HELLENOPHONIA

Δευτέρα 11 Μαΐου 2026

 

Κυριακὴ ΣΤ´ ἀπὸ τοῦ Πάσχα, θεραπεία τοῦ ἐκ γενετῆς τυφλοῦ, 17 Μαΐου 2026, (2 /6/ 2019), (Αριθμ. 16Ν1)

 

Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ.

 

Α. 1. Τα Αναγνώσματα της Κυριακής του Τυφλού βρίσκονται και πάλι στην ίδια γραμμή θεοσημιών και μαρτυρίας του μυστηρίου της Θείας Οικονομίας, όπως εκφαίνεται από τον Ενανθρωπήσαντα Λόγο, κατά το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα, και διαπιστώνεται με την παρουσία του Αγίου Πνεύματος στην Αποστολική Κοινότητα, με το Αποστολικό Ανάγνωσμα, καθότι τα δύο Αναγνώσματα αποτελούν μία ενότητα.

2. Η θεραπεία του τυφλού με τη δημιουργία οφθαλμών, φτιάχνοντας ο Χριστός πηλό και επιθέτοντάς τον στον τυφλό με ζωοποίηση, είναι μία πράξη αναδημιουργίας, που δείχνει ότι ο Χριστός είναι ο Δημιουργός και όχι ένας απλός Προφήτης, είναι ο αναμενόμενος εν σαρκί Υιός του Θεού, «δι᾽ οὗ» εποιήθη σύμπας ο κόσμος, και «δι᾽ οὗ» επορεύθησαν ο Ισραήλ και οι Προφήτες. Η φανέρωση του Χριστού, ως του Ενανθρωπήσαντος Λόγου, εγγυάται την κατ᾽ άμφω αναδημιουργία του ανθρώπου με τις συγκεκριμένες θεοσημίες. Αυτό λέγει ο Χριστός απαντώντας στους μαθητές, ότι, δηλαδή, ο τυφλός της σημερινής Ευαγγελικής περικοπής δεν ήταν αμαρτωλός, γιατί έφταιξε ο ίδιος, ή οι γονείς του, «ἀλλ᾽ ἵνα φανερωθῇ τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ ἐν αὐτῷ» (Ἰω. θ´, 3), για να γίνει η Αποκάλυψη, δηλαδή, ότι ο Χριστός είναι ο αυτός Θεός, που φανερώθηκε στο Μωϋσή και τους Προφήτες του παλαιού Ισραήλ, τους οποίους υποκριτικώς υποστηρίζουν ότι ακολουθούσαν οι Φαρισαίοι του Ευαγγελικού Αναγνώσματος. Εξάλλου, και όλη η συζήτηση που κάνει ο εκ γενετής τυφλός, τόσο με τους γείτονες όσο και με τους Φαρισαίους, σε ένα πράγμα συντείνει, στο να αποδειχθεί ότι ο θεραπευθείς δέχθηκε τη δημιουργική ενέργεια του Χριστού ως του αυτού Θεού του Ισραήλ, του αναμενομένου Υιού και Λόγου του Θεού Πατρός. Στη συνέχεια, στην καταληκτήρια συζήτηση με το Χριστό ο θεραπευθείς ερωτάται από το Χριστό, εάν πιστεύει στον Υιό του Θεού, αποκαλύπτοντας ότι είναι ο ομιλών. Ο διάλογος είναι συγκλονιστικός, αφού ο θεραπευθείς ήδη ήταν έτοιμος, εκ της θεοσημίας που δέχθηκε, να ομολογήσει το Χριστό ως Θεό, αφού εμμέσως το είχε κάνει και προς τους γείτονες και προς τους Φαρισαίους: «Σὺ πιστεύεις εἰς τὸν υἱὸν τοῦ Θεοῦ; ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ εἶπε· Καὶ τίς ἐστι, Κύριε, ἵνα πιστεύσω εἰς αὐτόν; εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· Καὶ ἑώρακας αὐτὸν καὶ ὁ λαλῶν μετὰ σοῦ ἐκεῖνος ἐστίν. ὁ δὲ ἔφη· Πιστεύω, Κύριε· καὶ προσεκύνησεν αὐτῷ» (Ἰω. θ´, 35-38).

3. Ο θεραπευθείς, χωρίς να γνωρίζει τις Γραφές και να τις τηρεί τυπικά (τυφλός ήταν, τί να διαβάσει, τί να ακούσει και τί να καταλάβει), όπως οι Φαρισαίοι, δέχεται αμέσως το Χριστό ως Θεό και τον προσκυνά, οι γείτονες το συζητούν, ενώ οι Φαρισαίοι επικαλούνται το Μωϋσή, για να αρνηθούν τη θεοσημία και το Χριστό ως Θεό. Και όχι μόνο αμφισβητούν τη θεοσημία, αλλά επικαλούνται τη διάταξη περί τηρήσεως της αργίας του Σαββάτου, για να κινηθούν εναντίον του Χριστού, ελπίζοντας, μάλιστα, και στη μαρτυρία του θεραπευθέντος, τον οποίο και εκβάλλουν, μάλλον από τη Συναγωγή, γιατί σίγουρα εκεί του είχαν κάνει την ανάκριση: «ἀπεκρίθησαν καὶ εἶπον αὐτῷ· Ἐν ἁμαρτίαις σὺ ἐγεννήθης ὅλος, καὶ σὺ διδάσκεις ἡμᾶς; καὶ ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω», Ἰω. θ´, 34. Η αιτία ήταν ότι το θαύμα του τυφλού είχε γίνει αιτία να πιστεύσουν πολλοί Ιουδαίοι στο Χριστό, κι, έτσι, οι Φαρισαίοι χάνανε την πελατεία! Είναι σαφής η Ευαγγελική περικοπή: «ἤδη γὰρ συνετέθειντο οἱ Ἰουδαῖοι ἵνα, ἐάν τις ὁμολογήσῃ Χριστόν, ἀποσυνάγωγος γένηται», (Ἰω, θ´, 22), να χάσει, δηλ. ο ομολογών όλα τα δικαιώματα που είχε ένας Ιουδαίος. Αυτό δεν ήταν ένα απλό πράγμα, γιατί οι Ιουδαίοι και υπό Ρωμαϊκή κατοχή ήταν αναγνωρισμένοι ως ιδιαίτερη πολιτική και θρησκευτική οντότητα, τύγχαναν, δηλαδή, ιδιαίτερης προστασίας, εάν ήταν και Ρωμαίοι πολίτες, όπως π.χ. ο Απόστολος Παύλος, ήταν σχεδόν άτρωτοι από τα επιμέρους όργανα του Ρωμαϊκού συστήματος.

 

Β. 1. Επανερχόμενη επί του θέματος της θεοσημίας επί του τυφλού θέλω να επισημάνω δύο σημεία:

α) ότι ο Χριστός επιμένει στη σύνδεσή της με τις απαρχές της ανθρωπότητας, γι᾽ αυτό λέγει στον τυφλό να πάει να νιφτεί στην κολυμβήθρα τοῦ Σιλωάμ. Η κολυμβήθρα αυτή, «ὃ ἑρμηνεύεται ἀπεσταλμένος» (Ἰω. θ´, 7) είναι πάλι ένας από τους ιερούς τόπους του Ισραήλ, γιατί αποτελεί κατάληξη του δικτύου που κατασκεύασε ο ευσεβής βασιλεύς Άγιος Εζεκίας, για να μεταφέρει στα Ιεροσόλυμα, ειδικότερα στην πόλη που θα κάνει μετά ο Προφήτης Δαυίδ, τα νερά από την πηγή Γιών, που σχετιζόταν με μία από τις «ἀρχές» της Εδέμ, όπως καταγράφεται «παραστατικώς» και συμβολικώς (δηλαδή, κατά την προσληπτική παραστατική ικανότητα των ακροατών του) από το συγγραφέα της Γενέσεως, κεφ. β, 10-14: «10 ποταμὸς δὲ ἐκπορεύεται ἐξ  Ἐδὲμ ποτίζειν τὸν παράδεισον· ἐκεῖθεν ἀφορίζεται εἰς τέσσαρας ἀρχάς. ὄνομα τῷ ἑνὶ Φισῶν· οὗτος ὁ κυκλῶν πᾶσαν τὴν γῆν Εὐιλάτ, ἐκεῖ οὗ ἐστι τὸ χρυσίον· τὸ δὲ χρυσίον τῆς γῆς ἐκείνης καλόν· καὶ ἐκεῖ ἐστιν ὁ ἄνθραξ καὶ ὁ λίθος ὁ πράσινος. καὶ ὄνομα τῷ ποταμῷ τῷ δευτέρῳ Γεῶν· οὗτος ὁ κυκλῶν πᾶσαν τὴν γῆν Αἰθιοπίας. καὶ ὁ ποταμὸς ὁ τρίτος Τίγρις· οὗτος ὁ προπορευόμενος κατέναντι ᾿Ασσυρίων. ὁ δὲ ποταμὸς ὁ τέταρτος Εὐφράτης»,

και β) ότι όλη η υμνολογία της εορτής καταυγάζεται από το φως και την αγαθοτοπία του ζώντος Θεού του Μωϋσέως και των Προφητών, του ενός και του αυτού άσαρκου και ένσαρκου Λόγου, ο οποίος πρόσταξε και έγινε φως, κατά το Α´ κεφάλαιο του βιβλίου της Γενέσεως, φέροντας στην ύπαρξη έτσι όλα τα κτιστά όντα, αναδεικνύοντάς τα φωτόμορφα.

2. Έτσι, στο γ´ Στιχηρό Ἰδιόμελο κατά το Μεγάλο Εσπερινό της εορτής, ἦχος β´, γίνεται λόγος για το γεγονός της οράσεως του εκ γενετής τυφλού, ο οποίος μετά τη νίψη στην πηγή του Σιλωάμ παρουσιάζεται από τον υμνωδό να λέγει: «... Αὐτός ἐστιν ἀληθῶς, ὃν ἔφη Μωσῆς ἐν τῷ νόμῳ, Χριστὸν Μεσσίαν, αὐτός ἐστιν ὁ Σωτὴρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν», αυτόν, δηλαδή, που είχαν αρνηθεί οι Φαρισαίοι και οι Ιουδαίοι επικαλούμενοι υποκριτικώς το Μωϋσή και, μάλιστα, υποστηρίζοντες ότι ήσαν και μαθητές του Μωϋσή: «Σὺ εἶ μαθητὴς ἐκείνου· (δηλ. τοῦ Ἰησοῦ) ἡμεῖς δὲ τοῦ Μωϋσέως ἐσμὲν μαθηταί. ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι Μωϋσεῖ λελάληκεν ὁ Θεός· τοῦτον δὲ οὐκ οἴδαμεν πόθεν ἐστίν» (Ἰω. θ´, 28-29), ενώ στο Δοξαστικό της εορτής, ἦχος πλ. δ´, ο Χριστός ονομάζεται νοητός ήλιος της δικαιοσύνης, που χαρίζει το φως στον τυφλό, αλλά που φωτίζει «κατ᾽ ἄμφω» τα μάτια όλων μας, ώστε να είναι αισθητήρια όργανα, αλλά και να καταυγάζεται και η ψυχή ἔχοντας αυτή γεγυμνασμένα τα αισθητήρια εις θεογνωσία της εις ημάς θεόσδοτης φιλανθρωπίας: «Δικαιοσύνης ἥλιε νοητέ, Χριστὲ ὁ Θεός, ὁ τὸν ἐκ μήτρας τοῦ φωτὸς ἐστερημένον, διὰ τῆς σῆς ἀχράντου προσψαύσεως, φωτίσας κατ᾽ ἄμφω καὶ ἡμῶν τὰ ὄμματα, τῶν ψυχῶν αὐγάσας, υἱοὺς ἡμέρας δεῖξον, ἵνα πίστει βοῶμέν σοι. Πολλή σου καὶ ἄφατος, ἡ εἰς ἡμᾶς εὐσπλαγχνία, φιλάνθρωπε, δόξα σοι».

3. Ας υπογραμμισθεί μία φορά ακόμη, για να γίνει άκρως κατανοητό από όλους μας, ότι τα θαύματα του Χριστού και η πίστη μας δεν έχουν ένα χαρακτήρα ατομικό, αλλά είναι δυνάμει κοινή υπόθεση όλης της ανθρωπότητας. Έτσι ο υμνωδός στον τυφλό συμπεριλαμβάνει όλους μας. Πρόκειται για το κοινό αγαθό σύμπασας της ανθρωπότητος και του κόσμου, όπως το εξέφρασε, εξάλλου, ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός με τον Αναστάσιμο Κανόνα του, που τον ψάλλει η Εκκλησία μας σαράντα μέρες, το «Ἀναστάσεως ἡμέρα, λαμπρυνθῶμεν, λαοί, Πάσχα Κυρίου, Πάσχα...». Αυτή η φωτοχυσία της Αναστάσεως, της οράσεως του τυφλού, της αναδημιουργίας του ανθρώπου, είναι μία πορεία προς την Πεντηκοστή, μία φωτοδοτική και φωτιστική μυσταγωγία των πιστών προς τη θεοφάνεια τοῦ Αγίου Πνεύματος κατά την Πεντηκοστή, όπου οι Μαθητές καλούνται να κηρύξουν Χριστόν «Ἀναστάντα καὶ ἀνελθόντα εἰς οὐρανοὺς καὶ καθεζόμενον ἐν δεξιᾷ τοῦ Πατρὸς καὶ πάλιν ἐρχόμενον...», όπως λέμε στο Σύμβολο της Πίστεως. Όμως, πριν από αυτό είναι αναγκαίο να ομολογηθεί η εκούσια Ενανθρώπηση του Λόγου, ως βεβαίωση του ανακαινισμού μας εν Χριστώ. Ο τυφλός θεραπεύεται, για να δει και σωματικώς το Χριστό, ως αυτόπτης μάρτυρας, όπως λέγεται στο δ´ Τροπάριο του γ´ Κανόνα, ᾨδή α´, ἦχος α´, του Τυφλού: «Θαύματα παράδοξα, ἐπιτελῶν ὁ λυτρωτής, ἰάσατο καὶ Τυφλὸν ἐκ γενετῆς, πηλὸν ἐπιχρίσας, καὶ εἰπών· Πορεύθητι καὶ νίψαι ἐν τῷ Σιλωάμ, ὅπως γνώσῃ με Θεόν, ἐπὶ γῆς βαδίζοντα, σάρκα φορέσαντα, διὰ σπλάγχνα οἰκτιρμῶν». Εξάλλου, το ιδιαίτερο γεγονός τονίζεται εξαιρέτως με τις Καταβασίες των Ειρμών «Τῷ Σωτῆρι Θεῷ, τῷ ἐν θαλάσσῃ λαόν, ποσὶν ἀβρόχοις ὁδηγήσαντι, καὶ Φαραὼ πανστρατιᾷ καταποντίσαντι, αὐτῷ μόνῳ ᾄσωμεν· ὅτι δεδόξασται», αντί της στιχολογίας τῆς Ὠιδής της Θεοτόκου.

