆς ἔρευνας. Πολύ ὡραῖα ἀναπτύσσει αὐτό τό θέμα ὁ ἐπιστημολόγος Herbert Butterfield στό ἔργο του: The Origins of Modern ScienceἌλλωστε, ὅσο ξέρω, σέ ξένους ἐρευνητές καί διανοουμένους δέν βρίσκει κανείς τέτοιες ἀπίστευτες προχειρολογίες. Πάντως προκειμένου νά ξεπεραστεῖ κάθε παρεξήγηση, ὀφείλω νά τονίσω μέ ἔμφαση ὅτι στήν προκειμένη περίπτωση δέν ἐπιχειρῶ καμιά σύγκριση ἀνάμεσα στήν εἰκόνα, περί τῆς γῆς καί τῆς ἱστορίας, Ἀριστοτέλη―Κλαύδιου Πτολεμαίου καί Ἁγίας Γραφῆς. Καμιά σύγκριση δέν μπορεῖ νά γίνει. Ἄπαγε τῆς ἀνοησίας!

Σ’ αὐτό τό σημεῖο δέν ἀντέχω στόν πειρασμό καί θά ἀναφέρω μιά ἄμεση προσωπική ἐμπειρία πού εἶχα σέ διαλογική συζήτηση γι’ αὐτό τό θέμα, στό ἀμφιθέατρο της Φυσικομαθηματικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Συνάδελφος θετικῶν ἐπιστημῶν ὑποστήριξε μέ πάθος ὅτι ἡ ἀρχαία ἑλληνική φιλοσοφία ἦταν στά ἴχνη τῆς σημερινῆς ἐπιστημονικῆς εἰκόνας περί ἑνός δυναμικοῦ καί ἐξελισσόμενου σύμπαντος. Πρός ἔκπληξή μου ἐπικαλέστηκε ὡς τέτοιον πρωτοπόρο τόν Ἡράκλειτο! Μέ τή σειρά μου ἀναφέρθηκα στόν ἴδιο φιλόσοφο καί στήν περιώνυμη ρήση του γιά τήν ὕπαρξη τοῦ κόσμου: ἦν ἀεὶ καὶ ἔστιν καὶ ἔσται! (HDiels B31). Αὐτός ὁ κόσμος, λοιπόν, κατά τόν Ἡράκλειτο δέν δημιουργήθηκε, ἦταν καί εἶναι καί θά εἶναι! Κατά φυσικό τρόπο ἐνδεχομένως ὁ ἐν λόγω συνάδελφος ἐξακολούθησε νά ὑποστηρίζει τήν ἄποψή του, ὅπως αὐτονόητα εἶχε αὐτό τό δικαίωμα, σεβαστό κατά πάντα, ἀλλά ἡ ἐπιστημονική ἀλήθεια εἶναι καί αὐτή ἐξίσου σεβαστή. Γι’ αὐτό ἐπικαλέστηκα ὡς σύμμαχό μου καί τήν ἄποψη, ἄκρως τεκμηριωμένη τοῦ ἐπιστημολόγου Herbert Butterfield, διαβάζοντας περικοπές ἀπό τό ἔργο του, τό ὁποῖο ἤδη μνημόνευσα στήν παρούσα συγγραφή. Ὁ συνάδελφος μοῦ ἀποκρίθηκε ὅτι στήν Ἑσπερία αὐτά τά λένε οἱ Ἑβραῖοι! Προφανῶς, κατά τήν ἄποψή του, γιά νά ὑποστηρίξουν τήν Παλαιά Διαθήκη! Ἀλλά μιά τέτοια εὔθραυστη ἄποψη μόλις καί μετά βίας θά μποροῦσε ν’ ἀντέξει στήν κριτική. Στή συνέχεια ἀνέφερα τόν Ilya Prigogine, καθηγητή στό ἐλεύθερο Πανεπιστήμιο Βρυξελλῶν ― τιμήθηκε μέ τό βραβεῖο Nobel χημείας τό 1997 ―, ὁ ὁποῖος συνεντευξιαζόμενος σέ περιοδικά καί ἐφημερίδες κάνει λόγο γιά τό τέλος τῆς βεβαιότητας τῶν ἐπιστημῶν. Τό σύμπαν, λέγει, εἶναι ἱστορικό καί ἐξελισσόμενο, καί ὄχι ὅπως ὑποστήριζε ὁ Ἀριστοτέλης αἰώνιο! Ὑπάρχει, κατά τόν Prigogine πάντοτε, ποικιλία συμπεριφορῶν ἀνάμεσα στά στοιχειώδη σωματίδια, στούς πλανῆτες καί γενικά στά δεδομένα τῆς κοσμολογίας καί τῆς γενετικῆς. Τάξη, ἀταξία, συνέχεια, ἀσυνέχεια, ἀδυναμία προβλέψεων συνθέτουν τήν εἰκόνα τῆς συμπαντικῆς πραγματικότητας. Μιά τέτοια εἰκόνα περίπου, ἐξάπαντος ὄχι ἐπιστημονική, ἑνός σύμπαντος ἱστορικοῦ, δυναμικοῦ καί ἐξελισσόμενου μᾶς παρουσιάζει καί ἡ Ἁγία Γραφή. Κανείς δέν μοῦ ἔδωσε ἀπάντηση σ’ αὐτά πού λέει ὁ Prigogine, ἀλλά μήτε μοῦ εἶπε κανείς ὅτι ὁ σοφός αὐτός καθηγητής εἶναι Ἑβραῖος!

Ἄλλωστε παρ’ ἡμῖν καί ἀλλοῦ λέγονται καί γράφονται συγκεχυμένες καί παράδοξες ἀπόψεις σέ ὅ,τι ἀφορᾶ τήν ἀρχαία ἑλληνική φιλοσοφία. Ἀποκαλοῦν, λόγου χάρη, τούς προσωκρατικούς φιλοσόφους ὑλιστές μέ τή σημασία οὔτε λίγο οὔτε πολύ τοῦ ξεπερασμένου μηχανικοῦ ὑλισμοῦ τοῦ 19ου αἰώνα. Καί περιέργως δέν προσέχουν τί μᾶς λένε κορυφαῖοι ἐπιστήμονες, ὅπως ὁ Werner Heisenberg. Ἀλλά συχνή καί συνάμα διασκεδαστική εἶναι καί ἡ ἐπωδός ― ὄχι ἡ ἐπωδή, βέβαια ― οὐκ ὀλίγων διανοουμένων, πού ἀσχολοῦνται μέ τά φιλοσοφικά πράγματα, ὅτι πρῶτοι οἱ προσωκρατικοί φιλόσοφοι πέταξαν τό μύθο   σά νά ’ναι αὐτός ὁ μύθος ἕνα παλιό ροῦχο! ― καί λευτερωμένοι ἀνακάλυψαν τήν καθαρή ἐπιστημονική γνώση καί ἐπιδόθηκαν σέ μιά ἔρευνα προόδου καί λαγαροῦ πολιτισμοῦ! Ὁ μύθος ὅμως τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς σκέψης ἦταν ἄκρως δημιουργικός, δημιουργός θά ἔλεγα γνώσης καί εὐρύτερου πολιτισμοῦ. Ἀκόμη καί ἡ παρεξηγημένη εἰδωλολατρία συνέβαλε τά μέγιστα στήν κορύφωση ἑνός ρωμαλέου πολιτισμοῦ. Οἱ περί ὧν ὁ λόγος φιλόσοφοι, ὅπως ἀργότερα Σωκράτης καί Πλάτων, ἀκόμη καί αὐτός ὁ Ἀριστοτέλης πού μᾶς λέει ὅτι ὁ φιλόσοφος εἶναι φιλόμυθος,  Μετά τά φυσικά, 982 b: ὁ γὰρ μῦθος σύγκειται ἐκ θαυμασίων  μέ ἕνα θαυμαστό κατά πάντα τρόπο συνδύασαν ἁρμονικά λόγο καί μύθο, πράγμα σχεδόν ἀνεπανάληπτο. Εἶναι κρίμα, λοιπόν, διανοούμενοι νά ὑποστηρίζουν τόσο ἄκριτες καί συγκεχυμένες ἀπόψεις γιά τήν ἀρχαία ἑλληνική σκέψη, γιά μιά σημαδιακά δημιουργική ἰδιοφυΐα. Ἄλλωστε καί λίγο νά προσέξει κανείς τίς διανοητικές συλλήψεις τῶν προσωκρατικῶν φιλοσόφων, φυσικῶν ἐπιστημόνων κατά τά ἄλλα, θά διαπιστώσει ὅτι οἱ παραστάσεις γιά τό πῦρ, τόν ἀέρα, τό νερό καί τό ἄπειρο προέκυψαν σαφῶς ἀπό ἑνιστικές μυθικές διαστάσεις. Πάντως ὁ νεοελληνικός πολιτισμός, ἐκφραζόμενος σέ βασικές δημιουργίες, εἶναι ἐμποτισμένος μέ τό γνήσιο ἀρχαιοελληνικό πνεῦμα καί μέ τήν παράδοση τῆς Ὀρθοδοξίας, κι ἄς διαφωνοῦν μερικοί ἑρμηνευτές του. Γιατί ὁ κάθε πολιτισμός, ὅταν εἶναι ζωντανός, σάν ἀρτεσιανό πηγάδι κατέχει τά βαθιά χαρακτηριστικά τῆς παράδοσης.

Ἑπομένως ἡ ἐσχατολογική προοπτική τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς τρέφεται καί ἐπενδύεται ἀπό τήν εἰκόνα μιᾶς δυναμικῆς ἱστορίας καί ἑνός δυναμικοῦ ἱστορικοῦ καί ἐξελισσόμενου σύμπαντος. Καί αὐτές οἱ ἀντιλήψεις στό παρελθόν, ἐξάπαντος, ἔχουν ἐμποτίσει βαθιά ὅλες τίς φάσεις τοῦ ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ. Ἔτσι αὐτονόητη ἦταν καί ἡ ἐντυπωσιακή ἀντίληψη γιά τή σχέση δημιουργίας καί χρόνου, ὅπως αὐτή διαχέεται σχεδόν σ’ ὅλα τά βιβλικά κείμενα καί κατά ρητό τρόπο στή γραμματεία τῆς πατερικῆς θεολογίας. Ἐνῶ, λοιπόν, ἀπό τόν  Ἀριστοτέλη ὥς τό Νεύτωνα ὁ χρόνος θεωρεῖται ὡς μία ἀνεξάρτητη διάσταση, κατά τή θεολογία χρόνος καί κόσμος, χρόνος καί δημιουργία μέ ἄλλα λόγια, συμφύονται σέ μιά ἀδιάσπαστη ἑνότητα. Θεολογικά εἶναι ἐσφαλμένη κατά πάντα ἡ ἄποψη ὅτι ὁ κόσμος δημιουργήθηκε ἐν χρόνῳ· τά πάντα δημιουργήθηκαν μέ τό χρόνο. Ἑπομένως κόσμος καί χρόνος εἶναι πραγματικές διαστάσεις, ἀδιαχώριστες ἐξολοκλήρου. Ἐν προκειμένω ὁ Μ. Βασίλειος μέ χαρακτηριστικές ἐκφράσεις ἔχει ἐπισημάνει τούτη τήν ὁλοκληρωτική συμφυΐα κόσμου καί χρόνου ἀφενός, καί τό ἀσύλληπτο τοῦ χρόνου ἀφετέρου. Μαζί μέ τόν κόσμο καί ὅλα τά συνυπάρχοντα μέ αὐτόν ὁ χρόνος ρέει ἀκατάπαυστα! Ἔτσι εἶναι ἄπιαστος ἐξολοκλήρου, ἀφοῦ τό παρελθόν εἶναι ἄφαντο, τό μέλλον ἀναμένεται καί τό παρόν πρίν νά γίνει γνωστό, δραπετεύει ἀπό τήν αἴσθησή μας. «Συμφυὴς ἄρα τῷ κόσμῳ καὶ τοῖς ἐν αὐτῷ ζῴοις τε καὶ φυτοῖς ἡ τοῦ χρόνου διέξοδος ὑπέστη, ἐπειγομένη ἀεὶ καὶ παραρρέουσα μηδαμοῦ παυομένη τοῦ δρόμου. Ἢ οὐχὶ τοιοῦτος ὁ χρόνος, οὗ τὸ μὲν παρελθὸν ἠφανίσθη, τὸ δὲ μέλλον οὔπω πάρεστι, τὸ δὲ παρὸν πρὶν γνωσθῆναι διαδιδράσκει τὴν αἴσθησιν;». (Εἰς τὴν Ἑξαήμερον PG 29, 13Β). Ἔτσι τά παλαιά ἐγχειρίδια τῆς Δογματικῆς κακῶς κάνουν λόγο γιά δημιουργία τῶν πάντων ἐν χρόνῳ, ἐξαιτίας, βέβαια, κάποιας ἀμέλειας τῶν τότε θεολόγων νά συμβουλευτοῦν τά πατερικά κείμενα ἤ νά κατανοήσουν σωστότερα τό νόημα τῶν βιβλικῶν κειμένων!

