HELLENOPHONIA

Κυριακή 5 Απριλίου 2026

 

Μ. Ἑβδομάδα καὶ Κυριακὴ τοῦ Ἁγίου Πάσχα,

Ἡ Ζωηφόρος Ἀνάστασις τοῦ Κυρίου καὶ Θοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, 12 Ἀπριλίου 2026 (Ερμηνεία του Μυστικού Δείπνου και του Μεγάλου Σαββάτου), (28/4/2019), (Αριθμ. 13Γ)

 

Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ.

 

Α. 1. Τα Αναγνώσματα, η υμνολογία και το Συναξάριο της Μ. Εβδομάδος συγκροτούν μία συνοπτική καταγραφή και ερμηνεία των γεγονότων της αποκαλύψεως του Θεού στον Ισραήλ από το θάνατο του Ιωσήφ και τη γέννηση του Μωϋσέως και εντεύθεν. Σημειωτέον ότι η Μ. Τεσσαρακοστή, η οποία αρχίζει με Αναγνώσματα από τη Γένεση και τον Ησαΐα, τον πρώτο Προφήτη που ορά τον Κύριο Σαβαώθ εν τη Δόξη αυτού ως Τριαδική Θεότητα και τον άσαρκο Λόγο με προδήλωση του Ευχαριστιακού Δείπνου[1], κλείνει με το τελευταίο Ανάγνωσμα από τη Γένεση, με την υπόμνηση περί του Θεού Αβραάμ και Ισαάκ και Ιακώβ και το συγκλονιστικό όρκο του Ιωσήφ προς τους υιούς Ισραήλ περί εξόδου από την Αίγυπτο[2], δύο Αναγνώσματα από το Σοφονία και το Ζαχαρία, Προφήτες- ιερείς, ορώντες την καθέδρα του Δευτέρου Ναού του Κυρίου της Δόξης, το συγκλονιστικό χαιρετισμό του Αποστόλου Παύλου με το μοναδικό Ανάγνωσμα εκ της Προς Φιλιππισίους Επιστολής: «Ἀδελφοί, χαίρετε ἐν Κυρίῳ πάντοτε» και τον προσδιορισμό των έξη ημερών προ του Πάσχα με το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα στην ανάσταση του Λαζάρου και την προδήλωση της κοινής Αναστάσεως.

2. Στην αρχή, λοιπόν, της Μ. Εβδομάδας με τη μνεία του Ιωσήφ του Παγκάλου δίδεται η συνέχεια αλλά και το άνοιγμα προς τα έθνη με την ξηρανθείσα συκή, τον παλαιό Ισραήλ, σε μία ενότητα Θεοφανικών γεγονότων της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, που σημαίνεται με την έναρξη των σεπτών παθών για τη μετάβαση στο νέο λαό του Θεού: Κάθισμα του Τριωδίου μετά τη β´ Στιχολογία, ἦχος α´: «Τὰ Πάθη τὰ σεπτά, ἡ παροῦσα ἡμέρα, ὡς φῶτα σωστικά, ἀνατέλλει τῷ κόσμῳ· Χριστὸς γὰρ ἐπείγεται τοῦ παθεῖν ἀγαθότητι, ὁ τὰ σύμπαντα ἐν τῇ δρακὶ περιέχων, καταδέχεται ἀναρτηθῆναι ἐν ξύλῳ, τοῦ σῶσαι τὸν ἄνθρωπον[3]». Συγχρόνως με τα Αναγνώσματα από το βιβλίο της Εξόδου, που αφορούν στο Μωϋσή και κορυφαίο εκείνο της Μ. Πέμπτης με τη Θεοφάνεια του Θεού κατενώπιον του λαού Ισραήλ ως πυρ[4] προ της Θείας Λειτουργίας της Μ. Πέμπτης, ήτοι του Μυστικού Δείπνου, και τα Προφητικά Αναγνώσματα από τον Ιεζεκιήλ, με κορυφαίο τη ζωοποίηση των οστών των γεγυμνωμένων, μετά την επάνοδο του Επιταφίου στο Ναό, η Εκκλησία μάς μυσταγωγεί στην «καταγγελία» της Αναστάσεως, όπως με συνοπτικό τρόπο ερμηνεύει ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, ο συνθέσας και τον Αναστάσιμο Κανόνα: «Μέλλων γὰρ τὸν ἑκούσιον ὑπὲρ ἡμῶν καταδέχεσθαι θάνατον ἐν τῇ νυκτί, ἐν ᾗ ἑαυτὸν παρεδίδου, διαθήκην καινὴν διέθετο τοῖς ἁγίοις αὐτοῦ μαθηταῖς καὶ ἀποστόλοις καὶ δι᾿ αὐτῶν πᾶσι τοῖς εἰς αὐτὸν πιστεύουσιν. Ἐν τῷ ὑπερῴῳ τοίνυν τῆς ἁγίας καὶ ἐνδόξου Σιὼν τὸ παλαιὸν πάσχα μετὰ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ φαγὼν καὶ πληρώσας τὴν παλαιὰν διαθήκην νίπτει τῶν μαθητῶν τοὺς πόδας, σύμβολον τοῦ ἁγίου βαπτίσματος παρεχόμενος. Εἶτα κλάσας ἄρτον ἐπεδίδου αὐτοῖς λέγων· "Λάβετε, φάγετε, τοῦτό μού ἐστι τὸ σῶμα τὸ ὑπὲρ ὑμῶν κλώμενον εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν". Ὁμοίως δὲ λαβὼν τὸ ποτήριον ἐξ οἴνου καὶ ὕδατος μετέδωκεν αὐτοῖς λέγων· "Πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες· τοῦτό μού ἐστι τὸ αἷμα τῆς καινῆς διαθήκης τὸ ὑπὲρ ὑμῶν ἐκχυνόμενον εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν· τοῦτο ποιεῖτε εἰς τὴν ἐμὴν ἀνάμνησιν. Ὁσάκις γὰρ ἂν ἐσθίητε τὸν ἄρτον τοῦτον καὶ τὸ ποτήριον τοῦτο πίνητε, τὸν θάνατον τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου καταγγέλλετε καὶ τὴν ἀνάστασιν αὐτοῦ ὁμολογεῖτε, ἕως ἂν ἔλθῃ"[5]».

3. Όλη η περίοδος του Τριωδίου, και ιδίως η περίοδος της Μ. Τεσσαρακοστής, είναι μία περίδος που η Εκκλησία «αναμιμνήσκεται» τα γεγονότα της ενσάρκου Οικονομίας του Υιού και Λόγου του Θεού, το κήρυγμα της μετανοίας, ως μία συνέχεια και ανακεφαλαίωση του λόγου των Προφητών και των Θεοφανικών γεγονότων της αποκαλύψεως του Ασάρκου Λόγου, και της βασιλείας του Κυρίου του Θεού Σαβαώθ, του Κυρίου των δυνάμεων και πάσης κτίσεως. Είναι τα δύο καίρια σημεία της Αποστολικής μαρτυρίας και καταγραφής, από το κήρυγμα της μετανοίας στη Συναγωγή μέχρι το Μυστικό Δείπνο, την προκαταγγελία της Αναστάσεως και της ελεύσεως του Αγίου Πνεύματος με τη συνεχή προτροπή να προαχθούν οι Μαθητές στη Γαλιλαία, για να τον συναντήσουν μετά την Ανάσταση. Σε μία πορεία προετοιμασίας διά των παραβολών, των θεοσημιών και των θαυμάτων ο Χριστός παραδεικνύει τη θεότητά του όχι μόνο στους Μαθητές, αλλά στον ὄχλο, δηλαδή, σ᾽ όλους τους ανθρώπους, ανεξαρτήτως φυλετικής καταγωγής και όποιων συμβάσεων βίου, και προετοιμάζει τους Μαθητές να αναγνωρίσουν ότι είναι «σαρκί» ο προκαταγγελθείς από τους Προφήτες, ο Θεός Αβραάμ και Ισαάκ και Ιακώβ, ο Ὤν ευλογητός Κύριος Παντοκράτωρ ουρανού και γης, αγενεαλόγητος Αρχιερεύς και Κύριος της Δόξης, του οποίου η βασιλεία δεν έχει τέλος, καλώντας το ανθρώπινο γένος να ξαναγευθεί τη Δόξα και βασιλεία του. Κι ενώ οι Μαθητές είναι παρόντες σ᾽ όλες τις θεοσημίες, οι τρεις, μάλιστα, Πέτρος, Ιάκωβος και Ιωάννης, γεύονται και τη Δόξα του Θεού στη Μεταμόρφωση, εντούτοις αντιλαμβάνονται τη βασιλεία πολύ κοντά στο πλαίσιο της μεταπατορικής ιστορίας του ανθρωπίνου γένους και είναι σα να μην θέλουν να ακούσουν το κήρυγμα περί πρώτων και εσχάτων και διακόνων. Έτσι μέσα στις τρεις μέρες των Παθών του Χριστού συνοψίζεται η ιστορία του ανθρώπινου γένους και η άφατη φιλανθρωπία του Θεού προς πάντα τα έθνη με τους Μαθητές σε διαρκή κλήση, να γίνουν φίλοι και υιοί, τέκνα της βασιλείας του Θεού, όπως καταγράφεται στο τελευταίο Απόστιχο της Μ. Τετάρτης προ του Μυστικού Δείπνου: ἦχος πλ. α´: «Μυσταγωγῶν σου Κύριε τοὺς Μαθητάς, ἐδίδασκες λέγων. Ὦ φίλοι, ὁρᾶτε, μηδεὶς ὑμᾶς χωρίσει μου φόβος· εἰ γὰρ πάσχω, ἀλλ᾽ ὑπὲρ τοῦ κόσμου· μὴ οὖν σκανδαλίζεσθε ἐν ἐμοί· οὐ γὰρ ἦλθον διακονηθῆναι, ἀλλὰ διακονῆσαι, καὶ δοῦναι τὴν ψυχήν μου, λύτρον ὑπὲρ τοῦ Κόσμου. Εἰ οὖν ὑμεῖς φίλοι μού ἐστε, ἐμὲ μιμεῖσθε· ὁ θέλων πρῶτος εἶναι, ἔστω ἔσχατος, ὁ δεσπότης, ὡς ὁ διάκονος· μείνατε ἐν ἐμοί, ἵνα βότρυν φέρητε· ἐγὼ γάρ εἰμι τῆς ζωῆς ἡ ἄμπελος» σε αντίστιξη προς το Προφητικό Ανάγνωσμα εκ του Ιερεμίου με τους ποιμένες που διέφθειραν τον αμπελώνα του Κυρίου (Φαρισαίους και λοιπούς νομοδιδασκάλους και κάθε εποχής αντιστοίχους)[6].

4. Σε μία συνέχεια με τα Αναγνώσματα της Μεγάλης Τετάρτης στοιχεί η υμνολογική ερμηνεία, καθώς καταγράφεται λεπτομερώς η τέλεση του Μυστικού Δείπνου, ενώ συνακολουθούν τα Αναγνώσματα των Μεγάλων Ωρών, όπως επίσης τα Προφητικά Αναγνώσματα του Εσπερινού του Μεγάλου Σαββάτου με μία διαδρομή και πάλι από την αρχή του βιβλίου της Γενέσεως μέχρι το τελευταίο βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης, το βιβλίο του Δανιήλ, με τελευταίο τον Ύμνο των Τριών Παίδων από το περίφημο τρίτο κεφάλαιο, ενώ τα Αναγνώσματα του Μεγάλου Σαββάτου, εισοδικά στο γεγονός της Αναστάσεως και της βασιλείας του Θεού, με το βαπτιστήριο χαρακτήρα εισάγουν στην Καινή Διαθήκη του πληρώματος της Εκκλησίας και προκαταγγέλλουν την Πεντηκοστή πάντων των εθνών, οπότε από τον Ύμνο των Τριών Παίδων η Εκκλησία του νέου Ισραήλ μεταβαίνει στο «Ὅσοι εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθητε, Χριστὸν ἐνεδύσασθε. Ἀλληλούϊα».

 

Β. 1. Ως προς την τέλεση του Μυστικού Δείπνου, αρχίζοντας ερμηνευτικά από το Συναξάριο της ημέρας: «Διπλοῦς ὁ Δεῖπνος· Πάσχα γὰρ νόμου φέρει. Καὶ Πάσχα καινόν, Αἷμα. Σῶμα Δεσπότου», πρέπει να πούμε ότι στο Μυστικό Δείπνο ο Χριστός ενώνει πρώτον τα τρία χαρισματικά αξιώματα του παλαιού Ισραήλ, ως βασιλεύς- Κύριος της αληθούς Δόξης, Προφήτης και Μέγας Αρχιερεύς, όπως επανειλημμένα έχουμε τονίσει, ιδίως Αριθμ. 18, Κυριακή Ζ´ από το Πάσχα, κατά την οποία διαβάζεται το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα, Ἰω. ιζ´, 1-13[7], το οποίο είναι απόσπασμα από την Αρχιερατική Προσευχή του Χριστού, που συνδέεται με την τέλεση του Μυστικού Δείπνου. Στο Μυστικό Δείπνο ο Χριστός προσάγει τον παλαιό Ισραήλ, ανακεφαλαιώνοντας τις επαγγελίες των Πατριαρχών, του Μωϋσέως, των βασιλέων και των Προφητών της Παλαιάς Διαθήκης έχων νίψει τους πόδας των Μαθητών του «σύμβολον τοῦ ἁγίου βαπτίσματος παρεχόμενος», κατά Άγιο Ιωάννη το Δαμασκηνό, προκαταγγέλλων την Ανάσταση, και την έλευση του Αγίου Πνεύματος, άμα δε και την τέλεση της αναιμάκτου Θυσίας Πνευματικῶς, ήτοι τῇ ἐπικλήσει του Αγίου Πνεύματος, ώς Πνευματικῶς ὁρώμενος, Ων ο αυτός θύων και θύμα και προσδεχόμενος την αναίμακτο Θυσία, «Καὶ ἀνελθόντα εἰς τοὺς Οὐρανοὺς καὶ καθεζόμενον ἐκ δεξιῶν τοῦ Πατρός. Καὶ πάλιν ἐρχόμενον μετὰ δόξης κρῖναι ζῶντας καὶ νεκρούς, οὗ τῆς βασιλείας οὐκ ἔσται τέλος», κατά το Σύμβολο της Πίστεως, δωρούμενος τη Δόξα και Βασιλεία του σε ζώντας και κεκοιμημένους, ενοποιώντας «ἐν ἑαυτῷ» το ανθρώπινο, ως αναπλάσας αυτό.

2. Τά Αναγνώσματα της Θείας Λειτουργίας του Μ. Σαββάτου είναι επεξηγηματικά του διπλού Πάσχα που τελεί ο Χριστός στο Μυστικό Δείπνο ως δωρεά προς όλο το ανθρώπινο γένος: «ἵνα εἰς τὰ ἔθνη ἡ εὐλογία τοῦ Ἀβραὰμ γένηται ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, ἵνα τὴν ἐπαγγελίαν τοῦ Πνεύματος λάβωμεν διὰ τῆς πίστεως», ενώ η κατακλείδα του Κατά Ματθαίον Ευαγγελίου με την εντολή περί βαπτισμού όλων των εθνών έρχεται σε προσμαρτυρία της Μυσταγωγίας των Μαθητών, που άρχισε το βράδυ της Μ. Τετάρτης: «16 Οἱ δὲ ἕνδεκα μαθηταὶ ἐπορεύθησαν εἰς τὴν Γαλιλαίαν, εἰς τὸ ὄρος οὗ ἐτάξατο αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς. 17 καὶ ἰδόντες αὐτὸν προσεκύνησαν αὐτῷ, οἱ δὲ ἐδίστασαν. 18 καὶ προσελθὼν ὁ Ἰησοῦς ἐλάλησεν αὐτοῖς λέγων· Ἐδόθη μοι πᾶσα ἐξουσία ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ γῆς. 19 πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη, βαπτίζοντες αὐτοὺς εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος, 20 διδάσκοντες αὐτοὺς τηρεῖν πάντα ὅσα ἐνετειλάμην ὑμῖν· καὶ ἰδοὺ ἐγὼ μεθ᾽ ὑμῶν εἰμι πάσας τὰς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος. Ἀμήν».

3. Ο Χριστός τέλεσε το Μυστικό Δείπνο το βράδυ που τελείωνε η 14η μέρα, την ώρα που ο Ισραήλ έσφαζε τον αμνό για την εορτή των Αζύμων, η οποία διαρκούσε επτά ημέρες, κατά τις οποίες έτρωγαν μαζί με τα άζυμα και πικρίδες (από το εσπέρας της 15ης μέχρι και την 21η εσπέρας του Πρώτου μηνός, και ασφαλώς ο άρτος του Μυστικού Δείπνου ήταν ένζυμος, γιατί η βρώση των αζύμων γινόταν το βράδυ της 15ης μαζί με τον αμνό, που είχε σφαγεί νωρίτερα.

4. Τα Αναγνώσματα της Θείας Λειτουργίας της Αναστάσεως προέρχονται από το πρώτο κεφάλαιο των Πράξεων των Αποστόλων κατά την εντολή της κατακλείδος του Κατά Ματθαίον Ευαγγελίου, ενώ το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα είναι από το πρώτο κεφάλαιο του Κατά Ιωάννην Ευαγγελίου, που από τους Πατέρες της Εκκλησίας, και μάλιστα από το θεολογικότερο πάντων Άγιο Γρηγόριο το Θεολόγο, χαρακτηρίζεται ως «θεολογικό» Ευαγγέλιο, γιατί παρέχει τη μαρτυρία περί του έργου του Υιού και Λόγου του Θεού Πατρός, «δι᾽ οὗ τὰ πάντα ἐγένετο», κατά το Σύμβολο της Πίστεως. Πρόκειται για μία επάνοδο στη μαρτυρία και καταγραφή του βιβλίου της Γενέσεως περί της δημιουργίας του κόσμου και της αποκαλύψεως του Τριαδικού Θεού, όπου δρων είναι ο Λόγος του Θεού Πατρός, ως Κύριος της Δόξης, ο εις και ο αυτός, που αποκαλύπτεται εν Δόξη στο Μωϋσή (Σινά) ως Άσαρκος Λόγος, και στο λαό του Ισραήλ, στους Προφήτες και τους Τρεις Παίδες εν Καμίνω, ο αναμενόμενος βασιλεύς του Ισραήλ. Ο αυτός και ένσαρκος ως βασιλεύς προσκυνούμενος υπό των Μάγων και των Ποιμένων, βαπτιζόμενος και Μεταμορφούμενος, παραδεικνύων εν Δόξη τη θεότητά του και Αναστάς εν δόξη και μετά δόξης αεί ερχόμενος ο Κύριος της Δόξης διά πάντα τα έθνη!

 

ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ ΘΕΙΑΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ

Αποστολικό Ανάγνωσμα: Πράξ. α´, 1-8: «Τὸν μὲν πρῶτον λόγον ἐποιησάμην περὶ πάντων, ὦ Θεόφιλε, ὧν ἤρξατο ὁ Ἰησοῦς ποιεῖν τε καὶ διδάσκειν ἄχρι ἧς ἡμέρας ἐντειλάμενος τοῖς ἀποστόλοις διὰ πνεύματος ἁγίου οὓς ἐξελέξατο ἀνελήφθη· οἷς καὶ παρέστησεν ἑαυτὸν ζῶντα μετὰ τὸ παθεῖν αὐτὸν ἐν πολλοῖς τεκμηρίοις, δι᾽ ἡμερῶν τεσσαράκοντα ὀπτανόμενος αὐτοῖς καὶ λέγων τὰ περὶ τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Καὶ συναλιζόμενος παρήγγειλεν αὐτοῖς ἀπὸ Ἱεροσολύμων μὴ χωρίζεσθαι, ἀλλὰ περιμένειν τὴν ἐπαγγελίαν τοῦ πατρὸς ἣν ἠκούσατέ μου· ὅτι Ἰωάννης μὲν ἐβάπτισεν ὕδατι, ὑμεῖς δὲ ἐν πνεύματι βαπτισθήσεσθε ἁγίῳ οὐ μετὰ πολλὰς ταύτας ἡμέρας. Οἱ μὲν οὖν συνελθόντες ἠρώτων αὐτὸν λέγοντες, Κύριε, εἰ ἐν τῷ χρόνῳ τούτῳ ἀποκαθιστάνεις τὴν βασιλείαν τῷ Ἰσραήλ; εἶπεν δὲ πρὸς αὐτούς, Οὐχ ὑμῶν ἐστιν γνῶναι χρόνους ἢ καιροὺς οὓς ὁ πατὴρ ἔθετο ἐν τῇ ἰδίᾳ ἐξουσίᾳ· ἀλλὰ λήψεσθε δύναμιν ἐπελθόντος τοῦ ἁγίου πνεύματος ἐφ΄ ὑμᾶς, καὶ ἔσεσθέ μου μάρτυρες ἔν τε Ἰερουσαλὴμ καὶ ἐν πάσῃ τῇ Ἰουδαίᾳ καὶ Σαμαρείᾳ καὶ ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς».

 

Ευαγγελικό Ανάγνωσνα: Ἰω. α, 1-17: «1 Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος, καὶ ὁ Λόγος ἦν πρὸς τὸν Θεόν, καὶ Θεὸς ἦν ὁ Λόγος. 2 Οὗτος ἦν ἐν ἀρχῇ πρὸς τὸν Θεόν. 3 πάντα δι᾽ αὐτοῦ ἐγένετο, καὶ χωρὶς αὐτοῦ ἐγένετο οὐδὲ ἕν ὃ γέγονεν. 4 ἐν αὐτῷ ζωὴ ἦν, καὶ ἡ ζωὴ ἦν τὸ φῶς τῶν ἀνθρώπων. 5 καὶ τὸ φῶς ἐν τῇ σκοτίᾳ φαίνει, καὶ ἡ σκοτία αὐτὸ οὐ κατέλαβεν. 6 Ἐγένετο ἄνθρωπος ἀπεσταλμένος παρὰ Θεοῦ, ὄνομα αὐτῷ Ἰωάννης· 7 οὗτος ἦλθεν εἰς μαρτυρίαν, ἵνα μαρτυρήσῃ περὶ τοῦ φωτός, ἵνα πάντες πιστεύσωσιν δι᾽ αὐτοῦ. 8 οὐκ ἦν ἐκεῖνος τὸ φῶς, ἀλλ᾽ ἵνα μαρτυρήσῃ περὶ τοῦ φωτός. 9 Ἦν τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν, ὃ φωτίζει πάντα ἄνθρωπον, ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον. 10 ἐν τῷ κόσμῳ ἦν, καὶ ὁ κόσμος δι᾽ αὐτοῦ ἐγένετο, καὶ ὁ κόσμος αὐτὸν οὐκ ἔγνω. 11 εἰς τὰ ἴδια ἦλθεν, καὶ οἱ ἴδιοι αὐτὸν οὐ παρέλαβον. 12 ὅσοι δὲ ἔλαβον αὐτόν, ἔδωκεν αὐτοῖς ἐξουσίαν τέκνα Θεοῦ γενέσθαι, τοῖς πιστεύουσιν εἰς τὸ ὄνομα αὐτοῦ, 13 οἳ οὐκ ἐξ αἱμάτων, οὐδὲ ἐκ θελήματος σαρκός, οὐδὲ ἐκ θελήματος ἀνδρός, ἀλλ᾽ ἐκ Θεοῦ ἐγεννήθησαν. 14 Καὶ ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν, καὶ ἐθεασάμεθα τὴν δόξαν αὐτοῦ, δόξαν ὡς μονογενοῦς παρὰ πατρός, πλήρης χάριτος καὶ ἀληθείας. 15 Ἰωάννης μαρτυρεῖ περὶ αὐτοῦ καὶ κέκραγεν λέγων· Οὗτος ἦν ὃν εἶπον, Ὁ ὀπίσω μου ἐρχόμενος ἔμπροσθέν μου γέγονεν, ὅτι πρῶτός μου ἦν. 16 Καὶ ἐκ τοῦ πληρώματος αὐτοῦ ἡμεῖς πάντες ἐλάβομεν, καὶ χάριν ἀντὶ χάριτος· 17 ὅτι ὁ νόμος διὰ Μωϋσέως ἐδόθη, ἡ χάρις καὶ ἡ ἀλήθεια διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐγένετο».

 

 

ΜΕΓΑΛΗ ΠΕΜΠΤΗ

Αποστολικό Ανάγνωσμα: της Μ. Πέμπτης: Α´ Κορ. ια´, 23-32: «23 Ἐγὼ γὰρ παρέλαβον ἀπὸ τοῦ Κυρίου, ὃ καὶ παρέδωκα ὑμῖν, ὅτι ὁ Κύριος Ἰησοῦς ἐν τῇ νυκτὶ ᾗ παρεδίδοτο ἔλαβεν ἄρτον καὶ εὐχαριστήσας ἔκλασε καὶ εἶπε· 24 λάβετε, φάγετε· τοῦτό μού ἐστι τὸ σῶμα τὸ ὑπὲρ ὑμῶν κλώμενον· τοῦτο ποιεῖτε εἰς τὴν ἐμὴν ἀνάμνησιν. 25 ὡσαύτως καὶ τὸ ποτήριον μετὰ τὸ δειπνῆσαι λέγων· τοῦτο τὸ ποτήριον ἡ καινὴ διαθήκη ἐστὶν ἐν τῷ ἐμῷ αἵματι· τοῦτο ποιεῖτε, ὁσάκις ἂν πίνητε, εἰς τὴν ἐμὴν ἀνάμνησιν. 26 ὁσάκις γὰρ ἂν ἐσθίητε τὸν ἄρτον τοῦτον καὶ τὸ ποτήριον τοῦτο πίνητε, τὸν θάνατον τοῦ Κυρίου καταγγέλλετε, ἄχρις οὗ ἂν ἔλθῃ. 27 ὥστε ὃς ἂν ἐσθίῃ τὸν ἄρτον τοῦτον ἢ πίνῃ τὸ ποτήριον τοῦ Κυρίου ἀναξίως, ἔνοχος ἔσται τοῦ σώματος καὶ τοῦ αἵματος τοῦ Κυρίου. 28 δοκιμαζέτω δὲ ἄνθρωπος ἑαυτόν, καὶ οὕτως ἐκ τοῦ ἄρτου ἐσθιέτω καὶ ἐκ τοῦ ποτηρίου πινέτω· 29 ὁ γὰρ ἐσθίων καὶ πίνων ἀναξίως κρῖμα ἑαυτῷ ἐσθίει καὶ πίνει, μὴ διακρίνων τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου. 30 διὰ τοῦτο ἐν ὑμῖν πολλοὶ ἀσθενεῖς καὶ ἄρρωστοι καὶ κοιμῶνται ἱκανοί. 31 εἰ γὰρ ἑαυτοὺς διεκρίνομεν, οὐκ ἂν ἐκρινόμεθα· 32 κρινόμενοι δὲ ὑπὸ τοῦ Κυρίου παιδευόμεθα, ἵνα μὴ σὺν τῷ κόσμῳ κατακριθῶμεν».

 

Ευαγγέλιο Ανάγνωσμα: Ματθ. κστ´, 2-20, Ἰω. ιγ´, 3-17, Ματθ. κστ´, 21-39, Λουκ. κβ´, 43-44, Ματθ. κστ´, 40-κζ´, 5: «Εἶπεν ὁ Κύριος τοῖς ἑαυτοῦ Μαθηταῖς· Οἴδατε ὅτι μετὰ δύο ἡμέρας τὸ πάσχα γίνεται, καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοται εἰς τὸ σταυρωθῆναι. 3 Τότε συνήχθησαν οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ γραμματεῖς καὶ οἱ πρεσβύτεροι τοῦ λαοῦ εἰς τὴν αὐλὴν τοῦ ἀρχιερέως τοῦ λεγομένου Καϊάφα, 4 καὶ συνεβουλεύσαντο ἵνα τὸν Ἰησοῦν δόλῳ κρατήσωσι καὶ ἀποκτείνωσιν. 5 ἔλεγον δέ· Μὴ ἐν τῇ ἑορτῇ, ἵνα μὴ θόρυβος γένηται ἐν τῷ λαῷ. 6 Τοῦ δὲ Ἰησοῦ γενομένου ἐν Βηθανίᾳ ἐν οἰκίᾳ Σίμωνος τοῦ λεπροῦ, 7 προσῆλθεν αὐτῷ γυνὴ ἀλάβαστρον μύρου ἔχουσα βαρυτίμου, καὶ κατέχεεν ἐπὶ τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ ἀνακειμένου. 8 ἰδόντες δὲ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἠγανάκτησαν λέγοντες· Εἰς τί ἡ ἀπώλεια αὕτη; 9 ἠδύνατο γὰρ τοῦτο τὸ μύρον πραθῆναι πολλοῦ καὶ δοθῆναι τοῖς πτωχοῖς. 10 γνοὺς δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· Τί κόπους παρέχετε τῇ γυναικί; ἔργον γὰρ καλὸν εἰργάσατο εἰς ἐμέ. 11τοὺς πτωχοὺς γὰρ πάντοτε ἔχετε μεθ᾽ ἑαυτῶν, ἐμὲ δὲ οὐ πάντοτε ἔχετε. 12 βαλοῦσα γὰρ αὕτη τὸ μύρον τοῦτο ἐπὶ τοῦ σώματός μου, πρὸς τὸ ἐνταφιάσαι με ἐποίησεν. 13 ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ὅπου ἐὰν κηρυχθῇ τὸ εὐαγγέλιον τοῦτο ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ, λαληθήσεται καὶ ὃ ἐποίησεν αὕτη εἰς μνημόσυνον αὐτῆς. 14 Τότε πορευθεὶς εἷς τῶν δώδεκα, ὁ λεγόμενος Ἰούδας Ἰσκαριώτης, πρὸς τοὺς ἀρχιερεῖς εἶπε· 15 Τί θέλετέ μοι δοῦναι, καὶ ἐγὼ ὑμῖν παραδώσω αὐτόν; οἱ δὲ ἔστησαν αὐτῷ τριάκοντα ἀργύρια. 16 καὶ ἀπὸ τότε ἐζήτει εὐκαιρίαν ἵνα αὐτὸν παραδῷ. 17 Τῇ δὲ πρώτῃ τῶν ἀζύμων προσῆλθον οἱ μαθηταὶ τῷ Ἰησοῦ λέγοντες αὐτῷ· Ποῦ θέλεις ἑτοιμάσωμέν σοι φαγεῖν τὸ πάσχα; 18 ὁ δὲ εἶπεν· Ὑπάγετε εἰς τὴν πόλιν πρὸς τὸν δεῖνα καὶ εἴπατε αὐτῷ· ὁ διδάσκαλος λέγει, ὁ καιρός μου ἐγγύς ἐστι· πρὸς σε ποιῶ τὸ πάσχα μετὰ τῶν μαθητῶν μου. 19 καὶ ἐποίησαν οἱ μαθηταὶ ὡς συνέταξεν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς, καὶ ἡτοίμασαν τὸ πάσχα. 20 Ὀψίας δὲ γενομένης ἀνέκειτο μετὰ τῶν δώδεκα. 3 εἰδὼς ὁ δὲ ὁ Ἰησοῦς ὅτι πάντα δέδωκεν αὐτῷ ὁ πατὴρ εἰς τὰς χεῖρας, καὶ ὅτι ἀπὸ Θεοῦ ἐξῆλθε καὶ πρὸς τὸν Θεὸν ὑπάγει, 4  ἐγείρεται ἐκ τοῦ δείπνου καὶ τίθησι τὰ ἱμάτια, καὶ λαβὼν λέντιον διέζωσεν ἑαυτόν. 5 εἶτα βάλλει ὕδωρ εἰς τὸν νιπτῆρα, καὶ ἤρξατο νίπτειν τοὺς πόδας τῶν μαθητῶν καὶ ἐκμάσσειν τῷ λεντίῳ ᾧ ἦν διεζωσμένος. 6 ἔρχεται οὖν πρὸς Σίμωνα Πέτρον, καὶ λέγει αὐτῷ ἐκεῖνος· Κύριε, σύ μου νίπτεις τοὺς πόδας; 7 ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῷ· Ὃ ἐγὼ ποιῶ, σὺ οὐκ οἶδας ἄρτι, γνώσῃ δὲ μετὰ ταῦτα. 8 λέγει αὐτῷ Πέτρος· Οὐ μὴ νίψῃς τοὺς πόδας μου εἰς τὸν αἰῶνα. ἀπεκρίθη αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· Ἐὰν μὴ νίψω σε, οὐκ ἔχεις μέρος μετ᾽ ἐμοῦ. 9 λέγει αὐτῷ Σίμων Πέτρος· Κύριε, μὴ τοὺς πόδας μου μόνον, ἀλλὰ καὶ τὰς χεῖρας καὶ τὴν κεφαλήν. 10 λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· Ὁ λελουμένος οὐ χρείαν ἔχει ἢ τοὺς πόδας νίψασθαι, ἀλλ᾽ ἔστι καθαρὸς ὅλος· καὶ ὑμεῖς καθαροί ἐστε, ἀλλ᾽ οὐχὶ πάντες. 11 ᾔδει γὰρ τὸν παραδιδόντα αὐτόν· διὰ τοῦτο εἶπεν· οὐχὶ πάντες καθαροί ἐστε. 12 Ὅτε οὖν ἔνιψε τοὺς πόδας αὐτῶν καὶ ἔλαβε τὰ ἱμάτια αὐτοῦ, ἀναπεσὼν πάλιν, εἶπεν αὐτοῖς· Γινώσκετε τί πεποίηκα ὑμῖν; 13 ὑμεῖς φωνεῖτέ με, ὁ Διδάσκαλος καὶ ὁ Κύριος, καὶ καλῶς λέγετε· εἰμὶ γάρ. 14 εἰ οὖν ἐγὼ ἔνιψα ὑμῶν τοὺς πόδας, ὁ Κύριος καὶ ὁ Διδάσκαλος, καὶ ὑμεῖς ὀφείλετε ἀλλήλων νίπτειν τοὺς πόδας. 15 ὑπόδειγμα γὰρ δέδωκα ὑμῖν, ἵνα καθὼς ἐγὼ ἐποίησα ὑμῖν, καὶ ὑμεῖς ποιῆτε. 16 ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐκ ἔστι δοῦλος μείζων τοῦ κυρίου αὐτοῦ, οὐδὲ ἀπόστολος μείζων τοῦ πέμψαντος αὐτόν. 17 εἰ ταῦτα οἴδατε, μακάριοί ἐστε ἐὰν ποιῆτε αὐτά. 21 καὶ ἐσθιόντων αὐτῶν εἶπεν· Ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι εἷς ἐξ ὑμῶν παραδώσει με. 22 καὶ λυπούμενοι σφόδρα ἤρξαντο λέγειν αὐτῷ ἕκαστος αὐτῶν· Μήτι ἐγώ εἰμι, Κύριε; 23 ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν· Ὁ ἐμβάψας μετ᾽ ἐμοῦ ἐν τῷ τρυβλίῳ τὴν χεῖρα οὗτός με παραδώσει. 24 ὁ μὲν υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ὑπάγει καθὼς γέγραπται περὶ αὐτοῦ· οὐαὶ δὲ τῷ ἀνθρώπῳ ἐκείνῳ δι᾽ οὗ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοται· καλὸν ἦν αὐτῷ εἰ οὐκ ἐγεννήθη ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος. 25 ἀποκριθεὶς δὲ Ἰούδας ὁ παραδιδοὺς αὐτὸν εἶπε· Μήτι ἐγώ εἰμι, ῥαββί; λέγει αὐτῷ· Σὺ εἶπας. 26 Ἐσθιόντων δὲ αὐτῶν λαβὼν ὁ Ἰησοῦς τὸν ἄρτον καὶ εὐλογήσας ἔκλασε καὶ ἐδίδου τοῖς μαθηταῖς καὶ εἶπε· Λάβετε φάγετε· τοῦτό ἐστι τὸ σῶμά μου· 27 καὶ λαβὼν τὸ ποτήριον καὶ εὐχαριστήσας ἔδωκεν αὐτοῖς λέγων· Πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες· 28 τοῦτο γάρ ἐστι τὸ αἷμά μου τὸ τῆς καινῆς διαθήκης τὸ περὶ πολλῶν ἐκχυνόμενον εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν. 29 λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι οὐ μὴ πίω ἀπ᾽ ἄρτι ἐκ τούτου τοῦ γεννήματος τῆς ἀμπέλου ἕως τῆς ἡμέρας ἐκείνης, ὅταν αὐτὸ πίνω μεθ᾽ ὑμῶν καινὸν ἐν τῇ βασιλείᾳ τοῦ πατρός μου. 30 Καὶ ὑμνήσαντες ἐξῆλθον εἰς τὸ ὄρος τῶν ἐλαιῶν. Τότε λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· 31 Πάντες ὑμεῖς σκανδαλισθήσεσθε ἐν ἐμοὶ ἐν τῇ νυκτὶ ταύτῃ· γέγραπται γάρ, πατάξω τὸν ποιμένα, καὶ διασκορπισθήσονται τὰ πρόβατα τῆς ποίμνης· 32 μετὰ δὲ τὸ ἐγερθῆναί με προάξω ὑμᾶς εἰς τὴν Γαλιλαίαν. 33 ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Πέτρος εἶπεν αὐτῷ· Εἰ πάντες σκανδαλισθήσονται ἐν σοί, ἐγὼ δὲ οὐδέποτε σκανδαλισθήσομαι. 34 ἔφη αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· Ἀμὴν λέγω σοι ὅτι ἐν ταύτῃ τῇ νυκτὶ πρὶν ἀλέκτορα φωνῆσαι τρὶς ἀπαρνήσῃ με. 35 λέγει αὐτῷ ὁ Πέτρος· Κἂν δέῃ με σὺν σοὶ ἀποθανεῖν, οὐ μή σε ἀπαρνήσομαι. ὁμοίως δὲ καὶ πάντες οἱ μαθηταὶ εἶπον. 36 Τότε ἔρχεται μετ᾽ αὐτῶν ὁ Ἰησοῦς εἰς χωρίον λεγόμενον Γεθσημανῆ, καὶ λέγει τοῖς μαθηταῖς· Καθίσατε αὐτοῦ ἕως οὗ ἀπελθὼν προσεύξωμαι ἐκεῖ. 37 καὶ παραλαβὼν τὸν Πέτρον καὶ τοὺς δύο υἱοὺς Ζεβεδαίου ἤρξατο λυπεῖσθαι καὶ ἀδημονεῖν. 38 τότε λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· Περίλυπός ἐστιν ἡ ψυχή μου ἕως θανάτου· μείνατε ὧδε καὶ γρηγορεῖτε μετ᾽ ἐμοῦ. 39 καὶ προελθὼν μικρὸν ἔπεσεν ἐπὶ πρόσωπον αὐτοῦ προσευχόμενος καὶ λέγων· Πάτερ μου, εἰ δυνατόν ἐστι, παρελθέτω ἀπ᾽ ἐμοῦ τὸ ποτήριον τοῦτο· πλὴν οὐχ ὡς ἐγὼ θέλω, ἀλλ᾽ ὡς σύ. 43 ὤφθη δὲ αὐτῷ ἄγγελος ἀπ' οὐρανοῦ ἐνισχύων αὐτὸν. 44 καὶ γενόμενος ἐν ἀγωνίᾳ ἐκτενέστερον προσηύχετο. ἐγένετο δὲ ὁ ἱδρὼς αὐτοῦ ὡσεὶ θρόμβοι αἵματος καταβαίνοντες ἐπὶ τὴν γῆν. 40 καὶ ἀναστὰς ἀπὸ τῆς προσευχῆς ἔρχεται πρὸς τοὺς μαθητὰς καὶ εὑρίσκει αὐτοὺς καθεύδοντας, καὶ λέγει τῷ Πέτρῳ· Οὕτως οὐκ ἰσχύσατε μίαν ὥραν γρηγορῆσαι μετ᾽ ἐμοῦ! 41 γρηγορεῖτε καὶ προσεύχεσθε, ἵνα μὴ εἰσέλθητε εἰς πειρασμόν· τὸ μὲν πνεῦμα πρόθυμον, ἡ δὲ σὰρξ ἀσθενής. 42 πάλιν ἐκ δευτέρου ἀπελθὼν προσηύξατο λέγων· Πάτερ μου, εἰ οὐ δύναται τοῦτο τὸ ποτήριον παρελθεῖν ἀπ᾽ ἐμοῦ ἐὰν μὴ αὐτὸ πίω, γενηθήτω τὸ θέλημά σου. 43 καὶ ἐλθὼν εὑρίσκει αὐτοὺς πάλιν καθεύδοντας· ἦσαν γὰρ αὐτῶν οἱ ὀφθαλμοὶ βεβαρημένοι. 44 καὶ ἀφεὶς αὐτοὺς ἀπελθὼν πάλιν προσηύξατο ἐκ τρίτου τὸν αὐτὸν λόγον εἰπὼν. 45τότε ἔρχεται πρὸς τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ καὶ λέγει αὐτοῖς· Καθεύδετε τὸ λοιπὸν καὶ ἀναπαύεσθε! ἰδοὺ ἤγγικεν ἡ ὥρα καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοται εἰς χεῖρας ἁμαρτωλῶν. 46 ἐγείρεσθε, ἄγωμεν· ἰδοὺ ἤγγικεν ὁ παραδιδούς με. 47 Καὶ ἔτι αὐτοῦ λαλοῦντος ἰδοὺ Ἰούδας εἷς τῶν δώδεκα ἦλθε, καὶ μετ᾽ αὐτοῦ ὄχλος πολὺς μετὰ μαχαιρῶν καὶ ξύλων ἀπὸ τῶν ἀρχιερέων καὶ πρεσβυτέρων τοῦ λαοῦ. 48 ὁ δὲ παραδιδοὺς αὐτὸν ἔδωκεν αὐτοῖς σημεῖον λέγων· Ὃν ἂν φιλήσω αὐτός ἐστι· κρατήσατε αὐτόν. 49 καὶ εὐθέως προσελθὼν τῷ Ἰησοῦ εἶπε· Χαῖρε, ῥαββί, καὶ κατεφίλησεν αὐτόν. 50 ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῷ· Ἑταῖρε, ἐφ᾽ ὃ πάρει; τότε προσελθόντες ἐπέβαλον τὰς χεῖρας ἐπὶ τὸν Ἰησοῦν καὶ ἐκράτησαν αὐτόν. 51 καὶ ἰδοὺ εἷς τῶν μετὰ Ἰησοῦ ἐκτείνας τὴν χεῖρα ἀπέσπασε τὴν μάχαιραν αὐτοῦ, καὶ πατάξας τὸν δοῦλον τοῦ ἀρχιερέως ἀφεῖλεν αὐτοῦ τὸ ὠτίον. 52 τότε λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· Ἀπόστρεψον σου τὴν μάχαιραν εἰς τὸν τόπον αὐτῆς· πάντες γὰρ οἱ λαβόντες μάχαιραν ἐν μαχαίρῃ ἀποθανοῦνται. 53 ἢ δοκεῖς ὅτι οὐ δύναμαι ἄρτι παρακαλέσαι τὸν πατέρα μου, καὶ παραστήσει μοι πλείους ἢ δώδεκα λεγεῶνας ἀγγέλων; 54 πῶς οὖν πληρωθῶσιν αἱ γραφαὶ ὅτι οὕτω δεῖ γενέσθαι; 55 Ἐν ἐκείνῃ τῇ ὥρᾳ εἶπεν ὁ Ἰησοῦς τοῖς ὄχλοις· Ὡς ἐπὶ λῃστὴν ἐξήλθετε μετὰ μαχαιρῶν καὶ ξύλων συλλαβεῖν με· καθ᾽ ἡμέραν πρὸς ὑμᾶς ἐκαθεζόμην διδάσκων ἐν τῷ ἱερῷ, καὶ οὐκ ἐκρατήσατέ με. 56 τοῦτο δὲ ὅλον γέγονεν ἵνα πληρωθῶσιν αἱ γραφαὶ τῶν προφητῶν. Τότε οἱ μαθηταὶ πάντες ἀφέντες αὐτὸν ἔφυγον. 57 Οἱ δὲ κρατήσαντες τὸν Ἰησοῦν ἀπήγαγον πρὸς Καϊάφαν τὸν ἀρχιερέα, ὅπου οἱ γραμματεῖς καὶ οἱ πρεσβύτεροι συνήχθησαν. 58 ὁ δὲ Πέτρος ἠκολούθει αὐτῷ ἀπὸ μακρόθεν ἕως τῆς αὐλῆς τοῦ ἀρχιερέως, καὶ εἰσελθὼν ἔσω ἐκάθητο μετὰ τῶν ὑπηρετῶν ἰδεῖν τὸ τέλος. 59 οἱ δὲ ἀρχιερεῖς οἱ πρεσβύτεροι καὶ τὸ συνέδριον ὅλον ἐζήτουν ψευδομαρτυρίαν κατὰ τοῦ Ἰησοῦ ὅπως θανατώσωσιν αὐτόν, 60 καὶ οὐχ εὗρον· καὶ πολλῶν ψευδομαρτύρων προσελθόντων, οὐχ εὗρον. ὕστερον δὲ προσελθόντες δύο ψευδομάρτυρες 61εἶπον· Οὗτος ἔφη, δύναμαι καταλῦσαι τὸν ναὸν τοῦ Θεοῦ καὶ διὰ τριῶν ἡμερῶν οἰκοδομῆσαι αὐτὸν. 62 καὶ ἀναστὰς ὁ ἀρχιερεὺς εἶπεν αὐτῷ· Οὐδὲν ἀποκρίνῃ; τί οὗτοί σου καταμαρτυροῦσιν; 63 ὁ δὲ Ἰησοῦς ἐσιώπα. καὶ ἀποκριθεὶς ὁ ἀρχιερεὺς εἶπεν αὐτῷ· Ἐξορκίζω σε κατὰ τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος ἵνα ἡμῖν εἴπῃς εἰ σὺ εἶ ὁ Χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ. 64 λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· Σὺ εἶπας· πλὴν λέγω ὑμῖν, ἀπ᾽ ἄρτι ὄψεσθε τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου καθήμενον ἐκ δεξιῶν τῆς δυνάμεως καὶ ἐρχόμενον ἐπὶ τῶν νεφελῶν τοῦ οὐρανοῦ. 65 τότε ὁ ἀρχιερεὺς διέρρηξε τὰ ἱμάτια αὐτοῦ λέγων ὅτι Ἐβλασφήμησε· τί ἔτι χρείαν ἔχομεν μαρτύρων; ἴδε νῦν ἠκούσατε τὴν βλασφημίαν αὐτοῦ· 66 τί ὑμῖν δοκεῖ; οἱ δὲ ἀποκριθέντες εἶπον· Ἔνοχος θανάτου ἐστί. 67 Τότε ἐνέπτυσαν εἰς τὸ πρόσωπον αὐτοῦ καὶ ἐκολάφισαν αὐτόν, οἱ δὲ ἐρράπισαν 68 λέγοντες· Προφήτευσον ἡμῖν, Χριστέ, τίς ἐστιν ὁ παίσας σε; 69 Ὁ δὲ Πέτρος ἔξω ἐκάθητο ἐν τῇ αὐλῇ· καὶ προσῆλθεν αὐτῷ μία παιδίσκη λέγουσα· Καὶ σὺ ἦσθα μετὰ Ἰησοῦ τοῦ Γαλιλαίου. 70 ὁ δὲ ἠρνήσατο ἔμπροσθεν αὐτῶν πάντων λέγων· Οὐκ οἶδα τί λέγεις. 71 ἐξελθόντα δὲ αὐτὸν εἰς τὸν πυλῶνα εἶδεν αὐτὸν ἄλλη καὶ λέγει αὐτοῖς· Ἐκεῖ καὶ οὗτος ἦν μετὰ Ἰησοῦ τοῦ Ναζωραίου. 72 καὶ πάλιν ἠρνήσατο μεθ᾽ ὅρκου ὅτι Οὐκ οἶδα τὸν ἄνθρωπον. 73 μετὰ μικρὸν δὲ προσελθόντες οἱ ἑστῶτες εἶπον τῷ Πέτρῳ· Ἀληθῶς καὶ σὺ ἐξ αὐτῶν εἶ· καὶ γὰρ ἡ λαλιά σου δῆλόν σε ποιεῖ. 74 τότε ἤρξατο καταθεματίζειν καὶ ὀμνύειν ὅτι Οὐκ οἶδα τὸν ἄνθρωπον· καὶ εὐθέως ἀλέκτωρ ἐφώνησε. 75 καὶ ἐμνήσθη ὁ Πέτρος τοῦ ῥήματος Ἰησοῦ εἰρηκότος ὅτι πρὶν ἀλέκτορα φωνῆσαι τρὶς ἀπαρνήσῃ με· καὶ ἐξελθὼν ἔξω ἔκλαυσε πικρῶς. 1 Πρωΐας δὲ γενομένης συμβούλιον ἔλαβον πάντες οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ πρεσβύτεροι τοῦ λαοῦ κατὰ τοῦ Ἰησοῦ ὥστε θανατῶσαι αὐτόν· 2 καὶ δήσαντες αὐτὸν ἀπήγαγον καὶ παρέδωκαν αὐτὸν Ποντίῳ Πιλάτῳ τῷ ἡγεμόνι. 3 Τότε ἰδὼν Ἰούδας ὁ παραδιδοὺς αὐτὸν ὅτι κατεκρίθη, μεταμεληθεὶς ἀπέστρεψε τὰ τριάκοντα ἀργύρια τοῖς ἀρχιερεῦσι καὶ πρεσβυτέροις 4 λέγων· Ἥμαρτον παραδοὺς αἷμα ἀθῷον. οἱ δὲ εἶπον· Τί πρὸς ἡμᾶς; σὺ ὄψει. 5 καὶ ῥίψας τὰ ἀργύρια ἐν τῷ ναῷ ἀνεχώρησε, καὶ ἀπελθὼν ἀπήγξατο».

 

ΜΕΓΑ ΣΑΒΒΑΤΟ

Αποστολικό Ανάγνωσμα: Α´ Κορινθ. ε´, 6-8- Γαλ. γ´, 13-14: «Ἀδελφοί, μικρὰ ζύμη ὅλον τὸ φύραμα ζυμοῖ. Ἐκκαθάρατε οὖν τὴν παλαιὰν ζύμην, ἵνα ἦτε νέον φύραμα, καθώς ἐστε ἄζυμοι· καὶ γὰρ τὸ Πάσχα ἡμῶν, ὑπὲρ ἡμῶν ἐτύθη Χριστός. Ὥστε ἑορτάζωμεν, μὴ ἐν ζύμῃ παλαιᾷ, μηδὲ ἐν ζύμῃ κακίας καὶ πονηρίας, ἀλλ᾽ ἐν ἀζύμοις εἰλικρινείας καὶ ἀληθείας. Χριστὸς γὰρ ἡμᾶς ἐξηγόρασεν ἐκ τῆς κατάρας τοῦ νόμου, γενόμενος ὑπὲρ ἡμῶν κατάρα· Γέγραπται γάρ· Ἐπικατάρατος πᾶς ὁ κρεμάμενος ἐπὶ ξύλου, ἵνα εἰς τὰ ἔθνη ἡ εὐλογία τοῦ Ἀβραὰμ γένηται ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, ἵνα τὴν ἐπαγγελίαν τοῦ Πνεύματος λάβωμεν διὰ τῆς πίστεως».

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: Ματθ. κη´, 1-20: «1 Ὀψὲ δὲ σαββάτων, τῇ ἐπιφωσκούσῃ εἰς μίαν σαββάτων, ἦλθε Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ ἡ ἄλλη Μαρία θεωρῆσαι τὸν τάφον. 2 καὶ ἰδοὺ σεισμὸς ἐγένετο μέγας· ἄγγελος γὰρ Κυρίου καταβὰς ἐξ οὐρανοῦ προσελθὼν ἀπεκύλισε τὸν λίθον ἀπὸ τῆς θύρας καὶ ἐκάθητο ἐπάνω αὐτοῦ. 3 ἦν δὲ ἡ ἰδέα αὐτοῦ ὡς ἀστραπὴ καὶ τὸ ἔνδυμα αὐτοῦ λευκὸν ὡσεὶ χιών. 4 ἀπὸ δὲ τοῦ φόβου αὐτοῦ ἐσείσθησαν οἱ τηροῦντες καὶ ἐγένοντο ὡσεὶ νεκροί. 5 ἀποκριθεὶς δὲ ὁ ἄγγελος εἶπε ταῖς γυναιξί· Μὴ φοβεῖσθε ὑμεῖς· οἶδα γὰρ ὅτι Ἰησοῦν τὸν ἐσταυρωμένον ζητεῖτε· 6 οὐκ ἔστιν ὧδε· ἠγέρθη γὰρ καθὼς εἶπε. δεῦτε ἴδετε τὸν τόπον ὅπου ἔκειτο ὁ Κύριος. 7 καὶ ταχὺ πορευθεῖσαι εἴπατε τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ ὅτι ἠγέρθη ἀπὸ τῶν νεκρῶν, καὶ ἰδοὺ προάγει ὑμᾶς εἰς τὴν Γαλιλαίαν· ἐκεῖ αὐτὸν ὄψεσθε· ἰδοὺ εἶπον ὑμῖν. 8 καὶ ἐξελθοῦσαι ταχὺ ἀπὸ τοῦ μνημείου μετὰ φόβου καὶ χαρᾶς μεγάλης ἔδραμον ἀπαγγεῖλαι τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ. 9 ὡς δὲ ἐπορεύοντο ἀπαγγεῖλαι τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ, καὶ ἰδοὺ Ἰησοῦς ἀπήντησεν αὐταῖς λέγων· Χαίρετε. αἱ δὲ προσελθοῦσαι ἐκράτησαν αὐτοῦ τοὺς πόδας καὶ προσεκύνησαν αὐτῷ. 10 τότε λέγει αὐταῖς ὁ Ἰησοῦς· Μὴ φοβεῖσθε· ὑπάγετε ἀπαγγείλατε τοῖς ἀδελφοῖς μου ἵνα ἀπέλθωσιν εἰς τὴν Γαλιλαίαν, κἀκεῖ με ὄψονται. 11 Πορευομένων δὲ αὐτῶν ἰδού τινες τῆς κουστωδίας ἐλθόντες εἰς τὴν πόλιν ἀπήγγειλαν τοῖς ἀρχιερεῦσιν ἅπαντα τὰ γενόμενα. 12 καὶ συναχθέντες μετὰ τῶν πρεσβυτέρων συμβούλιόν τε λαβόντες ἀργύρια ἱκανὰ ἔδωκαν τοῖς στρατιώταις λέγοντες· 13 Εἴπατε ὅτι Οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ νυκτὸς ἐλθόντες ἔκλεψαν αὐτὸν ἡμῶν κοιμωμένων. 14 καὶ ἐὰν ἀκουσθῇ τοῦτο ἐπὶ τοῦ ἡγεμόνος, ἡμεῖς πείσομεν αὐτὸν καὶ ὑμᾶς ἀμερίμνους ποιήσωμεν. 15 οἱ δὲ λαβόντες τὰ ἀργύρια ἐποίησαν ὡς ἐδιδάχθησαν. καὶ διεφημίσθη ὁ λόγος οὗτος παρὰ Ἰουδαίοις μέχρι τῆς σήμερον. 16 Οἱ δὲ ἕνδεκα μαθηταὶ ἐπορεύθησαν εἰς τὴν Γαλιλαίαν, εἰς τὸ ὄρος οὗ ἐτάξατο αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς. 17 καὶ ἰδόντες αὐτὸν προσεκύνησαν αὐτῷ, οἱ δὲ ἐδίστασαν. 18 καὶ προσελθὼν ὁ Ἰησοῦς ἐλάλησεν αὐτοῖς λέγων· Ἐδόθη μοι πᾶσα ἐξουσία ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ γῆς. 19 πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη, βαπτίζοντες αὐτοὺς εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος, 20 διδάσκοντες αὐτοὺς τηρεῖν πάντα ὅσα ἐνετειλάμην ὑμῖν· καὶ ἰδοὺ ἐγὼ μεθ᾽ ὑμῶν εἰμι πάσας τὰς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος. Ἀμήν».



[1]. Ἡσ. στ´, 1-8: «Καὶ ἐγένετο τοῦ ἐνιαυτοῦ, οὗ ἀπέθανεν ᾿Οζίας ὁ βασιλεύς, εἶδον τὸν Κύριον καθήμενον ἐπὶ θρόνου ὑψηλοῦ καὶ ἐπῃρμένου, καὶ πλήρης ὁ οἶκος τῆς δόξης αὐτοῦ. 2 καὶ Σεραφὶμ εἱστήκεισαν κύκλῳ αὐτοῦ, ἓξ πτέρυγες τῷ ἑνὶ καὶ ἓξ πτέρυγες τῷ ἑνί, καὶ ταῖς μὲν δυσὶ κατεκάλυπτον τὸ πρόσωπον, ταῖς δὲ δυσὶ κατεκάλυπτον τοὺς πόδας καὶ ταῖς δυσὶν ἐπέταντο. 3 καὶ ἐκέκραγεν ἕτερος πρὸς τὸν ἕτερον καὶ ἔλεγον· ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος Κύριος σαβαώθ, πλήρης πᾶσα ἡ γῆ τῆς δόξης αὐτοῦ. 4 καὶ ἐπήρθη τὸ ὑπέρθυρον ἀπὸ τῆς φωνῆς, ἧς ἐκέκραγον, καὶ ὁ οἶκος ἐπλήσθη καπνοῦ. 5 καὶ εἶπον· ὦ τάλας ἐγώ, ὅτι κατανένυγμαι, ὅτι ἄνθρωπος ὢν καὶ ἀκάθαρτα χείλη ἔχων, ἐν μέσῳ λαοῦ ἀκάθαρτα χείλη ἔχοντος ἐγὼ οἰκῶ καὶ τὸν βασιλέα Κύριον σαβαὼθ εἶδον τοῖς ὀφθαλμοῖς μου 6 καὶ ἀπεστάλη πρός με ἓν τῶν Σεραφίμ, καὶ ἐν τῇ χειρὶ εἶχεν ἄνθρακα, ὃν τῇ λαβίδι ἔλαβεν ἀπὸ τοῦ θυσιαστηρίου, 7 καὶ ἥψατο τοῦ στόματός μου καὶ εἶπεν· ἰδοὺ ἥψατο τοῦτο τῶν χειλέων σου καὶ ἀφελεῖ τὰς ἀνομίας σου καὶ τὰς ἁμαρτίας σου περικαθαριεῖ. 8 καὶ ἤκουσα τῆς φωνῆς Κυρίου λέγοντος· τίνα ἀποστείλω, καὶ τίς πορεύσεται πρὸς τὸν λαὸν τοῦτον; καὶ εἶπα· ἰδοὺ ἐγώ εἰμι· ἀπόστειλόν με». Προφητικό Ανάγνωσμα του Όρθρου της Πέμπτης της Β´ Εβδομάδος της Κυριακής της Μεταμορφώσεως κατά την αρχική τάξη.

[2]. Πρόκειται για την κατακλείδα της Γενέσεως, Γεν. ν´, 22-26: «Καὶ κατῴκησεν ᾿Ιωσὴφ ἐν Αἰγύπτῳ, αὐτὸς καὶ οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ καὶ πᾶσα ἡ πανοικία τοῦ πατρὸς αὐτοῦ. καὶ ἔζησεν ᾿Ιωσὴφ ἔτη ἑκατὸν δέκα. καὶ εἶδεν ᾿Ιωσὴφ ᾿Εφραΐμ παιδία ἕως τρίτης γενεᾶς, καὶ οἱ υἱοὶ Μαχεὶρ τοῦ υἱοῦ Μανασσῆ ἐτέχθησαν ἐπὶ μηρῶν ᾿Ιωσήφ. καὶ εἶπεν ᾿Ιωσήφ τοῖς ἀδελφοῖς αὐτοῦ λέγων· ἐγὼ ἀποθνήσκω· ἐπισκοπῇ δὲ ἐπισκέψεται ὁ Θεὸς ὑμᾶς καὶ ἀνάξει ὑμᾶς ἐκ τῆς γῆς ταύτης εἰς τὴν γῆν, ἣν ὤμοσεν ὁ Θεὸς τοῖς πατράσιν ἡμῶν, Ἀβραάμ, ᾿Ισαὰκ καὶ ᾿Ιακώβ. καὶ ὥρκισεν ᾿Ιωσὴφ τοὺς υἱοὺς ᾿Ισραὴλ λέγων· ἐν τῇ ἐπισκοπῇ, ᾗ ἐπισκέψηται ὁ Θεὸς ὑμᾶς, καὶ συνανοίσετε τὰ ὀστᾶ μου ἐντεῦθεν μεθ᾿ ὑμῶν. καὶ ἐτελεύτησεν ᾿Ιωσὴφ ἐτῶν ἑκατὸν δέκα· καὶ ἔθαψαν αὐτὸν καὶ ἔθηκαν ἐν τῇ σορῷ ἐν Αἰγύπτῳ».

[3]. Του αυτού περιεχομένου είναι και το Κάθισμα μετά τη γ´ Στιχολογία, ἦχος πλ. δ´: «Τῶν παθῶν τοῦ Κυρίου τὰς ἀπαρχάς, ἡ παροῦσα ἡμέρα λαμπροφορεῖ. Δεῦτε οὖν φιλέορτοι, ὑπαντήσωμεν ᾄσμασιν· ὁ γὰρ Κτίστης ἔρχεται, σταυρὸν καταδέξασθαι, ἐτασμοὺς καὶ μάστιγας, Πιλάτῳ κρινόμενος· ὅθεν καὶ ἐκ δούλου ῥαπισθεὶς ἐπὶ κόρης· τὰ πάντα προσίεται, ἵνα σώσῃ τὸν ἄνθρωπον. Διὰ τοῦτο βοήσωμεν· Φιλάνθρωπε Χριστὲ ὁ Θεός, τῶν πταισμάτων δώρησαι τὴν ἄφεσιν, τοῖς προσκυνοῦσιν ἐν πίστει, τὰ ἄχραντα Πάθη σου».

[4]. Ἐξόδ. ιθ´, 17-19: «...17 καὶ ἐξήγαγε Μωυσῆς τὸν λαὸν εἰς συνάντησιν τοῦ Θεοῦ ἐκ τῆς παρεμβολῆς, καὶ παρέστησαν ὑπὸ τὸ ὄρος. 18 τὸ ὄρος τὸ Σινὰ ἐκαπνίζετο ὅλον διὰ τὸ καταβεβηκέναι ἐπ᾿ αὐτὸ τὸν Θεὸν ἐν πυρί, καὶ ἀνέβαινεν ὁ καπνὸς ὡσεὶ καπνὸς καμίνου, καὶ ἐξέστη πᾶς ὁ λαὸς σφόδρα· 19 ἐγίνοντο δὲ αἱ φωναὶ τῆς σάλπιγγος προβαίνουσαι ἰσχυρότεραι σφόδρα· Μωυσῆς ἐλάλει, ὁ δὲ Θεὸς ἀπεκρίνατο αὐτῷ φωνῇ».

[5]. Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, μέρος δ´, 86.

[6]. Ἱερεμ. ιβ´, 10-11: «Ποιμένες πολλοὶ διέφθειραν τὸν ἀμπελῶνά μου, ἐμόλυναν τὴν μερίδα μου, ἔδωκαν τὴν μερίδα τὴν ἐπιθυμητήν μου εἰς ἔρημον ἄβατον, ἐτέθη εἰς ἀφανισμὸν ἀπωλείας, δι᾽ ἐμὲ ἀφανισμῷ ἠφανίσθη πᾶσα ἡ γῆ, ὅτι οὐκ ἔστιν ἀνὴρ τιθέμενος ἐν καρδίᾳ».

[7]. «1. Ταῦτα ἐλάλησεν Ἰησοῦς, καὶ ἐπῆρε τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ εἶπε· Πάτερ, ἐλήλυθεν ἡ ὥρα· δόξασόν σου τὸν υἱόν, ἵνα καὶ ὁ υἱὸς σου δοξάσῃ σέ, 2 καθὼς ἔδωκας αὐτῷ ἐξουσίαν πάσης σαρκός, ἵνα πᾶν ὃ δέδωκας αὐτῷ δώσῃ αὐτοῖς ζωὴν αἰώνιον. 3 αὕτη δέ ἐστιν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσιν σὲ τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεὸν καὶ ὃν ἀπέστειλας Ἰησοῦν Χριστόν. 4 ἐγώ σε ἐδόξασα ἐπὶ τῆς γῆς, τὸ ἔργον ἐτελειώσα ὃ δέδωκάς μοι ἵνα ποιήσω· 5 καὶ νῦν δόξασόν με σύ, πάτερ, παρὰ σεαυτῷ τῇ δόξῃ ᾗ εἶχον πρὸ τοῦ τὸν κόσμον εἶναι παρὰ σοί. 6 Ἐφανέρωσά σου τὸ ὄνομα τοῖς ἀνθρώποις οὓς δέδωκάς μοι ἐκ τοῦ κόσμου. σοὶ ἦσαν καὶ ἐμοὶ αὐτοὺς δέδωκας, καὶ τὸν λόγον σου τετηρήκασι. 7 νῦν ἔγνωκαν ὅτι πάντα ὅσα δέδωκάς μοι παρὰ σοῦ εἰσιν· 8 ὅτι τὰ ῥήματα ἃ ἔδωκάς μοι δέδωκα αὐτοῖς, καὶ αὐτοὶ ἔλαβον καὶ ἔγνωσαν ἀληθῶς ὅτι παρὰ σοῦ ἐξῆλθον, καὶ ἐπίστευσαν ὅτι σύ με ἀπέστειλας. 9 ἐγὼ περὶ αὐτῶν ἐρωτῶ· οὐ περὶ τοῦ κόσμου ἐρωτῶ ἀλλὰ περὶ ὧν δέδωκάς μοι, ὅτι σοί εἰσι, 10 καὶ τὰ ἐμὰ πάντα σά ἐστιν καὶ τὰ σὰ ἐμά, καὶ δεδόξασμαι ἐν αὐτοῖς. 11 καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἐν τῷ κόσμῳ, καὶ αὐτοὶ ἐν τῷ κόσμῳ εἰσί, καὶ ἐγὼ πρὸς σὲ ἔρχομαι. Πάτερ ἅγιε, τήρησον αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου οὓς δέδωκάς μοι, ἵνα ὦσιν ἓν καθὼς ἡμεῖς. 12 ὅτε ἤμην μετ᾽ αὐτῶν ἐν τῷ κόσμῳ, ἐγὼ ἐτήρουν αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου οὓς δέδωκάς μοι ἐφύλαξα, καὶ οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν ἀπώλετο εἰ μὴ ὁ υἱὸς τῆς ἀπωλείας, ἵνα ἡ γραφὴ πληρωθῇ. 13 νῦν δὲ πρὸς σὲ ἔρχομαι, καὶ ταῦτα λαλῶ ἐν τῷ κόσμῳ ἵνα ἔχωσι τὴν χαρὰν τὴν ἐμὴν πεπληρωμένην ἐν αὑτοῖς».

Σάββατο 4 Απριλίου 2026

 

Κυριακὴ τῶν Βαΐων,

Ἡ εἰς Ἰερουσαλὴμ εἴσοδος τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, 5 Απριλίου 2026, (21/4/2019), (Αριθμ. 12Β)

 

Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ.

 

Α. Τα Αναγνώσματα της Κυριακής των Βαΐων μάς εισάγουν στην εορτή του Πάσχα. Καθ᾽ οδόν για τον εορτασμό του Πάσχα ο Χριστός πέρασε από τη Βηθανία, όπου τέλεσε την ανάσταση του φίλου του Λαζάρου (Ἰω. ια´, 1-45), κορυφώνοντας τις προς τους άλλους, ήτοι προς ημάς, θεοσημίες του, αποκαλυπτόμενος, δηλαδή, ως Θεός, όπως ομολογεί η Εκκλησία στο Απολυτίκιο του Σαββάτου του Λαζάρου αλλά και της Κυριακής των Βαΐων ενσωματώνοντάς το στο γ´ Αντίφωνο κατά το Κοινωνικό: «Τὴν κοινὴν Ἀνάστασιν πρὸ τοῦ σοῦ Πάθους πιστούμενος, ἐκ νεκρῶν ἤγειρας τὸν Λάζαρον, Χριστὲ ὁ Θεός...».

 

Β. 1. Το Αποστολικό Ανάγνωσμα μάς μεταφέρει σε ένα περιβάλλον πανανθρώπινης χαράς, που συνάδει με το περιεχόμενο της εορτής. Ενώ, δηλαδή, κατά την περίοδο των Κυριακών της Μεγάλης Τεσσαρακοστής τα Αποστολικά Αναγνώσματα προήρχοντο από την Προς Εβραίους Επιστολή με μία αντιστοιχία προς τις θεοφάνειες της Παλαιάς Διαθήκης, και ιδίως τα γεγονότα από την έξοδο του Ισραήλ από την Αίγυπτο και μέχρι τη συγκρότησή τους με κέντρο την Ιερουσαλήμ, το Αποστολικό Ανάγνωσμα των Βαΐων αφορά σε όλους τους ανθρώπους. Δύο είναι τα κεντρικά σημεία του Αναγνώσματος, ότι ο Κύριος, ο Ιησούς Χριστός, είναι εγγύς και ότι είναι Θεός ειρήνης, Θεός, δηλαδή, που αίρει τις αντιθέσεις και τις συμβάσεις της ζωής, οδηγώντας τους ανθρώπους στην κοινή πορεία του ανακαινισμού εν Χριστώ και την κοινή Ανάσταση. Έτσι κι αλλιώς η Προς Φιλιππισίους είναι ένας ύμνος χαράς και ξεχειλίσματος της ευγνωμοσύνης για τη φιλάνθρωπη οικονομία και θεία συγκατάβαση του Ενανθρωπήσαντος Υιού και Λόγου του Θεού, που αποτέλεσε και το υπόβαθρο των διατυπώσεων του Συμβόλου της πίστεως «δι᾽ ἡμᾶς καὶ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν» και της καθόλου αναιρετικής κατά των αιρέσεων για το Μυστήριο της Θείας Οικονομίας του Υιού και Λόγου του Θεού Πατρός.

2. Από την άλλη το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα μάς κρατά σε μία ιστορική πορεία και χρονολογική σειρά από την Παλαιά προς την Καινή Διαθήκη, προς την πορεία της Μεγάλης Εβδομάδος, που απαιτεί τη λειτουργία του ζεύγους προτύπωση και «πλήρωμα», δηλαδή, ανακεφαλαίωση. O Xριστός, μετά την ανάσταση του Λαζάρου, βρίσκεται στο οικογενειακό τραπέζι, όπου διακονεί η Μάρθα, ενώ η Μαρία, αδελφή κι αυτή του Λαζάρου, αλείφει τα πόδια του Χριστού με μύρο. Ο Ιωάννης καταγράφει το γεγονός, γιατί μας εισάγει στα γεγονότα των παθών του Χριστού με αναφορά στην προδοσία και την παράδοση από τον Ιούδα («ὁ μέλλων αὐτὸν παραδιδόναι») και τον ενταφιασμό του («εἰς τὴν ἡμέραν τοῦ ἐνταφιασμοῦ μου τετήρηκεν αὐτό»). Ωστόσο, το μεγαλύτερο τμήμα του Ευαγγελικού Αναγνώσματος καλύπτει το γεγονός της προσελεύσεως του ὄχλου στο σπίτι του Λαζάρου, για να δουν το Χριστό αλλά και τον τετραήμερο Λάζαρο, όπως επίσης το γεγονός της εισόδου του Χριστού στα Ιεροσόλυμα. Ο Ευαγγελιστής σημειώνει ότι: «καὶ ἐπίστευον εἰς τὸν ᾿Ιησοῦν». Δεν πρόκειται για μια πίστη θεωρητική, σαν αυτά που ακούμε στις μέρες μας για ηθικές αξίες, αρχές και ιδανικά, αυτά είναι πράγματα ειδωλολατρικά, κι ας προβάλλονται και για πολύ ορθόδοξα, αλλά πρόκειται για την πίστη των απ᾽ αιώνος Αγίων, που είναι και ομολογία ότι ο Χριστός είναι ο ίδιος ο Θεός, αυτός που δημιούργησε τον άνθρωπο και τον ανακαίνισε, ο προαιώνιος Λόγος, ο αναμενόμενος βασιλεύς του Ισραήλ, γιατί δεν είναι άλλος ο αποκαλυπτόμενος Θεός των Προφητών και άλλος ο Ενανθρωπήσας. Εξάλλου, το γεγονός της ανάστασης του Λαζάρου είχε διαδοθεί και στα Ιεροσόλυμα, και οι άνθρωποι βγήκαν έξω να τον υποδεχθούν, αναγνωρίζοντας ότι πρόκειται για τον αναμενόμενο βασιλέα του Ισραήλ, τον καθήμενον πάνω σ᾽ ένα γαϊδουράκι, κατά την προφητεία του Ζαχαρία (Ἰω. 15: «μὴ φοβοῦ, θύγατερ Σιών· ἰδοὺ ὁ βασιλεύς σου ἔρχεται καθήμενος ἐπὶ πῶλον ὄνου») και κράζοντες με τα λόγια του Ησαΐα «ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου». Είναι πολύ σημαντική αυτή η σύνδεση της Προφητικής μαρτυρίας με την πίστη της Εκκλησίας ως η ούσα Πεντηκοστή των Αγίων, γιατί μας παρέχει τη μαρτυρία για την ενότητα του μυστηρίου της Θείας Οικονομίας, αλλιώς ο Χριστός υπόκειται στο χρόνο, τον μεταβάλλουμε σ᾽ ένα κοινό άνθρωπο, μεγάλο μύστη και εμπνευστή, ένα επαναστάτη, όχι, όμως, ως το Ζώντα Θεό, τον ένα και τον αυτόν των Προφητών και των Αποστόλων, τον αεί ωσαύτως έχοντα.

3. Ο Ευαγγελιστής, μάλιστα, υπογραμμίζει ότι ούτε και οι Μαθητές μπόρεσαν τότε να τον «γνωρίσουν», να αναγνωρίσουν ούτε καν τη βαϊοφόρο είσοδο, δηλαδή, τότε περί ποίου επρόκειτο, τον αναγνώρισαν ως τον αναμενόμενο Κύριο των Προφητών μετά την Ανάληψή του «ὅτε ἐδοξάσθη», όπως σημειώνει ο Ιωάννης: «16 Ταῦτα δὲ οὐκ ἔγνωσαν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ τὸ πρῶτον, ἀλλ᾽ ὅτε ἐδοξάσθη ὁ ᾿Ιησοῦς, τότε ἐμνήσθησαν ὅτι ταῦτα ἦν ἐπ᾽ αὐτῷ γεγραμμένα, καὶ ταῦτα ἐποίησαν αὐτῷ». Οι Μαθητές, δηλαδή, αναγνώρισαν το Χριστό ως Θεό εν Αγίω Πνεύματι, όπως εν Αγίω Πνεύματι (Πνευματικῶς) αναγνωρίζει και ομολογεί το Χριστό ως Θεό ο κάθε χριστιανός, όπως σημειώνει ο Ιωάννης παρακάτω στά κεφ. ιδ´, 25-29: «Ταῦτα λελάληκα ὑμῖν παρ᾽ ὑμῖν μένων· ὁ δὲ παράκλητος, τὸ Πνεῦμα τὸ ῞Αγιον ὃ πέμψει ὁ πατὴρ ἐν τῷ ὀνόματί μου, ἐκεῖνος ὑμᾶς διδάξει πάντα καὶ ὑπομνήσει ὑμᾶς πάντα ἃ εἶπον ὑμῖν. Εἰρήνην ἀφίημι ὑμῖν, εἰρήνην τὴν ἐμὴν δίδωμι ὑμῖν· οὐ καθὼς ὁ κόσμος δίδωσιν, ἐγὼ δίδωμι ὑμῖν. μὴ ταρασσέσθω ὑμῶν ἡ καρδία μηδὲ δειλιάτω. ἠκούσατε ὅτι ἐγὼ εἶπον ὑμῖν, ὑπάγω καὶ ἔρχομαι πρὸς ὑμᾶς· εἰ ἠγαπᾶτέ με, ἐχάρητε ἂν ὅτι εἶπον, πορεύομαι πρὸς τὸν πατέρα· ὅτι ὁ πατήρ μου μείζων μού ἐστι· καὶ νῦν εἴρηκα ὑμῖν πρὶν γενέσθαι, ἵνα ὅταν γένηται πιστεύσητε» και ιε´, 26-27: «ὅταν δὲ ἔλθῃ ὁ παράκλητος ὃν ἐγὼ πέμψω ὑμῖν παρὰ τοῦ πατρός, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας ὃ παρὰ τοῦ πατρὸς ἐκπορεύεται, ἐκεῖνος μαρτυρήσει περὶ ἐμοῦ· καὶ ὑμεῖς δὲ μαρτυρεῖτε, ὅτι ἀπ᾽ ἀρχῆς μετ᾽ ἐμοῦ ἐστέ». Γι᾽ αυτό ο Άγ. Γρηγόριος ο Θελόγος λέγει στην παρ. 27 του Πέμπτου Θεολογικού Λόγου του ότι «ἦν τινα τῷ σωτῆρι καὶ εἰ πολλῶν ἐνεπίμπλαντο μαθημάτων, ἃ μὴ δύνασθαι τότε βασταχθῆναι τοῖς μαθηταῖς ἐλέγετο, δι᾽ ἃς εἶπον ἴσως αἰτίας, καὶ διὰ τοῦτο παρεκαλύπτετο· καὶ πάλιν πάντα διδαχθήσεσθαι ἡμᾶς ὑπὸ τοῦ πνεύματος ἐνδημήσαντος. τούτων ἓν εἶναι νομίζω καὶ αὐτὴν τοῦ πνεύματος τὴν θεότητα, τρανουμένην εἰς ὕστερον, ὡς τηνικαῦτα ὡρίμου καὶ χωρητῆς ἤδη τυγχανούσης τῆς γνώσεως, μετὰ τὴν τοῦ σωτῆρος ἀποκατάστασιν, οὐκέτι ἀπιστουμένου τῷ θαύματι».

4. Η αναφορά μάλιστα στη Σιών (Συναγωγή) θα έχει τη συνέχεια στη Μεγάλη Δευτέρα, όπου σημειώνεται ότι η συκή, από την οποία αναζητά καρπούς ο Χριστός και δεν βρίσκει, είναι προτύπωση του παλαιού Ισραήλ, που ενώ δέχτηκε τις θεοσημίες, απέρριψε το Χριστό ως τον αποκαλυφθέντα άσαρκο Λόγο στους Προφήτες, το Θεό των Πατέρων αυτών. Έτσι, λέγεται στο Συναξάριο της ημέρας: «Τὴν Συναγωγήν, συκῆν Χριστός, Ἑβραίων, Καρπῶν ἄμοιρον πνευματικῶν εἰκάζων, Ἀρᾷ ξηραίνει, ἧς φύγωμεν τὸ πάθος». Εξάλλου, οι κύριοι εκπρόσωποι της Σιών, οι Φαρισαίοι, που έχαναν τις δασκαλίστικες απολαβές τους, κάτι σαν τους σύγχρονους θεολόγους και τα παρεκκλησιαστικά δίκτυά τους, ήταν αυτοί που κινήθηκαν εναντίον όχι μόνο κατά του Χριστού αλλά και του Λαζάρου, θέλοντας να εξαφανίσουν από προσώπου γης και το Χριστό και τις θεοσημίες του, ιδίως το ζωντανό μάρτυρα Λάζαρο, για να σώσουν τις σοδιές τους και την καταδουλίευση των συνανθρώπων τους. Και η συνέχεια στα Ευαγγελικά Αναγνώσματα της Μεγάλης Δευτέρας με τα τρομερά Ουαί. Ο Χριστός προς κανέναν άλλον δεν απηύθυνε Ουαί, παρά μόνο προς τους θεομπαίχτες Φαρισαίους.

 

Γ. Η παρούσα ενότητα γεγονότων κλείνει με τη Μεγάλη Τρίτη το εσπέρας με το Τροπάριο της Κασσιανής: Κατά τη Μ. Δευτέρα και Μ. Τρίτη τον πρωταγωνιστικό ρόλο τον έχουν οι γυναίκες, ήδη από το Σάββατο του Λαζάρου, γιατί πορευόμαστε προς τα πάθη, τη Σταύρωση και την Ανάσταση, όπου το βάρος της μαρτυρίας το φέρουν γυναίκες, αφού οι άνδρες, που καρτερούσαν τιμές και δόξες κι εξουσία, είχαν εξαφανισθεί, ως συνήθως. (Ο ένας τον πρόδωσε για τις παράδες, ό άλλος έκανε πως δεν τον γνώριζε, κι οι ψαράδες επέστρεψαν και πάλι στις βαρκούλες τους, που για τρία σχεδόν χρόνια κόντευαν να σαπίσουν στην παραλία της Τιβεριάδος... Περπάτησε Αναστάς πάνω στα κύματα, για να τους ξαναμαζέψει στα Ιεροσόλυμα και να αρχίσουν να ξανασκέφτονται, τί έζησαν μαζί του, «καθὼς εἶπον ὑμᾶς»). Έτσι είναι πάντα οι άνδρες, λίγο βραδυκίνητοι και «υπολογιστές», χρειάζονται εξουσία για παρακίνηση, εκθηλύνονται εμπρός στο ατομικό συμφέρον και την κούφια μεγαλοπρέπειά τους.

Ασφαλώς, πρέπει πάντα να λογαριάζουμε ότι η Αποστολική Κοινότητα, η Αποστολική Εκκλησία, ζούσε σε μία ενότητα την παρουσία του Θεού ως Θεοφάνεια απαρχής κόσμου και μυσταγωγούμενη με τη ζωή των θεοπτών Πατριαρχών και Προφητών και Αποστόλων, με τον τρόπο ζωής και μαρτυρίας τους, ακόμη και καταγραφής, περί του Θεού των Πατέρων αυτών Αβραάμ και Ισαάκ και Ιακώβ, οράται τον Ιησού ως τον Κύριο της Δόξης του Ησαΐα, τον «παλαιό των ημερών». Όραση είναι ακόμη και η θεωτική εμπειρία, η οποία αναγράφεται και ως θεωρία, ιδίως στην ησυχαστική παράδοση! Γι᾽ αυτό η Αποστολική Εκκλησία «από μέσα» ανανεώνει τη Συναγωγή (και αναδύεται ως ιδιαίτερη κοινότητα με τη βαπτισματική ομολογία), που έτσι κι αλλιώς είχε πάψει μετά την ολική καταστροφή της Ιερουσαλήμ να διατηρεί την ιουδαϊκή αποκλειστικότητα, τόσο που ακόμη και κάποιοι Έλληνες (Έλληνας αυτή την εποχή σήμαινε εθνικός, ειδωλολάτρης κατά την παράδοση του δωδεκάθεου) είχαν γίνει ως προσήλυτοι Ιουδαίοι. Κάποιοι, μάλιστα, απ᾽ αυτούς βρέθηκαν στα Ιεροσόλυμα, όπως καταγράφεται στη σημερινή Ευαγγελική περικοπή της Μ. Τρίτης το εσπέρας: Ἰω. ιβ´, 20-23: «Ἦσαν δέ τινες Ἕλληνες ἐκ τῶν ἀναβαινόντων ἵνα προσκυνήσωσιν ἐν τῇ ἑορτῇ. οὗτοι οὖν προσῆλθον Φιλίππῳ τῷ ἀπὸ Βηθσαϊδὰ τῆς Γαλιλαίας, καὶ ἠρώτων αὐτὸν λέγοντες· Κύριε, θέλομεν τὸν Ἰησοῦν ἰδεῖν. ἔρχεται Φίλιππος καὶ λέγει τῷ Ἀνδρέᾳ, καὶ πάλιν Ἀνδρέας καὶ Φίλιππος καὶ λέγουσι τῷ Ἰησοῦ· ὁ δὲ Ἰησοῦς ἀπεκρίνατο αὐτοῖς λέγων· Ἐλήλυθεν ἡ ὥρα ἵνα δοξασθῇ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου».

[Σημειώνω εδώ εν παρενθέσει ότι οι Εβραίοι, που για δυο χιλιάδες χρόνια σκορπίστηκαν σ᾽ όλο τον κόσμο, συγκροτήθηκαν σε κοινότητες, έζησαν ως Διασπορά, αλλά επιβίωσαν, γιατί δεν κράτησαν την ιουδαϊκότητα ως αποκλειστικότητα, αντίθετα ανοίχτηκαν στις τοπικές κοινωνίες και προσπάθησαν να τις εντάξουν στη Συναγωγή ως προσήλυτους, γι᾽ αυτό κι αυξήθηκαν σ᾽ όλο τον κόσμο, κρατώντας ως γλώσσα της Συναγωγής τα Εβραϊκά. Κρατώντας τα Εβραϊκά ως γλώσσα της Συναγωγής, διασώθηκαν ως κοινότητες μέσα στην ιστορία δύο χιλιάδων χρόνων, γιατί ένας λαός χάνεται, όταν χάσει τη λαλιά του... Αυτό και για τις Ελληνικές κοινότητες του εξωτερικού, ή των Ορθοδόξων γενικώς!].

Επανέρχομαι στο θέμα της παρουσίας των γυναικών από το Σάββατο του Λαζάρου επεκτείνοντάς το μέχρι την Κυριακή των Μυροφόρων, οι οποίες διακονούν στο μυστήριο των Αγίων Παθών και της Ανάστασης, στο μυστήριο της Θείας Ενανθρωπήσεως και της προς ημάς Θείας Φιλανθρωπίας, με παρούσα εξαιρέτως την Παναγία κάτω από το Σταυρωμένο Χριστό. Σήμερα με τις επιρροές από τον Προτεσταντικό κόσμο και πρωτογενή αιτία τη διάρθρωση των βιομηχανικών και μεταβιομηχανικών κοινωνιών έχει αναδυθεί όλη η συζήτηση περί του αγώνα του γυναικείου φύλου, και λέγονται οι ατέλειωτες ανοησίες από θεολόγους, μεταφέροντες στην Εκκλησία προβλήματα στα οποία η Εκκλησία ουδέποτε είχε επιθέσει βάρη στους ανθρώπους και στα μέλη της. Είναι, λοιπόν, εξαιρετική η παρουσία των γυναικών στο μυστήριο της σωτηρίας του ανθρωπίνου γένους, πρώτα πρώτα με την Παναγία, ο δε Χριστός αδιακρίτως προσεγγίζει όλες τις γυναίκες. Και γιατί αδιακρίτως; Ο Χριστός αποκαλύπτεται πρώτα στη Συναγωγή, όπου την ιουδαϊκότητα δεν την παρέχει ο άνδρας, αλλά η γυναίκα, αυτό μέχρι σήμερα. Εβραίος δεν είναι ο γιος Εβραίου, αλλά ο γιος Εβραίας μάνας, ανεξάρτητα αν είναι Εβραία εκ φυλετικής καταγωγής ή προσήλυτη, παραμένοντας διαχρονικά ισχυρότατος ο θεσμός και ο ρόλος της Συναγωγής στη Διασπορά μεταξύ των εθνών. Είτε κοσμικά το δούμε, είτε θρησκευτικά, τα παιδιά είναι της μάνας όχι του πατέρα, ό,τι είναι η μάνα, αυτό είναι και τα παιδιά, την οικογένεια την συγκροτεί η μάνα, αυτή εντάσσει τα παιδιά στην κοινωνία... Κι ο Χριστός ως Θεός δεν κάνει διακρίσεις στις γυναίκες του Ισραήλ, όλες είναι εν δυνάμει μάνες... Ακόμη κι ο Ιούδας δεν κατακρίνει την πόρνη, κατακρίνει το Χριστό, γιατί δέχθηκε να σπαταληθεί το μύρο, αντί να πουληθεί και να αρπάξει τον παρά ως φιλάργυρος και ζηλόφθονος, έχοντας στο έπακρο, δηλαδή, τα χαρακτηριστικά των απελέκητων ανδρών, χρήμα και εξουσία.

Η πόρνη προσέρχεται στον Υιό της Παρθένου (αυτή είναι η φρασεολογία των σημερινών ύμνων της Εκκλησίας, «μή με τὴν πόρνην ἀποῤῥίψῃς, ὁ τεχθεὶς ἐκ Παρθένου»), καταθέτοντας όχι μόνο τη μετάνοια αλλά αναγνωρίζοντάς τον, σε αντίθεση με τον Ιούδα, ως τον αναμενόμενο Υιό του Θεού Πατρός. Αυτό σημαίνει η φράση «ὁ τεχθεὶς ἐκ Παρθένου». Ουσιαστικά πρόκειται για αποδοχή του κηρύγματος του Χριστού περί μετανοίας. Έτσι άρχιζε το κήρυγμα ο Ιωάννης Πρόδρομος, με τα ίδια λόγια άρχισε το κήρυγμα ο Χριστός, που είναι ευθεία προσφυγή στο κήρυγμα της μετανοίας των Προφητών, μήπως και τον «ἀναγνωρίσουν»...

Την ίδια γραμμή αποδίδει το Τροπάριο της Κασσιανής, που έχει υποστεί μία γλυκανάλατη και ανούσια ηθικιστική ανάλυση. Ουδέποτε οι Πατέρες, που ενέταξαν το γεγονός και το Τροπάριο στη Μεγάλη Εβδομάδα, θα ασχολούνταν με την ψυχοπάθεια των ηθικολογούντων καθαρών, αυτούς τους είχε «τακτοποιήσει» καταλλήλως η Εκκλησία ήδη με τους κανόνες της Α´ Οικουμενικής Συνόδου. Εδώ η μετάνοια είναι αποδοχή του αποκαλυπτόμενου Υιού και Λόγου του Θεού Πατρός, σε μία ενότητα πίστεως και αγιότητος Προφητών και Αποστόλων. Γι᾽ αυτό το κύριο θέμα δεν είναι η μετάνοια ως ατομική πράξη, αλλά η αποδοχή και η ανάληψη διακονίας στο μυστήριο της Θείας Οικονομίας, στο Μυστήριο της Εκκλησίας, η σύνταξη με τη μαρτυρία των Αγίων Προφητών και Αποστόλων.

Η φρασεολογία του Τροπαρίου είναι χαρακτηριστική: «Κύριε, ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα γυνή, τὴν σὴν αἰσθομένη Θεότητα, μυροφόρου ἀναλαβοῦσα τάξιν, ὀδυρομένη μύρα σοι, πρὸ τοῦ ἐνταφιασμοῦ κομίζει. Οἴμοι! λέγουσα, ὅτι νύξ μοι, ὑπάρχει, οἶστρος ἀκολασίας, ζοφώδης τε καὶ ἀσέληνος, ἔρως τῆς ἁμαρτίας. Δέξαι μου τὰς πηγὰς τῶν δακρύων, ὁ νεφέλαις διεξάγων τῆς θαλάσσης τὸ ὕδωρ· κάμφθητί μοι πρὸς τοὺς στεναγμοὺς τῆς καρδίας, ὁ κλίνας τοὺς οὐρανούς, τῇ ἀφάτῳ σου κενώσει· καταφιλήσω τοὺς ἀχράντους σου πόδας, ἀποσμήξω τούτους δὲ πάλιν, τοῖς τῆς κεφαλῆς μου βοστρύχοις, ὧν ἐν τῷ Παραδείσῳ Εὔα τὸ δειλινόν, κρότον τοῖς ὠσὶν ἠχηθεῖσα, τῷ φόβῳ ἐκρύβη. Ἁμαρτιῶν μου τὰ πλήθη καὶ κριμάτων σου ἀβύσσους, τίς ἐξιχνιάσει ψυχοσῶστα Σωτήρ μου; Μή με τὴν σὴν δούλην παρίδῃς, ὁ ἀμέτρητον ἔχων τὸ ἔλεος».

Το κέντρο βάρους του Τροπαρίου δεν είναι η κατάσταση της γυναικός, έτσι κι αλλιώς ο Χριστός καλεί τους πάντες μας σε μετάνοια, η γυνή, δηλαδή, του Τροπαρίου προστρέχει στο Χριστό ως το Θεό και αφήνεται στο έλεός του, αναγνωρίζει, δηλαδή, ότι η σωτηρία της είναι δώρο του Θεού και όχι καμιά κατάκτηση και έπαθλο δικό της, γιατί έκανε τη χάρη στο Χριστό (ή στους ανθρώπους) μετανοώντας. Το Τροπάριο λέγει: «τὴν σὴν αἰσθομένη Θεότητα», φθάνει με τη μετάνοιά της στην κατάσταση της διακρίσεως των πνευμάτων, όπως σε ανάλογη περίπτωση στο Περί κατασκευής του ανθρώπου λέγει ο Άγ. Γρηγόριος Νύσσης: «Τὸ μὲν γὰρ διακρίνειν ἐπιστημόνως τὸ καλὸν ἐκ τοῦ κακοῦ͵ τελειοτέρας ἕξεως εἶναί φησιν ὁ Ἀπόστολος καὶ γεγυμνασμένων αἰσθητηρίων (Ἑβρ. 5, 14), διὸ καὶ πρόσταγμα ποιεῖται πάντα δοκιμάζειν καὶ τοῦ πνευματικοῦ τὸ διακρίνειν ἴδιον εἶναί φησιν», βλέπει το Φως το αληθινό και εναποθέτει το είναι της στο Δημιουργό της: «ὁ νεφέλαις διεξάγων τῆς θαλάσσης τὸ ὕδωρ», τον αναγνωρίζει ως τον Ενανθρωπήσαντα Υιό και Λόγο: «ὁ κλίνας τοὺς οὐρανούς, τῇ ἀφάτῳ σου κενώσει», με αναφορά, μάλιστα, στην προπατορική αποστασία και απομάκρυνση εκ των ποδών του Θεού της Εύας, κυριευθείσης από το φόβο, εις αντικατάσταση της αγάπης του πλάσματος προς το δότη των ευεργεσιών: «καταφιλήσω τοὺς ἀχράντους σου πόδας, ἀποσμήξω τούτους δὲ πάλιν, τοῖς τῆς κεφαλῆς μου βοστρύχοις, ὧν ἐν τῷ Παραδείσῳ Εὔα τὸ δειλινόν, κρότον τοῖς ὠσὶν ἠχηθεῖσα, τῷ φόβῳ ἐκρύβη».

Η παραπεσούσα, λοιπόν, ομολογώντας το Χριστό ως Θεό κατά προφητικό χάρισμα, ορά πνευματικώς ήδη τα Άγια Πάθη και αναλαμβάνει διά του μυρισμού να διακονήσει ως μυροφόρος: «μυροφόρου ἀναλαβοῦσα τάξιν»!

 

Aποστολικό Ανάγνωσμα: Φιλιπ. δ´, 4-9: «Χαίρετε ἐν Κυρίῳ πάντοτε· πάλιν ἐρῶ, χαίρετε. 5 τὸ ἐπιεικὲς ὑμῶν γνωσθήτω πᾶσιν ἀνθρώποις. ὁ Κύριος ἐγγύς. 6 μηδὲν μεριμνᾶτε, ἀλλ᾽ ἐν παντὶ τῇ προσευχῇ καὶ τῇ δεήσει μετὰ εὐχαριστίας τὰ αἰτήματα ὑμῶν γνωριζέσθω πρὸς τὸν Θεόν. 7 καὶ ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ ἡ ὑπερέχουσα πάντα νοῦν φρουρήσει τὰς καρδίας ὑμῶν καὶ τὰ νοήματα ὑμῶν ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ. 8 Τὸ λοιπόν, ἀδελφοί, ὅσα ἐστὶν ἀληθῆ, ὅσα σεμνά, ὅσα δίκαια, ὅσα ἁγνά, ὅσα προσφιλῆ, ὅσα εὔφημα, εἴ τις ἀρετὴ καὶ εἴ τις ἔπαινος, ταῦτα λογίζεσθε· 9 ἃ καὶ ἐμάθετε καὶ παρελάβετε καὶ ἠκούσατε καὶ εἴδετε ἐν ἐμοί, ταῦτα πράσσετε· καὶ ὁ Θεὸς τῆς εἰρήνης ἔσται μεθ᾽ ὑμῶν».

 

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: Ἰω. ιβ´, 1-18: «1. Ὁ οὖν ᾿Ιησοῦς πρὸ ἓξ ἡμερῶν τοῦ πάσχα ἦλθεν εἰς Βηθανίαν, ὅπου ἦν Λάζαρος ὁ τεθνηκώς, ὃν ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν. 2 ἐποίησαν οὖν αὐτῷ δεῖπνον ἐκεῖ, καὶ ἡ Μάρθα διηκόνει· ὁ δὲ Λάζαρος εἷς ἦν τῶν ἀνακειμένων σὺν αὐτῷ. 3 ἡ οὖν Μαρία, λαβοῦσα λίτραν μύρου νάρδου πιστικῆς πολυτίμου, ἤλειψε τοὺς πόδας τοῦ ᾿Ιησοῦ καὶ ἐξέμαξε ταῖς θριξὶν αὐτῆς τοὺς πόδας αὐτοῦ· ἡ δὲ οἰκία ἐπληρώθη ἐκ τῆς ὀσμῆς τοῦ μύρου. 4 λέγει οὖν εἷς ἐκ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ, ᾿Ιούδας Σίμωνος ᾿Ισκαριώτης, ὁ μέλλων αὐτὸν παραδιδόναι· 5 διατί τοῦτο τὸ μύρον οὐκ ἐπράθη τριακοσίων δηναρίων καὶ ἐδόθη πτωχοῖς; 6 εἶπε δὲ τοῦτο οὐχ ὅτι περὶ τῶν πτωχῶν ἔμελεν αὐτῷ, ἀλλ᾽ ὅτι κλέπτης ἦν, καὶ τὸ γλωσσόκομον εἶχε καὶ τὰ βαλλόμενα ἐβάσταζεν. 7 εἶπεν οὖν ὁ ᾿Ιησοῦς· ἄφες αὐτήν, εἰς τὴν ἡμέραν τοῦ ἐνταφιασμοῦ μου τετήρηκεν αὐτό. 8 τοὺς πτωχοὺς γὰρ πάντοτε ἔχετε μεθ᾽ ἑαυτῶν, ἐμὲ δὲ οὐ πάντοτε ἔχετε. 9 ῎Εγνω οὖν ὄχλος πολὺς ἐκ τῶν ᾿Ιουδαίων ὅτι ἐκεῖ ἐστι, καὶ ἦλθον οὐ διὰ τὸν ᾿Ιησοῦν μόνον, ἀλλ᾽ ἵνα καὶ τὸν Λάζαρον ἴδωσιν ὃν ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν. 10 ἐβουλεύσαντο δὲ οἱ ἀρχιερεῖς ἵνα καὶ τὸν Λάζαρον ἀποκτείνωσιν, 11 ὅτι πολλοὶ δι᾽ αὐτὸν ὑπῆγον τῶν ᾿Ιουδαίων καὶ ἐπίστευον εἰς τὸν ᾿Ιησοῦν. 12 Τῇ ἐπαύριον ὄχλος πολὺς ὁ ἐλθὼν εἰς τὴν ἑορτήν, ἀκούσαντες ὅτι ἔρχεται ᾿Ιησοῦς εἰς ῾Ιεροσόλυμα, 13 ἔλαβον τὰ βαΐα τῶν φοινίκων καὶ ἐξῆλθον εἰς ὑπάντησιν αὐτῷ, καὶ ἔκραζον· ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου, ὁ βασιλεὺς τοῦ ᾿Ισραήλ. 14 εὑρὼν δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς ὀνάριον ἐκάθισεν ἐπ᾽ αὐτό, καθώς ἐστι γεγραμμένον· 15 μὴ φοβοῦ, θύγατερ Σιών· ἰδοὺ ὁ βασιλεύς σου ἔρχεται καθήμενος ἐπὶ πῶλον ὄνου. 16 Ταῦτα δὲ οὐκ ἔγνωσαν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ τὸ πρῶτον, ἀλλ᾽ ὅτε ἐδοξάσθη ὁ ᾿Ιησοῦς, τότε ἐμνήσθησαν ὅτι ταῦτα ἦν ἐπ᾽ αὐτῷ γεγραμμένα, καὶ ταῦτα ἐποίησαν αὐτῷ. 17 ᾿Εμαρτύρει οὖν ὁ ὄχλος ὁ ὢν μετ᾽ αὐτοῦ ὅτε τὸν Λάζαρον ἐφώνησεν ἐκ τοῦ μνημείου καὶ ἤγειρεν αὐτὸν ἐκ νεκρῶν. 18 διὰ τοῦτο καὶ ὑπήντησεν αὐτῷ ὁ ὄχλος, ὅτι ἤκουσαν τοῦτο αὐτὸν πεποιηκέναι τὸ σημεῖον. 19 οἱ οὖν Φαρισαῖοι εἶπον πρὸς ἑαυτούς· θεωρεῖτε ὅτι οὐκ ὠφελεῖτε οὐδέν; ἴδε ὁ κόσμος ὀπίσω αὐτοῦ ἀπῆλθεν».

Κυριακή 29 Μαρτίου 2026

 

Κυριακὴ Ε´ τῶν Νηστειῶν, Μαρίας Ὁσίας τῆς Αἰγυπτίας, 29 Μαρτίου 2026, (14/4/2019), (Αριθμ. 11Β)

 

Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ.

 

Α. 1. Η εβδομάδα της Ε´ Κυριακής των Νηστειών είναι μία εβδομάδα συνοπτική των οκτώ προηγούμενων Κυριακών, της πορείας από την αρχή του Τριωδίου. Η εβδομάδα χαρακτηρίζεται από το Μεγάλο Κανόνα του Αγίου Ανδρέα Κρήτης, τον Ακάθιστο Ύμνο και τα Προφητικά Αναγνώσματα της εβδομάδος, όπως επίσης και τα Αναγνώσματα της Θεοτόκου στη Θεία Λειτουργία του Σαββάτου, και κατά την Κυριακή από τη μνήμη της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας.

2. Την Τετάρτη ημέρα της πέμπτης εβδομάδος των Νηστειών και στο μέσον του Αποδείπνου η Εκκλησία ψάλλει το Μεγάλο Κανόνα του Αγίου Ανδρέα Κρήτης (650-740). Είναι ο μακροσκελέστερος Κανόνας της Εκκλησίας, αποτελούμενος από διακόσια πενήντα τροπάρια και ένδεκα ειρμούς, όπου εξιστορούνται τα γεγονότα από την πτώση του ανθρώπου και εξής με τα έργα της μετανοίας των Αγίων της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, όλων αυτών των Αγίων που διά της μετανοίας έγιναν χάριτι αυτόπτες της Αποκαλύψεως του Υιού και Λόγου  του Θεού Πατρός εν τύποις και σαρκί. Πρόκειται για ένα σύντομο υπομνηματισμό της Προφητικής και Ευαγγελικής καταγραφής των θεοφανικών γεγονότων σε μία ενότητα τύπων και ανακεφαλεώσεως με παράλληλη συνθετική παρεμβολή των αποφάσεων των έξη πρώτων Οικουμενικών Συνόδων για το μυστήριο της Θείας Οικονομίας και της κρίσεως του κόσμου. Οι πρεσβείες προς τον Άγιο Ανδρέα και την Οσία Μαρία την Αιγυπτία, ως υπόδειγμα μετανοίας, συνυφαίνονται με τα τροπάρια των Ωδών του Κανόνα προς δήλωση της σημασίας της μετανοίας, η οποία οδηγεί στην ομολογία της θεότητος του Χριστού αλλά και της αληθούς Ενανθρωπήσεως, των Παθών, του Σταυρού και της Αναστάσεως, της Κρίσεως και της διακονίας της Θεοτόκου, ιδίως με τον ειρμό της θ´ Ωδής, ἦχος πλ. β´, «Ἀσπόρου συλλήψεως, ὁ τόκος ἀνερμήνευτος, Μητρὸς ἀνάνδρου, ἄφθορος ἡ κύησις· Θεοῦ γὰρ ἡ γέννησις, καινοποιεῖ τὰς φύσεις· διό σε πᾶσαι αἱ γενεαί, ὡς Θεόνυμφον Μητέρα, ὀρθοδόξως μεγαλύνομεν».  Καθώς εμφαίνεται ο προχειρισμός προς το Μυστικό Δείπνο η Εκκλησία εντείνει το λόγο της για τη μετάνοια, όχι ως μια ψυχολογική κατάσταση, μια ατομική πράξη, μια ατομική εμπειρία, αλλά ως εκκλησιαστικό γεγονός θεωτικής πορείας μετά πάντων των Αγίων, εξαιρέτως δε της Υπεραγίας Θεοτόκου. Όσο πλησιάζουμε προς το Πάσχα, η Εκκλησία, λοιπόν, μας καλεί να μη χάσουμε την ευκαιρία και εγκλωβισθούμε στην αυτάρκειά μας, αλλά μας καλεί να απεκδυθούμε τον ιδιασμό μας και να αποκτήσουμε την εμπειρία και την πίστη των Αγίων μας και να μην αποκαρδιωθούμε από τις αποτυχίες μας, αλλά να παραδειγματισθούμε από αυτούς, γιατί ο Χριστός είναι ο πανταχού παρών και τα πάντα πληρών. Έτσι ένα από τα τροπάρια σχεδόν μας οδηγεί στη Μ. Τετάρτη: «Ψυχή μου, ψυχή μου, ἀνάστα, τί καθεύδεις; τὸ τέλος ἐγγίζει καὶ μέλλεις θορυβεῖσθαι· ἀνάνηψον οὖν, ἵνα φείσηταί σου Χριστὸς ὁ Θεός, ὁ πανταχοῦ παρὼν καὶ τὰ πάντα πληρῶν», τον Ψαλμό 137, και την Κυριακή Προσευχή. Πρόκειται, δηλαδή, για ομολογία πίστεως στο Χριστό (τον ένα και τον αυτόν των Αγίων Παλαιάς και Καινής Διαθήκης), ένα συνοψισμό των αποφάσεων της ΣΤ´ Οικουμενικής Συνόδου, στην αποδοχή της οποίας ενεπλάκη ο Άγιος Ανδρέας. Με την ίδια παιδαγωγία η Εκκλησία στο Απόδειπνο της Παρασκευής ψάλλει τον Ακάθιστο Ύμνο ολόκληρο, ως επιστέγαση και αποδοχή του όρου Θεοτόκος, ως εγγύηση της του Υιού του Θεού αληθούς ενσάρκου Οικονομίας. Όλη αυτή, δηλαδή, η περίοδος του Τριωδίου είναι μία περίοδος της εκ νέου ενσωμάτωσης του ανθρώπου στην Εκκλησία των απ᾽ αιώνος Αγίων του Θεού, που έζησαν την αποκαλύψη του Τριαδικού Θεού όχι για τον εαυτό τους αλλά ως Προφήτες και μάρτυρες για όλους τους ανθρώπους, και γι᾽ αυτό η εμπειρία τους είναι η κοινή εμπειρία και μαρτυρία της Εκκλησίας.

3. Ανεξάρτητα από τα ιστορικά γεγονότα της πολιορκίας της Κωνσταντινούπολης από τους Αβάρους το 626 και της διασώσεώς της, ο Ακάθιστος Ύμνος είναι Κοντάκιο που κατά περιεχόμενο συνδέεται με το όρο Θεοτόκος ως ερμηνευτική πρόταση ιδίως του άρθρου του Συμβόλου της Πίστεως: «Τὸν δι᾽ ἡμᾶς τοὺς ἀνθρώπους καὶ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν κατελθόντα ἐκ τῶν οὐρανῶν καὶ σαρκωθέντα ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καὶ Μαρίας τῆς Παρθένου καὶ ἐνανθρωπήσαντα» κατά πρώτον κατά τις συνοδικές αποφάσεις των Γ´-Ε´ Οικουμενικών Συνόδων. Η ομολογία του όρου Θεοτόκος υπήρξε τόσο καθοριστική για την ερμηνεία του Μυστηρίου της Θείας Οικονομίας όσο και ο όρος ὁμοούσιος για την ομολογία του Τριαδικού Θεού εν σχέσει με τις δύο πρώτες Οικουμενικές Συνόδους. Μετά, μάλιστα, τη Δ´ Οικουμενική Σύνοδο στη Χαλκηδόνα, πολλοί ναοί ανά τη Βυζαντινή αυτοκρατορία αφιερώθηκαν στη Θεοτόκο, και ακολούθησε και η ερμηνευτική υμνολογική παραγωγή και λειτουργική πράξη, όπως γίνεται αντιληπτό και με τις αποφάσεις της ΣΤ´ Οικουμενικής Συνόδου κατά του Μονοθελητισμού και του Μονοενεργητισμού. Κατά ταύτα, την πέμπτη εβδομάδα των Νηστειών η συνύπαρξη του Μεγάλου Κανόνα, ενός είδους που θα αντικαταστήσει τα Κοντάκια, και του Ακαθίστου Ύμνου προβάλλουν ως μία ενότητα και ερμηνευτική πρόταση. Έτσι, το Σάββατο προ της Ε´ Κυριακής των Νηστειών λέγεται Σάββατο του Ακάθιστου Ύμνου, που εκτός του Ακαθίστου Ύμνου, ο οποίος ψάλλεται συνήθως στο Απόδειπνο της Παρασκευής, κατά τη Θεία Λειτουργία διαβάζονται Αναγνώσματα της Θεοτόκου, Αποστολικό το αυτό με την εορτή των Εισοδίων, 21 Νοεμβρίου (Ἑβρ. θ´, 1-7) και Ευαγγελικό Ανάγνωσμα το αυτό με την εορτή του Γενεθλίου της  Θεοτόκου,  8 Σεπτεμβρίου (Λουκ. α´, 39-49, 56) και Κάθισμα το αυτό με την εορτή του Ευαγγελισμού: «Ὁ μέγας Στρατηγός, τῶν ἀΰλων Ἀγγέλων εἰς πόλιν Ναζαρέτ, ἐπιστὰς Βασιλέα, μηνύει σοι Ἄχραντε, τῶν αἰώνων καὶ Κύριον· Χαῖρε λέγων σοι, εὐλογημένη Μαρία, ἀκατάληπτον καὶ ἀνερμήνευτον βάθος, βροτῶν ἡ ἀνάκλησις», ἦχος α´, καταφάσκοντας και λειτουργικά στην πραγματική Ενανθρώπηση του Λόγου. Επισημαίνεται ότι καθόλη την πέμπτη εβδομάδα των Νηστειών, πλην των Προφητικών Αναγνωσμάτων από τον Ησαΐα, τα Προφητικά Αναγνώσματα προέρχονται από το βιβλίο της Γενέσεως και έχουν κεντρικό πρόσωπο τον Αβραάμ με τελευταίο τέτοιο Ανάγνωσμα την Παρασκευή το εσπέρας το κεφάλαιο κβ´, 1-18, της Θυσίας του Αβραάμ, προφητικού τύπου του Μυστικού Δείπνου, εν είδει προχειρισμού, και του όρκου του Θεού, ενός σημείου της οικουμενικότητος της αποκαλύψεως του Λόγου του Θεού, του αυτού δε και Ενανθρωπήσαντος[1].

 

Β. 1. Την Ε´ Κυριακή των Νηστειών η Εκκλησία εορτάζει τη μνήμη της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας, ως ὑποδείγματος μετανοίας[2] αλλά και απορρίψεως της υποκρισίας των ανθρώπων, που κρύβουν τη μεταπατορική φθορά στην εγωκεντρική τους συστροφή, την αυτοθέωση και νοητική τους ικάνωση, ότι μπορούν, δηλαδή, άνευ της θεοποιού ενεργείας του Θεού και μέσω επιτέλεσης συμβατικών κτιστών μέσων, διατάξεων και εντολών, να πετύχουν τη σωτηρία, την άρση της περατότητας και της κτιστότητας. Ο λόγος είναι σαφής: Σωζόμαστε εν τω Ενανθρωπήσαντι Λόγω, όχι γιατί το αξίζουμε, αλλά γιατί το έλεος του Θεού είναι άπειρο και η φιλανθρωπία του απερινόητος.

2. Η μνήμη της Οσίας εορτάζεται, επίσης, και κατά την πρώτη Απριλίου. Εν πολλοίς η υμνολογία των δύο εορτών συμπίπτει με τους δύο Κανόνες που βασίζονται στο Συναξάρι της Οσίας, γραμμένο είτε από τον Άγιο Σωφρόνιο (560-638), Πατριάρχη Ιεροσολύμων, είτε από κάποιο μαθητή του κατά τη δική του θεολογική και νηπτική πράξη. Ο Άγιος Σωφρόνιος είναι Πατέρας της Εκκλησίας, μοναχός της Μονής Αγίου Θεοδοσίου και πολέμιος του Μονοθελητισμού, είναι γνωστός υμνογράφος και αναθεωρητής του Τυπικού του Αγίου Σάββα, το οποίο, μαζί με την Ὑποτύπωση της Μονής Στουδίου της Κωνσταντινούπολης, θα περάσει εν μέρει στο Τυπικό της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας. Στο Συναξάρι της Οσίας κυριαρχεί η δύναμη του Σταυρού του Κυρίου, η παρουσία της Υπεραγίας Θεοτόκου, η παρουσία του Οσίου Ζωσιμά για την πιστοποίηση στη μετοχή της Οσίας στο Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας κατά το Μυστικό Δείπνο στη Μονή του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου παρά τον Ιορδάνη και την εν απαθεία βιωτή της σε σημείο που να περπατάει πάνω στα νερά του Ιορδάνη, όπως οι Θεόπτες Άγιοι του Ισραήλ, κλείνοντας έτσι με τη μνήμη της η Εκκλησία τον κύκλο των Κυριακών της μετανοίας ως θύρας της δωρούμενης υπό του Ενανθρωπήσαντος Λόγου σωτηρίας κατά το Κατανυκτικό τροπάριο στο Δόξα... των Κυριακών του Τριωδίου: «Τῆς μετανοίας ἄνοιξόν μοι πύλας Ζωοδότα, ὀρθρίζει γὰρ τὸ πνεῦμά μου, πρὸς ναὸν τὸν ἅγιόν σου, ναὸν φέρον τοῦ σώματος, ὅλον ἐσπιλωμένον, ἀλλ᾽ ὡς οἰκτίρμων κάθαρον, εὐσπλάγχνῳ σου ἐλέει».

 

Γ. 1. Τα δύο Αναγνώσματα της ημέρας είναι άκρως ευχαριστιακού περιεχομένου, σε προχειρισμό της ελεύσεως των γεγονότων της Μεγάλης Εβδομάδος, του Μυστικού Δείπνου αλλά και της Πεντηκοστής. Το Αποστολικό Ανάγνωσμα είναι η συνέχεια της πολύ γνωστής περικοπής της Θεοτόκου, των εορτών των Εισοδίων, της Αγίας Σκέπης και του Σαββάτου της σημερινής Κυριακής, ως συνέχεια και ενότητα Προφητικού τύπου της Σκηνής του Μαρτυρίου και των τελουμένων εν αυτή ολοκαυτωμάτων και της Παναγίας της Θεοτόκου ως της Νέας Σκηνής του «σωματουμένου» Λόγου, κατά τον Άγιο Σωφρόνιο, του Αρχιερέως Χριστού, του προσφέροντος, προσφερομένου και δεχομένου την αναίμακτο θυσία μετά το Σταυρό, την ταφή και την Ανάσταση «δι᾽ ἡμᾶς και διὰ τὴν ἡμῶν σωτηρίαν» στην Εκκλησία των Αγίων της Πεντηκοστής, Πρωτότοκου αδελφού ημών ως Ενανθρωπήσαντος. Όπως επανειλημμένα έχει τονισθεί, ανακεφαλαιών τις Προφητικές οράσεις και την πορεία του Ισραήλ ο Χριστός ενώνει τις χαρισματικές λειτουργίες, τα αξιώματα του Ισραήλ (του Βασιλέως, του Προφήτη και του Αρχιερέως) και προσάγει τον Ισραήλ στο Μυστικό Δείπνο, οδηγών τους Μαθητές και τους Αποστόλους να τον αναγνωρίσουν και Πνευματικώς ορώμενο και μετεχόμενο ως το Ζώντα Θεό εν δεξιά του Πατρός Καθεζόμενο και αεί ερχόμενο, «οὗ τῆς βασιλείας οὐκ ἔσται τέλος» μετά του Πατρός και του Αγίου Πνεύματος.

2. Το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα βρίσκεται σε αντιστοιχία με το Αποστολικό Ανάγνωσμα και ουσιαστικώς σε συνέχεια του Ευαγγελικού Αναγνώσματος της προηγούμενικης Κυριακής και νοηματικά με το στίχο 30 του ένατου κεφαλαίου εκ του Κατά Μάρκον Ευαγγελίου, κατά τον οποίο ο Χριστός και οι Μαθητές «παρεπορεύοντο διὰ τῆς Γαλιλαίας» προς Ιεροσόλυμα[3]. Ακόμη και μετά τη Μεταμόρφωση οι Μαθητές «οὐκ ἴσχυσαν» να θεραπεύσουν τον υιό ενός εκ του ὄχλου, του έχοντος πνεύμα άλαλο. Ακολουθούν και άλλες θεοσημίες, η συζήτηση με τον πλούσιο, ο οποίος έγινε περίλυπος σαν του είπε ο Χριστός να μοιράσει τα υπάρχοντά του και να τον ακολουθήσει στο δρόμο της θυσίας και του σταυρού, και με παρόμοιο τρόπο απάντησε ο Χριστός στους Μαθητές ζητώντας από αυτούς, που τον είχαν δει μεταμορφούμενο, και «οὐκ ἴσχυσαν», για την ολιγοπιστία τους, όπως ο Πέτρος, να αρνηθούν την ίδια τους την οικογενειακή ύπαρξη: «Ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐδείς ἐστιν ὃς ἀφῆκεν οἰκίαν ἢ ἀδελφοὺς ἢ ἀδελφὰς ἢ πατέρα ἢ μητέρα ἢ γυναῖκα ἢ τέκνα ἢ ἀγροὺς ἕνεκεν ἐμοῦ καὶ ἕνεκεν τοῦ εὐαγγελίου», Μάρκ. ι´, 29, επισημαίνοντας εκ δευτέρου ότι ο «ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδοθήσεται τοῖς ἀρχιερεῦσι καὶ γραμματεῦσι, καὶ κατακρινοῦσιν αὐτὸν θανάτῳ καὶ παραδώσουσιν αὐτὸν τοῖς ἔθνεσι».

Και ενώ ο Χριστός ομιλεί για το σταυρικό του θάνατο και την ανάσταση, οι άλλοι δύο αυτόπτες μάρτυρες της Μεταμορφώσεως, Ιάκωβος και Ιωάννης, στην ίδια γραμμή με τον Απόστολο Πέτρο ζητούν κοσμικά αξιώματα και διαμεσολαβητική, όχι χαρισματική, εξουσία. Ελέγχοντας, λοιπόν, τους Μαθητές ο Χριστός κάνει διάκριση ανάμεσα στο μεταπατορικό κόσμο της φθοράς και της διαρρήξεως των ανθρωπίνων σχέσεων με την καταδυνάστευση του ενός ανθρώπου επί των άλλων, την άρση, δηλαδή, της φιλαδελφίας, και τη βασιλεία του Θεού, προβάλλων έτι πλέον τη διακονία και αυτοπροσφορά ως την κατεξοχήν χαρισματική λειτουργία του κοινού σώματος της Εκκλησίας, ακυρώνοντας πλήρως τις συμβάσεις του βίου παραδεικνύων τη νέα ζωή, προς μία βιωτή που τείνει προς τη νηπτική απάθεια, ώστε να γίνουν οι Απόστολοι όργανα του Αγίου Πνεύματος.

 

Αποστολικό Ανάγνωσμα: Ἑβρ. θ´, 11-14: «11 Χριστὸς δὲ παραγενόμενος ἀρχιερεὺς τῶν μελλόντων ἀγαθῶν διὰ τῆς μείζονος καὶ τελειοτέρας σκηνῆς, οὐ χειροποιήτου, τοῦτ᾽ ἔστιν οὐ ταύτης τῆς κτίσεως, 12 οὐδὲ δι᾽ αἵματος τράγων καὶ μόσχων, διὰ δὲ τοῦ ἰδίου αἵματος εἰσῆλθεν ἐφάπαξ εἰς τὰ Ἅγια, αἰωνίαν λύτρωσιν εὑράμενος. 13 Εἰ γὰρ τὸ αἷμα ταύρων καὶ τράγων καὶ σποδὸς δαμάλεως ῥαντίζουσα τοὺς κεκοινωμένους ἁγιάζει πρὸς τὴν τῆς σαρκὸς καθαρότητα, 14 πόσῳ μᾶλλον τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ, ὃς διὰ Πνεύματος αἰωνίου ἑαυτὸν προσήνεγκεν ἄμωμον τῷ Θεῷ, καθαριεῖ τὴν συνείδησιν ὑμῶν ἀπὸ νεκρῶν ἔργων εἰς τὸ λατρεύειν Θεῷ ζῶντι;».

 

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: Μαρκ. ι´, 32-45: «32  Ἦσαν δὲ ἐν τῇ ὁδῷ ἀναβαίνοντες εἰς Ἱεροσόλυμα· καὶ ἦν προάγων αὐτοὺς ὁ Ἰησοῦς, καὶ ἐθαμβοῦντο, καὶ ἀκολουθοῦντες ἐφοβοῦντο. καὶ παραλαβὼν πάλιν τοὺς δώδεκα ἤρξατο αὐτοῖς λέγειν τὰ μέλλοντα αὐτῷ συμβαίνειν, 33 ὅτι Ἰδοὺ ἀναβαίνομεν εἰς Ἱεροσόλυμα καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδοθήσεται τοῖς ἀρχιερεῦσι καὶ γραμματεῦσι, καὶ κατακρινοῦσιν αὐτὸν θανάτῳ καὶ παραδώσουσιν αὐτὸν τοῖς ἔθνεσι, 34 καὶ ἐμπαίξουσιν αὐτῷ καὶ μαστιγώσουσιν αὐτὸν καὶ ἐμπτύσουσιν αὐτῷ καὶ ἀποκτενοῦσιν αὐτὸν, καὶ τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀναστήσεται. 35 Καὶ προσπορεύονται αὐτῷ Ἰάκωβος καὶ Ἰωάννης υἱοὶ Ζεβεδαίου λέγοντες· Διδάσκαλε, θέλομεν ἵνα ὃ ἐὰν αἰτήσωμεν ποιήσῃς ἡμῖν. 36 ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· Τί θέλετε ποιῆσαί με ὑμῖν; 37 οἱ δὲ εἶπον αὐτῷ· Δὸς ἡμῖν ἵνα εἷς ἐκ δεξιῶν καὶ εἷς ἐξ εὐωνύμων σου καθίσωμεν ἐν τῇ δόξῃ σου. 38 ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· Οὐκ οἴδατε τί αἰτεῖσθε. δύνασθε πιεῖν τὸ ποτήριον ὃ ἐγὼ πίνω, καὶ τὸ βάπτισμα ὃ ἐγὼ βαπτίζομαι βαπτισθῆναι; 39 οἱ δὲ εἶπον αὐτῷ· Δυνάμεθα. ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· Τὸ μὲν ποτήριον ὃ ἐγὼ πίνω πίεσθε, καὶ τὸ βάπτισμα ὃ ἐγὼ βαπτίζομαι βαπτισθήσεσθε· 40 τὸ δὲ καθίσαι ἐκ δεξιῶν μου καὶ ἐξ εὐωνύμων οὐκ ἔστιν ἐμὸν δοῦναι, ἀλλ᾽ οἷς ἡτοίμασται. 41 καὶ ἀκούσαντες οἱ δέκα ἤρξαντο ἀγανακτεῖν περὶ Ἰακώβου καὶ Ἰωάννου. 42 ὁ δὲ Ἰησοῦς προσκαλεσάμενος αὐτοὺς λέγει αὐτοῖς· Οἴδατε ὅτι οἱ δοκοῦντες ἄρχειν τῶν ἐθνῶν κατακυριεύουσιν αὐτῶν καὶ οἱ μεγάλοι αὐτῶν κατεξουσιάζουσιν αὐτῶν. 43 οὐχ οὕτω δὲ ἔσται ἐν ὑμῖν, ἀλλ᾽ ὃς ἐὰν θέλῃ γενέσθαι μέγας ἐν ὑμῖν, ἔσται ὑμῶν διάκονος, 44 καὶ ὃς ἐὰν θέλῃ ὑμῶν γενέσθαι πρῶτος, ἔσται πάντων δοῦλος· 45 καὶ γὰρ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἦλθε διακονηθῆναι, ἀλλὰ διακονῆσαι καὶ δοῦναι τὴν ψυχὴν αὐτοῦ λύτρον ἀντὶ πολλῶν».



[1]. Γεν. κβ´, 16-18: «Κατ᾿ ἐμαυτοῦ ὤμοσα, λέγει Κύριος, οὗ εἵνεκεν ἐποίησας τὸ ρῆμα τοῦτο, καὶ οὐκ ἐφείσω τοῦ υἱοῦ σου τοῦ ἀγαπητοῦ δι᾿ ἐμέ, ἦ μὴν εὐλογῶν εὐλογήσω σε, καὶ πληθύνων πληθυνῶ τὸ σπέρμα σου, ὡς τοὺς ἀστέρας τοῦ οὐρανοῦ καὶ ὡς τὴν ἄμμον τὴν παρὰ τὸ χεῖλος τῆς θαλάσσης, καὶ κληρονομήσει τὸ σπέρμα σου τὰς πόλεις τῶν ὑπεναντίων· καὶ ἐνευλογηθήσονται ἐν τῷ σπέρματί σου πάντα τὰ ἔθνη τῆς γῆς, ἀνθ᾿ ὧν ὑπήκουσας τῆς ἐμῆς φωνῆς».

[2]. Εξαποστειλάριιο της Οσίας, στον Όρθρο, ἦχος γ´: «Ὑπόδειγμα μετανοίας, σὲ ἔχοντες πανοσία Μαρία Χριστὸν δυσώπει, ἐν τῷ καιρῷ τῆς Νηστείας, τοῦτο ἡμῖν δωρηθῆναι, ὅπως ἐν πίστει καὶ πόθῳ, σὲ ᾄσμασιν εὐφημῶμεν».

[3]. Μάρκ. θ´, 30-31: «Καὶ ἐκεῖθεν ἐξελθόντες παρεπορεύοντο διὰ τῆς Γαλιλαίας, καὶ οὐκ ἤθελεν ἵνα τις γνῷ· ἐδίδασκε γὰρ τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς ὅτι υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοται εἰς χεῖρας ἀνθρώπων, καὶ ἀποκτενοῦσιν αὐτόν, καὶ ἀποκτανθεὶς τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀναστήσεται».