HELLENOPHONIA

Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2026

 

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΕΩ, Μνεία τῆς δευτέρας καὶ ἐνδόξου Παρουσίας τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, 15 Φεβρουαρίου 2026, (3/3/2019), (Αριθμ. 4Α2)

 

Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ.

 

Α. 1. H τρίτη Κυριακή του Τριωδίου είναι γνωστή ως Κυριακή των Απόκρεω, λόγω της αρχόμενης νηστείας με την αποχή από το κρέας και πλήρως την επόμενη Κυριακή με αποχή και από το τυρί. Φέρεται και ως Κυριακή της Κρίσεως, αλλά η κύρια μνεία είναι της Δευτέρας και ενδόξου Παρουσίας του Χριστού, καθώς αντιστοιχεί στο Ευαγγελικό Ανάγνωσμα της ημέρας, ενώ συγχρόνως είναι εισοδική στην επόμενη Κυριακή, τη λεγόμενη της Τυρινής, κατά την οποία «ἀνάμνησιν ποιούμεθα τῆς ἀπὸ τοῦ Παραδείσου τῆς τρυφῆς ἐξορίας τοῦ Πρωτοπλάστου Ἀδάμ». Εκ πρώτης αναγνώσεως δημιουργείται η εντύπωση κάποιας ανακολουθίας ως προς την κατά συνέχεια εκδίπλωση της πορείας του ανθρώπινου γένους, ωστόσο υπάρχει επαρκής ερμηνεία, αν και η παρεμβολή της Κυριακής της Τυρινής έχει τους ιστορικούς λόγους.

2. Η πτώση του Αδάμ, και μεταπατορικά των φυσικών απογόνων του, δεν αφορά στην απώλεια ενός μελλοντικού αγαθού αλλά ενός δεδομένου, στην απώλεια του Παραδείσου της τρυφής[1], στην απώλεια του προχωρήματος της κατά το λόγο της δημιουργίας του ενθέου προκοπής του, ο δε ανακαινισμός του από τον Ενανθρωπήσαντα Υιό και Λόγο του Θεού Πατρός είναι αναδημιουργία, επάνοδος στην προτέρα κατάσταση της χάριτος. Γι᾽ αυτό, εξάλλου, ο Χριστός είναι ο Νέος Αδάμ, αρχή και μέση και τέλος όλου του Μυστηρίου της Θείας Οικονομίας, της δημιουργίας και της ιστορίας, και η Θεοτόκος είναι η Νέα Εύα, η κλίμαξ, το ὄρος και η πύλη του Παραδείσου. Οι έσχατες ημέρες παραπέμπουν στο μυστήριο της Ενανθρωπήσεως, όπως λέγεται στο Στιχηρό Ιδιόμελο της Υπαπαντής στη Λιτή, ἦχος α´: «παλαιὸς ἡμερῶν, ὁ καὶ τὸν νόμον πάλαι ἐν Σινᾷ δοὺς τῷ Μωσεῖ, σήμερον βρέφος ὁρᾶται, καὶ κατὰ νόμον, ὡς νόμου Ποιητής, τὸν νόμον ἐκπληρῶν, ναῷ προσάγεται, καὶ τῷ Πρεσβύτῃ ἐπιδίδοται. Δεξάμενος δὲ τοῦτον Συμεὼν ὁ δίκαιος, καὶ τῶν δεσμῶν τὴν ἔκβασιν ἰδὼν τελεσθεῖσαν, γηθοσύνως ἐβόα· Εἶδον οἱ ὀφθαλμοί μου, τὸ ἀπ᾽ αἰῶνος Μυστήριον ἀποκεκρυμμένον, ἐπ᾽ ἐσχάτων τούτων ἡμερῶν φανερωθέν, φῶς διασκεδάζον, τῶν ἀπίστων ἐθνῶν τὴν σκοτόμαιναν, καὶ δόξαν τοῦ νεολέκτου Ἰσραήλ· διὸ ἀπόλυσον τὸν δοῦλόν σου, ἐκ τῶν δεσμῶν τοῦδε τοῦ σαρκίου, πρὸς τὴν ἀγήρω καὶ θαυμασίαν ἄληκτον ζωήν, ὁ παρέχων τῷ κόσμῳ τὸ μέγα ἔλεος». Έτσι, η κρίση παραμετράται με την αρχή ως προς το κατά πώς τοποθετείται έκαστος κατενώπιον του Θεού, του Κυρίου της Δόξης, στην ενότητα της δημιουργίας και της ιστορίας όλες οι γενεές του ανθρώπινου γένους, όπως λέγεται στο α´ Ιδιόμελο του Τριωδίου της σημερινής Κυριακής, ότι την ημέρα της κρίσεως όλοι θα γίνουν της αυτής ηλικίας, ἦχος πλ. β´: «Ἐννοῶ τὴν ἡμέραν ἐκείνην καὶ τὴν ὥραν, ὅταν μέλλωμεν πάντες, γυμνοὶ καὶ ὡς κατάκριτοι, τῷ ἀδεκάστῳ Κριτῇ παρίστασθαι· τότε σάλπιγξ ἠχήσει μέγα, καὶ τὰ θεμέλια τῆς γῆς σεισθήσονται, καὶ οἱ νεκροὶ ἐκ τῶν μνημάτων ἐξαναστήσονται, καὶ ἡλικία μία πάντες γενήσονται, καὶ πάντων τὰ κρυπτὰ φανερὰ παρίστανται ἐνώπιόν σου, καὶ κόψονται, καὶ κλαύσονται, καὶ εἰς τὸ πῦρ τὸ ἐξώτερον ἀπελεύσονται οἱ μηδέποτε μετανοήσαντες, καὶ ἐν χαρᾷ καὶ ἀγαλλιάσει ὁ τῶν Δικαίων κλῆρος εἰσελεύσεται εἰς παστάδα οὐράνιον».

3. Καθίσταται σαφές, εξάλλου, ότι η επίθεση κατά της Πεντατεύχου είναι αθεότατη επίθεση κατά του ίδιου του Χριστού, κατά της πίστης της Εκκλησίας στον Παλαιό των ημερών και Νέο Αδάμ, δημιουργό και ανακαινιστή του γένους των ανθρώπων, καθώς είναι διάσπαση της αποκαλύψεως του Θεού μεταξύ των Πατριαρχών, των Προφητών και των Αποστόλων, σα να είναι άλλος ο Θεός της Παλαιάς Διαθήκης και άλλος της Καινής. Ασφαλώς τον ίδιο αθεότατο στόχο έχουν οι επιθέσεις και εναντίον του κειμένου της Παλαιάς Διαθήκης των Εβδομήκοντα και προβολής του εβραϊκού κειμένου, γιατί έτσι επιτυγχάνεται ο στόχος αποκοπής της λειτουργικής ερμηνευτικής της Εκκλησίας με αποκοπή της υμνολογίας της από την κειμενική πηγή της των Εβδομήκοντα με κειμενικό μετεωρισμό όλων των Κανόνων και των Καταβασιών σε αδιασαφήνιστη πηγή, σαν να έρχεται ο Χριστός σαν ένας από μηχανής θεός και να μην είναι ο ποιητής και δημιουργός του σύμπαντος κόσμου, ο οποίος «εἶπε καὶ ἐγένετο» ο σύμπας κόσμος κατά την ανεξιχνίαστο θεία βουλή, αλλά προήλθαν τα πάντα «εκ μηχανιστικού αυτομάτου» μιας «επιστήμης» εσχατολογικής ολοκληρώσεως.

 

Β. 1. Η νηστεία, η οποία γίνεται αυστηρότερη από την επόμενη Κυριακή, δεν αποτελεί μία αυτοτελή αρετή, ένα ανθρώπινο ατομικό κατόρθωμα, αλλά αντιστοιχεί στη θεραπεία της προπατορικής παρακοής στην εντολή του Θεού, «καὶ ἐνετείλατο Κύριος ὁ Θεὸς τῷ ᾿Αδὰμ λέγων· ἀπὸ παντὸς ξύλου τοῦ ἐν τῷ παραδείσῳ βρώσει φαγῇ, ἀπὸ δὲ τοῦ ξύλου τοῦ γινώσκειν καλὸν καὶ πονηρόν, οὐ φάγεσθε ἀπ᾿ αὐτοῦ· ᾗ δ᾿ ἂν ἡμέρᾳ φάγητε ἀπ᾿ αὐτοῦ, θανάτῳ ἀποθανεῖσθε», Γεν. β´, 16-17, στην εθελούσια, δηλαδή, κίνηση του χριστιανού να αρνηθεί την ιδιοποίηση των κοινών αγαθών, μένοντας στα όρια της κτιστότητός του και της αδελφοσύνης. Επιπλέον, τόσο το Αποστολικό όσο και το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα προβάλλουν ουσιαστικώς το θέμα του τρόπου περί τη βρώση (των ειδωλοθύτων) ή της κοινής συντηρήσεως στη ζωή (πείνα, δίψα, ξενιτεία, γυμνότητα, ασθένεια, φυλακή, καταστάσεις που οδηγούν στην πενία) ως κριτήριο της επισπάσεως της βασιλείας των ουρανών. Γι᾽ αυτό λέγεται ότι η σωτηρία μας είναι κοινή χάρη και όχι ατομικό κατόρθωμα, και, καθώς ο άνθρωπος είναι μεθόριος της ορατής και αοράτου δημιουργίας, η συντήρηση στη ζωή είναι κοινή χάρη, γιατί όλος ο κόσμος, όπως περιγράφεται στα δύο πρώτα κεφάλαια της Γενέσεως, δόθηκε στον άνθρωπο ως κοινό αγαθό. Πρόκειται για κρίση επί πολύ συγκεκριμένων πραγμάτων, που δεν επιδέχεται την υπεκφυγή και την υποκρισία του ανθρώπινου λόγου. Εξάλλου, στην ιστορία της ανθρωπότητος είναι γνωστό ότι η μεγαλύτερη απάτη διενεργείται με το λόγο, ενώ η ισότιμη και αδελφική μετοχή στον πλούτο της δημιουργίας είναι δυσκολοκατόρθωτη. Γι᾽ αυτό στη λειτουργική και νηπτική πράξη η νηστεία προβάλλεται ως προστάδιο της μετανοίας και τίθεται, ουσιαστικώς, κεντρικά από το Χριστό στο σημερινό Ευαγγελικό Ανάγνωσμα δια της κοινής μετοχής στα αγαθά της δημιουργίας.

2. α. Το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα προέρχεται από την κατακλείδα του εικοστού πέμπτου κεφαλαίου του Κατά Ματθαίον Ευαγγελίου. Προηγείται η παραβολή για τις δέκα παρθένες και η παραβολή των ταλάντων στο πλαίσιο χρήσης του παραβολικού, παραστατικού τρόπου για το τί είναι η βασιλεία των ουρανών, ενώ στην αρχή του εικοστού έκτου κεφαλαίου παρέχεται η πληροφορία ότι ο λόγος περί της βασιλείας των ουρανών και περί της Δευτέρας Παρουσίας του Χριστού έγινε δύο ημέρες πριν το τελευταίο Πάσχα του Χριστού στα Ιεροσόλυμα: «Καὶ ἐγένετο ὅτε ἐτέλεσεν ὁ Ἰησοῦς πάντας τοὺς λόγους τούτους, εἶπε τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ· Οἴδατε ὅτι μετὰ δύο ἡμέρας τὸ πάσχα γίνεται, καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοται εἰς τὸ σταυρωθῆναι».

β. Πρέπει να σημειώσουμε ότι ο Χριστός με την τέλεση αυτών των λόγων υπογραμμίζει ευθέως ότι ο ίδιος είναι ο Βασιλεύς, περί του οποίου ομίλησαν ο Μωϋσής και οι Προφήτες, ενώ χρησιμοποιεί τον παραβολικό λόγο, παραστάσεις, δηλαδή, από τη φυσική πραγματικότητα και την ιστορία του Ισραήλ, για να γίνει κατανοητός από τους Μαθητές και τους ακροατές του, πράγμα που σημαίνει ότι κατά την ερμηνεία θα πρέπει να ενταχθούν στην ενιαία θεοφανική παρουσία του Λόγου, όπως ομολογείται συνοπτικά στο Σύμβολο της πίστεως «οὗ τῆς βασιλείας οὐκ ἔσται τέλος». Κατά ταύτα, η διάκριση των ανθρώπων σε πρόβατα και ερίφια, δηλαδή, σε δίκαιους και αμαρτωλούς, πρέπει να συσχετιθεί με την παρουσία των δύο αυτών ειδών στις διατάξεις του Μωσαϊκού Νόμου, στην υπ᾽ αυτόν ενότητα των χαρισματικών αξιωμάτων του Ισραήλ αλλά και του Θεού ως του ποιμένος της επισυναγωγής Ισραήλ. Στο ακροατήριό του ἦταν γνωστή η φρασεολογία περί του Κυρίου του Θεού και των προβάτων του, σημαινόντων τον Ισραήλ, από την έξοδο από την Αίγυπτο, τις λευϊτικές διατάξεις των ολοκαυτωμάτων, τους Ψαλμούς και την Προφητική παράδοση, όπως επίσης και τα περί αποδιοπομπαίου τράγου. Στην ίδια γραμμή στοιχεί η Ευαγγελική καταγραφή, κατά την οποία, μετά την Ανάσταση και την εμφάνιση του Χριστού στη λίμνη Γεννησαρέτ, δίδεται η εντολή στον αρνήσαντα αυτόν Πέτρο να ποιμάνει τα πρόβατά του[2]. Εξάλλου, ο ίδιος ο Χριστός είναι ο αμνός του Θεού, ο αίρων την αμαρτία του κόσμου. Δεν πρόκειται για μία ερμηνεία κατά τα φυσικά χαρακτηριστικά των δύο ειδών αλλά για την ενότητα της αποκαλύψεως του Θεού κατά την εκδίπλωση του Μυστηρίου της Θείας Οικονομίας και της τελικής κρίσεως ως καταγράφεται από το βιβλίο της Γενέσεως μέχρι και το «ναὶ ἔρχου, Κύριε ᾿Ιησοῦ» της διαρκούς εγρηγόρσεως του βιβλίου της Αποκαλύψεως, γιατί η βασιλεία των ουρανών δεν είναι μία κατάσταση μόνο των εσχάτων, μιας απροσδιόριστης εσχατολογίας, είναι ένα αγαθό που ξεκινά από την ιστορία, από το νῦν, είναι κρίση στην κάθε στιγμή, στην κάθε απόφαση, στα βάθη της καρδίας και της κοινής πορείας της ανθρωπότητας.