Κατά ταῦτα εἶναι ἐν πολλοῖς συγνωστή ἡ ἄγνοια τῶν παρ’ ἡμῖν διανοουμένων σέ ὅ,τι ἀφορᾶ τήν πρωτοποριακή αὐτή ἀντίληψη περί χρόνου τῆς βιβλικῆς καί πατερικῆς θεολογίας. Ἔτσι αὐτονοήτως μερικοί ἀπ’ αὐτούς γνωρίζουν ἀπό κάποιες μελέτες δυτικῶν ἔργων ὅτι ὁ Αὐγουστίνος κάνει λόγο γιά δημιουργία τοῦ Θεοῦ ὄχι ἐν χρόνῳ (non in tempore), ἀλλά μέ τό χρόνο (cum tempore). Ὅμως οἱ δυτικοί ἐρευνητές δέν γνωρίζουν ὅτι τήν ἀντίληψη αὐτή περί χρόνου ὁ Αὐγουστίνος ὑποστήριξε μετά τήν Ἑξαήμερο τοῦ Μ. Βασιλείου, ἀφοῦ πέρασαν πενήντα χρόνια καί. Πιθανόν ὁ Αὐγουστίνος γνώρισε τή σχετική διδασκαλία τοῦ Μ. Βασιλείου ἀπό τόν Ἀμβρόσιο Μεδιολάνων. Γι’ αὐτό συγνωστή εἶναι ἡ ἄγνοια μερικῶν, πού κάνουν λόγο γιά τόν Αὐγουστίνο καί μάλιστα μέ ἐντυπωσιακό θαυμασμό, ὅμως εἶναι ἐκτεθειμένοι, καθώς ἐνημερώνονται σωστά ἀπό ἑλληνικές μελέτες, μέ τή λεπτομερή ἐπισήμανση μάλιστα ὅτι ὁ Αὐγουστίνος στίς Ἐξομολογήσεις του, ὅπου ἀναφέρει τή σχετική ἀντίληψη περί χρόνου, φαίνεται καταφανῶς καί λεκτικά ἐξαρτημένος ἀπό τό Μ. Βασίλειο! Ἀβίαστα μπορεῖ νά γίνει ἡ σύγκριση τοῦ κειμένου τῆς Ἑξαημέρου μέ τό λατινικό κείμενο τῶν Ἐξομολογήσεων τοῦ Αὐγουστίνου: «Tempus metiorsciosed non metior futurumquia nondumestnon metior praesensquia nullo spatio tenditurnon metior praeteritumquia jam non est»,  «Procul dubio non est mundus factus in temporesed cum tempore». (Οἱ ὑπογραμμίσεις δικές μου γιά νά γίνεται εὔκολη ἡ σύγκριση μέ τίς παραπάνω ἑλληνικές λέξεις τῆς Ἑξαημέρου: μέλλον, παρόν, παρελθόν). (Βλ. Confessiones 11, 26, 33 PL 32, 822· De civitate Dei 11, 6 PL 41, 322). Καταφανῶς, λοιπόν, ὁ Αὐγουστίνος στό ἑνδέκατο βιβλίο τῶν Ἑξομολογήσεων ἀντιγράφει τό περί χρόνου κείμενο τῆς Ἑξαημέρου τοῦ Μ. Βασιλείου. Ἡ δυτικότροπα μεταπρατική, ἐξάλλου, αὐγουστίνεια γνώση ὁδήγησε ἕναν πολύ καλό ἐπιστήμονα νά παρουσιάσει ὡς εὕρημα τοῦ Αὐγουστίνου τή σύνδεση τοῦ Θεοῦ μέ τό φῶς!

Ἡ λεπτομερής αὐτή παράθεση, σέ ὅ,τι ἀφορᾶ τή σύγκριση αὐτῶν τῶν κειμένων, δέν προέρχεται ἀπό καμιά σχολαστική νοοτροπία. Εἶναι κάτι πού δείχνει ἀπογοήτευση καί προβληματισμό γιά τό ἦθος καί τήν ποιότητα μερικῶν διανοουμένων τῆς νεοελληνικῆς μας κοινωνίας. Μέ ἄλλα λόγια, ὅσες φορές εἶχα διαλογική συζήτηση μέ ἀξιόλογους κατά τεκμήριο ἀνθρώπους, διαπίστωσα ὄχι κάποια ἐνδεχομένως θεμιτή ἐπιφύλαξη ἤ διαφοροποίηση, ἀλλά πεισματική ἐμμονή στήν πρωτινή τους γνώση περί χρόνου κατά τόν Αὐγουστίνο, καί μάλιστα μέ ἐπαίνους γιά τό δυτικό πολιτισμό καί μέ λύπη γιά τήν κατωτερότητα τῆς σκέψης τῶν Ἑλλήνων πατέρων! Εἶναι κάτι πού μόνο ψυχολογική ἐξήγηση ἐπιδέχεται. Ἔτσι στήν προκειμένη περίπτωση, ζητώντας συγνώμη ἀπό τόν ἀγαπητό ἀναγνώστη, καί ὑποκύπτοντας στόν πειρασμό ἀναφέρω τί ἀκριβῶς ἄκουσα στό γυαλί, σ’ ἕνα, ἄς ποῦμε, τηλεοπτικό διάλογο μεταξύ διανοουμένων, ἄγνωστων σέ μένα. Εἶχα τήν ἐντύπωση ὅτι ἡ συζήτηση γινόταν ἐπί παντός ἐπιστητοῦ, ὁπότε σέ μιά στιγμή συνῆλθα ἀπό τήν ἀνία μου, καθώς ἕνας τῶν συζητητῶν ἀνέφερε μέ πρωτόγνωρο ἐνθουσιασμό τήν ἄποψη τοῦ Αὐγουστίνου περί χρόνου καί δημιουργίας. Τήν ἴδια στιγμή ἐπίσης τό ἐνδιαφέρον μου κορυφώθηκε μέ τήν παρέμβαση ἑνός ἄλλου πού διόρθωσε τά λεγόμενα τοῦ ἐνθουσιασμένου συζητητῆ, λέγοντάς του ὅτι στήν προκειμένη περίπτωση ἡ πρωτοποριακή σκέψη περί χρόνου ἀνήκει καταρχήν στό Μ. Βασίλειο ― κάτι πού μέ ἐξέπληξε καί μέ εὐχαρίστησε. Ὅμως ὁ πρῶτος συζητητής μέ ἕνα ἀπίστευτο μορφασμό ἀποδοκιμασίας καί μέ μιά ἀπαράδεκτη ἀπαξιωτική χειρονομία κραύγασε: ἐ, ὄχι καί ὁ Μ. Βασίλειος, ἔλεος πιά! Δέν γνωρίζω τήν ἐπιστημονική ἰδιότητα ἐκείνου τοῦ συζητητῆ, ἀλλά τό περιστατικό αὐτό δείχνει πόσο ἀφόρητα ἄσκημη καί ἐπιζήμια εἶναι ἡ ὅποια ἡμιμάθεια, ἡ πεισματική ἐμμονή σ’ αὐτήν καί ἡ ἐπιστημονική ἀλαζονεία. Μιά τέτοια ἀρρώστια, ἀτυχῶς, δέν παρατηρεῖται μόνο σ’ ἕνα φερόμενο ὡς διανοούμενο, ἀλλά σίγουρα ὑποβόσκει καί ὑποφώσκει στή νεοελληνική μας ζωή.

***

Χωρίς ἀμφιβολία, συνειδητά ἤ ἀσύνειδα μέχρι τινός ἤ μέχρι πολλοῦ, ζοῦμε τό νεοελληνικό πολιτισμό μέ ὅλα τά μακραίωνα παραδοσιακά του στοιχεῖα, ἀνεξάρτητα ἀπό τό τί νέο δημιουργοῦμε ἤ πρόκειται νά ἀφομοιώσουμε καί νά δημιουργήσουμε. Οἱ διανοούμενοι, ἐξάπαντος, ἔτσι κι ἀλλιῶς ἀναφέρονται σ’ αὐτή τήν πραγματικότητα. Πάντως μέ κίνδυνο νά παρεξηγηθῶ, θά κάνω λόγο γιά τήν κωμική καρικατούρα τῶν σημερινῶν νεοπαγανιστῶν, ἤ καλύτερα τῶν εἰσηγητῶν τῆς θρησκείας τοῦ ἑλληνικοῦ Δωδεκάθεου! Ὀνομάζω τούτη τήν προσπάθεια καρικατούρα, γιά νά μή νομίσουν, ἐνδεχομένως, μερικοί ὅτι θεωρώ τούτη τήν κίνηση ἰσάξια πρός τό πείραμα ἑνός Πλήθωνα καί τῶν συνεργατῶν του. Θά ἔλεγα, λοιπόν, ὅτι μιά τέτοια ἀξιολόγηση καί ἰσοπέδωση μοιάζει νά ’ναι καθαρή βλασφημία. Γιατί Πλήθων καί ὀπαδοί του ὑπῆρξαν γενναῖοι πατριῶτες μέ ἕνα ἡρωικό ρομαντισμό. Σ’ ἐκείνη τή δεινή κρίση τοῦ Ἑλληνισμοῦ, καθώς ὑπῆρχε μονάχα ὁ μονόδρομος τῆς πτώσης, ἡ ἀντίστασή τους ἦταν μιά πράξη ἀπελπισίας, συνάμα καί μιά ἀφροσύνη. Δέν ἤθελαν νά δεχτοῦν ὅτι στήν ἱστορία δέν γίνονται τέτοια πράγματα, μέ ἄλλα λόγια δέν νοεῖται καμιά ἐπιστροφή παρά μόνο συνέχεια. Ἔτσι ὁ ἀρχαῖος ἑλληνικός πολιτισμός ἦταν ἀφομοιωμένος καί πάντοτε καθ’ ὁδόν στή ζωντανή ἑλληνορθόδοξη παράδοση. Ἄλλος δρόμος δέν ὑπῆρχε, μήτε ὑπάρχει. Πάντως ἐκεῖνο τό πείραμα ἦταν ἔτσι κι ἀλλιῶς σέ χέρια ἀξιόλογων κατά πάντα ἀνθρώπων. Ἐξάλλου τό ἴδιο ἀπελπισμένη πράξη ὑπῆρξε καί ἡ προσφυγή στή βοήθεια τῆς Δύσης ἀπό ἐξίσου ἀξιόλογες προσωπικότητες τοῦ καιροῦ ἐκείνου. Ἀλλά ἡ τότε Δύση ἤδη εἶχε ὑποδουλώσει οἰκονομικά τό Βυζάντιο, πράγμα πού κατά κύριο λόγο ὁδήγησε στήν ὀδυνηρή πτώση του. Καί οἱ λάγνες ἐδαφικές βλέψεις φεουδαρχῶν ἦταν ἐπί θύραις.

