HELLENOPHONIA

Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2026



ΦΙΛΟΚΑΛΙΚΗ ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ (Προδημοσίευση), 2026, 

Δέσπω Αθ. Λιάλιου


Τόμος Α´


(ΜΕΡΟΣ Β´)

(Εκ του Προλόγου)

«Τὸ Συμβουλευτικὸν Ἐγχειρίδιον, Μέθοδος Θεολογίας καὶ τελειώσεως»[1]



    Τὸ Συμβουλευτικὸν Ἐγχειρίδιον, δημοσιευμένο στὴ Βιέννη , ἤ τὴ Βενετία, τὸ 1801[2], γράφτηκε στὴ Σκυροπούλα τὸ 1782, ἑπτὰ χρόνια μετὰ τὴν εἴσοδο τοῦ συγγραφέα στὸ Ἅγιο Ὄρος[3] καὶ πέντε ἀπὸ τὴν πρώτη ἐπίσκεψη ἐκεῖ τοῦ Μακαρίου Νοταρᾶ(1777)[4]. Τὸ ἱστορικὸ πλαίσιο συγγραφῆς τοῦ Συμβουλευτικοῦ ὁριοθετεῖται ἀπὸ τὴ στόχευση γιὰ ἀντίδοση χάριτος, ἢ πνευματικὴ καθοδήγηση, τοῦ Μητροπολίτη ΕὐρίππουἹεροθέου, μετέπειτα Ἰωαννίνων[5], ἐξαδέλφου τοῦ ἁγ. Νικοδήμου, ὅπως ἀποδεικνύεται ἀπὸ τὴ μεταξύ τους ἐπιστολογραφία, ποὺ ἔχει ἐνσωματωθεῖ στὴν ἔκδοση τοῦ Σωφρονίου[6]. Δύο ἀκόμη γεγονότα μᾶς εἰσάγουν στὴν ἀτμόσφαιρα παραγωγῆς τοῦ Συμβουλευτικοῦ:

    α) Τὸ 1778 ὁ ἅγ. Νικόδημος ἐπιστρέφει στὸ Ἅγιο Ὄρος καὶ γίνεται μεγαλόσχημος. Δύο χρόνια ἀργότερα ἔρχεται γιὰ δεύτερη φορὰ στὸ Ἅγιο Ὄρος ὁ Μακάριος Νοταρᾶς καὶ παραδίδει στὸν ἅγ. Νικόδημο τὴ Φιλοκαλία, ἤ κατ᾽ αὐτὴν τὴν ἐποχὴ διαμορφώνεται ἡ Φιλοκαλία στὴν τελική της μορφή[7].
    β) Σχεδὸν τὴν ἴδια περίοδο προσκαλεῖται ὁ ἅγ. Νικόδημος στὴ Θεσσαλονίκη ἀπὸ τὸν ἅγ. Ἀθανάσιο τὸν Πάριο, γιὰ τὴν ἔκδοση τῶν ἔργων τοῦ ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, ποὺ δὲν θὰ τελεσφορήσει, ἀλλὰ ποὺ τὸ γεγονὸς αὐτὸ καθ᾽ ἑαυτὸ εἶναι ἐνδεικτικὸ γιὰ τὴν πνευματικὴ ὄσμωση τῶν τριῶν ἀνδρῶν[8], ἐνῶ ἐξηγεῖ τὴν ἐνσωμάτωση ἐκτεταμένων ἡσυχαστικῶν κειμένων στὴ Φιλοκαλία (τόμοι 4 καὶ 5) ἀλλὰ καὶ τὴν ἐμπλοκὴ τοῦ ἁγ. Νικοδήμου στὸ λεγόμενο κολλυβαδικὸ κίνημα.
   
   Ἀπὸ τοὺς ἐρευνητὲς τὸ Συμβουλευτικὸ Ἐγχειρίδιο χαρακτηρίζεται ὡς ἔργο ποὺ «ἀπευθύνεται κυρίως στὸν κλῆρο»[9], ἤ «ἱερατικὸ ἐγχειρίδιο γιὰ τὸ Μητροπολίτη Ἰωαννίνων Ἱερόθεο»[10], ἤ «ἔργον πνευματικὸν χωρὶς Βιβλία»[11].
   