4. Είναι λειτουργικά βέβαιο ότι αυτή η περίοδος είναι προετοιμασία για την Πεντηκοστή, όπως καταγράφεται στην Ὠιδὴ δ´, ἦχος πλ. α´, του Μεσονυκτικού της εορτής με προσφυγή στην όραση του Προφήτη Δανιήλ: «Μυεῖται τῆς μιᾶς Κυριότητος, τὸ τριφαὲς ὁ Δανιήλ, Χριστὸν κριτὴν θεασάμενος, πρὸς τὸν Πατέρα ἰόντα, καὶ Πνεῦμα τὸ προφαῖνον τὴν ὅρασιν», όπως ομολογούμε και πάλι στο Σύμβολο της Πίστεως: «Το λαλῆσαν διὰ των Προφητῶν». Εξάλλου, οι Ωδές του Μεσονυκτικού είναι ένας διαρκής ύμνος της Τρισηλίου Θεότητος. Μολονότι οι Πατέρες απέρριψαν τη χρήση παραβολικών εικόνων και παραστάσεων, δηλωτικών της σχέσεως των προσώπων της Αγίας Τριάδος, ενώ υφίσταται στην υμνολογία της Εκκλησίας,  αρκούμενοι στις αγιογραφικές ρήσεις Πατήρ, Υιός και Άγιο Πνεύμα, ωστόσο η εικόνα του φωτός εξαιρείται και χρησιμοποιείται προς δήλωση και της κατά φύση ταυτότητος, του ομουσίου και της μιας και της αυτής ακτίστου φωτοδοτικής ενεργείας, αλλά και για τη δήλωση της ετερότητος των Προσώπων. Έτσι ο Θεός είναι φως, αλλά επίσης είναι φως ο Πατήρ, φως ο Υιός, φως το Άγιο Πνεύμα, αλλά όχι τρία φώτα. Ασφαλώς η ορολογία περί του φωτός παραπέμπει στην αρχή της δημιουργίας κατά την απόδειξη του πρώτου κεφαλαίου της Γενέσεως, όπου με τη δημιουργία του κτιστού φωτός αναδύεται η δημιουργία του κόσμου κατά την πρώτη ημέρα[1]. Εξάλλου, και τα λογικά κτιστά όντα, άγγελοι και άνθρωποι έρχονται στην ύπαρξη, φωτίζονται, είναι ενεργούμενα από τη φωτοδοτική ενέργεια του Θεού, και κατ᾽ επέκταση και η αναδημιουργία του ανθρώπου διά του βαπτίσματος είναι φώτισμα, επάνοδος στην ύπαρξη[2].

5. Αν και δεν πρέπει να βαρύνω το λόγο με παραπάνω παραθέσεις και ερμηνευτικά σχόλια, όμως, είναι απαραίτητο να παραθέσω τα τρία Αντίφωνα του Όρθρου της εορτής, για να γίνει σαφέστερο ότι πορευόμαστε προς την Πεντηκοστή, και αυτό το γεγονός υπηρετεί και η όραση, ο φωτισμός του τυφλού εκ γενετής, ως προχειριστικό γεγονός της θεογνωσίας όλης της ανθρωπότητος. Ακούμε, λοιπόν, στους Ἀναβαθμούς, Ἀντίφωνο Α´, ἦχος πλ. α´: «Ἁγίῳ Πνεύματι, περικρατεῖται πάντα τὰ ὁρατά τε σὺν τοῖς ἀοράτοις· αὐτοκρατὲς γὰρ ὄν, τῆς Τριάδος ἕν ἐστιν ἀψεύστως», Ἀντίφωνο Β´: «Ἁγίῳ Πνεύματι, θεολογοῦντες φῶμεν· Σὺ εἶ Θεός, ζωή, ἔρως, φῶς, νοῦς[3], σὺ χρηστότης, σὺ βασιλεύεις εἰς τοὺς αἰῶνας», Ἀντίφωνο Γ´: «Ἁγίῳ Πνεύματι, ζωαρχικὴ ἀξία· ἐξ οὗ πᾶν ζῶον ἐμψυχοῦται, ὡς ἐν Πατρί, ἅμα τε καὶ Λόγῳ».

 

Γ. 1. Με τα Αντίφωνα αυτά είναι σα να έχουμε σήμερα Πεντηκοστή, πράγμα που προγευόμαστε με το Αποστολικό Ανάγνωσμα, όπου Απόστολος Παύλος, ακολουθούμενος από τον Απόστολο Σιλουανό (Σίλα), βρίσκεται κατά τη δεύτερη περιοδεία του στους Φιλίππους, όπου εν Αγίω Πνεύματι θεραπεύει τη δαιμονιζόμενη παιδίσκη. Ακολουθεί η φυλάκισή τους μετά από καταγγελία των Ιουδαίων, οι οποίοι, ουσιαστικώς τους απέβαλαν από τη Συναγωγή, αλλά και τους κατέδωσαν κιόλας στις Ρωμαϊκές Αρχές ότι δεν τηρούν τους νόμους ως Ρωμαίοι πολίτες και εισάγουν άγνωστη θρησκεία, λέγοντες ότι: «Οὗτοι οἱ ἄνθρωποι ἐκταράσσουσιν ἡμῶν τὴν πόλιν Ἰουδαῖοι ὑπάρχοντες, καὶ καταγγέλλουσιν ἔθη ἃ οὐκ ἔξεστιν ἡμῖν παραδέχεσθαι οὐδὲ ποιεῖν Ρωμαίοις οὖσι». (Πράξ. ιστ, 20-21). Κατά τη φυλάκιση μετά από προσευχή των δύο Αποστόλων γίνεται σεισμός κατά τα μεσάνυχτα, και «ἀνεῴχθησάν τε παραχρῆμα αἱ θύραι πᾶσαι καὶ πάντων τὰ δεσμὰ ἀνέθη», μία  προδήλωση της ενεργείας του Αγίου Πνεύματος, που αίρει τη φυσική σύμβαση, ακολουθεί η απόγνωση του δεσμοφύλακα, και εντέλει η βάπτισή του και των οικείων του.

2. Το Αποστολικό Ανάγνωσμα, ακριβώς, μας εισάγει στην Εκκλησία της Πεντηκοστής, στα Αποτελέσματα του Αγίου Πνεύματος στα μέλη της Εκκλησίας, αλλά μας προετοιμάζει και για τις δυσκολίες της Εκκλησίας κατά το κήρυγμά της εις πάντα τα έθνη περί του Ιησού Χριστού, του Υιού και Λόγου του Θεού Πατρός και της εις ημάς φιλανθρώπου Θείας Οικονομίας του.

 

Αποστολικό Ανάγνωσμα: Πράξ. ιστ´, 16-34, «16 Ἐγένετο δὲ πορευομένων ἡμῶν εἰς προσευχὴν παιδίσκην τινὰ ἔχουσαν πνεῦμα πύθωνος ἀπαντῆσαι ἡμῖν, ἥτις ἐργασίαν πολλὴν παρεῖχε τοῖς κυρίοις αὐτῆς μαντευομένη. 17 αὕτη κατακολουθήσασα τῷ Παύλῳ καὶ τῷ Σίλᾳ ἔκραζε λέγουσα· Οὗτοι οἱ ἄνθρωποι δοῦλοι τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου εἰσίν, οἵτινες καταγγέλλουσιν ἡμῖν ὁδὸν σωτηρίας. 18 τοῦτο δὲ ἐποίει ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας. διαπονηθεὶς δὲ ὁ Παῦλος καὶ ἐπιστρέψας τῷ πνεύματι εἶπε· Παραγγέλλω σοι ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐξελθεῖν ἀπ᾽ αὐτῆς. καὶ ἐξῆλθεν αὐτῇ τῇ ὥρᾳ. 19 Ἰδόντες δὲ οἱ κύριοι αὐτῆς ὅτι ἐξῆλθεν ἡ ἐλπὶς τῆς ἐργασίας αὐτῶν, ἐπιλαβόμενοι τὸν Παῦλον καὶ τὸν Σίλαν εἵλκυσαν εἰς τὴν ἀγορὰν ἐπὶ τοὺς ἄρχοντας, 20 καὶ προσαγαγόντες αὐτοὺς τοῖς στρατηγοῖς εἶπον· Οὗτοι οἱ ἄνθρωποι ἐκταράσσουσιν ἡμῶν τὴν πόλιν Ἰουδαῖοι ὑπάρχοντες, 21 καὶ καταγγέλλουσιν ἔθη ἃ οὐκ ἔξεστιν ἡμῖν παραδέχεσθαι οὐδὲ ποιεῖν Ρωμαίοις οὖσι. 22 καὶ συνεπέστη ὁ ὄχλος κατ᾽ αὐτῶν. καὶ οἱ στρατηγοὶ περιρρήξαντες αὐτῶν τὰ ἱμάτια ἐκέλευον ῥαβδίζειν, 23 πολλάς τε ἐπιθέντες αὐτοῖς πληγὰς ἔβαλον εἰς φυλακήν, παραγγείλαντες τῷ δεσμοφύλακι ἀσφαλῶς τηρεῖν αὐτούς· 24 ὃς παραγγελίαν τοιαύτην εἰληφὼς ἔβαλεν αὐτοὺς εἰς τὴν ἐσωτέραν φυλακὴν καὶ τοὺς πόδας αὐτῶν ἠσφαλίσατο εἰς τὸ ξύλον. 25 Κατὰ δὲ τὸ μεσονύκτιον Παῦλος καὶ Σίλας προσευχόμενοι ὕμνουν τὸν Θεόν· ἐπηκροῶντο δὲ αὐτῶν οἱ δέσμιοι. 26 ἄφνω δὲ σεισμὸς ἐγένετο μέγας, ὥστε σαλευθῆναι τὰ θεμέλια τοῦ δεσμωτηρίου, ἀνεῴχθησάν τε παραχρῆμα αἱ θύραι πᾶσαι καὶ πάντων τὰ δεσμὰ ἀνέθη. 27 ἔξυπνος δὲ γενόμενος ὁ δεσμοφύλαξ καὶ ἰδὼν ἀνεῳγμένας τὰς θύρας τῆς φυλακῆς, σπασάμενος μάχαιραν ἔμελλεν ἑαυτὸν ἀναιρεῖν, νομίζων ἐκπεφευγέναι τοὺς δεσμίους. 28 ἐφώνησε δὲ φωνῇ μεγάλῃ ὁ Παῦλος λέγων· Μηδὲν πράξῃς σεαυτῷ κακόν· ἅπαντες γάρ ἐσμεν ἐνθάδε. 29 αἰτήσας δὲ φῶτα εἰσεπήδησε, καὶ ἔντρομος γενόμενος προσέπεσε τῷ Παύλῳ καὶ τῷ Σίλᾳ, 30 καὶ προαγαγὼν αὐτοὺς ἔξω ἔφη· Κύριοι, τί με δεῖ ποιεῖν ἵνα σωθῶ; 31 οἱ δὲ εἶπον· Πίστευσον ἐπὶ τὸν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, καὶ σωθήσῃ σὺ καὶ ὁ οἶκός σου. 32 καὶ ἐλάλησαν αὐτῷ τὸν λόγον τοῦ Κυρίου καὶ πᾶσι τοῖς ἐν τῇ οἰκίᾳ αὐτοῦ. 33 καὶ παραλαβὼν αὐτοὺς ἐν ἐκείνῃ τῇ ὥρᾳ τῆς νυκτὸς ἔλουσεν ἀπὸ τῶν πληγῶν, καὶ ἐβαπτίσθη αὐτὸς καὶ οἱ αὐτοῦ πάντες παραχρῆμα, 34 ἀναγαγών τε αὐτοὺς εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ παρέθηκε τράπεζαν, καὶ ἠγαλλιάσατο πανοικὶ πεπιστευκὼς τῷ Θεῷ».

 

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: Ἰω. θ´, 1-38, «1 Καὶ παράγων εἶδεν ἄνθρωπον τυφλὸν ἐκ γενετῆς· 2 καὶ ἠρώτησαν αὐτὸν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ λέγοντες· Ραββί, τίς ἥμαρτεν, οὗτος ἢ οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἵνα τυφλὸς γεννηθῇ; 3 ἀπεκρίθη Ἰησοῦς· Οὔτε οὗτος ἥμαρτεν οὔτε οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἀλλ' ἵνα φανερωθῇ τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ ἐν αὐτῷ. 4 ἐμὲ δεῖ ἐργάζεσθαι τὰ ἔργα τοῦ πέμψαντός με ἕως ἡμέρα ἐστίν· ἔρχεται νὺξ ὅτε οὐδεὶς δύναται ἐργάζεσθαι. 5 ὅταν ἐν τῷ κόσμῳ ὦ, φῶς εἰμι τοῦ κόσμου. 6 ταῦτα εἰπὼν ἔπτυσεν χαμαὶ καὶ ἐποίησε πηλὸν ἐκ τοῦ πτύσματος, καὶ ἐπέχρισε τὸν πηλὸν ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ τυφλοῦ 7 καὶ εἶπεν αὐτῷ· Ὕπαγε νίψαι εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωάμ, ὃ ἑρμηνεύεται ἀπεσταλμένος. ἀπῆλθεν οὖν καὶ ἐνίψατο, καὶ ἦλθε βλέπων. 8 Οἱ οὖν γείτονες καὶ οἱ θεωροῦντες αὐτὸν τὸ πρότερον ὅτι τυφλὸς ἦν, ἔλεγον· Οὐχ οὗτός ἐστιν ὁ καθήμενος καὶ προσαιτῶν; 9 ἄλλοι ἔλεγον ὅτι οὗτός ἐστιν· ἄλλοι δὲ ὅτι ὅμοιος αὐτῷ ἐστιν. ἐκεῖνος ἔλεγεν ὅτι ἐγώ εἰμι. 10 ἔλεγον οὖν αὐτῷ· Πῶς ἀνεῴχθησάν σου οἱ ὀφθαλμοί; 11 ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ εἶπεν· Ἄνθρωπος λεγόμενος Ἰησοῦς πηλὸν ἐποίησε καὶ ἐπέχρισέ μου τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ εἶπέ μοι· ὕπαγε εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωὰμ καὶ νίψαι· ἀπελθὼν δὲ καὶ νιψάμενος ἀνέβλεψα. 12 εἶπον οὖν αὐτῷ· Ποῦ ἐστιν ἐκεῖνος; λέγει· Οὐκ οἶδα. 13 Ἄγουσιν αὐτὸν πρὸς τοὺς Φαρισαίους, τόν ποτε τυφλόν. 14 ἦν δὲ σάββατον ὅτε τὸν πηλὸν ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς καὶ ἀνέῳξεν αὐτοῦ τοὺς ὀφθαλμούς. 15 πάλιν οὖν ἠρώτων αὐτὸν καὶ οἱ Φαρισαῖοι πῶς ἀνέβλεψεν. ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· Πηλὸν ἐπέθηκέ μου ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμούς, καὶ ἐνιψάμην, καὶ βλέπω. 16 ἔλεγον οὖν ἐκ τῶν Φαρισαίων τινές· Οὗτος ὁ ἄνθρωπος οὐκ ἔστι παρὰ τοῦ Θεοῦ, ὅτι τὸ σάββατον οὐ τηρεῖ. ἄλλοι ἔλεγον· Πῶς δύναται ἄνθρωπος ἁμαρτωλὸς τοιαῦτα σημεῖα ποιεῖν; καὶ σχίσμα ἦν ἐν αὐτοῖς. 17 λέγουσι τῷ τυφλῷ πάλιν· Σὺ τί λέγεις περὶ αὐτοῦ, ὅτι ἤνοιξέ σου τοὺς ὀφθαλμούς; ὁ δὲ εἶπεν ὅτι προφήτης ἐστίν. 18 οὐκ ἐπίστευον οὖν οἱ Ἰουδαῖοι περὶ αὐτοῦ ὅτι τυφλὸς ἦν καὶ ἀνέβλεψεν, ἕως ὅτου ἐφώνησαν τοὺς γονεῖς αὐτοῦ τοῦ ἀναβλέψαντος 19 καὶ ἠρώτησαν αὐτοὺς λέγοντες· Οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς ὑμῶν, ὃν ὑμεῖς λέγετε ὅτι τυφλὸς ἐγεννήθη; πῶς οὖν ἄρτι βλέπει; 20 ἀπεκρίθησαν δὲ αὐτοῖς οἱ γονεῖς αὐτοῦ καὶ εἶπον· Οἴδαμεν ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς ἡμῶν καὶ ὅτι τυφλὸς ἐγεννήθη· 21 πῶς δὲ νῦν βλέπει οὐκ οἴδαμεν, ἢ τίς ἤνοιξεν αὐτοῦ τοὺς ὀφθαλμοὺς ἡμεῖς οὐκ οἴδαμεν· αὐτὸς ἡλικίαν ἔχει, αὐτὸν ἐρωτήσατε, αὐτὸς περὶ ἑαυτοῦ λαλήσει. 22 ταῦτα εἶπον οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ὅτι ἐφοβοῦντο τοὺς Ἰουδαίους· ἤδη γὰρ συνετέθειντο οἱ Ἰουδαῖοι ἵνα, ἐάν τις ὁμολογήσῃ Χριστόν, ἀποσυνάγωγος γένηται. 23 διὰ τοῦτο οἱ γονεῖς αὐτοῦ εἶπον ὅτι ἡλικίαν ἔχει, αὐτὸν ἐρωτήσατε. 24 Ἐφώνησαν οὖν ἐκ δευτέρου τὸν ἄνθρωπον ὃς ἦν τυφλός, καὶ εἶπον αὐτῷ· Δὸς δόξαν τῷ Θεῷ· ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι ὁ ἄνθρωπος οὗτος ἁμαρτωλός ἐστιν. 25 ἀπεκρίθη οὖν ἐκεῖνος καὶ εἶπεν· Εἰ ἁμαρτωλός ἐστιν οὐκ οἶδα· ἓν οἶδα, ὅτι τυφλὸς ὢν ἄρτι βλέπω. 26 εἶπον δὲ αὐτῷ πάλιν· Τί ἐποίησέ σοι; πῶς ἤνοιξέ σου τοὺς ὀφθαλμούς; 27 ἀπεκρίθη αὐτοῖς· Εἶπον ὑμῖν ἤδη, καὶ οὐκ ἠκούσατε· τί πάλιν θέλετε ἀκούειν; μὴ καὶ ὑμεῖς θέλετε αὐτοῦ μαθηταὶ γενέσθαι; 28 ἐλοιδόρησαν αὐτὸν καὶ εἶπον· Σὺ εἶ μαθητὴς ἐκείνου· ἡμεῖς δὲ τοῦ Μωϋσέως ἐσμὲν μαθηταί. 29 ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι Μωϋσεῖ λελάληκεν ὁ Θεός· τοῦτον δὲ οὐκ οἴδαμεν πόθεν ἐστίν. 30 ἀπεκρίθη ὁ ἄνθρωπος καὶ εἶπεν αὐτοῖς· Ἐν γὰρ τούτῳ θαυμαστόν ἐστιν, ὅτι ὑμεῖς οὐκ οἴδατε πόθεν ἐστί, καὶ ἀνέῳξέ μου τοὺς ὀφθαλμούς. 31 οἴδαμεν δὲ ὅτι ἁμαρτωλῶν ὁ Θεὸς οὐκ ἀκούει, ἀλλ᾽ ἐάν τις θεοσεβὴς ᾖ καὶ τὸ θέλημα αὐτοῦ ποιῇ, τούτου ἀκούει. 32 ἐκ τοῦ αἰῶνος οὐκ ἠκούσθη ὅτι ἤνοιξέ τις ὀφθαλμοὺς τυφλοῦ γεγεννημένου· 33 εἰ μὴ ἦν οὗτος παρὰ Θεοῦ, οὐκ ἠδύνατο ποιεῖν οὐδέν. 34 ἀπεκρίθησαν καὶ εἶπον αὐτῷ· Ἐν ἁμαρτίαις σὺ ἐγεννήθης ὅλος, καὶ σὺ διδάσκεις ἡμᾶς; καὶ ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω. 35 Ἤκουσεν Ἰησοῦς ὅτι ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω, καὶ εὑρὼν αὐτὸν εἶπεν αὐτῷ· Σὺ πιστεύεις εἰς τὸν υἱὸν τοῦ Θεοῦ; 36 ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ εἶπε· Καὶ τίς ἐστι, Κύριε, ἵνα πιστεύσω εἰς αὐτόν; 37 εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· Καὶ ἑώρακας αὐτὸν καὶ ὁ λαλῶν μετὰ σοῦ ἐκεῖνός ἐστιν. 38 ὁ δὲ ἔφη· Πιστεύω, Κύριε· καὶ προσεκύνησεν αὐτῷ».



[1]. Γεν. α´, 3-5: «καὶ εἶπεν ὁ Θεός· γενηθήτω φῶς· καὶ ἐγένετο φῶς.  καὶ εἶδεν ὁ Θεὸς τὸ φῶς, ὅτι καλόν· καὶ διεχώρισεν ὁ Θεὸς τὸ φῶς, ὅτι καλόν· καὶ διεχώρισεν ὁ Θεὸς ἀνὰ μέσον τοῦ φωτὸς καὶ ἀνὰ μέσον τοῦ σκότους. καὶ ἐκάλεσεν ὁ Θεὸς τὸ φῶς ἡμέραν καὶ τὸ σκότος ἐκάλεσε νύκτα. καὶ ἐγένετο ἑσπέρα καὶ ἐγένετο πρωΐ, ἡμέρα μία».

[2]. Είναι σαφές ότι το θεολογικό πλαίσιο των λειτουργικών διατυπώσεων και της υμνολογίας της Εκκλησίας περί του φωτός έχει απώτερη βάση στους Λόγους του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, το έργο του οποίου αξιοποιεί εμφανέστατα στους Κανόνες του ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός.

[3]. Οι όροι «ζωή, ἔρως, φῶς, νοῦς», όπως και παρεμφερείς, τους οποίους αργότερα χρησιμοποιεί ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, και περί των οποίων γίνεται συζήτηση για δανεισμό από τον Ιερό Αυγουστίνο, είναι ειλημμένοι τόσο από τη νηπτική Γραμματεία όσο, και κυρίως, από την υμνολογία της Εκκλησίας, ιδίως από τους Τριαδικούς Κανόνες και τους Κανόνες του Τριωδίου και του Πεντηκοσταρίου. Σ᾽  αυτό συντείνει και η επίκληση της λειτουργικής υμνολογικής πράξης της Εκκλησίας ως κριτηρίου ελέγχου της Ορθοδοξίας από τον ίδιο τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά πλάι στην Αγία Γραφή (Προφητικές και Αποστολικές αποδείξεις), το Σύμβολο της Πίστεως Νικαίας- Κωνσταντινουπόλεως, τη συνοδική πράξη και τη μαρτυρία των εγκρίτων Αγίων Πατέρων. Πρβλ. στον ίδιο ηλεκτρονικό τόπο και την Εισήγηση: «Re-reading the 150 Chapters of St. Gregory of Palamas (Ξαναδιαβάζοντας τὰ Κεφάλαια Ἑκατὸν Πεντήκοντα τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ): https://www.academia.edu/36818045, ιδίως σσ. 7-9. Και 21/2/26 ενταύθα: https://ellenophonia.blogspot.com/2026/02/2026_77.html

Τρίτη 5 Μαΐου 2026

 

Κυριακὴ Ε´ ἀπὸ τοῦ Πάσχα, Ἡ τῆς Σαμαρείτιδος ἑορτή, ἐν ᾗ ὁ Χριστὸς Μεσσίαν ἑαυτὸν ὡμολόγει, 10 Μαΐου 2026, (26/5/2019), (Αριθμ. 15Γ)

 

Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ.

 

Α. 1. Το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα της σημερινής Κυριακής προηγείται του Ευαγγελικού Αναγνώσματος, όπως έχω ήδη σημειώσει, της προηγούμενης Κυριακής, και προέρχεται από την περιοδεία του Χριστού από τα Ιεροσόλυμα (Ιουδαία) προς τη Γαλιλαία μέσω Σαμάρειας, όπως μας πληροφορούν οι τέσσερεις πρώτοι στίχοι του κεφαλαίου, προκειμένου να αποφύγει τους Φαρισαίους, που είχαν πληροφορηθεί ότι ο Χριστός «πλείονας μαθητὰς ποιεῖ καὶ βαπτίζει ἢ Ἰωάννης», (Ἰω. δ´, 1). Ένα πολύ ενδιαφέρον στοιχείο βρίσκεται στο προηγούμενο κεφάλαιο, όπου καταχωρούνται τα γεγονότα των βαπτίσεων του Αγίου Ιωάννη του Πρόδρομου, και η συζήτηση με τους μαθητές του περί των βαπτίσεων που έκανε ο Χριστός διά των μαθητών του: «καίτοιγε Ἰησοῦς αὐτὸς οὐκ ἐβάπτιζεν, ἀλλ᾽ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ», Ἰω. δ´, 2, όπως και η ομολογία του Ιωάννη ότι ο Χριστός είναι ο Υιός του Θεού: «ὃν γὰρ ἀπέστειλεν ὁ Θεός, τὰ ῥήματα τοῦ Θεοῦ λαλεῖ· οὐ γὰρ ἐκ μέτρου δίδωσιν ὁ Θεὸς τὸ Πνεῦμα. ὁ πατὴρ ἀγαπᾷ τὸν υἱόν, καὶ πάντα δέδωκεν ἐν τῇ χειρὶ αὐτοῦ. ὁ πιστεύων εἰς τὸν υἱὸν ἔχει ζωὴν αἰώνιον», Ἰω. γ´, 34-36.

2. Την προηγούμενη, λοιπόν, Κυριακή ακούσαμε για την ίαση του Παραλύτου στην Προβατική Κολυμβήθρα Βηθεσδά στα Ιεροσόλυμα και σήμερα πάλι ο Χριστός βρίσκεται σε μια πηγή, στο πηγάδι, δηλαδή, που είχε κάνει ο Ιακώβ σε χωριό της πόλης Συχάρ, το οποίο είχε κληροδοτήσει στο γιο του Ιωσήφ. Αυτοί οι δύο ιεροί τόποι έχουν μεγάλη ερμηνευτική σημασία, γιατί συνδέονται με τις θεοφάνειες του άσαρκου και ένσαρκου Λόγου, με το μυστήριο της Αποκαλύψεως του Θεού, αφού μάς είναι γνωστό ότι ο Ιακώβ «ἐθεάσατο» ένα ολόκληρο βράδυ το Θεό στην κορυφή της κλίμακος της Βαιθήλ, Γεν. 28, 10-22, είναι θεόπτης Πατριάρχης, και μάλιστα η κλίμαξ Ιακώβ προτυπώνει την Παναγιά, όπως ακούμε στους Χαιρετισμούς: «Χαῖρε, κλῖμαξ ἐπουράνιε, δι᾿ ἧς κατέβη ὁ Θεός· χαῖρε, γέφυρα μετάγουσα τοὺς ἐκ γῆς πρὸς Οὐρανόν». Επιπλέον η Προβατική Κολυμβήθρα συνδέεται με το σπίτι των γονέων της Παναγίας, όπου κοντά της σήμερα βρίσκεται το Ελληνορθόδοξο μοναστήρι των Αγίων Θεοπατόρων.