Λοιπόν, οἱ παρ’ ἡμῖν νεοπαγανιστές καί οἱ ὅποιες θεωρητικές ἤ κακέκτυπες ἀπομιμήσεις δέν μποροῦν νά δικαιωθοῦν κατά κανένα τρόπο στή σημερινή ἀσθμαίνουσα καί καλπάζουσα οἰκουμενικότητα ὅπου γῆς. Ἐξάλλου προξενεῖ μεγάλη ἀπορία τό γεγονός ὅτι στή σημερινή ἀνοιχτή κοινωνία πρός τό μέλλον μέ τήν πληθώρα γνώσεων καί ἐπιτευγμάτων οἱ περί ὧν ὁ λόγος μεταρρυθμιστές ἀδυνατοῦν νά καταλάβουν τήν πραγματικότητα. Ἐν προκειμένω θά ἦταν περιττή πολυτέλεια νά ἀπαιτεῖ κανείς ἀπ’ αὐτούς νά κατανοήσουν καί νά δεχτοῦν ὅτι ὁ Ἀρχαῖος Ἑλληνισμός, πού ὑποτίθεται ὅτι τόν λατρεύουν, ὑφίσταται μεταμορφωμένος καί βαθιά ριζωμένος στό νεοελληνικό πολιτισμό, καί μάλιστα στόν ἴδιο τόν τρόπο ζωῆς τῆς ἐκκλησιαστικῆς παράδοσης, τήν ὁποία ζοῦν σχεδόν ὅλοι οἱ πολίτες συνειδητά ἤ ἀκόμη καί ἐν πολλοῖς ἀσύνειδα. Ἐξάλλου εἶναι σίγουρο ὅτι οἱ νεοπαγανιστές δέν μποροῦν νά καταλάβουν ὅτι μέ τήν ἐνδεχόμενη ἀποκλειστική, ἤ ἀκόμη καί πεισματική, προσήλωση σ’ αὐτή τή μεταρρύθμιση καταντοῦν σέ μιά ἐπικίνδυνη εἰδωλολατρία, ὄχι ἐπειδή ἐπιστρέφουν σέ μιά ἀρχαία θρησκευτική ζωή. Μέ ἄλλα λόγια, οἱ Ἀρχαῖοι Ἕλληνες δέν ἦταν εἰδωλολάτρες, μέ τή σημασία τῆς ἀποκλειστικῆς προσκόλλησης σέ ξόανα, ἀγάλματα καί στή λατρεία τῶν θεῶν, ἀλλά μέσω αὐτῶν δημιουργοί ἑνός φωτεινοῦ πολιτισμοῦ. Ἀργότερα σχηματίστηκαν παραστάσεις περί στενῆς εἰδωλολατρικῆς προσήλωσης τῶν Ἑλλήνων στούς δώδεκα θεούς. Καί τοῦτο συνέβη, ἐπειδή οἱ θεοί τους θεωρήθηκαν σωτῆρες! Ἔτσι οἱ νεοπαγανιστές, θά ἔλεγε κανείς σκόπιμα ὀξύνοντας τό λόγο, μεταβάλλονται σέ εἰδωλολάτρες, ἐνῶ οἱ Ἀρχαῖοι Ἕλληνες δέν ἦταν εἰδωλολάτρες, μέ τή σημασία πού εἰπώθηκε πρωτύτερα.

Ἀλλά στήν ἐποχή μας καί στόν τόπο μας, ἀτυχῶς, ὑπάρχει σοβαρό πρόβλημα σέ ὅ,τι ἀφορᾶ τήν τάση πολλῶν θεολόγων καί ἄλλων διανοουμένων νά ἐξοβελίζουν ― θεωρητικά βέβαια! ― τό αἰσθητικό καί καλλιτεχνικό στοιχεῖο ἀπό τήν ἐκκλησιαστική ζωή, θεωρώντας το κάτι ἀταίριαστο, ἀκόμη καί ἠθικά ἐπιζήμιο· πλανώμενοι πιστεύουν ὅτι ἡ ἐκκλησιαστική ζωή καί ἡ θεολογία ἐξαντλοῦνται σέ μιά ἠθικολογία. Εὐτυχῶς τούς διαψεύδουν μεγάλοι παρ’ ἡμῖν δημιουργοί τῆς τέχνης, οἱ ὁποῖοι φαίνονται ξεκάθαρα ἐμποτισμένοι μέ τό φιλόκαλο ὀρθόδοξο πνεῦμα. Ἐπιλέγω μόνο δειγματοληπτικά μερικούς δημιουργούς, καί συνάμα ἁπλῶς μνημονεύω Διονύσιο Σολωμό καί Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη.

1. Ὁ Γιῶργος Σεφέρης τόσο στήν ποιητική του δημιουργία, ὅσο καί στά πεζά του διακρίνεται γιά τήν αἴσθηση τῆς βυζαντινῆς καλαισθησίας, συνδυασμένης μέ μιά βαθιά πνευματικότητα, τό περιεχόμενο τῆς ὁποίας εἶναι τό πεντόσταγμα τοῦ θεολογικοῦ στοχασμοῦ: «Τί τά θέλεις, εἴμαστε ἕνας λαός μέ μεγάλους πατέρες τῆς Ἐκλησίας, ἀλλά σήμερα χωρίς μυστικούς· μέ μεγάλη προσήλωση στό αἴσθημα καί στίς ἰδέες, ἀλλά μᾶς ἀρέσει νά δίνουμε καί στά πιό ἀφηρημένα μιά μορφή οἰκειότητας, πράγμα πού ἕνας Χριστιανός τῆς Δύσης θά τό ἔλεγε εἰδωλολατρία». (Δοκιμές, τόμος δεύτερος, Ἀθήνα 51984, σελ. 14).

2. Ὁ Ὀδυσσέας Ἐλύτης, σύν τοῖς ἄλλοις, μέ ὁρισμένα λεγόμενά του παραπέμπει στά γεγυμνασμένα αἰσθητήρια τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί τῶν πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. (Βλ. Ἑβρ. 5, 14· Γρηγορίου Νύσσης, Περί κατασκευῆς ἀνθρώπου PG 44, 197C): «Ἤ παραμένεις μέ τίς πέντε σουαἰσθήσεις ἀγύμναστες (ἡ ὑπογράμμιση δική μου) καί τόν ψυχικό σου κόσμο ἐκτεθειμένο σέ συμβάντα ἐπιφανείας πού ἁπλῶς καταγράφεις, ὁπόταν, μεῖον τή διαφορά τῆς ποιότητας, τοποθετεῖσαι στήν ἴδια παράλληλο μέ τά λαϊκά τραγούδια καί τ’ ἀναγνώσματα τῶν ἑβδομαδιαίων περιοδικῶν· ἤ ἀποδέχεσαι καταρχήν τήν ὕπαρξη μυστηρίου, ὁπόταν θέτεις ὑπό ἀμφισβήτηση τά ἐξαγόμενα κάθε πρωτοβάθμιας ἐμπειρίας καί εἰσχωρεῖς μέ μιά βαθιά τομή στήν πραγματικότητα...». (Ἐν λευκῷ, Ἀθήνα 21993, σελ. 393-94). 

3. Ὁ Γιάννης Τσαρούχης, τοῦ ὁποίου οἱ ἀπόψεις γιά τά ἄφθαρτα στοιχεῖα τῆς Ὀρθοδοξίας μνημονεύτηκαν πρωτύτερα, καί σέ ἄλλο ἔργο του διορθώνει τίς πολύ κακές ἀντιλήψεις, πού ἔχουν οὐκ ὀλίγοι, σέ ὅ,τι ἀφορᾶ τό Βυζάντιο καί τόν πολιτισμό του, σχετικά μέ τήν ὀρθόδοξη πνευματικότητα: «Ἡ ἀνεκτίμητη βυζαντινή τέχνη, συγκεκριμένα ἡ βυζαντινή ζωγραφική, πού διατήρησε σάν φαραωνικός τάφος τό σπόρο τῆς ἑλληνικῆς ἰδιοφυΐας, ἦρθε μιά ἐποχή πού ἔπαψε νά δίνει ὅ,τι εἶχε δώσει ὥς τότε μέ ποικίλες μορφές». (ἀγαθόν τό ἐξομολογεῖσθαι, Ἀθήνα 1986, σελ. 161). Στήν προκειμένη περίπτωση δέν μνημονεύω τό Φώτη Κόντογλου, σκόπιμα γιά νά μήν προκαλέσω ἐνδεχομένως μερικῶν τήν προκατάληψη.

4. Ἡ οὐσιαστική ἐπίδοση στή μουσική δημιουργία διαπότισε ὁλάκερο τό βυζαντινό πολιτισμό, τή ζωή του. Ἡ ἐκκλησιαστική μουσική, συνεχίζοντας μέ ἄκρως ἀφομοιωτικό τρόπο τήν ἑλληνική παράδοση κατόρθωσε ὥς τίς φάσεις τοῦ νεοελληνικοῦ πολιτισμοῦ νά μπεῖ καί στά κύτταρα τῶν ἀνθρώπων. Νά τί λέει, χαρακτηριστικά ἀποκαλυπτικό ὁ Μάνος Χατζιδάκις ― τό εἶχε πεῖ ἤδη τό 1948, πράγμα πολύ σπουδαῖο ―, τό ὁποῖο φανερώνει τή μεγάλη δημιουργία τῆς βυζαντινῆς μουσικῆς: «Πάνω σ’ αὐτούς τούς ρυθμούς χτίζεται τό ρεμπέτικο τραγούδι, τοῦ ὁποίου παρατηρώντας τή μελωδική γραμμή διακρίνουμε καθαρά τήν ἐπίδραση ἤ καλύτερη τήν προέχταση τοῦ βυζαντινοῦ μέλους. Ὄχι μόνο ἐξετάζοντας τίς κλίμακες πού ἀπό ἔνστιχτο τῶν λαϊκῶν μουσικῶν διατηροῦνται ἀναλλοίωτες, μ’ ἀκόμη παρατηρώντας τίς πτώσεις, τά διαστήματα καί τόν τρόπο ἐκτέλεσης. Ὅλα φανερώνουν τήν πηγή, πού δέν εἶναι ἄλλη ἀπό τήν αὐστηρή καί ἀπέριττη ἐκκλησιαστική ὑμνωδία». (Ὁ καθρέφτης καί τό μαχαίρι, Ἀθήνα 1984, σελ. 12. Βλ. ἐπίσης Ντίνος Χριστιανόπουλος, Μέ τέχνη καί μέ πάθος, Θεσσαλονίκη 1988, σελ. 34 κ.ἑ.).

5. Σύνδεσμο ὀργανικό ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς καί ἤθους, ὁ ὁποῖος προέρχεται ἀπ’ αὐτήν, πρός τόν πολιτισμό τῆς Ὀρθοδοξίας διαπιστώνει καί ὁ Μίκης Θεοδωράκης: «Τήν ἴδια ἐποχή τό νταούλι συντόνιζε στό τσάμικο καί στό καλαματιανό τούς ὑπόλοιπους Ἕλληνες πού χάρις στό πλῆθος τῶν ἁγίων τῆς ὀρθοδοξίας δέν ὑπῆρχε βδομάδα χωρίς πανηγύρι, τραγούδι καί χορό». (Ἀνατομία τῆς μουσικῆς, Ἀθήνα 1983, σελ. 219).

6. Ἄκρως χαρακτηριστικά καί πολύ ἐνδιαφέροντα εἶναι τά ὅσα λέγει ὁ Γιῶργος Θεοτοκᾶς στά Τετράδια Ἡμερολογίου (1939-1953), σελ. 306 καί 338: «Ἐξάλλου ἕνας ἄνθρωπος τοῦ τόπου μας πού θέλει νά εἶναι ‘ἑλληνολάτρης’ στό πνευματικό καί καλλιτεχνικό ἐπίπεδο καί πού δέν καταλαβαίνει τίποτα ἀπό τήν καλλιτεχνική ἐξέλιξη τῶν δέκα αἰώνων τοῦ Βυζαντίου (πού δέν καταλαβαίνει καί πού δέν ἀγαπᾶ, πού ἴσια-ἴσια ἀπεχθάνεται τήν περίοδο αὐτή), μοῦ δίνει τήν ἐντύπωση ὅτι συντηρεῖ μιά ‘ἑλληνολατρεία’ βιβλιακή καί μουσειακή κι ὄχι ζωντανή, ὀργανική συνέχεια τοῦ ἑλληνικοῦ πνεύματος». «Σχετικά μέ τή διάσωση κάποιας ζωντανῆς παράδοσης τοῦ ἀρχαίου θεάτρου μές στήν ὀρθόδοξη ἐκκλησία, τοῦ ἀναφέρω μιά σύντομη ἀλλά πολύ οὐσιαστική γνώμη τοῦ Jacques Copeau, ριγμένη σέ κάποια συνέντευξή του πρός μιά ἀθηναϊκή ἐφημερίδα στά 1940 (ἔχασα δυστυχῶς τό φύλλο). Ὁ γάλλος ἔλεγε περίπου ὅτι μονάχα τίς μέρες ἐκεῖνες, πού παρακολούθησε στήν Ἀθήνα ὀρθόδοξες λειτουργίες, ἄρχισε κάπως νά μαντεύει τί μποροῦσε νά εἶναι μιά ἀρχαία παράσταση. Ἡ γνώμη αὐτή μοῦ φαίνεται βαρυσήμαντη».

