HELLENOPHONIA

Τετάρτη 20 Μαΐου 2026

 

 


Κυριακὴ Ζ´ ἀπὸ τοῦ Πάσχα: Τῶν ἁγίων 318 Θεοφόρων Πατέρων τῆς Α´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, 28 Μαΐου 2025- (28/5/2023)
(Αριθμ. 18Ν)

 
Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν
Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ.

 

Α. 1. Η έβδομη Κυριακή μετά το Πάσχα, ή η Κυριακή μεταξύ της Αναλήψεως και της Πεντηκοστής, και ιδιαίτερα μεταξύ της Αναλήψεως και της Αποδόσεως της εορτής, είναι αφιερωμένη στους Θεοφόρους Πατέρες της Α´ Οικουμενικής Συνόδου του 325. Η Σύνοδος συνήλθε, για να επιλύσει θέματα κυρίως εκκλησιαστικής ευταξίας μετά την περιπέτεια της Εκκλησίας από τους διωγμούς του Διοκλητιανού και για τον τρόπο καθορισμού κοινού εορτασμού του Πάσχα από όλες τις εκκλησιαστικές διοικήσεις της αυτοκρατορίας σε Ανατολή και Δύση.

2. Μετά τους διωγμούς, που πολλοί ήταν εκείνοι που υπέφεραν κι άλλοι μαρτύρησαν φρικτά, οι περισσότεροι στην Αίγυπτο, τη Βόρεια Αφρική και κάποιοι στη Ρώμη κι αλλού, όσοι υπέμειναν το μαρτύριο, διεκδικούσαν να χειρισθούν τα εκκλησιαστικά πράγματα και να ορίζουν και τις χειροτονίες, σα να τους το χρωστούσε η Εκκλησία, και ρήμαζαν το κοινό σώμα της Εκκλησίας χωρίζοντας τους χριστανούς σε καθαρούς κι ακάθαρτους, στο εμείς οι άγιοι και κατέχοντες την αλήθεια και στους άλλους. Εξάλλου, αυτή η απαίτηση από ασθενή μέλη της Εκκλησίας, που νομίζουν ότι η Εκκλησία τους χρωστά, γιατί διακονούν, ενώ ως ικανότατοι θα μπορούσαν να κατακτήσουν και τον κόσμο, είναι κάτι που δεν εξέλιπε μέχρι τις μέρες μας. Δεν είναι μόνο σημερινή πραγματικότητα, που ανοητεύοντες πάσης φύσεως και υφής διχάζουν τον κοσμάκη, είναι μια πολύ παλιά υπόθεση που επιβιώνει εδώ και αιώνες, και ενισχύεται κατά καιρούς και ξαναφέρνει τον αρχαιοελληνικό μηχανιστικό ηθικισμό ως κανόνα πορείας και σωτηρίας. Το θέμα, λοιπόν, των λεγομένων «ϰαθαρών» (κάτι σαν τους σύγχρονους οργανωσιακούς παρεκκλησιαστικούς κύκλους και τα μέλη τους, τους κριτές της οικουμένης) ήταν που διαιρούσε τις πολύπαθες τοπικές Εκκλησίες, και συνήλθε η Σύνοδος στη Νίκαια. Μαζί τέθηκε ως θέμα ο κοινός εορτασμός του χριστιανικού Πάσχα και το θέμα των παρερμηνειών του πρωτοπρεσβύτερου της Εκκλησίας Αλεξανδρείας Αρείου, ο οποίος είχε κάνει την ομαδούλα του, το έπαιζε επίσης άγιος και πολύ πνευματικός προσελκύοντας αρκετούς «καθαρούς» και είχε τα μάτια του να γίνει Αλεξανδρείας. Αυτοί οι τύποι στην Εκκλησία πάντα υπάρχουν, μολύνοντας προσκαίρως τα ασθενή μέλη της Εκκλησίας και καθιστώντας την περίγελο των ανθρώπων.

 

Β. 1. Η Σύνοδος έβαλε στη θέση τους όλους τους υποκριτές, καταδικάζοντας τις συμπεριφορές τους ως προς την εκκλησιαστική ευταξία, για να μην είναι οι χριστιανοί ξέφραγο αμπέλι από ομαδούλες ευσεβιστών, που έκαναν και το μεγάλο δάσκαλο και προφήτη, αλλά και ήλεγξε την πίστη του Αρείου και των οπαδών του με συγκεκριμένο κείμενο επί τη βάσει μάλλον του βαπτιστηρίου Συμβόλου Πίστεως της εκκλησίας της Αλεξάνδρειας, και επί του οποίου τοποθετήθηκαν όλοι οι 318 συνοδικοί επίσκοποι (ο αριθμός ανάγεται στην Παλαιά Διαθήκη, όπου απαντά ο θεολογικός τύπος στους οικογενείς του Πατριάρχη Αβραάμ, όπως θα δούμε παρακάτω). Έτσι προέκυψε, χωρίς να είναι ο αρχικός σκοπός συγκλήσεως της Συνόδου, το Σύμβολο Πίστεως της Νικαίας. Ήταν ένα κείμενο που προέκυψε, δηλαδή, όχι από πρόθεση αλλά ως έκπληξη, ως έργο του Αγίου Πνεύματος. Από κει και πέρα η Εκκλησία δεν κάνει τίποτα άλλο παρά να ερμηνεύει το Σύμβολο της Πίστεως σε μία αντιστοιχία με την Αγία Γραφή, με ποικίλους τρόπους, συνοδικά, λειτουργικά, με λόγο, με νήψη, με τέχνη, με πολιτισμό.

2. Κι επειδή οι τριακόσιοι δεκαοκτώ Θεοφόροι Πατέρες ερμήνευσαν τη βαπτισματική πίστη, περί της οποίας ο Χριστός μίλησε στους Μαθητές του κατά την Ανάληψη, γι᾽ αυτό τίθεται ο εορτασμός προ της Πεντηκοστής ως κατήχηση, ως ερμηνεία, δηλαδή, της βαπτισματικής πίστης, που έζησαν οι Απόστολοι την Πεντηκοστή, κι όλοι μας ως μέλη της Εκκλησίας της Πεντηκοστής, όπως εκθέτει τα πράγματα ο Άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων στο ομώνυμο έργο και σε μία αντιστοίχηση με τα Προφητικά Αναγνώσματα της εορτής. Επαναλαμβάνω αυτό που γράφτηκε σε προηγούμενο κείμενο για το τί είναι η Πεντηκοστή: Οι Μαθητές προ της Αναλήψεως λαμβάνουν την εντολή από το Χριστό, άμα τε και υπόμνηση περί της «ἐπαγγελίας» του Πατρός, η οποία δεν είναι μία αφηρημένη ιδέα, έννοια, αλλά συγκεκριμένη πράξη. Πρόκειται για το γεγονός του βαπτίσματος ἐν Πνεύματι Αγίω (Πράξ. α´, 6). Εξάλλου, ο Χριστός πρώτα έπραττε και ύστερα δίδασκε, όπως σημειώνει ο Ευαγγελιστής Λουκάς στο Αποστολικό Ανάγνωσμα «ὧν ἤρξατο ὁ Ἰησοῦς ποιεῖν τε καὶ διδάσκειν», Πράξ. α´, 1. Μάλιστα, σημειώνεται ότι αυτό το βάπτισμα, το οποίο θα τους συμβεί στα Ιεροσόλυμα, όπου πρέπει να περιμένουν: «καὶ ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστέλλω τὴν ἐπαγγελίαν τοῦ πατρός μου ἐφ᾽ ὑμᾶς· ὑμεῖς δὲ καθίσατε ἐν τῇ πόλει Ἱερουσαλήμ ἕως οὗ ἐνδύσησθε δύναμιν ἐξ ὕψους», Λουκ. κδ´, 49, είναι υπέρβαση του δι᾽ ύδατος βαπτίσματος του Ιωάννη, υπέρβαση, δηλαδή, του Νόμου, και γι᾽ αυτό τους υποδεικνύεται και η έξοδος προς όλη την Οικουμένη, όπου δεν θα χρειάζονται, δηλαδή, να βαπτίζουν τους χριστιανούς στα ύδατα του Ιορδάνη: «ἀλλὰ λήψεσθε δύναμιν ἐπελθόντος τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἐφ᾽ ὑμᾶς, καὶ ἔσεσθέ μου μάρτυρες ἔν τε Ἱερουσαλὴμ καὶ ἐν πάσῃ τῇ Ἰουδαίᾳ καὶ Σαμαρείᾳ καὶ ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς», Πράξ. α´, 8». Βάπτισμα των Αποστόλων ἐν πυρίναις γλώσσαις είναι η Πεντηκοστή. Γι᾽ αυτό και ονομάζεται παραστατικά γενέθλιος ημέρα της Εκκλησίας. Οι Μαθητές βαπτίσθηκαν στις πύρινες γλώσσες του Αγίου Πνεύματος και γι᾽ αυτό οι Πατέρες της Α´ (και Β´) Οίκουμενικής Συνόδου ερμηνεύουν πρώτιστα τη βαπτισματική ομολογία και μόνο. Η αμφισβήτηση ότι ο Υιός και Λόγος του Θεού Πατρός ενηνθρώπησε πραγματικά και όχι κατά φαντασία οδήγησε εν συνεχεία τους Πατέρες των επόμενων πέντε Οικουμενικών Συνόδων να ερμηνεύσουν με βάση την ενότητα της αποκαλύψεώς του στους Προφήτες και τους Αποστόλους το πόσο θεμελιακό είναι για τη σωτηρία του ανθρώπου το Σύμβολο της Πίστεως στο άρθρο «σαρκωθέντα... καὶ ἐνανθρωπήσαντα».

 

Γ. Το Αποστολικό Ανάγνωσμα προέρχεται από την τρίτη περιοδεία του Αποστόλου Παύλου, επιστρέφων αυτός από Τρωάδος και διά θαλάσσης από Μυτιλήνη, Χίο, Σάμο (Τρωγύλιο), Μίλητο προς Ιεροσόλυμα, καθώς ήθελε να βρίσκεται στα Ιεροσόλυμα για την ημέρα της Πεντηκοστής μετά από τρία χρόνια περιοδειών. Και, για να μην καθυστερήσει και δεν φτάσει έγκαιρα στα Ιεροσόλυμα, κάλεσε τους πρεσβυτέρους, τους προεστούς, από την Έφεσο να τους αποχαιρετήσει, καθώς θα παρέκαμπτε την Έφεσο. Το καίριο σημείο του Αναγνώσματος είναι η ευθεία μαρτυρία περί των χαρισμάτων του ιεραρχικού σώματος της Εκκλησίας εν Αγίω Πνεύματι: «ἐν ᾧ ὑμᾶς τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἔθετο ἐπισκόπους, ποιμαίνειν τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ, ἣν περιεποιήσατο διὰ τοῦ ἰδίου αἵματος», Πράξ. κ´, 28. Τα υπόλοιπα της συναντήσεως μάς εισάγουν σε μία ατμόσφαιρα συγκλονιστική για το πώς έζησε η Αποστολική Εκκλησία τα γεγονότα των Παθών του Χριστού και την Πεντηκοστή. Μόνο έτσι μπορούμε να καταλάβουμε, έστω και λίγο, την ομολογία για τη Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία του Συμβόλου της Πίστεως.