    Παρὰ τὴν ἀρχικὴ δήλωση τοῦ ἰδίου τοῦ συγγραφέα ὅτι συνέταξε τὸ Συμβουλευτικὸ ἀπὸ μνήμης «καὶ πανθ᾽ ὅσα δι᾽ ἀναγνώσεως ἔφθη ἐντυπωθέντα, τῷ, κατ᾽ Ἀριστοτέλη, ἀγράφῳ ἀβακίῳ τῆς ἐμῆς φαντασίας, καὶ κατὰ Πρόκλον, τοῖς ἱεροῖς σηκοῖς τοῦ ἐμοῦ νοός… ταῦτά φημι… ἀναπεμπάσας, καὶ μνημονεύσας, κατὰ τὴν ὑπὸ τῶν Πλατωνικῶν καλουμένην ἀναζωγράφισιν, τῷ ῥυπώδει τούτῳ, ὡς ἂν μὲν αὐτὸς εἴποις, Συμβουλευτικῷ, ὡς ἂν δὲ ἐγώ, Ὑπομνηστικῷ, ἐνεχάραξα»[12], ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι τόσο ἡ ἀκριβὴς χρήση ἀποσπασμάτων ἀπὸ τοὺς θύραθεν ὅσο καὶ τὰ περισσότερο μακροσκελὴ ἀποσπάσματα ἀπὸ τοὺς πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μᾶς πείθουν ὅτι πρόκειται περὶ συστηματικῆς ἐργασίας τόσο στὸ ἐπίπεδο συγκεντρώσεως τοῦ ὑποστηρικτικοῦ ὑλικοῦ ὅσο καὶ κατὰ τὴ σύνθεση καὶ τελικὴ συγκρότηση τῆς μελέτης. Ἐξάλλου, ἀγνοοῦμε τὴ διαδρομὴ τοῦ κειμένου μέχρι τὴν πρώτη δημοσίευση. Ἐπιπλέον ὁ ἀναγραφόμενος στόχος συγγραφῆς, κατόπιν αἰτήσεως καὶ τοῦ Ἱεροθέου, δὲν εἶναι ἀσύνηθης πρακτικὴ στὴ χριστιανικὴ γραμματεία, ποὺ παρήχθη κυρίως ἀπὸ τὴν ποιμαντικὴ πράξη ἤ ὡς καταγραφὴ τῆς ζωῆς τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινότητας. Ἔτσι, συχνὰ μοναχοὶ ἀπὸ τὸ βάθος τῆς ἐρήμου παρεμβαίνουν συγγραφικὰ καὶ ἀναπτύσσουν θέματα ποὺ ἀπασχολοῦν τοὺς χριστιανούς.
    
    Τὸ θέμα ἐν προκειμένω τῆς νήψεως ἤ τῆς φυλακῆς τοῦ νοὸς καὶ τῶν αἰσθήσεων δὲν ἀφορᾶ μόνο στοὺς ἱερεῖς ἤ τοὺς μοναχούς. Μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ἡ νήψη εἶναι συστατικὸ στοιχεῖο τῆς μοναχικῆς ζωῆς καὶ τῆς ζωῆς τοῦ ἀρχιερέως, ποὺ θὰ τὴ διδάξει στὸ ποίμνιό του, δὲν ἀποτελεῖ, ὅμως, κατὰ κανένα τρόπο ἀτομικὴ ἀρετή, ἢ ἀκόμη μία ἀτομικὴ διαδρομή. Ἀμφιβάλλεται, λοιπόν, ἡ ἄποψη ὅτι τὸ Συμβουλευτικὸ Ἐγχειρίδιο γράφτηκε γιὰ τοὺς ἀνώτερους κληρικούς, ἐνῶ ἡ Χρηστοήθεια προοριζόταταν γιὰ τοὺς λαϊκούς[13].