Προσωπικά θά ἐπιθυμοῦσα ὅλα τά παραπάνω νά μποροῦσα νά ἐπισημάνω σέ θεολογικά συγγράμματα. Ἀλλά κάτι τέτοιο εἶναι, προσώρας, πολύ δύσκολο.

Ὅμως, μελετώντας κανείς τά μνημεῖα τῆς καλλιτεχνικῆς δημουργίας στή νεοελληνική ζωή τῶν δύο τελευταίων αἰώνων, νοσταλγεῖ ἀκατανίκητα ὅλους αὐτούς τούς παλαιούς δημιουργούς, μιά καί στίς ἡμέρες μας ἐπιπολάζει προκλητικά, καί μάλιστα ὑπό τή μέθη τῶν φωτεινῶν τηλεοπτικῶν προβολέων, ἡ μίμηση καί ἡ ἀπογοητευτική μετριότητα. Εὔχεται νά ’ταν δυνατόν νά πνεύσει ἕνας σαρωτικός ἄνεμος καί νά σκορπίσει στούς τέσσερις ἀνέμους ὅλα τά κακέκτυπα ἔργα. Ἀλλά προσοχή, ἐξάπαντος ὑπάρχει ἔτσι κι ἀλλιῶς καί ἡ καλή συνέχεια, ἔστω καί πιεσμένη, ἔτσι ὥστε κατά νομοτέλεια ν’ ἀνατείλουν καλύτερες δημιουργικές ἡμέρες. Ἄλλωστε, τίποτα δέν ὑπάρχει ἀπολύτως ἐξαχρειωμένο, καί τίποτα ἀπολύτως ἐξιδανικευμένο. Τό δέντρο γνωρίζεται ἀπό τόν καρπό του. Ἔτσι ὅλοι ξέρουμε ὅτι ἡ δημιουργία ἀναθάλλει μέ σκιρτήματα τῆς φύσης, μέ γλυκούς ψιθύρους καί μέ κελαηδήματα πουλιῶν, μακριά ἀπό τούς σχολαστικούς καθαρολόγους, ἠθικολόγους καί διορθωτές τῆς κοινωνίας.

 
Κυριακή Α´ Ματθαίου, Κυριακή τῶν Ἁγίων Πάντων, 15 Ιουνίου 2025 (11/6/ 2023), (Αριθμ. 20Ν1)
 

Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ.

 

(Άρχεται μετά τον Εσπερινό της Κυριακής η νηστεία των Αγίων Αποστόλων μέχρι 28 Ιουνίου)

 

I. α. Με την Κυριακή των Αγίων Πάντων κλείνει η περίοδος του Πεντηκοσταρίου, η οποία άρχισε με το «Δεῦτε λάβετε φῶς». Στην υμνολογία του Μικρού Εσπερινού προβάλλεται ο σκοπός της σημερινής εορτής, αφού πρώτα δοθεί η σύνοψη του περιεχομένου του Μυστηρίου της Θείας Οικονομίας με ένα λόγο συγκλονιστικό. Ο υμνωδός χαιρετίζει τη Νέα Σιών, την Εκκλησία των Ιεροσολύμων, όμως, ως συμπερίληψη και του παλαιού Ισραήλ εν τω προσώπω του Αναστάντος Χριστού, όπως έχει ήδη υπογραμμισθεί σε προηγούμενο κείμενο ότι ο Χριστός ενώνει στο πρόσωπό του το τρισσό αξίωμα του παλαιού Ισραήλ ενώνοντας παλαιό και νέο Ισραήλ και σύμπαν το ανθρώπινο γένος στο Μυστικό Δείπνο, στα πάθη και την Ανάσταση, ως καινή δημιουργία: Ἀναστάσιμο Στιχηρὸ γ´, ἦχος πλ. δ´: «Χαῖρε Σιὼν ἁγία, Μήτηρ τῶν Ἐκκλησιῶν, Θεοῦ κατοικητήριον· σὺ γὰρ ἐδέξω πρώτη, ἄφεσιν ἁμαρτιῶν, διὰ τῆς Ἀναστάσεως». Επιπλέον, πρέπει να σημειωθεί ότι αργότερα περί την ΣΤ´ Οικουμενική Σύνοδο κατονομάζεται ως Νέα Σιών η εκκλησία Κωνσταντινουπόλεως, με αναφορά, μάλιστα, στο Σύμβολο Πίστεως της Νικαίας, που αποτέλεσε τη βάση του όλου θεολογικού εμπλουτισμού της ζωής της Εκκλησίας, πράξεως και θεωρίας.

β. Εξάλλου, η Νέα Σιών της Πεντηκοστής είναι η Εκκλησία όλων των εθνών, στην οποία αίρονται όλες οι μεταπατορικές αποκλειστικότητες, καθότι κοινή είναι η ανακαίνιση του γένους των ανθρώπων διά της ενανθρωπήσεως, κοινή και η χάρη της Πεντηκοστής, όμως κατά τη δεκτικότητα εκάστου! Η προαίρεση και η βούληση των λογικών όντων δεν αίρονται. Aν ίσχυε το αντίθετο, θα ήρετο και η ζωή της Εκκλησίας, καθότι θα κατέληγε να είναι μηχανιστική, ισοπεδωτική της ελευθερίας των λογικών όντων, εντέλει μία λατρεία τύποις ειδωλικής πράξης. Σ᾽ αυτό καταλήγει και ό,τι εκφαίνεται στις μέρες μας με διατυπώσεις: όλοι είναι παιδιά του Θεού, όλοι δικαιούνται κατά τρόπο μηχανιστικό, ήτοι ειδωλικό, τα πάντα άνευ ασκήσεως και προκοπής, χωρίς να εξελίσσεται η ανθρωπότητα, το κοινό όραμα μιας αγαθοτοπίας!

γ. Στην ίδια ερμηνευτική γραμμή, ως ομολογία πίστεως, με υπόβαθρο τις συνοδικές αποφάσεις των τεσσάρων Οικουμενικών Συνόδων περί του τρόπου της Ενανθρωπήσεως του Υιού και Λόγου του Θεού Πατρός (Γ´- ΣΤ´), το τέταρτο Στιχηρὸ Ἀναστάσιμο περιλαμβάνει στὸ μυστήριο της του Υιού Οικονομίας άπαν το ανθρώπινο γένος. Το Στιχηρό δομείται εν λόγω βραχεί: "Ὁ ἀΐδιος Υἱὸς καὶ Λόγος, πρὸ τῶν αἰώνων γεννηθεὶς ἐκ τοῦ Πατρός, ὁ αὐτὸς καὶ σαρκωθείς, ὑπομείνας τὰ πάθη ἑκουσίως (βουλήσει)", πιστοποιώντας το γεγονός της πραγματικής ενανθρώπησης, είναι ὁ Σωτήρας του νεκρωθέντα ανθρώπου (ο θάνατος εισήλθε, για να μη γίνει αθάνατη η προπατορική αποστασία και τα ματαπατορικά αμαρτήματα), που σώζει τον άνθρωπο με την Ανάστασή του, ο Χριστός, τραβώντας από τον Άδη (παραστατική εικόνα) τον Αδάμ και την Εύα, (ως συμπερίληψη όλου του ανθρώπινου γένους), γιατί αυτή είναι η Ανάσταση, «δι᾽ ἡμᾶς», η κάθοδος του Χριστού στον Άδη.

δ. Αυτή η λέξη «βουλήσει», όπως και οι συνώνυμες «ἑκουσίως», ή «αὐτεξουσίως», που λέγονται κατά κόρο στα υμνολογικά κείμενα της Εκκλησίας, προέρχονται από τις ερμηνευτικές προτάσεις των Πατέρων μας επί των άρθρων του Συμβόλου της Πίστεως και δηλώνουν ότι ο Χριστός κατά την Ενανθρώπηση είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος με ψυχή λογική και σώμα, όπως όλοι οι άνθρωποι, χωρίς αμαρτίας, ως των όλων Θεός, γιατί είναι η ανθρώπινη φύση του Χριστού, που τη δημιούργησε, ως Δημιουργήσας τα σύμπαντα, στη μήτρα της Απειρογάμου Παναγίας «ἑαυτῷ», ως ιδία του ανθρώπινη φύση. Και, βέβαια, όπως λέμε στο Σύμβολο της Πίστεως η Ενανθρώπηση έγινε για μας και τη σωτηρία μας. (Όταν διαβάζετε για τη διαλεκτική, άκουσον, άκουσον, των δύο φύσεων του Χριστού, να ξέρετε ότι πρόκειται για θλιβερές ανοησίες. Οι άνθρωποι που λένε αυτά δεν άνοιξαν μήτε κείμενα, μήτε άκουσαν τί λέγεται στις Ακολουθίες της Εκκλησίας. Αυτοσχεδιάζουν άνευ τεκμηριώσεως στη ζωή της Εκκλησίας με ένα τρόπο ιδιαίτερου ψυχισμού). (Παραθέτω και το τέταρτο Ἀναστάσιμο Στιχηρό, ἦχος πλ. δ´: «Ὁ ἐκ Θεοῦ Πατρὸς Λόγος, ἐπ᾽ ἐσχάτων δὲ τῶν χρόνων, ὁ αὐτὸς ἐκ τῆς Ἀπειρογάμου σαρκωθείς, βουλήσει σταύρωσιν θανάτου ὑπέμεινε, καὶ τὸν πάλαι νεκρωθέντα ἄνθρωπον ἔσωσε, διὰ τῆς ἑαυτοῦ Ἀναστάσεως». Σε περισσότερο εκτεταμένη μορφή κείται το Δογματικό Στιχηρό στο Καὶ νῦν, ἦχος πλ. δ´, λίγο παρακάτω. Το παραθέτω κι αυτό, για όποιον θέλει να σκεφθεί περισσότερο, αλλά κυρίως, για να γίνει σαφές ότι το μυστήριο της Θείας Οικονομίας αφορά σε όλη την κτίση. Το παραθέτω κι αυτό εδώ, γιατί είναι μεγαλειώδες: «Πῶς σε μακαρίσωμεν Θεοτόκε; πῶς δὲ ἀνυμνήσωμεν ὑπερευλογημένη, τὸ κατάληπτον μυστήριον τῆς κυοφορίας σου; Τῶν αἰώνων γὰρ ὁ ποιητής, καὶ τῆς ἡμετέρας δημιουργὸς φύσεως, τὴν ἰδίαν εἰκόνα οἰκτείρας, καθῆκεν ἑαυτόν, εἰς κένωσιν τὴν ἀνεξιχνίαστον, ὁ ὢν ἐν τοῖς ἀΰλοις κόλποις τοῦ Πατρός, ἐν μήτρᾳ σου, ἁγνή, κατεσκήνωσε, καὶ σὰρξ ἀτρέπτως ἐγένετο ἐκ σοῦ, ἀπειρόγαμε, μείνας, ὅπερ ὑπῆρχε φύσει, Θεός. Διὸ αὐτὸν προσκυνοῦμεν, Θεὸν τέλειον, καὶ ἄνθρωπον τέλειον, τὸν αὐτὸν ἐν ἑκατέρᾳ μορφῇ· ἑκατέρα γὰρ φύσις ἐστὶν ἐν αὐτῷ ἀληθῶς, διπλᾶ δὲ πάντα κηρύττομεν, τὰ φυσικὰ αὐτοῦ ἰδιώματα, κατὰ τὴν διπλόην τῶν οὐσιῶν, δύο σέβοντες τὰς ἐνεργείας, καὶ τὰ θελήματα. Ὁμοούσιος γὰρ ὢν τῷ Θεῷ καὶ Πατρί, αὐτεξουσίως θέλει, καὶ ἐνεργεῖ ὡς ἄνθρωπος. Αὐτὸν ἱκέτευε, σεμνὴ παμμακάριστε, τοῦ σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν», που απηχεί τὴν ερμηνεία των αποφάσεων της ΣΤ´ Οικουμενικής Συνόδου.

