. J. Lortz, Die Reformation in Deutschland, τόμ. 1, Freiburg im Breisgau 1939,
σ. 7.
. X. Γιανναρᾶ, Ἀλήθεια καὶ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, Ἀθήνα
1977, σσ. 136-142. Εἶναι πέραν πάσης ἀμφιβολίας ὅτι ἡ στενὴ συνεργασία μεταξὺ
τῆς κοσμικῆς ἐξουσίας καὶ τοῦ πάπα, ἢ τῶν κατὰ τόπους ἀνώτατων ἐκκλησιαστικῶν
ἀρχῶν, τοῦ imperium καὶ τοῦ sacerdotium ὁδήγησαν τὴ ΡΚαθολικὴ
ἐκκλησία σ᾽ ἕνα κοσμικὸ τρόπο σκέψεως καὶ σὲ μία καθιδρυματικὴ ἀντίληψη τῆς
Ἐκκλησίας μὲ ἀποθέωση τοῦ νομικιστικοῦ πνεύματος, ὥστε στὰ μάτια τῶν
μεταρρυθμιστῶν νὰ παρουσιάζει ὄχι τὴν εἰκόνα τῆς μητρὸς ἀλλὰ τῆς βασίλισσας καὶ
τῆς νομοθέτριας. Βλ. R. E. McNally, “The Ninety–Five Theses of Martin Luther:
1517-1967”, ἐν Theological Studies 28:3(1967),
σ. 440.
. W. Voisé - J. H.
Labadie, “The Renaissance and the Sources of the Modern Social Sciences”, ἐν Diogenes 6(1958), σσ. 41-63.
. X. Γιανναρᾶ, Ἀλήθεια καὶ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, ἔνθ.
ἀν., σσ. 6-7. Q. Breen, “The Terms "Loci
Communes" and "Loci" in Melanchthon”, ἐν Church History 16:4(1947), σ. 202.
. J. Lortz, Geschichte der Kirche, Münster in
Westfalen 1941, σ. 46.
. Οἱ λουθηρανοὶ θεωροῦν
ὡς ἀρχὴ τῆς Μεταρρυθμίσεως τὴν 31η Ὀκτωβρίου 1517, The Day of the Reformation, ἡμέρα ποὺ ὁ
Λούθηρος θυροκόλλησε τὶς 95 Θέσεις
του. Τὸν ἀκριβέστερο ὁρισμὸ δίδει ὁ H. Oberman, Luther: Man Between God and the Devil, μετφρ. E. Walliser – Schwarzbart,
Images Books: New York 1992, σ. 50, “The reformation meant return to original
ideals. The Church was to emulate the model of the early Christian community,
to be united again in love; or a monastic community was to regain sight of the
original, authentic principles of the founter of their order. With regard to
the individual reformatio stood for the renewal of man and woman”. Ὁ ὅρος Reformatio χρησιμοποιήθηκε μεταξὺ 11ου
καὶ 13ου αἰ., μὲ ἕνα διαμαρτυρικὸ τόνο ἐναντίον τοῦ πλούτου τῆς
Ρωμαιοκαθολικῆς ἐκκλησίας καὶ ἐνεῖχε τὸ σύνθημα τῆς μετανοίας καὶ τῆς
ἐπιστροφῆς στὸν τρόπο ζωῆς τοῦ Χριστοῦ. Μία περισσότερο φιλολογικὴ χρήση
συνδέθηκε μὲ τὴν ἐπανίδρυση τῶν πανεπιστημίων τὸ 13ο αἰ., δηλ. κατὰ
τὸν ἀρχικό τους προορισμό, reformatio in
pristinum statum. Τὸ 14ο αἰ. ἡ συνοδικὴ κίνηση εἶχε ὡς σύνθημα
τὴ φράση reformatio ecclesiae in capite
et in membris, ἡ ὁποία ἀποτελοῦσε ἔκκληση γιὰ μία ἠθικὴ ἀναμόρφωση τῶν
χριστιανῶν καὶ τῶν ποιμένων. Βλ. C. Linndberg, The European Reformation, Blackwell Publishers: Oxford 1998, σ. 9.
Ἐν σχέσει μὲ τὸ Λούθηρο, στὸν ὁποῖο ἀναφέρεται κατεξοχὴν σήμερα ὁ ὅρος, πρέπει
νὰ τονίσουμε μετ᾽ ἐμφάσεως ὅτι αὐτὸς σπανίως χρησιμοποίησε τὸν ὅρο, γιὰ νὰ
χαρακτηρίσει τὴν πρωτοβουλία του, ἐνῶ στὶς περιπτώσεις ποὺ τὸν χρησιμοποίησε
τὸν συνέδεε μὲ τὴ μεταρρύθμιση τῆς θεολογικῆς διδασκαλίας τῆς ΡΚαθολικῆς
ἐκκλησίας καὶ ὄχι μὲ τὴν ἠθικὴ ἀνανέωση, ὅπως ἔκαναν οἱ θεωρούμενοι πρόδρομοί
του κατὰ τὸ Μεσαίωνα. Βλ. π.χ. J. Pelikan – H. T. Lehmann, ἐκδ., Luther¢s Works (στὸ ἑξῆς LW), Philadelphia:
Fortress Press 1960, LW 54:110. Ἡ Μεταρρύθμιση τοῦ Λουθήρου εἶναι μεταρρύθμιση
τῆς διδασκαλίας τῆς δικαιώσεως μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ διὰ τῆς πίστεως, ἐκτὸς τῶν
μυστηρίων τῆς ΡΚαθολικῆς ἐκκλησίας καὶ πέραν τῆς ἑρμηνείας τῆς Ἁγίας Γραφῆς,
ὅπως τὴν εἶχαν προσεγγίσει οἱ σύνοδοι τῆς Ρώμης μετὰ τὸ σχίσμα καὶ οἱ Ἐγκύκλιες τῶν παπῶν. Βλ. R. E. MacNally,
“The Ninety–Five Theses of Martin Luther: 1517-1967”, μν. ἔργ., σσ. 439-480,
εἰδικότερα 474. Ἐντέλει μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι γιὰ τὸ Λούθηρο ὁ πραγματικὸς
σκοπὸς αὐτῆς τῆς ζωῆς ἦταν ἡ συγχώρεση ὄχι ἡ μεταρρύθμιση.
. Βλ. W. Pauck, “The
Nature of Protestantism”, ἐν Church
History 6:1(1937), σσ. 3-23, εἰδικότερα σ. 4 ἑξ. Πρβλ. G. Leff, “The fourteenth century and the
decline of Scholastisism”, ἐν Past and
Present 9(1956), σσ. 30-41.
. X. Γιανναρᾶ, Ἀλήθεια καὶ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, μν.
ἔργ., σσ. 156 - 157.
. N. A. Mατσούκα, Ὁ Προτεσταντισμός (Φιλοσοφικὴ καὶ
Θεολογικὴ Βιβλιοθήκη 31, στὸ ἑξῆς ΦΘΒ),
ἐκδ. Π. Πουρναρᾶ 1995: Θεσσαλονίκη, σ. 25. Βλ. ἐπίσης ὁ Δ. Ι. Τσελεγγίδης, Ἡ σωτηριολογία τοῦ Λουθήρου. Συμβολὴ στὴ
μελέτη τῆς Θεολογίας τοῦ Λουθήρου ἀπὸ ὀρθόδοξη ἄποψη (ΦΘΒ 22), ἐκδ. Π. Πουρναρᾶ 1995: Θεσσαλονίκη, σ. 17 ἑξ.
. J. Lortz, Die Reformation in Deutschland, μν.
ἔργ., σ. 8.
. N. A. Mατσούκα, Ὁ Προτεσταντισμός, μν. ἔργ., σσ. 24-25.
Ἡ ἐθνικὴ συνείδηση γίνεται ἐμφανὴς κατὰ τὴν ἀντιμετώπιση τοῦ Λουθήρου ἀπὸ τὴ
Ρώμη, κατὰ τὴν ὁποία δὲν κατέστη δυνατὴ ἡ μεταφορὰ τοῦ Λουθήρου στὴ Ρώμη, γιατὶ
ὁ Λούθηρος τέθηκε ὑπὸ τὴν προστασία τοῦ πρίγκηπα - ἐκλέκτορα τῆς Σαξωνίας
Φρειδερίκου τοῦ Σοφοῦ. Βλ. R. E. MacNally, “The Ninety–Five Theses of Martin
Luther: 1517-1967”, μν. ἔργ., σ. 471.
. Ἔνθ. ἀν. Οἱ ἰσχυρὲς
τοπικὲς ἐκκλησιαστικὲς διοικήσεις δημιουργήθηκαν καὶ ἀπὸ τὴν ἐνδυνάμωση κάποιων
οἴκων, ὅπως συνέβηκε μὲ τὸν οἶκο τῶν Hohenzollern, στὸν ὁποῖο ἀνῆκε ὁ Albrecht,
ἀρχιεπίσκοπος τοῦ Magdeburg, ἢ ὁ οἶκος τῶν
δύο δουκῶν τῆς Σαξωνίας Γεωργίου καὶ Φρειδερίκου, ποὺ θὰ
πρωταγωνιστήσουν στὰ γεγονότα μετὰ τὴ δημοσίευση τῶν 95 Θέσεων ἀπὸ τὸ Λούθηρο. Βλ. R. E. McNally, “The Ninety–Five Theses
of Martin Luther: 1517-1967”, ἐν Theological
Studies, μν. ἔργ., σσ. 447-448.
. N. A. Mατσούκα, Ὁ Προτεσταντισμός, μν. ἔργ., σ. 8.
. J. Lortz, Die Reformation in Deutschland, ἔνθ.
ἀν., σ. 8. Γιὰ τὴν πνευματικὴ κίνηση στὴ Βοημία βλ. R. R. Betts, “The Influence
of Realist Philosophy on Jan Hus and His Predecessors in Bohemia”, The Slavonic and East European Review
29:73(1951), σσ. 402-419.
. N. A. Mατσούκα, Ὁ Προτεσταντισμός, μν. ἔργ., σ. 222 ἑξ.
O John Wyclif, καθηγητὴς θεολογίας καὶ φιλοσοφίας στὸ Πανεπιστήμιο τῆς
Ὀξφόρδης, ἀνέπτυξε ἔντονο ἀγώνα καὶ προσπάθειες γιὰ τὴν ἰδέα τῆς χειραφέτησης
τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀγγλίας ἀπὸ τὴν ἐπιρροὴ τῆς Pώμης. Ἀπέρριψε τὸ παπικὸ
πρωτεῖο καὶ κλόνισε τὴν ἱεροκρατικὴ ἐξουσία τοῦ παπισμοῦ μὲ τὴν υἱοθέτηση τῆς
γενικῆς ἱεροσύνης. Δὲν ἀπέρριπτε τὰ μυστήρια. Γενικὴ βάση τῆς διδασκαλίας του
ἦταν ἡ Ἁγία Γραφή, ἑρμηνευόμενη χωρὶς τὴν ἀποκλειστικὴ βοήθεια τῆς
ἐκκλησιαστικῆς παράδοσης. Oἱ ἰδέες του διαδόθηκαν μέσω τοῦ Ἰωάννη Xοὺς στὴ
Bοημία, ποὺ ἦταν ἑνωμένη μὲ τὴ Γερμανία. Δ. Ι. Τσελεγγίδης, Ἡ σωτηριολογία τοῦ Λουθήρου, μν. ἔργ.,
σ. 19. Βλ. M. Aston, “John
Wycliffe’s Reformation Reputation”, ἐν Past
and Present 30(1964), σσ. 23-51, καὶ S.
Wenzel, “A new version of Wyclif’s Sermones Quadraginta”, ἐν Journal of Theological Studies, NS,
49:1(1998), σσ. 155-161. Βλ. ἐπίσης γιὰ τοὺς προδρόμους τῆς Μεταρρυθμίσεως Β. Ι.
Φειδᾶ, Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία Β´. Ἀπὸ τὴν
Εἰκονομαχία μέχρι τὴ Μεταρρύθμιση, Ἀθῆναι 32002, σ. 452 ἑξ.
. R. R. Betts, “The
Influence of Realist Philosophy on Jan Hus and His Predecessors in Bohemia”, The Slavonic and East European Review
29:73(1951), σ. 402.
. R. Post, The Modern Devotion, Leiden 1968. G.
EpineyBurgard, Gérard Grote (1340-84) et
le débuts de la Dévotion moderne, Wiesbaden 1970. N. Staubach, Pragmatische Schriftlichkeit im Bereich der
Devotio moderna, (Frühmittelalterliche Studien 25), Berlin 1991, σσ. 418-461. Th. Kock, Die Buchkultur der Devitio moderna, Frankfurt am Main 1999. B.
Degler-Sprengler, “Die Religiöse Frauenbewegung des Mittelalters”, ἐν Rottenburger Jahrbuch für Kirchengeschichte
3, Sigmaringen 1984, σσ. 75-88. M. Wehrli-Johns, Das mittelalterliche Beginentum- Religiöse Frauenbewegung oder
Sozialidee der scholastik? Ein Beitrg zur Revision des Begriffes «religiöse
Bewegungen», ἐν Zahlreich wie die Sterne des Himmels, Bensberg 1992. N. A.
Mατσούκα, Ὁ Προτεταντισμός, μν. ἔργ.,
σ. 26 καὶ σσ. 9-40. Πρβλ. καὶ R. E. McNally, “The Ninety–Five Theses of Martin
Luther: 1517-1967”, μν. ἔργ., σ. 441.
. Devotio moderna (ἀδελφοὶ καὶ ἀδελφὲς μὲ κοινὴ ζωή): μεταρρυθμιστικὸ
κίνημα (1375-1550) ποὺ ξεκινᾶ μὲ τὸν Geert Groote στὸ Deventer καὶ ριζώνεται
στὸ γυναικεῖο θρησκευτικὸ κίνημα τῆς Religiose Frauenbewegung, ποὺ ἦταν
γυναικεῖες ἀδελφότητες ἀπὸ τὸν 11ο αἰώνα καὶ ἑξῆς, ποὺ διέπονται ἀπὸ πνεῦμα
ἐπιστροφῆς στὴν ἀποστολικὴ καὶ πρωτοχριστιανικὴ παράδοση μὲ κανόνες πτωχείας,
κοινωνικῆς προσφορᾶς ἀλλὰ πρωτίστως ἱεραποστολικῆς δράσης στὰ λαϊκὰ στρώματα.
Τονίζουν τὸν ἀγώνα γιὰ τὴν προσωπικὴ σωτηρία. Συναντῶνται κυρίως στὴν κεντρικὴ
Εὐρώπη, βόρειο Ἰταλία καὶ νότιο Γαλλία. Ζοῦσαν ἀπὸ ἁπλὰ ἐργόχειρα. O αὐστηρὸς
τρόπος ζωῆς τους καὶ ἡ κριτική ποὺ ἀσκοῦσαν στὴν ἐκκλησιαστικὴ διοίκηση ὁδήγησε
πολλὲς ἀδελφότητες σὲ ἀκρότητες. Κάποιες συμμετεῖχαν σὲ αἱρετικὰ κινήματα τοῦ
μεσαίωνα, ὅπως τῶν Καθαρῶν, τῶν Βάλδιων, τῆς σέκτας τοῦ ἐλευθέρου πνεύματος,
ὅπου μάλιστα, πέρα ἀπὸ τὸ ἱεροκηρυκτικὸ ἔργο ποὺ ἀσκοῦσαν, ἔλαβαν καὶ ἱερατικὰ
ἀξιώματα. Διώχθηκαν ἀπὸ τὴν ἐπίσημη ἐκκλησία καὶ ἡ ἱερὰ ἐξέταση ἔστειλε ἀρκετὲς
στὴν πυρὰ καὶ ἀργότερα ἄρχισαν νὰ ἐνσωματώνονται σὲ μοναχικὰ καὶ λαϊκὰ τάγματα,
ὅπως αὐτὸ τῆς Devotio moderna, στὸ
καρτεσιανὸ τάγμα καὶ στὸ γερμανικὸ νεομυστικισμό. Ἀνῆκε οὐσιαστικὰ σὲ ἕνα
εὐρωπαϊκὸ δίκτυο συγγενῶν μεταρρυθμιστικῶν κινημάτων. Ἡ Devotio moderna ζητοῦσε προσήλωση στὶς ἀποστολικὲς καὶ
πρωτοχριστιανικὲς ἀρετὲς τῆς κοινοκτημοσύνης, τῆς πτωχείας τοῦ Ἰησοῦ, τῆς
ταπείνωσης καὶ τῆς προσωπικῆς εὐσεβείας. Ἀρχικὰ δημιουργήθηκαν λαϊκὲς
ἀδελφότητες στὶς πόλεις (ἀδελφοὶ καὶ ἀδελφὲς μὲ κοινὴ ζωή, γνωστοὶ καὶ ὡς
τερζιάριοι) καὶ ἀργότερα ὀργανώθηκαν σὲ μοναχικὰ τάγματα μὲ ταχεία ἐξάπλωση μὲ
τὸ ὄνομα Augustiner-Chorherren/-frauen (1387 ἡ πρώτη μονὴ στὸ Windesheim). Ἡ Devotio moderna προῆγε τὴν ἀντιγραφὴ
βιβλίων καὶ τὴ δημιουργία βιβλιοθηκῶν, τὴ διάδοση τῆς χριστιανικῆς κληρονομίας
(ἐκκλησιαστικοὶ πατέρες, μοναχισμός), τὴν ἐξέλιξη τῶν λαϊκῶν καὶ ἐθνικῶν
γλωσσῶν καὶ τῆς λογοτεχνίας (μετάφραση βίων ἁγίων καὶ λειτουργικῶν βιβλίων),
προώθησε τὴν ἀναβίωση τῶν κύκλων μελέτης Ἁγίας Γραφῆς, τὴ μεταρρύθμιση τῶν
μοναχικῶν ταγμάτων καὶ τοῦ χριστιανικοῦ ἐκπαιδευτικοῦ συστήματος. Ἀσχολήθηκε
ἐντατικὰ μὲ τὴν ἐπιμέλεια τῶν νέων καὶ ἄσκησε κριτικὴ στὴν Ἐκκλησία
κατηγορώντας την γιὰ ἐκκοσμίκευση καὶ ἀδιαφορία. Στὰ νεότερα χρόνια πολλὲς
ἰδέες καὶ ἀρχὲς τοῦ κινήματος, ποὺ ἐπιβιώνουν σὲ διάφορα μοναχικὰ τάγματα,
ἀπετέλεσαν βάση γιὰ τὴ δημιουργία τῶν εὐαγγελικῶν λουθηρανικῶν ἀδελφοτήτων. Βλ.
B. Cottret, Histoire de la réforme
protestante. Luther, Calvin, Wesley XVIe-XVIIIe siècle,
Perrin 2001, σ. 36 ἑξ.
. Theologische Realenzyklopädie, τόμ. 6, σσ. 754-770.
. Ὁ ὅρος σῶν,G. Tellenbach, Libertas. Kirche und Weltordnung im
Zeitalter des Investiturstreites, Stuttgart 21996, σσ. 25 - 34.
. O Jan Hus γεννήθηκε τὸ
1370 στὸ Husinec τῆς νοτίας Βοημίας. Ἡγήθηκε τοῦ μεταρρυθμιστικοῦ κινήματος τῆς
Βοημίας. Ἀπὸ τὸ 1402 ἦταν λαϊκὸς κήρυκας στὸ παρεκκλήσιο τῆς Ἁγ. Βηθλεὲμ στὴν
Πράγα, ὅπου, συνεχίζοντας τὴν παράδοση παλαιοτέρων μεταρρυθμιστῶν τῆς Πράγας,
ἄσκησε αὐστηρὴ κριτικὴ στὴν ἐπίσημη ἐκκλησία, κατηγορώντας τὸν κλῆρο γιὰ
σιμωνία. Κήρυττε εὐσεβὴ χριστιανικὴ ζωὴ μὲ προσήλωση στὴν Ἁγία Γραφή,
βρίσκοντας μεγάλη ἀπήχηση στὰ λαϊκὰ στρώματα. Ἀπὸ τὸ 1398 ἀσχολήθηκε μὲ τὸ
φιλοσοφικὸ ρεαλισμὸ τοῦ John Wyclif καὶ ἐνεπλάκη στὴν ἐπιστημονικὴ ἔριδα περὶ
Θείας Εὐχαριστίας τοῦ πανεπιστημίου τῆς Πράγας, ὑποστηρίζοντας ὄχι τὴ θέση τοῦ
John Wyclif, ἀλλὰ τὸ δικαίωμα τοῦ τελευταίου νὰ ἐκφράζεται ἐλεύθερα σὲ θέματα
πίστεως, κατηγορώντας τοὺς γερμανοὺς μάγιστρους τοῦ πανεπιστημίου γιὰ νόθευση
τῶν γραπτῶν κειμένων καὶ παραποίηση τῶν διδασκαλιῶν τοῦ John Wyclif. Τὸ 1409
ἐξελέγη διευθυντὴς τοῦ Καρολείου Πανεπιστημίου Πράγας, ἐνῶ τὸ 1410
διαμαρτυρήθηκε ἔντονα στὸν πάπα γιὰ τὶς καύσεις βιβλίων καὶ τὸν περιορισμὸ τῶν
λαϊκῶν κηρύκων. Τὸ τελευταῖο τὸν ὁδήγησε στὸν ἀφορισμὸ καὶ τελικὰ στὴν πυρά. Ἡ
καταδίκη του ἔγινε χωρὶς νὰ τοῦ δοθεῖ ἡ δυνατότητα νὰ ἀπολογηθεῖ καὶ νὰ
ἐξηγήσει τὶς θέσεις του. {Βλ. R. R. Betts, “The Influence of Realist Philosophy
on Jan Hus and His Predecessors in Bohemia”, ἐν The Slavonic and East European Review 29:73 (1951), σσ. 402-419}.
Βλ. D. S. Schaff, “A Spurious Account of Huss's Journey to Constance, Trial,
and Death”, ἐν The American Journal of
Theology 19:2(1915), σσ. 276-282. Οἱ ὀπαδοί του, παρόλο ποὺ διώχθηκαν μὲ
ἀνελέητο τρόπο καὶ πολλοὶ ἐξοντώθηκαν, κατόρθωσαν νὰ σχηματίσουν ὀργανωμένο
πυρήνα, ποὺ εἶχε τὸ χαρακτήρα διωκόμενης ἐκκλησίας. Οἱ πιστοί της ὀνομάζονταν οὐτρακβίτες, γιατὶ στῆ Θεία Εὐχαριστία
μεταλάμβαναν ἄρτο καὶ οἶνο (utraque=καὶ τὰ δύο), σὲ ἀντίθεση πρὸς τοὺς
ρωμαιοκαθολικοὺς ποὺ μεταλάμβαναν μόνο ἄρτο. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ τῆς λατρείας
προβαλλόταν ὄχι μόνο μία νέα θεολογικὴ θεώρηση τοῦ μυστηρίου τῆς Θείας
Εὐχαριστίας, ἀλλὰ γινόταν καὶ προσβολὴ κατευθείαν στὴν ἱεροκρατικὴ ἐξουσία τῆς
ἐπίσημης ΡΚαθολικῆς ἐκκλησίας. Ἀξιοσημείωτο πάντως εἶναι ὅτι πολλοὶ χουσίτες
προσχώρησαν ἀργότερο στὸ λουθηρανισμὸ καὶ κάποιοι στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.
Πολλοὶ ὀρθόδοξοι Τσέχοι προέρχονται σήμερα ἀπὸ χουσίτες. Βλ. F. H. Graham, “The
evolution of the Utraquist Mas”, ἐν The
Catholic Historical Review 92:4(2006), σσ. 553-573, καὶ HIEROMONK PATAPIOS, “Sub utraque specie:
The arguments of John Hus and Jacoubek of Stříbro in defence of giving
communion to the laity under both kinds”, ἐν Journal of Theological Studies, NS, 53:2(2002), σσ. 503-522. Ἐπίσης Ν. A. Ματσούκα, Ὁ Προτεσταντισμός, μν. ἔργ., σ. 26. Theologische Realenzyklopädie 15, σσ.
710-721 καὶ Lexikon des Mittelalters 5,
Munchen - Zurich 1980-98, σ. 230 ἑξ. Ἕνα βασικὸ κοινὸ στοιχεῖο μεταξὺ Jan Hus,
John Wyclif καὶ Λουθήρου εἶναι ἡ μοναδικότητα τῆς αὐθεντίας τῆς Ἁγίας Γραφῆς.
Βλ. T. Chodan, The Use and Abuse of Jan
Hus as an Historical Figure in Czech Culture or Cooking Your Own Goose: Three
Czech Recipes, Department of History and Classics, Edmonton, Alberta 1999,
σ. 29 ἑξ.
. C. R. Cheney, “The
Punishment of Felonous Clerks”, ἐν The
English Historical Review 51:202(1936), σσ. 215-236, καὶ L. R. Loomis,
“Nationality at the Council of Constance: An Anglo-French Dispute”, ἐν The American Historical Review, 44: 3.
(1939), σσ. 508-527. Ὑποτίθεται μάλιστα ὅτι ἡ σύνοδος τῆς Κωνσταντίας ἦταν μία
ἀνανεωτικὴ γιὰ τὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας σύνοδος. Βλ. Βλ. R. E. McNally, “The
Ninety–Five Theses of Martin Luther: 1517-1967”, μν. ἔργ., σ. 441.
. Waldenser, Βάλδιοι.
Ἀποτελοῦν τὴν παλαιότερη μέχρι σήμερα μὲ εὐαγγελικὸ χαρακτήρα ἐπιζήσασα,
παρόλες τὶς διώξεις ποὺ ὑπέστη ἀκόμη καὶ μέχρι τὰ μέσα τοῦ 19ου
αἰώνα, αἱρετικὴ κοινότητα τῆς δυτικῆς χριστιανοσύνης. Μετρᾶ σήμερα περὶ τὰ
50.000 μέλη παγκοσμίως μὲ κέντρο τὴν Ἰταλία, ὅπου διατηρεῖ Θεολογικὴ σχολὴ στὴ
Ρώμη (ἀπὸ τὸ 1922). Πῆραν τὴν ὀνομασία τους ἀπὸ τὸν ἀρχηγὸ τῆς κινήσεως Πέτρο
Βάλδο, μὲ τυπικὰ χαρακτηριστικὰ αὐτὰ τοῦ κινήματος τῶν πτωχῶν τοῦ μεσαίωνα. Ὁ
Πέτρος Βάλδος, πλούσιος ἔμπορος ἀπὸ τὴ Λυών, μοίρασε, ἀκολουθώντας τὸ
εὐαγγελικὸ καὶ ἀποστολικὸ παράδειγμα, τὰ ὑπάρχοντά του καὶ ἀκολούθησε, τὸ 1170
περίπου, τὴν ὁδὸ τῆς πτωχείας καὶ τοῦ περιπλανώμενου λαϊκοῦ ἱεροκήρυκα. Οἱ
ἰδέες του εἶχαν εὐρεία διάδοση στὴν Εὐρώπη. Τὸ 1184 περίπου ἡγήθηκε ὁμάδος
ὀπαδῶν, ποὺ πῆγε στὴ Ρώμη, ὅπου παρουσίασε στὸν πάπα Ἀλέξανδρο Γ΄ μετάφραση
βιβλίων τῆς Ἁγίας Γραφῆς στὴ διάλεκτο τῆς Προβηγκίας καὶ ζήτησε τὴν ἐπικύρωση
τῆς ἀδείας γιὰ κήρυγμα. Ὁ πάπας τοὺς παρέσχε ἄδεια μόνο γιὰ ἠθικολογικὸ καὶ ὄχι
θεολογικὸ κήρυγμα καὶ μετὰ ἀπὸ ἄρνησή τους, τοὺς ἀφόρισε. Ἡ τετάρτη σύνοδος τοῦ
Λατερανοῦ τοὺς καταδικάζει τὸ 1215 ὡς αἱρετικούς. Οἱ Βάλδιοι ἀναμίχθηκαν μὲ
ἄλλα αἱρετικὰ καὶ μεταρρυθμιστικὰ κινήματα, ὅπως αὐτὰ τῶν Καθαρῶν, τῶν
Ἀρνολντιστῶν καὶ τῶν Χουσιτῶν, ἐνῶ μετὰ ἀπὸ ἐσωτερικὲς διαφωνίες τελικὰ
προσχώρησαν στὸ σῶμα τοῦ Προτεσταντισμοῦ (1532). Βλ. J. K. Zeman “Restitution and Dissent in the Late
Medieval Renewal Movements: the Waldensians, the Hussites and the Bohemian
Brethren”,
ἐν Journal of American Academy of
Religion 44(1976), σσ. 7-27. Ἡ θεολογία τους ἀπορρίπτει τὰ μυστήρια τῶν
ἀναξίων κληρικῶν, θεωρεῖ μὴ ἰσόβια τὴ χάρη τῆς ἱεροσύνης, καὶ φυσικὰ δὲν
δέχεται καθαρτήριο πύρ, μνημόσυνα καὶ συγχωροχάρτια. Ἀμφισβητοῦν τὴ δύναμη τῆς
κεντρικῆς ἐξουσίας τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ καθεστῶτος. Πρβλ. Ν. A. Ματσούκα, Ὁ Προτεταντισμός, μν. ἔργ., σ. 22 καὶ M.
Schneider, Europäisches Waldensertum im
13. umd 14. Jh, Berlin 1981. Ἐπίσης βλ. Evangelisches
Kirchenlexikon 3, 4, Göttingen 1986-97, σσ. 1224-28, V. Vinay, “Der
Anschluß der romanischen Waldenser an die Reformation und seine theologische
Bedeutung”, ἐν Theologische
Literaturzeitung 87(1962), σσ. 89-100.
. H. Kaminsky, “Chiliasm
and the Hussite Revolution”, ἐν Church
History 26:1(1957), σσ. 43-71.
. D. V. Zdenӗk,
“Utraquists, Lutherans, and the Bohemian Confession of 1575”, ἐν Church History 68:2(1999), σσ. 294-336.
F. G. Heymann, “John Rokycana: Church Reformer between Hus and Luther”, ἐν Church History 28:3(1959), σσ. 240-280.
. W. Eberhard, “Der Weg
zur Koexistenz. Kaiser Sigmund und das Ende der hussitischen Revolution”‚ ἐν Bohemia 33 (1992), σσ.1-43.
. E. Boshof, “Böhmen und
das Reich im Früh- und Hochmittelalter”, ἐν Archiv
für mittelrheinische Kirchengeschichte 50(1998), σσ.1-40.
. Βλ. τὴν ἄριστη διδ.
διατριβὴ τῆς Sh. M. Keye, William of
Ockham’s theoy of conscience, University of Toronto, Toronto 1997, κυρίως
σσ. 6-33. G. Bergmann, “Some Remarks on the Ontology of Ockham, ἐν The Philosophical Review 63:4 (1954),
σσ. 560-571. Ch. Zuckerman, “The Relationship of Theories of Universals to
Theories of Church Government in the Middle Ages: A Critique of Previous
Views”, ἐν Journal of the History of
Ideas 36:4 (1975), σσ. 579-594. Ἐπίσης L. Nauta, “William of Ockham and
Lorenzo Valla: False Friends. Semantics and Ontological Reduction”, ἐν Renaissance Quarterly 56:3(2003), σσ.
613-651.
. H. A. Oberman, “Luther
and the Via Moderna: The Philosophical Backdrop of the Reformation Breakthrough”,
ἐν Journal of Ecclesiastical History
54:4 (2003), σσ. 641- 670, καὶ τοῦ ἰδίου, “Via Antiqua and Via Moderna: Late
Medieval Prolegomena to Early Reformation Thought”, ἐν Journal of the History of Ideas, 48:1. (1987), σσ. 23-40.
. Ἡ Via moderna καταδικάσθηκε ἀπὸ τὴ σύνοδο τοῦ Τριδέντου (1545-1563).
Βλ. M. L. Colish, “St. Thomas Aquinas in Historical Perspective: The Modern
Period”, ἐν Church History 44:4.
(1975), σ. 444. L. F. Bungener, History
of the Council of Trent, New York 1855, σ. 21 ἑξ.
. H. A. Oberman, “Some
Notes on the Theology of Nominalism: With Attention to Its Relation to the
Renaissance”, ἐν The Harvard Theological
Review 53:1(1960), σσ. 47-76. Ἐπίσης L. Nauta, “William of Ockham and
Lorenzo Valla: False Friends. Semantics and Ontological Reduction”, μν. ἔργ.,
σσ. 613-651.
. Πρβλ. τὴν ἀρχὴ τοῦ
Λουθήρου Sola Scriptura.
. Πρβλ. τὴν ἀρχὴ τοῦ
Λουθήρου Sola Fide.
. Πρβλ. ἐπίσης τὴν ἀρχὴ
τοῦ Λουθήρου Sola Gratia, τὴν ὁποία
θὰ ἐξελίξει ὁ Λούθηρος μετὰ τὴ δημοσίευση τῶν 95 Θέσεων.
. Πρβλ. N. A. Mατσούκα, Ὁ Προτεσταντισμός, μν. ἔργ., σσ. 17-18
καὶ τοῦ ἰδίου, Oἰκουμενικὴ κίνηση,
Ἱστορία – Θεολογία (ΦΘΒ 4), ἐκδ. Π. Πουρναρᾶ: Θεσσαλονίκη 31996,
σσ. 81-83.
. G. H. Tavard, “Holy
Church or Holy Writ: A Dilemma of the Fourteenth Century”, ἐν Church History 23:3 (1954), σσ. 205 –
206.
. Q. Breen, “The Terms "Loci Communes" and "Loci" in
Melanchthon”, ἐν Church History 16:4(1947),
σ. 202.
. Oἱ ἀπόψεις τοῦ Ὄκκαμ
παρατίθενται στὰ κυριότερα ἔργα του Quaestiones
et decisiones καὶ Centiloquium.
. A. Franzen, Kleine Kirchengeschichte, Freiburg-
Basel- Wien, 62000, σσ. 243-249. Πρβλ. G. H. Tavard, “Holy Church or
Holy Writ: A Dilemma of the Fourteenth Century”, μν. ἔργ., σσ. 195 – 206. D. C.
Steinmetz, “THE CATHOLIC LUTHER. A Critical Reappraisal”, ἐν Theology Today 61(2004), σσ. 187- 188.
. Βλ. W. Voisé - J. H.
Labadie, “The Renaissance and the Sources of the Modern Social Sciences”, ἐν Diogenes 6(1958), σσ. 41-63.
. C. Lindberg, The European Reformations, Blackwell
Publishers: Oxford 2003, σ. 25 ἑξ.
. L. Bennion, The functional print within the print market
of the late fifteenth and early sixteenth century in Northen Europe and Italy,
The Graduate College of Bowling Green State University 2006. Ἡ ἔκδοση βιβλίων
στὴ Γερμανία, κυρίως Λουθηρανῶν, μετὰ τὴ Δίαιτα
τῆς Worms, παρουσίασε δεκαπλάσια παραγωγή, ἐνῶ ἀπὸ τὴ Γαλλία προέρχεται ἡ
αἴτηση πρὸς τὸ βασιλέα νὰ ἀπαγορεύσει πλήρως τὴ “διαβολικὴ τέχνη τῆς
τυπογραφίας”, προφανῶς γιὰ νὰ μὴ διαδοθοῦν οἱ ἀπόψεις τῶν μεταρρυθμιστῶν. Βλ.
A. H. Mayor, “Renaissance Pamphleteers Savonarola and Luther”, ἐν The Metropolitan Museum of Art Bulletin,
New Series, 6:2(1947), σσ. 66-72, εἰδικότερα σ. 70 ἑξ. Πρβλ. L. W. Holborn,
“Printing and the Growth of a Protestant Movement in Germany from 1517 to
1524”, ἐν Church History 11:2 (1942),
σσ. 123-137, καὶ E. L.
Eisenstein, “The advent of printing and the problem of the Renaissance”, ἐν Past and Present 45(1969), σσ. 19-89.
. Βλ. E. Simon, Great Ages of Man: The Reformation, Time
Incorporated: New York 1966, σ. 13.
. D. MacCulloch, The Reformation: A History, Penguin: New
York 2003, σ. 68. Βλ. ἐπίσης H. J. Cohn, “The Early Renaissance Court in
Heidelberg”, ἐν European
History Quarterly 1(1971), σσ. 295-322.
. Βλ. τὴν ἐξαιρετικὴ
μελέτη τοῦ K. M. Setton, “The Byzantine Background to the Italian Renaissance”,
ἐν Proceedings of the American
Philosophical Society 100:1(1956), σσ. 1-76. Ἐπίσης N. Bisaha, Creating East and West: Renaissance
Humanists and the Ottoman Turks, University of Philadelphia Press:
Philadelphia, Pensylvania 2006, σ. 94 ἑξ. Πρβλ. ἐπίσης J. Hankins, “Renaissance Crusaders: Humanist Crusade Literature in the Age of Mehmed II”, ἐν Dumbarton Oaks Papers, τόμ. 49,
Symposium on Byzantium and the Italians, 13th-15th Centuries, (1995), σσ.
111-207.
. D. M. Cross, “Melanchthon's
rhetoric and the practical origins of Reformation human science”, ἐν History of the Human Sciences 13(2000),
σ. 7 ἑξ. Βλ. ἐπίσης M. R. van Scoyoc, “Origin and Development of the
University”, ἐν Peabody Journal of
Education 39:6(1962), σσ. 322-333.
. W. S. Maltby, The Reign of Charles V (European History in
Perspective), Palgrave: New York 2004, σ. 43.
. C. A. Patrides, “'The
Bloody and Cruell Turke': The Background of a Renaissance Commonplace”, ἐν Studies in the Renaissance 10(1963), σσ.
126-135.
. W. S. Maltby, The Reign of Charles V (European History in
Perspective), Palgrave: New York 2004, σ. 48 ἑξ.
. O. K. Olson, “Theology
of Revolution: Magdeburg, 1550-1551”, ἐν Sixteenth
Century Journal 3:1(1972), σσ. 56-79. Πρβλ. ἐπίσης C. G. Shoenberger, “Luther
and the Justifiability of Resistance to Legitimate Authority”, ἐν Journal of the History of Ideas
40:1(1979), σσ. 3-20.
. J. D. Tracy, Emperor Charles V, Impresario of War:
Campaign Strategy, International Finance, and Domestic Politics, Cambridge University
Press 2002, σσ. 59, 123 ἑξ., 237 καὶ 315.
. Βλ. B. Schimmelpfennig,
Könige und Fürsten, Kaiser und Papst nach
dem Wormser Konkordat, ἐν Enzyklopaidie
Deutscher Geschichte 37, Oldenbourg Verlag: Munich 1996.
. Πολυσήμαντη εἶναι αὐτὴ
ἡ ἐπανάσταση καὶ ὑπῆρξαν ἀρκετὲς ἑρμηνεῖες, ἀκόμη καὶ μαρξιστικές. Βλ. G.
Benecke, B. Scnïner, (ἐκδ.) The German
Peasant War of 1525: New Viewpoints, London, Allen and Unwin: Boston 1979,
σ. 13. Γιὰ μία διεξοδικὴ ἔρευνα ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς σχέσεως τῶν Γερμανῶν εὐγενῶν
καὶ ἡγεμόνων μὲ τὴ Μεταρρύθμιση βλ. K. C. Sessions, “The War over Luther and
the Peasants: Old Campaigns and New Strategies”, ἐν Sixteenth Century Journal 3:2(1972), σσ. 25-44. V. D. Thissen, Nobles' Refonnation: The Reception and
Adaptation of Reformation Ideas In the Pamphlets of Noble Writers from 1520 to
1530, Queen's University Kingston, Ontario, Canada 1998, σ. 32 ἑξ. Ἡ θέση
τοῦ Λουθήρου καὶ τοῦ Μελάχθονα ἔναντι ὅλων αὐτῶν τῶν πολεμικῶν κινημάτων δὲν
εἶναι ἀνεξάρτητη ἀπὸ τὶς πολιτικές τους ἰδέες, ἰδίως τοῦ δευτέρου περὶ τῶν “δύο
βασιλείων”. Γιὰ τὴν ὀξύτατη κριτικὴ τοῦ Λουθήρου ἐναντίον τῶν βιοπραγιῶν τῶν
χωρικῶν βλ. J. M. Estes, “The Role of Godly Magistrates in the Church:
Melanchthon as Luther's Interpreter and Collaborator”, ἐν Church History 67:3(1998), σ. 466, καὶ Κ. Δεληκωνσταντῆ, “Διπλὴ
ἠθική; Ἡ διαλεκτικὴ τῆς ἐλευθερίας στὸν ἄνθρωπο”, ἐν Σύναξη 51(1994), σσ. 41-57. Αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι ἀπὸ τὴν κοινωνικὴ
αὐτὴ ἐπανάσταση δὲν ἀναδύθηκε καὶ ἐπαναστατικὸ κίνημα ἐνγένει κατὰ τῆς
Ἐκκλησίας. Βλ. H. J. Cohn,
“Anticlericalism in the German peasant’s war 1525”, ἐν Past and Present 83(1979), σσ. 3-31.
. Γιὰ τὶς κοινωνικὲς
προϋποθέσεις τοῦ Λουθήρου βλ. τὴν ἐξαιρετικὴ μελέτη F. E. Cranz, An Essay on the Development of Luther's Thought
on Justice, Law, and Society (Harvard
Theological Studies, XIX ), Harvard University Press: Cambridge 1959.
. C. S. Dixon, “Emperor
and his Reign Charles V and the Historians: Some Recent German Works on the
Emperor and his Reign”, ἐν German History
21(2003), σσ. 104-124, εἰδικότερα σ. 118. Πρβλ. Ν. Β. Rein, “Faith and Empire:
Conflicting Visions of Religion in a Late Reformation Controversy- The Augsburg Interim and Its Opponenets, 1548-50”,
ἐν Journal of the American Academy of
Religion 71:1(2003), σσ. 45-74
. Βλ. R. C. Schultz, “An
Analysis of the Augsburg Article VII,2 in It’s Historical Context, May and
June, 1530”, ἐν Sixteenth Century Journal
11:3, 450th Anniversary Augsburg Confession (25-06-1980), σσ. 24-35. Ἐπίσης R.
Kolb, “Augsburg 1530: German Lutheran Interpretations of the Diet of Augsburg
to 1577”, ἐν ἐν Sixteenth Century Journal
11:3, 450th Anniversary Augsburg Confession (25-06-1980), σσ. 47-61. R. Kress,
“The Roman Catholic Reception of the Augsburg Confession”, ἐν Sixteenth Century Journal 11:3, 450th
Anniversary Augsburg Confession (25-06-1980), σσ. 115-128. Βλ. ἐπίσης Ε. Δ.
Ζούμα, Jus sacrum et Jus publicum.
Σχέσεις Ἐκκλησίας καὶ Πολιτείας κατὰ τὴν Αὐγουσταία Ὁμολογία (ΦΘΒ 19), ἐκδ. Π. Πουρναρᾶ: Θεσσαλονίκη
1990, σ. 23 ἑξ., σ. 43 ἑξ.
. Τὸ ὄνομα ἐπιλέχθηκε μὲ
βάση παλιότερες διατυπώσεις, ὅπως τὴ Formula
Concordiæ Wittenbergensis τοῦ 1536 καὶ τὴ Formula Concordiæ inter Suevicas et Saxonicas ecclesias τοῦ 1576.
Στὴν πρώτη ἔκδοση φέρει τὸν τίτλο Das
Buch der Concordien. Βλ. Ph. Schaff, (ἐκδ.), Creeds of Christendom, with a History and Critical notes. Volume I. The
History of Creeds, New York 61919, σ. 253, σημ. 487. Βλ. G. W.
Forell, “The Formula of Concord and the Teaching Ministry”, ἐν Sixteenth Century Journal 8:4(1977), The
Formula of Concord: Quadricentennial Essays, σσ. 39-47. R. Kolb, “Augsburg
1530: German Lutheran Interpretations of the Diet of Augsburg to 1577”, ἐν Sixteenth Century Journal 11:3, 450th
Anniversary Augsburg Confession (25-06-1980), σσ. 47-61. G. Muller-H. J. A.
Bouman, “Alliance and Confession: The Theological-Historical Development and
Ecclesiastical-Political Significance of Reformation Confessions”, ἐν Sixteenth Century Journal 8:4(1977), The
Formula of Concord: Quadricentennial Essays, σσ. 123-140. Βλ. ἐπίσης W. R.
Russel, “The Theological "Magna Charta" of Confessional Lutheranism”,
ἐν Church History 64:3(1995), σσ.
389-398.
. J. Horsch, “Martin
Luther's Attitude toward the Principle of Liberty of Conscience”, ἐν The American Journal of Theology 11:2
(1907), σσ. 307-315, εἰδικότερα σ. 315.
. Ch. Ocker. Church Robbers and Reformers in Germany, 1525-1547: Confiscation and
Religious Purpose in the Holy Roman Empire, Brill: Leiden 2006, σσ. 55 –
340. D. Kagan - S. Ozment - F. M. Turner, The Western Heritage: Since 1300, Prentice
Hall Publishing: New York 182002. J. Merriman, A History of Modern Europe, Volume One: From the Renaissance to the Age
of Napoleon, W. W. Norton & Company: New York 1996. S. Ozment, The
Age of Reform 1250 -1550: An Intellectual and Religious History of Late Medieval
and Reformation Europe, Yale University Press 1981, σσ. 223 - 246. Δ. Ι.
Τσελεγγίδης, Ἡ σωτηριολογία τοῦ Λουθήρου,
μν. ἔργ., σ. 22 ἑξ. W. Lohff – H. J. A. Bouman, “Legitimate Limits of Doctrinal
Pluralism According to the Formula of Concord”, ἐν Sixteenth Century Journal, 8:4 (1977), σσ. 23-38. G. Muller - H. J.
A. Bouman, “Alliance and Confession: The Theological - Historical Development
and Ecclesiastical-Political Significance of Reformation Confessions”, ἐν Sixteenth Century Journal 8:4(1977), σσ.
123-140. Βλ. ἐπίσης M. Fulbrook, “Religion, Revolution and Absolutist Rule in
Germany and England”, ἐν European History
Quarterly 12(1992), σσ. 301-321, εἰδικότερα σ. 305 ἑξ.