γ. Τέλος ο παραστατικός τρόπος περί της κρίσεως με τις φοβερές εικόνες, που με απλοϊκό τρόπο καταγράφεται και στην εικονογραφία, ερμηνεύεται υπό το σχήμα του φωτός και του σκότους, κατά το οποίο οι μεν άγιοι θα εκλαμπρύνονται από τη δόξα του Θεού, ενώ οι κολασμένοι θα είναι βυθισμένοι στο σκότος της αγνωσίας της χάριτος και της αποστασίας. Πρέπει να σημειωθεί μετ᾽ εμφάσεως ότι δεν κολάζει ο Θεός, αλλά ο ίδιος ο άνθρωπος, κατά την προαίρεση και τη δεκτικότητά του, εξ ιδίας βουλήσεως, αποδεχόμενος ή απορρίπτων τη χάρη, γίνεται φωτοειδής, ή σατανογνώμων από την παρούσα ζωή. Ο Θεός είναι αεί Ων, όπως ολόκληρη η δημιουργία κατά χάρη, τα όντα, και μόνο η αποστασία και η εμμονή στην αποστασία των λογικών όντων, των φθοροποιών πνευμάτων και του αποστάτη ανθρώπου, ο οποίος παρυποστασιάζει τη φωτοείδεια, δημιουργούν την κόλαση, το κάλπικο βασίλειο του σκότους και των φθοροποιών δυνάμεων.

 

Αποστολικό Ανάγνωσμα: Α´ Κορ. η´, 8- θ´, 2: «8 Βρῶμα δὲ ἡμᾶς οὐ παρίστησι τῷ Θεῷ· οὔτε γὰρ ἐὰν φάγωμεν περισσεύομεν, οὔτε ἐὰν μὴ φάγωμεν ὑστερούμεθα. 9 βλέπετε δὲ μήπως ἡ ἐξουσία ὑμῶν αὕτη πρόσκομμα γένηται τοῖς ἀσθενοῦσιν. 10 ἐὰν γάρ τις ἴδῃ σε, τὸν ἔχοντα γνῶσιν, ἐν εἰδωλείῳ κατακείμενον, οὐχὶ ἡ συνείδησις αὐτοῦ ἀσθενοῦς ὄντος οἰκοδομηθήσεται εἰς τὸ τὰ εἰδωλόθυτα ἐσθίειν; 11 καὶ ἀπολεῖται ὁ ἀσθενῶν ἀδελφὸς ἐπὶ τῇ σῇ γνώσει, δι᾽ ὃν Χριστὸς ἀπέθανεν. 12 οὕτω δὲ ἁμαρτάνοντες εἰς τοὺς ἀδελφοὺς καὶ τύπτοντες αὐτῶν τὴν συνείδησιν ἀσθενοῦσαν εἰς Χριστὸν ἁμαρτάνετε. 13 διόπερ εἰ βρῶμα σκανδαλίζει τὸν ἀδελφόν μου, οὐ μὴ φάγω κρέα εἰς τὸν αἰῶνα, ἵνα μὴ τὸν ἀδελφόν μου σκανδαλίσω.- 1 Οὐκ εἰμὶ ἀπόστολος; οὐκ εἰμὶ ἐλεύθερος; οὐχὶ Ἰησοῦν Χριστὸν τὸν Κύριον ἡμῶν ἑώρακα; οὐ τὸ ἔργον μου ὑμεῖς ἐστε ἐν Κυρίῳ; 2 εἰ ἄλλοις οὐκ εἰμὶ ἀπόστολος, ἀλλά γε ὑμῖν εἰμι· ἡ γὰρ σφραγὶς τῆς ἐμῆς ἀποστολῆς ὑμεῖς ἐστε ἐν Κυρίῳ».

 

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: Ματθ. κε´, 31-46: « 31 Ὅταν δὲ ἔλθῃ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐν τῇ δόξῃ αὐτοῦ καὶ πάντες οἱ ἅγιοι ἄγγελοι μετ᾽ αὐτοῦ, τότε καθίσει ἐπὶ θρόνου δόξης αὐτοῦ· 32 καὶ συναχθήσεται ἔμπροσθεν αὐτοῦ πάντα τὰ ἔθνη, καὶ ἀφοριεῖ αὐτοὺς ἀπ᾽ ἀλλήλων, ὥσπερ ὁ ποιμὴν ἀφορίζει τὰ πρόβατα ἀπὸ τῶν ἐρίφων, 33 καὶ στήσει τὰ μὲν πρόβατα ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ τὰ δὲ ἐρίφια ἐξ εὐωνύμων. 34 τότε ἐρεῖ ὁ βασιλεὺς τοῖς ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ· δεῦτε, οἱ εὐλογημένοι τοῦ πατρός μου, κληρονομήσατε τὴν ἡτοιμασμένην ὑμῖν βασιλείαν ἀπὸ καταβολῆς κόσμου· 35 ἐπείνασα γὰρ καὶ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν, ἐδίψησα καὶ ἐποτίσατέ με, ξένος ἤμην καὶ συνηγάγετέ με, 36 γυμνὸς καὶ περιεβάλετέ με, ἠσθένησα καὶ ἐπεσκέψασθέ με, ἐν φυλακῇ ἤμην καὶ ἤλθετε πρός με. 37 τότε ἀποκριθήσονται αὐτῷ οἱ δίκαιοι λέγοντες· κύριε, πότε σε εἴδομεν πεινῶντα καὶ ἐθρέψαμεν, ἢ διψῶντα καὶ ἐποτίσαμεν; 38 πότε δέ σε εἴδομεν ξένον καὶ συνηγάγομεν, ἢ γυμνὸν καὶ περιεβάλομεν; 39 πότε δέ σε εἴδομεν ἀσθενῆ ἢ ἐν φυλακῇ καὶ ἤλθομεν πρός σε; 40 καὶ ἀποκριθεὶς ὁ βασιλεὺς ἐρεῖ αὐτοῖς· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐφ᾽ ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε. 41 Τότε ἐρεῖ καὶ τοῖς ἐξ εὐωνύμων· πορεύεσθε ἀπ᾽ ἐμοῦ οἱ κατηραμένοι εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον τὸ ἡτοιμασμένον τῷ διαβόλῳ καὶ τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ· 42 ἐπείνασα γὰρ καὶ οὐκ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν, ἐδίψησα καὶ οὐκ ἐποτίσατέ με, 43 ξένος ἤμην καὶ οὐ συνηγάγετέ με, γυμνὸς καὶ οὐ περιεβάλετέ με, ἀσθενὴς καὶ ἐν φυλακῇ καὶ οὐκ ἐπεσκέψασθέ με. 44 τότε ἀποκριθήσονται αὐτῷ καὶ αὐτοὶ λέγοντες· κύριε, πότε σε εἴδομεν πεινῶντα ἢ διψῶντα ἢ ξένον ἢ γυμνὸν ἢ ἀσθενῆ ἢ ἐν φυλακῇ καὶ οὐ διηκονήσαμέν σοι; 45 τότε ἀποκριθήσεται αὐτοῖς λέγων· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐφ᾽ ὅσον οὐκ ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἐλαχίστων, οὐδὲ ἐμοὶ ἐποιήσατε. 46 καὶ ἀπελεύσονται οὗτοι εἰς κόλασιν αἰώνιον, οἱ δὲ δίκαιοι εἰς ζωὴν αἰώνιον».



[1]. Βλ. Στιχηρό Προσόμοιο στο Δόξα, στον Εσπερινό της Κυριακής της Τυρινής, ἦχος πλ. β´: «Ἐκάθισεν Ἀδάμ, ἀπέναντι τοῦ Παραδείσου, καὶ τὴν ἰδίαν γύμνωσιν θρηνῶν ὠδύρετο. Οἴμοι, τὸν ἀπάτῃ πονηρᾷ πεισθέντα καὶ κλαπέντα, καὶ δόξης μακρυνθέντα! οἴμοι, τὸν ἁπλότητι γυμνόν, νῦν δὲ ἠπορημένον! Ἀλλ᾽ ὦ Παράδεισε, οὐκέτι σου τῆς τρυφῆς ἀπολαύσω, οὐκέτι ὄψομαι τὸν Κύριον καὶ Θεόν μου καὶ Πλάστην· εἰς γῆν γάρ ἀπελεύσομαι, ἐξ ἧς καὶ προσελήφθην. Ἐλεῆμον, Οἰκτίρμον, βοῶ σοι· Ἐλέησόν με τὸν παραπεσόντα».

[2]. Ἰω. κα´, 15-16: «Ὅτε οὖν ἠρίστησαν, λέγει τῷ Σίμωνι Πέτρῳ ὁ Ἰησοῦς· Σίμων Ἰωνᾶ, ἀγαπᾷς με πλέον τούτων; λέγει αὐτῷ· Ναί, Κύριε, σὺ οἶδας ὅτι φιλῶ σε. λέγει αὐτῷ· Βόσκε τὰ ἀρνία μου. λέγει αὐτῷ πάλιν δεύτερον· Σίμων Ἰωνᾶ, ἀγαπᾷς με; λέγει αὐτῷ· Ναί, Κύριε, σὺ οἶδας ὅτι φιλῶ σε. λέγει αὐτῷ· Ποίμαινε τὰ πρόβατά μου. λέγει αὐτῷ τὸ τρίτον· Σίμων Ἰωνᾶ, φιλεῖς με; ἐλυπήθη ὁ Πέτρος ὅτι εἶπεν αὐτῷ τὸ τρίτον, φιλεῖς με, καὶ εἶπεν αὐτῷ· Κύριε, σὺ πάντα οἶδας, σὺ γινώσκεις ὅτι φιλῶ σε. λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· Βόσκε τὰ πρόβατά μου».

Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2026

 

Ψυχοσάββατο. Μνήμη πάντων τῶν ἀπ᾽ αἰῶνος κεκοιμημένων ὀρθοδόξων χριστιανῶν, 14 Φεβρουαρίου 2026, (2/3/2019), (Αριθμ. 3Α2)

 

Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ.

 

Α. 1. Στο εορτολόγιο της Εκκλησίας, σύμφωνα με το Συναξάριο, δύο φορές το έτος αναφέρεται ότι κατά τα καθιερωθέντα από τους Αγίους Πατέρες η Εκκλησία ποιεί «μνείαν πάντων τῶν ἀπ᾽ αἰῶνος κοιμηθέντων εὐσεβῶς, ἐπ᾽ ἐλπίδι ἀναστάσεως ζωῆς αἰωνίου, οἱ θειότατοι Πατέρες ἐθέσπισαν». Πρόκειται για το Σάββατο προ της Κυριακής των Απόκρεω και το Σάββατο προ της Κυριακής της Πεντηκοστής. Πρέπει να σημειωθεί ότι μετάθεση της Ακολουθίας των Ψυχών το Σάββατο του Ασώτου, δηλαδή ένα Σάββατο ενωρίτερα, γίνεται μόνο στην περίπτωση που συμπίπτει η εορτή της Υπαπαντής, ή η Απόδοσή της, με το Ψυχοσάββατο, πράγμα που σημαίνει ότι το Ψυχοσάββατο συνάπτεται με την Κυριακή των Απόκρεω, ή της Κρίσεως, και το δεύτερο οπωσδήποτε με την Κυριακή της Πεντηκοστής.

2. Όπως έχουμε ήδη σημειώσει κατά την ερμηνεία της Κυριακής του Τελώνου και Φαρισαίου, στην έναρξη του Τριωδίου, η περίοδος από την Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου μέχρι την Κυριακή των Αγίων Πάντων, και κατ᾽ ακρίβειαν μέχρι το Σάββατο των Αγίων Πάντων, που είναι η Απόδοση της Πεντηκοστής, συνιστά μία ενότητα θεολογική κατά την ερμηνεία του Συναξαρίου του Τριωδίου από τον Άγιο Κάλλιστο Ξανθόπουλο, Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, ο οποίος απηχεί τόσο τη λειτουργική πράξη όσο και την πατερική ερμηνευτική, η οποία ήταν γνωστή κατ᾽ αυτόν τον άξονα ήδη από την εποχή των Αγίων Αθανασίου και Κυρίλλου, Πατριαρχών Αλεξανδρείας. Αυτή η ενότητα υπογραμμίζεται με τα δύο Ψυχοσάββατα, τα οποία παρουσιάζουν κοινή λειτουργική ταξη με επιπλέον στοιχείο την προσθήκη, όπως είναι φυσικό, της τάξης του Πεντηκοσταρίου κατά το δεύτερο Ψυχοσάββατο προ της Πεντηκoστής. Πιθανότατα πρόκειται για δευτέρωση του Ψυχοσάββατου του Τριωδίου κατ᾽ αναλογία της ερμηνευτικής γραμμής για την αποκάλυψη του Λόγου ασάρκως, ενσάρκως και Πνευματικώς ορωμένου και μετεχομένου, ως Προφητική προδήλωση, εξαγγελία, ανακεφαλαίωση και δοξασμός, όπως καταγράφεται στο κοινό Θεοτοκίο των Στιχηρών Προσομοίων, ἦχος πλ. β´: «Σὺ εἶ ὁ Θεὸς ἡμῶν ὁ ἐν σοφίᾳ δημιουργήσας τὸ πᾶν, ὁ καὶ τοὺς Προφήτας ἐξαποστείλας ἡμῖν προφητεῦσαί σου τὴν παρουσίαν, καὶ Ἀποστόλους κηρῦξαι σου τὰ μεγαλεῖα· καὶ οἱ μέν, προεφήτευον τὴν ἔλευσίν σου, οἱ δέ, τῷ βαπτίσματι ἐφώτισαν τὰ ἔθνη, Μάρτυρες δὲ ἔτυχον δόξης ἐκ τούτων, καὶ πρεσβεύουσιν ἐκτενῶς σοι τῷ Δεσπότῃ, σὺν τῇ τεκούσῃ σε Μητρί. Ἀνάπαυσον ὁ Θεὸς ψυχάς, ἃς προσελάβου, καὶ ἡμᾶς καταξίωσον τῆς βασιλείας σου, ὁ Σταυρὸν ὑπομείνας δι᾽ ἐμὲ τὸν κατάκριτον, ὁ λυτρωτής μου καὶ Θεός». Η κατ᾽ αναλογία του πρώτου τέλεση του δευτέρου Ψυχοσάββατου προ της Πεντηκοστής δικαιολογεί την ύπαρξη των εἱρμών των Ὠδῶν γ´, στ´, η´ και θ´, λόγω Σαββάτου, εκ των Καταβασιών της πρώτης Κυριακής του Τριωδίου, ἦχος πλ. β´: «Ὡς ἐν ἠπείρῳ πεζεύσας ὁ Ἰσραήλ, ἐν ἀβύσσῳ ἴχνεσι, τὸν διώκτην Φαραώ, καθορῶν ποντούμενον, Θεῷ ἐπινίκιον ᾠδήν, ἐβόα, ᾄσωμεν»[1], ενώ κατά το Ψυχοσάββατο προ των Απόκρεω λέγονται πάντοτε εἱρμοί- Ὠδές από τις Καταβασίες «ᾎσμα ἀναπέμψωμεν λαοί...»  και συγκεκριμένα οι εἱρμοί της η´ Ὠδῆς, ἦχος πλ. δ´: «Τὸν ἐν ὄρει, ἁγίῳ δοξασθέντα, καὶ ἐν βάτῳ, πυρὶ τὸ τῆς Ἀειπαρθένου, τῷ Μωϋσῇ μυστήριον γνωρίσαντα, Κύριον ὑμνεῖτε, καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας» , και της θ´ Ὠδῆς: «Τὸν προδηλωθέντα ἐν ὄρει τῷ Νομοθέτῃ, ἐν πυρὶ καὶ βάτῳ, τόκον τὸν τῆς Ἀειπαρθένου, εἰς ἡμῶν τῶν πιστῶν σωτηρίαν, ὕμνοις ἀσιγήτοις μεγαλύνομεν», πιθανόν εν είδει προχειρισμού του Ευαγγελισμού και της εορτής της Μεταμορφώσεως, η οποία εορτάζετο προ των μεγάλων γεγονότων της ησυχαστικῆς περιόδου κατά τη Β´ Κυριακή των Νηστειών, ή και παλαιότερα, ή και ως κατακλείδος της Υπαπαντής. Ως εκ τούτου κατά τη δευτέρωση του Ψυχοσάββατου προ της Πεντηκοστής μεταγενέστερα φαίνεται λογικός ο θησαυρισμός των εἱρμῶν από τις Καταβασίες της πρώτης Κυριακής του Τριωδίου «Ὡς ἐν ἠπείρῳ πεζεύσας...», καθώς υπάρχει διακύμανση των Καταβασιών κατά τις τρεις πρώτες Κυριακές του Τριωδίου, οι οποίες εξαρτώνται από τη σύμπτωση με την Απόδοση της εορτής της Υπαπαντής, οπότε κυριαρχεί το «Χέρσον ἀβυσσοτόκον» αντί των «Ὡς ἐν ἠπείρῳ πεζεύσας...», «Τὴν Μωσέως ᾠδήν...», «Βοηθὸς καὶ σκεπαστής...».