3. Μετά, λοιπόν, τις βαπτίσεις στην Ιουδαία και την ομολογία της θεότητας του Χριστού από τον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο, ο Χριστός συναντά τη Σαμαρείτιδα, διευρύνοντας τις θεοσημίες του και προς τους Σαμαρείτες, που αμφισβητούνταν από τους υπερορθόδοξους Ιουδαίους, και, μάλιστα, κάνει ένα παραπέρα άνοιγμα, αποκαλύπτει σε μια γυναίκα παντρεμένη πέντε φορές (ἐξώλης καὶ προώλης, δηλαδή) ότι είναι ο Μεσσίας: «λέγει αὐτῷ ἡ γυνή· Οἶδα ὅτι Μεσσίας ἔρχεται ὁ λεγόμενος Χριστός· ὅταν ἔλθῃ ἐκεῖνος, ἀναγγελεῖ ἡμῖν πάντα. λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· Ἐγώ εἰμι, ὁ λαλῶν σοι», Ἰω. δ´, 25-26. Στη συζήτηση με τη Σαμαρείτιδα, που σύμφωνα με την παράδοση της Εκκλησίας είναι η Αγία Φωτεινή, η Μεγαλομάρτυς, που μαρτύρησε επί Νέρωνος, όπως λέγει και το Συναξάριο της ημέρας: «Ταῖς τῆς σῆς Μάρτυρος Φωτεινῆς πρεσβείαις, Χριστὲ ὁ Θεός, ἐλέησον ἡμᾶς», ο Χριστός αποκαλύπτει και την εν Αγίω Πνεύματι συγκρότηση της Εκκλησίας, που αφορά σ᾽ όλη την ανθρωπότητα, ανεξάρτητα μάλιστα από τις φυσικές, ιστορικές και προσωπικές συμβάσεις βίου, γιατί η πίστη αφορά στο κοινό της Εκκλησίας, δεν αφορά σε μία ατομική «θρησκευτικότητα» και αξιοσύνη κατά τον ηθικισμό των ανθρωπίνων συμβάσεων του βίου. (Μια τέτοια θρησκευτικότητα να την κρατήσουν οι παρεκκλησιαστικές διαβρωτικές της εκκλησιαστικής ζωής οργανώσεις, που αλληλοθαυμάζονται με τα τσιτάτα της Αγίας Γραφής σαν τους γιαχωβάδες!): «ἀλλ᾽ ἔρχεται ὥρα, καὶ νῦν ἐστιν, ὅτε οἱ ἀληθινοὶ προσκυνηταὶ προσκυνήσουσι τῷ πατρὶ ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ· καὶ γὰρ ὁ πατὴρ τοιούτους ζητεῖ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτόν», Ἰω. δ´, 23. Ουσιαστικά, δηλαδή, ο Χριστός στη Σαμαρείτιδα αποκαλύπτει την Αγία Τριάδα, τον Πατέρα, το Άγιο Πνεύμα και τον ίδιο, που είναι η αλήθεια, όπως απάντησε και στον Απόστολο Θωμά προ των Αγίων Παθών του: «λέγει αὐτῷ (τῷ Θωμᾷ) ὁ Ἰησοῦς· Ἐγώ εἰμι ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή», Ἰω. 14, 6. Πρόκειται για πρόγευση της Πεντηκοστής, καθώς, μάλιστα, προηγήθηκε την Τετάρτη η εορτή της Μεσοπεντηκοστής!

 

Β. 1. Οι Πατέρες της Εκκλησίας που θησαύρισαν τα Αναγνώσματα της σημερινής μέρας και ερμήνευσαν και υμνολόγησαν τα γεγονότα της τά εντάσσουν στο μυστήριο της Θείας Οικονομίας και ως προπαρασκευαστικό στάδιο για το γεγονός της Πεντηκοστής, όπως καταγράφεται στο τέταρτο Αναστάσιμο Στιχητό της Οκτωήχου στον Μεγάλο Εσπερινό της εορτής: Στιχηρό α´ Μεσοπαντηκοστής, ἦχος δ´: «Κύριε, ἀνελθὼν ἐν τῷ Σταυρῷ -Πάρεστιν ἡ μεσότης ἡμερῶν, τῶν ἐκ σωτηρίου ἀρχομένων Ἐγέρσεως, Πεντηκοστῇ δὲ τῇ θείᾳ σφραγιζομένων, καὶ λάμπει τὰς λαμπρότητας ἀμφοτέρωθεν ἔχουσα, καὶ ἑνοῦσα τὰς δύο, καί, παρεῖναι τὴν δόξαν προφαίνουσα, τῆς δεσποτικῆς Ἀναλήψεως σεμνύνεται». Μολονότι το Στιχηρό αυτό, όπως και τα δύο επόμενα του ήχου δ´: Στιχηρό β´, ἦχος δ´: «Ἤκουσε καὶ εὐφράνθη ἡ Σιὼν εὐαγγελισθείσης τοῦ Χριστοῦ Ἀναστάσεως, οἱ δὲ πιστοὶ αὐτῆς γόνοι ἠγαλλιάσαντο, τοῦτον θεασάμενοι, καὶ ἐκπλύνοντα Πνεύματι, ῥύπον χριστοκτονίας, εὐτρεπίζεται πανηγυρίζουσα, τὴν τῶν ἑκατέρων εὐφρόσυνον μεσότητα», Στιχηρό γ´, ἦχος δ´: «Ἤγγικεν ἡ τοῦ θείου δαψιλής, χύσις ἐπὶ πάντας, ὥσπερ γέγραπται, Πνεύματος, ἡ προθεσμία κηρύττει, ἡμισευθεῖσα, τῆς μετὰ Χριστοῦ θάνατον, καὶ ταφήν, καὶ Ἀνάστασιν, παρ᾽ αὐτοῦ δεδομένης, ἀψευδοῦς Μαθηταῖς ὑποσχέσεως, τὴν τοῦ Παρακλήτου δηλούσης ἐπιφάνειαν», αναφέρονται ουσιαστικώς στην Απόδοση της εορτής της Μεσοπεντηκοστής (της Τετάρτης πάντοτε μεταξύ της Κυριακής του Παραλύτου και της Σαμαρείτιδος), ως των «ἑκατέρων εὐφρόσυνον μεσότητα», δηλ. της Αναστάσεως και της Πεντηκοστής, ωστόσο, συνάπτονται στη σημερινή εορτή, γιατί πρόκειται περί θεοφανείας.

2. Εντάσσοντας η Εκκλησία τη μνήμη της Αγίας Φωτεινής (Σαμαρείτιδος) στον κύκλο της Αναστάσεως και της Πεντηκοστής ανακαλεί όλα τα γεγονότα της Αποκαλύψεως του Θεού στον κόσμο, από κτίσεως, προβάλλοντας συγχρόνως τη στοιχειακή συγκρότηση της ζωής, που είναι το νερό[1], αλλά σαφώς και με προδήλωση του βαπτίσματος στην Εκκλησία της Πεντηκοστής, ως ενούσης Μυστικό Δείπνο και Επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος. Έτσι, στα Στιχηρά του Μικρού Εσπερινού γίνεται λόγος για την «ἄφατο οἰκονομία» της Ενανθρωπήσεως: Εις το Δόξα, ἦχος πλάγιος δ´: «Ὡς ὤφθης ἐπὶ γῆς, Χριστὲ ὁ Θεός, δι᾽ ἄφατον οἰκονομίαν, ἀκούσασα ἡ Σαμαρεῖτις τοῦ λόγου σου τοῦ Φιλανθρώπου, κατέλιπε τὸ ἄντλημα ἐπὶ τὸ φρέαρ, καὶ ἔδραμε λέγουσα τοῖς ἐν τῇ πόλει· Δεῦτε, ἴδετε καρδιογνώστην· μήτι οὗτος ὑπάρχει ὁ προσδοκώμενος Χριστός, ὁ ἔχων τὸ μέγα ἔλεος», αλλά και της Αποκαλύψεως του αυτού άσαρκου Λόγου ως Σοφίας, που κατασκεύασε τον κόσμο: Στο Καὶ νῦν, ἦχος πλάγιος δ´: «Μεσούσης τῆς ἑορτῆς, διδάσκοντός σου Σωτὴρ ἔλεγον οἱ Ἰουδαῖοι· Πῶς οὗτος οἶδε γράμματα, μὴ μεμαθηκώς; ἀγνοοῦντες, ὅτι σὺ εἶ ἡ σοφία ἡ κατασκευάσασα τὸν κόσμον· Δόξα σοι»[2].

3. Εξάλλου, στη φρασεολογία της εορτής έρχονται και επανέρχονται τόσο η Ανάσταση όσο και τα σημαίνοντα του Λόγου ως δημιουργού του κόσμου με ευθείες αναφορές στο πρώτο βιβλίο της Γενέσεως (κυρίως στίχοι 6-9, με τη δημουργία του στερεώματος, το διαχωρισμό και τη συναγωγή των υδάτων, την ανάδυση της γης και του ουρανού), μία φρασεολογία που μας θυμίζει επίσης ευθέως το Αντίφωνο της Μ. Πέμπτης «Σήμερον κρεμᾶται ἐπὶ ξύλου...», ή το Δοξαστικό «Σὲ τὸν ἀναβαλλόμενον, τὸ φῶς ὥσπερ ἱμάτιον...», όπως στο Δόξα των Στιχηρών του Μικρού Εσπερινού, ἦχος πλάγιος: «Παρὰ τὸ φρέαρ τοῦ Ἰακώβ, εὑρὼν ὁ Ἰησοῦς τὴν Σαμαρείτιδα, αἰτεῖ ὕδωρ παρ᾽ αὐτῆς ὁ νέφεσι καλύπτων τὴν γῆν. Ὢ τοῦ θαύματος! ὁ τοῖς Χερουβὶμ ἐποχούμενος, πόρνῃ γυναικὶ διελέγετο, ὕδωρ αἰτῶν, ὁ ἐν ὕδασι τὴν γῆν κρεμάσας, ὕδωρ ζητῶν, ὁ πηγὰς καὶ λίμνας ὑδάτων ἐκχέων, θέλων ἑλκῦσαι ὄντως αὐτήν, τὴν θηρευομένην ὑπὸ τοῦ πολεμήτορος ἐχθροῦ, καὶ ποτίσασθαι ὕδωρ ζωῆς, τὴν φλεγομένην ἐν τοῖς ἀτοπήσασι δεινῶς, ὡς μόνος εὔσπλαγχνος καὶ φιλάνθρωπος». Ή ακόμη με αναφορά στις θεοφάνειες του άσαρκου Λόγου κατά την έξοδο του Ισραήλ από την Αίγυπτο, τη βύθιση του Φαραώ στην Ερυθρά Θάλασσα, τα εκούσια πάθη, τη φανέρωση του Αναστάντος στις Μυροφόρες στον Εἱρμό του δ´ Κανόνα, της ᾨδῆς α´, ἦχος δ´, της Σαμαρείτιδος, που είναι μία συμπερίληψη των γεγονότων της Θείας Οικονομίας από την Έξοδο μέχρι τη σημερινή εορτή κατά τον τύπο των Βιβλικών Ωδών: «Ὁ πατάξας Αἴγυπτον, καὶ Φαραὼ τὸν τύραννον, βυθίσας ἐν θαλάσσῃ, λαὸν διέσωσας δουλείας, Μωσαϊκῶς ᾄδοντα ᾠδὴν ἐπινίκιον· Ὅτι δεδόξασται. Ὁ ταφεὶς ἐγήγερται, ἐν αὐτῷ συνήγειρε τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων, ἀγαλλιάσθω πᾶσα κτίσις, καὶ νοηταὶ σήμερον, ῥανάτωσαν νεφέλαι, δικαιοσύνην σαφῶς. Ὁ σταυρὸν ἑκούσιον, σαρκὶ καταδεξάμενος, τριήμερος ἀνέστης ἐκ τῶν νεκρῶν, ᾍδου ταμεῖα, ζωαρχικὲ Κύριε, κενώσας καὶ ἐξάξας, πεπεδημένας ψυχάς. Τῇ μορφῇ ἀστράπτοντα, αἱ Μυροφόροι βλέψασαι, τὸν Ἄγγελον ἐν φόβῳ, ἐκ τοῦ μνημείου ὑπεχώρουν, τὴν δὲ Χριστοῦ Ἔγερσιν μαθοῦσαι σπεύδουσι τοῖς Μαθηταῖς. Ὁ στεγάζων ἐν ὕδασι, τὰ ὑπερῷα Κύριε, ὕδωρ ζωῆς ὑπάρχων, τῇ Σαμαρείτιδι αἰτούσῃ, τὰ σὰ σεπτὰ νάματα παρέσχες, ἐπιγνούσῃ τὴν εὐσπλαγχνίαν σου». Μία συναγωγή όλων των παραπάνω με αναφορά, μάλιστα, στο Ευαγγελικό Ανάγνωσμα είναι ο Οἶκος μετά το Κοντάκιο της εορτής: «Τῶν σεπτῶν μυστηρίων ἀκούσωμεν, Ἰωάννου ἡμᾶς ἐκδιδάσκοντος, τὰ ἐν τῇ Σαμαρείᾳ γινόμενα, πῶς γυναικὶ ὡμίλει ὁ Κύριος, ὕδωρ αἰτήσας, ὁ τὰ ὕδατα εἰς τὰς συναγωγάς αὐτῶν συνάξας, ὁ Πατρὶ καὶ τῷ Πνεύματι σύνθρονος· ἦλθε γὰρ ἐκζητῶν τὴν εἰκόνα αὐτοῦ, αἰωνίως, ὡς ἀοίδιμος».

