HELLENOPHONIA

Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2026

 


ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ, Ἀνάμνησις τῆς ἀπὸ τοῦ Παραδείσου τῆς τρυφῆς ἐξορίας τοῦ Πρωτοπλάστου Ἀδάμ, 22 Φεβρουαρίου 2026, (10/3/2019, (Αριθμ. 5Α)

 

Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ.

 

Α. 1. Η Κυριακή της Τυρινής, όπως και η εβδομάδα που προηγήθηκε, είναι μία ιδιαίτερη Κυριακή κατά την περίοδο του Τριωδίου, καθώς σηματοδοτεί την τελική προετοιμασία προ της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Πρόκειται για μια εβδομάδα μεθόρια. Έτσι, κατ᾽ αναλογία προς την πρώτη εβδομάδα των Νηστειών, ή εν είδει προδηλώσεώς της, την Τετάρτη και την Παρασκευή δεν τελείται Θεία Λειτουργία (κατ᾽ ουδένα τρόπο Προηγιασμένη), παρεκτός εάν συμπέσει μνήμη Αγίου, οπότε τελείται η Θεία Λειτουργία του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, και παραλείπεται η τάξη του Τριωδίου. Παράλληλα το Σάββατο επιτελείται η Μνήμη πάντων τῶν ἐν ἀσκήσει λαμψάντων Ἁγίων ἀνδρῶν τε καὶ γυναικῶν, ως υποδειγμάτων μετανοίας για την αρχόμενη άσκηση των χριστιανών κατά το επικείμενο στάδιο καθ᾽ οδόν προς το Πάσχα, αλλά και προς παρηγορία για τη μνεία της εξόδου του Πρωτόπλαστου Αδάμ από του Παραδείσου: «Τοῦ ἐν Ἐδὲμ Παραδείσου, δεῦτε ἴδωμεν ἄνθη ἀείζῳα, τὰ θεοβλαστούργητα, Πατέρων σπουδάσματα, ὧν ὑπάρχει μόνος γεωργὸς ὁ Κύριος», Κανών α´, Ὠδή ε´, ἦχος πλ. δ´, των Αγίων Πατέρων. Προς τούτοις, το Προφητικό Ανάγνωσμα στον Εσπερινό του Σαββάτου της Τυρινής, προερχόμενο από το όγδοο κεφάλαιο των Προφητειών του Προφήτη Ζαχαρία, έχει ως θέμα τη νηστεία, συνδεόμενη, όμως, με τη μέγιστη εορτή του εξιλασμού, των δέκα ημερών της μετανοίας των Εβραίων[1], εορτή στην οποία ο Προφήτης, που πρωταγωνίστησε μαζί με τον Προφήτη Αγγαίο στην ανοικοδόμηση του Ναού στα Ιεροσόλυμα μετά τη Βαβυλώνια αιχμαλωσία, εξαγγέλλει την είσοδο σ᾽ αυτήν πολλών λαών και πολλών εθνών και όχι μόνο του Ισραήλ, σπάζοντας την Ιουδαϊκή αποκλειστικότητα με την αυτοπτική πίστη ότι ο Κύριος Παντοκράτωρ θα είναι για όλα τα έθνη και τους λαούς[2]. [Γι᾽ αυτό στην Ερμηνεία του Συναξαρίου της σημερινής Κυριακής γίνεται λόγος για τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή ως «ἀποδεκατισμοῦ» όλου του ενιαυτού: «Ἰστέον δέ, ὡς ἀποδεκατισμός ἐστιν αὕτη ἡ ἁγία καὶ μεγάλη Τεσσαρακοστὴ τοῦ ὅλου ἐνιαυτοῦ· ἐπειδὴ γὰρ ἀπὸ ῥαθυμίας ἀεὶ νηστεύειν, καὶ τῶν κακῶν ἀργεῖν οὐχ αἱρούμεθα, ὥς τι θέρος ψυχῶν ταύτην οἱ Ἀπόστολοι, καὶ οἱ θεῖοι Πατέρες παρέδωκαν· ὡς ἄν, ὅσα διὰ τοῦ ἐνιαυτοῦ ὅλου ἄτοπα διεπραξάμεθα, νῦν συντριβόμενοι, καὶ διὰ νηστείας ταπεινούμενοι, ἀπαλείψωμεν, ἣν καὶ φυλάττειν ὀφείλομεν ἀκριβέστερον»]. Εξάλλου, αμέσως μετά, στο ένατο κεφάλαιο, εξαγγέλλεται η είσοδος του βασιλέως του Ισραήλ στα Ιεροσόλυμα πάνω σε γαϊδουράκι, που είναι η προφητική προδήλωση της Βαϊοφόρου: «Χαῖρε σφόδρα, θύγατερ Σιών· κήρυσσε, θύγατερ ῾Ιερουσαλήμ· ἰδοὺ ὁ βασιλεύς σου ἔρχεταί σοι, δίκαιος καὶ σῴζων αὐτός, πραῢς καὶ ἐπιβεβηκὼς ἐπὶ ὑποζύγιον καὶ πῶλον νέον», Ζαχ. θ´, 9, ενώ στο τελευταίο κεφάλαιο, το δέκατο τέταρτο, προεικονίζεται προφητικά με την εορτή της σκηνοπηγίας η Πεντηκοστή.

2. Στην ερμηνεία του Συναξαρίου της Κυριακής της Τυρινής, ήτοι της αναμνήσεως της εξορίας του Αδάμ από τον Παράδεισο, προβάλλεται, όπως στην αρχή του Τριωδίου, η ενότητα των θεοφανικών γεγονότων της Αποκαλύψεως του Υιού και Λόγου του Θεού από κτίσεως κόσμου μέχρι την Πεντηκοστή, ως συνόψιση του Μυστηρίου της Θείας Οικονομίας και επαναγωγή των πάντων στη βασιλεία των ουρανών, στον Παράδεισο της Εδέμ: «Πάντα οὖν ταῦτα οἱ Θεοφόροι Πατέρες παραστῆσαι βουλόμενοι διὰ τοῦ Τριῳδίου παντός, πρῶτα μέν, τὰ τῆς Παλαιᾶς προτιθέασιν· ὧν πρῶτον, δημιουργία, καὶ ἡ ἐκ τῆς τρυφῆς ἔκπτωσις τοῦ Ἀδάμ, ἧς ἀρτίως τὴν μνήμην ποιούμεθα, εἶτα καὶ τῶν λοιπῶν, διὰ τῶν Μωσαϊκῶν καὶ Προφητικῶν, καὶ πλέον τῶν Δαυϊτῶν λόγων, καί τινα τέως τῶν τῆς χάριτος ἐπιβάλλοντες[3]. Εἶτα κατὰ τάξιν, καὶ τὰ τῆς νέας Διαθήκης· ὧν πρῶτός ἐστιν ὁ Εὐαγγελισμός, οἰκονομίᾳ Θεοῦ ἀρρήτῳ, ἐν τῇ ἁγίᾳ Τεσσαρακοστῇ σχεδὸν ἀεὶ εὑρισκόμενος· διά τε Λαζάρου, καὶ τῶν Βαΐων, καὶ τῆς ἁγίας καὶ μεγάλης Ἑβδομάδος, τῶν ἱερῶν ἀναγινωσκομένων Εὐαγγελίων, αὐτῶν τε τῶν ἁγίων καὶ σωτηριωδῶν Παθῶν του Χριστοῦ κατὰ λεπτὸν ὑμνουμένων· εἶτα, καὶ τῆς Ἀναστάσεως, καὶ τῶν λοιπῶν, μέχρι τῆς καθόδου τοῦ Πνεύματος, τῶν ἱερῶν Πράξεων διαγορευουσῶν, ὅπως τὸ κήρυγμα γέγονε, καὶ τοὺς Ἁγίους πάντας συνήγαγεν».

 

Β. 1. Η συναγωγή των Αγίων αποτελεί το υπόβαθρο της ερμηνείας των γεγονότων της Προφητικής, Ευαγγελικής και Αποστολικής μαρτυρίας, όχι ως ενός θεωρητικού συστήματος ερμηνείας της ιστορίας και της πορείας του ανθρώπινου γένους αλλά ως συνεχούς πράξης, άσκησης για άρση όλων των αντιθέσεων, άρση της εναντίωσης προς το δοτήρα των κοινών αγαθών Θεό και των συνανθρώπων. Έτσι, στην υμνολογία της ημέρας κυριαρχεί η ερμηνεία της προπατορικής αποστασίας του Αδάμ και των απογόνων του, ως γύμνωσης και απομάκρυνσης από τη Δόξα του Θεού, σκοτισμού, δηλαδή, του νου και υποδούλωσης του ανθρώπου στα φθοροποιά πάθη και τους εμπαθείς λογισμούς, σε μία ενότητα ερμηνευόμενη η παράβαση των ορίων της κτιστότητος, η στέρηση του παραδείσου και οι μεταπατορικές συνέπειες στο ανθρώπινο γένος, που γεύεται πια μια εμπαθή ζωή ιδιοποιήσεως των κοινών αγαθών, ενώ η καταγραφόμενη στην υμνολογία Προφητική πράξη προσδίδει στη νηστεία την αντίστιξη προς την προπατορική παράβαση αλλά και την αναμονή της θεραπείας από τον ίδιο το Ζωοδότη Χριστό: «Ἀδὰμ τοῦ Παραδείσου διώκεται, τροφῆς μεταλαβὼν ὡς παρήκοος, Μωσῆς θεόπτης ἐχρημάτισε, νηστείᾳ τὰ ὄμματα, τῆς ψυχῆς καθηράμενος. Διὸ τοῦ Παραδείσου οἰκήτορες γενέσθαι ἐπιποθοῦντες, ἀπαλλαγῶμεν τῆς ἀλυσιτελοῦς τροφῆς, καὶ Θεὸν καθορᾷν ἐφιέμενοι, Μωσαϊκῶς τὴν τετράδα, τῆς δεκάδος νηστεύσωμενπροσευχῇ καὶ τῇ δεήσει, εἰλικρινῶς προσκαρτεροῦντες, κατευνάσωμεν τῆς ψυχῆς τὰ παθήματα, ἀποσοβήσωμεν τῆς σαρκὸς τὰ οἰδήματα, κοῦφοι πρὸς τὴν ἄνω πορείαν μετίωμεν, ὅπου αἱ τῶν Ἀγγέλων χορεῖαι, ἀσιγήτοις φωναῖς, τὴν ἀδιαίρετον ἀνυμνοῦσι Τριάδα, καθορᾷν τὸ ἀμήχανον κάλλος, καὶ δεσποτικόν. Ἐκεῖ ἀξίωσον ἡμᾶς, Υἱὲ Θεοῦ ζωοδότα, τοὺς ἐπὶ σοὶ πεποιθότας, συγχορεῦσαι ταῖς τῶν Ἀγγέλων στρατιαῖς, ταῖς τῆς τεκούσης σε Μητρὸς Χριστὲ πρεσβείαις, καὶ Ἀποστόλων, καὶ τῶν Μαρτύρων, καὶ πάντων τῶν Ἁγίων», Στιχηρό Ιδιόμελο του Τριωδίου, ἦχος πλ. α´. Σημειωτέον ότι η σαρανταήμερη νηστεία συνιστά παραπομπή στη σαρανταήμερη νηστεία του Μωϋσή και την επιγενόμενη σ᾽ αυτόν Θεοφάνεια και, ασφαλώς, στη σαρανταήμερη νηστεία του Χριστού, ο οποίος αναλαμβάνει το Μωσαϊκό νόμο ανακεφαλαιώνοντάς τον και αποκαλύπτεται ως ο ενανθρωπήσας πραγματικώς Υιός και Λόγος του Πατρός και Ζωοδότης του ανθρωπίνου γένους, που θεραπεύει, ως Νέος Αδάμ, την παράβαση του παλαιού.

2. Κατά ταύτα, επίσης το Αποστολικό και το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα συνιστούν μία ενότητα αλλά με διπλή στόχευση κατά τη διπλή σύσταση του ανθρώπου από αισθητό σώμα και λογική ψυχή. Έτσι, στο Αποστολικό Ανάγνωσμα ο Απόστολος Παύλος προτρέπει τους χριστιανούς να γρηγορούν, για να μην κυριεύονται από τους εμπαθείς λογισμούς, ιδίως της κατακρίσεως των συνανθρώπων τους, πράγμα που καταλύει την αδελφική σχέση των ανθρώπων και ενσπείρει τη διχοστασία και την έπαρση, που είναι σκοτισμός του νου και απομάκρυνση από τη χάρη και τη δόξα του Θεού. Η υπόμνηση ότι ο άνθρωπος δεν έχει καμία εξουσία στους συνανθρώπους του, και ότι όλοι έχουμε την ανάγκη από το έλεος και τη χάρη του Θεού, είναι μία ευθεία παραπομπή στην προπατορική αποστασία, αλλά συγχρόνως τούτο συνιστά και ένα διαρκές αίτημα μη υπερβάσεως των ορίων της κτιστότητός μας. Η υπέρβαση είναι πρώτα φθοροποιό πάθος του νου, εμπαθής λογισμός, που απαιτεί κάθαρση, ώστε να φωτισθεί ο νους, κινούμενος προς το Θεό, και να αντιληφθεί ο άνθρωπος ότι δεν υπερτερεί σε τίποτα από τους συνανθρώπους του, ή ότι οι αδελφοί του είναι όντως οι πραγματικοί οικέτες προς το Θεό, άρα και υπερτερούν έναντι αυτού. Μία τέτοια στάση Αγίων έχει καταγραφεί επανειλημμένα στη νηπτική παράδοση και τους βίους των Αγίων ασκητών, και γι᾽ αυτό η Εκκλησία θέτει τη μνήμη τους το Σάββατο της Τυρινής.

3. Τις μεταπατορικές συνέπειες της προπατορικής αποστασίας περιλαμβάνει ουσιαστικώς και το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα, στο οποίο ο Χριστός συνιστά την απαλλαγή από τους εμπαθείς λογισμούς που δημιουργούν την ανειλικρινή και υποκριτική διάθεση και συμπεριφορά, η οποία υποστηρίζεται μετά από τη θησαυρική παράχρηση και ιδιοποίηση των κοινών αγαθών. Η περικοπή προέρχεται από μία μεγάλη ενότητα, που ξεκινά από το πέμπτο κεφάλαιο του Κατά Ματθαίον Ευαγγελίου και περιλαμβάνει την Επί του Όρους Ομιλία, δηλαδή, τους Μακαρισμούς, την ανακεφαλαίωση του Μωσαϊκού Νόμου, τον έλεγχο της υποκριτικής και ναρκισσιστικής συμπεριφοράς, μία ευθεία αναφορά προς τους Φαρισαίους, την Κυριακή προσευχή με την κατακλείδα: «ὅτι σοῦ ἐστιν ἡ βασιλεία καὶ ἡ δύναμις καὶ ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας· ἀμήν», Ματθ. στ´, 13, και αμέσως μετά ακολουθεί η σημερινή Ευαγγελική περικοπή, κατά την οποία ο Χριστός ανατρέπει την κρατούσα Φαρισαϊκή αντίληψη περί της νηστείας κατά παράχρηση του Μωσαϊκού Νόμου, καθώς η νηστεία, όπως έχει ήδη σημειωθεί παραπάνω, ήταν συνυφασμένη με τη μετάνοια και, μάλιστα, όλου του Ισραήλ. Ο θησαυρισμός και ιδιοποίηση των κοινών αγαθών συνιστά πράξη άρσης της νηστείας, είναι πλησμονή, πέραν από την κατακυρίευση των συνανθρώπων με την υλική ισχύ, και, ασφαλώς, σ᾽ αυτήν την περίπτωση η όποια νηστεία είναι μία υποκριτική κίνηση. Νηστεία και θησαυρισμός είναι καταστάσεις εκ διαμέτρου αντίθετες, οπότε η μετάνοια ως σημείο της ελεύσεως της βασιλείας των ουρανών, κατά το κήρυγμα του Χριστού, ήταν έξω από τη λογική των φορέων της υποκρίσεως του Ισραήλ και κάθε ανθρώπινης κοινωνίας. Στην αρχή, λοιπόν, της Μεγάλης Τεσσαρακοστής στην Εκκλησία διαβάζεται η σημερινή Ευαγγελική περικοπή, για να αντιληφθούμε οι χριστιανοί ότι η νηστεία είναι η θύρα που οδηγεί στη μετάνοια, στην αρχή, δηλαδή, της εν Χριστώ ζωής και εν τη πορεία προς το Πάσχα κατά τα διαλαμβανόμενα στην Ερμηνεία του Συναξαρίου.

4. Σε ένα κόσμο φαρισαϊκής και ναρκισσιστικής υποκρίσεως της ισχύος και της καταδυναστεύσεως των ανθρώπων και των κοινωνιών, πολλές φορές μάλιστα με υποκριτικές διακηρύξεις από διεθνείς οργανώσεις και οργανισμούς και ρήτρες που ισχύουν εν πολλοίς μόνο για τους αδύνατους και τις φτωχές χώρες, ο λόγος της Εκκλησίας δεν μπορεί να είναι μία ωραιολογία μελλοντικής εκπλήρωσης, αγαπολογία και συναγελασμός με την εκμετάλλευση και τον απανθρωπισμό των αδυνάτων, γιατί οδηγεί στον απελπισμό των ανθρώπων, ενώ συνιστά άρνηση της ίδιας της διακονίας της Εκκλησίας, που είναι διακονία αληθείας και ζωής πρωτίστως για όλους τους ταπεινούς και κατατρεγμένους. Και επιπλέον, ο παράδεισος δεν είναι ένα μελλοντικό αγαθό αλλά ένα απολεσθέν, που ο νυν καιρός το επισπά, ή το χάνει διά παντός. Είναι ανάκληση το παρόν στάδιο και εγρήγορση, όχι καθησυχασμός με την ειδωλοποίηση του μέλλοντος, ή της άλλης ζωής, εν είδει θλιβερότατης υποκρίσεως. Ο Λόγος ενηνθρώπησε και αυτός είναι η πραγματικότητα της Εκκλησίας και το κοινό αγαθό, χωρίς καμία σύμβαση και συμβιβασμό διακρίσεων κατάχρησης της δημιουργίας του. Τα «ουαί» του Χριστού δεν αφορούσαν στη μετά θάνατο ζωή, αλλά στην παρούσα, γιατί το «νυν» συμπαρεκτείνεται. Και γι᾽ αυτό ξεσήκωσαν και την αγανάκτηση των Φαρισαίων... Εξάλλου, εάν αντιληφθούμε την εντολή του Χριστού: «19 Μὴ θησαυρίζετε ὑμῖν θησαυροὺς ἐπὶ τῆς γῆς, ὅπου σὴς καὶ βρῶσις ἀφανίζει, καὶ ὅπου κλέπται διορύσσουσιν καὶ κλέπτουσιν· 20 θησαυρίζετε δὲ ὑμῖν θησαυροὺς ἐν οὐρανῷ...» ως αφορώσα σε εμάς τους ιδίους και όχι απευθυνόμενη προς τους άλλους, τότε καμία θεωρία εσχατολογίας δεν ισχύει ενώπιον των ανθρώπων που βιώνουν την παντός είδους βία και ανέχεια στην παρούσα ζωή, κι όλες οι θεωρίες αναιρούνται από τη σκληρή πραγματικότητα της ιδιοτέλειας και της αρπαγής των κοινών επιούσιων πόρων της ζωής. Εν τέλει η πίστη στη βασιλεία του Θεού είναι κρίση επί της ίδιας της ζωής μας εδώ και τώρα συμπαρεκτεινόμενη!

 

Αποστολικό Ανάγνωσμα: Ρωμ. ιγ´, 11- ιδ´, 4: «1 Καὶ τοῦτο, εἰδότες τὸν καιρόν, ὅτι ὥρα ἡμᾶς ἤδη ἐξ ὕπνου ἐγερθῆναι· νῦν γὰρ ἐγγύτερον ἡμῶν ἡ σωτηρία ἢ ὅτε ἐπιστεύσαμεν. 12 ἡ νὺξ προέκοψεν, ἡ δὲ ἡμέρα ἤγγικεν. ἀποθώμεθα οὖν τὰ ἔργα τοῦ σκότους καὶ ἐνδυσώμεθα τὰ ὅπλα τοῦ φωτός. 13 ὡς ἐν ἡμέρᾳ εὐσχημόνως περιπατήσωμεν, μὴ κώμοις καὶ μέθαις, μὴ κοίταις καὶ ἀσελγείαις, μὴ ἔριδι καὶ ζήλῳ, 14 ἀλλ᾽ ἐνδύσασθε τὸν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, καὶ τῆς σαρκὸς πρόνοιαν μὴ ποιεῖσθε εἰς ἐπιθυμίας.- 1 Τὸν δὲ ἀσθενοῦντα τῇ πίστει προσλαμβάνεσθε, μὴ εἰς διακρίσεις διαλογισμῶν. 2 ὃς μὲν πιστεύει φαγεῖν πάντα, ὁ δὲ ἀσθενῶν λάχανα ἐσθίει. 3 ὁ ἐσθίων τὸν μὴ ἐσθίοντα μὴ ἐξουθενείτω, καὶ ὁ μὴ ἐσθίων τὸν ἐσθίοντα μὴ κρινέτω· ὁ Θεὸς γὰρ αὐτὸν προσελάβετο. 4 σὺ τίς εἶ ὁ κρίνων ἀλλότριον οἰκέτην; τῷ ἰδίῳ Κυρίῳ στήκει ἢ πίπτει· σταθήσεται δέ· δυνατὸς γάρ ἐστιν ὁ Θεὸς στῆσαι αὐτόν».

 

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: Ματθ. στ´, 14-21: «14 Ἐὰν γὰρ ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν, ἀφήσει καὶ ὑμῖν ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος· 15 ἐὰν δὲ μὴ ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν, οὐδὲ ὁ πατὴρ ὑμῶν ἀφήσει τὰ παραπτώματα ὑμῶν. 16 Ὅταν δὲ νηστεύητε, μὴ γίνεσθε ὥσπερ οἱ ὑποκριταὶ σκυθρωποί, ἀφανίζουσι γὰρ τὰ πρόσωπα αὐτῶν ὅπως φανῶσι τοῖς ἀνθρώποις νηστεύοντες· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ὅτι ἀπέχουσιν τὸν μισθὸν αὐτῶν. 17 σὺ δὲ νηστεύων ἄλειψαί σου τὴν κεφαλὴν καὶ τὸ πρόσωπόν σου νίψαι, 18 ὅπως μὴ φανῇς τοῖς ἀνθρώποις νηστεύων ἀλλὰ τῷ πατρί σου τῷ ἐν τῷ κρυπτῷ· καὶ ὁ πατήρ σου ὁ βλέπων ἐν τῷ κρυπτῷ ἀποδώσει σοι ἐν τῷ φανερῷ. 19 Μὴ θησαυρίζετε ὑμῖν θησαυροὺς ἐπὶ τῆς γῆς, ὅπου σὴς καὶ βρῶσις ἀφανίζει, καὶ ὅπου κλέπται διορύσσουσιν καὶ κλέπτουσιν· 20 θησαυρίζετε δὲ ὑμῖν θησαυροὺς ἐν οὐρανῷ, ὅπου οὔτε σὴς οὔτε βρῶσις ἀφανίζει, καὶ ὅπου κλέπται οὐ διορύσσουσιν οὐδὲ κλέπτουσιν· 21 ὅπου γάρ ἐστιν ὁ θησαυρὸς ὑμῶν, ἐκεῖ ἔσται καὶ ἡ καρδία ὑμῶν».



[1]. «Τάδε λέγει Κύριος παντοκράτωρ· νηστεία ἡ τετρὰς καὶ νηστεία ἡ πέμπτη καὶ νηστεία ἡ ἑβδόμη καὶ νηστεία ἡ δεκάτη ἔσονται τῷ οἴκῳ ᾿Ιούδα εἰς χαρὰν καὶ εὐφροσύνην καὶ εἰς ἑορτὰς ἀγαθάς, καὶ εὐφρανθήσεσθε, καὶ τὴν ἀλήθειαν καὶ τὴν εἰρήνην ἀγαπήσατε», Ζαχ. η´, 9.

[2]. «Καὶ ἥξουσι λαοὶ πολλοὶ καὶ ἔθνη πολλὰ ἐκζητῆσαι τὸ πρόσωπον Κυρίου παντοκράτορος ἐν ῾Ιερουσαλὴμ καὶ ἐξιλάσασθαι τὸ πρόσωπον Κυρίου. 23 τάδε λέγει Κύριος παντοκράτωρ· ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, ἐὰν ἐπιλάβωνται δέκα ἄνδρες ἐκ πασῶν τῶν γλωσσῶν τῶν ἐθνῶν καὶ ἐπιλάβωνται τοῦ κρασπέδου ἀνδρὸς ᾿Ιουδαίου λέγοντες· πορευσόμεθα μετὰ σοῦ, διότι ἀκηκόαμεν ὅτι ὁ Θεὸς μεθ᾿ ὑμῶν ἐστί», Ζαχ. η´, 22-23.

[3]. Η διατύπωση «καί τινα τέως τῶν τῆς χάριτος ἐπιβάλλοντες», προφανώς σχετίζεται με την εορτή της Μνήμης πάντων τῶν ἐν ἀσκήσει λαμψάντων Ἁγίων ἀνδρῶν τε καὶ γυναικῶν του Σαββάτου της Τυρινής.

 





ΦΙΛΟΚΑΛΙΚΗ ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ,

(Προδημοσίευση), 2026

ΔΕΣΠΩ ΑΘ. ΛΙΑΛΙΟΥ

Τόμος Α´

(ΜΕΡΟΣ Β´)


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 5

«Ξαναδιαβάζοντας τὰ Κεφάλαια Ἑκατὸν Πεντήκοντα τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαµᾶ»

(Re-reading the 150 Chapters of St. Gregory Palamas)

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου[1, Α.Π.Θ.



   Ι. Τὸ ἔργο τοῦ ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαµᾶ Κεφαλαίων Ἑκατὸν Πεντήκοντα- Φυσικὰ καὶ Θεολογικά, Ἠθικά τε καὶ Πρακτικὰ καὶ καθαρτικὰ τῆς Βαρλααµίτιδος λύµης, ἀνήκει στό ἰδιαίτερο ὁµότιτλο εἶδος, ποὺ δὲν ἔχει τύχει ἰδιαίτερης µελέτης, οὔτε, κυρίως, ἰδιαίτερης ἀξιολόγησης γιὰ τὶς ἑρµηνευτικὲς προτάσεις καὶ διατυπώσεις τῆς πίστης, µολονότι σηµειώνεται µία µακρὰ διαδροµὴ τοῦ εἴδους, καλλιεργηµένο ἀπὸ πολὺ µεγάλους θεολόγους καὶ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, µὲ πιὸ χαρακτηριστικὰ παραδείγµατα τοὺς ἁγίους ἢ ὁσίους Μάξιµο τὸν Ὁµολογητή, Νικήτα Στιθᾶτο, Γρηγόριο Σιναΐτη, Συµεὼν τὸ Νέο Θεολόγο, Θεόληπτο Φιλαδελφείας πρὸ τοῦ ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαµᾶ. Μὲ µία νέα ἀνάγνωση τῶν Κεφαλαίων Ἑκατὸν Πεντήκοντα ἀλλὰ καὶ µὲ µία ἐκ παραλλήλου ἀναδροµὴ στοὺς πέντε τόµους τῆς Φιλοκαλίας κατὰ συγγραφέα καὶ θέµα καθίσταται σαφὲς ὅτι οἱ συγκροτήσαντες τὴ συλλογὴ ἅγιοι Νικόδηµος ὁ Ἁγιορείτης καὶ Μακάριος Νοταρᾶς (τυπώθηκε τὸ πρῶτον τὸ 1782) ἔχουν συµπεριλάβει ἔργα ἀναλόγου µορφῆς, τιτλοφορούµενα ὡς Κεφάλαια, ἢ Ὁµιλίες κατὰ κεφάλαια, ὡς εὐσύνοπτες δηλ. ἑρµηνευτικὲς προτάσεις τῆς πίστεως, συµβουλευτικοῦ περιεχοµένου πρὸς τοὺς ἐπιλέξαντες τὸ βίο τῆς ἀσκήσεως καὶ τῆς νήψεως, ἐνῶ πλεῖστα ὅσα εἶναι καθαρῶς θεολογικοῦ περιεχοµένου, κατανοούµενα ὑπὸ τὸ φῶς τοῦ Συµβόλου τῆς Πίστεως, ἢ τῶν Ὅρων τῶν Οἰκουµενικῶν Συνόδων καὶ τῆς ὑµνολογικῆς παραγωγῆς τῆς Ἐκκλησίας, ὡς ἑρµηνείας ἀκριβοῦς τῆς αὐτῆς πίστεως, τουλάχιστον µετὰ τὸν 6ο αἰ. καὶ ἐντεῦθεν.


 Οἱ καταλογραφούµενοι µεγάλοι Πατέρες ἢ Ὅσιοι τῆς Ἐκκλησίας, βυζαντινοὶ ἢ µεταβυζαντινοὶ συγγραφεῖς, δὲν εἶναι, βέβαια, οἱ δηµιουργοὶ τοῦ εἴδους, ἀφοῦ στὴν πραγµατικότητα οἱ χριστιανοὶ συγγραφεῖς ἀκολούθησαν τὴ µακραίωνη παραγωγὴ τῶν συγγραφέων τοῦ ἐπιστητοῦ τῆς κλασικῆς καὶ Ἑλληνορωµαϊκῆς ἀρχαιότητος. Νὰ ἀναφέρω µόνο ἕνα εἶδος ὁρισµοῦ ποὺ ὑπάρχει στὰ Προλεγόµενα στὴν Εἰσαγωγὴ τοῦ Πορφυρίου «ἀπὸ φωνῆς Δαβὶδ τοῦ θεοφιλεστάτου καὶ θεόφρονος φιλοσόφου», τῶν µέσων του 6ου µ.Χ. αἰῶνος, καθὼς χριστιανοὶ καὶ ἐθνικοὶ ἔχουν τοὺς ἴδιους δασκάλους στὰ ἐγκύκλια µαθήµατα, ἀλλὰ καὶ πέραν αὐτῶν. Τὸ ἀπόσπασµα προέρχεται απὸ τὴν πρᾶξιν α´: «Εὐλόγως δὲ καὶ ἡ εἰς τὰ κεφάλαια διαίρεσις ζητεῖται, ἐπειδὴ γινώσκοντες τὰ ἐν τοῖς κεφαλαίοις λεγόµενα ἀκριβῶς τὸ ὅλον γινώσκοµεν· καὶ γὰρ ὥσπερ γινώσκοντες ἐκ ποίων µερῶν συνίσταται ὁ ἄνθρωπος, ἀκριβῶς τὸ ὅλον γινώσκοµεν, οὕτω καὶ τὰ ἐν τοῖς κεφαλαίοις λεγόµενα γινώσκοντες, ἀκριβῶς τὸ ὅλον γινώσκοµεν»[2].

    Ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴν αἰτία καὶ τὸ σκοπὸ τῆς συντάξεως τῶν Κεφαλαίων ἀπὸ µέρους τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ὡς εἶδος τὰ Κεφάλαια καλλιεργήθηκε µὲ ἐπιτυχία, καθὼς χρησιµοποιήθηκαν ὡς ἐγχειρίδια σύνοψης τῆς πίστεως καὶ τοῦ βίου τῶν χριστιανῶν. Στὴν περίπτωση τοῦ ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαµᾶ τὸ ὑπὸ ἐξέταση κείµενο προσέλκυσε τὸ ἐνδιαφέρον τῶν µελετητῶν, λόγω ἐξωτερικῶν καὶ ἐσωτερικῶν χαρακτηριστικῶν:

       α) Σώζεται, σὲ λίγα χειρόγραφα, συγκριτικὰ µὲ τὸ ὑπόλοιπο ἔργο τοῦ Ἁγίου.

    β) Παρουσιάζει διαφορετικὴ διάρθρωση ἐν σχέσει µὲ τὴν προηγηθείσα παράδοση.

  γ) Ἀµφισβητήθηκε ἡ γνησιότητα ὅλου τοῦ ἔργου, ἢ συγκεκριµένων Κεφαλαίων, λόγω τῆς παραθέσεως ἀποσπασµάτων, ἢ ἀνιχνεύσεως ἀποσπασµάτων, ἀπὸ τὸ ἔργο De Trinitate τοῦ ἁγ. Αὐγουστίνου, ἴσως µέσω τῆς µεταφράσεως τοῦ Μαξίµου Πλανούδη (1281).

    δ) Χρησιµοποιεῖ, κατὰ συγχρόνους ἐρευνητές, ἐλάχιστα χωρία τοῦ ἁγ. Αὐγουστίνου, διορθώνοντας ἢ ἑρµηνεύοντας αὐτὰ κατὰ τὴν ἀνατολικὴ παράδοση, ἰδίως τὴν ὁρολογία τοῦ ψυχολογικοῦ εἰκονισµοῦ νοῦς- λόγος- πνεῦµα.



   ΙΙ. α) Σηµειώνω ὅτι οἱ τριάδες Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων, ἔν τινι µέτρω καὶ οἱ Ὁµιλίες, ἐπεσκίασαν ὁλόκληρη τὴ θεολογικὴ παραγωγὴ τοῦ Ἁγίου, καθὼς θὰ πρέπει νὰ ἐκτιµηθοῦν τὰ ἐκκλησιαστικὰ γεγονότα τῆς µεταπαλαµικῆς περιόδου, οἱ θεολογικὲς συγκρούσεις, ἡ θεµατολογία τοῦ µεταπαλαµικοῦ ἡσυχασµοῦ καὶ ἡ προϋπάρξασα νηπτικὴ παράδοση µὲ Κεφάλαια ἐγκρίτων πατέρων.

  β) Ὡς πρὸς τὴ διαφορετικὴ διάρθρωση τῶν ἀναλόγων τῆς προηγηθείσας νηπτικῆς παραδόσεως, πρέπει νὰ ἐπισηµανθεῖ ἐν προκειµένω ὅτι ἡ ἐναλλαγὴ στὸν τίτλο τῶν ὅρων Φυσικὰ ἢ Οἰκονοµικὰ καὶ Θεολογικὰ τῆς προηγηθείσας κειµενικῆς παραδόσεως ἀντιστοιχεῖ στὰ τρία πρῶτα τµήµατα τοῦ ἔργου τοῦ ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαµᾶ, συµπεριλαµβανοµένων δηλ. καὶ τῶν Ἠθικῶν καὶ Πρακτικῶν µέχρις τοῦ 67ου Κεφαλαίου.

   Οὐσιαστικὰ πρόκειται γιὰ ἔκθεση τῆς ἐκκλησιαστικῆς πίστης κατὰ τὴν ἁγιογραφικὴ καταγραφὴ καὶ τὴν πατερικὴ ἑρµηνευτικὴ µέχρι τὰ περὶ τῆς πτώσεως. Ὁ Π. Χρήστου στὴν εἰσαγωγὴ τῆς κριτικῆς ἐκδόσεως τοῦ Ε´ τόµου τῶν Συγγραµµάτων τοῦ Ἁγίου ἐπισηµαίνει γιὰ τὰ Κεφάλαια 41-67, τὰ ὁποῖα διακρίνει ὡς Ἠθικὰ καὶ Πρακτικά: «Κατὰ τὴν τυπικὴν ὁρολογίαν τὰ κεφάλαια ταῦτα ἔπρεπε νὰ ἐπιγραφοῦν “οἰκονοµικά”, ἐφόσον πραγµατεύονται περὶ τῆς πτώσεως τοῦ ἀνθρώπου καὶ παραλλήλως καὶ περὶ τοῦ τρόπου θεραπείας του. ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δώσωµεν αὐτὸν τὸν χαρακτηρισµόν, διότι στεροῦνται τῆς οὐσιαστικῆς ἀναφορᾶς εἰς τὸ κύριον στοιχεῖον τῆς “οἰκονοµίας”, τὸ ὁποῖον εἶναι ἡ ἐνανθρώπησις»[3].

     Ἡ ὑπογράµµιση γιὰ τὴν ἐκτενὴ ἀναφορὰ τῶνγεγονότων τῆς Ἐνανθρωπήσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου ἔχει ἰδιαίτερη σηµασία: ἐκ πρώτης ὄψεως δικαιολογεῖται ἡ ἀπουσία τοῦ ὅρου “οἰκονοµικά”, ποὺ δὲν ἦταν ἁπλῶς τυπικὴ ὁρολογία, ἀλλὰ ἀποτελοῦσε ἕνα µεγάλο τµῆµα τῆς ἑρµηνείας τῆς πίστεως, δηλ. τῆς κατὰ κεφάλαιο ἑρµηνείας τοῦ µυστηρίου τῆς Θείας Οἰκονοµίας, ποὺ ἀρχίζει µὲ τὴ φανέρωση τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ στὴ δηµιουργία τοῦ κόσµου καὶ τὴν ἀποκάλυψη τοῦ Λόγου στοὺς Προφῆτες καὶ τοὺς Ἀποστόλους, συµπίπτει δηλ. κειµενικὰ µὲ τὴν προφητικὴ καὶ ἐν συνεχεία ἀποστολικὴ καταγραφὴ καὶ µαρτυρία τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ µάλιστα σὲ µία ἑνότητα πίστεως Θεοφάνειας καὶ θεοσηµειῶν καὶ ὄχι μόνον αὐτῶν.

  Ἡ ἐκκίνηση τοῦ ἁγ. Γρηγορίου ἀπὸ τὰ Φυσικά, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν τὸ λόγο περὶ τῆς δηµιουργίας, ἡ ὁποία, ἀσφαλέστατα, εἶναι κεφάλαιο τῆς Θείας Οἰκονοµίας, δικαιολογεῖται ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι τὰ Ἑκατὸν Πεντήκοντα Κεφάλαια ἔχουν ὡς στόχο τὴν εὐσύνοπτη ἔκθεση τῆς ὀρθοδόξου πίστεως κατὰ τὴν ἁγιογραφικὴ καταγραφή, ὡς ἀπόδειξη, ἐνῶ ἕπεται ὁ λόγος περὶ τῆς πτώσεως καὶ τῆς σωτηρίας καὶ ἡ ἀνασκευὴ τῶν ἀπόψεων τῶν Βαρλααµιτῶν, «τῆς Βαρλααµίτιδος λύµης», ποὺ ἀναπτύσσονται στὸ δεύτερο τµῆµα τοῦ βιβλίου, ἤτοι κεφ. 41-67 ἠθικὰ καὶ πρακτικά, καὶ ἕπονται τὰ Κεφάλαια 68-150 περὶ Βαρλααµιτῶν. Σηµειωτέον ὅτι δὲν γίνεται εὐθεία ἀναφορὰ διαλόγου πρὸς τὸ Βαρλαὰµ ἀλλὰ γιὰ τὰ ἔκγονα αὐτοῦ. Ἐντὸς τοῦ κειµένου ἀπαντοῦν οἱ χαρακτηρισµοὶ «Βαρλααµῖται» καὶ «Ἀκινδυανοί»[4].

 Ἡ ἐκκίνηση, λοιπόν, ἐκ τῶν Φυσικῶν καὶ ὄχι ἐκ τῶν Θεολογικῶν, κατὰ τὴν περίπτωση τοῦ ἁγ. Ἰωάννη τοῦ Δαµασκηνοῦ, ὅπως ἐπισηµαίνει εὔστοχα ὁ Π. Χρήστου, ἀνάγεται στὴν ἀναγκαιότητα νὰ ἀπαντήσει ὁ ἅγ. Γρηγόριος στοὺς ἀντιησυχαστὲς θεολόγους, οἱ ὁποῖοι ἀσχολοῦνταν µὲ τὴν ἔρευνα τῆς φυσικῆς γνώσεως, δηλ. τοῦ κόσµου, δηλ. «περὶ φύσεως» καὶ δηµιουργίας τοῦ ἀνθρώπου αὐτοτελῶς, καὶ ἐφήρµοζαν, ὡς γνωστόν, τὴν ἐξεταστικὴ µέθοδο ἔρευνας τῶν κτιστῶν ὄντων καὶ ἐπὶ τοῦ Θεοῦ, ἤτοι περὶ ἑρµηνείας τῆς ἀποκαλύψεως τοῦ Θεοῦ, ἀντικαθιστῶντες τὴν κοινὴ ἀποδεικτικὴ µέθοδο τῆς προφητικῆς καὶ ἀποστολικῆς παραδόσεως καὶ θεωτικῆς ἐµπειρίας µὲ τὴν ἐξεταστικὴ µέθοδο τῶν Ἑλλήνων φιλοσόφων καὶ τῆς ἀνθρώπινης γνώσεως.

  Ἐπειδή, λοιπόν, τὸ κεντρικὸ θέµα τῶν συζητήσεων ἡσυχαστῶν- ἀντιησυχαστῶν εἶναι περὶ τῆς ἀποκαλύψεως τοῦ Θεοῦ, καί, ἐὰν αὐτὴ εἶναι κτιστὴ ἢ ἄκτιστη, ἐὰν δηλ. παρέχεται ὡς δωρεὰ ἀπὸ τὸ Θεὸ ἢ εἶναι ἐπίτευγµα τῆς διανοητικῆς ἱκανότητος τοῦ ἀνθρώπου, καὶ κατὰ συµπερασµό, ἐὰν ἡ σωτηρία εἶναι κτιστὴ ἢ ἄκτιστη, γι᾽ αὐτὸ ὁ ἅγ. Γρηγόριος, µολονότι ἀξιοποιεῖ τὴν πατερικὴ ἑρµηνευτικὴ καὶ τεκµηρίωση, ἐπανακάµπτει στὰ στοιχειακὰ ἱστορικὰ δεδοµένα τῆς ἁγιογραφικῆς καταγραφῆς καὶ τῆς φυσικῆς ἱστορίας: «Ἦρχθαι τὸν κόσµον καὶ ἡ φύσις διδάσκει καὶ ἡ ἱστορία πιστοῦται καὶ τῶν τεχνῶν αἱ εὑρέσεις καὶ τῶν νόµων αἱ θέσεις καὶ τῶν πολιτειῶν αἱ χρήσεις ἐναργῶς παριστᾶσι»[5], µὲ ἀνατροπὴ τῆς αἰωνιότητος τοῦ ἀρχαιοελληνικοῦ κοσµοειδώλου, καθότι «καὶ τέλος ἕξειν τὸν κόσµον»[6].

   Ἤδη, λοιπόν, ἀπὸ τὰ δύο πρῶτα Κεφάλαια καθίσταται σαφὴς ἡ στόχευση, ποὺ εἶναι ἡ ἀνάδειξη τῆς ἑνότητος τῆς δηµιουργίας καὶ τῆς ἱστορίας κατὰ τὴν καταγραφὴ τῆς Γενέσεως ἀπὸ Μωϋσέως, ὁ ὁποῖος «διὰ τοσούτων ἔργων καὶ λόγων ἐξαισίων ἀναντιρρήτους παρέσχετο πίστεις τῆς καθ᾽ ἑαυτὸν ἀληθείας»[7], ἀλλὰ καὶ ἡ πορεία τοῦ σύµπαντος κόσµου, ποὺ ἑδράζεται στὴν ἔκφανση τῆς ζωοποιοῦ δυνάµεως τοῦ Θεοῦ κατὰ τὸ ἔργο τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος.

   Μὲ ἄκρως εὐσύνοπτο τρόπο στὸ Κεφάλαιο 24 γίνεται ἡ ἔκθεση γιὰ τὴ δηµιουργία τοῦ ἀνθρώπου, καὶ ὑπογραµµίζεται ὁ προορισµός του γιὰ τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, «εὐθὺς ἀπὸ καταβολῆς κόσµου δι᾽ ἑαυτὸν ἑτοιµασθῆναι πρὸ αὐτοῦ καὶ βουλὴν περὶ αὐτοῦ προηγήσασθαι καὶ χειρὶ Θεοῦ καὶ κατ᾽ εἰκόνα πλασθῆναι Θεοῦ»[8], ἀλλὰ συγχρόνως ἐνθεωρεῖται στὸ ἴδιο Κεφάλαιο καὶ τὸ γεγονὸς τῆς Ἐνανθρωπήσεως: «καὶ µὴ ὅτι Θεοῦ δεκτικὸν δι᾽ ἀγῶνος καὶ χάριτος, ἀλλὰ καὶ δυνατὸν ἑνωθῆναι τούτῳ κατὰ µίαν ὑπόστασιν»[9].

Κατὰ ταῦτα, ἡ ἀντιπαραβολὴ πρὸς τὴ φυσικὴ γνώση καὶ τὴν ἀνθρώπινη σοφία εἶναι ἐλεγκτικὴ µόνο κατὰ τὴν εἰδωλοποίησή της, ὡς συνέπεια τῆς προπατορικῆς ἀποστασίας, ἢ κατὰ τὸ µέτρο ποὺ ὑποκαθιστᾶ τὴν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ καὶ τὰ ἀποτελέσµατά της[10].

    Ἡ ἐπιστροφὴ στὴ βιβλικὴ καταγραφὴ τῆς ἀποκαλύψεως τοῦ Θεοῦ συνιστᾶ τὴ µείζονα πρόταση γιὰ τὴν ἀναίρεση τῆς ἀπολυτότητος τῆς ἀνθρώπινης γνώσεως, ὑπὸ τὴν προϋπόθεση ὅτι ἡ καταγραφὴ ἀναφέρεται στὴν ἐπισήµανση τῶν ἀποτελεσµάτων τῆς «µεγαλειότητος» ἢ «βουλῆς» τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία ἐκφαίνεται στὴ δηµιουργία, καὶ ἡ ὁποία δηµιουργία, ὡς ἀποτέλεσµά της, ἕπεται, καὶ ἑποµένως ὑπόκειται.

  Συγκρίνοντας τὴ διάρθρωση τῶν Κεφαλαίων τοῦ ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαµᾶ µὲ ἐκείνη τοῦ ἁγ. Ἰωάννη τοῦ Δαµασκηνοῦ στὴν Ἔκδοση ἀκριβὴ τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως µποροῦµε νὰ ποῦµε ὅτι ὁ ἅγ. Γρηγόριος ἀκολουθεῖ τὴν ἁγιογραφικὴ ἔκθεση µὲ παράλληλο θησαυρισµὸ χωρίων ἀπὸ κείµενα τῶν ἐγκρίτων Πατέρων, ἢ καὶ ἀναφορὲς στὴ λατρευτικὴ πράξη τῆς Ἐκκλησίας µὲ εὐρεία ἀφοµοίωση τῶν Ἀρεοπαγιτικῶν κειµένων, πρὸς ἀνατροπὴ τῆς νεοφανοῦς αἱρέσεως τῶν Βααρλαµιτῶν, ποὺ εἶναι ποσοτικὰ τὸ ἥµισυ τοῦ ἔργου, Κεφάλαια 68-150. Ἐκ παραλλήλου στὴν Ἔκδοση ἀκριβὴ ἡ διάρθρωση ἀκολουθεῖ οὐσιαστικὰ τὸ νοηµατικὸ ἄξονα τοῦ Συµβόλου τῆς πίστεως µὲ τὴν τετραµελὴ διάρθρωση: Περὶ τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, τῆς δηµιουργίας τοῦ σύµπαντος κόσµου, τῆς Ἐνανθρωπήσεως, καὶ τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας µέχρι τῶν ἐσχάτων, καθὼς τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονοµίας ἐκβάλλει στὰ ἔσχατα ὡς ἔργο τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος[11].

     Διαβάζοντας καὶ ξαναδιαβάζοντας τὰ Κεφάλαια τῆς πεντάτοµης Φιλοκαλίας ἀλλὰ καὶ τὶς Ἐκθέσεις Πίστεως τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ κατέληξαν στὶς Ὁµολογίες Πίστεως κατὰ τὴ χειροτονία τῶν ἐπισκόπων πρὸ τῶν ἐντύπων ἐκδόσεων, καθὼς καὶ τὸ Συνοδικὸ τῆς Ὀρθοδοξίας, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχὴ ἀνάγεται στὸ Συνοδικὸ τοῦ 382, καὶ προσπαθώντας νὰ ἀνιχνεύσω τὸ νοηµατικὸ ἄξονα τῆς ἀφηγήσεως, ἀκόµη καὶ µιᾶς λογικῆς περὶ τῶν ἐπιλογῶν καὶ συγκροτήσεως τῆς Φιλοκαλίας, µπορῶ νὰ πῶ σχεδὸν µετὰ βεβαιότητος ὅτι οἱ συγγραφεῖς των Κεφαλαίων τῆς Φιλοκαλίας ἔχουν ὡς νοηµατικὸ ἄξονα, ἢ τὴν ἀφήγηση τῆς Ἁγίας Γραφῆς ἀπὸ Γενέσεως, ἢ τὴ διάρθρωση τοῦ Συµβόλου τῆς Πίστεως. Θέµατα καὶ προβληµατισµοὶ τῆς κάθε ἐποχῆς συνταιριάζονται στὴν ἴδια συνέχεια, χωρὶς νὰ αἴρεται ὁ ἱστορικὸς χαρακτήρας τῶν ἐσχάτων. Γι᾽ αὐτὸ ὑπερασπίζεται, ἐξάλλου, µετὰ πάθους ὁ ἅγ. Γρηγόριος ὁ Παλαµᾶς τὴ µονολόγιστη εὐχὴ τῶν ἡσυχαστῶν. Κέντρο πάντα εἶναι ἡ ὁµολογία ὅτι ὁ ἀΐδιος Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Πατρός ἀποκαλύπτεται ἄσαρκος στοὺς Προφῆτες, ἔνσαρκος στοὺς Μαθητὲς καὶ Ἀποστόλους, ὁ αὐτὸς ἑνώνων τὸν ἀρχαῖο καὶ τὸ νέο Ἰσραὴλ στὸ Μυστικὸ Δεῖπνο, καὶ ὁρᾶται ὑπὸ τῶν βαπτιζοµένων ἐν Ἁγίω Πνεύµατι Μαθητῶν κατὰ τὴν Πεντηκοστὴ Πνευµατικῶς[12], ὡς Πνευµατικῶς δὲ ὁρώµενος καὶ µετεχόµενος στὴ Θεία Λειτουργία ἐν τῇ ἐπικλήσει τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος καὶ «ἀοράτως συνών». Τοῦτο εἶναι ἀρκούντως σαφὲς στὰ Κεφάλαια Ἑκατὸν Πεντήκοντα τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαµᾶ. Ἐξάλλου, ἡ ἀναφορὰ στὰ Κεφάλαια Θεολογικά, ἤτοι τὴν Ἔκδοση ἀκριβὴ τῆς ὀρθοδόξου πίστεως τοῦ ἁγ. Ἰωάννη τοῦ Δαµασκηνοῦ, θὰ πρέπει νὰ ἔχει παράξει µία νέα ἑρµηνευτικὴ ὅραση γιὰ τὰ κριτήρια ἑρµηνείας τοῦ Μυστηρίου τῆς Θείας Οἰκονοµίας ἀπὸ τὸν ἡσυχαστὴ ἅγ. Γρηγόριο, ὁ ὁποῖος πλάϊ στὴν Ἁγία Γραφή, τὸ Σύµβολο τῆς Πίστεως κατὰ τὶς συνοδικὲς ἑρµηνευτικὲς προτάσεις, τὶς «φωνὲς» τῶν ἐγκρίτων Πατέρων, προσθέτει, ὡς ἰσόκυρο, τὸ λειτουργικὸ κριτήριο[13].

    γ) Ἡ ἀµφισβήτηση τῆς γνησιότητος τῶν Κεφαλαίων ἑκατὸν πεντήκοντα, ὡς µὴ προερχοµένων ἀπὸ τὴ γραφίδα τοῦ ἁγ. Γρηγορίου, τέθηκε κυρίως ἀπὸ τὸ Μητροπολίτη Ναυπάκτου Ἱερόθεο στὸ λόγο του κατὰ τὴν ἀναγόρευση σὲ ἐπίτιµο διδάκτορα τοῦ Τµήµατος Κοινωνικῆς Θεολογίας τοῦ ΕΚΠΑ[14]. Ἡ ἐπιχειρηµατολογία τοῦ Μητροπολίτη Ναυπάκτου βασίζεται κατὰ κύριο λόγο στὴν ἰδέα ὅτι τὰ ἀνιχνευθέντα ὡς προερχόµενα ἀπὸ τὸ De Trinitate ἔργο τοῦ ἁγ. Αὐγουστίνου ἀποσπάσµατα ἀπὸ τὸ Δηµητρακόπουλο δὲν συνάδουν µὲ τὸ ὑπόλοιπο ἔργο τοῦ ἁγ. Γρηγορίου καί, µάλιστα, στὸ καίριο σηµεῖο τῆς διπλῆς ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος, ποὺ κατὰ τὴ γνώµη του ἐξάγεται ἀπὸ τὴ χρήση τοῦ ψυχολογικοῦ εἰκονισµοῦ νοῦς- λόγος- πνεῦµα.

    δ) Ὁ καθηγητὴς Γ. Ματζέλος στὸ ἄρθρο του: Tὸ Ἅγιο Πνεῦµα ὡς «ἔρως ἀπόρρητος» µεταξὺ Πατρὸς καὶ Υἱοῦ κατὰ τὸν Ἅγιο Γρηγόριο Παλαµᾶ, ἀφενὸς συντάσσεται µὲ ὅλους τοὺς ἐρευνητὲς ποὺ ἀποδέχονται τὴ χρήση τοῦ De Trinitate ἀπὸ τὸν ἅγ. Γρηγόριο, ἀφετέρου, ἀκολουθώντας τὸ Μητροπολίτη Μαυροβουνίου ὑποστηρίζει ἐπιλέξει: «ὁ Παλαµᾶς χρησιµοποιεῖ τήν αὐγουστίνεια αὐτή ἀντίληψη, ἑρµηνεύοντάς την µέ τέτοιο τρόπο πού νά δηλώνει ἁπλῶς τήν ὀρθόδοξη διδασκαλία γιά τήν ἀΐδια ἐπανάπαυση τοῦ Ἁγ. Πνεύµατος στόν Υἱό στά πλαίσια τῆς ἐνδοτριαδικῆς περιχώρησης καί σχέσης τῶν θείων προσώπων καί τίποτε περισσότερο»[15], καὶ καταλήγει µὲ τὴν ἐξέταση τῆς ἀναγκαιότητος τῆς ἐν λόγω χρήσης, ἐκτιµώντας ὅτι ἦταν ἀναγκαία ἡ ὀρθὴ χρήση τῆς ψυχολογικῆς τριάδας µὲ τὴν ἑρµηνευτικὴ διόρθωση, ὥστε νὰ ἀφοπλιστοῦν οἱ λατινόφρονες ἀπὸ µία δική τους ἐπίκληση τοῦ ἁγ. Αὐγουστίνου.



Προτασιακά

α) Ἡ ὅλη συζήτηση εἴτε γιὰ τὴ γνησιότητα τοῦ ἔργου εἴτε γιὰ τὴ χρήση τῆς λεγόµενης «ψυχολογικῆς τριάδος» πρέπει νὰ συµπληρωθεῖ κυρίως µὲ τὴν τελικὴ ἀπόρριψη τῶν εἰκονισµῶν καὶ τῶν παραστάσεων, ὅπως εἰσηγεῖται ὁ ἅγ. Γρηγόριος ὁ Θεολόγος στὸ τέλος τοῦ Πέµπτου Θεολογικοῦ του Λόγου καὶ τὸν περιορισµὸ τῶν διατυπώσεων κατὰ τὴν ἑρµηνεία τῆς πίστεως στὴ χρήση τῶν ἁγιογραφικῶν ὀνοµάτων Πατήρ, Υἱὸς καὶ Ἅγιο Πνεῦµα: «τέλος οὖν ἔδοξέ µοι κράτιστον εἶναι τὰς µὲν εἰκόνας χαίρειν ἐᾶσαι καὶ τὰς σκιάς, ὡς ἀπατηλὰς καὶ τῆς ἀληθείας πλεῖστον ἀποδεούσας, αὐτὸν δὲ τῆς εὐσεβεστέρας ἐννοίας ἐχόµενον, ἐπ᾿ ὀλίγων ῥηµάτων ἱστάµενον, ὁδηγῷ τῷ πνεύµατι χρώµενον, ἣν ἐντεῦθεν ἔλλαµψιν ἐδεξάµην, ταύτην εἰς τέλος διαφυλάσσοντα, ὡς γνησίαν κοινωνὸν καὶ συνόµιλον, τὸν αἰῶνα τοῦτον διαπορεύεσθαι διατέµνοντα, καὶ τοὺς ἄλλους πείθειν εἰς δύναµιν προσκυνεῖν πατέρα, καὶ υἱόν, καὶ πνεῦµα ἅγιον, τὴν µίαν θεότητά τε καὶ δύναµιν· ὅτι αὐτῷ πᾶσα δόξα, τιµή, κράτος, εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων· Ἀµήν»[16], µία ἐκδοχὴ ποὺ γνώριζε καλῶς ὁ ἅγ. Γρηγόριος ὁ Παλαµᾶς.

β) Ἡ χρήση τῆς ἀνθρωπολογικῆς παράστασης, (ἢ τοῦ εἰκονισµοῦ) ὡς τοῦ νοῦ, τοῦ λόγου καὶ τοῦ πνεύµατος, ποὺ φέρεται στὴ σύγχρονη βιβλιογραφία ὡς ψυχολογικὴ τριάδα γιὰ τὴν Ἁγία Τριάδα, εἶναι µία ἀπὸ αὐτὲς ποὺ εἶχαν χρησιµοποιηθεῖ στὴν ἀρχέγονη Ἐκκλησία µέχρι καὶ τοὺς Καππαδόκες Πατέρες, οἱ ὁποῖοι ἐντέλει θεµελίωσαν τὶς ἑρµηνευτικές τους προτάσεις στὴ βαπτισµατικὴ ὁµολογία καὶ λειτουργικὴ πράξη, ἀπορρίπτοντες τὴν τεχνολογία τῶν Εὐνοµιανῶν καὶ ἰδίως τὴ χαλαρότητα τῶν Ἀπολιναριστῶν ἔναντι τοῦ κειµένου τῆς ἉγίαςΓραφῆς[17]. Ἡ χρήση τοῦ εἰκονισµοῦ δὲν ἀπαντᾶ στὴ συνοδικὴ πράξη, ἀλλὰ ἐπανέρχεται, γιὰ νὰ ἀναφέρω µόνο ἐνδεικτικά, στὰ Κεφάλαια τοῦ ἁγ. Μαξίµου τοῦ Ὁµολογητῆ καὶ τοῦ ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Σιναΐτη, ἀλλὰ εὐρέως στοὺς Κανόνες τῆς Παρακλητικῆς, ἰδίως τῆς Ἀκολουθίας τοῦ Μεσονυκτίου.