3. Οι Καταβασίες του Ψυχοσάββατου είναι μοναδικές, γιατί αναφέρονται όλοι οι εἱρμοί- Ὠδές στις Θεοφάνειες του Λόγου στους Πατριάρχες (Πεντάτευχος) και τους Προφήτες[2] και δεν ακολουθούν την τυπική διάταξη των εννέα ᾽Ωδῶν των άλλων εορτών του ενιαυτού. Ακόμη και η θ´ Ὠδή, της Παναγίας, η μόνη κατά περιεχόμενο που αντιστοιχεί σε Ευαγγελική καταγραφή, στην περίπτωση του Ψυχοσάββατου αναφέρεται στο θεοφανικό γεγονός της Παλαιάς Διαθήκης της φλεγόμενης και μη κατακαιόμενης βάτου κατενώπιον του Μωϋσή (Πεντάτευχος), μιας εκ των πλέον γνωστών προτυπώσεων της Παναγίας, ή της Παναγίας ως κατασκίου όρους,  εκ του οποίου απεκολλήθη ως λίθος ο Χριστός, μία σταθερή προτύπωση της Θεοφάνειας στον Προφήτη Αββακούμ σε όλες τις Καταβασίες του ενιαυτού. Εκτός του ευθέος κατονομασμού του Μωϋσέως και του υποβάθρου των Ψαλμών η φρασεολογία των εννέα Ωδών περιλαμβάνει την ομολογία στο Θεό Λόγο «ἐγώ εἰμι ὁ Θεὸς ὑμῶν», ως το Δημιουργό του Σύμπαντος κόσμου «Ὁ στερεώσας ἐν τῇ χειρί σου, Λόγε Θεοῦ, τοὺς οὐρανοὺς ἐν τῷ φωτισμῷ».

Η παράσταση του φωτός και του πυρός ως υποβάθρου της αναδύσεως της δημιουργίας αλλά και της αποκαλύψεως του Λόγου στην ιστορία του Ισραήλ με ενταυτώ την προδήλωση της Ενανθρωπήσεως παρέχει την ενοποίηση του σύμπαντος κόσμου ως φωτοειδούς αποτελέσματος της φωτοειδούς προσταγής του αεί κτίζοντος τον κόσμο, προαπελθόντων και ζώντων τέκνων του προπάτορος Αδάμ, ενώ με τους δύο όρους Θεοτόκος και Ἀειπάρθενος για την Παναγία ομολογείται η πραγματική Ενανθρώπηση. Όπως έχει ήδη σημειωθεί, με τον Άγιο Ιωάννη τον Προφήτη και Πρόδρομο και τον Άγιο Συμεώνα το Θεοδόχο κατά την Υπαπαντή η απόλυση αμφοτέρων των αυτοπτών μαρτύρων του Ενανθρωπήσαντος Λόγου είναι συγχρόνως και έλευση των δύο θεοπτών Αγίων προς τους προαπελθόντας από Αδάμ και μέχρις Ιησού Χριστού, για να φέρουν και στους εν Άδη το άγγελμα ότι ο Θεός, ο προδηλούμενος υπό των Πατριαρχών και των Προφητών, ήδη σεσάρκωται.

Η φωτοχυσία, επομένως, των εννέα Ὠδῶν του Ψυχοσάββατου συνάδει με τα εόρτια γεγονότα που προηγήθηκαν αλλά και με το φωτοειδές γεγονός της Μεταμορφώσεως, που έπεται κατά την πρώτη μορφή του Τριωδίου, όπως έχει σημειωθεί παραπάνω, κατά την οποία όλο το ανθρώπινο γένος είναι παρόν, λουσμένοι μέσα στην αυτή φωτοείδεια του Μεταμορφωθέντος Χριστού και παραδείξαντος τη θεότητά του, ζώντες και κεκοιμημένοι θεόπτες Άγιοι, Μωϋσής, Ηλίας και οι τρεις Μαθητές, εκπρόσωποι ζώντων και κεκοιμημένων.

Δεν είναι, μάλιστα, τυχαίο ότι στην υμνολογία του Ψυχοσάββατου οι ευχές της Εκκλησίας θυμίζουν το αίτημα του Αποστόλου Πέτρου περί κατασκηνώσεως[3] (Ματθ. ιζ´, 4:« 4 ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Πέτρος εἶπε τῷ Ἰησοῦ· Κύριε, καλόν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι· εἰ θέλεις, ποιήσωμεν ὧδε τρεῖς σκηνάς, σοὶ μίαν καὶ Μωσεῖ μίαν καὶ μίαν Ἠλίᾳ »), χωρίς να παραλείπεται η σύνδεση με το Ευαγγέλιο της Κυριακής, ήτοι της Δευτέρας Παρουσίας του Χριστού και της κρίσεως του κόσμου: «Ἐν τῇ φρικτῇ, ἐλεύσει σου Οἰκτίρμον, ἐκ δεξιῶν τῶν προβάτων σου στῆσον, τοὺς ὀρθοδόξως σοι ἐν βίῳ λειτουργήσαντας, Χριστέ, καὶ μεταστάντας πρὸς σέ», Κανών α´, Ὠδὴ ζ´, ἦχος πλ. δ´.

 

Γ. 1. Και ενώ πρωταρχικά τα αιτήματα της ακολουθίας είναι υπέρ των εὐσεβῶς θανέντων, οι επανειλημμένες αναφορές στη δημιουργία του κόσμου και του ανθρώπου συνιστά αίτημα που αφορά σε όλους τους προαπελθόντας, κάτι που αντικατοπτρίζεται στο Αποστολικό Ανάγνωσμα, το οποίο είναι το αυτό με το δεύτερο Ψυχοσάββατο προ της Πεντηκοστής και το Μυστήριον ἐπὶ τῶν ἱερῶς κεκοιμημένων.

2. Τιθέμενη, λοιπόν, η Μνήμη πάντων τῶν ἀπ᾽ αἰῶνος κεκοιμημένων ὀρθοδόξων χριστιανῶν προ της Κυριακής της Δευτέρας Παρουσίας του Χριστού, πέραν της παραμυθίας των συγγενών όσων έχασαν τους δικούς τους ανθρώπους και δεν βρέθηκαν, για να συνοδευτούν με την προσευχή της Εκκλησίας, επαγγέλλεται την πίστη της Εκκλησίας για την ενότητα του ανθρώπινου γένους κατά το λόγο της δημιουργίας, της ιστορίας και των εσχάτων, όπου κυριαρχεί ο συνοχέας του παντός Χριστός, κατά την έκφραση του Θεοτοκίου της θ´ Ὠδῆς, ἦχος πλ. δ´: «Ὑπὲρ νοῦν ὁ τόκος σου· γεννᾷς γὰρ τὸν προόντα, καὶ γαλουχεῖς ἀφράστως, τὸν τροφοδότην τοῦ κόσμου, ἀνακλίνεις τὸν τοῦ παντὸς συνοχέα, Χριστὸν μόνον λυτρωτήν ἡμῶν, Πανάμωμε».

 

Αποστολικό Ανάγνωσμα: Α´ Θεσσ. δ´, 13-17: «13 Οὐ θέλομεν δὲ ὑμᾶς ἀγνοεῖν, ἀδελφοί, περὶ τῶν κοιμωμένων, ἵνα μὴ λυπῆσθε καθὼς καὶ οἱ λοιποὶ οἱ μὴ ἔχοντες ἐλπίδα. 14 εἰ γὰρ πιστεύομεν ὅτι Ἰησοῦς ἀπέθανε καὶ ἀνέστη, οὕτω καὶ ὁ Θεὸς τοὺς κοιμηθέντας διὰ τοῦ Ἰησοῦ ἄξει σὺν αὐτῷ. 15 τοῦτο γὰρ ὑμῖν λέγομεν ἐν λόγῳ Κυρίου, ὅτι ἡμεῖς οἱ ζῶντες οἱ περιλειπόμενοι εἰς τὴν παρουσίαν τοῦ Κυρίου οὐ μὴ φθάσωμεν τοὺς κοιμηθέντας· 16 ὅτι αὐτὸς ὁ Κύριος ἐν κελεύσματι, ἐν φωνῇ ἀρχαγγέλου καὶ ἐν σάλπιγγι Θεοῦ καταβήσεται ἀπ᾽ οὐρανοῦ, καὶ οἱ νεκροὶ ἐν Χριστῷ ἀναστήσονται πρῶτον, 17 ἔπειτα ἡμεῖς οἱ ζῶντες οἱ περιλειπόμενοι ἅμα σὺν αὐτοῖς ἁρπαγησόμεθα ἐν νεφέλαις εἰς ἀπάντησιν τοῦ Κυρίου εἰς ἀέρα, καὶ οὕτω πάντοτε σὺν Κυρίῳ ἐσόμεθα».

 

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: Λουκ. κα´, 8-9, 25-27, 35-36: «8 καὶ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· Οὐδὲ ἐγὼ λέγω ὑμῖν ἐν ποίᾳ ἐξουσίᾳ ταῦτα ποιῶ. 9 Ἤρξατο δὲ πρὸς τὸν λαὸν λέγειν τὴν παραβολὴν ταύτην· Ἄνθρωπός τις ἐφύτευσεν ἀμπελῶνα, καὶ ἐξέδετο αὐτὸν γεωργοῖς καὶ ἀπεδήμησε χρόνους ἱκανούς- 25 ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· Ἀπόδοτε τοίνυν τὰ Καίσαρος Καίσαρι καὶ τὰ τοῦ Θεοῦ τῷ Θεῷ. 26 καὶ οὐκ ἴσχυσαν ἐπιλαβέσθαι αὐτοῦ ῥήματος ἐναντίον τοῦ λαοῦ, καὶ θαυμάσαντες ἐπὶ τῇ ἀποκρίσει αὐτοῦ ἐσίγησαν. 27 Προσελθόντες δέ τινες τῶν Σαδδουκαίων, οἱ λέγοντες μὴ εἶναι ἀνάστασιν, ἐπηρώτησαν αὐτὸν.- 35 οἱ δὲ καταξιωθέντες τοῦ αἰῶνος ἐκείνου τυχεῖν καὶ τῆς ἀναστάσεως τῆς ἐκ νεκρῶν οὔτε γαμοῦσιν οὔτε γαμίζονται· 36 οὔτε γὰρ ἀποθανεῖν ἔτι δύνανται· ἰσάγγελοι γάρ εἰσι, καὶ υἱοί εἰσι τοῦ Θεοῦ, τῆς ἀναστάσεως υἱοὶ ὄντες».



[1]. [Ὠδὴ γ´: «Οὔκ ἐστιν ἅγιος ὡς σὺ, Κύριε ὁ Θεός μου, ὁ ὑψώσας τὸ κέρας, τῶν πιστῶν σου Ἀγαθέ, καὶ στερεώσας αὐτούς, ἐν τῇ πέτρᾳ τῆς ὁμολογίας σου», Ὠδὴ στ´: «Τοῦ βίου τὴν θάλασσαν, ὑψουμένην καθορῶν, τῶν πειρασμῶν τῷ κλύδωνι, ἐν εὐδίῳ λιμένι σου προσδραμών, βοῶ σοι· Ἀνάγαγε ἐκ φθορᾶς τὴν ζωήν μου Πολυέλεε», Ὠδὴ η´: «Αἰνοῦμεν, εὐλογοῦμεν καὶ προσκυνοῦμεν τὸν Κύριον. Ἐκ φλογὸς τοῖς Ὁσίοις, δρόσον ἐπήγασας, καὶ δικαίου θυσίαν, ὕδατι ἔφλεξας· ἅπαντα γὰρ δρὰς Χριστέ, μόνῳ τῷ βούλεσθαι· σὲ ὑπερυψοῦμεν εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας». Ὠδὴ θ´: «Θεὸν ἀνθρώποις ἰδεῖν ἀδύνατον, ὃν οὐ τολμᾶ Ἀγγέλων ἀτενίσαι τὰ τάγματα, διὰ σοῦ δὲ Πάναγνε ὡράθη βροτοῖς, Λόγος σεσαρκωμένος, ὃν μεγαλύνοντες, σὺν ταῖς οὐρανίαις Στρατιαῖς, σὲ μακαρίζομεν»].

[2]. Ὠδὴ α´, «ᾎσμα ἀναπέμψωμεν λαοί, τῷ θαυμαστῷ Θεῷ τῷ ἡμῶν, ἀπαλλάξαντι τὸν Ἰσραὴλ ἐκ δουλείας, ᾠδὴν ἐπινίκιον ᾄδοντες καὶ βοῶντες· ᾌσωμέν σοι, τῷ μόνῳ Δεσπότῃ».