ε. Μεταξύ των δύο παραπάνω Στιχηρών η Εκκλησία ψάλλει στο Δόξα το Στιχηρό για τη σημερινή εορτή κατονομάζοντας, εξαιρέτως, τους Μάρτυρες της Πίστεως, που επισφράγησαν την ομολογία Χριστού με το μαρτύριο του αίματος, όπως, εξάλλου, μνημονεύονται και μετά την ευχή της Επικλήσεως σε κάθε Θεία Λειτουργία μεταξύ όλων των αυτοπτών Αγίων των Θεοφανειών του Τριαδικού Θεού, Παλαιάς τε και Καινής Διαθήκης: «Ἔτι προσφέρομέν σοι τὴν λογικὴν ταύτην λατρείαν ὑπὲρ τῶν ἐν πίστει ἀναπαυσαμένων Προπατόρων, Πατέρων, Πατριαρχῶν, Προφητῶν, Ἀποστόλων, Κηρύκων, Εὐαγγελιστῶν, Μαρτύρων, Ὁμολογητῶν, Ἐγκρατευτῶν, Διδασκάλων, καὶ παντὸς πνεύματος δικαίου ἐν πίστει τετελειωμένου».

στ. Κατά ταύτα, το Απόστιχο απηχεί τη μαρτυρική περίοδο της Αποστολικής και Μεταποστολικής περιόδου και την αιμάτινη έξοδο της Αποστολικής Εκκλησίας προς τον κόσμο, προς τα έθνη. Εξάλλου, ο εορτασμός της μνήμης των Μαρτύρων είναι από τις παλαιότερες εορτές του Αγιολογίου της Εκκλησίας μας. Στο Απόστιχο των Μαρτύρων ο «θεῖος» χορός όνομάζεται «τῆς Ἐκκλησίας ἡ βάσις, τοῦ Εὐαγγελίου ἡ τελείωσις», γιατί «ὑμεῖς ἔργῳ τοῦ Σωτῆρος τὰ ῥητὰ ἐπληρώσατε». Οι Άγιοι Μάρτυρες, δηλαδή, καλούνται στηρίγματα της Εκκλησίας και ολοκλήρωση του Ευαγγελίου, καθώς με τη θυσιαστική τους πράξη εκπλήρωσαν τούς λόγους του Χριστού, να ομολογήσουν, δηλαδή, το Χριστό ως Θεό, κατά την προτροπή του προς τους Αποστόλους «μέχρι περάτων της γης» εν μέσω ενός κόσμου ειδωλολατρίας και μεταπατορικών αντιθέσεων.

ζ. Και, ενώ, η υμνολογία της εορτής, όπως είναι φυσικό, αρχίζει με το χαιρετισμό των Μαρτύρων, που αποτελεί κεντρικό άξονα, παράλληλα υπάρχουν, ιδίως, στο Μεγάλο Εσπερινό Στιχηρά, όπου συμπεριλαμβάνεται όλος ο χορός των Αγίων, το ανθρώπινο γένος, άνδρες και γυναίκες, γιατί ο κατά Χριστόν αγώνας και η δωρηθείσα σωτηρία αφορά σε κάθε άνθρωπο, άνδρα ή γυναίκα, αφού ο Χριστός, για να θυμηθούμε μόνο τον Άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, ήρε την προπατορική αμαρτητική αντίθεση γυναίκας- άνδρα και μας ξανάκανε ανθρώπους. Παραθέτω εδώ μόνο από το Μεγάλο Εσπερινό το Ἀναστάσιμο Στιχηρό στο Δόξα, ἦχος πλ. δ´, μετά τα Στιχηρά της Θεοτόκου, που μας ξαναθυμίζει τη μνημόνευση μετά την ευχή της Επικλήσεως: «Δεῦτε πιστοί, σήμερον χορείαν ἐπικροτήσαντες, εὐσεβῶς πανηγυρίσωμεν, καὶ τῶν Ἁγίων πάντων τὴν ἔνδοξον, καὶ σεβάσμιον μνήμην, ἐνδόξως τιμήσωμεν, λέγοντες· Χαίρετε, Ἀπόστολοι ἔνδοξοι, Προφῆται, καὶ Μάρτυρες, καὶ Ἱεράρχαι. Χαίρετε, Ὁσίων ὁ δῆμος, καὶ τῶν Δικαίων. Χαίρετε, τιμίων Γυναικῶν ὁ χορὸς καὶ Χριστὸν ὑπὲρ τοῦ κόσμου πρεσβεύσατε, νίκας τῷ βασιλεῖ κατὰ βαρβάρων δωρήσασθαι, καὶ ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν τὸ μέγα ἔλεος».

 

II. α. Αυτή η Υμνολογία της Εκκλησίας είναι ευθεία απόδοση της καταγραφής ενταυτώ του σημερινού Αποστολικού και του Ευαγγελικού Αναγνώσματος. Πρέπει να σημειώσω ότι το Αποστολικό Ανάγνωσμα της σημερινής ημέρας είναι η συμπερασματική συνέχεια του συγκλονιστικού Αποστολικού Αναγνώσματος της Κυριακής της Ορθοδοξίας, που μας κηρύττει για τη βεβαιότητα της πίστης, με την οποία έζησαν όλοι οι Θεόπτες της Παλαιάς Διαθήκης, ως Μάρτυρες των επαγγελιών του Άσαρκου Λόγου στον παλαιό Ισραήλ. Έρχεται, λοιπόν, ο Απόστολος Παύλος και μας ζητάει να έχουμε την ίδια με αυτούς πίστη στον αυτόν Ένσαρκο Λόγο, τον Ιησού Χριστό, τον «τελειωτή», που ανακεφαλαιώνει την επαγγελία, την προς όλους μας ευεργασία, διά των παθών και της εις τα δεξιά του Πατρός καθέδρας του, όπου δυνάμει και χάριτι εισήγαγε άπαν το ανθρώπινο γένος.

β. Με το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα η Εκκλησία μάς καλεί, κατά το λόγο του Χριστού στους Αποστόλους, σε ομολογία του Αποκαλυφθέντος Υιού και Λόγου του Θεού, όχι με λόγια αλλά με έργα, υπερβαίνοντας όλες τις συμβάσεις της ζωής, ό,τι συνιστά την ατομικότητά μας, αποδεχόμενοι την παλιγγενεσία του Χριστού, τον καινούργιο κόσμο, όπου αίρονται οι αποκλειστικότητες και όλες οι συμβάσεις της μεταπατορικής μας περιπέτειας, αφού στη ζωή της Εκκλησίας, στη ζωή των Αγίων και των Μαρτύρων, δεν ισχύει καμία συμβατική διάκριση και τιμή τέτοιου είδους, παρά μόνο ο αγιακός βίος κατά τη δεκτικότητα εκάστου, κατά την ελευθέρα προαίρεσή του. Έτσι «Πολλοὶ δὲ ἔσονται πρῶτοι ἔσχατοι καὶ ἔσχατοι πρῶτοι», Ματθ. ιθ´, 30.

γ. Και, επειδή τα κατορθώματα των Μαρτύρων και όλων των Αγίων απαρχής είναι δωρεά και χάρη Θεού, πλουτισμός του κοινού εκκλησιαστικού σώματος «τῆς μυστικῆς Σιών», κατά το Δοξαστικό των Αγίων Πατέρων, εν Αγίω Πνεύματι, δοξασμός που δωρίζεται στην Εκκλησία ως συναγωγή των πάντων και επέκταση του μυστηρίου της Θείας Οικονομίας στους άπειρους αιώνες εν κόλποις του Θεού Πατρός, γι᾽ αυτό Απολυτίκιο και Κοντάκιο της εορτής είναι τα αυτά με την Πεντηκοστή (Ἀπολυτίκιο: «Εὐλογητὸς εἶ, Χριστέ...», Κοντάκιο: «Ὅτε καταβάς...»), όπως και η εορτή ακολουθεί τη διάταξη του Πεντηκοσταρίου.

δ. Στήν πορεία της Εκκλησίας προς τα έθνη η ενότητα του κοινού χαρισματικού σώματος έχει περάσει και περνά δοκιμασίες. Η Εκκλησία αντιμετώπισε τις έξωθεν επιθέσεις και τις έσωθεν διαβρωτικές κινήσεις από ασθενούντα μέλη της με βάση την πίστη της εν τη πράξει πάντα ως λατρεύουσας κοινότητας, διαμορφώνοντας τα ερμηνευτικά της κριτήρια, ήτοι τις προφητικές και αποστολικές αποδείξεις των θεοπτών του Λόγου εν Αγίω Πνεύματι, (γι᾽ αυτό συνοδικός κανόνας επιτάσσει ως προϋπόθεση για τη χειροτονία των κληρικών τη γνώση της ερμηνείας του Ευαγγελίου, του Απόστολου και του Ψαλτήρα!), το Σύμβολο της πίστεως, ως σύνοψη της μαρτυρίας των νέων μελών κατά τη μαρτυρία των Αγίων Προφητών και Αποστόλων, τη συνοδική ερμηνεία του Συμβόλου της πίστεως, κατά τη μαρτυρία των εγκρίτων και εγκύρων Πατέρων, και τη λειτουργική επιμαρτυρία σε μία αδιατάρακτη συνέχεια λειτουργικής πράξης και ασκήσεως του αγιακού βίου, εκκόπτουσα πάντα η Εκκλησία συνοδικά τις αυτονομημένες κινήσεις της αυταρέσκειας και της εξαπάτησης των ανθρώπων από τα ιδιοτελή μέλη της και τους παντός είδους αγύρτες, οι οποίοι πολλάκις εμφανίζονται και ως πνευματικότατοι, όπως όλοι οι ατομοκεντρικοί εκμεταλλευτές και ιδίως οι ηθικιστές!

 

Αποστολικό Ανάγνωσμα: Ἑβρ. ια´, 33- ιβ´, 2: « (Ἀδελφοί, οἱ ἅγιοι πάντες) 33 (οἳ) διὰ πίστεως κατηγωνίσαντο βασιλείας, εἰργάσαντο δικαιοσύνην, ἐπέτυχον ἐπαγγελιῶν, ἔφραξαν στόματα λεόντων, -1 Τοιγαροῦν καὶ ἡμεῖς, τοσοῦτον ἔχοντες περικείμενον ἡμῖν νέφος μαρτύρων, ὄγκον ἀποθέμενοι πάντα καὶ τὴν εὐπερίστατον ἁμαρτίαν, δι᾽ ὑπομονῆς τρέχωμεν τὸν προκείμενον ἡμῖν ἀγῶνα, 2 ἀφορῶντες εἰς τὸν τῆς πίστεως ἀρχηγὸν καὶ τελειωτὴν Ἰησοῦν, ὃς ἀντὶ τῆς προκειμένης αὐτῷ χαρᾶς ὑπέμεινε σταυρόν, αἰσχύνης καταφρονήσας, ἐν δεξιᾷ τε τοῦ θρόνου τοῦ Θεοῦ κεκάθικεν».

 

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: Ματθ. ι´, 32-33, 37-38, ιθ´, 27-30: «32 Πᾶς οὖν ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοὶ ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὁμολογήσω κἀγὼ ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς· 33 ὅστις δ᾽ ἂν ἀρνήσηταί με ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ἀρνήσομαι αὐτὸν κἀγὼ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς. - 37 Ὁ φιλῶν πατέρα ἢ μητέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος· καὶ ὁ φιλῶν υἱὸν ἢ θυγατέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος· 38 καὶ ὃς οὐ λαμβάνει τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθεῖ ὀπίσω μου, οὐκ ἔστι μου ἄξιος.- 27 Τότε ἀποκριθεὶς ὁ Πέτρος εἶπεν αὐτῷ· Ἰδοὺ ἡμεῖς ἀφήκαμεν πάντα καὶ ἠκολουθήσαμέν σοι· τί ἄρα ἔσται ἡμῖν; 28 ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· Ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ὑμεῖς οἱ ἀκολουθήσαντές μοι, ἐν τῇ παλιγγενεσίᾳ, ὅταν καθίσῃ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπὶ θρόνου δόξης αὐτοῦ, καθίσεσθε καὶ ὑμεῖς ἐπὶ δώδεκα θρόνους κρίνοντες τὰς δώδεκα φυλὰς τοῦ Ἰσραήλ. 29 καὶ πᾶς ὃς ἀφῆκεν οἰκίας ἢ ἀδελφοὺς ἢ ἀδελφὰς ἢ πατέρα ἢ μητέρα ἢ γυναίκα ἢ τέκνα ἢ ἀγροὺς ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός μου, ἑκατονταπλασίονα λήψεται καὶ ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσει. 30 Πολλοὶ δὲ ἔσονται πρῶτοι ἔσχατοι καὶ ἔσχατοι πρῶτοι».

Κυριακή 31 Μαΐου 2026

 

 

Κυριακὴ Η´ ἀπὸ τοῦ Πάσχα: Ἑορτὴ τῆς Ἁγίας Πεντηκοστῆς, 7 Ἰουνίου 2025 (4/6/2023), (Αριθμ. 19Ν)

 

Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ.

 

    Α. Η Κυριακή της Πεντηκοστής είναι μία σύνθετη εορτή (με Προεόρτια- ήτοι Σάββατο των ψυχών- κυριώνυμη ημέρα της Πεντηκοστής και μεθέορτη, του Αγίου Πνεύματος), όπως εξάγεται από την υμνολογία της Εκκλησίας, αλλά και από τα ίδια τα Αγιογραφικά Αναγνώσματα, τα οποία κατανοούνται με βάση το ερμηνευτικό σχήμα προτύπωση - επαγγελία- (Παλαιά Διαθήκη) και ολοκλήρωση- «συμπλήρωση»- «ανακεφαλαίωση» της επαγγελίας και της προθεσμίας- (Καινή Διαθήκη)- (αναμονής των Μαθητών), όπως καταγράφεται στο Κάθισμα, στο Δόξα μετά την α´ Στιχολογία του Όρθρου. Μάλιστα στο Κάθισμα η Πεντηκοστή ονομάζεται «μεθέορτος καὶ τελευταία ἑορτή», πράγμα όχι παράδοξο, εάν ο αναγνώστης παρακολουθεί με ακρίβεια την μέχρι τώρα ερμηνεία της εκδιπλώσεως του μυστηρίου της Θείας Οικονομίας από την αρχή του Τριωδίου, κατά την εδώ ερμηνευτική (γιατί το κήρυγμα της Εκκλησίας είναι ερμηνεία της πίστεως σε μία συνέχεια). Η αναφορά ως προς τον όρο «μεθέορτος» γίνεται εν σχέσει με τη γενόμενη απόδοση της Ανάληψης του Κυρίου (την Παρασκευή), αφού το τριήμερο Σάββατο (των ψυχών), Κυριακή της Πεντηκοστής και Δευτέρα του Αγίου Πνεύματος είναι μία εορτή, η τελευταία του μυστηρίου της Αποκαλύψεως του Τριαδικού Θεού από κτίσεως κόσμου, του μυστηρίου, δηλαδή, της προς ημάς Θείας Οικονομίας. (Παραθέτω το άκρως σημαντικό Κάθισμα, ἦχος δ´: «Τὴν μεθέορτον πιστοί, καὶ τελευταίαν ἑορτήν, ἑορτάσωμεν φαιδρῶς· αὕτη ἐστὶ Πεντηκοστή, ἐπαγγελίας συμπλήρωσις, καὶ προθεσμίας· ἐν ταύτῃ γὰρ τὸ πῦρ, τοῦ Παρακλήτου εὐθύς, κατέβη ἐπὶ γῆς, ὥσπερ ἐν εἴδει γλωσσῶν, καὶ Μαθητὰς ἐφώτισε, καὶ τούτους οὐρανομύστας ἀνέδειξε. Τὸ φῶς ἐπέστη, τοῦ Παρακλήτου, καὶ τόν κόσμον, ἐφώτισε»). Εξάλλου, ακόμη και η θεολογική αντιστοίχηση με την περιγραφόμενη εορτή του Ευαγγελικού Αναγνώσματος προϋποθέτει μία εορτή ιουδαϊκή, η οποία διαρκούσε ημέρες, και η εν λόγω ημέρα ήταν η «ἐσχάτη», η τελευταία της φωταψίας.

    Πρόκειται για την εορτή της Σκηνοπηγίας, που διαρκούσε επτά ημέρες, (όπως μας πληροφορεί ο Ευαγγελιστής Ιωάννης στην αρχή του ζ´, 2 κεφαλαίου: «ἦν δὲ ἐγγὺς ἡ ἑορτὴ τῶν Ἰουδαίων ἡ σκηνοπηγία»), την οποία εόρτασε ο Χριστός μαζί με τους Μαθητές, ενώ το πρωί της 8ης ημέρας, που ήταν όλος ο κόσμος στο ναό και όχι στις σκηνές, όπως τις προηγούμενες μέρες, ο Χριστός κάνει το κήρυγμα ότι είναι το ύδωρ το ζων και το φως του κόσμου.

 

    Β. Η εορτή της Σκηνοπηγίας ετελείτο στα Ιεροσόλυμα σε ανάμνηση της εξόδου του Ισραήλ από την Αίγυπτο, τη σαραντάχρονη περιπλάνηση στην έρημο, την παράδοση του Νόμου στο Μωϋσή, την κατάληψη της Ιεριχούς και τον τελικό θρίαμβο με το «Μεγάλο Ωσαννά» κατά την όγδοη ημέρα.

    Δύο ήταν τα χαρακτηριστικά της εορτής: α) οι θυσίες με ολοκαύτωμα, θυσία, δηλαδή, ζωντανού με πλήρη καύση, σε συνδυασμό με τη βραδυνή φωταψία, σύμφωνα με την εντολή του Θεού στο Μωϋσή μετά την παράδοση του Νόμου, τη σύναψη, δηλαδή, της Διαθήκης με απόπαυση την όγδοη ημέρα (Ἔξοδ. κγ´, 18: «ὅταν γὰρ ἐκβάλω τὰ ἔθνη ἀπὸ προσώπου σου καὶ ἐμπλατύνω τὰ ὅριά σου, οὐ θύσεις ἐπὶ ζύμῃ αἷμα θυσιάσματός μου, οὐ δὲ μὴ κοιμηθῇ στέαρ τῆς ἑορτῆς μου ἕως πρωΐ», καί Λεϋιτ. κγ´, 33-36: «33 Καὶ ἐλάλησε Κύριος πρὸς Μωυσῆν λέγων· 34 λάλησον τοῖς υἱοῖς ᾿Ισραήλ, λέγων· τῇ πεντεκαιδεκάτῃ τοῦ μηνὸς τοῦ ἑβδόμου τούτου ἑορτὴ σκηνῶν ἑπτὰ ἡμέρας τῷ Κυρίῳ. 35 καὶ ἡ ἡμέρα ἡ πρώτη ἡ κλητὴ ἁγία· πᾶν ἔργον λατρευτὸν οὐ ποιήσετε. 36 ἑπτὰ ἡμέρας προσάξετε ὁλοκαυτώματα τῷ Κυρίῳ, καὶ ἡ ἡμέρα ἡ ὀγδόη κλητὴ ἁγία ἔσται ὑμῖν, καὶ προσάξετε ὁλοκαυτώματα Κυρίῳ· ἐξόδιόν ἐστι, πᾶν ἔργον λατρευτὸν οὐ ποιήσετε») και β) η ἔκχυση του ύδατος στη βάση του θυσιαστηρίου (κάθαρση) κατά την έβδομη μέρα από μία υδρία που γέμιζε νερό από τη γνωστή μας πια πηγή του Σιλωάμ. Συνοπτικά μπορούμε να πούμε ότι η εορτή της Σκηνοπηγίας του Ισραήλ χαρακτηριζόταν από τις προσφορές μνήμης στο Ναό, τη φωταψία και το ύδωρ. Ὁ Χριστός στο κήρυγμά του, λοιπόν, κατά την εορτή της Σκηνοπηγίας λέγει ότι αυτός είναι το ύδωρ το ζων και το φως του κόσμου, κατά το Ευαγγελικό σημερινό Ανάγνωσμα. Φαντασθείτε τί τρέλα που θα έπιασε τους σύγχρονούς του Φαρισαίους...

    Επιπλέον, με το Αποστολικό Ανάγνωσμα μεταφερόμαστε στη δεύτερη μεγάλη εορτή των Εβραίων, που είναι η εορτή των Εβδομάδων, ή της Πεντηκοστής, κατά την οποία προσφέρονταν δύο ένζυμοι άρτοι, μία απόδειξη της μόνιμης κατοίκησης πια του Ισραήλ στη γη της επαγγελίας, ενώ στην εορτή της Σκηνοπηγίας ο άρτος ήταν άζυμος, εις ανάμνηση της περιπλανήσεως στην έρημο, όπου ο Ισραήλ ετοίμαζε για φαγητό πρόχειρα και ετράφη με το μάνα εξ ουρανού, που είναι και προτύπωση το μάνα της Θ. Ευχαριστίας, με ένζυμο, όμως, άρτο, γιατί η Θεία Ευχαριστία είναι Πεντηκοστή, μόνιμη κατάσταση και θέωση, ή είναι ανακεφαλαίωση της Πεντηκοστής, ως βάπτισμα και Ευχαριστία εν ταυτώ!

 

    Γ. Στο Αποστολικό Ανάγνωσμα η κάθοδος του Αγίου Πνεύματος περιγράφεται παραστατικά ως διαμερισμός γλωσσών «ὡσεὶ πυρός», κυρίαρχο, δηλαδή, είναι και πάλι το φως. Και λέγω παραστατικά, δηλαδή και πάλι με χρήση εικονικών παραστάσεων, «ὡσεί», γιατί τίποτα του κτιστού κόσμου δεν μπορεί να αποδώσει την άκτιστη παρουσία του Θεού στον κόσμο. Λαμβάνουμε κάποια υποψία, δηλαδή, από την περιγραφή που μας κάνουν όσοι θεοφόροι και θεοειδείς, οι οποίοι χρησιμοποιούν εικόνες παρμένες από το φυσικό μας περιβάλλον, ώστε να καταλάβουμε οι υπόλοιποι. Γι᾽ αυτό, εξάλλου, η Εκκλησία μάς καλεί να αποκτήσουμε νουν Χριστού, να ταυτιστούμε με τις οράσεις των Προφητών, το κήρυγμα των Αποστόλων και τη μαρτυρία των Αγίων. (Όλα αυτά που λέγονται για βιώματα και εμπειρικές δογματικές, ενός ατομικιστικού ψυχισμού, είναι άγνωστες στην ερμηνευτική της Εκκλησίας). Η Εκκλησία μάς καλεί να νεκρώσουμε τον εαυτό μας και, ιδίως, τις «πνευματικότητές» μας, ώστε να αποκτήσουμε το φρόνημα των αγίων. Τελεία και παύλα!

 

    Δ. Με την επιλογή των δύο Αναγνωσμάτων οι Πατέρες καταγράφουν τα γεγονότα της υπέρβασης των δύο σημαντικών εορτών του Ισραήλ (η τρίτη είναι το Πάσχα), οι οποίες συνοψίζουν την πορεία του παλαιού Ισραήλ, την ιστορία του περιούσιου λαού, και τη μετάβαση στο πρόσωπο του Χριστού, ως του ἐνσαρκου Λόγου, που ενώνει όλες τις χαρισματικές λειτουργίες του Ισραήλ, ανακεφαλαιώνοντας, δηλαδή, τη ζωή του σύμπαντος κόσμου.

    Μια σειρά εορτών της περιόδου της Πεντηκοστής οδηγούν σ᾽ αυτή την υπέρβαση, ή την κατάργηση ὡς ολοκλήρωση, ανακεφαλαίωση, του Νόμου και των Προφητών εν τη πορεία προς την εν Πνεύματι λατρεία, αφού στο πρόσωπο του Ένσαρκου Λόγου ανακεφαλαιώνεται ο παλαιός Ισραήλ κατά τα ανωτέρω, αλλά και καταργείται η αποκλειστικότητα του περιούσιου λαού. Η εν Αγίω Πνεύματι ομολογία της Θεότητος του Χριστού, καταργεί το βάπτισμα του Ιωάννη και το ύδωρ του θυσιαστηρίου του Ισραήλ, ενώ με το διαμερισμό των πυρίνων γλωσσών καταργείται η μεταπατορική σύγχυση των γλωσσών και η διαίρεση του ανθρωπίνου γένους, όπως λέγεται στο Δόξα μετά τα Στιχηρά Ιδιόμελα, ἦχος πλ. δ´: «Γλῶσσαι ποτὲ συνεχύθησαν, διὰ τὴν τόλμαν τῆς πυργοποιΐας, γλῶσσαι δὲ νῦν ἐσοφίσθησαν, διὰ τὴν δόξαν τῆς θεογνωσίας. Ἐκεῖ κατεδίκασε Θεὸς τοὺς ἀσεβεῖς τῷ πταίσματι, ἐνταῦθα ἐφώτισε Χριστὸς τοὺς ἁλιεῖς τῷ Πνεύματι. Τότε κατειργάσθη ἡ ἀφωνία, πρὸς τιμωρίαν, ἄρτι καινουργεῖται ἡ συμφωνία, πρὸς σωτηρίαν τῶν ψυχῶν ἡμῶν».

    Εξάλλου, ο Χριστός ήταν σαφής προς τους Μαθητές για την επαγγελία και την αναμονή στα Ιεροσόλυμα, για να βαπτισθούν ἐν Πνεύματι Αγίω, όπως σημειώνεται στην αρχή των Πράξεων: «4 καὶ συναλιζόμενος παρήγγειλεν αὐτοῖς ἀπὸ Ἱεροσολύμων μὴ χωρίζεσθαι, ἀλλὰ περιμένειν τὴν ἐπαγγελίαν τοῦ πατρὸς ἣν ἠκούσατέ μου· 5 ὅτι Ἰωάννης μὲν ἐβάπτισεν ὕδατι, ὑμεῖς δὲ βαπτισθήσεσθε ἐν Πνεύματι ἁγίῳ οὐ μετὰ πολλὰς ταύτας ἡμέρας», Πράξ. α´, 4-5.

 

    Ε. Στο γεγονός, λοιπόν, της Πεντηκοστής με την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος συντίθενται δύο εβραϊκές εορτές, της Σκηνοπηγίας και της εβραϊκής Πεντηκοστής ως ενιαία προτύπωση του εν Πνεύματι βαπτίσματος των Μαθητών, των συνηγμένων στο υπερώο. Και όπως πάλι με τη φωνή του Θεού παρίσταται η έξοδος από τον Παράδεισο και πάλι εδώ έχουμε ήχο «ὥσπερ φερομένης πνοῆς βιαίας», που γεμίζει όλο τον οἶκο και όραση των πυρίνων γλωσσών, ένας τρόπος παραστατικός της ελεύσεως της χάριτος του Αγίου Πνεύματος. Στο σπίτι εισέχεται κόσμος και κοσμάκης από όλα τα μέρη του κόσμου, κι ο Ευαγγελιστής Λουκάς, που γράφει τις Πράξεις, επισημαίνει ότι μέσα στο σπίτι δεν μπήκαν μόνο Ιουδαίοι αλλά και Ρωμαίοι και προσήλυτοι, που βρέθηκαν εκείνη τη μέρα στα Ιεροσόλυμα. Τρομερή σκηνή για τους συγχρόνους «καθαρούς» υποκριτές!

 

    ΣΤ. α. Οι Απόστολοι άρχισαν να κηρύττουν «τὰ μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ», ό,τι δηλαδή έκανε ο Θεός από κτίσεως κόσμου για τον άνθρωπο, άρχισαν να ερμηνεύουν αδιακρίτως σ᾽ όλο τον κόσμο το μυστήριο της Θείας Οικονομίας, κι ο καθένας άκουγε στη γλώσσα του. Πρόκειται για εκκλησιασμό, για συναγωγή συνοπτικά όλου του ανθρωπίνου γένους, άνευ καμίας δακρίσεως, επάνοδο στον Παράδεισο, τον οποίο δωρείται συνοπτικά ο Θεός σ᾽ όλους τους ανθρώπους εν τω βαπτίσματι των Αποστόλων Αγίω Πνεύματι. Στην Αποστολική καταγραφή δεν έχουμε τέλεση του Μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας τη μέρα της Πεντηκοστής, όμως ήδη οι Μαθητές είχαν λάβει μέρος στο Μυστικό Δείπνο, και με τη διάνοιξη των οφθαλμών και το λουτρό της Παλιγγενεσίας έχουν μετοχή, τόν αναγνωρίζουν (θύτη και θύμα, προσφέροντα, προσφερόμενο και δεχόμενο) ως τον Υιό και Λόγο του Θεού Πνευματικώς πιά, τον οποίο και κηρύττουν αδιακρίτως σ᾽ όλο το συγκεντρωμένο κόσμο. Γι᾽ αυτό η Πεντηκοστή είναι βάπτισμα και Θεία Ευχαριστία μαζί, γενέθλιος ημέρα της Εκκλησίας των εθνών και συγκρότηση του όλου χαρισματικού θεσμού της Εκκλησίας, που είναι για όλο τον κόσμο, ένας εκκλησιασμός του σύμπαντος κόσμου, όπως μας έκανε την ερμηνεία της Θείας Ευχαριστίας στη Μυσταγωγία του ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής {και σκανδαλίσθηκε κόσμος και ντουνιάς, μέχρι που του κόψανε οι νεοειδωλολάτρεις της εποχής του, χέρια και τη γλώσσα, για να τον εξαφανίσουν από προσώπου γης. Τέτοιοι γενναίοι άντρες ήταν και είναι, (και μην αμφιβάλλετε), οι Πατέρες μας}!

    β. Στο πρώτο τροπάριο του β´ Κανόνα, της Ὠιδῆς δ´, ἤχου πλ. δ´, αποτυπώνεται το άπαξ γενόμενο και συμπαρεκτεινόμενο στους αιώνες γεγονός της Πεντηκοστής: «Λουτρὸν τὸ θεῖον τῆς παλιγγενεσίας, Λόγῳ κεραννὺς συντεθειμένῃ φύσει, Ὀμβροβλυτεῖς μοι ῥεῖθρον ἐξ ἀκηράτου Νενυγμένης σου πλευρᾶς, ὦ Θεοῦ Λόγε, Ἐπισφραγίζων τῇ ζέσει τοῦ Πνεύματος», το οποίο αποτελεί τη συμπύκνωση της ερμηνευτικής της Εκκλησίας μας για τον υπερασπισμό και της θεότητος του Αγίου Πνεύματος ως Προσώπου, γεγονότος και μαρτυρίας της πίστεως εν τη Θεία Λειτουργία κατά τη μετέπειτα αναίρεση της παρέκκλισης διά της προσθήκης τής καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ ἐκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος. Συγχρόνως θέτει ως κέντρο της Θείας Ευχαριστίας την Ἐπίκληση του Αγίου Πνεύματος, το ζέον ύδωρ, ως κέντρο της μεταβολής των Τιμίων Δώρων. Κι έτσι, είναι Πνευματικώς ὁρώμενος ο Χριστός εν μέσω ημών Πνευματικώς και αοράτως συνών!

    γ. Συνοπτικά κατά το Σύμβολο της Πίστεως ομολογούμε τον αποκαλύπτοντα το μυστήριο της ευσεβείας «Ἀΐδιο Υὶὸ καὶ Λόγο τοῦ Θεοῦ Πατρός, ἀποκαλυπτόμενο ἀσάρκως ἐν τῇ ἀρχῇ τοῦ κόσμου (Αὐτὸς εἶπε καὶ ἐγένετο καὶ Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος), ὁ Αὐτός ὡς ἄσαρκος Λόγος ὁδηγῶν τὸν παλαιὸ Ἰσραὴλ διὰ τῶν θεοφανειῶν στοὺς Πατριάρχες καὶ τοὺς Προφῆτες, ὡς ὁ Μεγάλης βουλῆς ἄγγελος, ὡς ὁ Ὤν ἄγγελος τῆς φλεγόμενης καὶ μὴ κατακαιόμενης Βάτου, πύρινη στήλη ἐν τῇ ἐρήμῳ καὶ παρακαλύπτουσα πέτρα τὰ ὀπίσθια τοῦ Θεοῦ στὴν παράδοση τοῦ Νόμου στὸ Σινᾶ, ὁ Αὐτὸς καὶ Ἐνανθρωπήσας "δι᾽ ἡμᾶς", ἀνακεφαλαιῶν τὸν παλαιὸ Ἰσραὴλ στὸ Μυστικὸ Δεῖπνο, καὶ ὑποστὰς σαρκὶ τὰ πάθη, τὴν ταφή, τὴν κάθοδο στὸν Ἅδη, τουτέστιν τὴν Ἀνάσταση καὶ τὴν Ἀνάληψη, ὁ αὐτὸς Θύτης καὶ θύμα, προσφέρων καὶ προσφερόμενος ὑπὲρ τῆς τῶν πάντων ζωῆς ἐν τῆ Ἐκκλησίᾳ, τῆ ἐπικλήσει τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». Γι᾽ αυτὸ εν συνόψει λέμε: Ο Προαιώνιος και Αΐδιος Λόγος, ο αυτός άσαρκος, ο αυτός ένσαρκος και Πνευματικῶς ορώμενος, κατά το Σύμβολο της Πίστεως και τη συνοδική πράξη, όπως την εγκαινίασε ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας, βασιζόμενος στον Άγιο Αθανάσιο και τους Καππαδόκες Πατέρες.

 

    Ζ. 1. Επανέρχομαι τώρα στον τριήμερο εορτασμό της Πεντηκοστής: Λοιπόν, το Σάββατο των Ψυχών εντάσσονται στο σῶμα της Εκκλησίας, Πνευματικῶς, όλοι οι προαπελθόντες, μα όλοι, τί ανακαιφαλαίωση θα ήταν, και τί «μισή» Ανάσταση..., ακόμη, γιατί, αν δείτε τὰ κείμενα, μολονότι η Ἐκκλησία, κυρίως, εύχεται για τους Μάρτυρες της πίστεως, δεν είναι λίγα τα τροπάρια διά των οποίων εύχεται για όλους τους προαπελθόντας, η Πεντηκοστή είναι το Βάπτισμα των Αποστόλων καὶ η εορτή συμπαρεκτείνεται τη Δευτέρα, του Αγίου Πνεύματος, ως η μόνιμη Όγδοη ημέρα, η ατελεύτητος, γι᾽ αυτό και οι ύμνοι είναι οι ίδιοι. Κατά την Πεντηκοστή, λοιπόν, έχουμε βάπτισμα και Θεία Ευχαριστία εν ταυτῶ! Η Δευτέρα του Αγίου Πνεύματος είναι η ημέρα της νέας δημιουργίας, ο καινός χρόνος της Εκκλησίας, του Πνευματικώς Ορωμένου Υιού και Λόγου, σε αντιστοιχία με την Ανάσταση και την Ανάληψή του, ο οποίος εισήγαγε το ανθρώπινο στους άπειρους κόλπους του Θεού Πατρός. Και γι᾽ αυτό έχουμε ιδιαίτερο εορτασμό ως εορτή του Αγίου Πνεύματος. Έχουμε, δηλαδή, την ανακεφαλαίωση και επέκταση στους άπειρους αιώνες του μυστηρίου της Θείας Οικονομίας, νῦν καὶ ἀεί, γι᾽αυτό η Εκκλησία στη Θεία Ευχαριστία μνημονεύει τους πάντες, ἐξαιρέτως δὲ τῆς Ὑπεραγίας ἡμῶν Θεοτόκου, καθώς γίνεται η Άνω και η Κάτω Ιερουσαλήμ μία, ἐν τῷ Ἑνὶ καὶ τῷ Αὐτῷ εὐλογητῷ, όπως ακούμε στο Απολυτίκιο της μιας και της αυτής ημέρας: «Εὐλογητὸς εἶ, Χριστέ, ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ πανσόφους τοὺς ἁλιεῖς ἀναδείξας, καταπέμψας αὐτοῖς τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, καὶ δι᾽ αὐτῶν τὴν οἰκουμένην σαγηνεύσας, φιλάνθρωπε, δόξα σοι». Και, βέβαια, όταν λέγεται περί πέμψεως του Αγίου Πνεύματος, η διατύπωση αυτή αφορά στη Θ. Οικονομία, στο «δι᾽ ἡμᾶς», όπως διερμήνευσε τη διατύπωση ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος και δευτερευόντως και επί της αυτής ερμηνευτικής οδού ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς.

    2. α. Κατά το Τυπικό της Μεγάλης Εκκλησίας η Αγία Πεντηκοστή (έτσι κατονομάζεται) εορτάζετο στην αγιότατη Μεγάλη Εκκλησία, δηλαδή, την Αγία Σοφία, «τῆς παννυχίδος ἀπὸ ἑσπέρας τελουμένης», «Καὶ λέγει ὁ ἀρχιδιάκονος· Σοφία, καὶ ἀνέρχεται προανάγνωσις, ὁ ἀπόστολος, ἕως τῆς παννυχίδος. Καὶ λοιπὸν γίνεται η παννυχὶς κατὰ τάξιν. Ὁ δὲ ὄρθρος λέγεται ἔσω τῷ ἄμβωνι... Καὶ μετὰ τὸν ὄρθρον προανάγνωσις, ὁ λόγος τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου ὁ εἰς τὴν Ν´. Καὶ κατέρχεται ὁ πατριάρχης ἐν τῷ βαπτιστηρίῳ καὶ ποιεῖ τὰ βαπτίσματα... Οἱ ψάλται, ἀντὶ τοῦ τρισαγίου· Ὅσοι εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθητε... Ἑσπέρας, εἰς τὸ λυχνικόν, Τίς Θεὸς μέγας».

    β. Όθεν: Βαπτιστήρια εορτή ήταν και είναι η Πεντηκοστή, όπως τα Φώτα και το Πάσχα μέχρι την απόδοση, και εν συνεχεία τα Χριστούγεννα. Βέβαια, από όλο το Τυπικό διασώζεται το αντί του Τρισαγίου το «Ὅσοι εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθητε...», και ασφαλώς οι αναφορές μόνο κατά το ΤΜΕ μένει ακατανόητη, χωρίς μία ελάχιστη εξήγηση.

    3. Από τον Εσπερινό της μεθεόρτιας ημέρας, του Αγίου Πνεύματος, θα πρέπει να επισημάνουμε τις ευχές της γονυκλισίας, που αφορούν σε ζώντες και κεκοιμημένους και η πληθώρα των διατυπώσεων, με τις οποίες υπογραμμίζεται ερμηνευτικά το ιδιαίτερο έργο του Αγίου Πνεύματος. Η κυριαρχία των ερμηνευτικών διατυπώσεων από όλο το έργο του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου για τη μέγιστη αυτήν εορτή, και όχι μονο, αναλύεται στη συγκροτούμενη κατ᾽ αυτάς Φιλοκαλική Δογματική.

 

    ΥΓ. α. Ο Λόγος, ως άσακος και ένσαρκος δημιουργεί και ανακαινίζει τον άνθρωπο, το Άγιο Πνεύμα συγκροτεί το σώμα του Χριστού, του οποίου ως μέλη είναι δυνάμει άπαν το ανθρώπινο γένος, κατά την οικεία δεκτικότητα έκαστος εξ ημών, (και όχι απροϋποθέτως και μηχανιστικά, π.χ. γιατί όλοι είμαστε παιδιά του ίδιου Θεού, πράγμα που καταργεί την ανθρώπινη προαίρεση, όπως ανοήτως διατείνονται και ενεργούν οι πάσης φύσεως νεοειδωλολάτρες, τάχα μάλιστα προοδευτικής κατευθύνσεως και όντως ισοπεδώσεως της ανθρωπότητος, πάντα προς ίδιον κέρδος, ειδωλοποιώντας τη χάρη των μυστηρίων, εκμαυλίζοντες και εκμαυλιζόμενοι και επαιρόμενοι για την αναισχυντία), μετέχοντες ἐνεργείᾳ κατά την οικεία πρόοδο έκαστος στο σώμα του Πνευματικῶς ὁρωμένου Λόγου. Εκ του έργου αναγόμαστε στη γνώση των προσώπων. Γνωρίζουμε, ό,τι μας έχει γνωσθεί. Εξάλλου, δεν είναι έργο μας να «εξετάσουμε» (που δεν μπορούμε κιόλας, εκτός κι αν η ανοησία περισσεύει) τις ενδοτριαδικές σχέσεις, αλλά πώς θα γίνουμε δεκτικοί της χάριτος και μεγαλοσύνης του Θεού.

    β. Κατά ταύτα ό,τι μάς έχει γνωσθεί για την Αγία Τριάδα εκ των Αγίων Προφητών και Αποστόλων (αποδείξεις) μπορεί να συνοψισθεί ως εξής: ο Πατήρ γεννά αϊδίως τον Υιό και εκπορεύει αϊδίως το Άγιο Πνεύμα, ούσα η Αγία Τριάδα ομοούσια και αχώριστη, ενώ τα πρόσωπα ενεργούν στη Θεία Οικονομία με την αυτή δύναμη και χάρη, επιτελούντα έκαστο το ιδιαίτερο έργο, ο Πατήρ ως ευδοκών, ο Υιός δημιουργός και ενανθρωπήσας και το Άγιο Πνεύμα ως συμπαρομαρτούν και συγκροτούν Πνευματικώς, ως πολλάκις λέγεται από τον Άγιο Γρηγόριο το Θεολόγο, το σώμα του ενανθρωπήσαντος Υιού και Λόγου του Θεού Πατρός, του αεί αοράτως συνόντος στην Εκκλησία της Πεντηκοστής πάντων των εθνών.

 

    Αποστολικό Ανάγνωσμα: Πράξ. β´, 1-11: «1 Καὶ ἐν τῷ συμπληροῦσθαι τὴν ἡμέραν τῆς πεντηκοστῆς ἦσαν ἅπαντες ὁμοθυμαδὸν ἐπὶ τὸ αὐτό. 2 καὶ ἐγένετο ἄφνω ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἦχος ὥσπερ φερομένης πνοῆς βιαίας, καὶ ἐπλήρωσεν ὅλον τὸν οἶκον, οὗ ἦσαν καθήμενοι· 3 καὶ ὤφθησαν αὐτοῖς διαμεριζόμεναι γλῶσσαι ὡσεὶ πυρός, ἐκάθισέ τε ἐφ᾽ ἕνα ἕκαστον αὐτῶν, 4 καὶ ἐπλήσθησαν ἅπαντες Πνεύματος ἁγίου, καὶ ἤρξαντο λαλεῖν ἑτέραις γλώσσαις, καθὼς τὸ Πνεῦμα ἐδίδου αὐτοῖς ἀποφθέγγεσθαι. 5 Ἦσαν δὲ ἐν Ἱερουσαλὴμ κατοικοῦντες Ἰουδαῖοι, ἄνδρες εὐλαβεῖς ἀπὸ παντὸς ἔθνους τῶν ὑπὸ τὸν οὐρανόν· 6 γενομένης δὲ τῆς φωνῆς ταύτης συνῆλθε τὸ πλῆθος καὶ συνεχύθη, ὅτι ἤκουον εἷς ἕκαστος τῇ ἰδίᾳ διαλέκτῳ λαλούντων αὐτῶν. 7 ἐξίσταντο δὲ πάντες καὶ ἐθαύμαζον λέγοντες πρὸς ἀλλήλους· Οὐκ ἰδοὺ πάντες οὗτοί εἰσιν οἱ λαλοῦντες Γαλιλαῖοι; 8 καὶ πῶς ἡμεῖς ἀκούομεν ἕκαστος τῇ ἰδίᾳ διαλέκτῳ ἡμῶν ἐν ᾗ ἐγεννήθημεν, 9 Πάρθοι καὶ Μῆδοι καὶ Ἐλαμῖται, καὶ οἱ κατοικοῦντες τὴν Μεσοποταμίαν, Ἰουδαίαν τε καὶ Καππαδοκίαν, Πόντον καὶ τὴν Ἀσίαν, 10 Φρυγίαν τε καὶ Παμφυλίαν, Αἴγυπτον καὶ τὰ μέρη τῆς Λιβύης τῆς κατὰ Κυρήνην, καὶ οἱ ἐπιδημοῦντες Ρωμαῖοι, Ἰουδαῖοί τε καὶ προσήλυτοι, 11 Κρῆτες καὶ Ἄραβες, ἀκούομεν λαλούντων αὐτῶν ταῖς ἡμετέραις γλώσσαις τὰ μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ;».

 

    Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: Ἰω. ζ´, 37-52, η´, 12: «37 Ἐν δὲ τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ τῇ μεγάλῃ τῆς ἑορτῆς εἱστήκει ὁ Ἰησοῦς καὶ ἔκραξε λέγων· Ἐάν τις διψᾷ, ἐρχέσθω πρός με καὶ πινέτω. 38 ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, καθὼς εἶπεν ἡ γραφή, ποταμοὶ ἐκ τῆς κοιλίας αὐτοῦ ῥεύσουσιν ὕδατος ζῶντος. 39 τοῦτο δὲ εἶπε περὶ τοῦ Πνεύματος οὗ ἔμελλον λαμβάνειν οἱ πιστεύσαντες εἰς αὐτόν· οὔπω γὰρ ἦν Πνεῦμα Ἅγιον, ὅτι Ἰησοῦς οὐδέπω ἐδοξάσθη. 40 πολλοὶ οὖν ἐκ τοῦ ὄχλου ἀκούσαντες τὸν λόγον ἔλεγον· Οὗτός ἐστιν ἀληθῶς ὁ προφήτης· 41 ἄλλοι ἔλεγον· Οὗτός ἐστιν ὁ Χριστός· οἱ δὲ ἔλεγον· Μὴ γὰρ ἐκ τῆς Γαλιλαίας ὁ Χριστὸς ἔρχεται; 42 οὐχὶ ἡ γραφὴ εἶπεν ὅτι ἐκ τοῦ σπέρματος Δαυῒδ καὶ ἀπὸ Βηθλέεμ τῆς κώμης, ὅπου ἦν Δαυῒδ, ὁ Χριστὸς ἔρχεται; 43 σχίσμα οὖν ἐν τῷ ὄχλῳ ἐγένετο δι᾽ αὐτόν. 44 τινὲς δὲ ἤθελον ἐξ αὐτῶν πιάσαι αὐτόν, ἀλλ᾽ οὐδεὶς ἐπέβαλεν ἐπ᾽ αὐτὸν τὰς χεῖρας. 45 Ἦλθον οὖν οἱ ὑπηρέται πρὸς τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ Φαρισαίους, καὶ εἶπον αὐτοῖς ἐκεῖνοι· Διατί οὐκ ἠγάγετε αὐτόν; 46 ἀπεκρίθησαν οἱ ὑπηρέται· Οὐδέποτε οὕτως ἐλάλησεν ἄνθρωπος, ὡς οὗτος ὁ ἄνθρωπος. 47 ἀπεκρίθησαν οὖν αὐτοῖς οἱ Φαρισαῖοι· Μὴ καὶ ὑμεῖς πεπλάνησθε; 48 μή τις ἐκ τῶν ἀρχόντων ἐπίστευσεν εἰς αὐτὸν ἢ ἐκ τῶν Φαρισαίων; 49 ἀλλ’ ὁ ὄχλος οὗτος ὁ μὴ γινώσκων τὸν νόμον ἐπικατάρατοί εἰσι! 50 λέγει Νικόδημος πρὸς αὐτούς, ὁ ἐλθὼν νυκτὸς πρὸς αὐτόν, εἷς ὢν ἐξ αὐτῶν· 51 Μὴ ὁ νόμος ἡμῶν κρίνει τὸν ἄνθρωπον, ἐὰν μὴ ἀκούσῃ παρ᾽ αὐτοῦ πρότερον καὶ γνῷ τί ποιεῖ; 52 ἀπεκρίθησαν καὶ εἶπον αὐτῷ· Μὴ καὶ σὺ ἐκ τῆς Γαλιλαίας εἶ; ἐρεύνησον καὶ ἴδε ὅτι προφήτης ἐκ τῆς Γαλιλαίας οὐκ ἐγήγερται- 12 Πάλιν οὖν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς ἐλάλησε λέγων· Ἐγώ εἰμι τὸ φῶς τοῦ κόσμου· ὁ ἀκολουθῶν ἐμοὶ οὐ μὴ περιπατήσῃ ἐν τῇ σκοτίᾳ, ἀλλ᾽ ἕξει τὸ φῶς τῆς ζωῆς».