γ) Ἡ µέχρι τώρα ἐπισήµανση περὶ ἐξαρτήσεως ἀπὸ τὸν ἅγ. Θεόληπτο Φιλαδελφείας, δέον νὰ συµπληρωθεῖ µὲ τὴ µελέτη τῶν Κεφαλαίων πάνυ Ὠφελίµων (137) τοῦ ἁγ. Γρηγορίου Σιναΐτη, ἰδίως τὰ Κεφάλαια 30-31, γιὰ τὴν ψυχολογικὴ τριάδα καὶ τὰ Κεφάλαια 35-36 γιὰ τὴν ἕξη, τὴν ἐνέργεια, τὸ ποσὸν ἢ τὸ ποιόν, ἂν καὶ τὰ δεύτερα εἰσάγονται στὸ πλαίσιο τοῦ λόγου περὶ κολάσεως καὶ βασιλείας[18]. Ὡστόσο, ἡ χρήση τῆς ψυχολογικῆς τριάδος ὡς παραδειγµατικῆς ἑρµηνευτικῆς µὲ ἀναφορὰ σὲ θεοφόρους πατέρες δὲν µπορεῖ νὰ συσχετισθεῖ µὲ χρήση τοῦ De Trinitate τοῦ ἁγ. Αὐγουστίνου, ἐνῶ ἡ ἐξάρτηση τοῦ ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαµᾶ ἀπὸ τὰ Κεφάλαια τοῦ ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Σιναΐτου, ποὺ προηγεῖται χρονικά, εἶναι πολὺ πιθανή, µὲ ἐξακριβωµένη τὴν ἐπαφή του µὲ τὸν κύκλο τῶν µαθητῶν τοῦ τελευταίου, χωρὶς νὰ ἀποκλείεται καὶ ἡ προσωπικὴ γνωριµία. Πολύ περισσότερο µία ἀντιστοίχηση µὲ τὴ χρήση τοῦ εἰκονισµοῦ στὰ Κεφάλαια 5- 13 [19] τῆς τρίτης ἑκατοντάδος τῶν Γνωστικῶν τοῦ ἁγ. Νικήτα Στηθάτου ἀποµακρύνει τὸν εἰκονισµὸ τελείως ἀπὸ τὴν παράδοση τοῦ ἁγ. Αὐγουστίνου, ἐνῶ τὰ Κεφάλαια 49-97[20] τοῦ ἁγ. Μαξίµου ἐκ τῆς ἑβδόµης ἑκατοντάδος Περὶ Θεολογίας, ἴσως, ἀποτελεῖ τὴ γέφυρα γιὰ τὴν ἡσυχαστικὴ χρήση τοῦ ὑπὸ ἐξέταση εἰκονισµοῦ, συνυπολογιζοµένης καὶ τῆς ἐν χρήσει ὑµνολογικῆς παραδόσεως τῆς Ἐκκλησίας κατὰ τὴν ἐποχὴ τοῦ Ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαµᾶ, ἰδίως τῶν Κανόνων τοῦ Μητροφάνους Σμύρνης[21].



[1]. Εἰσήγηση στην Η´ Ἡμερίδα: ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΚΑΙ ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ Ζ´. Δίκτυο Κειµενικῆς καὶ Ἑρµηνευτικῆς Ἐκκλησιαστικῆς Παραδόσεως (ΚΕΕΠ), ἐν Τµήµατι Ποιµαντικῆς καὶ Κοινωνικῆς Θεολογίας τοῦ Α.Π.Θ., Διεύθυνση Δικτύου- Ἐρευνητικοῦ Προγράμματος καὶ ἐρευνητικῶν ἀποτελεσμάτων- δομῶν, χρηματοδοτηθὲν ὑπὸ τῆς Ε.Ε.: Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου 2006 κ. ἑξ., Θεσσαλονίκη 19-3-15.

[2]. COMMENTARIA IN ARISTOTELEM GRAECA, EDITA CONSILIO ET AUCTORITATE ACADEMIAELITTERARUM REGIAE BORUSSICA, VOLUMINIS XVIII, PARS II, DAVIDIS PROLEGOMENA ET IN PORPHYRIIISAGOGEN, BEROLINI TYPIS ET IMPENSIS GEORGIIREIMERI 1904, σ. 82, 25-29. Θὰ ἄξιζε νὰ ἐρευνηθεῖ τὸ εἶδος στὴν Ἑλληνικὴ Γραµµατολογία καὶ ἡ πρόσληψή του ἀπὸ τοὺς χριστιανοὺς συγγραφεῖς.

[3]. Γρηγορίου τοῦ Παλαµᾶ Συγγράµµατα, ἐκδ. Π. Κ. Χρήστου, τόµ. Ε´, Κυροµάνος: Θεσσαλονίκη 1992, σ. 17.

[4]. Ἔνθ. ἀν., σ. 81, 24: σ. 86, 6: σ. 105, 7: σ. 118, 21 καὶ 119, 5.

[5]. Ἔνθ. ἀν., σ. 37, 1-3.

[6] Ἔνθ. ἀν., σ. 37, 17.

[7]. Ἔνθ. ἀν., σ. 37, 9-11.

[8]. Ἔνθ. ἀν., σ. 48, 12-14.

[9]. Ἔνθ. ἀν., σ. 48, 21-22.

[10]. Ἔνθ. ἀν., Κεφάλαια 41-67.

[11]. Τὴ διάρθωση τῆς ἐκθέσεως τῆς πίστεως τοῦ ἁγ. Ἱωάννη τοῦ Δαµασκηνοῦ, κατὰ τὸ Σύµβολο τῆς Πίστεως µέσω τοῦ ἁγ.Ἰωάννου Δαµασκηνοῦ, ἀκολουθεῖ οὐσιαστικῶς στοὺς τρεῖς τόµους τῆς Δογµατικῆς του ὁ Νίκος Ματσούκας, ὁ ὁποῖος µετέφρασε καὶ ἐξέδωσε τὴν Τριλογία τῶν Κεφαλαίων Πηγὴ Γνώσεως: Διαλεκτικά, Περὶ αἱρέσεων, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, ὡς βασικὸ κειµενικὸ ὑπόβαθρο τῆς ἑρµηνευτικῆς του, ἀνατρέποντας τὸ σχολαστικισµὸ µιᾶς ἀκαδηµαϊκῆς Θεολογίας ἑκατὸ χρόνων.

[12]. Κατὰ τὴν πληθωρικὴ διατύπωση τοῦ ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου.

[13]. Ο ἅγ. Γρηγόριος ὁ Παλαµᾶς ἑρµηνεύει σὲ µία ἑνότητα τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονοµίας ἔχων ὑπόψιν του τόσο τὸν ἅγ. Γρηγόριο τὸ Θεολόγο, ἰδίως τὸν Πέµπτο Θεολογικό, ὅσο καὶ τὴν Ἔκδοση ἀκριβὴ τῆς ὀρθοδόξου πίστεως τοῦ ἁγ. Ἰωάννη τοῦ Δαµασκηνοῦ, ἔργο τὸ ὁποῖο ἀναφέρει ὡς Θεολογικὰ Κεφάλαια! Βλ. Γρηγορίου τοῦ Παλαµᾶ Συγγράµµατα, ἐκδ. Π. Κ.Χρήστου, τόµ. Ε, µν. ἔργ., σ. 80, 1620: «Ἡ τῶν θείων θεηγόρων ἔνθεος καὶ κοινὴ γλῶσσα, Δαµασκηνὸς ὁ θεοφόρος, φησὶν ἐν δευτέρῳ τῶν θεολογικῶν αὐτοῦ κεφαλαίων· "χρὴ τὸν περὶ Θεοῦ τι λέγειν ἢ ἀκούειν βουλόµενον, σαφῶς εἰδέναι, ὡς οὐδὲ πάντα ἄρρητα, οὐδὲ πάντα ῥητά, τά τε τῆς θεολογίας τά τε τῆς οἰκονοµίας· οὔτε µὴν πάντα γνωστὰ οὔτε πάντα ἄγνωστα"». Βλ. Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Γρηγοριανὰ Α, (Φιλοσοφικὴ καὶ Θεολογικὴ Βιβλιοθήκη 35), ἐκδ. Π. Πουρναρᾶ: Θεσσαλονίκη 1997, σσ. 141-151.

[14]. Ἱ. Βλάχου, Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου καὶ ἁγίου Βλασίου, Τὰ ἑκατὸν πεντήκοντα κεφάλαια τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαµᾶ, ἐν Θεολογία 1:2009, σσ. 5- 25.

[15]. Γ. Δ. ΜΑΡΤΖΕΛΟΥ, Tὸ Ἅγιο Πνεῦµα ὡς «ἔρως ἀπόρρητος» µεταξὺ Πατρὸς καὶ Υἱοῦ κατὰ τὸν Ἅγιο Γρηγόριο Παλαµᾶ,ἐν https://hephaestus.nup.ac.cy/handle/11728/7643 (2001, σσ. 14-15) καὶ ἐν Θεολογία 3:2015, σ. 20.

[16]. Λόγος 31, 33 PG 36, 172ΑΒ.

[17]. Τῆς νοοτροπίας τῶν «τεχνολόγων», τηρουµένων τῶν ἀναλογιῶν, εἶναι καὶ κάποιοι σύγχρονοι θεολόγοι ποὺ δὲν ἀντιλαµβάνονται τὴ βαπτισµατικὴ ὁµολογία κατὰ τὶς µεταγενέστερες συνοδικὲς ἀποφάσεις, εἴτε εἶναι τὸ Σύµβολο Νικαίας Κωνσταντινουπόλεως, εἴτε εἶναι οἱ Ὅροι τῶν Οἰκουµενικῶν Συνόδων, ὁπωσδήποτε, ὅµως, ὡς ἑρµηνευτικὲς διατυπώσεις, ὁµιλοῦντες γιὰ ἔννοιες καὶ διαµόρφωση τοῦ δόγµατος, κακοαντιγράφοντες ἐνταυτῶ ἀπὸ ἐδῶ κι ἀπὸ ἐκεῖ ἐκφράσεις, προτάσεις καὶ ἑρµηνευτικὸ ὑλικὸ πρωτογενῶν ἐρευνῶν!

[18]. Φιλοκαλία τῶν Ἱερῶν Νηπτικῶν, ἐκδ. Ἀστήρ: Ἀθῆναι 4/1976, τ. Δ´, σσ. 35- 36.

[19]. Φιλοκαλία τῶν Ἱερῶν Νηπτικῶν, ἐκδ. Ἀστήρ: Ἀθῆναι 4/1976, τ. Γ´, σ. 327- 329.

[20].Φιλοκαλία τῶν Ἱερῶν Νηπτικῶν, ἐκδ. Ἀστήρ: Ἀθῆναι 4/1975, τ. Β, κεφ. 87, σ. 183: «Τῆς ἀγάπης καὶ τοῦ ἔρωτος, αὐτὸν δηλαδὴ τὸν Θεόν, προβολέα, φασί, καὶ γεννήτορα...».

[21]. Ὁ εἰκονισµὸς ἀφθονεῖ, ἰδίως, στοὺς Τριαδικοὺς Κανόνες του Μεσονυκτικοῦ. Παραθέτω µόνον ἐνδεικτικὰ ἀπὸ τὴν Παρακλητικὴ τὴν ᾨδὴ α, ἦχο α, τὸ δεύτερο τροπόριο καὶ τὸ Θεοτοκίο, ποίηµα Μητροφάνους Σµύρνης, ποὺ ἔζησε τὸν 9ο αἰ.:1. «Ἵνα τοῖς ἀνθρώποις ἑνικήν, τὴν τριλαµπῆ σου δηλώσῃς Θεότητα, πλάσας πρὶν τὸν ἄνθρωπον, κατὰ τὴν σὴν εἰκόνα διεµόρφωσας, νοῦν αὐτῷ καὶ λόγον, καὶ πνεῦµα δούς, ὡς φιλάνθρωπος». 2. «Νοῦς µὲν ὁ ἀγέννητος Πατήρ, εἰκονικῶς τοῖς σοφοῖς προηγόρευται· Λόγος δὲ συνάναρχος, ὁ συµφυὴς Υἱός, καὶ Πνεῦµα ἅγιον, τὸ ἐν τῇ Παρθένῳ, τοῦ Λόγου κτίσαν τὴν σάρκωσιν».

  

ΦΙΛΟΚΑΛΙΚΗ ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ 

(Προδημοσίευση), 2026

ΔΕΣΠΩ ΑΘ. ΛΙΑΛΙΟΥ

Τόμος Α´

(ΜΕΡΟΣ Β´)

 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 4


«Ἑνότητα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐμπειρίας κατὰ τὸν ἅγ. Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ: Τὸ παράδειγμα τῶν Κεφαλαίων Ἑκατὸν Πεντήκοντα -Φυσικὰ καὶ Θεολογικά, Ἠθικά τε καὶ Πρακτικὰ καὶ καθαρτικὰ τῆς Βαρλααμίτιδος λύμης»

 

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου

(Καθηγήτρια Θεολογικῆς Σχολῆς- Ἀντιπρύτανις Α.Π.Θ., ἐν Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Θεολογική Σχολή, Εἰς Μαρτύριον τοῖς Ἔθνεσι, Τόμος Χαριστήριος Εἰκοσαετηρίδος εἰς τὸν Οἰκουμενικὸν Πατριάρχην κ.κ. Βαρθολομαῖον, Θεσσαλονίκη 2011, σσ. 19- 24).