Ὠδὴ β´, «Ἴδετε, ἴδετε, ὅτι ἐγώ εἰμι ὁ Θεὸς ὑμῶν, ὁ πρὸ τῶν αἰώνων γεννηθεὶς ἐκ τοῦ Πατρός, καὶ ἐκ τῆς Παρθένου ἐπ᾽ ἐσχάτων, πλὴν ἀνδρὸς κυηθείς, καὶ λύσας τὴν ἁμαρτίαν, τοῦ προπάτορος Ἀδάμ, ὡς φιλάνθρωπος».

Ὠδὴ γ´, «Ὁ στερεώσας ἐν τῇ χειρί σου, Λόγε Θεοῦ τους οὐρανοὺς ἐν τῷ φωτισμῷ, τῆς σῆς ἀληθοῦς ἐπιγνώσεως, στερέωσον καὶ ἡμῶν, τῶν ἐπὶ σοὶ πεποιθότων τὰς καρδίας».

Ὠδὴ δ´, «Ἐξ ὄρους κατασκίου, Λόγε ὁ Προφήτης, τῆς μόνης Θεοτόκου, μέλλοντος σαρκοῦσθαι, θεοπτικῶς κατενόει, καὶ τῷ φόβω, ἐδοξολόγει σου τὴν δύναμιν».

Ὠδὴ ε´, «Ὀρθρίζει τὸ πνεῦμά μου, πρὸς σὲ ὁ Θεός, διότι φῶς τὰ προστάγματα, τῆς παρουσίας σου· ἐν αὐτοῖς οὖν καταύγασον, τὸν νοῦν ἡμῶν Δέσποτα, καὶ ὁδήγησον, ἐν τρίβῳ ζωῆς».

Ὠδὴ στ´, «Συνεχόμενον δέξαι με φιλάνθρωπε, ἐκ πταισμάτων πολλῶν, προσπίπτοντα τοῖς οἰκτιρμοῖς σου, ὡς τὸν Προφήτην, Κύριε, καὶ σῶσόν με».

[Συναξάριο: «Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, μνείαν πάντων τῶν ἀπ᾽ αἰῶνος κοιμηθέντων εὐσεβῶς, ἐπ᾽ ἐλπίδι ἀναστάσεως ζωῆς αἰωνίου, οἱ θειότατοι Πατέρες ἐθέσπισαν»].

Ὠδὴ ζ´, «Ὁ ἐν ἀρχῇ, τὴν γῆν θεμελιώσας, καὶ οὐρανοὺς τῷ λόγῳ, στερεώσας, εὐλογητὸς εἶ εἰς τοὺς αἰῶνας Κύριε, ὁ Θεὸς τῶν Πατέρων ἡμῶν».

Ὠδὴ η´, «Τὸν ἐν ὄρει, ἁγίῳ δοξασθέντα, καὶ ἐν βάτῳ, πυρὶ τὸ τῆς Ἀειπαρθένου, τῷ Μωϋσῇ μυστήριον γνωρίσαντα, Κύριον ὑμνεῖτε, καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας».

Ὠδὴ θ´, «Τὸν προδηλωθέντα ἐν ὄρει τῷ Νομοθέτῃ, ἐν πυρὶ καὶ βάτῳ, τόκον τὸν τῆς Ἀειπαρθένου, εἰς ἡμῶν τῶν πιστῶν σωτηρίαν, ὕμνοις ἀσιγήτοις μεγαλύνομεν».

[3]. Στιχηρό Εσπερινού στο Δόξα, ἦχος πλ. β´: «Ἀρχή μοι καὶ ὑπόστασις, τὸ πλαστουργόν σου γέγονε πρόσταγμα· βουληθεὶς γὰρ ἐξ ἀοράτου τε καὶ ὁρατῆς με ζῷον συμπῆξαι φύσεως, γῆθέν μου τὸ σῶμα διέπλασας, δέδωκας δέ μοι ψυχήν, τῇ θείᾳ σου καὶ ζωοποιῷ ἐμπνεύσει· διὸ Σωτὴρ τοὺς δούλους σου ἐν χώρᾳ ζώντων, ἐν σκηναῖς Δικαίων ἀνάπαυσον», Ἐξαποστειλάριο, ἦχος γ´: «Ὁ καὶ νεκρῶν καὶ ζώντων, ἐξουσιάζων ὡς Θεός, ἀνάπαυσον τοὺς σοὺς δούλους, ἐν ταῖς σκηναῖς τῶν ἐκλεκτῶν· εἰ γὰρ καὶ ἥμαρτον Σῶτερ, ἀλλ᾽ οὐκ ἀπέστησαν ἐκ σοῦ»,

 

Κυριακὴ μετὰ τὴν ἑορτὴν τῆς Ὑπαπαντῆς,   Κυριακὴ τοῦ Ἀσώτου, 

(Κυριακὴ ΙΖ´Λουκᾶ), 8 Φεβρουαρίου 2026 (24/2/2019), (Αριθμ. 2Ν2) 

 

Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ

 

Α. 1. Εφέτος η Κυριακή της παραβολής του Ασώτου φέρει και υμνολογικά στοιχεία της Υπαπαντής, καθώς κείται μεταξύ της εορτής και της Αποδόσεως. Σημειωτέον τα Αναγνώσματα είναι καθορισμένα, ενώ με το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα κλείνει και ο κύκλος των Ευαγγελικών Αναγνωσμάτων εκ του κατά Κυριακάς Κατά Λουκάν Ευαγγελίου.

2. α. Την προηγούμενη Κυριακή με την αναδρομή στο γεγονός της προπατορικής αποστασίας και φαρισαϊκής εκπτώσεως έχει τεθεί, «ὥσπερ τις προγυμνασία καὶ παρακίνησις», για τη σωτήρια μετάνοια ο σκοπός και της σημερινής Κυριακής με την παραβολή του Ασώτου. Στην αυτή συνέχεια η υμνολογία της σημερινής Κυριακής αποτελεί μία από τις πιο λαμπρές ερμηνευτικές προτάσεις για τα αποτελέσματα της προπατορικής αποστασίας σε όλο το ανθρώπινο γένος και τη σημασία της μετανοίας ως επισυναγωγής του ανθρώπου προς το Ζωοδότη Θεό πάσης κτίσεως. Ο Άσωτος της παραβολής του Ευαγγελικού Αναγνώσματος αποτελεί την αφορμή και το παραστατικό, παραβολικό υπόβαθρο, για να εκδιπλωθεί η μεταπατορική περιπέτεια της αποστασίας και της ερημώσεως του ανθρώπου από τη χάρη του Θεού σε σημείο αλογίας και μεταπτώσεως στην κατάσταση των αλόγων ζώων, που δρουν κατά την ενστικτώδη κίνηση της απλής επιβιώσεως, όπως λέγεται στον Ψαλμό 48, 21: «καὶ ἄνθρωπος ἐν τιμῇ ὢν οὐ συνῆκε, παρασυνεβλήθη τοῖς κτήνεσι τοῖς ἀνοήτοις καὶ ὡμοιώθη αὐτοῖς». Ενώ, λοιπόν, σε όλη την υμνολογία της Κυριακής υπάρχει στο υπόβαθρο η λέξη ἄσωτος, με την υμνολογία  ερμηνεύεται θεολογικά σε τί συνίσταται η προπατορική πτώση και η μεταπατορική κατάσταση του ανθρώπου, η απώλεια του παραδείσου, αλλά και πώς επεμβαίνει φιλανθρώπως ο Θεός για τη σωτηρία του ανθρωπίνου γένους.

β. Ήδη από το πρώτο Ιδιόμελο του Εσπερινού υπάρχει η αναφορά στον «προαιώνιον γεωργὸν ἡμῶν Θεόν», την προπατορική αποστασία και την εκ του παραδείσου έξοδο, καθώς δεν υπήρξε η μετάνοια από μέρους των Πρωτοπλάστων. Πρόκειται για μία αναδρομή στα τρία πρώτα κεφάλαια της Γενέσεως[1]. Στο δεύτερο Ιδιόμελο, ἦχος α´, καλούνται οι χριστιανοί να ζήσουν τη δύναμη του μυστηρίου της Θείας Οικονομίας. Έτσι, ο άσωτος είναι ο πεπτωκώς άνθρωπος, ο οποίος με τη μετάνοια περιβάλλεται και πάλι με τη δόξα του Πανάγαθου Πατέρα, καθώς με την παράθεση της τράπεζας με το μόσχο το σιτευτό παραβάλλεται το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, ο Μυστικός Δείπνος: «Ἐπιγνῶμεν ἀδελφοὶ τοῦ μυστηρίου τὴν δύναμιν· τὸν γὰρ ἐκ τῆς ἁμαρτίας, πρὸς τὴν πατρικὴν ἑστίαν, ἀναδραμόντα, Ἄσωτον υἱὸν ὁ πανάγαθος Πατήρ, προϋπαντήσας ἀσπάζεται, καὶ πάλιν τῆς οἰκείας δόξης χαρίζεται τὰ γνωρίσματα, καὶ μυστικὴν τοῖς ἄνω ἐπιτελεῖ εὐφροσύνην, θύων τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν, ἵνα ἡμεῖς ἀξίως πολιτευσώμεθα, τῷ τε θύσαντι φιλανθρώπῳ Πατρί, καὶ τῷ ἐνδόξῳ θύματι, τῷ Σωτῆρι τῶν ψυχῶν ἡμῶν».

γ. Η προπατορική παράβαση και οι μεταπατορικές αμαρτίες είναι η στέρηση της δόξας και της βασιλείας του Θεού, η πτωχεία, η αμεθεξία, η ακοινωνησία, η αμαύρωση του κατ᾽ εικόνα και η έκπτωση στην κατάσταση της αλογίας, η απομάκρυνση από τη δόξα του Θεού, η δουλεία[2] στους εμπαθείς και φθοροποιούς λογισμούς: «Τὸν πλοῦτον τὸν πατρῷον, ἐσκόρπισα δεινῶς, καὶ πενητεύσας, αἰσχύνης πεπλήρωμαι, δουλούμενος τοῖς ἀκάρποις λογισμοῖς· διό σοι βοῶ φιλάνθρωπε· Οἴκτειρόν με, σῶσον», Κανών α´, Ὠδὴ στ´ του Τριωδίου, τροπάριο β´, ἦχος β´, και «Φθοροποιοῖς λογισμοῖς, ὑπαχθεὶς ἠμαυρώθην, καὶ ἐκ σοῦ ἐμακρύνθην, ὅλως ἔξω ἐμαυτοῦ, γενόμενος Οἰκτίρμον· διὸ ἐν μετανοίᾳ, προσπίπτοντά σοι σῶσον», Κανών α´,  Ὠδὴ η´ του Τριωδίου, τροπάριο γ´,  ἦχος β´. Στην ανομία του ανθρώπου, καθώς κατέχεται ο νους του από τις αντίθεες δαιμονικές δυνάμεις, τους πονηρούς δαίμονες, η θεραπεία διενεργείται με το μυστήριο της κραταιάς παρέμβασης του Θεού, κατά το οποίο ο ίδιος ο Λόγος ἑκουσίως, δηλαδή, πραγματικά, κενούται, συγκαταβαίνει, κατέρχεται, «πτωχεύει», για να πλουτίσει με τη θεία δόξα και βασιλεία του και πάλι τον έρημο εν ακοινωνησία με το Θεό και τους συνανθρώπους του άνθρωπο, «δι᾽ ἡμᾶς καὶ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν»: «Στέναξον νῦν, ψυχή μου, παναθλία, καὶ ἀναβόησον Χριστῷ· Ὁ δι᾽ ἐμὲ ἑκουσίως πτωχεύσας Κύριε, πτωχεύσαντά με ἐκ πάσης ἀγαθοεργίας, καλῶν περιουσίᾳ, ὡς ἀγαθός καὶ πολύελεος, μόνος καταπλούτισον», Κανών α´, Ὠδὴ θ´ του Τριωδίου, τροπάριο γ´, ἦχος β´. Δεν πρόκειται για την απώλεια ενός μελλοντικού αγαθού αλλά για την ανάκληση στην προτέρα δόξα και βασιλεία, για μια νέα επανεκκίνηση της πορείας όλου του ανθρώπινου γένους, για την ενότητα της δημιουργίας του Θεού και πάλι πλημμυρισμένη από τη χάρη του: «Ἐσκόρπισα τὸν πλοῦτόν σου, ἐκδαπανήσας Κύριε, καὶ πονηροῖς δαιμονίοις καθυπετάγην ὁ τάλας· ἀλλὰ Σωτὴρ πανεύσπλαγχνε τὸν Ἄσωτον οἰκτείρησον, καὶ ῥυπωθέντα κάθαρον, τὴν πρώπην ἀποδιδούς μοι, στολὴν τῆς σῆς βασιλείας», Εξαποστειλάριο έτερο, ἦχος β´. Ο εκουσίως δωρούμενος ανακαινισμός από τον πτωχεύσαντα Λόγο του Θεού Πατρός, τον σαρκωθέντα και ενανθρωπήσαντα, είναι η διαρκής κλήση του ανθρώπου σε μετάνοια ἑκουσίως, γιατί η κόλαση και ο παράδεισος είναι πάντα θέμα του εθελότρεπτου νου του ανθρώπου, πάντα θέμα εκουσιότητος και προαιρέσεως, γιατί αυτή είναι η προίκα του ανθρώπου, ο λογισμός του[3], εμπαθής ή καθαρός, ενεργούμενος από τη χάρη του Θεού, ή αποστρεφόμενος τη χάρη του Θεού και εκπίπτων στην κατάσταση της αλογίας και της φθοράς: «Ἥν περ ποτέ, εἰργάσω εὐφροσύνην, τῇ τοῦ, Ἀσώτου Ἀγαθέ, ἐπιστροφῇ ἑκουσίῳ· ταύτην νῡν ποίησον καὶ ἐπ᾽ ἐμοὶ τῷ ἀθλίῳ προσεφαπλῶν μοι, τὰς σὰς σεπτὰς ἀγκάλας ἵνα σωθεὶς ὑμνολογῶ σου τὴν ἄκραν συγκατάβασιν», Κανών α´, Ὠδὴ θ´ του Τριωδίου, τροπάριο δ´, ἦχος β´.