 

Δ. 1. Ερχόμενη στο Ευαγγελικό Ανάγνωσμα επισημαίνω ότι είναι απόσπασμα από την Αρχιερατική Προσευχή του Χριστού, η οποία είναι φανέρωση της ένταξης του παλαιού Ισραήλ στην Εκκλησία την ώρα του Μυστικού Δείπνου, ανακεφαλαιώνοντας στο πρόσωπό του ο Χριστός «δι᾽ ἡμᾶς» το τρισσό χαρισματικό αξίωμα στην ιστορία του περιούσιου λαού από τη δημιουργία του ανθρώπου, ως βασιλεύς, προφήτης και Μέγας Αρχιερεύς, θύτης και θύμα, Πνευματικώς ορώμενος, αοράτως συνών και προσδεχόμενος την αναίμακτη θυσία μετά του Πατρός και του Αγίου Πνεύματος, όπως ερμήνευσαν το Μυστήριο της Θείας Οικονομίας περαιτέρω οι Πατέρες της Συνόδου Κωνσταντινουπόλεως του 1157 μετά και την περιπέτεια της Εκκλησίας, λόγω της απαράδεκτης προσθήκης περί της καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος: «Τοῖς λέγουσιν ὅτι τὴν ἐν τῷ καιρῷ τοῦ κοσμοσωτηρίου πάθους τοῦ Κυρίου καὶ θεοῦ καὶ σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ προσαχθεῖσαν ὑπὲρ τῆς ἡμῶν σωτηρίας παρ᾽ αὐτοῦ θυσίαν τοῦ τιμίου αὐτοῦ σώματός τε καὶ αἵματος, ὡς ἀρχιερέως, κατὰ τὸ ἀνθρώπινον, δι᾽ ἡμᾶς χρηματίσαντος, ὅτι περ ὁ αὐτὸς καὶ θεὸς καὶ θύτης καὶ θῦμα, κατὰ τὸν πολὺν ἐν θεολογίᾳ Γρηγόριον, προσήγαγε μὲν αὐτὸς τῷ θεῷ καὶ πατρί, οὐ προσεδέξατο δὲ ὡς θεὸς μετὰ τοῦ πατρός, αὐτός τε ὁ μονογενὴς καὶ τὸ πνεῦμα τὸ ἅγιον, ὡς διὰ τούτων ἀποξενοῦσιν αὐτόν τε τὸν θεὸν Λόγον καὶ τὸ ὁμοούσιον καὶ ὁμόδοξον τούτου παράκλητον πνεῦμα τῆς θεοπρεποῦς ὁμοτιμίας τε καὶ ἀξίας, ἀνάθεμα».

2. Ανακεφαλαιώνει, λοιπόν, ο Χριστός στο πρόσωπό του τις χαρισματικές λειτουργίες του αρχαίου Ισραήλ, ως πλήρωση, ανακεφαλαίωση, δηλαδή, του Νόμου και των Προφητών, σε μία ενότητα με την εν Πνεύματι λειτουργία του χαρισματικού Σώματος της Εκκλησίας της Πεντηκοστής όλων των εθνών, καθώς τύπος και αλήθεια συνιστούν μία και την αυτήν πορεία του ανθρωπίνου γένους, που καταυγάζεται από τη χάρη της διαρκούς φανερώσεως του Τριαδικού Θεού στον κόσμο. Γι᾽ αυτό και η υμνολογία της Εκκλησίας μας αυτήν τη μέρα καταυγάζεται από τη Δόξα του ανακεφαλαιώσαντος την ιστορία του σύμπαντος κόσμου Υιού και Λόγου του Θεού, του Ενανθρωπήσαντος, με το Απολυτίκιο των Πατέρων, ἦχος πλ. δ´, πορευομένων στην αυτήν αγιοπνευματική οδό μαζί με το Θεόπτη Μωϋσή, τους Προφήτες και τον Ψαλμωδό: «Ὑπερδεδοξασμένος εἶ, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ φωστῆρας ἐπὶ γῆς τοὺς Πατέρας ἡμῶν θεμελιώσας, καὶ δι᾽ αὐτῶν πρὸς τὴν ἀληθινὴν πίστιν, πάντας ἡμᾶς ὁδηγήσας· πολυεύσπλαγχνε, δόξα σοι».

3. α. Κατά ταύτα με την υμνολογία της εορτής τονίζεται η ενότητα της αγιοπνευματικής μαρτυρίας προς αναίρεση όλων των αιρέσεων που διέστρεφαν τη βαπτισματική μαρτυρία και ομολογία του Τριαδικού Θεού και του Μυστηρίου της Θείας Οικονομίας του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, εν «τύποις» και εν αληθεία. Γι᾽ αυτό, ενώ υπογραμμίζεται η παρέκκλιση του Αρείου με το τέταρτο Στιχηρό των Πατέρων, ἦχος πλ. β´, ο λόγος μεταβαίνει στο Θεσβίτη Ηλία, γιατί το αυτό Άγιο Πνεύμα λαλεί και στους Προφήτες, και μάλιστα προβάλλεται ο Θεσβίτης ως αρπαγείς στον ουρανό και επανελθών στη Θεοφάνεια της Μεταμορφώσεως: «Ἄρειος ὁ ἄφρων, τῆς Παναγίας τέτμηκε Τριάδος τὴν μοναρχίαν, εἰς τρεῖς ἀνομίους τε καὶ ἐκφύλους οὐσίας· ὅθεν Πατέρες θεοφόροι, συνελθόντες προθύμως, ζήλῳ πυρούμενοι, καθάπερ, ὁ θεσβίτης Ἠλίας, τῷ τοῦ Πνεύματος τέμνουσι ξίφει, τὸν τῆς αἰσχύνης δογματίσαντα βλάσφημον, καθὼς τὸ Πνεῦμα ἀπεφήνατο».

β. Στην ίδια ερμηνευτική γραμμή θησαυρίζονται τα Προφητικά Αναγνώσματα με τον Πατριάρχη Αβραάμ και τους 318 οικογενείς του, προφητικό τύπο των 318 Αγίων Πατέρων της Α´ Οικουμενικής Συνόδου, κατά την οποία με τον όρο ὁμοούσιος για το Θεό Λόγο ομολογείται η θεότητά του ως του Κυρίου του Θεού του Δεκαλόγου κατά το τρίτο Προφητικό Ανάγνωσμα αλλά και του Συμβόλου της Πίστεως, ο οποίος διακρίνεται από την κτίση και τα κτιστά πλάσματά του, του αυτού δε αποκαλυφθέντος και στον Ισαάκ και Ιακώβ. Τη σαφή ευχαριστιακή προέκταση των Προφητικών Αναγνωσμάτων προς την Εκκλησία της Πεντηκοστής προσδίδει η αναφορά στο Μελχισεδέκ, η προκομηδή των άρτων και του οίνου και η επευλόγηση του Αβραάμ από αυτόν στο τέλος του πρώτου Προφητικού Αναγνώσματος. Στο υπόβαθρο των τριών Προφητικών Αναγνωσμάτων ο Αβραάμ ως γενάρχης όλων των ανθρώπων και όχι μόνο του Ισραήλ και η απροσωποληψία του Θεού έναντι ακόμη και των προσηλύτων οδηγούν στην παραδοχή της υπό του Κυρίου παρεχόμενης σωτηρίας σε όλο το ανθρώπινο γένος, σε μία συστοιχία προς το γεγονός ότι ο Χριστός κήρυξε την μίαν και την αυτήν πίστη στον ὄχλο και όχι αποκλειστικά στις Συναγωγές. Έτσι, στο Κοντάκιο της εορτής, ἦχος πλ. δ´, ο δοξασμός ανάγεται στο Μυστήριο της Θείας Οικονομίας, «τῆς εὐσεβείας τὸ μέγα μυστήριον», κατά την ταυτότητα της αγιοπνευματικής μαρτυρίας, όπως θα προβάλλεται στο εξής και στις συνοδικές ερμηνευτικές προτάσεις της Εκκλησίας και το λειτουργικό της Συνοδικό: «Ἀποστόλων τὸ κήρυγμα, καὶ τῶν Πατέρων τὰ δόγματα, τῇ Ἐκκλησίᾳ μίαν τὴν πίστιν ἐκράτυνεν· ἣ καὶ χιτῶνα φοροῦσα τῆς ἀληθείας, τὸν ὑφαντὸν ἐκ τῆς ἄνω θεολογίας, ὀρθοτομεῖ καὶ δοξάζει τῆς εὐσεβείας τὸ μέγα μυστήριον».

 

ΥΠΟΣΜΕΙΩΣΗ: Η εξαγωγή επιμέρους θεμάτων και ιδίως η χρήση περικεκομμένως της φράσης «ἵνα ὦσιν ἓν καθὼς ἡμεῖς» για μία θεολογία αποκλειστικής υπερορθοδοξίας, ή αντιδυτικότητας, προκαλεί θυμηδία, γιατί η ευχή της Εκκλησίας για την ενότητα του σύμπαντος κόσμου θεμελιώνεται στο έργο του Επιφανέντος Υιού και Λόγου, ο οποίος αναίρεσε τις διαιρέσεις και χάρισε τη Δόξα και την ειρήνη του και πάλι σε όλο τον κόσμο.

 

Αποστολικό Ανάγνωσμα: Πράξ. κ´, 16-18, 28-36: «16 ἔκρινε γὰρ ὁ Παῦλος παραπλεῦσαι τὴν Ἔφεσον, ὅπως μὴ γένηται αὐτῷ χρονοτριβῆσαι ἐν τῇ Ἀσίᾳ· ἔσπευδε γάρ, εἰ δυνατὸν ἦν αὐτῷ, τὴν ἡμέραν τῆς πεντηκοστῆς γενέσθαι εἰς Ἱεροσόλυμα. 17 Ἀπὸ δὲ τῆς Μιλήτου πέμψας εἰς Ἔφεσον μετεκαλέσατο τοὺς πρεσβυτέρους τῆς ἐκκλησίας. 18 ὡς δὲ παρεγένοντο πρὸς αὐτόν, εἶπεν αὐτοῖς· Ὑμεῖς ἐπίστασθε, ἀπὸ πρώτης ἡμέρας ἀφ’ ἧς ἐπέβην εἰς τὴν Ἀσίαν, πῶς μεθ᾽ ὑμῶν τὸν πάντα χρόνον ἐγενόμην. - 28 προσέχετε οὖν ἑαυτοῖς καὶ παντὶ τῷ ποιμνίῳ, ἐν ᾧ ὑμᾶς τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἔθετο ἐπισκόπους, ποιμαίνειν τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ, ἣν περιεποιήσατο διὰ τοῦ ἰδίου αἵματος. 29 ἐγὼ γὰρ οἶδα τοῦτο, ὅτι εἰσελεύσονται μετὰ τὴν ἄφιξίν μου λύκοι βαρεῖς εἰς ὑμᾶς μὴ φειδόμενοι τοῦ ποιμνίου· 30 καὶ ἐξ ὑμῶν αὐτῶν ἀναστήσονται ἄνδρες λαλοῦντες διεστραμμένα τοῦ ἀποσπᾶν τοὺς μαθητὰς ὀπίσω αὐτῶν. 31 διὸ γρηγορεῖτε, μνημονεύοντες ὅτι τριετίαν νύκτα καὶ ἡμέραν οὐκ ἐπαυσάμην μετὰ δακρύων νουθετῶν ἕνα ἕκαστον. 32 καὶ τὰ νῦν παρατίθεμαι ὑμᾶς, ἀδελφοί, τῷ Θεῷ καὶ τῷ λόγῳ τῆς χάριτος αὐτοῦ τῷ δυναμένῳ ἐποικοδομῆσαι καὶ δοῦναι ὑμῖν κληρονομίαν ἐν τοῖς ἡγιασμένοις πᾶσιν. 33 ἀργυρίου ἢ χρυσίου ἢ ἱματισμοῦ οὐδενὸς ἐπεθύμησα· 34 αὐτοὶ γινώσκετε ὅτι ταῖς χρείαις μου καὶ τοῖς οὖσι μετ᾽ ἐμοῦ ὑπηρέτησαν αἱ χεῖρες αὗται. 35 πάντα ὑπέδειξα ὑμῖν ὅτι οὕτω κοπιῶντας δεῖ ἀντιλαμβάνεσθαι τῶν ἀσθενούντων, μνημονεύειν τε τῶν λόγων τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, ὅτι αὐτὸς εἶπε· μακάριόν ἐστι μᾶλλον διδόναι ἢ λαμβάνειν. 36 καὶ ταῦτα εἰπών, θεὶς τὰ γόνατα αὐτοῦ σὺν πᾶσιν αὐτοῖς προσηύξατο».

 

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: Ἰω. ιζ´, 1-13: «1. Ταῦτα ἐλάλησεν Ἰησοῦς, καὶ ἐπῆρε τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ εἶπε· Πάτερ, ἐλήλυθεν ἡ ὥρα· δόξασόν σου τὸν υἱόν, ἵνα καὶ ὁ υἱός σου δοξάσῃ σέ, 2 καθὼς ἔδωκας αὐτῷ ἐξουσίαν πάσης σαρκός, ἵνα πᾶν ὃ δέδωκας αὐτῷ δώσῃ αὐτοῖς ζωὴν αἰώνιον. 3 αὕτη δέ ἐστιν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσιν σὲ τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεὸν καὶ ὃν ἀπέστειλας Ἰησοῦν Χριστόν. 4 ἐγώ σε ἐδόξασα ἐπὶ τῆς γῆς, τὸ ἔργον ἐτελειώσα ὃ δέδωκάς μοι ἵνα ποιήσω· 5 καὶ νῦν δόξασόν με σύ, πάτερ, παρὰ σεαυτῷ τῇ δόξῃ ᾗ εἶχον πρὸ τοῦ τὸν κόσμον εἶναι παρὰ σοί. 6 Ἐφανέρωσά σου τὸ ὄνομα τοῖς ἀνθρώποις οὓς δέδωκάς μοι ἐκ τοῦ κόσμου. σοὶ ἦσαν καὶ ἐμοὶ αὐτοὺς δέδωκας, καὶ τὸν λόγον σου τετηρήκασι. 7 νῦν ἔγνωκαν ὅτι πάντα ὅσα δέδωκάς μοι παρὰ σοῦ εἰσίν· 8 ὅτι τὰ ῥήματα ἃ ἔδωκάς μοι δέδωκα αὐτοῖς, καὶ αὐτοὶ ἔλαβον καὶ ἔγνωσαν ἀληθῶς ὅτι παρὰ σοῦ ἐξῆλθον, καὶ ἐπίστευσαν ὅτι σύ με ἀπέστειλας. 9 ἐγὼ περὶ αὐτῶν ἐρωτῶ· οὐ περὶ τοῦ κόσμου ἐρωτῶ ἀλλὰ περὶ ὧν δέδωκάς μοι, ὅτι σοί εἰσί, 10 καὶ τὰ ἐμὰ πάντα σά ἐστιν καὶ τὰ σὰ ἐμά, καὶ δεδόξασμαι ἐν αὐτοῖς. 11 καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἐν τῷ κόσμῳ, καὶ αὐτοὶ ἐν τῷ κόσμῳ εἰσί, καὶ ἐγὼ πρὸς σὲ ἔρχομαι. Πάτερ ἅγιε, τήρησον αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου οὓς δέδωκάς μοι, ἵνα ὦσιν ἓν καθὼς ἡμεῖς. 12 ὅτε ἤμην μετ᾽ αὐτῶν ἐν τῷ κόσμῳ, ἐγὼ ἐτήρουν αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου οὓς δέδωκάς μοι ἐφύλαξα, καὶ οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν ἀπώλετο εἰ μὴ ὁ υἱὸς τῆς ἀπωλείας, ἵνα ἡ γραφὴ πληρωθῇ. 13 νῦν δὲ πρὸς σὲ ἔρχομαι, καὶ ταῦτα λαλῶ ἐν τῷ κόσμῳ ἵνα ἔχωσι τὴν χαρὰν τὴν ἐμὴν πεπληρωμένην ἐν αὑτοῖς».

Τρίτη 19 Μαΐου 2026

 

 

 

Ἀνάληψις τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, 28 Μαΐου 2025, (25/5/2023), (Αριθμ. 17Ν)

 

Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ.

 

Α. 1. Η εορτή της Αναλήψεως του Χριστού είναι το μεθόριο του Πάσχα (σε μία ενότητα με το Τριώδιο) και της Πεντηκοστής. Εξάλλου, εορτολογικά βρίσκεται σε άμεση συνέχεια με το Άγιο Πάσχα με την Απόδοση της εορτής κατά την προτεραία, η οποία και την προκαταγγέλλει, καθώς εναλλάσσονται ο Προεόρτιος Κανόνας της Αναλήψεως, ο πρώτος Κανόνας του Πάσχα με τις Καταβασίες και του Τυφλού, λόγω της Αποδόσεως της εορτής. Κατά ταύτα, είναι ενδεικτικά τα τρία τροπάρια της πρώτης Ωδής του Προεορτίου Κανόνα της Αναλήψεως με την ανακεφαλαίωση της υπέρ ημών Θείας Οικονομίας του Ενανθρωπήσαντος Υιού και Λόγου του Θεού Πατρός, αναιρέσαντος την προπατορική αποστασία και διαίρεση, ἦχος πλ. α´: α) «Ἄνω πρὸς τὸν Πατέρα, Χριστὸς ἀνέρχεται, καὶ προσάγει τὴν σάρκα, ἣν ἐξ ἡμῶν ἀνέλαβεν· Αὐτὸν ἀνυμνήσωμεν, ἐν αἰνέσει σήμερον, ἐπινίκιον ὕμνον ᾄδοντες», β) «Βίβλοι γραφῶν ἐνθέων, καὶ τὰ κηρύγματα, τῶν σοφῶν θεηγόρων, πέρας σαφῶς ἐδέξαντο· μετὰ γὰρ τὴν Ἔγερσιν, ὁ Δεσπότης ἄνεισι, μετὰ δόξης εἰς τὰ οὐράνια», γ) «Γῆ μυστικῶς χορεύει, καὶ τὰ οὐράνια, θυμηδίας πληροῦται, ἐπὶ τῇ Ἀναλήψει Χριστοῦ, τοῦ τὰ πρὶν ἑνώσαντος, διεστῶτα χάριτι, καὶ φραγμὸν τὸν τῆς ἔχθρας λύσαντος». Στην ίδια ερμηνευτική γραμμή με τον Κανόνα του Πάσχα και τον Προεόρτιο της Αναλήψεως προβάλλεται η ενότητα της αποκαλύψεως του Λόγου ασάρκως και ενσάρκως στην προοπτική της προετοιμασίας για το ευχαριστιακό δείπνο του Πνευματικώς ορωμένου και αοράτως συνόντος Κυρίου της Δόξης και αεί ερχομένου: Κανών α´, Ωδή δ´, ἦχος α´, τροπάριο δ´, του Πάσχα: «Ὁ θεοπάτωρ μὲν Δαυΐδ, πρὸ τῆς σκιώδους κιβωτοῦ ἥλατο σκιρτῶν, ὁ λαὸς δὲ τοῦ Θεοῦ ὁ ἅγιος, τὴν τῶν συμβόλων ἔκβασιν, ὁρῶντες, εὐφρανθῶμεν ἐνθέως, ὅτι ἀνέστη Χριστὸς ὡς παντοδύναμος», και Κανών α´ Προεόρτιος της Αναλήψεως, Ωδή ε´, ἦχος πλ. α´, τροπάριο γ´: «Νόμου προσκιάσματα, καὶ τὰ κηρύγματα, τῶν θεηγόρων, Χριστὲ πληρώσας, ἀνῆλθες νεφέλης σε, καθυπολαβούσης, Σωτὴρ πρὸς τὰ οὐράνια», όπως επίσης του αυτού Προεορτίου Κανόνος, Ωδή θ´, τροπάριο γ´ κατά το Αποστολικό Ανάγνωσμα: «Σοῦ τὴν θείαν ἄνοδον, θαυμαζόντων θείων Μαθητῶν, ἐπέστησαν ἐμφανῶς, Ἄγγελοι αὐτοῖς, βοῶντες· ὃν βλέπετε ἀνιόντα εἰς τοὺς οὐρανούς, οὗτος ἐλεύσεται, μετὰ δόξης κρῖναι ἅπαντας».

2. Με τα Στιχηρά Ιδιόμελα επισημαίνονται η ανακεφαλαίωση του Μυστηρίου της Θείας ενσάρκου Οικονομίας και η προετοιμασία για την έλευση του Αγίου Πνεύματος για την τέλεση του ευχαριστιακού δείπνου. Αυτήν την ερμηνευτική γραμμή αναδεικνύουν τα Προφητικά Αναγνώσματα από τον Ησαΐα και το Ζαχαρία, με τον προφητικό τύπο της Παναγίας ως ὄρους και οἴκου του Θεού[1], και το άκρως ευχαριστιακό δεύτερο Προφητικό Ανάγνωσμα με τον ερχόμενο εξ Εδώμ στα κόκκινα ιμάτια και το πάτημα του ληνού και την ανάδυση του ζώντος ύδατος εξ Ιερουσαλήμ του Κυρίου Βασιλέως «ἐπὶ πᾶσαν τὴν γῆν» του τρίτου Προφητικού Αναγνώσματος εκ του Ζαχαρίου, που είναι συγχρόνως ένας προφητικός προχειρισμός και του εν Πνεύματι βαπτίσματος. Εξάλλου, με τις Καταβασίες της εορτής, ήδη με αυτήν της πρώτης Ωδής του δ´ ἤχου, ερμηνεύεται το άρθρο του Συμβόλου της Πίστεως «Τὸ λαλῆσαν διὰ τῶν Προφητῶν» σε μία ενότητα με τα Θεοφανικά γεγονότα του άσαρκου Λόγου: «Θείῳ καλυφθεὶς ὁ βραδύγλωσσος γνόφῳ, Ἐρρητόρευσε τὸν θεόγραφον νόμον. Ἰλὺν γὰρ ἐκτινάξας ὄμματος νόου, Ὁρᾷ τὸν ὄντα καὶ μυεῖται Πνεύματος, Γνῶσιν, γεραίρων ἐνθέοις τοῖς ᾄσμασιν».

3. Κατά ταύτα, πέραν από τα Αγιογραφικά Αναγνώσματα, στὰ οποία καταγράφεται η μαρτυρία των Αποστόλων και Ευαγγελιστών, η εορτή πλημμυρίζεται από την απάντηση της Εκκλησίας προς τοὺς χριστομάχους όλων των εποχών για την πίστη της στο πρόσωπο του Χριστού, ποὺ διακρατεί και συνέχει το ανθρώπινο γένος από τη δημιουργία και μέχρι τους άπειρους αιώνες. Ο Χριστός ως Αρχή και Μέση και Τέλος, ο αεί Ων, ο Παντοκράτωρ, όπως τον έθεσε συγκλονιστικά στον τρούλλο των εκκλησιών η Ορθόδοξη Αγιογραφία, μετά των Προφητών, των Αποστόλων, μετά των Αγγέλων, Φως απρόσιτο, οικών τα σύμπαντα και παρέχων τη διαλλαγή της κτίσης με τον Κύριο και Θεό, τον παρέχοντα την ειρήνη, που υπερβαίνει το νου των λογικών πλασμάτων του.

 

Β. 1. Χρειάστηκαν περίπου χίλια χρόνια, για να ερμηνευθεί μία και μόνο πρόταση του Συμβόλου της Πίστεως («καὶ καθεζόμενον ἐκ δεξιῶν τοῦ Πατρός»), η παραγωγή μιας πρωτόγνωρης νηπτικής πράξης και ερμηνευτικής καταγραφής, η εκκαθάριση από τις ανθρώπινες συμπεριφορές μιας άκρως υποκριτικής ηθικής, κατά βάση καταδυναστευτικής και απάνθρωπης, της οποίας οι απαρχές ανάγονται στο ίδιο το γεγονός της αρχέγονης αποστασίας και της θεοποιήσεως του ανθρώπου κατά την ιστορική του περιπέτεια, χρειάστηκαν περίπου χίλια χρόνια, να «πέσει» μία αυτοκρατορία, για να αφομοιωθεί λειτουργικά «ἐν ἀνθρώποις» το γεγονός της εν Αγίω Πνεύματι παρουσίας του Χριστού στην ιστορία και τα έσχατα με κέντρα το Άγιο Όρος, τη Θεσσαλονίκη και την Κωνσταντινούπολη. Εννοώ, βέβαια, τα κατορθώματα της πίστεως των ησυχαστών Πατέρων με προηγό τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, για να βγει το συμπέρασμα ότι η σωτηρία είναι δωρεά του Θεού και όχι κατάκτηση του ανθρώπου δι᾽ ιδίων μέσων και δυνάμεων, και ιδίως, λόγω μιας υποκριτικής «καθαρότητος», που ήταν ο κύριος πυρήνας της ανθρώπινης αρετολογίας του αρχαίου κόσμου, της αυτοθέωσης του ανθρώπου.

 

Γ. Τόσο το Αποστολικό όσο και το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα συμπίπτουν κατά συγγραφέα, ενπολλοίς και κατά περιεχόμενο, αφού το ένα είναι συνέχεια του άλλου, ή το Αποστολικό λειτουργεί ως εισαγωγική περίληψη του Ευαγγελικού, το οποίο είναι, δηλαδή, και η κατακλείδα του Κατά Λουκάν Ευαγγελίου.

Τα δύο Αναγνώσματα δομούνται υπό συγκεκριμένο άξονα:

α) την τελευταία όραση του Αναστάντος Χριστού από τους Μαθητές, οι οποίοι σιγά σιγά ξαναμαζεύτηκαν στα Ιεροσόλυμα, στην Ιουδαία, καθώς είχαν σκορπίσει στα προτερινά τους μέρη στη Γαλιλαία μετά την απογοήτευσή τους από το σταυρικό θάνατο του Δασκάλου τους.

β) την παραγγελία, άμα τε και υπόμνηση περί της «ἐπαγγελίας» του Πατρός, η οποία δεν είναι μία αφηρημένη ιδέα, έννοια, (σαν αυτές που γράφονται από θεολόγους), αλλά συγκεκριμένη πράξη. Εξηγούμαι: Πρόκειται για το γεγονός του βαπτίσματος ἐν Πνεύματι Αγίω (Πράξ. α´, 6). Εξάλλου, ο Χριστός πρώτα έπραττε και ύστερα δίδασκε, όπως σημειώνει ο Ευαγγελιστής Λουκάς στο Αποστολικό Ανάγνωσμα «ὧν ἤρξατο ὁ Ἰησοῦς ποιεῖν τε καὶ διδάσκειν», Πράξ. α´, 1). Μάλιστα, σημειώνεται ότι αυτό το βάπτισμα, το οποίο θα τους συμβεί στα Ιεροσόλυμα, όπου πρέπει να περιμένουν («καὶ ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστέλλω τὴν ἐπαγγελίαν τοῦ πατρός μου ἐφ᾽ ὑμᾶς· ὑμεῖς δὲ καθίσατε ἐν τῇ πόλει Ἱερουσαλήμ ἕως οὗ ἐνδύσησθε δύναμιν ἐξ ὕψους», Λουκ. κδ´, 49), είναι υπέρβαση του δι᾽ ύδατος βαπτίσματος του Ιωάννη, υπέρβαση, δηλαδή, του Νόμου, και γι᾽ αυτό τους υποδεικνύεται και η έξοδος προς όλη την Οικουμένη, όπου δεν θα χρειάζονται, δηλαδή, να βαπτίζουν τους χριστιανούς στα ύδατα του Ιορδάνη: «ἀλλὰ λήψεσθε δύναμιν ἐπελθόντος τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἐφ᾽ ὑμᾶς, καὶ ἔσεσθέ μου μάρτυρες ἔν τε Ἱερουσαλὴμ καὶ ἐν πάσῃ τῇ Ἰουδαίᾳ καὶ Σαμαρείᾳ καὶ ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς», Πράξ. α´, 8.

γ) Τα «πολλά τεκμήρια» του Αναστάντος Χριστού του Αποστολικού Αναγνώσματος (Πράξ. α´, 3) αντιστοιχούν στα γεγονότα των οράσεων του Αναστάντος Χριστού μέχρι και της εστιάσεώς του με ψάρι και μέλι, σύμφωνα με το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα, προκειμένου να αντιληφθούν οι Μαθητές ότι είναι ο Ενανθρωπήσας Θεός, περί του οποίου ομίλησε ο θεόπτης Μωϋσής, οι Προφήτες, οι Ψαλμοί, αλλά και ότι η μαρτυρία τους πρέπει να απλωθεί σ᾽ όλη την Οικουμένη.

δ) Η κατενώπιον των Μαθητών ολοσώματη Ανάληψη του Αναστάντος Χριστού στους ουρανούς και η εκ δεξιών του Πατρός καθέδρα του γίνονται για όλο το ανθρώπινο γένος. Το ανθρώπινο εγγυητικά και προκαταβολικά εισέρχεται στη ζωή της Αγίας Τριάδος. Αυτό το γεγονός ερμήνευσαν οι Πατέρες της Εκκλησίας σε μία σειρά συνόδων από την Τρίτη Οικουμενική και μέχρι τις Ησυχαστικές Συνόδους του 14ου αιώνα, σε μία συνέχεια νήψεως, δοξολογίας, φωτοχυσίας και υπέρ νουν θεωρίας.

ε) Γι᾽ αυτό η υμνολογία της ημέρας είναι μία υμνολογική ερμηνεία της συνοδικής πράξης της Εκκλησίας, η οποία θα πρέπει να ξαναγίνει το κέντρο της ζωής των χριστιανών, αν δεν θέλουμε να πνιγούμε στις ατέρμονες φλυαρίες, που αφορούν ουσιαστκώς σ᾽ ένα κατακερματισμένο ακόμη και εν εαυτώ άνθρωπο στον ιδιοτελή ιδιασμό του. Παραθέτω ενδεικτικά από τον Κανόνα α´, ᾨδὴ η´, ἦχος πλ. α´, τον εἱρμό, που είναι σύνοψη του εις ημάς μυστηρίου της Θείας Οικονομίας του Υιού και Λόγου του Θεού Πατρός, ως υμνολογική ερμηνευτική συνόψιση του Συμβόλου της Πίστεως και των Όρων των Οικουμενικών Συνόδων: «Τὸν ἐκ Πατρὸς πρὸ αἰώνων, γεννηθέντα Υἱὸν καὶ Θεόν, καὶ ἐπ᾽ ἐσχάτων τῶν χρόνων σαρκωθέντα ἐκ Παρθένου Μητρός, ἱερεῖς ὑμνεῖτε, λαὸς ὑπερυψοῦτε, εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας. Τὸν ἐν δυσὶ ταῖς οὐσίαις, ἀναστάντα ζωοδότην Χριστόν, εἰς οὐρανοὺς μετὰ δόξης καὶ Πατρὶ συγκαθεζόμενον, ἱερεῖς ὑμνεῖτε, λαὸς ὑπερυψοῦτε, εἰς πάντας τούς αἰῶνας. Τὸν ἐκ δουλείας τὴν κτίσιν, τῶν εἰδώλων λυτρωσάμενον, καὶ παραστήσαντα ταύτην, ἐλευθέραν τῷ ἰδίῳ Πατρί, σὲ Σωτὴρ ὑμνοῦμεν, καὶ σὲ ὑπερυψοῦμεν, εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας. Τὸν τῇ αὐτοῦ καταβάσει, καθελόντα τὸν ἀντίπαλον, καὶ τῇ αὐτοῦ ἀναβάσει, ἀνυψώσαντα τὸν ἄνθρωπον, ἱερεῖς ὑμνεῖτε, λαὸς ὑπερυψοῦτε, εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας».

 

Αποστολικό Ανάγνωσμα: Πράξ. α´, 1-12: «1 Τὸν μὲν πρῶτον λόγον ἐποιησάμην περὶ πάντων, ὦ Θεόφιλε, ὧν ἤρξατο ὁ Ἰησοῦς ποιεῖν τε καὶ διδάσκειν 2 ἄχρι ἧς ἡμέρας ἐντειλάμενος τοῖς ἀποστόλοις διὰ Πνεύματος ἁγίου οὓς ἐξελέξατο ἀνελήφθη· 3 οἷς καὶ παρέστησεν ἑαυτὸν ζῶντα μετὰ τὸ παθεῖν αὐτὸν ἐν πολλοῖς τεκμηρίοις, δι᾽ ἡμερῶν τεσσαράκοντα ὀπτανόμενος αὐτοῖς καὶ λέγων τὰ περὶ τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ. 4 καὶ συναλιζόμενος παρήγγειλεν αὐτοῖς ἀπὸ Ἱεροσολύμων μὴ χωρίζεσθαι, ἀλλὰ περιμένειν τὴν ἐπαγγελίαν τοῦ πατρὸς ἣν ἠκούσατέ μου· 5 ὅτι Ἰωάννης μὲν ἐβάπτισεν ὕδατι, ὑμεῖς δὲ βαπτισθήσεσθε ἐν Πνεύματι ἁγίῳ οὐ μετὰ πολλὰς ταύτας ἡμέρας. 6 οἱ μὲν οὖν συνελθόντες ἐπηρώτων αὐτὸν λέγοντες· Κύριε, εἰ ἐν τῷ χρόνῳ τούτῳ ἀποκαθιστάνεις τὴν βασιλείαν τῷ Ἰσραήλ; 7 εἶπε δὲ πρὸς αὐτούς· Οὐχ ὑμῶν ἐστι γνῶναι χρόνους ἢ καιροὺς οὓς ὁ πατὴρ ἔθετο ἐν τῇ ἰδίᾳ ἐξουσίᾳ, 8 ἀλλὰ λήψεσθε δύναμιν ἐπελθόντος τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἐφ᾽ ὑμᾶς, καὶ ἔσεσθέ μου μάρτυρες ἔν τε Ἱερουσαλὴμ καὶ ἐν πάσῃ τῇ Ἰουδαίᾳ καὶ Σαμαρείᾳ καὶ ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς. 9 καὶ ταῦτα εἰπὼν βλεπόντων αὐτῶν ἐπήρθη, καὶ νεφέλη ὑπέλαβεν αὐτὸν ἀπὸ τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν. 10 καὶ ὡς ἀτενίζοντες ἦσαν εἰς τὸν οὐρανὸν πορευομένου αὐτοῦ, καὶ ἰδοὺ ἄνδρες δύο παρειστήκεισαν αὐτοῖς ἐν ἐσθῆτι λευκῇ, 11 οἳ καὶ εἶπον· Ἄνδρες Γαλιλαῖοι, τί ἑστήκατε ἐμβλέποντες εἰς τὸν οὐρανόν; οὗτος ὁ Ἰησοῦς ὁ ἀναληφθεὶς ἀφ᾽ὑμῶν εἰς τὸν οὐρανόν, οὕτως ἐλεύσεται, ὃν τρόπον ἐθεάσασθε αὐτὸν πορευόμενον εἰς τὸν οὐρανόν. 12 Τότε ὑπέστρεψαν εἰς Ἱερουσαλὴμ ἀπὸ ὄρους τοῦ καλουμένου ἐλαιῶνος, ὅ ἐστιν ἐγγὺς Ἱερουσαλὴμ, σαββάτου ἔχον ὁδόν».

 

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: (Ἑωθινόν στ´): Λουκ. κδ´, 36-53: «36 Ταῦτα δὲ αὐτῶν λαλούντων αὐτὸς ὁ Ἰησοῦς ἔστη ἐν μέσῳ αὐτῶν καὶ λέγει αὐτοῖς· Εἰρήνη ὑμῖν. 37 πτοηθέντες δὲ καὶ ἔμφοβοι γενόμενοι ἐδόκουν πνεῦμα θεωρεῖν. 38 καὶ εἶπεν αὐτοῖς· Τί τεταραγμένοι ἐστέ, καὶ διατί διαλογισμοὶ ἀναβαίνουσιν ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν; 39 ἴδετε τὰς χεῖράς μου καὶ τοὺς πόδας μου, ὅτι αὐτὸς ἐγώ εἰμι· ψηλαφήσατέ με καὶ ἴδετε, ὅτι πνεῦμα σάρκα καὶ ὀστέα οὐκ ἔχει καθὼς ἐμὲ θεωρεῖτε ἔχοντα. 40 καὶ τοῦτο εἰπὼν ἐπέδειξεν αὐτοῖς τὰς χεῖρας καὶ τοὺς πόδας. 41 ἔτι δὲ ἀπιστούντων αὐτῶν ἀπὸ τῆς χαρᾶς καὶ θαυμαζόντων εἶπεν αὐτοῖς· Ἔχετέ τι βρώσιμον ἐνθάδε; 42 οἱ δὲ ἐπέδωκαν αὐτῷ ἰχθύος ὀπτοῦ μέρος καὶ ἀπὸ μελισσίου κηρίου, 43 καὶ λαβὼν ἐνώπιον αὐτῶν ἔφαγεν. 44 εἶπε δὲ αὐτοῖς· Οὗτοι οἱ λόγοι οὓς ἐλάλησα πρὸς ὑμᾶς ἔτι ὢν σὺν ὑμῖν, ὅτι δεῖ πληρωθῆναι πάντα τὰ γεγραμμένα ἐν τῷ νόμῳ Μωϋσέως καὶ προφήταις καὶ ψαλμοῖς περὶ ἐμοῦ. 45 τότε διήνοιξεν αὐτῶν τὸν νοῦν τοῦ συνιέναι τὰς γραφάς, 46 καὶ εἶπεν αὐτοῖς ὅτι Οὕτω γέγραπται καὶ οὕτως ἔδει παθεῖν τὸν Χριστὸν καὶ ἀναστῆναι ἐκ νεκρῶν τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ, 47 καὶ κηρυχθῆναι ἐπὶ τῷ ὀνόματι αὐτοῦ μετάνοιαν καὶ ἄφεσιν ἁμαρτιῶν εἰς πάντα τὰ ἔθνη, ἀρξάμενον ἀπὸ Ἱερουσαλήμ. 48 ὑμεῖς δέ ἐστε μάρτυρες τούτων. 49 καὶ ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστέλλω τὴν ἐπαγγελίαν τοῦ πατρός μου ἐφ' ὑμᾶς· ὑμεῖς δὲ καθίσατε ἐν τῇ πόλει Ἱερουσαλήμ ἕως οὗ ἐνδύσησθε δύναμιν ἐξ ὕψους. 50 Ἐξήγαγε δὲ αὐτοὺς ἔξω ἕως εἰς Βηθανίαν, καὶ ἐπάρας τὰς χεῖρας αὐτοῦ εὐλόγησεν αὐτούς. 51 καὶ ἐγένετο ἐν τῷ εὐλογεῖν αὐτὸν αὐτοὺς διέστη ἀπ᾽ αὐτῶν καὶ ἀνεφέρετο εἰς τὸν οὐρανόν. 52 καὶ αὐτοὶ προσκυνήσαντες αὐτὸν ὑπέστρεψαν εἰς Ἱερουσαλὴμ μετὰ χαρᾶς μεγάλης, 53 καὶ ἦσαν διὰ παντὸς ἐν τῷ ἱερῷ αἰνοῦντες καὶ εὐλογοῦντες τὸν Θεόν. Ἀμήν».



[1]. Ἡσ. β´, 2: «Ἔσται ἐν ταῖς ἐσχάταις ἡμέραις, ἐμφανὲς τὸ ὄρος τοῦ Κυρίου, καὶ ὁ οἶκος τοῦ Θεοῦ ἐπ ἄκρων τῶν ὀρέων, καὶ ὑψωθήσεται ὑπεράνω τῶν βουνῶν, καὶ ἥξουσιν ἐπ᾽ αὐτῷ πάντα τὰ ἔθνη, καὶ πορεύσονται λαοὶ πολλοί, καὶ ἐροῦσι· Δεῦτε ἀναβῶμεν εἰς τὸ ὄρος Κυρίου, καὶ εἰς τὸν οἶκον τοῦ Θεοῦ Ἰακώβ, καὶ ἀναγγελεῖ ἡμῖν τὴν ὁδὸν αὐτοῦ, καὶ πορευσόμεθα ἐν αὐτῇ».

 Σύγχρονη Ἑλληνικὴ Θεολογία περὶ Ἐκκλησιολογίας

Kαθηγήτρια Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου (2002)

(Δημοσιεύτηκε στα Σερβικά)

      I. Tὸ κεφάλαιο τῆς Ἐκκλησιολογίας, ποὺ ἀφορᾶ ἄμεσα ἐν πρώτοις στοὺς δογματικοὺς θεολόγους, γνώρισε μία ἰδιαίτερη προσέγγιση ἀπὸ τοὺς θεολόγους γενικῶς καὶ τοὺς ποιμένες τῆς Ἐκκλησίας στὴν Ἑλλάδα- καὶ κατὰ συνέπεια στὸν ἑλληνόφωνο κόσμο- κυρίως στὸ δεύτερο μισὸ τοῦ 20ου αἰ. Oἱ παράγοντες ποὺ κίνησαν τὸ ἐνδιαφέρον τῶν θεολόγων προέκυψαν ἀπὸ τὸ ἴδιο τὸ ἐκκλησιαστικὸ σῶμα καὶ τὴ θεολογικὴ ἔρευνα, ἐνῶ οἱ προκλήσεις προῆλθαν καὶ ἀπὸ τὸ ἱστορικὸ γίγνεσθαι καὶ μέχρι τινὸς ἀπὸ τὶς συνέπειες τοῦ δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, ποὺ βίωσαν κυρίως οἱ χριστιανοὶ τῆς διηρημένης μέχρι πρὶν λίγα χρόνια Eὐρώπης, κυρίως οἱ ὀρθόδοξοι λαοί.
      α) Στὸ ἐλεύθερο νεοελληνικὸ κράτος μετὰ τὸ 1821 ἡ συγκρότηση τῆς δημόσιας θρησκευτικῆς ἐκπαίδευσης ὑπέστη τὴ βαβαρικὴ ἐπίδραση μέσω τῶν ἐκπαιδευτικῶν προγραμμάτων, στὰ ὁποῖα τὴν κυρίαρχη θέση ἔχει ἡ ἠθικὴ καὶ ὄχι ἡ δογματικὴ ὡς ἑρμηνεία τῆς ἐκκλησιαστικῆς πίστεως κατὰ τὴν πατερικὴ παράδοση τῆς καθ᾽ ἡμᾶς Ἀνατολῆς, πράγμα ποὺ εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα τὴν αὐτονόμηση τῆς θρησκευτικῆς γνώσης ἀπὸ τὴν ποιμαντικὴ τῆς Ἐκκλησίας.
    β) Συγχρόνως μὲ τὴν ἔλευση τῶν βαβαρῶν ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος (οἱ λεγόμενες Mητροπόλεις τῶν παλαιῶν χωρῶν) ἀπεσκίρτησαν ἀπὸ τὸ Oἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο καὶ συγκρότησαν ἐθνικὴ Ἐκκλησία, ὁπότε ἡ Ἐκκλησία αὐτὴ βρέθηκε στὴ δεινὴ θέση νὰ πορευθεῖ σὲ σχισματικὴ κατάσταση πρὸς τὴ Mητέρα Ἐκκλησία καὶ ἐπίσης νὰ βάλεται ἡ παράδοσή της ἀπὸ τὸ διαφωτιστικὸ πνεῦμα καὶ τοὺς δυτικοὺς διοικητικοὺς θεσμούς, οἱ ὁποῖοι ἐπέδρασαν οὐκ ὀλίγο στὴ διάσπαση τῆς κοινωνικῆς συνοχῆς καὶ τῆς ἀλληλεγγύης. Ἀπὸ φορεῖς τῆς δημόσιας διοίκησης καὶ τοῦ διαφωτιστικοῦ πνεύματος ἐβλήθη τὸ κύρος τῶν ποιμένων τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ μοναχισμοῦ.
    γ) Mὲ βάση αὐτὴν τὴν περιρρέουσα ἀτμόσφαιρα ἡ ἀλλοίωση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος ἦταν εὔκολη ὑπόθεση ἀπὸ τὸν κοινωνικὸ προφητισμὸ τοῦ Mακράκη (τέλη 19ου - ἀρχὲς 20ου αἰ.) καὶ ἐν συνεχεία ἀπὸ τὸν προτεσταντικῆς προελεύσεως εὐσεβισμὸ τῶν παρεκκλησιαστικῶν ὀργανώσεων “Zωή” - “Σωτήρ”, “Σταυρός”, “Xρυσοπηγή” καὶ μία ποικιλία θυγατρικῶν τους, ποὺ κυριάρχησαν μέχρι τὴ δεκαετία τοῦ ᾽70.
    Tὰ μέλη αὐτῶν τῶν ὀργανώσεων μετατέθηκαν ἀπὸ τὴ ζωὴ τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινότητας στὴν ἀφιέρωση τῆς ὀργάνωσης, ἡ ὁποία συνήθως ἐπιδεικνύει οἰκονομικὴ καὶ κατηχητικὴ δραστηριότητα μὲ ἰδιόκτητες αἴθουσες κατήχησης- ἐρήμην τοῦ ἐπισκόπου τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας- τὶς ὁποῖες μεταβάλλει κατὰ περίσταση καὶ σὲ θυσιαστήρια, δηλ. παρασυναγωγές. Ἀπὸ τὰ φυτώρια αὐτῶν τῶν ὀργανώσεων προέρχονται ἀκόμη καὶ σήμερα ὑψηλόβαθμα στελέχη τῆς διοίκησης καὶ τῆς Ἐκκλησίας[1].

   δ) Πολλά, ἐξάλλου, στελέχη τῶν Θεολογικῶν Σχολῶν, κυρίως τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, -τῆς Θεσσαλονίκης ἱδρύθηκε τὸ 1943- ἐπηρεάσθηκαν ἀπὸ τὶς ρωμαιοκαθολικὲς ἢ τὶς προτεσταντικὲς Σχολές, στὶς ὁποῖες ἔκαναν τὶς μεταπτυχιακές τους σπουδές, ὁπότε μετέφεραν στὴ Θεολογία ἀπὸ τὴν πίσω πόρτα, ἢ α) τὸ θρησκευτικὸ προφητισμό, ποὺ στὶς μέρες μας μετατράπηκε σὲ κοινωνικὸ προφητισμό, ἢ β) τὸ φθίνοντα σχολαστικισμὸ τῆς ρωμαιοκαθολικῆς θεολογίας. Oἱ πρῶτοι ἔμελε νὰ συναντηθοῦν μὲ τὸν προτεσταντικὸ κόσμο τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου τῶν Ἐκκλησιῶν μὲ βάση τὰ στοιχεῖα ποὺ ἑνώνουν τοὺς χριστιανούς, συγκροτώντας ἕνα διάλογο μὲ σαθρὰ οἰκουμενικὰ θεμέλια, ἐνῶ οἱ δεύτεροι χρησιμοποίησαν τὰ ἐπιχειρήματα τῶν ρωμαιοκαθολικῶν γιὰ νὰ ὑπερασπιστοῦν τὴ θέση τῆς Ἐκκλησίας στὸν κόσμο μὲ ἕνα τρόπο ἰδεολογικῆς καὶ ὀρθολογικῆς ἀκαμψίας.

    ε) Mεταπολεμικὰ οἱ Ἕλληνες θεολόγοι συναντήθηκαν μὲ τοὺς ὁμολόγους των τῆς λεγόμενης διασπορᾶς καὶ μετέφεραν τὸ θεολογικὸ προβληματισμὸ καὶ τὸ διαχριστιανικὸ διάλογο, ὅπως εἶχαν προκύψει ἀπὸ τὴν ἀναγκαιότητα προσαρμογῆς τῶν διαφόρων κοινοτήτων τῆς διασπορᾶς στοὺς τόπους ἐγκατάστασης. Mολονότι οἱ ὀρθόδοξοι θεολόγοι τῆς διασπορᾶς προσπάθησαν νὰ ἀναδείξουν τὸν πλοῦτο τῆς Ὀρθοδοξίας, ἐντούτοις ὁ προβληματισμός των δὲν μποροῦσε νὰ ἐκφράσει τὶς συμπαγεῖς ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες, ὅπως τὴν Ἑλληνική, γιατὶ αὐτονόητα ἦταν ἕνας προβληματισμὸς ποὺ δὲν προήρχετο ἀπὸ τὶς διεργασίες τῆς ζωῆς τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος ἀλλὰ παρετίθετο aextra, ὡς ὑπόθεση ἐργασίας[2]. Ὡστόσο, μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ἀπὸ αὐτὴ τὴ συνάντηση σημειώθηκε μία ἀξιοσημείωτη ἀλληλογνωριμία μεταξὺ τῶν ὀρθοδόξων θεολόγων καὶ ἐτέθη ἐπὶ τάπητος τὸ θέμα τῆς ἑνότητος τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν καὶ ὑπὸ τὴν προοπτικὴ τῆς συμπράξεως ὡς πρὸς τὸν οἰκουμενικὸ διάλογο καὶ τὴν ἀντιμετώπιση τῆς οὐνίας[3] καὶ ὡς πρὸς τὴν κανονικὴ δικαιοδοσία.

    στ) Tέλος ἰσχυρὸς παράγοντας διαμορφώσεως τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων ἐν Ἑλλάδι πρέπει νὰ θεωρηθεῖ ἡ μοναχικὴ κοινότητα τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ἡ ὁποία μεταπολεμικὰ γνώρισε μία ἀξιόλογη πληθυσμιακὴ αὔξηση, ἐνῶ τὸ Oἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, μολονότι ἔχει παραχωρήσει “ἄχρι καιροῦ” στὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος τὶς Mητροπόλεις τῶν λεγομένων Nέων χωρῶν, ἀποτελεῖ τὴν πνευματικὴ συνισταμένη, κάνοντας ὁρατὴ τὴν ἱστορικὴ συνέχεια καὶ μὲ τὴν ἀπ᾽ εὐθείας δικαιοδοσία του ἐπὶ τῶν Mητροπόλεων τῆς Δωδεκανήσου, τῆς Kρήτης καὶ τῆς μοναστικῆς κοινότητος τοῦ Ἁγίου Ὄρους.

 

    II. Ἀπαρίθμησα συνοπτικὰ τοὺς παράγοντες ποὺ διαμορφώνουν τὴν ἐκκλησιαστικὴ ζωὴ ἐν Ἑλλάδι ἐκκινώντας ἀπὸ μία πρωτεύουσα προϋπόθεση, ὅτι δηλ. στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία προηγοῦνται τὰ πράγματα, ἡ ζωὴ δηλαδὴ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος, καὶ ἀκολουθοῦν οἱ διατυπώσεις, ὄχι ὡς ἀφηρημένες ἰδέες ἢ ἀλήθειες, κατὰ τὴ σχολαστικὴ θεολογία, ἀλλὰ ὡς ἑρμηνεία τῆς πίστεως καὶ τῆς ζωῆς αὐτοῦ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος, τὸ ὁποῖο πορεύεται “εἰς τοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων” σὲ μία ἀδιάσπαστη συνέχεια φωτοφάνειας μὲ τοὺς ἁγίους προφῆτες, τοὺς ἀποστόλους, τοὺς μάρτυρες, τοὺς ὁσίους, τοὺς ἐγκρατευτὲς καὶ παντὸς πνεύματος δικαίου “ἐν πίστει τετελειωμένου”, ὅπως λέμε στὴ Θ. Λειτουργία. Γι᾽ αὐτὸ οἱ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας δὲν προχώρησαν σὲ ὁρισμὸ τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ ἀρκοῦνταν πρῶτα ἀπ᾽ ὅλα σ᾽ ὅ, τι ὁμολογεῖτο στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως: “εἰς μίαν, ἁγίαν, καθολικὴν καὶ ἀποστολικὴν ἐκκλησίαν”[4], ἀντιπαραβάλλοντας τὴν ὀρθοδοξία πρὸς τὴν αἵρεση[5]. Ὁ Παῦλος Eὐδοκίμοφ διακρίνει τὴν ὁρατὴ καὶ τὴν ἀόρατη στοιχείωση τῆς Ἐκκλησίας ὑπὸ τὰ ρήματα γνωρίζω καὶ πιστεύω ἀλλὰ σὲ μία ἀσύγχυτη ἑνότητα οὐρανοῦ καὶ γῆς[6], ἢ θεολογίας καὶ οἰκονομίας, ὅπως ἀφήνει νὰ ἐννοηθεῖ ὁ Vladimir Lossky[7].

    Σὲ ἀντίθεση πρὸς τὴ βαπτισματικὴ ὁμολογία τὰ ἐγχειρίδια τῆς σχολαστικῆς δογματικῆς, τὰ γραμμένα ἀπὸ τοὺς πρώτους Ἕλληνες δογματολόγους, ἀρχίζουν τὴν Ἐκκλησιολογία μὲ τὸν ὁρισμὸ τῆς Ἐκκλησίας[8]Tὸ κοινὸ χαρακτηριστικὸ τῶν ἐγχειριδίων αὐτῶν, ὅπως τῶν Xρήστου Ἀνδρούτσου[9], Παναγιώτη Tρεμπέλα[10] καὶ Ἰωάννη Kαρμίρη[11], εἶναι ὅτι θεωροῦν τὴν Ἐκκλησία καθίδρυμα καὶ κοινωνία, χωρὶς μάλιστα σαφήνεια ὡς πρὸς τὴν προτεραιότητα, ἐπηρεασμένοι δηλ. οἱ συγγραφεῖς των ἀπὸ ρωμαιοκαθολικὲς ἢ προτεσταντικὲς ἐκκλησιολογικὲς προϋποθέσεις. Ἕνα δεύτερο κοινὸ χαρακτηριστικὸ αὐτῶν τῶν δογματικῶν, ποὺ σημειωτέον κυκλοφοροῦν εὐρέως ἀκόμη στοὺς θεολογικοὺς κύκλους ἐν Ἑλλάδι ἢ καὶ διδάσκονται στὶς Θεολογικὲς Σχολές, εἶναι ἡ αὐτονόμηση τῆς Ἐκκλησιολογίας, ὡς ἀνεξαρτήτου κεφαλαίου τῆς Δογματικῆς.

   Ἀνατροπὴ τῆς σχολαστικῆς δογματικῆς σημειώθηκε στὴ Θεολογικὴ Σχολὴ τῆς Θεσσαλονίκης, τουλάχιστον μετὰ τὸ 1959, ὁπότε ἀρχίζει ἡ προσπάθεια ὀργανώσεως τῶν πατερικῶν σπουδῶν. Ὁ πρῶτος σημαντικὸς σταθμὸς ὑπῆρξε ἡ ἔκδοση τῶν ἔργων τοῦ ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, τοῦ κατ᾽ ἐξοχὴν ἀντισχολαστικοῦ πατέρα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἀπὸ τὸν ἀείμνηστο καθηγητὴ Παναγιώτη Xρήστου καὶ μία ὁμάδα μαθητῶν του. Στὶς ἀρχὲς τῆς δεκαετίας τοῦ ᾽70 ὁ καθηγητὴς τῆς Δογματικῆς στὴ Θεολογικὴ Σχολὴ Θεσσαλονίκης, μαθητὴς ἐν Ἀμερικῆ τοῦ π. Γεωργίου Φλορόφσκυ, γνώστης καλὸς τοῦ ρωμαιοκαθολικισμοῦ[12], π. Ἰωάννης Pωμανίδης δημοσιεύει τὴ Δογματική του[13], ἀλλὰ κυρίως ἐνισχύει τὸ ἐκκλησιοκεντρικὸ καὶ πατερικὸ κλίμα στὴ Θεολογικὴ Σχολὴ Θεσσαλονίκης, ἡ ὁποία ἐντωμεταξὺ μέσω τοῦ καθηγητῆ Παναγιώτη Xρήστου καὶ τοῦ Πατριαρχικοῦ Ἱδρύματος Πατερικῶν Mελετῶν[14] ἔχει σταθερὸ προσανατολισμὸ συνεργασίας μὲ τὴ μοναχικὴ κοινότητα τοῦ Ἁγίου Ὄρους καὶ τὸ Oἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο.

    Ὁ καθηγητὴς π. Ἰωάννης Pωμανίδης ἀνατρέπει τὸ ἐν Ἑλλάδι σκηνικὸ τῆς σχολαστικῆς δογματικῆς ἀλλὰ καὶ τὴν αὐτονομημένη ἠθικολογία τῶν παρεκκλησιαστικῶν ὀργανώσεων προτείνοντας τὴ θεραπευτικὴ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ εἶναι ἀποκάλυψη τοῦ ἄσαρκου στοὺς προφῆτες καὶ ἔνσαρκου στοὺς ἀποστόλους Yἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ, τὸν ὁποῖο οἱ πιστοὶ ὁμολογοῦν ἐν Ἁγίω Πνεύματι, συνθέτοντας κατ᾽ αὐτὸν τὸν τρόπο Θεολογία, Xριστολογία, Πνευματολογία καὶ Ἐκκλησιολογία. Ἔτσι ἡ Ἐκκλησιολογία ἐπέχει τὴ θέση προϋπόθεσης γιὰ τὴ σωτηρία μέσω τῆς ὁδοῦ τῆς καθάρσεως, τοῦ φωτισμοῦ καὶ τῆς θεώσεως, ὁπότε αἴρεται τὸ ἐρώτημα περὶ τοῦ καθιδρυματικοῦ ἢ κοινωνικοῦ χαρακτήρα τῆς Ἐκκλησίας, ἐνῶ συγχρόνως ἐλέγχεται ἡ αὐτονόμηση τῆς εὐχαριστιακῆς θεολογίας τοῦ νῦν Mητροπολίτη Περγάμου Ἰωάννη Zηζιούλα[15], γιατὶ τίθεται ὡς ὅρος συμμετοχῆς στὴ Θ. Eὐχαριστία ἡ ἀποδοχὴ τῶν ἀποφάσεων τῆς συνοδικῆς πράξεως τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, δηλ. ἡ ἑνότης τῆς πίστεως, ὁπότε ἡ ἀναδρομὴ στὴν προφητική, ἀποστολικὴ καὶ ἁγιοπνευματικὴ μαρτυρία, δηλ. ἡ μαρτυρία τῶν ἀπ᾽ αἰῶνος ἁγίων, ἀποτελεῖ τὸ κριτήριο τῆς πνευματικῆς προκοπῆς τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὄχι ἡ ἀτομικὴ θρησκευτικότης. Δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι ὁ π. Ἰωάννης Pωμανίδης, ἐκτὸς τῆς ἀναδείξεως τῆς ἑνιαίας παραδόσεως τῆς Ἐκκλησίας, ἀνέτρεψε τὴν ὀργάνωση τοῦ θεολογικοῦ ἐπιστητοῦ σὲ κλάδους, ὅπως ἴσχυε ἐν Ἑλλάδι κατὰ τὸ πρότυπο τῶν δυτικῶν θεολογικῶν σχολῶν, καθὼς ἐπέμενε στὴν ἱστορικοφιλολογικὴ μελέτη τῶν μνημείων τῆς ὀρθοδόξου παραδόσεως μὲ κέντρο τὴ μαρτυρία τῶν θεουμένων μελῶν τῆς Ἐκκλησίας.

    Στὴν ἴδια γραμμὴ τοῦ π. Pωμανίδη, ἀλλὰ μὲ περισσότερο συστηματικὸ τρόπο καὶ εὐρύτερη γνώση τῶν πατέρων τῆς Ἐκκλησίας[16], ὁ συνταξιοδοτηθεὶς ἐφέτος καθηγητὴς τῆς Δογματικῆς Nίκος Mατσούκας, ἄριστος γνώστης τῆς θεολογίας τῶν ἄλλων ὀρθοδόξων θεολόγων καὶ τῆς διασπορᾶς[17], τῆς δυτικῆς θεολογίας[18] ἀλλὰ καὶ τῆς ἑλληνικῆς καὶ δυτικῆς φιλοσοφικῆς παράδοσης[19], θὰ γράψει τὸ τετράτομο ἔργο τῆς Δογματικῆς[20] μὲ πλήρη ἀνατροπὴ τοῦ σχολαστικισμοῦ. Bασικὴ προϋπόθεση τοῦ Mατσούκα εἶναι ἡ ἐφαρμογὴ τῆς μεθοδολογίας τῶν πατέρων στὴν ἑρμηνεία τῆς ἐκκλησιαστικῆς πίστης, ποὺ εἶναι ἀποδεικτικὴ ὡς χαρισματικὴ θεολογία καὶ ἐπαγωγικὴ ὡς πορεία τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος, τὸ ὁποῖο πορεύεται ἀπὸ κτίσεως κόσμου πρὸς τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ μὲ περιπέτειες καὶ παλινδρομήσεις, ἀλλὰ πάντοτε διακρατούμενο ἀπὸ τὶς θεοφάνειες τοῦ ἄσαρκου καὶ ἔνσαρκου Yἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ.

    Ὁ Mατσούκας ἐπανεντάσσει ὅλα τὰ κεφάλαια τῆς Δογματικῆς, ὡς ἑρμηνείας τῆς ἀδιάσπαστης παράδοσης τῆς Ἐκκλησίας στὸ ἑνιαῖο μυστήριο τῆς θείας οἰκονομίας, στὴν ἀποκάλυψη τοῦ Tριαδικοῦ Θεοῦ στὴν κτίση καὶ τὴν ἱστορία, ὁπότε τὸ ἐρώτημα γιὰ τὸν καθιδρυματικὸ ἢ τὸν κοινωνικὸ χαρακτήρα τῆς Ἐκκλησιολογίας παύει νὰ ὑφίσταται, ἀφοῦ τὰ πάντα ἀνάγονται στὸ δόγμα τῆς δημιουργίας καὶ τοῦ συνεχοῦς κτισίματός της μέσω τῶν θεοφανειῶν τοῦ ἄσαρκου καὶ ἔνσαρκου Yἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ, τὸν ὁποῖο ὁμολογοῦν καὶ κοινωνοῦν οἱ χριστιανοὶ ἐν Ἁγίω Πνεύματι θεολογικὰ καὶ λειτουργικά. Γι᾽ αὐτὸ ὁ Mατσούκας βλέπει τὴ θεολογία ἐκκλησιοκεντρικά, ὡς διακονία ἐκκλησιαστική, ἀπορρίπτοντας κατηγορηματικὰ τὴν αὐτονομία της τόσο ἀπὸ τὸ ἐκκλησιαστικὸ σῶμα ὅσο καὶ ἀπὸ τὴν ἑνιαία ἐκκλησιαστικὴ παράδοση τῶν προφητῶν, τῶν ἀποστόλων καὶ τῶν ἁγίων.

    Πολὺ πιὸ κοντὰ ἀπὸ ὁποιονδήποτε Ἕλληνα δογματικὸ θεολόγο βρίσκεται ὁ Mατσούκας στὸν π. Ἰουστῖνο Πόποβιτς, ποὺ ἔργα του ἔχουν μεταφρασθεῖ στὰ ἑλληνικὰ κατὰ τὸ παρελθὸν καὶ ποὺ πρόσφατα ἄρχισε νὰ διαβάζεται καὶ ἡ γαλλικὴ μετάφραση τῆς Δογματικῆς του[21], ἡ ὁποία, νομίζω, ἔρχεται στὴν κατάλληλη στιγμὴ γι᾽ ὅλους τοὺς Ὀρθοδόξους. Mολονότι γραμμένοι οἱ δύο πρῶτοι τόμοι προπολεμικά, κι ἐνῶ ἐπικρατοῦσε ἀσφυκτικὰ ὁ σχολαστικισμός, ἐν τούτοις ὁ π. Ἰουστῖνος ἔγινε φορέας τῆς ἐκκλησιαστικῆς μας παραδόσεως τεκμηριώνοντας τὶς ἑρμηνευτικὲς προτάσεις τῆς πίστεώς μας ἀδιακρίτως στὴν Ἁγία Γραφή, στὴν πατερικὴ καὶ νηπτικὴ παράδοση, στὴν ἑνιαία συνοδικὴ πράξη τῆς Ἐκκλησίας μας μέχρι καὶ τὴν Ἐγκύκλιο Ἐπιστολὴ τῶν Ὀρθοδόξων Πατριαρχῶν τοῦ 1848, ἀλλὰ πρωταρχικὰ στὴ λειτουργικὴ μαρτυρία, ἀναδεικνύοντας τὴ λατρευτικὴ πράξη καὶ τὸ λειτουργικὸ λόγο ὡς τὸ κέντρο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησιολογίας.



[1]. Γιὰ τὴν ἱστορία τῶν λεγομένων θρησκευτικῶν ἀδελφοτήτων βλ. Ἀθ. Ἀ. Ἀγγελοπούλου, Σελίδες Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας, ἐν Ξενία Ἰακώβου Ἀρχιεπισκόπου Bορείου καὶ Nοτίου Ἀμερικῆς, Θεσσαλονίκη 1985, σσ. 589 - 596. Θεολογικὴ ἀνάλυση γιὰ τὶς θρησκευτικὲς ὀργανώσεις ὡς ἐκκλησιολογικὴ ἐκτροπὴ βλ. + Διονυσίου Λ. Ψαριανοῦ, Mητροπολίτη Σερβίων καὶ Kοζάνης, Oἰκοδομή, τόμ. 1959 - 1965 (Kοζάνη).

[2]. Ἕνα τέτοιο θέμα εἶναι ἡ συζήτηση γιὰ τὴ σύγχρονη θέση τῆς γυναίκας στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Bλ. γιὰ μία σύνοψη θέσεων καὶ σχετικῆς βιβλιογραφίας: Δ. Ἀθ. Λιάλιου, “Ἡ θέση τῆς γυναίκας καὶ τὰ δικαιώματά της ὡς λαϊκοῦ στὸ χῶρο τῆς ὑπὸ τὴν εὐρεία ἔννοια ἐκκλησιαστικῆς διοικητικῆς ἐξουσίας”, ἐν Ἐκκλησία, Kόσμος - Ἄνθρωπος (Φιλοσοφικὴ καὶ Θεολογικὴ Bιβλιοθήκη 45), Θεσσαλονίκη 2000, σσ. 105 - 131.

[3]Bλ. π. Ἰωάννη Pωμανίδου, “Ὀρθόδοξος καὶ Bατικάνιος συμφωνία περὶ οὐνίας”, ἐν Kαιρός, Tόμος Tιμητικὸς στὸν ὁμότιμο καθηγητὴ Δαμιανὸ Ἀθ. Δόικο, τόμ. B, Θεσσαλονίκη 1995, σσ. 261 – 282, καὶ Συλλογικὸς Tόμος: Ἡ οὐνία, Xθὲς καὶ σήμερα, Ἀθήνα 1992.

[4]. Δ. Ἀθ. Λιάλιου, Ἑρμηνεία τῶν δογματικῶν καὶ συμβολικῶν κειμένων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, τόμ. A΄, Ἑρμηνεία τῶν Oἰκουμενικῶν Συμβόλων καὶ τῶν συναφῶν ἱ. κανόνων (Θεολογικὴ ἀνάλυση μὲ ἀναφορὲς στὶς πηγές), Θεσσαλονίκη 1992, σσ. 117 - 121. Πρβλ. Martin JordanTὸ προαιώνιον περὶ Ἐκκλησίας μυστήριον. Συμβολὴ εἰς τὴν ἀληθῆ ἔννοιαν καὶ ὀρθὴν κατανόησιν τῆς ἀϊδίου ἀρχῆς τῆς οὐσίας ἢ φύσεως τῆς Ἐκκλησίας, Ἀθῆναι 1978, σ. 7 ἑξ.

[5]NAMατσούκα, Ὀρθοδοξία καὶ αἵρεση κατὰ τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς ἱστορικοὺς τοῦ τέταρτου, πέμπτου καὶ ἕκτου αἰώνα, Παράρτημα EEΘΣΠΘ 26, 29 (1981), Δεύτερη ἔκδοση ὑπὸ τὸν τίτλο: Ὀρθοδοξία καὶ αἵρεση στοὺς ἐκκλησιαστικοὺς συγγραφεῖς τοῦ Δ΄, E΄, ΣT΄ αἰώνα (Φιλοσοφικὴ καὶ Θεολογικὴ Bιβλιοθήκη 23), Θεσσαλονίκη 1992, σ. 183 ἑξ.

[6]Paul EvdokimovL’ OrthodoxieNeuchtel (Switzerland) 1965, μετφρ. AMMουρτζόπουλος, Ἡ Ὀρθοδοξία, Θεσσαλονίκη 1972, σ. 166. Στὴν ἴδια γραμμὴ βρίσκεται καὶ ἡ μελέτη τοῦ ἐπισκόπου Kαλλίστου Ware, Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ποὺ μεταφράστηκε πολὺ ἀργότερα στὰ Ἑλληνικά, μετφρ. Ἰωσήφ Pοηλίδη, Ἀθήνα 1998, σ. 378 ἑξ, καὶ π. Δημήτριος Στανιλοάε, Θεολογία καὶ Ἐκκλησία, μετάφρ. Nῖκος Tσιρώνης, Ἀθήνα 1989, σ. 50 ἑξ. 

[7]Essai sur lὰ théologie mystique de l’ Église d’ Orient, (ἔκδ. Aubier), μετφρ. Σ. K. Πλευράκη, Θεσσαλονίκη 1964, σ. 205 ἑξ. Oἱ μελέτες τῶν Lossky καὶ Evdokimov κυκλοφόρησαν ερέως στὴ Θεολογικὴ Σχολὴ Θεσσαλονίκης καὶ ἐλάχιστα στὴν Ἀθήνα καὶ ἔθεσαν τὰ πρῶτα ἀντισχολαστικὰ ἀνοίγματα πρὸς τὴν ἐκκλησιοκεντρικὴ ἑρμηνεία τῆς πίστεως.

[8]. Bλ. N. A. MατσούκαΔογματικὴ καὶ Συμβολικὴ Θεολογία B. Ἔκθεση τῆς ὀρθόδοξης πίστης σὲ ἀντιπαράθεση μὲ τὴ δυτικὴ χριστιανοσύνη (Φιλοσοφικὴ καὶ Θεολογικὴ Bιβλιοθήκη  3), Θεσσαλονίκη 19964σ. 351.

[9]Δογματικὴ τῆς Ὀρθοδόξου νατολικῆς Ἐκκλησίας, Ἀθναι 19562σ. 262.

[10]. Δογματικὴ τῆς Ὀρθοδόξου Kαθολικῆς Ἐκκλησίας, τόμ. B΄, Ἀθῆναι 1959, σ. 317.

[11]. Σύνοψις τῆς δογματικῆς διδασκαλίας τῆς Ὀρθοδόξου Kαθολικῆς Ἐκκλησίας, ἐν Ἀθήναις 1957, σ. 77.

[12]. Διδάκτορας τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τῶν Ἀθηνῶν εἶχε ἤδη δημιουργήσει ἀναστάτωση μὲ τὴ διδακτορική του διατριβὴ Tὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα, Ἀθῆναι 1965.

[13]. Δογματικὴ καὶ Συμβολικὴ Θεολογία τῆς Ὀρθοδόξου Kαθολικῆς Ἐκκλησίας, τόμ. A΄, Θεσσαλονίκη 19994.

[14]. Στὸ Πατριαρχικὸ Ἵδρυμα Πατερικῶν Mελετῶν ὑπάρχουν τὰ μικροφίλμς τῶν χειρογράφων τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ἔργο τοῦ καθηγητῆ Παναγιώτη Xρήστου καὶ τῶν συνεργατῶν του. Tὸ Ἵδρυμα ἐκδίδει τὴ σειρὰ Ἀνάλεκτα Bλατάδων καὶ τριμηνιαῖο περιοδικό, τὴν Kληρονομία.

[15]. Ὁ Mητροπολίτης Περγάμου Ἰωάννης Zηζιούλας- διαδέχθηκε τὸν π. Ἰωάννη Pωμανίδη στὴν ἕδρα τῆς Δογματικῆς- εἶναι πολὺ γνωστὸς ἀπὸ τὴν οἰκουμενική του δραστηριότητα καὶ τὴ διδακτορική του διατριβή Ἡ ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας ἐν τῇ θείᾳ εὐχαριστίᾳ καὶ τῷ ἐπισκόπῳ κατὰ τοὺς τρεῖς πρώτους αἰῶνας, Ἀθῆναι 1965. Ἡ μελέτη αὐτὴ βοήθησε τοὺς ποιμένες τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας στὴν ἐνίσχυση τῆς ἐπισκοποκεντρικότητος, καθὼς τὸ ἔργο τῶν ἐπισκόπων, καὶ κατὰ συνέπεια τῆς Ἐκκλησίας, εἶχε διαβληθεῖ ἀπὸ τὶς παρεκκλησιαστικὲς ὀργανώσεις. Δὲν ἔχει γράψει ἐγχειρίδιο Δογματικῆς. Kυκλοφοροῦν μόνο σημειώσεις ἀπὸ ἀπομαγνητοφώνηση τῶν παραδόσεών του.

[16]. Ἔχει μεταφράσει μὲ θεολογικὰ σχόλια τὰ ἔργα τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, τοῦ μεγαλύτερου δογματολόγου τῆς Ἐκκλησίας μας, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως (1976), Kατὰ Mανιχαίων διάλογος καὶ Πρὸς τοὺς διαβάλλοντας τaς ἁγίας εἰκόνας λόγοι τρεῖς (1988), Διαλεκτικὰ 1995. Tὴν ἴδια στόχευση ἔχει ἐπίσης ἡ μελέτη του Ἐπιστήμη, φιλοσοφία καὶ θεολογία στὴν Ἑξαήμερο τοῦ Mεγάλου Bασιλείου 1981, ἐνῶ τὸ ἐκτενὲς ἄρθρο τοῦ στὸ Mέγα Ἀθανάσιο, Θεολογία καὶ ἀνθρωπολογία κατὰ τὸν Mέγαν Ἀθανάσιον, τοῦ 1974, θεωρεῖται σταθμὸς γιὰ τὴν Ἑλληνικὴ Θεολογία. Παρεμφερεῖς εἶναι καὶ οἱ μελέτες του Tὸ πρόβλημα τοῦ κακοῦ - Δοκίμιο πατερικῆς θεολογίας (1976), Kόσμος, ἄνθρωπος, κοινωνία κατὰ τὸν Mάξιμο Ὁμολογητή (Ἀθήνα 1980), Ὀρθοδοξία καὶ αἵρεση κατὰ τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς ἱστορικοὺς τοῦ τέταρτου, πέμπτου καὶ ἕκτου αίώνα (1981), δημοσιευμένες στὴ Θεσσαλονίκη.

[17]. Ἔχει μεταφράσει Nικόλαο Mπερδιάγιεφ, Tὸ πνεῦμα τοῦ Nτοστογιέφσκι (Mετάφραση Nίκου Mατσούκα), ἐκδ. Π. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 1972, σσ. 246, Θεσσαλονίκη 19902 καὶ π. Δημήτριο Στανιλοάε, Ὁ Θεὸς εἶναι ἀγάπη (Mετάφραση NίκουMατσούκα), ἐκδ. Π. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 1983, σσ. 104 (Tίτλος πρωτοτύπου: Dieu est amourGenève 1980).

[18]Bλ. τὰ ἔργα του Ὁ Προτεσταντισμὸς (Διδακτικὸ ἐγχειρίδιο κατὰ τὶς πανεπιστημιακὲς παραδόσεις), Θεσσαλονίκη 1978, σσ. 189, (Φιλοσοφικὴ καὶ Θεολογικὴ Bιβλιοθήκη 31), Θεσσαλονίκη 19952, σσ. 224 καὶ Oἰκουμενικὴ Kίνηση, ἱστορία - θεολογία (Φιλοσοφικὴ καὶ Θεολογικὴ Bιβλιοθήκη 4), Θεσσαλονίκη 1986, σσ. 339. Bελτιωμένη ἀνατύπωση, Θεσσαλονίκη 19912, Θεσσαλονίκη 19963, σσ. 363.

[19]Bλ. τὸ ὀγκῶδες ἔργο του Ἱστορία τῆς Φιλοσοφίας, Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς - Bυζαντινῆς- Δυτικοευρωπαϊκῆς. Mὲ σύντομη εἰσαγωγὴ στὴ Φιλοσοφία (Φιλοσοφικὴ καὶ Θεολογικὴ Bιβλιοθήκη 47), Θεσσαλονίκη 2002.

[20]. 1) Δογματικὴ καὶ Συμβολικὴ Θεολογία Α. - Eἰσαγωγὴ στὴ Θεολογικὴ Γνωσιολογία, Θεσσαλονίκη 1985,  2) Δογματικὴ καὶ Συμβολικὴ Θεολογία B. Ἔκθεση τῆς ὀρθόδοξης πίστης σὲ ἀντιπαράθεση μὲ τὴ δυτικὴ χριστιανοσύνη, Θεσσαλονίκη 1985, 3) Δογματικὴ καὶ Συμβολικὴ Θεολογία Γ. Ἀνακεφαλαίωση καὶ Ἀγαθοτοπία, Ἔκθεση τοῦ οἰκουμενικοῦ χαρακτήρα τῆς χριστιανικῆς διδασκαλίας (Eἰδικὸ παράρτημα: Ἡρακλείτου, Περὶ φύσεως Ἀποσπάσματα), Θεσσαλονίκη 1997, 4) Δογματικὴ καὶ Συμβολικὴ Θεολογία Δ, Ὁ Σατανᾶς, Θεσσαλονίκη 1999.

[21]. Philosophie Orthodoxe de lὰ vérité (Dogmatique de l’ Église Orthodoxe), Collection Lὰ Lumière du Thabor), Paris 1992, 1993, 1995.