 

Τὸ γραμματειακὸ εἶδος τῶν Κεφαλαίων εἶναι κυρίως γνωστὸ ἀπὸ τὰ σχετικὰ ἔργα τῶν Εὐαγρίου, ἁγ. Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητῆ, τοῦ Νικήτα Στηθάτου, ἐνῶ θὰ πρέπει νὰ σημειώσουμε ὅτι ἀκόμη καὶ ἡ Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως τοῦ ἁγ. Ἰωάννη τοῦ Δαμασκηνοῦ εἶναι οὐσιαστικὰ διαρθρωμένη σὲ ἑκατὸ κεφάλαια, διανεμημένα σὲ τέσσερα μέρη[1]. Συνήθως ἡ προσέγγιση αὐτοῦ τοῦ γραμματειακοῦ εἴδους παραπέμπει σὲ εὐσύνοπτες προτάσεις συμβουλευτικοῦ περιεχομένου πρὸς τοὺς ἐπιλέξαντες τὸ βίο τῆς ἀσκήσεως καὶ τῆς νήψεως.

Ἐν προκειμένω ἡ ἐναλλαγὴ στὸν τίτλο τῶν ὅρων Φυσικὰ ἢ Οἰκονομικὰ καὶ Θεολογικὰ τῆς προηγηθείσας κειμενικῆς παραδόσεως ἀντιστοιχεῖ στὰ τρία πρῶτα τμήματα τοῦ ἔργου τοῦ ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, συμπεριλαμβανομένων δηλ. καὶ τῶν Ἠθικῶν καὶ Πρακτικῶν μέχρι τοῦ 67ου Κεφαλαίου. Οὐσιαστικὰ πρόκειται γιὰ ἔκθεση τῆς ἐκκλησιαστικῆς πίστης κατὰ τὴν ἁγιογραφικὴ καταγραφὴ καὶ τὴν πατερικὴ ἑρμηνευτικὴ μέχρι τὰ περὶ τῆς πτώσεως. Ὁ Π. Χρήστου στὴν εἰσαγωγὴ τῆς κριτικῆς ἐκδόσεως τοῦ Ε´ τόμου τῶν Συγγραμμάτωντοῦ Ἁγίου ἐπισημαίνει γιὰ τὰ Κεφάλαια 41-67, τὰ ὁποῖα διακρίνει ὡς Ἠθικὰ καὶ Πρακτικά: «Κατὰ τὴν τυπικὴν ὁρολογίαν τὰ κεφάλαια ταῦτα ἔπρεπε νὰ ἐπιγραφοῦν “οἰκονομικά”, ἐφόσον πραγματεύονται περὶ τῆς πτώσεως τοῦ ἀνθρώπου καὶ παραλλήλως καὶ περὶ τοῦ τρόπου θεραπείας του. ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δώσωμεν αυτὸν τὸν χαρακτηρισμόν, διότι στεροῦνται τῆς οὐσιαστικῆς ἀναφορᾶς εἰς τὸ κύριον στοιχεῖον τῆς “οἰκονομίας”, τὸ ὁποῖον εἶναι ἡ ἐνανθρώπησις»[2]. Ἡ ἐπισήμανση γιὰ τὴν ἐκτενὴ ἀναφορὰ τῶν γεγονότων τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου ἔχει ἰδιαίτερη σημασία: ἐκ πρώτης ὄψεως δικαιολογεῖται ἡ ἀπουσία τοῦ ὅρου “οἰκονομικά”, ποὺ δὲν ἦταν ἁπλῶς τυπικὴ ὁρολογία, ἀλλὰ ἀποτελοῦσε ἕνα μεγάλο τμῆμα τῆς ἑρμηνείας τῆς πίστεως, δηλ. τῆς κατὰ κεφάλαιο ἑρμηνείας τοῦ μυστηρίου τῆς θείας οἰκονομίας, ποὺ ἀρχίζει μὲ τὴ φανέρωση τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ στὴ δημιουργία τοῦ κόσμου καὶ τὴν ἀποκάλυψή του στοὺς Προφῆτες, συμπίπτει δηλ. κειμενικὰ μὲ τὴν προφητικὴ καὶ εν συνεχεία ἀποστολικὴ καταγραφὴ καὶ μαρτυρία τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ μάλιστα σὲ μία ἑνότητα.

Κατὰ τὴν ἑρμηνευτικὴ γραμμὴ τῶν Πατέρων ἡ διάκριση οἰκονομίας- θεολογίας εἶναι πρωταρχική, ὄχι μόνο γιατὶ κατ᾽ αὐτὴν ἐκφράζεται ἡ διάκριση τοῦ ἀκτίστου Θεοῦ ἀπὸ τὰ δημιουργήματά του, ἀπ᾽ ὅλα δηλ. τὰ κτιστὰ ὄντα, ἀλλὰ καὶ γιατὶ ὁριοθετεῖται ἡ ἑρμηνεία τῆς πίστεως κατὰ τὴν ἀποδεικτικὴ καταγραφὴ καὶ μαρτυρία ἢ ἐμπειρία, περὶ τοῦ τρόπου δηλ. τῆς ἀποκαλύψεως τοῦ Θεοῦ στοὺς Προφῆτες καὶ τοὺς Ἀποστόλους ἀπὸ ἕνα λόγο περὶ τοῦ Θεοῦ καθ᾽ ἑαυτόν, ὁ ὁποῖος ἐκφεύγει ἀπὸ ὅλες τὶς κτιστὲς κατηγορίες. Μὲ ἄλλα λόγια ὁριοθετεῖται ἡ περὶ Θεοῦ γνώση τοῦ ἀνθρώπου κατὰ τὰ ὅρια τῆς κτιστότητός του καὶ ὡς πρὸς τὸ τί κάνει καὶ ἐνεργεῖ ὁ Θεὸς γιὰ τὰ δημιουργήματά του καὶ ὄχι κατὰ τὸ τί εἶναι ὁ Θεὸς καθ᾽ ἑαυτόν.

Ἐφαρμόζοντας, λοιπόν, οἱ Πατέρες τὴν ἑρμηνευτικὴ ἀρχὴ ἢ διάκριση θεολογίας-οἰκονομίας ἀκολουθοῦν ἕνα ἄκρως αὐστηρὸ ἑρμηνευτικὸ πρόγραμμα, τὸ ὁποῖο στὴν περίπτωση τοῦ γραμματειακοῦ εἴδους τῶν Κεφαλαίων ὑπακούει στοὺς ὅρους τῆς ἐκφραστικῆς λιτότητας καὶ σχεδὸν τῆς κατὰ παράγραφο ὁλοκλήρωσης ἑνὸς νοήματος. Πρόκειται οὐσιαστικὰ γιὰ περιληπτικὴ ἐκφορὰ τῆς ὀρθοδόξου πίστεως καὶ ὄχι γιὰ λόγο ποὺ ἀπευθύνεται μόνο πρὸς τοὺς μοναχοὺς γιὰ λόγους διδακτικοὺς καὶ μάλιστα ἀσκητικῆς ὑφῆς κατὰ τὰ συνήθη. Ἡ ἐκκίνηση ἀπὸ τὴ θεολογία ἢ τὴν οἰκονομία ἐναπόκειται στὴν προσωπικὴ ἐπιλογὴ τοῦ συντάκτη, ἂν καὶ μπορεῖ νὰ ἀνιχνευθοῦν τὰ αἴτια στὶς ἰδιαίτερες θεολογικὲς συνθῆκες καὶ συζητήσεις τῆς κάθε ἐποχῆς.

Ἡ ἐκκίνηση ἐν προκειμένω  τοῦ ἁγ. Γρηγορίου ἀπὸ τὰ Φυσικά, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν τὸ λόγο περὶ τῆς δημιουργίας, ἡ ὁποία εἶναι κεφάλαιο τῆς οἰκονομίας, δικαιολογεῖται ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι τὰ Ἑκατὸν Πεντήκοντα Κεφάλαια ἔχουν ὡς στόχο ἀφενὸς μὲν τὴν ἔκθεση τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, ἀφετέρου δὲ καὶ ταυτοχρόνως τὴν ἀνασκευὴ τῶν ἀπόψεων τῶν Βαρλααμιτῶν, «τῆς Βαρλααμίτιδος λύμης», καθότι δὲν γίνεται εὐθεία ἀναφορὰ στὸ Βαρλαὰμ ἀλλὰ στὰ ἔκγονα αὐτοῦ. ἐντὸς τοῦ κειμένου ἀπαντοῦν οἱ χαρακτηρισμοὶ «Βαρλααμῖται» καὶ «Ἀκινδυανοί»[3]. Ἐπιπλέον ἀναφορὰ γίνεται, τουλάχιστον, στὶς δύο συνόδους τοῦ 1341 καὶ 1347, ἐνῶ ἡ ἀξιοποίηση ὁρισμένων ἐκ τῶν Ὁμιλιῶν ἐπιβάλλει τὴ χρονολόγηση τοῦ ἔργου περὶ τὸ 1350. Ἀνεξάρτητα, ἑπομένως, ἀπὸ τὴν ἄποψη ὅτι πιθανὸν νὰ ἔγινε ὁ καταρτισμὸς τῶν Κεφαλαίων κατὰ διαφόρους περιόδους, ἡ τελικὴ μορφή των ὁλοκληρώθηκε περὶ τὸ 1350, ἔτος ἐλεύσεως τοῦ ἁγ. Γρηγορίου στὴ Θεσσαλονίκη[4].

Τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ ἅγ. Γρηγόριος αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκη νὰ ἐπανέλθει στὴν ἀναίρεση τῶν Βαρλααμιτῶν καὶ Ἀκινδυανῶν ἔχει σχέση μὲ τὴν ποιμαντική του διακονία καὶ τὶς θεολογικὲς ἀντιπαραθέσεις ποὺ εἶχε δημιουργήσει στὴ Θεσσαλονίκη ὁ Βαρλαάμ. Ἔτσι, ὡς ἐπίσκοπος ὁ ἅγ. Γρηγόριος παραδίδει τὰ Κεφάλαια ὡς σύνοψη δογματική, ποὺ ἀφορᾶ στὸ ποίμνιό του καὶ ὄχι σὲ κάποια εἰδικὴ ὁμάδα. Πρὸς τὸ σκοπὸ αὐτὸ συντείνει καὶ ἡ ἀκροτελεύτια περίοδος: «Φευκτέον οὖν αὐτοὺς καὶ τὴν αὐτῶν κοινωνίαν, ὡς ψυχοφθόρον καὶ πολυκέφαλον ὕδραν, ὡς πολυειδῆ τῆς εὐσεβείας λύμην[5]», ποὺ ἔχει νόημα, ὅταν ἀπευθύνεται σὲ χριστιανοὺς μιᾶς ἀνοικτῆς κοινωνίας.

Ἡ ἐκκίνηση, λοιπόν, ἐκ τῶν Φυσικῶν καὶ ὄχι ἐκ τῶν Θεολογικῶν, κατὰ τὴν περίπτωση τοῦ ἁγ. Ἰωάννη τοῦ Δαμασκηνοῦ, ὅπως ἐπισημαίνει εὔστοχα ὁ Π. Χρήστου, ἀνάγεται στὴν ἀναγκαιότητα νὰ ἀπαντήσει ὁ ἅγ. Γρηγόριος στοὺς ἀντιησυχαστὲς θεολόγους, οἱ ὁποῖοι ἀσχολοῦνταν μὲ τὴν ἔρευνα τῆς φυσικῆς γνώσεως, δηλ. τοῦ κόσμου, δηλ. «περὶ φύσεως» καὶ δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου αὐτοτελῶς, καὶ ἐφήρμοζαν, ὡς γνωστόν, τὴν ἐξεταστικὴ μέθοδο ἔρευνας τῶν κτιστῶν ὄντων καὶ ἐπὶ τοῦ Θεοῦ, ἤτοι περὶ ἑρμηνείας τῆς ἀποκαλύψεως τοῦ Θεοῦ, ἀντικαθιστῶντες τὴν κοινὴ ἀποδεικτικὴ μέθοδο τῆς προφητικῆς καὶ ἀποστολικῆς παραδόσεως καὶ θεωτικῆς ἐμπειρίας μὲ τὴν ἐξεταστικὴ μέθοδο τῶν Ἑλλήνων φιλοσόφων καὶ τῆς ἀνθρώπινης γνώσεως.

Ἐπειδή, λοιπόν, τὸ κεντρικὸ θέμα τῶν συζητήσεων ἡσυχαστῶν - ἀντιησυχαστῶν εἶναι περὶ τῆς ἀποκαλύψεως τοῦ Θεοῦ καὶ ἐὰν αὐτὴ εἶναι κτιστὴ ἢ ἄκτιστη, ἐὰν δηλ. παρέχεται ὡς δωρεὰ ἀπὸ τὸ Θεὸ ἢ εἶναι ἐπίτευγμα τῆς διανοητικῆς ἱκανότητος τοῦ ἀνθρώπου, καὶ κατὰ συμπερασμό, ἐὰν ἡ σωτηρία εἶναι κτιστὴ ἢ ἄκτιστη, γι᾽ αὐτὸ ὁ ἅγ. Γρηγόριος, μολονότι ἀξιοποιεῖ τὴν πατερικὴ ἑρμηνευτικὴ καὶ τεκμηρίωση, ἐπανακάμπτει στὰ στοιχειακὰ ἱστορικὰ δεδομένα τῆς ἁγιογραφικῆς καταγραφῆς καὶ τῆς φυσικῆς ἱστορίας: «Ἦρχθαι τὸν κόσμον καὶ ἡ φύσις διδάσκει καὶ ἡ ἱστορία πιστοῦται καὶ τῶν τεχνῶν αἱ εὑρέσεις καὶ τῶν νόμων αἱ θέσεις καὶ τῶν πολιτειῶν αἱ χρήσεις ἐναργῶς παριστᾶσι[6]», μὲ ἀνατροπὴ τῆς αἰωνιότητος τοῦ ἀρχαιοελληνικοῦ κοσμοειδώλου, καθότι «καὶ τέλος ἕξειν τὸν κόσμον[7]», ὄχι ὡς ἀφανισμό: «ὡς οὐχὶ πρὸς τὸ μὴ ὂν ὁ κόσμος οὗτος ἅπας χωρήσει παντάπασιν, ἀλλ᾽, ὡς καὶ τὰ ἡμέτερα σώματα, μετασκευασθήσεται, πρὸς τὸ θειότερον λυθείς τε καὶ μεταστοιχειωθείς, ὡς ἀνάλογος ἡμῖν εἴη, τῇ δυνάμει τοῦ θείου πνεύματος»[8].

Ἤδη, λοιπόν, απὸ τὰ δύο πρῶτα Κεφάλαια καθίσταται σαφὴς ἡ στόχευση, ποὺ εἶναι ἡ ἀνάδειξη τῆς ἑνότητος τῆς δημιουργίας κατὰ τὴν καταγραφὴ τῆς Γενέσεως ἀπὸ Μωϋσέως, ὁ ὁποῖος «διὰ τοσούτων ἔργων καὶ λόγων ἐξαισίων ἀναντιρρήτους παρέσχετο πίστεις τῆς καθ᾽  ἑαυτὸν ἀληθείας[9]», ἀλλὰ καὶ ἡ πορεία τοῦ σύμπαντος κόσμου, ποὺ ἑδράζεται στὴ δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Μὲ ἄκρως εὐσύνοπτο τρόπο στὸ Κεφάλαιο 24 γίνεται ἡ ἔκθεση γιὰ τὴ δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου, καὶ ὑπογραμμίζεται ὁ προορισμός του γιὰ τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, «εὐθὺς ἀπὸ καταβολῆς κόσμου δι᾽ ἑαυτὸν ἑτοιμασθῆναι πρὸ αὐτοῦ καὶ βουλὴν περὶ αὐτοῦ προηγήσασθαι καὶ χειρὶ Θεοῦ καὶ κατ᾽ εἰκόνα πλασθῆναι Θεοῦ[10]», ἀλλὰ συγχρόνως ἐνθεωρεῖται στὸ ἴδιο Κεφάλαιο καὶ τὸ γεγονὸς τῆς ἐνανθρωπήσεως: «καὶ μὴ ὅτι Θεοῦ δεκτικὸν δι᾽ ἀγῶνος καὶ χάριτος, ἀλλὰ καὶ δυνατὸν ἑνωθῆναι τούτῳ κατὰ μίαν ὑπόστασιν[11]».

Ἡ ἐπιστροφὴ στὴ βιβλικὴ καταγραφὴ τῆς ἀποκαλύψεως τοῦ Θεοῦ συνιστᾶ τὴ μείζονα πρόταση τῆς ἀναιρέσεως τῆς ἀπολυτότητος τῆς ἀνθρώπινης γνώσεως, ὑπὸ τὴν προϋπόθεση ὅτι ἡ καταγραφὴ ἀναφέρεται στὴν ἐπισήμανση τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς «μεγαλειότητος» ἢ «βουλῆς» τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία ἐκφαίνεται στὴ δημιουργία, καὶ ἡ ὁποία, ὡς ἀποτέλεσμά της, ἕπεται, καὶ ἑπομένως ὑπόκειται.

Κατὰ ταῦτα, ἡ ἀντιπαραβολὴ πρὸς τὴ φυσικὴ γνώση καὶ τὴν ἀνθρώπινη σοφία εἶναι ἐλεγκτικὴ μόνο κατὰ τὴν εἰδωλοποίησή της, ὡς συνέπεια τῆς προπατορικῆς ἀποστασίας, ἢ κατὰ τὸ μέτρο ποὺ ὑποκαθιστᾶ τὴν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ καὶ τὰ ἀποτελέσματά της[12].

Αὐτὴ ἡ ἐμμονὴ τοῦ ἁγ. Γρηγορίου στὴ δημιουργία δικαιολογεῖ τὴ συντομία τῶν Θεολογικῶν Κεθαλαίων[13],ἀφοῦ ὁ κύριος στόχος του εἶναι νὰ ὁδηγήσει τοὺς χριστιανοὺς στὴν ἀρχέγονη κοίτη. Ἔτσι στὴν ἀρχὴ τῶν Κεφαλαίων Καθαρτικῶν, ποὺ καλύπτουν τὸ ἥμισυ τοῦ ἔργου[14], ἐπανέρχεται στὸ θέμα τῆς δημιουργίας[15], τῆς «πρὸ παραβάσεως» καταστάσεως τοῦ Ἀδάμ, καί, στὴν αὐτὴ πνευματικὴ γραμμή, τῆς ἐλλάμψεως τοῦ Παύλου μὲ παράλληλη ἀναφορὰ στὸ σχολιασμὸ ἀπὸ τὸν ἅγ. Γρηγόριο τὸ Θεολόγο, στὸ Λόγο 39, Εἰς τὰ ἅγια Φῶτα[16]. Τὸ ἐξαιρετικὰ σημαντικὸ στοιχεῖο εἶναι ἡ ἐπαναφορὰ τοῦ θέματος τῆς διακρίσεως οὐσίας- ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὴν Τριαδολογία- ἐνδεικτικὴ ἡ ἀναφορὰ στὸ Μ. Βασίλειο- στὴ δημιουργία, μὲ ἕνα προβληματισμὸ πρὸς ὑπέρβαση τῆς κτιστότητος, ἐπεκτείνοντας τὴν ἑρμηνευτικὴ τοῦ ἁγ. Βασιλείου: «Πῶς γὰρ νοήσομεν τὰ τῶν αἰώνων ἐπέκεινα; Τίνες ἦσαν αὐτοῦ πρὸ τῆς νοητῆς κτίσεως αἱ ἐνέργειαι;[17]», ἐρωτᾶ ὁ ἅγ. Βασίλειος. Ἡ ἀπάντηση- ἐπέκταση τοῦ ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ εἶναι: «πρὸ γοῦν τῆς νοητῆς κτίσεως καὶ τῶν αἰώνων ἐπέκεινα (καὶ γὰρ καὶ οἱ αἰῶνες νοητὰ κτίσματά εἰσι) κτιστὸν οὐδεὶς ποτ᾽ εἶπεν, οὐδὲ ἐπενόησεν. Ἄκτιστοι τοιγαροῦν αἱ τοῦ θείου πνεύματος δυνάμεις τε καὶ ἐνέργειαι»[18].

Ἐντέλει, συνθέτοντας δημιουργία καὶ οἰκονομία καὶ τὴν ἐξ αὐτῆς μαρτυρούμενη θεολογία, ἐπικαλεῖται τὴ μαρτυρία τοῦ προφήτη Ἠσαΐα περὶ τῶν ἑπτὰ ἀκτίστων ἐνεργειῶν—πνευμάτων, τῶν ἐπαναπαυσομένων ἐπὶ τῆς ἀναβησομένης «ῥάβδου ἐκ τῆς ῥίζης Ἰεσσαί[19]», μία προφητεία ποὺ καταγράφεται εὐθέως στὸ Α´ κεφ. τῆς Ἀποκαλύψεως τοῦ Εὐαγγελιστῆ Ἰωάννη: «Χάρις ὑμῖν καὶ εἰρήνη ἀπὸ Θεοῦ καὶ ἀπὸ τῶν ἑπτὰ πνευμάτων, ἃ ἐνώπιον τοῦ θρόνου τοῦ Θεοῦ εἰσί, καὶ ἀπὸ τοῦ Χριστοῦ, τὸ πνεῦμα τὸ ἅγιον εἶναι ταῦτα τοῖς πιστοῖς ἐμφανῶς παρίστησιν»[20], ἑνώνοντας τὴν ἀρχὴ τῆς δημιουργίας μὲ τὰ ἔσχατα στὴν κοινὴ ἐμπειρία τῆς χάριτος.

 

SUMMARY

The purpose of this article is to highlight the importance of the One Hundred and Fifty Chapters of St. Gregory Palamas in shaping this specific literary genre. Our staudy also seeks to elucidate the specific reasons that led St. Gregory to commence his theological interpretation with the Natural Chapters. The main debate on the revelation of God and on the uncreated nature of the salvation of man , led St. Gregory to compose chapters on the divine economy, on the creation of man, and the uncreated nature of salvation.



[1]Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ Συγγράμματα, ἐκδ. Π. Κ. Χρήστου, τόμ. Ε´, Κυρομάνος: Θεσσαλονίκη 1992, σ. 11.

[2]. Ένθ. ἀν., 17.

[3]. Ἔνθ. ἀν., σ. 12.

[4]. Ἔνθ. ἀν., σ. 29 ἑξ.

[5]. Ἔνθ. ἀν., παρ. 150, σ. 119, 15-17 (ὅπου παράγραφος ἡ ἀντιστοιχία σὲ Κεφάλαιο).

[6]. Ἔνθ. ἀν., παρ.1, σ. 37, 1-3.

[7]. Ἔνθ. ἀν., παρ. 2, σ. 37, 1.

[8]. Ἔνθ. ἀν., παρ. 2, σ. 38, 3-6.

[9]. Ἔνθ. ἀν., παρ. 1, σ. 37, 9-11.

[10]. Ἔνθ. ἀν., παρ. 24, σ. 48, 12-14.

[11]. Ἔνθ. ἀν., παρ. 24, σ. 48, 21-22.

[12]Κεφάλαια 41-67.

[13]. Κεφάλαια 34-40.

[14]. Κεφάλαια 68-150.

[15]Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ Συγγράμματα, ἔνθ. ἀn., παρ. 67, σ. 74, 2-4.

[16]PG 36, 344B.

[17]Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ Συγγράμματα, ἔνθ. ἀn., παρ. 67, σ. 74, 14–15.

[18]. Ἔνθ. ἀν., παρ. 68, σ. 74, 15-19.

[19]. Ἔνθ. ἀν., παρ. 70, σ. 75, 4-5.

[20]. Ἔνθ. ἀν., παρ. 71, σ. 76, 4-7.