δ. Πρέπει εν κατακλείδι να σημειώσουμε εκ νέου ότι η υμνολογία της Κυριακής του Ασώτου σε άκρα αντιστοιχία προς το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα συνιστά ένα προχειρισμό του Μυστικού Δείπνου και συγχρόνως είναι κλήση του ανθρώπου για συνεχή μετάνοια, ως αντίδοτο στην προπατορική αποστασία, ώστε να αξιωθεί ο άνθρωπος τη βασιλεία των ουρανών ως διαρκές γεγονός, δωρηθέν προς όλο το ανθρώπινο γένος υπό του συγκαταβάντος Λόγου του Θεού, χωρίς να εκβιάζεται ο άνθρωπος να αποδεχθεί την ευεργεσία, γιατί η ενανθρώπηση του Λόγου δεν αναιρεί την προαίρεση του ανθρώπου, την ελευθερία του, καθώς ο ενανθρωπήσας Λόγος δεν είναι κάποιο συλλογικό πρόσωπο αλλά ο εις της Αγίας Τριάδος που υποστασιάζει την ανθρώπινη φύση, τη δημιουργεί εκ νέου στη μήτρα της Θεοτόκου, την ενώνει ἑαυτῷ εξ άκρας συλλήψεως, όπως ερμηνεύει ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας, και δεν αφήνει στην απέξω κάποιον πτωχό, κανένα άνθρωπο. Γι᾽ αυτό η σωτηρία είναι κοινή δωρεά και θέμα φύσεως των λογικών όντων, τα οποία είναι προικισμένα με τη δυνατότητα, εκτός από τη δημιουργική και τη ζωοποιό ενέργεια όλων των κτιστών όντων, και με τη σοφοποιό και τη θεοποιό ενέργεια του Θεού ἀρχῆθεν. Γι᾽ αυτό μία θεώρηση του ανθρώπου ως μεταβατικής φύσης μιας ακτιβιστικής θεολογίας υπό τη συγκάλυψη του προσώπου, ήτοι της ολοκληρώσεως σε μία απροσδιόριστη εσχατολογία, είναι αποκτήνωση και έσχατος δαιμονισμός.

 

Β. Το Αποστολικό Ανάγνωσμα, προερχόμενο από την πρώτη Επιστολή Προς Κορινθίους, τίθεται ως εισαγωγή του Ευαγγελικού Αναγνώσματος, που αφορά κυρίως στους εξ Eθνών χριστιανούς της Κορίνθου, οι οποίοι προήρχοντο από ένα περιβάλλον μιας κοινωνίας όχι μόνο έκλυτου βίου αλλά και διαρχικών και γνωστικών αντιλήψεων, σύμφωνα με τις οποίες υπάρχει για τον άνθρωπο όχι απλώς οξεία αντίθεση σώματος και πνεύματος, υλικού και πνευματικού στοιχείου, αλλά και ότι μόνο το πνευματικό στοιχείο είναι αθάνατο, ότι το σώμα είναι φυλακή της ψυχής, από την οποία πρέπει να ελευθερωθεί. Ο Απόστολος Παύλος θέτει ως κέντρο την Ανάσταση (έγερση) του Χριστού και εξ αυτού του σωτηρίου γεγονότος την ανάσταση του κάθε ανθρώπου ως μιας οντότητος, σώματος και πνεύματος, γιατί, κατά το λόγο της δημιουργίας και του εν Χριστώ ανακαινισμού, αμφότερα ανήκουν στο Θεό. Ουσιαστικά πρόκειται για αναίρεση τόσο του αρχαιοελληνικού κοσμοειδώλου και της ανθρώπινης αυτάρκειας ιδιασμού, αλλά και έτι πλέον, για τη χορηγία αντίδοτου, την ενοίκηση του Αγίου Πνεύματος.

 

Γ. Το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα είναι η πολύ γνωστή περικοπή της παραβολής του Ασώτου, η οποία κείται στο δέκατο πέμπτο κεφάλαιο του Κατά Λουκάν Ευαγγελίου. Στην αρχή του κεφαλαίου ο Απόστολος Λουκάς μάς πληροφορεί ότι πλησίαζαν να ακούσουν το Χριστό «πάντες οἱ τελῶναι καὶ οἱ ἁμαρτωλοί», ενώ οι Φαρισαίοι και οι γραμματείς τον κατηγορούσαν ότι δεχόταν με χαρά τους αμαρτωλούς και συνέτρωγε με αυτούς. Πριν την παραβολή του Ασώτου είπε ο Χριστός το παράδειγμα για την αναζήτηση από το βοσκό του ενός χαμένου από τα εκατό πρόβατα και την αναζήτηση και τη χαρά της εύρεσης της μιας χαμένης δραχμής από μια γυναίκα που είχε δέκα. Μετά την παραβολή του Ασώτου το δέκατο έκτο κεφάλαιο συνεχίζει με την παραβολή του κακού οικονόμου και κλείνει η ενότητα με τον έλεγχο των Φαρισαίων, που θεωρούσαν τον εαυτό τους κατά πάντα δίκαιο, δηλαδή συμπεριφέρονταν ως τιμητές και φύλακες του Μωσαϊκού Νόμου περιφρονώντας τους άλλους ανθρώπους: «Ὑμεῖς ἐστε οἱ δικαιοῦντες ἑαυτοὺς ἐνώπιον τῶν ἀνθρώπων, ὁ δὲ Θεὸς γινώσκει τὰς καρδίας ὑμῶν· ὅτι τὸ ἐν ἀνθρώποις ὑψηλὸν βδέλυγμα ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. 16 Ὁ νόμος καὶ οἱ προφῆται ἕως Ἰωάννου· ἀπὸ τότε ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ εὐαγγελίζεται καὶ πᾶς εἰς αὐτὴν βιάζεται» (Λουκ. ιστ´, 15-16). Ο Χριστός τους απαντά, επομένως, ότι είναι ο εξαγγελθείς από το Νόμο και τους Προφήτες βασιλεύς, ο οποίος ανακεφαλαιώνει το Νόμο και ευαγγελίζεται τη βασιλεία του Θεού για τον κάθε άνθρωπο και όχι μόνο για τον Ισραήλ κατά την ιουδαϊκή αποκλειστικότητα ήδη από του νῦν, γιατί Αυτός είναι ο παλαιός και ο των εσχάτων ημερών. Εξάλλου, ο διαγογγυσμός των Φαρισαίων είναι μία έμμεση διαμαρτυρία εναντίον του Χριστού ότι κήρυττε στον ὄχλο, καθώς πολλοί ήσαν εθνικοί, ή δοτοί στη Ρωμαϊκή εξουσία, όπως οι τελώνες, αμαρτωλοί κατά την αντίληψη των Φαρισαίων και των γραμματέων της αποκλειστικότητος του αληθινού Θεού ως του Θεού μόνο του Ισραήλ και όχι όλων των Εθνών. Αυτή η εκδοχή δικαιολογείται με τον καταληκτικό λόγο του Χριστού: «Ὁ νόμος καὶ οἱ προφῆται ἕως Ἰωάννου· ἀπὸ τότε ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ εὐαγγελίζεται καὶ πᾶς εἰς αὐτὴν βιάζεται». Με αυτήν την ερμηνευτική προοπτική οι δύο υιοί της παραβολής μπορεί να αντιπροσωπεύουν τα Έθνη ο νεότερος και τον Ισραήλ ο πρεσβύτερος, ο οποίος δεν μπορεί να ανεχθεί το βασιλέα του και Θεό του ως Πατέρα όλης της ανθρωπότητας, και, μάλιστα, τα αμαρτωλά έθνη να τυγχάνουν κατ᾽ αυτόν μεγαλύτερης ευφροσύνης από τον Ισραήλ, που ήταν ο περιούσιος λαός του Νόμου και των Προφητών. Προς μία τέτοια ερμηνευτική προσέγγιση συντείνει η υμνολογία της εορτής, η οποία αποτελεί συμπερασμό μιας μακράς ερμηνευτικής κηρυγματικής και νηπτικής κατάληξης για την αναγωγή της παραβολής στην προπατορική αποστασία και τη μεταπατορική περίοδο κατοχής του ανθρώπου από τα φθοροποιά πάθη, οπότε με το μυστήριο της Θείας Οικονομίας του Υιού και Λόγου του Θεού από κτίσεως κόσμου και εις τους αιώνας των αιώνων αίρεται κάθε αποκλειστικότητα υπό τον ευαγγελισμό και προχειρισμό του Μυστικού Δείπνου και της κλήσεως σε μετάνοια προς εκκλησιασμό των πάντων κατά τη δεκτικότητα εκάστου.

 

Αποστολικό Ανάγνωσμα:  Α´ Κορινθ. στ´, 12-20: «12 Πάντα μοι ἔξεστιν, ἀλλ᾿ οὐ πάντα συμφέρει· πάντα μοι ἔξεστιν, ἀλλ᾿ οὐκ ἐγὼ ἐξουσιασθήσομαι ὑπό τινος. 13 τὰ βρώματα τῇ κοιλίᾳ καὶ ἡ κοιλία τοῖς βρώμασιν· ὁ δὲ Θεὸς καὶ ταύτην καὶ ταῦτα καταργήσει. τὸ δὲ σῶμα οὐ τῇ πορνείᾳ, ἀλλὰ τῷ Κυρίῳ, καὶ ὁ Κύριος τῷ σώματι· 14 ὁ δὲ Θεὸς καὶ τὸν Κύριον ἤγειρε καὶ ἡμᾶς ἐξεγερεῖ διὰ τῆς δυνάμεως αὐτοῦ. 15 οὐκ οἴδατε ὅτι τὰ σώματα ὑμῶν μέλη Χριστοῦ ἐστιν; ἄρα οὖν τὰ μέλη τοῦ Χριστοῦ ποιήσω πόρνης μέλη; μὴ γένοιτο. 16 ἢ οὐκ οἴδατε ὅτι ὁ κολλώμενος τῇ πόρνῃ ἓν σῶμά ἐστιν; ἔσονται γάρ, φησίν, οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν· 17 ὁ δὲ κολλώμενος τῷ Κυρίῳ ἓν πνεῦμά ἐστι. 18 φεύγετε τὴν πορνείαν. πᾶν ἁμάρτημα ὃ ἐὰν ποιήσῃ ἄνθρωπος ἐκτὸς τοῦ σώματός ἐστιν, ὁ δὲ πορνεύων εἰς τὸ ἴδιον σῶμα ἁμαρτάνει. 19 ἢ οὐκ οἴδατε ὅτι τὸ σῶμα ὑμῶν ναὸς τοῦ ἐν ὑμῖν ῾Αγίου Πνεύματός ἐστιν, οὗ ἔχετε ἀπὸ Θεοῦ, καὶ οὐκ ἐστὲ ἑαυτῶν; 20 ἠγοράσθητε γὰρ τιμῆς· δοξάσατε δὴ τὸν Θεὸν ἐν τῷ σώματι ὑμῶν καὶ ἐν τῷ πνεύματι ὑμῶν, ἅτινά ἐστι τοῦ Θεοῦ».

 

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα:  Λουκ. ιε´, 11-32: «11 Εἶπε δέ· Ἄνθρωπός τις εἶχε δύο υἱούς. 12 καὶ εἶπεν ὁ νεώτερος αὐτῶν τῷ πατρί· πάτερ, δός μοι τὸ ἐπιβάλλον μέρος τῆς οὐσίας. καὶ διεῖλεν αὐτοῖς τὸν βίον. 13 καὶ μετ᾽ οὐ πολλὰς ἡμέρας συναγαγὼν ἅπαντα ὁ νεώτερος υἱὸς ἀπεδήμησεν εἰς χώραν μακράν, καὶ ἐκεῖ διεσκόρπισεν τὴν οὐσίαν αὐτοῦ ζῶν ἀσώτως. 14 δαπανήσαντος δὲ αὐτοῦ πάντα ἐγένετο λιμὸς ἰσχυρὰ κατὰ τὴν χώραν ἐκείνην, καὶ αὐτὸς ἤρξατο ὑστερεῖσθαι. 15 καὶ πορευθεὶς ἐκολλήθη ἑνὶ τῶν πολιτῶν τῆς χώρας ἐκείνης, καὶ ἔπεμψεν αὐτὸν εἰς τοὺς ἀγροὺς αὐτοῦ βόσκειν χοίρους· 16 καὶ ἐπεθύμει γεμίσαι τὴν κοιλίαν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν κερατίων ὧν ἤσθιον οἱ χοῖροι, καὶ οὐδεὶς ἐδίδου αὐτῷ. 17 εἰς ἑαυτὸν δὲ ἐλθὼν εἶπε· πόσοι μίσθιοι τοῦ πατρός μου περισσεύουσιν ἄρτων, ἐγὼ δὲ λιμῷ ὧδε ἀπόλλυμαι! 18 ἀναστὰς πορεύσομαι πρὸς τὸν πατέρα μου καὶ ἐρῶ αὐτῷ· πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου· 19 οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου· ποίησόν με ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου. 20 καὶ ἀναστὰς ἦλθε πρὸς τὸν πατέρα ἑαυτοῦ. ἔτι δὲ αὐτοῦ μακρὰν ἀπέχοντος εἶδεν αὐτὸν ὁ πατὴρ αὐτοῦ καὶ ἐσπλαγχνίσθη, καὶ δραμὼν ἐπέπεσεν ἐπὶ τὸν τράχηλον αὐτοῦ καὶ κατεφίλησεν αὐτόν. 21 εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ υἱός· πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου, καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου. 22 εἶπε δὲ ὁ πατὴρ πρὸς τοὺς δούλους αὐτοῦ· ἐξενέγκατε τὴν στολὴν τὴν πρώτην καὶ ἐνδύσατε αὐτόν, καὶ δότε δακτύλιον εἰς τὴν χεῖρα αὐτοῦ καὶ ὑποδήματα εἰς τοὺς πόδας, 23 καὶ ἐνέγκαντες τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν θύσατε, καὶ φαγόντες εὐφρανθῶμεν, 24 ὅτι οὗτος ὁ υἱός μου νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησεν, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη. καὶ ἤρξαντο εὐφραίνεσθαι. 25 Ἦν δὲ ὁ υἱὸς αὐτοῦ ὁ πρεσβύτερος ἐν ἀγρῷ· καὶ ὡς ἐρχόμενος ἤγγισε τῇ οἰκίᾳ, ἤκουσε συμφωνίας καὶ χορῶν, 26 καὶ προσκαλεσάμενος ἕνα τῶν παίδων ἐπυνθάνετο τί εἴη ταῦτα. 27 ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ ὅτι ὁ ἀδελφός σου ἥκει, καὶ ἔθυσεν ὁ πατήρ σου τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν, ὅτι ὑγιαίνοντα αὐτὸν ἀπέλαβεν. 28 ὠργίσθη δὲ καὶ οὐκ ἤθελεν εἰσελθεῖν. ὁ οὖν πατὴρ αὐτοῦ ἐξελθὼν παρεκάλει αὐτόν. 29 ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπε τῷ πατρὶ· ἰδοὺ τοσαῦτα ἔτη δουλεύω σοι καὶ οὐδέποτε ἐντολήν σου παρῆλθον, καὶ ἐμοὶ οὐδέποτε ἔδωκας ἔριφον ἵνα μετὰ τῶν φίλων μου εὐφρανθῶ· 30 ὅτε δὲ ὁ υἱός σου οὗτος, ὁ καταφαγών σου τὸν βίον μετὰ πορνῶν, ἦλθεν, ἔθυσας αὐτῷ τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν. 31 ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ· τέκνον, σὺ πάντοτε μετ᾽ ἐμοῦ εἶ, καὶ πάντα τὰ ἐμὰ σά ἐστιν· 32 εὐφρανθῆναι δὲ καὶ χαρῆναι ἔδει, ὅτι ὁ ἀδελφός σου οὗτος νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη».



[1]. «Εἰς ἀναμάρτητον χώραν, καὶ ζωηράν, ἐπιστεύθην, γεωσπορήσας τὴν ἁμαρτίαν, τῇ δρεπάνῃ ἐθέρισα, τοὺς στάχυας τῆς ἀμελείας, καὶ δραγμάτων ἐστοίβασα, πράξεών μου τὰς θημωνίας, ἃς καὶ κατέστρωσα οὐχ ἅλωνι τῆς μετανοίας. Ἀλλ᾽ αἰτῶ σε, τὸν προαιώνιον γεωργὸν ἡμῶν Θεόν, τῷ ἀνέμῳ τῆς σῆς φιλευσπλαγχνίας ἀπολίκμισον τὸ ἄχυρον τῶν ἔργων μου καὶ σιτάρχησον τῇ ψυχῇ μου τὴν ἄφεσιν, εἰς τὴν οὐράνιόν σου συγκλείων με ἀποθήκην καὶ σῶσόν με», Ιδιόμελο α´  του Τριωδίου, ἦχος α´.

[2]. «Ἀπὸ τῶν σῶν ἐντολῶν μακρυνθεὶς ἐδουλώθην παναθλίως τῷ πλάνῳ, ἐπιστρέφοντα δὲ νῦν, τὸν Ἄσωτον ὡς πάλαι, προσπίπτοντά σοι δέξαι, ἐπουράνιε Πάτερ», Κανών α´, Ὠδὴ η´ του Τριωδίου, τροπάριο β´, ἦχος β´.

[3]. «Πάτερ ἀγαθέ, ἐμακρύνθην ἀπὸ σοῦ μὴ ἐγκαταλίπῃς με, μηδὲ ἀχρεῖον δείξῃς τῆς βασιλείας σου· ὁ ἐχθρὸς ὁ παμπόνηρος ἐγύμνωσέ με, καὶ ᾖρέ μου τὸν πλοῦτον· τῆς ψυχῆς τὰ χαρίσματα ἀσώτως διεσκόρπισα, ἀναστὰς οὖν, ἐπιστρέψας πρὸς σὲ ἐκβοῶ· Ποίησόν με ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου, ὁ δι᾽ ἐμὲ ἐν Σταυρῷ τὰς ἀχράντους σου χεῖρας ἁπλώσας, ἵνα τοῦ δεινοῦ θηρὸς ἀφαρπάσῃς με, καὶ τὴν πρώτην καταστολὴν ἐπενδύσῃς με, ὡς μόνος πολυέλεος», Στιχηρό Ιδιόμελο δ´ του Τριωδίου, ἦχος πλ. β´.

Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2026


 Παράδοση καὶ ἀνανέωση κατὰ τὸν Ἅγιο Φώτιο

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Ἀντιπρύτανις ΑΠΘ

(6-2-2013, ἑορτὴ Ἱ. Συνόδου)


Μακαριώτατε,

Σεβασμιώτατοι ἅγιοι Πατέρες, μέλη τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος,

Θεοφιλέστατε ἅγιε Ἡγούμενε τῆς Ἱ. Μονῆς Πεντέλης,

Ἅγιοι Πατέρες παντὸς βαθμοῦ,

Κύριε πρ. Πρύτανη,

Σεβαστοὶ καθηγητὲς ἐν ὁμοτιμία,

Ἀγαπητὲς συναδέλφισσες καὶ συνάδελφοι πάσης βαθμίδος,

Ἀγαπητοὶ φοιτητὲς καὶ φοιτήτριες, πάντες καὶ πάσες ἐν Χριστῶ ἀδελφοὶ καὶ ἀδελφές!

Ἐπιτρέψατέ μου νὰ ἐκφράσω τὶς εὐχαριστίες μου πρὸς τὸ Μακαριώτατο καὶ τὴν περὶ αὐτὸν Ἱερὰ Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος γιὰ τὴν ἀποδοχὴ τῆς προτάσεως τοῦ Τμήματός μου, τῆς Ποιμαντικῆς καὶ Κοινωνικῆς Θεολογίας τοῦ ΑΠΘ, γιὰ τὴ σημερινὴ εἰσήγηση, ἐνταυτῶ δὲ μεταφέρω τὸν προσήκοντα χαιρετισμὸ τοῦ Πρυτάνεως τοῦ ΑΠΘ καθ. κ. Ἰωάννη Μυλόπουλου, ἐπισημαίνουσα καὶ τὴν εὐσέβεια ποὺ χαρακτηρίζει τὴν πλειονοψηφία τῶν διδασκόντων τοῦ ΑΠΘ.

Ὁ τίτλος τῆς εἰσηγήσεώς μου ἀφορᾶ στὴν ἐξέταση τοῦ ζεύγους δύο ὁρισμῶν τῆς ἐκκλησιαστικῆς μας ζωῆς μὲ ἐπίκεντρο τὶς περὶ αὐτοὺς διατυπώσεις τοῦ ἁγ. Φωτίου ἢ ἕνα πλαίσιο προϋποθέσεων ἢ ἐκκλησιστικῆς δράσης ποὺ ἀναδύεται ἀπὸ τοὺς δύο ὅρους τοῦ τίτλου.

Α. 1. Στὸ νεοελληνικὸ βίο μας, καὶ ἰδίως μεταπολεμικά, ὁ ὅρος παράδοση φορτίσθηκε ἐν πολλοῖς μὲ ἀρνητικὸ περιεχόμενο, καθώς ταυτίσθηκε μὲ μία στατικὴ ἐπανάληψη τῶν ρημάτων εἴτε τῆς Ἁγίας Γραφῆς εἴτε τῆς πατερικῆς γραμματείας τῶν πρώτων αἰώνων ἢ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Πέραν τῆς κοινωνιολογικῆς ἢ πολιτικῆς ἀνάλυσης ὁ ὅρος παράδοσις ἔχασε τὴν παραστατική του δυναμική, τοῦ παραδίδοντος δηλ. καὶ τοῦ ἀποδέκτη, ποὺ ἐν τῆ πορεία γιὰ τὴν προαγωγὴ τοῦ κοινοῦ σώματος μεταλλάσσεται ὁ ρόλος καὶ ὁ ἀποδέκτης καθίσταται παραδίδων.

2. Περίπου τὰ αὐτὰ μποροῦμε νὰ σημειώσουμε καὶ γιὰ τὸν ὅρο ἀνανέωσις, ποὺ ἐπίσης ἔχει φορτισθεῖ μὲ μία χρειὰ προοδευτικότητος σ᾽ ἕνα πλαίσιο κοινωνικοῦ προφητισμοῦ μὲ ρήξη πρὸς ὅ,τι χαρακτηρίζει μονοσήμαντα ἑρμηνεῖες καὶ δράσεις τοῦ παρελθόντος, κοντινοῦ ἢ μακρυνοῦ[1].

Πρέπει νὰ σημειώσω ἐπιγραμματικὰ ὅτι ἡ ἐννοιολογικὴ διάσπαση τῶν ὅρων τῆς μακρᾶς ἐκκλησιαστικῆς γραμματείας ἀνάγεται στὶς ἀρχὲς τοῦ νεοελληνικοῦ κράτους μὲ τὴν ὀργάνωση τῶν δημοσίων πραγμάτων καὶ τῆς ἐκπαιδεύσεως κατὰ τοὺς δυτικοευρωπαϊκοὺς θεσμούς. Μετά, λοιπόν, ἀπὸ 180 ἔτη ἐλεύθερου βίου καὶ ἔχοντες ὑπόψιν τὴν ὅλη συζήτηση περὶ τοῦ πῶς τοποθετούμεθα ἔναντι τῆς πατερικῆς παραδόσεως καὶ παραγωγῆς, καὶ πῶς ἀξιοποιεῖται αὐτὴ ὡς ἑρμηνευτικὸ γεγονὸς τῆς λατρεύουσας κοινότητας τῶν Ὀρθοδόξων σ᾽ ἕνα κόσμο τόσο ἀνοικτό, μὲ ὅ,τι αὐτὸ συνεπάγεται ὡς πρὸς τὴ συλλογικότητά μας, ἡ ὁποία αἰσθάνεται ἀφενὸς μὲν τὴν ἀναγκαιότητα τοῦ διαλόγου, ἀφετέρου δὲ τὸ χρέος κατὰ βεβαιότητα νὰ περιφρουρήσει τὴ συνέχεια τῶν παραδοθέντων, ἡ Ὀρθόδοξη θεολογία ψηλαφεῖ τὶς ἀμφισημεῖες, ποὺ χαρακτηρίζουν ἐκ τῶν πραγμάτων ὅλες τὶς περιόδους τῆς ἱστορίας ποὺ ὠδίνουν καὶ τίκτουν, κάτι ποὺ χαρακτηρίζει ἀναμφισβήτητα καὶ τὴν ἐποχὴ τοῦ ἁγ. Φωτίου. Ἐπισημαίνω ἐπ᾽ αὐτοῦ τὰ ἑξῆς καίρια σημεῖα:

α) Τὴν ἀποκοπὴ τῶν ἀνατολικῶν ἐπαρχιῶν, λόγω τῶν ἀραβικῶν κατακτήσεων καὶ τὸν πρωτεύοντα ρόλο τοῦ πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως γιὰ τὴ σύγκληση Γενικῆς Συνόδου, ἀντὶ τοῦ αὐτοκράτορα.

β) Τὴν ποιμαντικὴ εὐθύνη τοῦ Κωνσταντινουπόλεως σὲ χῶρες τῆς «Βαρβαρικῆς» (σύμφωνα μὲ τὸν 28ο κανόνα τῆς Δ´ Οἰκουμενικῆς), οἱ ὁποῖες εἶχαν ἐπιπλέον τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ καὶ πολιτικὸ ἐνδιαφέρον, ὅπως ἡ περιοχὴ τῆς Βουλγαρίας[2].

γ) Τὴ θεολογικὴ ἑρμηνεία τῶν ἀποφάσεων τῆς Ζ´ Οἰκ. Συνόδου, καὶ

δ) Τὴν ἀνάδειξη τῶν θεολογικῶν διαφοροποιήσεων μεταξὺ Ρώμης καὶ Κωνσταντινουπόλεως, καὶ κατ᾽ ἐπέκταση τῶν Ὀρθοδόξων θρόνων τῆς Ἀνατολῆς, πού, λόγω τῆς ἀραβικῆς κατοχῆς, συμμετεῖχαν στὴ συνοδικὴ πράξη τῆς Ἐκκλησίας μὲ ὀλιγομελὴ ἕως ἐνδεικτικὴ ἐκπροσώπηση.

Β. Ἡ νέα κατάσταση, λοιπόν, πολιτικὴ καὶ ἐκκλησιαστική, ἀπαιτοῦσε μία γενικὴ ἐπανατοποθέτηση ἐπὶ τῶν ἤδη διαμορφωθεισῶν σχέσεων ἔναντι ὅλων καί, ἀσφαλῶς, ἀξιοποίηση ὅλης τῆς προγενέστερης ἐκκλησιαστικῆς πράξης καὶ ἐμπειρίας ζωῆς τῆς αὐτοκρατορίας, ποὺ δὲν ἐκτεινόταν πιὰ σ᾽ Ἀνατολὴ καὶ Δύση. Εἶναι π.χ. χαρακτηριστικὴ ἡ χρήση τοῦ ὅρου Ἕλλην ἀπὸ τὸν ἅγ. Φώτιο, ἡ ὁποία ἀποφορτίζεται ἀπὸ τὸ παγανιστικό της περιεχόμενο καὶ σχετίζεται μὲ ἄνεση μὲ τὴ γλωσσικὴ ἐκφορὰ τῶν Ἑλληνόφωνων πληθυσμῶν τῆς εὐρύτερης περιοχῆς τῆς Μεσογείου, τὶς ἑλληνικὲς φυλὲς ἢ τοὺς κατοίκους τῆς αὐτοκρατορίας ποὺ μιλοῦσαν καὶ ἔγραφαν στὴν ἑλληνικὴ γλώσσα[3]. Ἀσφαλῶς στὰ ἑρμηνευτικὰ ἔργα τοῦ ἁγίου οἱ διακρίσεις σὲ Ἰουδαίους καὶ Ἕλληνες, μὲ τὴν ἔννοια τοῦ ἐθνικῶν, ὑφίσταται σὲ συμφωνία μὲ τὴν μακρὰ πατερικὴ ἑρμηνευτικὴ παράδοση. Ἐξάλλου ἡ ἀντιπαράθεση μὲ τὸ Ρώμης Νικόλαο καὶ ἡ ἀνάδυση τῶν θεολογικῶν διαφοροποιήσεων ὁδήγησαν τὸν ἅγ. Φώτιο στὴν προσφυγή του νὰ ἀξιοποιήσει τὴν προγενέστερη πατερικὴ παράδοση ὡς μεθοδολογία[4], ἀλλὰ καὶ περιεχόμενο, σὲ συνδυασμὸ μὲ τὶς ἀποφάσεις τῶν πρὸ αὐτοῦ Οἰκουμενικῶν Συνόδων καὶ τὰ ρήματα τῆς Ἁγίας Γραφῆς[5], προβάλλοντας τὶς προϋποθέσεις γιὰ τὸν ἔλεγχο τῆς ὀρθότητος μιᾶς βαθμιαῖα διαμορφούμενης ἐπιχειρηματολογίας[6].

Γ. Τὸ ἔναυσμα τῆς συζήτησης μεταξὺ ἁγ. Φωτίου καὶ Νικολάου Ρώμης δόθηκε μὲ τὴ λεγόμενη Κοινωνικὴ ἐπιστολὴ[7] τοῦ ἁγ. Φωτίου, μὲ τὴν ὁποία ἀνακοίνωνε στὸν πάπα Νικόλαο τὴν ἐκλογή του, (858), στὸν ἀρχιερατικὸ θρόνο τῆς Κωνσταντινούπολης, ἐπισημαίνοντας ὅτι παρακλήθηκε νὰ ἀναλάβει τὴν «ἐπιστασία» καὶ ὑπέκυψε μετὰ απὸ ἄσκηση ἀφόρητων πιέσεων[8].

Κατὰ τὸ μεγαλύτερο μέρος ἡ ἐπιστολὴ συνιστᾶ ἔκθεση τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, ἢ «Ὁμολογία»[9], ὅπως ὁ ἴδιος σημειώνει. Οὐσιαστικὰ πρόκειται γιὰ σύντομη ἐπεξήγηση τῶν ὅρων τῶν ἑπτὰ Οἰκουμενικῶν Συνόδων, χωρὶς κανένα εὐθὺ ὑπαινιγμὸ γιὰ τὴ σύγχρονή του ἐκκλησιαστικὴ κατάσταση, ἐκτὸς τῆς φράσεως «θεὸν…πᾶσαν δὲ σκανδάλων ῥίζαν, καὶ πέτραν προσκόμματος, ἐκ ποδῶν γεγηνημένα τῆς ἐκκλησιαστικῆς εὐταξίας»[10].

Ὁ πάπας Νικόλαος ἀρνήθηκε, ὡς γνωστόν, τόσο τὴν ἀπομάκρυνση τοῦ πατριάρχη Ἰγνατίου ὅσο καὶ τὴν κανονικότητα τῆς «εἰς ἀθρόον» χειροτονίας τοῦ ἁγ. Φωτίου. Ὁ ἅγ. Φώτιος ἐπανῆλθε ἐκ δευτέρου μὲ τὴ λεγόμενη  «Ἀπολογητικὴ Ἐπιστολὴ»[11] τοῦ 861, ὄχι ὡς «ἀντιλογία», ἀλλὰ ἐμμένων στὴν «ἐκκλησιαστικὴ τάξη» ἢ «εὐταξία», ἀλλὰ γιὰ νὰ ὑπογραμμίσει ὅτι ὁ ἴδιος «ἄκων» ἤχθη στὸν πατριαρχικὸ ζυγό: «Συνεσχέθημεν ἄκοντες, κακούργοις ἴσα καθείρχθημεν, ἐτηρούμεθα φυλασσόμενοι, ἐψηφίσθημεν ἀνανεύοντες, ἐχειροτονήθημεν κλαίοντες ὀδυρόμενοι κοπτόμενοι, ἴσασι ταῦτα πάντες»[12].

Γιὰ τὸ θέμα τῆς ἀντιρρήσεως τοῦ πάπα ὡς πρὸς τὴν κανονικότητα τῆς «εἰς ἀθρόον» χειροτονίας του ἀφενὸς ἐκφράζει τὴν ἄποψη ὅτι ὑπάρχουν «διαβολές», μὲ σκοπὸ τὴν ὑποτίμηση «τοῦ κύρους τοῦ θρόνου»[13], ἀφετέρου τεκμηριώνει τὸ γεγονὸς στὴν πράξη καὶ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, πρόσφατη καὶ παλαιότερη.

Ἀξίζει νὰ σημειωθεῖ ὅτι ἡ ἐπίκληση τῆς πράξεως τῆς Ἐκκλησίας δὲν γίνεται γιὰ τὴν παγίωση μιᾶς παραδόσεως ὡς τυποποιημένης διαδικασίας, πράγμα ποὺ θὰ ἀποτελοῦσε ἕνα εἶδος ἐπαναλαμβανόμενου στερεότυπου, ἀλλὰ χρησιμοποιεῖται ὡς ἑρμηνευτικὸ πρότυπο τῆς λειτουργίας τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος. Ἔτσι, ἐνῶ τὸ μεῖζον θέμα εἶναι ἡ κανονικότητα ἢ μὴ τῆς «εἰς ἀθρόον» χειροτονίας, ὁ ἅγ. Φώτιος προβαίνει σὲ μία εὐρύτερη ἀνάλυση γιὰ τὴ λειτουργία τῶν κανόνων, ὡς ὁρισμῶν τῆς ζωῆς τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος, ἡ ὁποία ὅμως ἐκ τῶν πραγμάτων δὲν καλύπτεται πλήρως ἀπὸ ὁρισμούς. Πρὸς τοῦτο ἐπικαλεῖται τὸ παράδειγμα τοῦ «ἐμπερίτομου»[14] Ἀβραὰμ καὶ τοῦ «ἀπερίτμητου»[15] Μελχισεδέκ, ἐπισημαίνοντας ὅτι ἀμφότεροι «τὴν εἰς τὸν κοινὸν Δεσπότην εὐγνωμοσύνην τὲ καὶ λατρείαν παραπλησίως ἀλλήλοις διέσωζον, ἐξ ὧν οὐδετέρω παρὰ θατέρου μῶμος προσήπτετο»[16]. Ὁ ἅγ. Φώτιος δικαιολογεῖ τὴ διαφορὰ ὑπὸ τὸ ζεῦγος τῆς παραβάσεως-παραλήψεως, τοῦ ἐπιζημίου καὶ τοῦ ἀκατακρίτου, ἐὰν δὲν πρόκειται γιὰ ἀπόφαση Οἰκουμενικῆς Συνόδου: «Καὶ τὰ μὲν οἰκουμενικαῖς καὶ κοιναῖς τυπωθέντα ψήφοις, πᾶσι προσήκει φυλάττεσθαι. Ἅ δέ τις τῶν Πατέρων ἰδίως ἐξέθετο, ἢ τοπικὴ διωρίσατο σύνοδος, τῶν μὲν φυλαττόντων τὴν γνώμην οὐ παρίστησι δεισιδαίμονα, οὐ μὴν τοῖς γε μὴ παραδεξαμένοις τὸ παρορᾶν ἐπικίνδυνον. Οὕτω ξυρᾶσθαι μὲν ἄλλοις πάτριον, ἑτέροις δὲ καὶ συνοδικοῖς ὅροις ἀπόβλητον»[17].

Ἐπειδὴ ἡ δεύτερη ἐπιστολὴ πρὸς τὸ Νικόλαο Ρώμης χρονολογεῖται στὴν ἀρχὴ τῆς σύγκρουσης μεταξὺ τῶν δύο θρόνων, νομίζω ὅτι οἱ παραπάνω δηλώσεις τοῦ ἁγ. Φωτίου ἔχουν μεγάλη σημασία, γιατὶ ἀποδεικνύουν τὴν ἐκκλησιαστικὴ στρατηγικὴ τοῦ ἁγ. Φωτίου ὡς πρὸς τὰ μείζονα καὶ τὰ ἐλάσσονα θέματα, ὡς πρὸς τί θεωρεῖ ὡς κοινὴ πίστη τῆς Ἐκκλησίας καὶ τί ἐκφράσεις ζωῆς καὶ ἐπιμέρους καρποφορία τῶν τοπικῶν ἐκκλησιῶν. Ἔτσι δικαιολογεῖται ἡ ἐπιμονή του στὸν τονισμὸ τῆς ἀπαρέγκλητης τηρήσεως τῶν ὅρων τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, θέτοντας οὐσιαστικῶς διακριτικὰ τὸ κύριο ἐπιχείρημα κατὰ τῆς καινοτομίας τῶν λατίνων ὡς πρὸς τὸ Σύμβολο τῆς πίστεως, πράγμα ποὺ θὰ ἀποτελέσει κεντρικὸ θέμα κατὰ τὴν πρώτη πατριαρχεία τοῦ ἁγ. Φωτίου καὶ τὴ σύνοδο τοῦ 867.

Ἔτσι, ἀφοῦ ἀπαριθμήσει τὴ διαφορετικὴ πράξη τῶν τοπικῶν ἐκκλησιῶν ὡς πρὸς τὴ νηστεία τοῦ Σαββάτου, τὴν ἀγαμία τῶν πρεσβυτέρων, τὴν ἀνάρρηση στὸν ἐπισκοπικὸ βαθμὸ ἀπὸ τοῦ πρεσβυτέρου ἢ τοῦ διακόνου, τὴν κρεοφαγία τῶν μοναχῶν ἢ τὸν τρόπο εἰσόδου μοναχοῦ στὴν τάξη τῶν κληρικῶν, μὲ ἀναφορὰ ἀκόμη καὶ στὶς «τὰς τῶν λειτουργικῶν ἑτερότητας τὰς ἐν ταῖς εὐχαῖς, τὰς ἐν ταῖς ἐπικλήσεσι, τὰς ἐν τάξει καὶ ἀκολουθίᾳ»[18], ποὺ ἀφοροῦν ἀκόμα καὶ στὴ θεία λειτουργία, τὴν ἐμφάνιση τῶν κληρικῶν, ποὺ γιὰ τὸν ἅγ. Φώτιο «ὁ μὲν γὰρ τρόπος τὸν ἄνδρα καὶ πρὸ τῆς ἱερωσύνης δείκνυσιν ἄξιον»[19] καὶ «τῶν τρόπων μᾶλλον τῶν τῆς ἱερωσύνης ἀξίων»[20], ἐκθέτει ὁ ἅγ. Φώτιος ἐν συνεχεία τὴ θέση του γιὰ τὴν «εἰς ἀθρόον»[21] χειροτονία του, κάνοντας ἀναδρομὴ σὲ ἀντίστοιχα παραδείγματα ἀπὸ τὴν ἑνιαία ἐκκλησιαστικὴ παράδοση, ὅπως τῶν ἁγίων Ἀμβροσίου Μεδιολάνων, Νεκταρίου Κωνσταντινουπόλεως, Γρηγορίου τοῦ Θαυματουργοῦ, Θαλασσίου Καισαρείας ἀλλὰ καὶ τῶν προκατόχων του Νικηφόρου καὶ Ταρασίου Κωνσταντινουπόλεως[22], τοῦ τελευταίου ὄντος καὶ πατροθείου του. Μάλιστα ἰσχυρίζεται ὅτι, ὅποιος μέμφεται αὐτοὺς τοὺς ἁγίους, εἶναι πατροκτόνος: «πατραλοίας ὑπέχειν γραφήν»[23], ἂν καὶ δίδει τὴν πληροφορία ὅτι ὑπῆρξε συνοδικὴ ἀπόφαση κατὰ τὴν ἐκλογή του νὰ μὴν ξαναχρησιμοποιηθοῦν αὐτὰ τὰ παραδείγματα ὡς πατερικὴ μαρτυρία γιὰ κάποια χειροτονία «εἰς ἀθρόον» στὸ μέλλον, πρὸς ἄρση παρομοίων συζητήσεων καὶ φιλονεικιῶν: «μηκέτι τοῦ λοιποῦ πρὸς τὸ τῆς ἐπισκοπῆς ὕψος ἀθρόως ἀνάγεσθαι τοὺς ἐκ λαϊκῶν, ἢ μοναχῶν ψηφιζομένους, εἰ μὴ διὰ τῶν ἐφεξῆς ἱερατικῶν βαθμῶν διοδεύσωσιν»[24].

Ἀπὸ τὸ ὑπόλοιπο τῆς Ἐπιστολῆς, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ συνοδικὴ ἔκφραση καὶ ἀπόφαση[25], θὰ πρέπει νὰ τονισθοῦν ἐπίσης τρία ἀκόμη στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα συνυφαίνονται μὲ τὸν ὑπὸ ἐξέταση θεματικὸ ἄξονα:

α) Τὸ θέμα τῶν καινοτομιῶν στὴν Ἐκκλησία, ποὺ ὁ ἅγ. Φώτιος τὶς ἀποδίδει στὸν τρόπο αὐτῶν ποὺ δροῦν ἀνελαίως καὶ ἔχουν ἀρρωστημένα μυαλά, μὲ ἀποτέλεσμα «ταῖς καινοτομίαις τε καὶ ταῖς νεωτεροποιίαις προσκεχηνέναι μᾶλλον, ἢ τοῖς καθεστηκόσι καὶ καλῶς κειμένοις προσεπερείδεσθαι»[26],

β) Τὸ θέμα τῆς συμμεταβολῆς τῶν ἐκκλησιαστικῶν δικαιοδοσιῶν σύμφωνα μὲ τὶς πολιτικὲς ἐπικράτειες καὶ διοικήσεις[27], πράγμα ποὺ σημαίνει ὅτι ὁ ἅγ. Φώτιος ὑπενθυμίζει στὸν πάπα τὰ ὅρια τῆς νέας πολιτικῆς καὶ ἐκκλησιαστικῆς κατάστασης, καὶ γ) Τὸ θέμα τῆς ἐνημερώσεως τοῦ πάπα, ἢ τῆς ἐπικοινωνίας, μόνο μὲ κληρικοὺς ποὺ θὰ ἔχουν «συστατικὰ» γράμματα, γιὰ νὰ μὴ μποροῦν νὰ δράσουν ἄνθρωποι συκοφάντες καὶ δόλιοι[28].

Στὸ ἴδιο ἱστορικὸ πλαίσιο μὲ τὶς δύο Ἐπιστολὲς πρὸς Νικόλαο ἀνήκουν δύο ἀκόμη κείμενα, ἡ Ἐγκύκλιος Ἐπιστολὴ πρὸς τοὺς τῆς ἀνατολῆς ἀρχιερατικοὺς θρόνους[29] του 867 καὶ ἡ ΙΗ´ Ὁμιλία, λεχθεῖσα ἐν τῷ ἄμβωνι τῆς Ἁγίας Σοφίας, ἡνίκα τοῖς ὀρθοδόξοις καὶ μεγάλοις ἡμῶν βασιλεῦσι Μιχαὴλ καὶ Βασιλείῳ ὁ κατὰ πάσης αἱρέσεως ἐστηλογραφήθη θρίαμβος[30], ἐπίσης τοῦ ἔτους 867 ἐπὶ τῆ λήξει τῆς συνόδου τοῦ αὐτοῦ ἔτους, ἡ ὁποία: α) κατεδίκασε τὴ δράση τῶν καθολικῶν ἱεραποστόλων στὴ Βουλγαρία[31], β) ἐξήτασε τὶς κατηγορίες τῶν ἐπισκόπων τῆς Ἰταλίας κατὰ τοῦ πάπα Νικολάου καὶ γ) ἀναγνώρισε τὴν εἰκονόφιλη σύνοδο τοῦ 787 ὡς ἕβδομη Οἰκουμενική.

Κατὰ τὴ συνήθεια τῶν Προσφωνητικῶν λόγων πρὸς βασιλεῖς ὁ ἅγ. Φώτιος δηλώνει ὅτι οἱ ἀποφάσεις τῆς Συνόδου συνιστοῦν «τὸν θρίαμβον τὸν κατὰ τῶν αἱρέσεων»[32], γιατὶ μὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου δὲν ὑπῆρχε κάποια νέα θεολογικὴ παραγωγή, «οὐκ ἔχων (ὁ χρόνος) ὠδίνα»[33], ἐνῶ μὲ τὰ ἔργα, δηλ. τὴ στήριξη ἑνὸς ἀθλητῆ, δηλ. τοῦ Μιχαήλ, ὁ χρόνος «καὶ νεαζούσαις ὠδῖσιν ἐγκαλλωπίζεται»[34], μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ὑπάρξει «ἀνανέωσις»[35], καὶ οὐσιαστικὰ ἐνίσχυση τῶν παλαιῶν διατυπώσεων. Ἀξίζει νὰ σημειωθεῖ ὅτι ἡ χρήση τοῦ ὅρου «ἀνανέωσις» ὡς συνώνυμης μὲ μία σειρὰ τύπων ἀπὸ τὰ ρήματα «νεάζω» καὶ «νεανιεύομαι», χρησιμοποιεῖται ἀπὸ τὸν ἅγ. Φώτιο μὲ τὴν ἔννοια τῆς δημιουργικῆς συμβολῆς, τῆς πνευματικῆς καρποφορίας, τῆς νέας γέννας, μὲ συνεπαγόμενο τὸν πόνο τοῦ τοκετοῦ, τὴν ὠδίνα τῆς δημιουργίας. Ἀπὸ τὴν ἄλλη ὅροι, ὅπως «νεωτεροποιός»[36], «καινοτομία»[37], «καινολογῶ»[38], «καινουργῶ»[39] ταυτίζονται μὲ τὴν αἵρεση καὶ τὶς ἐνέργειες τῶν αἱρετικῶν.

Τὸ ἐνδιαφέρον στοιχεῖο ποὺ προκύπτει ἀπὸ μία πρώτη σύγκριση μεταξὺ τῆς ἀναφερόμενης ὡς «Ἀπολογητικῆς» ἐπιστολῆς πρὸς τὸν πάπα Νικόλαο καὶ τῆς «Ἐγκυκλίου ἐπιστολῆς», καὶ ποὺ μᾶς ξαφνιάζει, εἶναι ἡ διαφορετικὴ ἐκτίμηση ὡς πρὸς τὶς ὑπάρχουσες διαφορὲς μεταξὺ ἀνατολῆς καὶ δύσης ἐν σχέσει πρὸς τὴ νηστεία τοῦ Σαββάτου, τὴ γαλακτοποσία, τὸν ἔνθεσμο γάμο τῶν πρεσβυτέρων, καὶ κοντὰ σ᾽ αὐτὰ τὴν τέλεση τοῦ μυρισμοῦ καὶ τοῦ χρίσματος ἀπὸ τοὺς πρεσβυτέρους, μὲ ἀποκορύφωμα τὴν ἀναφορὰ στὴν καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ ἐκπόρευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος: Ὅ,τι δηλ. στὴν πρώτη περίπτωση θεωρεῖ ὁ ἅγ. Φώτιος ὡς ἔθος[40], ποὺ δὲν παραβλάπτει τὴν ἑνότητα τῆς πίστεως, στὴ δεύτερη περίπτωση, μὲ μία συστηματικῶς κορυφούμενη ἔκθεση, κατακρίνεται, καθὼς συνδέει τὸ ἔθος μὲ τὴν ἀκύρωση τῆς λειτουργικῆς πράξης καὶ τῆς πλημελοῦς ἐκφωνήσεως τοῦ Συμβόλου τῆς πίστεως[41] (τὸ ὁποῖο, σημειωτέον, εἶχε ἤδη ἐνσωματωθεῖ στὴ θ. Λειτουργία) καὶ ἐντέλει μὲ τὴν κατάλυση τῆς πατροπαράδοτης πίστης τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων[42].

Δ. Τὸ ἐρώτημα ἐντέλει ποὺ τίθεται εἶναι: σὲ ποιά ἀπὸ τὶς δύο περιπτώσεις ἐκφράζεται ἡ παράδοση τῶν Πατέρων; Ἡ ἀνεκτικὴ προσέγγιση τῆς διαφορότητας μπορεῖ νὰ εἶναι ἕνας λόγος ἀνανεώσεως; ἢ ὑπὸ ποῖες συνθῆκες μπορεῖ νὰ κρατηθεῖ ἡ ἰσορροπία ἀνάμεσα σὲ μία ἑρμηνευτικὴ προσέγγιση τῶν ρημάτων τῶν Πατέρων καὶ τῶν Συνόδων καὶ ἑνὸς λόγου ποὺ θὰ συμβάλει στὴν ἑρμηνεία κατ᾽ ἀρχὰς τῆς ἴδιας τῆς διαφορότητας καὶ θὰ ἀναλύσει τὶς συνθῆκες ὑπὸ τὶς ὁποῖες ἡ χριστιανοσύνη βιώνει τὴ διάσπαση ἔσωθεν καὶ ἔξωθεν. Μήπως ἡ διαφορετικὴ προσέγγιση ἀπὸ τὸν ἅγ. Φώτιο τῶν προαναφερθέντων θεμάτων τῶν δύο κειμένων μπορεῖ νὰ εἶναι ἕνας λόγος παράδοσης ἀλλὰ καὶ ἀνανέωσης τῆς μεθοδολογίας ὡς πρὸς τὴ χρήση μιᾶς μακραίωνης παράδοσης, ποὺ εἶναι ἐν τοῖς πράγμασι μαρτυρία ζωῆς;

 

ABSTRACT

With this Lecture on the feast of Saint Photios at the Centre Inter-Orthodox of Church of Greece in Athens (6–2–2013), the effort is to be explored the theological terminology of St. Photios at the beginning of his Patriarchate and subsequently in the management of import the theological innovations, notably the filioque, in the Bulgarian Church by the Western missionaries about 863 (A.D.).



 [1].  Πιό σαφής είναι ἡ χρήση τοῦ ὅρου συντήρηση καὶ συντηρητικός, ποὺ κατὰ γενικὴ παραδοχὴ ἀφορᾶ σὲ θρησκευτικὲς συμπεριφορὲς καὶ ὁμάδες, ποὺ δροῦν μὲ σχετικὴ αὐτονόμηση ἐν σχέσει προς τὶς ἐπίσημες ἀποφάσεις μιᾶς ἐκκλησιαστικῆς κοινότητας καὶ ὄχι μόνο.

    [2]. Tὸ ὅλο θέμα σχετίζεται βέβαια μὲ τὸν κη΄ κανόνα τῆς Δ΄ Oἰκουμενικῆς Συνόδου, τὸ πρωτεῖο τιμῆς τοῦ πάπα Pώμης, τὴ θέση τοῦ Πατριάρχη Kωνσταντινουπόλεως καὶ τὴν ἑρμηνεία τοῦ χωρίου Mατθ. 16, 18. Πρβλ. E. DVORNIK, The Photian Schism, History and Legend, Cambridge 1948, σσ. 125, σημ. 4, E. HERMANN, “Chalkedon und die Ausgestaltung des Konstantinopolitanischen Primats”, ἐν Das Konzil von Chalkedon, ἐκδ. A. GRILLMEIER - H. BACHT, Würzburg 1973, τόμ. 2, σσ. 459 - 490. Πρβλ. G. OSTROGORSKY, History of the Byzantine State, μετφρ. J. HUSSEY, Rutgers University Press 1957, σσ. 200 ξ., καὶ S. Runciman, Η ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΘΕΟΚΡΑΤΙΑ, (The Byzantine Theocracy, Cambridge University Press 1977) μετφρ. 'Ιωσήφ Ροηλίδης, Δόμος: Ἀθήνα 22005, σ. 13 ἑξ.

[3]. Βλ. Photii Patriarchae Constantinopolitani, Epistulae et Amphilochia, ἐκδ. B. LAOURDAS - L. G. WESTERINK, Leipzig 1983, τόμ. 1, Ἐπιστολὴ 115, Βαάνῃ πραιποσίτῳ καὶ πατρικίῳ, σ. 153, 1-16.

[4]. Γιὰ τὸν ἅγ. Φώτιο ἡ τήρηση τῆς παραδόσεως, «ἡ τῶν ἐνεστηκότων συμφώνησις», δὲν εἶναι ἁπλὴ λεκτικὴ ἀναφορά, ἀλλὰ τρόπος καὶ ἦθος, σεβασμὸς    στὰ παραδοθέντα καὶ ἔμπρακτος συμφωνία μὲ τὴ ζωὴ καὶ τὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας, Photii Patriarchae Constantinopolitani, Epistulae et Amphilochia, τόμ. Ι, μν. ἔργ., Ἐπιστ. 2, σ. 48, 230. Πρβλ. Ἁγ. Φωτίου, Λόγος περὶ τῆς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος Μυσταγωγίας ε´, PG 102, 284AB- 285A.

[5]. Ἔνθ. ἀν., σ. 43, 101 - 107. Πρβλ. γιὰ τὴν ἀναθεώρηση του Βυζαντινοῦ Νομοκάνονα, ὅπως ἐπίσης καὶ τοὺς πρώτους τίτλους τῆς Ἐπαναγωγῆς. Βλ. Β. Ι. ΦΕΙΔΑ, Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία Β´, Ἀπὸ τὴν Εἰκονομαχία μέχρι τὴ Μεταρρύθμιση, Ἀθήνα 1994, σ. 100.

[6]. Καθ᾽ ὅλο τὸ βίο του ἐπέμεινε στὴν ἐπιστροφὴ στὴν «παραδοθεῖσαν πίστιν» (ἔνθ. ἀν., σ. 50, 291), στὸ σεβασμὸ τῶν ἱερῶν κανόνων τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, τῶν Oἰκουμενικῶν καὶ τοπικῶν συνόδων ἀλλὰ καὶ στὰ ἐκκλησιαστικὰ ἤθη. Ἡ βαθει γνώση καὶ ὁ σεβασμὸς πρὸς τὴν κοινὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας τὸν προφυλάσσει, ἐξάλλου, ἀπὸ τὸν κίνδυνο τῆς προσωπικῆς ἀντιπαραθέσεως ἢ προβολῆς.

[7]. Ἀριθμεῖται ὡς πρώτη στὴν ἔκδοση τῆς PG 102, 585A– 593D.

[8]. PG 102, 588D: «Ἓν δὴ τοῦτο καὶ μελετήσασι, καὶ λέγειν ἐξασκήσασιν, τὸ δεῖν ἐμὲ πάντως καὶ μὴ βουλόμενον τὸ φορτίον τῆς ἐπιστασίας αὐτῶν ἀναδέδασθαι».

[9]. PG 102, 593Β.

[10]. PG 102, 593C.

[11]. PG 102, 593D- 617D.

[12]. PG 102, 596C.

[13]. PG 102, 601C.

[14]. PG 102, 604B.

[15]. PG 102, 604B.

[16]. PG 102, 604C.

[17]. PG 102, 604D.

[18]. PG 102, 608Β.

[19]. PG 102, 608C.

[20]. PG 102, 609A.

[21]. PG 102, 608B: «Ἐκ μέντοι λαϊκῶν ἱερὰν πολιτείαν ἐπανῃρημένον εἰς ἀρχιερέα προάγεσθαι, ἀκόλουθον ἄγαν, καὶ Πατράσι θείοις οὐ λόγοις καθωμιλημένον, ἀλλ᾽ ἔργοις αὐτοῖς διαπεπραγμένον, ἐπὶ μεγάλῳ κέρδει τῆς νύμφης Χριστοῦ Ἐκκλησίας κατὰ διαφόρους καιροὺς ἐπιδέδεικται».

[22]. PG 102, 609ΑΒ.

[23]. PG 102, 609Α.

[24]. PG 102, 609C.

[25]. PG 102, 613B.

[26]. PG 102, 612D.

[27]. PG 102, 613C.

[28]. PG 102, 617A.

[29]. Photii Patriarchae Constantinopolitani, Epistulae et Amphilochia, τόμ. Ι, μν. ἔργ., Ἐπιστ. 2, σσ. 40-53.

     [30].  Β. ΛAOYPΔA, Φωτίου Ὁμιλίαι (ἔκδοσις κειμένουεἰσαγωγὴ καὶ σχόλια), ἐν Ἑλληνικὰ 12, Θεσσαλονίκη 1959, σσ. 173-180. Πρβλ. F. DVORNIK, The Photian Schism, History and Legend, μν. ἔργ., σσ. 123 – 158.

[31]. Βλ. γιὰ τὸ θέμα ΙΩ. ΧΡ. ΤΑΡΝΑΝΙΔΗ, Ἡ διαμόρφωσις τοῦ Αὐτοκεφάλου τῆς Βουλγαρικῆς Ἐκκλησίας (864-1235), Ἑταιρεία Μακεδονικῶν Σπουδῶν, Ἐπιστημονικαὶ Πραγματεῖαι 13, Θεσσαλονίκη 1976, σσ. 58-60.

[32]. Β. ΛAOYPΔA, Φωτίου Ὁμιλίαι, μν. ἔργ., σ. 175, 12-14.

[33]. Ἔνθ. ἀν., σ. 173, 1.

[34]. Ἔνθ. ἀν., σ. 173, 8.

[35]. Ἔνθ. ἀν., σ. 173, 14.

[36]. Photii Patriarchae Constantinopolitani, Epistulae et Amphilochia, τόμ. Ι, μν. ἔργ., Ἐπιστ. 1, σ. 5, 92.

[37]. PG 102, 612D.

[38]. Photii Patriarchae Constantinopolitani, Epistulae et Amphilochia, τόμ. Ι, μν. ἔργ., Ἐπιστ. 2, σ. 43, 107.

[39]. Ἔνθ. ἀν., σ. 45, 141.

[40]. PG 102, 605D.

[41]. Photii Patriarchae Constantinopolitani, Epistulae et Amphilochia, τόμ. Ι, μν. ἔργ., Ἐπιστ. 2, σ. 46, 185.

[42]. Στὴν ἐν Tρούλω σύνοδο τοῦ 692, ὁποία ἀποτελεῖ συνέχεια τῶν E΄ καὶ ΣT΄ Oἰκουμενικῶν Συνόδων μὲ ἔκδοση 102 κανόνων, εἶχαν κατακριθεῖ ἔθιμα τῆς ἐκκλησίας τῆς Pώμης, καὶ γι᾽ αὐτὸ πάπας Σέργιος A΄ ἀρνήθηκε νὰ ἀναγνωρίσει τὴ σύνοδο αὐτή. Bλ. MANSI 11, 936 - 988. Πρβλ. IΩ. KAPMIPH, T δογματικὰ καὶ συμβολικὰ μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Kαθολικῆς Ἐκκλησίας, ἐν Ἀθήναις 21960, τόμ. 1, σσ. 225 - 235. F. DVORNIK, “The Schism between East and West”, ἐν Eastern Churches Review 1: 1 (1966), σ. 7, S. RUNCIMAN, The Easter Schism. A Study of the Papacy and the Eastern Churches during the XIth and XIIth Centuries, Oxford (ἀνατύπωση)1956, σσ. 24 - 25, καὶ G. EVERY, The Byzantine Patriarchate, London 1962, σ. 118 ἑξ. Tὶς παρεκκλίσεις τῶν δυτικῶν ἱεραποστόλων ἐλέγχει ἐπίσης ὁ ἅγ. Φώτιος στὴν ἐπιστολή του τοῦ ἔτους 865 πρὸς τὸ Mιχαήλ, ἄρχοντα Bουλγαρίας, Photii Patriarchae Constantinopolitani, Epistulae et Amphilochia, μν. ἔργ., τόμ. 1, Ἐπιστ. 1, σσ. 1 - 39.