    Στὸ σημεῖο αὐτὸ ἐξάλλου θέλω νὰ ἐπισημάνω τὸν ἑρμηνευτικὸ ἑτεροχρονισμό, ποὺ κακῶς ἐφαρμόζουμε, ὀρθόδοξοι καὶ δυτικοί, ἐπὶ μιᾶς ἐποχῆς ποὺ οἱ χριστιανοὶ δὲν εἶχαν τὰ ἴδια μὲ ἐμᾶς προβλήματα. Ὑπὸ τὴν ἀντιδυτικὴ στόχευση ὁ Ἀόρατος Πόλεμος καὶ τὰ Πνευματικὰ Γυμνάσματα συνιστοῦν ἀκατανόητες ἐνέργειες γιὰ τὸ συγγραφέα τοῦ Συμβουλευτικοῦ Ἐγχειριδίου, ἐπιμέρους συντάκτη ἤ ἐπιμελητῆ τῆς Φιλοκαλίας, τοῦ Εὐεργετινοῦ, τῆς ἔκδοσης τῶν ἔργων τῶν ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, τοῦ Συμεῶνος τοῦ Νέου Θεολόγου, ἑνὸς ἀνθρώπου ποὺ συντάσσεται μὲ τοὺς Κολλυβάδες, ποὺ ζεῖ τὴ δυσλειτουργία τῶν θεσμῶν καὶ τὴν ἀνασφάλεια τῶν ὑπόδουλων ὀρθοδόξων. Ἡ ὄξυνση μεταξὺ συντηρητικῶν- προοδευτικῶν, φιλοδυτικῶν- ἀντιδυτικῶν κ.ο.κ., ποὺ παρήχθη μεταγενέστερα καὶ μέσα στοὺς κόλπους τοῦ νεοελληνικοῦ κράτους, δὲν μπορεῖ νὰ ἀναχθεῖ ἑρμηνευτικὰ στὴν κοσμογονία τοῦ 18ου αἰ.[14]

   Ἐπανερχόμενη στὸ Συμβουλευτικὸ Ἐγχειρίδιο πρέπει νὰ ὑπογραμμίσω ὅτι αὐτὸ εἶναι καρπὸς πρῶτα ἀπ᾽ ὅλα τῆς φιλοκαλικῆς ἀναγέννησης τοῦ 18ου αἰ., ἀλλὰ καὶ μιᾶς ἀναγέννησης ἐν γένει τῶν γραμμάτων καὶ τῆς οἰκονομικῆς ζωῆς τῶν ὑποδούλων κατ᾽ αὐτὴν τὴν περίοδο.
   
    Τὸ κείμενο διαρθρώνεται σὲ 12 κεφάλαια, ἐνῶ τὸ Προοίμιο, μολονότι ἔχει κάποια προσωπικὴ χροιά, λόγω τοῦ παραλήπτη, οὐσιαστικὰ ἐπέχει θέση ἐκθέσεως τῶν θεολογικῶν προϋποθέσεων τῆς ὅλης συγγραφῆς, ὡς ἑξῆς:
    1) Ἡ τεκμηρίωση τῆς ἐπιχειρηματολογίας ἐρείδεται στοὺς Νηπτικοὺς πατέρες καὶ στοὺς «πεῖραν ἔχοντας»[15] περὶ τούτων, ἀφήνοντας ὁ ἅγ. Νικόδημος τὸ περιθώριο νὰ συμπεριληφθεῖ σ᾽ αὐτοὺς κι᾽ ὁ ἴδιος.
      2) Ὁ ἅγ. Νικόδημος, ποὺ εἶναι ὁ συντάκτης τοῦ Πηδαλίου, ὁ ὁποῖος καὶ «κωδικοποίησε» τὴ γραπτὴ καὶ ἑρμηνευτικὴ περὶ τοὺς ἱεροὺς κανόνες παράδοση, θέτει στὴν ἀρχὴ τοῦ Προοιμίου τὸ θέμα τῆς ἐκλογῆς τῶν ἀρχιερέων ἀπὸ τὴν τάξη τῶν μοναχῶν καὶ ὁμιλεῖ περὶ «ἐξαιρέτου καὶ καλλίστης συνηθείας»[16], ἐνῶ στὴ δεύτερη παράγραφο τοῦ Προοιμίου προτιμᾶ τὸν ὅρο «νόμος», μὲ περαιτέρω, ὅμως, διασαφήνιση: «Συνήθεια βεβαίως ἦτον αὕτη, ἤ μᾶλλον εἰπεῖν, νόμος ἁγιώτατος, νόμος δικαιότατος, καὶ νόμος κοινωφελής. Ἁγιώτατος, διότι ἐκεῖνοι διὰ τῶν ἀσκητικῶν ἀγώνων, καὶ τοῦ μοναδικοῦ πολιτεύματος, πρῶτον ἐκαθαρίζοντο, καὶ τότε ἤρχιζον νὰ καθαρίζωσι τοὺς ἄλλους. πρῶτον ἐφωτίζοντο, καὶ ὕστερον ἐφώτιζον. πρῶτον ἐτελειοῦντο, καὶ ὕστερον ἐτελείουν. καὶ συντόμως εἰπεῖν, πρῶτον ἡγιάζοντο, καὶ ὕστερον ἡγίαζον… Δικαιότατος … καὶ ἄρξαντες ἑαυτῶν διὰ τῆς ἀκροτάτης φιλοσοφίας, τότε τῷ νόμῳ τῆς δικαιοσύνης, ὑπέταττον ἄλλους, καὶ ἐγίνοντο ἄρχοντες τῶν λαῶν. Κοινωφελής. διότι πεπληρωμένοι … ἀπὸ τοῦ πλούτου τῶν ἀρετῶν … καὶ ἵνα συντόμως εἴπω, αὐτοὶ πρῶτον θεοὶ κατὰ χάριν γεγονότες, καὶ ὡς ἀρχιερεῖς εἰς τὰ ἅγια τῶν ἁγίων ἱεραρχικῶς τε, καὶ τριαδικῶς, κατὰ τὸν Σιναΐτην Γρηγόριον, τῷ ἐν Τριάδι Θεῷ λειτουργήσαντες, διὰ τῆς μυστικῆς, καὶ ὑπερφυοῦς θεολογίας. τότε δὴ τότε τὴν προστασίαν ἀναδεχόμενοι τῶν λαῶν, μετέδιδον εἰς αὐτοὺς ἀπὸ τοῦ πλούτου τῶν ἑαυτῶν χαρισμάτων… »[17]. Ὁ ἅγ. Νικόδημος, δηλαδή, ἤδη ἀπὸ τὸ Προοίμιο θέτει ὡς προϋπόθεση τοῦ ἀρχιερατικοῦ λειτουργήματος τὴ νηπτικὴ πράξη, ὡς μέθοδο θεολογίας καὶ θεώσεως, ὅπως μᾶς εἶναι γνωστὴ ὡς θεολογικὴ μέθοδος ἤδη ἀπὸ τοὺς Καππαδόκες Πατέρες[18].
    
  Ἡ προσφυγὴ στὰ Πρακτικὰ τῆς συνόδου τοῦ 789 καὶ στὸν ἅγ. Συμεὼν Θεσσαλονίκης γίνεται πρὸς ἐπιβεβαίωση τῆς «ἐκκλησιαστικῆς συνηθείας», δηλ. τῆς δοκιμασμένης ἐκκλησιαστικῆς πράξεως καὶ ὄχι μιᾶς στερεότυπης ἐφαρμογῆς τῶν κανόνων. Ἐκεῖνο ποὺ ἐνδιαφέρει τὸν ἅγ. Νικόδημο εἶναι ἡ πνευματικὴ προκοπὴ τῶν ἀρχιερέων, ὄχι ὡς ἕνα ἀτομικὸ κατόρθωμα ἀλλὰ ὡς διακονία τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος, ποὺ πρέπει νὰ πορευθεῖ μὲ πνευματικὴ καθοδήγηση στὸ γεγονὸς τῆς θεώσεως, ὡς τῆς «ὑπερφυοῦς θεολογίας»[19]. Χαρακτηριστικὴ εἶναι ἡ προσφυγὴ στὸ ἔργο τοῦ ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Σιναΐτη, ὁ ὁποῖος στὰ Κεφάλαια δι᾽ ἀκροστιχίδος πάνυ ὠφέλιμα λ´[20], στὰ ὁποῖα παραπέμπει ὁ ἅγ. Νικόδημος, καὶ τὰ ὁποῖα εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ πρότυπα τοῦ Συμβουλευτικοῦ Ἐγχειριδίου, γιὰ νὰ συνοψίσει τὴ δογματικὴ ἤ θεολογία καὶ ἀνθρωπολογία μὲ κέντρο τὴν ἡσυχία καὶ τὴν προσευχὴ ὡς νήψη, ἀλλὰ καὶ τὸν ἁγιοτριαδικὸ χαρακτήρα τῆς θεολογίας, «τριαδικῶς». Ἀρκεῖ νὰ ἀναφερθεῖ ἐνδεικτικὰ μόνο ἕνα κεφάλαιο τοῦ ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Σιναΐτη, τὸ κεφ. λ´: «Τριαδικῶς ἐν παντὶ ὁ θεὸς γινώσκεταί τε καὶ λέγεται. ἀπερίγραπτος γάρ. πάντων γάρ ἐστι συνοχεὺς καὶ προνοητής, διὰ τοῦ Υἱοῦ, ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι. Καὶ οὐκ ἔστιν οὐδεὶς ἐκτὸς ἢ χωρὶς τῶν ἄλλων, λεγόμενος καὶ νοούμενος ὅπου δ᾽ ἂν ὀνομάζηται»[21]. Εἶναι σαφὲς ὅτι ὁ ἅγ. Νικόδημος παραπέμπει ἀκριβῶς σ᾽ αὐτὸ τὸ κεφάλαιο, ἐπεκτείνοντάς το στὴ λειτουργικὴ πράξη καὶ στὴ θεραπευτικὴ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας ὡς ἀληθὴς κολλυβᾶς[22]. Ὁ τονισμὸς τῆς ὀρθῆς προετοιμασίας τοῦ κληρικοῦ συντείνει στὴ σύνθεση λειτουργικῆς καὶ νηπτικῆς πράξης, θεολογίας καὶ θεώσεως, στὰ πλαίσια, ὅμως, τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινότητας. Γι᾽ αὐτὸ μὲ τὸ δεύτερο θέμα τοῦ προλόγου «ὅτι τὸ πάλαι οἱ Ἀρχιερεῖς δὲν ἐγίνοντο αὐτόκλητοι, ἀλλὰ θεόκλητοι ἤ δημόκλητοι»[23] ὑπογραμμίζεται ὁ κοινοτικὸς χαρακτήρας τῆς ζωῆς τῶν χριστιανῶν καὶ κατ᾽ ἐξοχὴν τῶν κληρικῶν, μάλιστα τῶν ἀρχιερέων, ἀποκλειομένης μιᾶς ἀτομικῆς εὐσέβειας, ποὺ εἶχε ἀναδυθεῖ μὲ τὸ Διαφωτισμό.

    Στὸν πρόλογο τίθεται ἐπίσης, παρενθετικὰ μέν, οὐσιαστικὰ δέ, τὸ θέμα τῆς ἡσυχίας καὶ τῶν καλῶν ποὺ προέρχονται ἐξ αὐτῆς, μὲ ἀπαντήσεις ποὺ εἶναι αὐτούσια ἀποσπάσματα ἀπὸ τοὺς ἁγίους Γρηγόριο Θεολόγο, Νεῖλο, Μ. Βασίλειο, Ἰσίδωρο Πηλουσιώτη, χωρὶς ἰδαίτερο σχολιασμό. Περισσότερο εὐλογοφανής, ὡς συνέχεια, εἶναι ἡ τέταρτη ἑνότητα «πόσον ἄτοπον εἶνε νὰ ἄρχη τις ἄλλων, πρὸ τοῦ νὰ ἄρξη ἑαυτοῦ»[24], μὲ τὴν ὁποία περνάει στὸ Α´ Κεφάλαιο: Ποῖα εἶναι τὰ τοῦ νοὸς καὶ τὰ τοῦ σώματος ἴδια, μὲ τὸ ὁποῖο εἰσέρχεται στὴν ἀνάπτυξη τοῦ κυρίου θέματος[25].

    Τὸ ἐξαιρετικὰ ἐνδιαφέρον στοιχεῖο εἶναι ὅτι ὁ ἅγ. Νικόδημος στὸ κύριο τμῆμα τοῦ ἔργου του δὲν περιορίζεται σὲ μία θεματογραφία ἀνθρωπολογικῆς φυσιολογίας, ἐξ ἐπόψεως λειτουργίας εἴτε τῶν νοητικῶν δυνάμεων τοῦ ἀνθρώπου εἴτε τῶν αἰσθήσεων τῆς ζωϊκῆς ἐνεργείας, οὐσιαστικὰ ἐκκινεῖ ἀπὸ τὴ δημιουργία τοῦ κόσμου, ἐντάσσει τὸν ἄνθρωπο, ὡς μικρόκοσμο, ἐντὸς τῆς δημιουργίας, ἐπισημαίνει τὴν πτώση καὶ τὴ διάβρωση τοῦ ἀνθρώπου καὶ καταλήγει στὴν ἐν Χριστῶ σωτηρία μὲ τὸ 12ο κεφάλαιο.

    Τὸ Συμβουλευτικὸ Ἐγχειρίδιο, ἢ καλύτερα Ὑπόμνημα, ὅπως προτιμᾶ ὁ ἴδιος ὁ συγγραφέας, εἶναι μία καταγραφὴ τοῦ μυστηρίου τῆς θ. Οἰκονομίας σὲ ὅ,τι ἀφορᾶ στὴ δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου, τὴν πτώση, τὴ λειτουργία τῶν δυνάμεων τοῦ ἀνθρώπου κατὰ τὸ αἰσθητὸ καὶ νοητικὸ στοιχεῖο (σῶμα-ἔλλογη ψυχή) καὶ τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐνεργείας τοῦ ἀκτίστου Τριαδικοῦ Θεοῦ, τριαδικῶς, ἐπὶ τοῦ ἀνθρώπου. Πρόκειται οὐσιαστικὰ γιὰ μία καθαρὰ πατερικὴ σύνθεση, ὅπου ἡ κτίση καὶ ἡ ἱστορία, στοὺς ἀνοιχτοὺς ὁρίζοντες μιᾶς πανανθρώπινης καταγραφῆς (ἐξ οὗ οἱ παραπομπὲς σὲ ἕλληνες[26] καὶ χριστιανοὺς) καὶ μὲ ὅρους νηπτικοὺς ἀλλὰ καὶ ὅρους τῆς ἐπιστήμης, τῆς ὅποιας ἐπιστήμης τοῦ 18ου αἰ., ἐκβάλλει στοὺς κόλπους τοῦ ἀκτίστου Θεοῦ, ποὺ συνέχει τὰ πάντα στὸ μυστήριο τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ, ἑνώνοντας θεωρία καὶ πράξη, θεολογία, θ. Εὐχαριστία καὶ θέωση.

    Σὲ μία φυσιολογία ἀτομικῆς συσπείρωσης τοῦ ἀνθρώπου κατὰ τὴν ἐποχὴ τοῦ Διαφωτισμοῦ ὁ ἅγ. Νικόδημος μὲ τὸ Συμβουλευτικὸ Ἐγχειρίδιο ἐπαναφέρει τὸν ἄνθρωπο στοὺς ἀνοιχτοὺς ὁρίζοντες τῆς θεοποιοῦ χάριτος τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, ὅπου ἡ ἀναζήτηση τῶν λόγων τῆς κτίσης ἀντιστοιχεῖ στὸ αἰσθητὸ στοιχεῖο τοῦ ἀνθρώπου, ἐνῶ ὁ ὑπομνηματισμὸς τῆς ἱστορίας εἶναι καταγραφὴ τοῦ μυστηρίου τῆς θ. Οἰκονομίας, κατὰ τὴν ἀναζήτηση τοῦ ὑπὲρ νοῦν Δημιουργοῦ, ποὺ κυβερνᾶ κτίση καὶ ἱστορία.



[1]. ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ: Ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης καὶ ἡ ἐποχή του: 200 χρόνια ἀπὸ τὴν κοίμησή του, ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΕΣΤΙΑ, Θεσσαλονίκη 2008.

[2]. Ἀ. Σακελλαρίδου – Σωτηρούδη, «Ἡ ἀρχαιογνωσία τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου στὸ “Συμβουλευτικὸν Ἐγχειρίδιον”», ἐν Πρακτικὰ Α´ ἑπιστημονικοῦ Συνεδρίου «Ἅγιος Νικόδημος: Ἡ ζωὴ καὶ ἡ διδασκαλία του», ἔκδοση Ἱεροῦ Κοινοβίου Ὁσίου Νικοδήμου, Γουμένισσα 2006, σ. 273.

[3]. Γιὰ βιογραφικὰ στοιχεῖα τοῦ ἁγ. Νικοδήμου βλ. Ἁγιορείτου Μοναχοῦ Νικοδήμου (Μπιλάλη), «Ὁ πρωτότυπος βίος τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου», ἐν Πρακτικὰ Α´ ἑπιστημονικοῦ Συνεδρίου «Ἅγιος Νικόδημος: Ἡ ζωὴ καὶ ἡ διδασκαλία του», μν. ἔργ., σσ. 73 – 120, καὶ ἀπὸ τὶς νεότερες μελέτες τοῦ L. Rossi, I filosofi greci padri dell’ esicasmo. La sintesi di Nikodemo Aghiorita, Il leone verde: Torino 2000, σσ. 10- 25.

[4]. G. E. Marnellos, Saint Nicodème l’ Hagiorite (1749-1809) Maître et pédqgogue de nq nqtion grecaue et de lù église orthodoxe(Ἀνάλεκτα Βλατάδων 64), ΠΙΠΜ: Θεσσαλονίκη 2002, σσ. 103 - 108. Ἐπίσης G. Podskalsky, Ἡ Ἑλληνικὴ Θεολογία ἐπὶ Τουρκοκρατίας 1451-1821, μετφρ. Γ. Δ. Μεταλληνός, ΜΙΕΤ: Ἀθήνα 2005, σ. 468.

[5]. Κατὰ πληροφορία τοῦ ἐξωφύλλου τῆς πρώτης ἐκδόσεως.

[6]. Πλήρης ὁ τίτλος ἔχει ὡς ἑξῆς: Συμβουλευτικὸν Ἐγχειρίδιον. Περὶ φυλακῆς τῶν πέντε αἰσθήσεων τῆς τε φαντασίας τοῦ νοὸς καὶ τῆς καρδίας καὶ ποῖαι εἰσὶν αἱ οἰκεῖαι τοῦ νοὸς ἡδοναί. Ἐνταῦθα χρησιμοποιεῖται ἡ ἔκδοση μὲ τὴν ἐπεξεργασία ὑπὸ τοῦ Σωφρονίου, μοναχοῦ Ἁγιορείτου, ἐκ Ραιδεστοῦ, Κεχαγιόγλου, ἐκδόσεις «Ὁ Ἅγιος Νικόδημος», Ἀθῆναι (ἄνευ χρονολογήσεως). Πρόκειται γιὰ τὴν ἔκδοση τοῦ 1885. Βλ. Κ. Καραϊσαρίδη, Ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης καὶ τὸ λειτουργικό του ἔργο, Ἀκρίτας: Ἀθήνα 1998, σ. 87. Ὁ Κ. Κ. Παπουλίδης, Τὸ κίνημα τῶν κολλυβάδων, Ἐκκλησιαστικαὶ ἐκδόσεις Ἐθνικῆς Ἑκατονπεντηκονταετηρίδος: ἐν Ἀθήναις 2/1991, σ. 100, σημ. 108, ὑποστηρίζει ὅτι τὸ Συμβουλευτικὸν Ἐγχειρίδιον «εἶναι ἀντιπροσωπευτικὸν ἔργον τῆς ἐποχῆς τῶν Κολλυβάδων».

[7]. Βλ. G. Podskalsky, Ἡ Ἑλληνικὴ Θεολογία ἐπὶ Τουρκοκρατίας 1451-1821, μν. ἔργ., σ. 452.

[8]. G. E. Marnellos, Saint Nicodème l’ Hagiorite (1749-1809), Maître et pédqgogue de nq nqtion grecaue et de lù église orthodoxe, μν. ἔργ., σσ. 89-100.

[9]. Ἀ. Σακελλαρίδου – Σωτηρούδη, «Ἡ ἀρχαιογνωσία τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου στὸ “Συμβουλευτικὸν Ἐγχειρίδιον”», μν. ἔργ., 273.

[10]. G. Podskalsky, Ἡ Ἑλληνικὴ Θεολογία ἐπὶ Τουρκοκρατίας 1451-1821, σ. μν. ἔργ., σ. 471.

[11]. Μ. Θεοκλήτου Διονυσιάτου, Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, Ὁ βίος καὶ τὲργα του 1749-1809, Ἀστήρ: Ἀθῆναι 21978, σ. 163.

[12]. Συμβουλευτικὸν Ἐγχειρίδιον, σ. 11.

[13]. G. Podskalsky, Ἡ Ἑλληνικὴ Θεολογία ἐπὶ Τουρκοκρατίας 1451-1821, σ. μν. ἔργ., σ. 471.