4. Με τα Αναγνώσματα η Εκκλησία κηρύττει, κατά το Θεοτοκίο του ήχου δ´: «Τὸ ἀπ᾽ αἰῶνος ἀπόκρυφον, καὶ ἀγγέλοις ἄγνωστον Μυστήριον· διὰ σοῦ Θεοτόκε τοῖς ἐπὶ γῆς πεφανέρωται· Θεὸς ἐν ἀσυγχύτῳ ἑνώσει σαρκούμενος, καὶ Σταυρὸν ἑκουσίως ὑπὲρ ἡμῶν καταδεξάμενος, δι᾽ οὗ ἀναστήσας τὸν Πρωτόπλαστον, ἔσωσεν ἐκ θανάτου τὰς ψυχὰς ἡμῶν».

 

Γ. 1. Σημαντικό της πορείας προς την Πεντηκοστή είναι και το Αποστολικό Ανάγνωσμα, γιατί φανερώνει τη δωρεά των χαρίσματων του Αγίου Πνεύματος αδιακρίτως σε χριστιανούς εξ Ιουδαίων ή Ελληνιστών, όπως σημειώνεται για τον Απόστολο Βαρνάβα: Πράξ. ια´, 24: «ὅτι ἦν ἀνὴρ ἀγαθὸς καὶ πλήρης Πνεύματος ἁγίου καὶ πίστεως», και τον Άγαβο: Πράξ. ια´, 27-28: «Ἐν ταύταις δὲ ταῖς ἡμέραις κατῆλθον ἀπὸ Ἱεροσολύμων προφῆται εἰς Ἀντιόχειαν· ἀναστὰς δὲ εἷς ἐξ αὐτῶν ὀνόματι Ἄγαβος ἐσήμανε διὰ τοῦ Πνεύματος λιμὸν μέγαν μέλλειν ἔσεσθαι ἐφ᾽ ὅλην τὴν οἰκουμένην· ὅστις καὶ ἐγένετο ἐπὶ Κλαυδίου Καίσαρος».

2. Στη συνάντηση με τη Σαμαρείτιδα ο Χριστός σπάει την Ιουδαϊκή αποκλειστικότητα, εκφαίνων συνοπτικώς το τρισσό του αξίωμα σε προδήλωση και συναγωγή παλαιού και νέου Ισραήλ, και η Εκκλησία κηρύσσει την ενότητα της Θείας Αποκαλύψεως από κτίσεως κόσμου προκαταγγέλλουσα τον Πνευματικώς ορώμενο και αοράτως συνόντα εις τους αιώνες των αιώνων Κύριο της Δόξης!

 

Aποστολικό Ανάγνωσμα: Πράξ. ια´, 19-30: «19 Οἱ μὲν οὖν διασπαρέντες ἀπὸ τῆς θλίψεως τῆς γενομένης ἐπὶ Στεφάνῳ διῆλθον ἕως Φοινίκης καὶ Κύπρου καὶ Ἀντιοχείας, μηδενὶ λαλοῦντες τὸν λόγον εἰ μὴ μόνον Ἰουδαίοις. 20 Ἦσαν δέ τινες ἐξ αὐτῶν ἄνδρες Κύπριοι καὶ Κυρηναῖοι οἵτινες εἰσελθόντες εἰς Ἀντιόχειαν ἐλάλουν πρὸς τοὺς Ἑλληνιστάς, εὐαγγελιζόμενοι τὸν Κύριον Ἰησοῦν. 21 καὶ ἦν χεὶρ Κυρίου με᾽' αὐτῶν, πολύς τε ἀριθμὸς πιστεύσας ἐπέστρεψεν ἐπὶ τὸν Κύριον. 22 Ἠκούσθη δὲ ὁ λόγος εἰς τὰ ὦτα τῆς ἐκκλησίας τῆς ἐν Ἱεροσολύμοις περὶ αὐτῶν, καὶ ἐξαπέστειλαν Βαρνάβαν διελθεῖν ἕως Ἀντιοχείας· 23 ὃς παραγενόμενος καὶ ἰδὼν τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ ἐχάρη, καὶ παρεκάλει πάντας τῇ προθέσει τῆς καρδίας προσμένειν τῷ Κυρίῳ, 24 ὅτι ἦν ἀνὴρ ἀγαθὸς καὶ πλήρης Πνεύματος ἁγίου καὶ πίστεως· καὶ προσετέθη ὄχλος ἱκανὸς τῷ Κυρίῳ. 25 ἐξῆλθε δὲ εἰς Ταρσὸν ὁ Βαρνάβας ἀναζητῆσαι Σαῦλον, καὶ εὑρὼν αὐτὸν ἤγαγεν αὐτὸν εἰς Ἀντιόχειαν. 26 ἐγένετο δὲ αὐτοὺς καὶ ἐνιαυτὸν ὅλον συναχθῆναι ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ καὶ διδάξαι ὄχλον ἱκανόν, χρηματίσαι τε πρῶτον ἐν Ἀντιοχείᾳ τοὺς μαθητὰς Χριστιανούς. 27 Ἐν ταύταις δὲ ταῖς ἡμέραις κατῆλθον ἀπὸ Ἱεροσολύμων προφῆται εἰς Ἀντιόχειαν· 28 ἀναστὰς δὲ εἷς ἐξ αὐτῶν ὀνόματι Ἄγαβος ἐσήμανε διὰ τοῦ Πνεύματος λιμὸν μέγαν μέλλειν ἔσεσθαι ἐφ᾽ ὅλην τὴν οἰκουμένην· ὅστις καὶ ἐγένετο ἐπὶ Κλαυδίου Καίσαρος. 29 τῶν δὲ μαθητῶν καθὼς εὐπορεῖτό τις, ὥρισαν ἕκαστος αὐτῶν εἰς διακονίαν πέμψαι τοῖς κατοικοῦσιν ἐν τῇ Ἰουδαίᾳ ἀδελφοῖς· 30 ὃ καὶ ἐποίησαν ἀποστείλαντες πρὸς τοὺς πρεσβυτέρους διὰ χειρὸς Βαρνάβα καὶ Σαύλου».

 

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: Ἰω. δ´, 5-42: «5 ἔρχεται οὖν εἰς πόλιν τῆς Σαμαρείας λεγομένην Συχὰρ, πλησίον τοῦ χωρίου ὃ ἔδωκεν Ἰακὼβ Ἰωσὴφ τῷ υἱῷ αὐτοῦ. 6 ἦν δὲ ἐκεῖ πηγὴ τοῦ Ἰακώβ. ὁ οὖν Ἰησοῦς κεκοπιακὼς ἐκ τῆς ὁδοιπορίας ἐκαθέζετο οὕτως ἐπὶ τῇ πηγῇ· ὥρα ἦν ὡσεὶ ἕκτη. 7 ἔρχεται γυνὴ ἐκ τῆς Σαμαρείας ἀντλῆσαι ὕδωρ. λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· Δός μοι πεῖν. 8 οἱ γὰρ μαθηταὶ αὐτοῦ ἀπεληλύθεισαν εἰς τὴν πόλιν, ἵνα τροφὰς ἀγοράσωσι. 9 λέγει οὖν αὐτῷ ἡ γυνὴ ἡ Σαμαρεῖτις· Πῶς σὺ Ἰουδαῖος ὢν παρ᾽ ἐμοῦ πεῖν αἰτεῖς, οὔσης γυναικὸς Σαμαρείτιδος; οὐ γὰρ συγχρῶνται Ἰουδαῖοι Σαμαρείταις. 10 ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ· Εἰ ᾔδεις τὴν δωρεὰν τοῦ Θεοῦ καὶ τίς ἐστιν ὁ λέγων σοι, δός μοι πεῖν, σὺ ἂν ᾔτησας αὐτόν, καὶ ἔδωκεν ἄν σοι ὕδωρ ζῶν. 11 λέγει αὐτῷ ἡ γυνή· Κύριε, οὔτε ἄντλημα ἔχεις, καὶ τὸ φρέαρ ἐστὶ βαθύ· πόθεν οὖν ἔχεις τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν; 12 μὴ σὺ μείζων εἶ τοῦ πατρὸς ἡμῶν Ἰακώβ, ὃς ἔδωκεν ἡμῖν τὸ φρέαρ, καὶ αὐτὸς ἐξ αὐτοῦ ἔπιε καὶ οἱ υἱοὶ αὐτοῦ καὶ τὰ θρέμματα αὐτοῦ; 13 ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ· Πᾶς ὁ πίνων ἐκ τοῦ ὕδατος τούτου διψήσει πάλιν· 14 ὃς δ᾽ ἂν πίῃ ἐκ τοῦ ὕδατος οὗ ἐγὼ δώσω αὐτῷ, οὐ μὴ διψήσει εἰς τὸν αἰῶνα, ἀλλὰ τὸ ὕδωρ ὃ δώσω αὐτῷ, γενήσεται ἐν αὐτῷ πηγὴ ὕδατος ἁλλομένου εἰς ζωὴν αἰώνιον. 15 λέγει πρὸς αὐτὸν ἡ γυνή· Κύριε, δός μοι τοῦτο τὸ ὕδωρ, ἵνα μὴ διψῶ μηδὲ ἔρχομαι ἐνθάδε ἀντλεῖν. 16 λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· Ὕπαγε φώνησον τὸν ἄνδρα σου καὶ ἐλθὲ ἐνθάδε. 17 ἀπεκρίθη ἡ γυνὴ καὶ εἶπεν· Οὐκ ἔχω ἄνδρα. λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· Καλῶς εἶπας ὅτι ἄνδρα οὐκ ἔχω· 18 πέντε γὰρ ἄνδρας ἔσχες, καὶ νῦν ὃν ἔχεις οὐκ ἔστι σου ἀνήρ· τοῦτο ἀληθὲς εἴρηκας. 19 λέγει αὐτῷ ἡ γυνή· Κύριε, θεωρῶ ὅτι προφήτης εἶ σύ. 20 οἱ πατέρες ἡμῶν ἐν τῷ ὄρει τούτῳ προσεκύνησαν· καὶ ὑμεῖς λέγετε ὅτι ἐν Ἱεροσολύμοις ἐστὶν ὁ τόπος ὅπου δεῖ προσκυνεῖν. 21 λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· Γύναι, πίστευσόν μοι ὅτι ἔρχεται ὥρα ὅτε οὔτε ἐν τῷ ὄρει τούτῳ οὔτε ἐν Ἱεροσολύμοις προσκυνήσετε τῷ πατρί. 22 ὑμεῖς προσκυνεῖτε ὃ οὐκ οἴδατε, ἡμεῖς προσκυνοῦμεν ὃ οἴδαμεν· ὅτι ἡ σωτηρία ἐκ τῶν Ἰουδαίων ἐστίν. 23 ἀλλ᾽ ἔρχεται ὥρα, καὶ νῦν ἐστιν, ὅτε οἱ ἀληθινοὶ προσκυνηταὶ προσκυνήσουσι τῷ πατρὶ ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ· καὶ γὰρ ὁ πατὴρ τοιούτους ζητεῖ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτόν. 24 πνεῦμα ὁ Θεός, καὶ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτὸν ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ δεῖ προσκυνεῖν. 25 λέγει αὐτῷ ἡ γυνή· Οἶδα ὅτι Μεσσίας ἔρχεται ὁ λεγόμενος Χριστός· ὅταν ἔλθῃ ἐκεῖνος, ἀναγγελεῖ ἡμῖν πάντα. 26 λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· Ἐγώ εἰμι, ὁ λαλῶν σοι. 27 καὶ ἐπὶ τούτῳ ἦλθαν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ, καὶ ἐθαύμασαν ὅτι μετὰ γυναικὸς ἐλάλει· οὐδεὶς μέντοι εἶπε, τί ζητεῖς ἤ τί λαλεῖς μετ᾽ αὐτῆς; 28 Ἀφῆκεν οὖν τὴν ὑδρίαν αὐτῆς ἡ γυνὴ καὶ ἀπῆλθεν εἰς τὴν πόλιν, καὶ λέγει τοῖς ἀνθρώποις· 29 Δεῦτε ἴδετε ἄνθρωπον ὃς εἶπέ μοι πάντα ὅσα ἐποίησα· μήτι οὗτός ἐστιν ὁ Χριστός; 30 ἐξῆλθον οὖν ἐκ τῆς πόλεως καὶ ἤρχοντο πρὸς αὐτόν. 31 Ἐν δὲ τῷ μεταξὺ ἠρώτων αὐτὸν οἱ μαθηταὶ λέγοντες· Ραββί, φάγε. 32 ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· Ἐγὼ βρῶσιν ἔχω φαγεῖν, ἣν ὑμεῖς οὐκ οἴδατε. 33 ἔλεγον οὖν οἱ μαθηταὶ πρὸς ἀλλήλους· Μή τις ἤνεγκεν αὐτῷ φαγεῖν; 34 λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· Ἐμὸν βρῶμά ἐστιν ἵνα ποιῶ τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με καὶ τελειώσω αὐτοῦ τὸ ἔργον. 35 οὐχ ὑμεῖς λέγετε ὅτι ἔτι τετράμηνός ἐστι καὶ ὁ θερισμὸς ἔρχεται; ἰδοὺ λέγω ὑμῖν, ἐπάρατε τοὺς ὀφθαλμοὺς ὑμῶν καὶ θεάσασθε τὰς χώρας, ὅτι λευκαί εἰσι πρὸς θερισμόν. ἤδη. 36 καὶ ὁ θερίζων μισθὸν λαμβάνει καὶ συνάγει καρπὸν εἰς ζωὴν αἰώνιον, ἵνα καὶ ὁ σπείρων ὁμοῦ χαίρῃ καὶ ὁ θερίζων. 37 ἐν γὰρ τούτῳ ὁ λόγος ἐστὶν ὁ ἀληθινὸς, ὅτι ἄλλος ἐστὶν ὁ σπείρων καὶ ἄλλος ὁ θερίζων. 38 ἐγὼ ἀπέστειλα ὑμᾶς θερίζειν ὃ οὐχ ὑμεῖς κεκοπιάκατε· ἄλλοι κεκοπιάκασι, καὶ ὑμεῖς εἰς τὸν κόπον αὐτῶν εἰσεληλύθατε. 39 Ἐκ δὲ τῆς πόλεως ἐκείνης πολλοὶ ἐπίστευσαν εἰς αὐτὸν τῶν Σαμαρειτῶν διὰ τὸν λόγον τῆς γυναικὸς, μαρτυρούσης ὅτι εἶπέ μοι πάντα ὅσα ἐποίησα. 40 ὡς οὖν ἦλθον πρὸς αὐτὸν οἱ Σαμαρεῖται, ἠρώτων αὐτὸν μεῖναι παρ᾽ αὐτοῖς· καὶ ἔμεινεν ἐκεῖ δύο ἡμέρας. 41 καὶ πολλῷ πλείους ἐπίστευσαν διὰ τὸν λόγον αὐτοῦ, 42 τῇ τε γυναικὶ ἔλεγον ὅτι οὐκέτι διὰ τὴν σὴν λαλιὰν πιστεύομεν· αὐτοὶ γὰρ ἀκηκόαμεν, καὶ οἴδαμεν ὅτι οὗτός ἐστιν ἀληθῶς ὁ σωτὴρ τοῦ κόσμου».

 



[1]. Το νερό είναι στοιχείο κυρίαρχο στη δημιουργία κατά το βιβλίο της Γενέσεως αλλά και σε όλη την Πεντάτευχο είτε ως στοιχείο στη λατρεία, είτε για την επιβίωση, είτε καθαρτήριο. Στους λαούς της Αν. Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής η χρήση του ύδατος και η διασφάλισή του υπήρξε μέρος της υγείας των κοινοτήτων και του πολιτισμού τους. Μία αντιστοίχηση προς την Πεντάβιβιβλο και ιδίως το βιβλίο της Γενέσεως υπάρχει έντονη στους Ψαλμούς με δοξολογικό χαρακτήρα.

 

[2]. Είναι χαρακτηριστική η εικόνα της Μεσοπεντηκοστής με το δωδεκαετή Χριστό διδάσκoντα εν μέσω των σοφών του Ισραήλ.

Κυριακή 3 Μαΐου 2026

 

Κυριακὴ Δ´ ἀπὸ τοῦ Πάσχα, Μνεία τῆς τοῦ Παραλύτου θεραπείας,

3 Μαΐου 2026 (19/5/2019), (Αριθμ. 15Β)

 

Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ.

 

Α. 1. Τα Αναγνώσματα της Κυριακής του Παραλύτου έχουν μία άμεση εσωτερική συνέχεια με το περιεχόμενο της προηγούμενης Κυριακής, των Μυροφόρων, ως συνέχεια επίσης του μυστηρίου της Θείας Οικονομίας, αλλά και στην προοπτική της φανερώσεως της δυνάμεως του Χριστού ως Θεού και σε συνάρτηση με τη βαθμιαία έκφανση του Αγίου Πνεύματος στους Αποστόλους εν τη Εκκλησία της Πεντηκοστής. Βρισκόμαστε στην περίοδο που η Εκκλησία ετοιμάζεται να εορτάσει τη Μεσοπεντηκοστή[1], και γι᾽ αυτό ακριβώς με τα δύο Αναγνώσματα η Εκκλησία προετοιμάζει τους χριστιανούς για την αποδοχή του έργου του Αγίου Πνεύματος στον κόσμο, σε όλα τα έθνη.

2. Έτσι, το μεν Ευαγγελικό Ανάγνωσμα προέρχεται από την περίοδο που ο Χριστός ενεργεί τις θεοσημίες στον Ισραήλ, ενώ το Αποστολικό Ανάγνωσμα μάς εισάγει στις θεοσημίες που επιτελούν οι Απόστολοι, καθώς κηρύττουν τον Αναστάντα Χριστό ως τον Κύριο και Θεό εν τη δυνάμει του Αγίου Πνεύματος. Και δεν πρέπει να απορούμε που η Εκκλησία προβάλλει ένα κείμενο μετά την Πεντηκοστή (το Αποστολικό Ανάγνωσμα) και ένα κείμενο που προέρχεται από τα γεγονότα προ των παθών και της Αναστάσεως του Χριστού, και ενώ βρισκόμαστε σε αναστάσιμη περίοδο. Οι Πατέρες της Εκκλησίας που έχουν κάνει αυτή την επιλογή δεν παύουν να μάς υπενθυμίζουν ότι όλα τα γεγονότα που κατέγραψαν οι Προφήτες, οι Ευαγγελιστές και οι Απόστολοι συντείνουν σε ένα σκοπό, στην ομολογία ότι την Αποκάλυψη της Αγίας Τριάδος την ενεργεί ο Λόγος του Θεού Πατρός, ο οποίος διά της Ενανθρωπήσεως εισήγαγε το γένος των ανθρώπων στη ζωή της Αγίας Τριάδος. Και για να μην εκληφθεί ο Αναστάς Κύριος ως κάποιος θαυματοποιός, αλλά ότι είναι ο παλαιός των ημερών, αυτός που ὤφθη στους Πατριάρχες και τους Προφήτες, επιλέγουν αυτό το συνδυασμό Αναγνωσμάτων, πιστοποιώντας την ενότητα της Αποκαλύψεως του Θεού από κτίσεως κόσμου.

3. Εξάλλου, αυτόν τον σκοπό υπηρετεί η υμνολογία της εορτής, που συνδέει το θαύμα της θεραπείας του Παραλύτου με τον άσαρκο Λόγο, που ως Δημιουργός πλαστούργησε τον άνθρωπο και ενήργησε τις θεοσημίες ως άσαρκος και ένσαρκος, όπως μας λέει το Στιχηρό Ιδιόμελο του Παραλύτου, ήχος α´: «Ὁ τῇ παλάμῃ τῇ ἀχράντῳ, πλαστουργήσας τὸν ἄνθρωπον, ἦλθες εὔσπλαγχνε, τοὺς νοσοῦντας ἰάσασθαι Χριστέ, τὸν Παράλυτον ἐν τῇ Προβατικῇ κολυμβήθρᾳ, διὰ τοῦ λόγου σου ἀνέστησας. Αἱμόρρου δὲ τὸ ἄλγος ἐθεράπευσας, τῆς Χαναναίας τὴν παῖδα ἐνοχλουμένην ἐλέησας, καὶ τὴν αἴτησιν τοῦ Ἑκατοντάρχου οὐ παρεῖδες· διὰ τοῦτο κράζομεν· Παντοδύναμε Κύριε, δόξα σοι». Ή, όπως ακούμε στον Ειρμό του τρίτου Κανόνα της εορτής, Ωδή θ´, τοῦ Παραλύτου, ήχος γ´: «Ἐν Σιναίῳ τῷ ὄρει κατεῖδέ σε, ἐν τῇ βάτῳ Μωϋσῆς, τὴν ἀφλέκτως τὸ πῦρ τῆς Θεότητος, δεξαμένην ἐν γαστρί, Δανιὴλ δέ σε εἶδεν, ὄρος ἀλατόμητον, ῥάβδον βλαστήσασαν, Ἡσαΐας κέκραγε, τὴν ἐκ ῥίζης Δαυΐδ. Ἰησοῦ ἐπὶ ξύλου ὑψούμενος, συνανύψωσας ἡμᾶς, καὶ τεθεὶς ἑκουσίως ἐν μνήματι, ἐκ μνημάτων τοὺς νεκρούς, ἐξανέστησας πάντας, ὑμνοῦντας τὸ κράτος σου τὸ ἀκατάληπτον, καὶ τὴν δυναστείαν τὴν σὴν τὴν ἀήττητον. Ὡραιότατος τάφου ἀνέτειλας, ὡς νυμφίος ἐκ παστοῦ, ὡραιότατε Λόγε, καὶ ἔλυσας τὸ τοῦ ᾍδου ἀμειδές, καὶ δεσμώτας ἐξῆρας, συμφώνως κραυγάζοντας· Δόξα τῇ δόξῃ σου, δόξα Ἰησοῦ ὁ Θεὸς τῇ Ἐγέρσει σου. Στεναγμούς τε καὶ δάκρυα φέρουσαι, μετὰ μύρων ἐν σπουδῇ, τὸ πανάγιον μνῆμα κατέλαβον αἱ γυναῖκες, καὶ Χριστοῦ ἐδιδάσκοντο πίστει τὴν ἔνδοξον Ἔγερσιν, ἥν ἑορτάζομεν, ἐν ἀγαλλιάσει ψυχῆς εὐφραινόμενοι. Ἠκολούθει ἡ ῥῶσις τοῦ σώματος, τῇ προστάξει σου Χριστέ, καὶ ὡρᾶτο ὁ πρῴην Παράλυτος, διερχόμενος σπουδῇ, καὶ τὸν κράββατον φέρων ἐφ᾽ ὃν κατεκλίνετο, ἔτεσι πλείοσιν, ἀνυμνολογῶν τὴν πολλὴν δυναστείαν σου. Φωτισμὸν ἡμῖν αἴτησαι μέγιστε, Ἀρχιστράτηγε, ἀεὶ τῷ μεγάλῳ φωτὶ παριστάμενος, καὶ εἰρήνευσον ἡμῶν, τὴν ζωὴν ἐπηρείαις, πάντοτε τοῦ ὄφεως, καὶ περιστάσεσι, βίου δονουμένην ἀεὶ ἀξιάγαστε», όπου ο υμνωδός ανακαλεί συνοπτικά τα συγκλονιστικά γεγονότα του άσαρκου και ένσαρκου Λόγου από Μωϋσέως μέχρι του Παραλύτου, εντάσσοντας, όμως, και όλες τις θεοσημίες της ενσάρκου Θείας Οικονομίας, τα πάθη, την Ανάσταση και τη μαρτυρία των Μυροφόρων, που εορτάσαμε την προηγούμενη Κυριακή, συγχρονίζοντας έτσι τα γεγονότα της Θείας Οικονομίας.

4. Κατά ταύτα, η Ευαγγελική περικοπή του Παραλύτου πρέπει να ιδωθεί στην ευρύτερη συνάφεια του Κατά Ιωάννη Ευαγγελίου, όπου διαβάζουμε το πριν από το «Μετά ταῦτα» της αρχής της περικοπής, ώστε να κατανοήσουμε τη σημασία της θεραπείας του Παραλύτου, και γιατί εντάσσονται, κατά την παραπάνω ανάλυση, η εορτή και η περικοπή στην αναστάσιμη περίοδο. Τα πριν της θεραπείας του Παραλύτου είναι τα γεγονότα της συναντήσεως του Χριστού με τη Σαμαρείτιδα. Σ᾽ αυτή τη γυναίκα (που είχε παντρευτεί πέντε φορές), ο Χριστός είπε καθαρά ότι είναι ο αναμενόμενος του Ισραήλ, αλλά ότι το κήρυγμα του Ισραήλ αφορά σ᾽ όλα τα έθνη, ενώ από μέρους της Σαμαρείτιδος υπάρχει η αναζήτηση της αληθινής προσκυνήσεως του Θεού και μία επίγνωση της καταστάσεώς της : Ἰω, δ, 19-26: «Κύριε, θεωρῶ ὅτι προφήτης εἶ σύ. 20 οἱ πατέρες ἡμῶν ἐν τῷ ὄρει τούτῳ προσεκύνησαν· καὶ ὑμεῖς λέγετε ὅτι ἐν Ἱεροσολύμοις ἐστὶν ὁ τόπος ὅπου δεῖ προσκυνεῖν. 21 λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· Γύναι, πίστευσόν μοι ὅτι ἔρχεται ὥρα ὅτε οὔτε ἐν τῷ ὄρει τούτῳ οὔτε ἐν Ἱεροσολύμοις προσκυνήσετε τῷ πατρί. 22 ὑμεῖς προσκυνεῖτε ὃ οὐκ οἴδατε, ἡμεῖς προσκυνοῦμεν ὃ οἴδαμεν· ὅτι ἡ σωτηρία ἐκ τῶν Ἰουδαίων ἐστίν. 23 ἀλλ᾽ ἔρχεται ὥρα, καὶ νῦν ἐστιν, ὅτε οἱ ἀληθινοὶ προσκυνηταὶ προσκυνήσουσι τῷ πατρὶ ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ· καὶ γὰρ ὁ πατὴρ τοιούτους ζητεῖ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτόν. 24 πνεῦμα ὁ Θεός, καὶ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτὸν ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ δεῖ προσκυνεῖν. 25 λέγει αὐτῷ ἡ γυνή· Οἶδα ὅτι Μεσσίας ἔρχεται ὁ λεγόμενος Χριστός· ὅταν ἔλθῃ ἐκεῖνος, ἀναγγελεῖ ἡμῖν πάντα. 26 λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· Ἐγώ εἰμι, ὁ λαλῶν σοι».

5. Αυτά ήταν τα γεγονότα που προηγήθηκαν της θεραπείας του Παραλύτου. Διαβάζεται, λοιπόν, η περικοπή της θεραπείας του Παραλύτου, για να ενισχυθούν οι χριστιανοί στην πίστη τους στον Αναστημένο Χριστό, που είναι μια πίστη που αφορά σ᾽ όλους τους ανθρώπους, ανεξάρτητα από τις συμβάσεις του βίου κι όχι μόνο τους «Γαλιλαίους». Μάλιστα, αυτήν την πίστη φαίνεται να την αποδέχοναι οι αμαρτωλοί, όσοι έχουν αίσθηση πού βρίσκονται, και γι᾽ αυτό το κήρυγμα της Εκκλησίας, ακόμη και στην περίοδο της Αναστάσεως είναι κήρυγμα μετανοίας και προετοιμασίας να δεχθούμε τη δωρεά του Αγίου Πνεύματος.

6. Εξάλλου, η ανάσταση της Ταβιθά (το κείμενο του Αποστολικού Αναγνώσματος μάς δίνει και τη μετάφραση στα Ελληνικά, που σημαίνει Δορκάς, δηλαδή, ζαρκάδι!) από τον Πέτρο, μία θεοσημία αντίστοιχη των θεοσημιών του Χριστού, μάς καθιστά σαφές ότι και το Άγιο Πνεύμα εν τη Εκκλησία δρα με τη μία και την αυτήν ενέργεια της Αγίας Τριάδος, δηλαδή, ως Θεός. Μπορούμε να πούμε, λοιπόν, ότι το Αποστολικό Ανάγνωσμα είναι ένα κείμενο που μας μυσταγωγεί προς την Πεντηκοστή, εμφαίνοντας το έργο του Αγίου Πνεύματος στην Εκκλησία όλων των εθνών, που την συγκροτεί σε σώμα Χριστού. Έτσι είδε το έργο του Αγίου Πνεύματος στην Εκκλησία ένας μεγάλος Πατέρας μας, ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, κατά τις ερμηνευτικές του προτάσεις, ιδίως στις τελευταίες παραγράφους του Πέμπτου Θεολογικού του Λόγου. Ακόμη και η αναφορά του ὑπερώου συνιστά μία προδήλωση της Πεντηκοστής. Από το έργο του Χριστού με τη θεραπεία του Παραλύτου μεταβαίνουμε προς την έκφανση της Εκκλησίας της Πεντηκοστής εις πάντα τα έθνη, όπου τα πάντα επιτελούνται τω Πνεύματι τω Αγίω, όπως θα δούμε στη συνέχεια την επόμενη Κυριακή.

 

Αποστολικό Ανάγνωσμα: Πράξ. θ´, 32-42: «32 Ἐγένετο δὲ Πέτρον διερχόμενον διὰ πάντων κατελθεῖν καὶ πρὸς τοὺς ἁγίους τοὺς κατοικοῦντας Λύδδαν. 33 εὗρε δὲ ἐκεῖ ἄνθρωπόν τινα Αἰνέαν ὀνόματι, ἐξ ἐτῶν ὀκτὼ κατακείμενον ἐπὶ κραβάττῳ, ὃς ἦν παραλελυμένος. 34 καὶ εἶπεν αὐτῷ ὁ Πέτρος· Αἰνέα, ἰᾶταί σε Ἰησοῦς ὁ Χριστός· ἀνάστηθι καὶ στρῶσον σεαυτῷ. καὶ εὐθέως ἀνέστη. 35 καὶ εἶδον αὐτὸν πάντες οἱ κατοικοῦντες Λύδδαν καὶ τὸν Σάρωνα, οἵτινες ἐπέστρεψαν ἐπὶ τὸν Κύριον. 36 Ἐν Ἰόππῃ δέ τις ἦν μαθήτρια ὀνόματι Ταβιθά, ἣ διερμηνευομένη λέγεται Δορκάς· αὕτη ἦν πλήρης ἀγαθῶν ἔργων καὶ ἐλεημοσυνῶν ὧν ἐποίει. 37 ἐγένετο δὲ ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις ἀσθενήσασαν αὐτὴν ἀποθανεῖν· λούσαντες δὲ αὐτὴν ἔθηκαν ἐν ὑπερῴῳ. 38 ἐγγὺς δὲ οὔσης Λύδδης τῇ Ἰόππῃ οἱ μαθηταὶ ἀκούσαντες ὅτι Πέτρος ἐστὶν ἐν αὐτῇ, ἀπέστειλαν δύο ἄνδρας πρὸς αὐτὸν παρακαλοῦντες μὴ ὀκνῆσαι διελθεῖν ἕως αὐτῶν. 39 ἀναστὰς δὲ Πέτρος συνῆλθεν αὐτοῖς· ὃν παραγενόμενον ἀνήγαγον εἰς τὸ ὑπερῷον, καὶ παρέστησαν αὐτῷ πᾶσαι αἱ χῆραι κλαίουσαι καὶ ἐπιδεικνύμεναι χιτῶνας καὶ ἱμάτια ὅσα ἐποίει μετ' αὐτῶν οὖσα ἡ Δορκάς. 40 ἐκβαλὼν δὲ ἔξω πάντας ὁ Πέτρος καὶ θεὶς τὰ γόνατα προσηύξατο, καὶ ἐπιστρέψας πρὸς τὸ σῶμα εἶπε· Ταβιθά, ἀνάστηθι. ἡ δὲ ἤνοιξε τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτῆς, καὶ ἰδοῦσα τὸν Πέτρον ἀνεκάθισε. 41 δοὺς δὲ αὐτῇ χεῖρα ἀνέστησεν αὐτήν, φωνήσας δὲ τοὺς ἁγίους καὶ τὰς χήρας παρέστησεν αὐτὴν ζῶσαν. 42 γνωστὸν δὲ ἐγένετο καθ᾽ ὅλης τῆς Ἰόππης, καὶ πολλοὶ ἐπίστευσαν ἐπὶ τὸν Κύριον. 43 Ἐγένετο δὲ ἡμέρας ἱκανὰς μεῖναι αὐτὸν ἐν Ἰόππῃ παρά τινι Σίμωνι βυρσεῖ».

 

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: Ἰω. ε´, 1-15: «1 Μετὰ ταῦτα ἦν ἡ ἑορτὴ τῶν Ἰουδαίων, καὶ ἀνέβη ὁ Ἰησοῦς εἰς Ἱεροσόλυμα. 2 ἔστι δὲ ἐν τοῖς Ἱεροσολύμοις ἐπὶ τῇ προβατικῇ κολυμβήθρα, ἡ ἐπιλεγομένη Ἑβραϊστὶ Βηθεσδά, πέντε στοὰς ἔχουσα. 3 ἐν ταύταις κατέκειτο πλῆθος τῶν ἀσθενούντων, τυφλῶν, χωλῶν, ξηρῶν, ἐκδεχομένων τὴν τοῦ ὕδατος κίνησιν. 4 ἄγγελος γὰρ κατὰ καιρὸν κατέβαινεν ἐν τῇ κολυμβήθρᾳ, καὶ ἐταράσσετο τὸ ὕδωρ· ὁ οὖν πρῶτος ἐμβὰς μετὰ τὴν ταραχὴν τοῦ ὕδατος ὑγιὴς ἐγίνετο ᾧ δήποτε κατείχετο νοσήματι. 5 ἦν δέ τις ἄνθρωπος ἐκεῖ τριάκοντα καὶ ὀκτὼ ἔτη ἔχων ἐν τῇ ἀσθενείᾳ αὐτοῦ. 6 τοῦτον ἰδὼν ὁ Ἰησοῦς κατακείμενον, καὶ γνοὺς ὅτι πολὺν ἤδη χρόνον ἔχει, λέγει αὐτῷ· Θέλεις ὑγιὴς γενέσθαι; 7 ἀπεκρίθη αὐτῷ ὁ ἀσθενῶν· Κύριε, ἄνθρωπον οὐκ ἔχω, ἵνα ὅταν ταραχθῇ τὸ ὕδωρ, βάλῃ με εἰς τὴν κολυμβήθραν· ἐν ᾧ δὲ ἔρχομαι ἐγὼ, ἄλλος πρὸ ἐμοῦ καταβαίνει. 8 λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· Ἔγειρε, ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει. 9 καὶ εὐθέως ἐγένετο ὑγιὴς ὁ ἄνθρωπος, καὶ ἦρε τὸν κράβαττον αὐτοῦ καὶ περιεπάτει. ἦν δὲ Σάββατον ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ. 10 ἔλεγον οὖν οἱ Ἰουδαῖοι τῷ τεθεραπευμένῳ· Σάββατόν ἐστιν· οὐκ ἔξεστί σοι ἆραι τὸν κράβαττον. 11 ἀπεκρίθη αὐτοῖς· Ὁ ποιήσας με ὑγιῆ, ἐκεῖνός μοι εἶπεν· ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει. 12 ἠρώτησαν οὖν αὐτόν· Τίς ἐστιν ὁ ἄνθρωπος ὁ εἰπών σοι, ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει; 13 ὁ δὲ ἰαθεὶς οὐκ ᾔδει τίς ἐστιν· ὁ γὰρ Ἰησοῦς ἐξένευσεν ὄχλου ὄντος ἐν τῷ τόπῳ. 14 μετὰ ταῦτα εὑρίσκει αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς ἐν τῷ ἱερῷ καὶ εἶπεν αὐτῷ· Ἴδε ὑγιὴς γέγονας· μηκέτι ἁμάρτανε, ἵνα μὴ χεῖρόν σοί τι γένηται. 15 ἀπῆλθεν ὁ ἄνθρωπος καὶ ἀνήγγειλε τοῖς Ἰουδαίοις ὅτι Ἰησοῦς ἐστιν ὁ ποιήσας αὐτὸν ὑγιῆ».



[1]. Η εορτή της Μεσοπεντηκοστής εορταζόταν, ως έχει ήδη λεχθεί, στο Ναό του Αγίου Μωκίου, έναν από τους αρχαιότερους ναούς της Κωνσταντινούπολης. Πλησίον αυτού κτίσθηκε και το Προφητείο με τα καταπιστεύματα των Αγίων της Παλαιάς Διαθήκης, των Θεοπατόρων Ιωακείμ και Άννης και του Θεοδόχου Αγίου Συμεώνος. Η εορτή ετελείτο με την παρουσία του Πατριάρχη και του Αυτοκράτορα. Η εορτή συνδυάζει δύο στοιχεία: Αναδεικνύεται το τρισσό αξίωμα του Χριστού, ιδίως του Προφήτη-Διδασκάλου, ενώ σηματοδοτείται προδήλως και η επόμενη Κυριακή, πράγμα που αντανακλάται στο Κοντάκιο της εορτής: «Τῆς ἑορτῆς τῆς νομικῆς μεσαζούσης ὁ τῶν ἁπάντων ποιητὴς καὶ δεσπότης πρὸς τοὺς παρόντας ἔλεγες, Χριστὲ ὁ Θεός· Δεῦτε καὶ ἀρύσασθαι ὕδωρ ἀθανασίας. Ὅθεν σοι προσπίπτομεν καὶ πιστῶς ἐκβοῶμεν· Τοὺς οἰκτιρμούς σου δώρησαι ἡμῖν, σὺ γὰρ ὑπάρχεις πηγὴ τῆς ζωῆς ἡμῶν». Ήταν πολύ φυσικό η τέλεση της εορτής υπ᾽ αυτήν τη στόχευση να γίνεται πλησίον του Προφητείου, που ήταν η απτή απόδειξη της ενότητος των Αγίων Παλαιάς και Καινής Διαθήκης, της ανακεφαλαιώσεως του «νομικού Πάσχα». Επιπλέον με το Απολυτίκιο της εορτής τονίζεται η ενότητα του έργου του Υιού και Λόγου του Θεού Πατρός ως Βασιλέως-Δημιουργού του παντός, Σωτήρος-Αρχιερέως και Προφήτου- Διδασκάλου, υπό την όραση της ενότητος Πάσχα και Πεντηκοστής, απηχώντας την ερμηνεία των Οικουμενικών Συνόδων: «Μεσούσης τῆς ἑορτῆς διδάσκοντός σου, Σωτήρ, ἔλεγον οἱ Ἰουδαῖοι· Πῶς οὗτος οἶδε γράμματα, μὴ μεμαθηκώς; ἀγνοοῦντες ὅτι σύ εἶ ἡ Σοφία ἡ κατασκευάσασα τὸν κόσμον. Δόξα σοι»!

Τετάρτη 29 Απριλίου 2026

 Mosca e Costantinopoli divisi su Kiev. E cresce la tension (εφημερίδα Avenire) υπό Andrea Galli

«La questione dell'autocefalia della Chiesa ucraina tocca di riflesso tutto il cristianesimo orientale. Parlano la teologa greca Despo Lialiou e il filosofo russo Arkadij Maler», 17 novembre 2018

 

Οι δικές μου Απαντήσεις εδώ στα Ελληνικά

1. α) Για να γίνει κατανοητό τί σημαίνει αυτοκεφαλία πρέπει να γίνει μία αρχική αναφορά για τη διάρθρωση της Ορθοδόξου Εκκλησίας, η οποία είναι ένα σώμα από 14 τοπικές εκκλησίες. Οι πέντε από αυτές (Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, Πατριαρχείο Αλεξανδρείας, Πατριαρχείο Ιεροσολύμων, Πατριαρχείο Αντιοχείας και η Εκκλησία της Κύπρου, ως Αρχιεπισκοπή, είναι τοπικές εκκλησίες, των οποίων τα όρια έχουν καθορισθεί από τους κανόνες των Οικουμενικών Συνόδων. Η Ορθόδοξη Εκκλησία δέχεται ως Οικουμενικές μόνο τις Επτά Οικουμενικές Συνόδους, οι οποίες είναι κοινές και με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης από την εποχή του Αγίου Φωτίου (πατριάρχης 858-867 και 877-886) και μετά, εκτός από τη διοικητική και πνευματική ευθύνη των λαών που θα γίνονταν χριστιανοί πέραν από τα εδάφη των άλλων Πατριαρχείων, ανέλαβε και την ευθύνη να συγκαλεί τις Γενικές Συνόδους, μία αρμοδιότητα του αυτοκράτορα. Αυτό έγινε γιατί, ιδίως, τα Πατριαρχεία της Ανατολής είχαν καταληφθεί από τους Άραβες, οπότε ένα διάταγμα (έδικτο) του αυτοκράτορα δεν είχε ισχύ σε μία ξένη επικράτεια. Εκτός από το γεγονός ότι ο Οικουμενικός Πατριάρχης ήταν Πατριάρχης της Πρωτεύουσας της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, δύο κανόνες Οικουμενικών Συνόδων, ο 3ος της Β´ Οικουμενικής Συνόδου (381) και 28ος της Δ´ Οικουμενικής Συνόδου παρέχουν στον Οικουμενικό Πατριάρχη το συντονιστικό ρόλο στην Εκκλησία, ιδίως μετά την παράλληλη ιστορία της χριστιανοσύνης σε Ανατολή και Δύση, όπως αυτή σημειώνεται μετά την εποχή του Αγίου Φωτίου και εξής, πράγμα το οποίο δεν αμφισβητήθηκε ποτέ στην Ανατολή.

β) Τον ένατο αιώνα έγινε ο εκχριστιανισμός των σλάβων από τους Αγίους Κύριλλο και Μεθόδιο, και το 988 γίνεται στο Κίεβο ο εκχριστιανισμός των Ρως- Ρώσων από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, αρχίζοντας την ιστορία τους οι νεότερες ορθόδοξες εκκλησίες, οι οποίες εξηρτώντο, όπως ήταν φυσικό, διοικητικά και πνευματικά από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, αποτελώντας Μητροπόλεις του.

γ) Μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης και την κατάκτηση των εδαφών και των άλλων παλαιών Πατριαρχείων της Ανατολής από τους Οθωμανούς ο Οικουμενικός Πατριάρχης είναι υπεύθυνος για όλους τους κατακτημένους ορθοδόξους και τους εκπροσωπεί στο σουλτάνο. Κάποιοι Πατριάρχες των Ανατολικών Πατριαρχείων εκλέγονται από τη Σύνοδο του Οικουμενικού Πατριαρχείου και διαμένουν στην Κωνσταντινούπολη και όχι στις έδρες τους.

δ) Το 1589 ο Πατριάρχης Ιερεμίας ο Β´, ο οποίος βρισκόταν σε διετή περιοδεία στη Ρωσία, υπό την πίεση του τσάρου Θεοδώρου παραχωρεί την πατριαρχική αξία στο μητροπολίτη Μόσχας Ιώβ, με τον όρο ότι θα αναγνωρίζει κεφαλή της Ορθοδοξίας το Οικουμενικό Πατριαρχείο, όπως το αναγνώριζαν και τα παλαιά Πατριαρχεία. Ουσιαστικά από το 1589 αρχίζει η ιστορία των νεότερων Ορθοδόξων Τοπικών Εκκλησιών, οι οποίες προήλθαν από το σώμα του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Στις 12 Φεβρουαρίου 1593 το Πατριαρχείο Μόσχας κατατάχθηκε ως πέμπτο στη σειρά στα Δίπτυχα της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Ο Ιερεμίας ήταν ένας λόγιος Πατριάρχης και στη Δύση είναι γνωστός από το διάλογο που έκανε με τους Λουθηρανούς θεολόγους της Τυβίγγης. Εκατό χρόνια μετά επί Πατριάρχου Διονυσίου Δ´, οποίος από το 1671 μέχρι το 1694 έγινε εναλλάξ πέντε φορές Πατριάρχης, σε μία εξαιρετικά δύσκολη περίοδο, το 1686 ανατίθεται στον Πατριάρχη Μόσχας η χειροτονία του Μητροπολίτη Κιέβου υπό τον όρο ότι στη Θεία Λειτουργία θα μνημονεύεται ως κεφαλή ο Οικουμενικός Πατριάρχης. Ο Μητροπολίτης Κιέβου εκλεγόταν από τον κλήρο και το λαό της Μητροπόλεως Κιέβου και όχι από το Πατριαρχείο Μόσχας. Μέσα στα εκατό επόμενα χρόνια η Ρωσία ως κράτος και ως Εκκλησία προσπαθεί να εμφανισθεί ως εκπρόσωπος των Ορθοδόξων από τη Μόσχα μέχρι τη Μεσόγειο, πράγμα που επιτυχγάνει με τον πρώτο μεγάλο Ρωσοτουρκικό πόλεμο (1768-74), κατά τον οποίο έφτασε η Ρωσία μέχρι τη Βουλγαρία, όπου στο χωριό Kaynardzha υπογράφεται η συνθήκη Κιουτσούκ Καϊναρτζή (1774) με 28 φανερά και 2 μυστικά άρθρα. Με τη συνθήκη αυτή οι Ρώσοι αποκτούν το δικαίωμα να κτίσουν δική τους εκκλησία στη συνοικία του Γαλατά, αρχίζοντας να υποσκάπτουν ουσιαστικά την πρωτόθρονη θέση του Οικουμενικού Πατριαρχείου με στόχευση πολιτικής επικράτησης σ᾽ όλους τους Ορθόδοξους λαούς. Ουσιαστικά, οι νεότεροι Ορθόδοξοι λαοί, που προήλθαν από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, αποκτούν διπλή καταδυνάστευση, Ρωσική και Οθωμανική. Σ᾽ αυτή την περίοδο έχουμε την αρχή  της διαμόρφωσης της διπλής αντίστασής τους. Το επόμενο διάστημα μεσουρανεί ο Μέγας Ναπολέων και οι διεργασίες στην Ευρώπη, οι οποίες οδηγούν στα νεότερα εθνικά κράτη, τα οποία στο χώρο της Ορθοδόξου Εκκλησίας έφεραν διεργασίες που από το 1839 με πρώτους τους Έλληνες, οι οποίοι έλαβαν Πατριαρχικό Τόμο αυτοκεφαλίας το 1850, θα οδηγήσουν το Οικουμενικό Πατριαρχείο στην παραχώρηση αυτοκεφαλίας σε σειρά το 1879 στην Εκκλησία της Σερβίας και αναγνώρισή της το 1920 σε Πατριαρχείο,  το 1885 στην Εκκλησία της Ρουμανίας και το 1925 σε Πατριαρχείο, το 1945 στην Εκκλησία της Βουλγαρίας και το 1961 σε Πατριαρχείο, το 1990 παραχωρείται στην αρχαία Εκκλησία της Γεωργίας η Πατριαρχική τιμή. Η Εκκλησία της Γεωργίας υπέφερε πολύ από τη τσαρική Ρωσία, γιατί για εκατό χρόνια από το 1811 μέχρι το 1917 είχε χάσει την εκκλησιαστική της αυτοτέλεια. Στην εκκλησία της Πολωνίας παραχωρείται από το Οικουμενικό Πατριαρχείο το αυτοκέφαλο στα 1924, το έτος 1937 στην Εκκλησία της Αλβανίας και το 1998 στην Εκκλησία της Τσεχίας και Σλοβακίας. Στο Οικουμενικό Πατριαρχείο ως αυτόνομες ανήκουν η Αυτόνομη Αρχιεπισκοπή Φιλλανδίας 1923 και η Ορθόδοξη Εκκλησία της Εσθονίας με Συνοδική Πράξη του 1996.

 

2. Έκανα την προηγούμενη μακρά αναφορά, για να καταστεί κατανοητό σε ένα κοινό που έχει άλλες προσλαμβάνουσες ως προς το τί είναι εκκλησιαστική ενότητα, μονονότι παντού η χριστιανοσύνη έχει τα εσωτερικά της προβλήματα και τις διαιρέσεις. Πρώτα πρώτα πρέπει να γίνει σαφές ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν παρεχώρησε τη Μητρόπολη του Κιέβου στο Πατριαρχείο Μόσχας. Η αναίρεση της πράξης αναθέσεως της χειροτονίας του Μητροπολίτη Κιέβου από τον Πατριάρχη Μόσχας αφορά μόνο στους χριστιανούς της Ουκρανίας και το Οικουμενικό Πατριαρχείο και σε καμία άλλη Τοπική Εκκλησία. Αν λάβουμε, μάλιστα, υπόψιν μας τις ταλαιπωρίες των Ορθόδοξων λαών από τη Μεσόγειο μέχρι τη Φιλλανδία και τους πολιτικούς εκβιασμούς από τη Συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή (1774), τη Ρωσική επανάσταση του 1917, το Β´ Παγκόσμιο Πὀλεμο και τις συνέπειές του, ο χρόνος συστέλλεται στις αγωνίες του κάθε ορθόδοξου λαού, και μόνο ως θαύμα μπορώ να θεωρήσω τη διατήρηση της πίστης του και την επιμονή του να ξαναβρεί και να επανέλθει στη ρίζα της Οικουμενικότητάς του. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν είναι παρελθόν, είναι η Εκκλησία που διαφύλαξε τη συνέχεια και των παλαιών Πατριαρχείων της Ανατολής και τη συνέχεια των Ορθόδοξων Τοπικών Εκκλησιών και αυτό όχι μόνο ως εκκλησιαστική διάρθρωση αλλά ως πατερική, λειτουργική, θεολογική, συνοδική πράξη και παράδοση.

 

3. Υπάρχει διαφορά, γιατί το Οικουμενικό Πατριαρχείο παραχώρησε το 1923 την Αρχιεπισκοπή Αχρίδας στο Πατριαρχείο Βελιγραδίου, όπως και το 1928 τις Μητροπόλεις των λεγομένων Νέων Χωρών, στην Εκκλησία της Ελλάδος το 1850, που είναι κάτω από τη Λάρισα. Οι Μητροπόλεις της Μακεδονίας του Αποστόλου Παύλου, του Αγίου Δημητρίου, όπως και εκείνες της Ηπείρου, της Θράκης, το Άγιο Όρος, ανήκουν πνευματικά στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Εμείς στη Μακεδονία έχουμε πνευματικό προσανατολισμό στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, έχουμε οικογενειακές μνήμες που μας συνδέουν με το Οικουμενικό Πατριαρχείο και παρόμοιες μνήμες έχουν και οι Ορθόδοξοι σλαβόφωνοι στα Σκόπια. Ποιός μπορεί να τους στερήσει την επανασύνδεσή τους με τη Μητέρα Εκκλησία τους; Από κει και πέρα το πώς διαμορφώθηκε το κράτος τους και το γιατί, θα το μάθουν οι άνθρωποι στον επόμενο αιώνα. Ωστόσο, από εκκλησιαστικής πλευράς, πιστεύω, το ενδιαφέρον είναι ότι πρέπει να λάβουν την κανονικότητα και τη θέση τους οι Ορθόδοξοι της FYROM μεταξύ των Ορθοδόξων, γιατί η πλειονοψηφία των κατοίκων φέρονται ως σχισματικοί. Οι Ορθόδοξοι των Βαλκανίων έχουμε όλοι την ίδια εκκλησιαστική παράδοση, σλαβόφωνοι και Ελληνόφωνοι, και είναι σκάνδαλο να τους αγνοούμε εκκλησιαστικά με το πρόσχημα του σχισματικού. Πιστεύω ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο μετά την πολιτική λύση του ονόματος θα αναζητήσει την πλέον κατάλληλη λύση. Εξάλλου, πρέπει να σημειώσω ότι στη βάση δεν υπάρχει σχίσμα. Στη Θεολογική μας Σχολή στο Αριστοτέλειο φοιτούν φοιτητές και των δύο εκκλησιαστικών οντοτήτων της FYROM, άριστοι φοιτητές όλοι, και κανείς μας δεν διανοήθηκε να τους θεωρήσουμε «σχισματικούς».

 

4. Θεωρώ απαράδεκτες τις εκφράσεις του Μητροπολίτη Ιλαρίωνος εναντίον του Οικουμενικού Πατριάρχη. Εγγίζουν τα όρια του πεζοδρομίου. Αντιλαμβάνομαι ότι οι Ρώσοι χριστιανοί είναι άμαθοι στην εκκλησιαστική τάξη, παρ᾽ όλη την κοσμική ισχύ, γιατί έχουν περάσει κοντά στα εκατό χρόνια απομονωτισμού, λόγω της περιπέτειας με το πολιτικό τους σύστημα, το οποίο δεν μπορούν να αποβάλλουν ακόμη και τώρα. Όταν θα μελετήσουν και θα ισορροπήσουν πολιτικά, θα αντιληφθούν τα δεινά που επισώρευσαν στους αδελφούς τους ομοδόξους. Ο Ρωσικός λαός δεν πρέπει να απουσιάσει από την οικογένεια των Ορθόδοξων λαών, αλλά ούτε και από την Ευρώπη, και οι μονομερείς τους ενέργειες δεν δικαιολογούνται με εντολές που φθάνουν ακόμη και στην ακοινωνησία των απλών κληρικών και των λαϊκών. Αυτό δεν έχει άλλο παράδειγμα στην ιστορία της Ορθοδόξου Εκκλησίας, ούτε στα χρόνια του Σεβήρου Αντιοχείας. Μου θυμίζει τον Προτεσταντισμό του Καλβίνου στο Στρασβούργο.

 

5. Θα δοθεί ο Τόμος της αυτοκεφαλίας στους Ουκρανούς, που θα συγκροτήσουν την Τοπική τους Εκκλησία. Ελπίζω να δείξουν ωριμότητα όλες οι πλευρές, για να θεραπεύσουν τις πληγές τους, αλλά και να δικαιώσουν τους αγώνες των προγόνων τους. Ο Ορθόδοξος κόσμος με τα παλαίφατα Πατριαρχεία, που ζει εδώ και αιώνες σε ένα ανομοιογενές περιβάλλον, φέρει τους τύπους των ήλων του μαρτυρίου και του χώρου μιας εκκλησιαστικής παραδόσεως αιώνων και θα οδηγηθεί, όπως μέχρι τώρα, με τα ίδια βήματα συγκαταβαίνων στις χρείες των ανθρώπων και τις αδυναμίες των αδελφών με την ιεραχική του συγκρότηση.


https://www.avvenire.it/chiesa/chiesa-italiana/mosca-e-costantinopoli-divisi-su-kiev-e-cresce-la-tensione_36257