[14]. Ὑπ᾽ αὐτὴ τὴ διελκυνστίδα τῶν θεολόγων τοῦ 20ου αἰ. ἑρμηνεύει τὴ θεολογικὴ παραγωγὴ τοῦ ἁγ. Νικοδήμου καὶ ὁ Χ. Γιανναρᾶς, Ὀρθοδοξία καὶ Δύση στὴ Νεώτερη Ἑλλάδα, ἐκδόσεις Δόμος: Ἀθήνα 3/1999, σσ. 196 - 209. Ὅμως ὁ 20ος αἰ. πόρω ἀπέχει ἀπὸ τὸν 18ο αἰ. τῆς τεράστιας προσπάθειας τῶν λογίων, κληρικῶν ἢ μοναχῶν καὶ λαϊκῶν, νὰ δώσουν θρησκευτικὴ στήριξη στοὺς ὑπόδουλους ὀρθοδόξους, ποὺ εἶχαν ἀπέναντί τους ὡς κύρια διαβρωτικὴ δύναμη τὸν ἀλλόθρησκο δυνάστη.

[15]. Συμβουλευτικὸν Ἐγχειρίδιον, σ. 18.

[16]. Συμβουλευτικὸν Ἐγχειρίδιον, σ. 15.

[17]. Συμβουλευτικὸν Ἐγχειρίδιον, σ. 15 – 16.

[18]. Πρβλ. Ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, Λόγος 27, 3, Θεολογικὸς α´, Πρὸς Εὐνομιανοὺς προδιάλεξις, PG 36, 13CD: «Οὐ παντός, ὦ οὗτοι, τὸ περὶ θεοῦ φιλοσοφεῖν, οὐ παντός· οὐχ οὕτω τὸ πρᾶγμα εὔωνον καὶ τῶν χαμαὶ ἐρχομένων. προσθήσω δέ, οὐδὲ πάντοτε, οὐδὲ πᾶσιν, οὐδὲ πάντα, ἀλλ᾽ ἔστιν ὅτε, καὶ οἷς, καὶ ἐφ᾽ ὅσον. οὐ πάντων μέν, ὅτι τῶν ἐξητασμένων καὶ διαβεβηκότων ἐν θεωρίᾳ, καὶ πρὸ τούτων καὶ ψυχὴν καὶ σῶμα κεκαθαρμένων, ἢ καθαιρομένων, τὸ μεριώτατον». Λόγος 32, Περὶ τῆς ἐν διαλέξεσιν εὐταξίας καὶ ὅτι οὐ παντὸς ἀνθρώπου οὔτε παντὸς καιροῦ τὸ περὶ Θεοῦ διαλέγεσθαι, PG 36, 173–212.

[19]. Συμβουλευτικὸν Ἐγχειρίδιον, σ. 16.

[20]. Φιλοκαλία τῶν ἱερῶν Νηπτικῶν, τόμος Δ´, Ἀστήρ: Ἀθῆναι 1976, σσ. 31 - 62.

[21]. Ἔνθ. ἀν., σ. 35.

[22]. Βλ. Κ. Καραϊσαρίδη, Ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης καὶ τὸ λειτουργικό του ἔργο, μν. ἔργ., σσ. 33 - 46. Μοναχοῦ Μωϋσέως Ἁγιορείτου, «Ὁ Ὅσιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης καὶ τὸ κολλυβαδικὸ κίνημα», ἐν Πρακτικὰ Α´ ἑπιστημονικοῦ Συνεδρίου «Ἅγιος Νικόδημος: Ἡ ζωὴ καὶ ἡ διδασκαλία του», μν. ἔργ., σσ. 123 – 132.

[23]. Συμβουλευτικὸν Ἐγχειρίδιον, σ. 16.

[24]. Συμβουλευτικὸν Ἐγχειρίδιον, σ. 19.

[25]. Συμβουλευτικὸν Ἐγχειρίδιον, σ. 20.

[26]. Πρβλ. Ἀ. Σακελλαρίδου – Σωτηρούδη, «Ἡ ἀρχαιογνωσία τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου στὸ “Συμβουλευτικὸν Ἐγχειρίδιον”», μν. ἔργ., σσ. 273 – 279.

Δεν υπάρχουν σχόλια: