HELLENOPHONIA

Κυριακή 26 Απριλίου 2026

 

Κυριακὴ Γ´ ἀπὸ τοῦ Ἁγίου Πάσχα- Τῶν Ἁγίων Μυροφόρων Γυναικῶν καὶ Ἰωσὴφ τοῦ Δικαίου, 26 Απριλίου 2026 (12/5/2019), (Αριθμ. 14Β1)

 

Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ.

 

Α. 1. Τα Ευαγγελικά Αναγνώσματα του Πεντηκοσταρίου, ως γνωστόν, προέρχονται από το Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο, ωστόσο για τη σημερινή Κυριακή το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα προέρχεται από το Κατά Μάρκο Ευαγγέλιο, γιατί σ᾽ αυτό σε μία ενότητα δηλώνεται η παρουσία του Ιωσήφ του «ἀπὸ Ἀριμαθαίας» και των Μυροφόρων, ενώ με την υμνολογία συνδυάζεται και η μαρτυρία από το 28ο κεφάλαιο του Κατά Ματθαίον Ευαγγελίου, όπου οι Μυροφόρες όχι μόνο πληροφορούνται από τον άγγελο Κυρίου («εἰσελθοῦσαι εἰς τὸ μνημεῖον εἶδον νεανίσκον καθήμενον ἐν τοῖς δεξιοῖς, περιβεβλημένον στολὴν λευκήν, καὶ ἐξεθαμβήθησαν») ότι «ἠγέρθη», ἀλλά και συναντούν τον ίδιο τον Αναστάντα Χριστό, κατά το Ματθ. 28, 9-10: «ὡς δὲ ἐπορεύοντο ἀπαγγεῖλαι τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ, καὶ ἰδοὺ Ἰησοῦς ἀπήντησεν αὐταῖς λέγων· Χαίρετε. αἱ δὲ προσελθοῦσαι ἐκράτησαν αὐτοῦ τοὺς πόδας καὶ προσεκύνησαν αὐτῷ. τότε λέγει αὐταῖς ὁ Ἰησοῦς· Μὴ φοβεῖσθε· ὑπάγετε ἀπαγγείλατε τοῖς ἀδελφοῖς μου ἵνα ἀπέλθωσιν εἰς τὴν Γαλιλαίαν, κἀκεῖ με ὄψονται». Αυτός ο συνδυασμός αποτυπώνεται στον Κανόνα α´, Ωδή ζ ´, του Πάσχα, ἦχος α´, τροπάριο α´ μετά τον Ειρμό: «Γυναῖκες μετὰ μύρων θεόφρονες, ὀπίσω σου ἔδραμον, ὃν δὲ ὡς θνητόν, μετὰ δακρύων ἐζήτουν, προσεκύνησαν χαίρουσαι ζῶντα Θεόν, καὶ Πάσχα τὸ μυστικὸν σοῖς Χριστὲ Μαθηταῖς εὐηγγελίσαντο», που είναι και ευθεία αναφορά στο Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, στην Εκκλησία της Πεντηκοστής, όπως επίσης και το Κοντάκιο της εορτής, ἦχος β΄: «Τὸ Χαῖρε ταῖς Μυροφόροις φθεγξάμενος, τὸν θρῆνον τῆς προμήτορος Εὔας κατέπαυσας, τῇ Ἀναστάσει Σου Χριστὲ ὁ Θεός· τοῖς Ἀποστόλοις δὲ τοῖς σοῖς κηρύττειν ἐπέταξας· ὁ Σωτὴρ ἐξανέστη τοῦ μνήματος».

2. Επεσήμανα την προηγούμενη Κυριακή ότι: Το κοινό σημείο των δύο Αναγνωσμάτων είναι η λέξη «σημεία». Στο μεν Αποστολικό Ανάγνωσμα τα «σημεία» ενεργούνται από τους Αποστόλους, ενώ στο Ευαγγελικό Ανάγνωσμα τα «σημεία» ενεργούνται από τον Αναστάντα Χριστό. Στον ίδιο άξονα κινούνται και τα σημερινά Αναγνώσματα. Μάλιστα, το Αποστολικό Ανάγνωσμα είναι μία περικοπή που έπεται της περικοπής της περασμένης Κυριακής (Πράξ. ε´, 12-20).

Με τη σημερινή περικοπή προκαταγγέλλεται και πάλι η δωρεά των χαρισμάτων κατά την Πεντηκοστή με την εκλογή των επτά διακόνων, κατά τα επτά χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος, που συνέχουν τη θεοποιό μαρτυρία και πορεία των θεοπτών Αγίων της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης. Πρέπει να σημειώσουμε ότι τα ονόματα των επτά διακόνων είναι Ελληνικά, ενώ για το Νικόλαο σημειώνεται ότι ήταν προσήλυτος από την Αντιόχεια. Ήδη, δηλαδή, και προ της Πεντηκοστής η Αποστολική κοινότητα ανοίγεται προς πάντας, Ιουδαίους, προσηλύτους και Ελληνιστές. Και επειδή ο γογγυσμός προέρχεται από τους Ελληνιστές, ότι παραθεωρούντο «ἐν τῇ διακονίᾳ τῇ καθημερινῇ αἱ χῆραι αὐτῶν», επιλέγονται οι επτά διάκονοι εκ των Ελληνιστών, για να διακονήσουν και να μην έχουν παράπονο και νομίζουν ότι μπορεί να υπάρχουν διακρίσεις και συμβάσεις βίου. Και μην απορείτε που λέγεται ότι οι επτά διάκονοι ήταν άνδρες «πλήρεις Πνεύματος ἁγίου καὶ σοφίας» και προ της Πεντηκοστής. Δεν απουσίαζε ποτέ το Άγιο Πνεύμα από την κτίση και την ιστορία, ως προς εμάς συγκροτούμενοι σε μέλη του σώματος του Χριστού είναι η Πεντηκοστή, και γι᾽ αυτό οι Μαθητές και οι επτά διάκονοι και το πλήθος των πιστευόντων είναι σε αναμονή του «μυστικού Πάσχα». Και ως προς αυτό μας διανοίγει τους οφθαλμούς το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα και η υμνολογία της εορτής.

3. Στο πρώτο μέρος του Ευαγγελικού Αναγνώσματος λέγεται ότι ο Ιωσήφ ήταν «προσδεχόμενος τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ» και ήταν ο άνθρωπος που ενταφίασε το Χριστό σε πέτρινο τάφο και με λίθο έκλεισε τη θύρα του μνημείου. Στο δεύτερο μέρος του Αναγνώσματος οι Μυροφόρες «Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ Μαρία ἡ τοῦ Ἰακώβου καὶ Σαλώμη» έρχονται να περιποιηθούν τον κατ᾽ αυτές νεκρό, κατά τα νεκρικά έθιμα, και απαντούν τον άγγελο, ο οποίος τίς πληροφορεί την έγερση του Χριστού, και τίς δίδεται η εντολή να υπενθυμίσουν στους Μαθητές ότι πρέπει να πορευθούν στη Γαλιλαία, για να συναντήσουν τον Αναστάντα «καθὼς εἶπεν ὑμῖν». Το ίδιο λέγεται από τον ίδιο το Χριστό λίγο αργότερα, που τον απαντούν, κατά τη διήγηση του Ματθαίου και του Μάρκου (κεφ. 16). Η υπόμνηση ότι ο Πέτρος, που τον είχε ήδη αρνηθεί τρις, και οι άλλοι δέκα Μαθητές εκαλούντο να τον συναντήσουν στη Γαλιλαία καταγράφεται από το Μάρκο στο κεφ. 14, 27-29: «καὶ λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς ὅτι Πάντες σκανδαλισθήσεσθε ἐν ἐμοὶ ἐν τῇ νυκτὶ ταύτῃ· ὅτι γέγραπται, πατάξω τὸν ποιμένα καὶ διασκορπισθήσονται τὰ πρόβατα· ἀλλὰ μετὰ τὸ ἐγερθῆναί με προάξω ὑμᾶς εἰς τὴν Γαλιλαίαν. ὁ δὲ Πέτρος ἔφη αὐτῷ· Καὶ εἰ πάντες σκανδαλισθήσονται, ἀλλ᾽ οὐκ ἐγώ».

4. Μετά από πολλά και πολλές θεοφάνειες του Αναστάντος σε πολλούς οι Μαθητές θα πάρουν την άγουσα προς Γαλιλαία και θα τον απαντήσουν οι ένδεκα, όπως περιγράφεται το γεγονός από το Μάρκο, όπου τους μάλωσε για την απιστία και συγχρόνως τους έδωσε την εντολή για το βάπτισμα των πιστευόντων, επισημαίνοντας και τα σημεία, τα χαρίσματα των πιστών, κεφ. 16, 14-17: «Ὕστερον ἀνακειμένοις αὐτοῖς τοῖς ἕνδεκα ἐφανερώθη καὶ ὠνείδισε τὴν ἀπιστίαν αὐτῶν καὶ τὴν σκληροκαρδίαν, ὅτι τοῖς θεασαμένοις αὐτὸν ἐγηγερμένον οὐκ ἐπίστευσαν. καὶ εἶπεν αὐτοῖς· Πορευθέντες εἰς τὸν κόσμον ἅπαντα κηρύξατε τὸ εὐαγγέλιον πάσῃ τῇ κτίσει. ὁ πιστεύσας καὶ βαπτισθεὶς σωθήσεται, ὁ δὲ ἀπιστήσας κατακριθήσεται· σημεῖα δὲ τοῖς πιστεύσασι ταῦτα παρακολουθήσει· ἐν τῷ ὀνόματί μου δαιμόνια ἐκβαλοῦσι· γλώσσαις λαλήσουσι καιναῖς...».

 

Β. 1. Κέντρο του κηρύγματος της Αποστολικής κοινότητας σε μία συνέχεια με την προφητική μαρτυρία είναι η πίστη ότι ο Χριστός είναι ο Θεός, ο Υιός και Λόγος του Θεού Πατρός, αυτός που ενεργεί την εις ημάς Θεία Οικονομία, αυτός που δημιούργησε τον κόσμο, που αποκαλύφθηκε στους Προφήτες, ο αυτός και στους Μαθητές και τον Ισραήλ ενσάρκως, ο αυτός και Αναστάς και Κύριος της Δόξης και αεί ερχόμενος κρίνων τον κόσμο (Στιχηρό Αναστάσιμο γ´ της Οκτωήχου, ἦχος β´: «Σὺν Ἀρχαγγέλοις ὑμνήσωμεν, Χριστοῦ τὴν Ἀνάστασιν· αὐτὸς γὰρ Λυτρωτής ἐστι, καὶ Σωτὴρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν, καὶ ἐν δόξῃ φοβερᾷ καὶ κραταιᾷ δυνάμει, πάλιν ἔρχεται, κρῖναι κόσμον ὃν ἔπλασεν»). Δεν πρόκειται για μία πίστη ατομικής αποκλειστικότητας, πρόκειται για την πίστη που αφορά σε όλο το ανθρώπινο γένος και σ᾽ όλη την κτίση, απ᾽ αρχής κόσμου, για ένα εκκλησιασμό της συμπαντικής πραγματικότητας, «Πορευθέντες εἰς τὸν κόσμον ἅπαντα κηρύξατε τὸ εὐαγγέλιον πάσῃ τῇ κτίσει». Γι᾽ αυτό είναι παράτερο να μιλάμε για καλή απιστία του Θωμά, όπως επίσης να κουβεντιάζουμε ανοήτως για τη θέση των γυναικών στην Εκκλησία, υποβαθμίζοντες και διακρίνοντες τη σωτηρία των ανθρώπων και το Θεό σε είδωλο. Ο Χριστός εμφανίζεται πρώτα στις γυναίκες, γιατί στον Ισραήλ το Πρωτευαγγέλιο έχει κέντρο τη γυναίκα, τη ζωή, με όλα τα σχετικά που έχω ήδη εκθέσει.

2. Γι᾽ αυτό η εορτή συνοψίζεται στον Κανόνα γ´, Ωδή ή, των Μυροφόρων, ἦχος β´, με τον Ειρμό και τα εννέα τροπάρια, ως συνοπτική περιγραφή του Μυστηρίου της Θείας Οικονομίας και της μαρτυρίας της Αναστάσεως από τη χορεία των Αποστόλων, ανδρών και γυναικών αδιακρίτως: «Τὸν ἐν τῇ βάτῳ Μωσεῖ, τῆς Παρθένου τὸ θαῦμα, ἐν Σιναίῳ τῷ ὄρει προτυπώσαντα ποτέ, ὑμνεῖτε, εὐλογεῖτε, καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας», και τα τροπάρια: «-Αἱ τοῦ ἡλίου αὐγαί, συνεστέλλοντο φόβῳ, τῶν Χριστοῦ παθημάτων, καὶ ἀνίσταντο νεκροί, καὶ ὄρη ἐκλονεῖτο, καὶ ἐδονεῖτο ἡ γῆ, καὶ ᾍδης ἐγυμνοῦτο. -Οἱ ἐν καμίνῳ ποτέ, τρισμακάριοι Παῖδες, ἀνυψοῦντες τὰς χεῖρας, προετύπουν ἀγαθέ, τὸν ἄχραντον Σταυρόν σου, δι᾽ οὗ καθεῖλες Χριστέ, ἐχθροῦ τὴν δυναστείαν. -Ὦ Ἰουδαῖοι τυφλοί, πλάνοι καὶ παραβάται, οἱ Χριστοῦ τῇ Ἐγέρσει, ἀπειθοῦντες ὡς ψευδεῖ; τί ἄπιστον ὁρᾶτε; ὅτι ἀνέστη Χριστός, ὁ τοὺς νεκροὺς ἐγείρας; -Ὦ Ἰουδαῖοι ἐχθροί, κἂν ἡμῖν ἀπιστεῖτε, τοὺς ὑμῶν στρατιώτας, ἐρωτήσατε ὑμεῖς, τί ἔπαθον ἐκεῖνοι; τίς ὁ κυλίσας χερσί, τὸν λίθον τοῦ μνημείου; -Τίς ὁ ξηράνας συκῆν; τίς δὲ τὴν ξηρανθεῖσαν, ἰασάμενος χεῖρα; τίς ὁ χορτάσας ποτέ, τὰ πλήθη ἐν ἐρήμῳ; εἰμὴ Χριστὸς ὁ Θεός, ὁ τοὺς νεκροὺς ἐγείρας. -Τίς ὁ φωτίσας τυφλούς, καὶ λεπροὺς ἐκκαθάρας, καὶ χωλοὺς ἀνορθώσας, καὶ πεζεύσας ὡς ξηράν, τὴν θάλασσαν ἀβρόχως; εἰ μὴ Χριστὸς ὁ Θεός, ὁ τοὺς νεκροὺς ἐγείρας. -Τίς ὁ ἐγείρας νεκρόν, τεταρταῖον ἐκ τάφου, καὶ τῆς χήρας τὸν υἱόν; τίς ὁ σφίγξας ὡς Θεός, παράλυτον ἐν κλίνῃ; εἰ μὴ Χριστὸς ὁ Θεός, ὁ τοὺς νεκροὺς ἐγείρας. -Κράζει ὁ λίθος αὐτός, αἱ σφραγῖδες βοῶσιν, ἃς ὑμεῖς ἐπιθέντες, κατεστήσατε φρουροὺς φυλάσσοντας τὸ μνῆμα. -Ὄντως ἀνέστη Χριστός, καὶ ζῇ εἰς τοὺς αἰῶνας. Ὄντως ἀνέστη Χριστός, ἐσκυλεύθη ὁ ᾍδης, ἐνεκρώθη ὁ ὄφις, ἐλυτρώθη ὁ Ἀδάμ, ἐσώθησαν οἱ κάτω. Τί ἀπιστεῖτε λοιπόν, ἐχθροὶ καὶ παραβάται».

3. Από τον προτεσταντικό κόσμο προέκυψαν όλες οι συζητήσεις περί της θέσεως των γυναικών στην Εκκλησία, από ανθρώπους που δεν γνωρίζουν τη ζωή της Εκκλησίας και το διακονικό χαρακτήρα του εκκλησιασιαστικού βίου εν τω συνόλω. Η αστεία οπτική, και συγχρόνως τραγική, του θέματος κατέληξε στο να διακηρύσσονται θέσεις περί αναβαθμίσεως της γυναικείας παρουσίας στην Εκκλησία προερχόμενες συνήθως από ανθρώπους νάρκισσους, χειριστικούς και άκρως ιδιοτελείς, οι οποίοι, έκαστος κατά τον εαυτόν βίο και ίδιον τρόπο, χειρίζονται και την πίστη και τη ζωή της Εκκλησίας, αλλά και τον άνθρωπο, τουτέστιν ως παράσταση, θέατρο, παίγνιο και είδωλο.

 

Αποστολικό Ανάγνωσμα: Πράξ. στ´, 1-7: «1 Ἐν δὲ ταῖς ἡμέραις ταύταις πληθυνόντων τῶν μαθητῶν ἐγένετο γογγυσμὸς τῶν Ἑλληνιστῶν πρὸς τοὺς Ἑβραίους, ὅτι παρεθεωροῦντο ἐν τῇ διακονίᾳ τῇ καθημερινῇ αἱ χῆραι αὐτῶν. 2 προσκαλεσάμενοι δὲ οἱ δώδεκα τὸ πλῆθος τῶν μαθητῶν εἶπον· Οὐκ ἀρεστόν ἐστιν ἡμᾶς καταλείψαντας τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ διακονεῖν τραπέζαις. 3 ἐπισκέψασθε οὖν, ἀδελφοί, ἄνδρας ἐξ ὑμῶν μαρτυρουμένους ἑπτά, πλήρεις Πνεύματος ἁγίου καὶ σοφίας, οὓς καταστήσομεν ἐπὶ τῆς χρείας ταύτης· 4 ἡμεῖς δὲ τῇ προσευχῇ καὶ τῇ διακονίᾳ τοῦ λόγου προσκαρτερήσομεν. 5 καὶ ἤρεσεν ὁ λόγος ἐνώπιον παντὸς τοῦ πλήθους· καὶ ἐξελέξαντο Στέφανον, ἄνδρα πλήρη πίστεως καὶ Πνεύματος ἁγίου, καὶ Φίλιππον καὶ Πρόχορον καὶ Νικάνορα καὶ Τίμωνα καὶ Παρμενᾶν καὶ Νικόλαον προσήλυτον Ἀντιοχέα, 6 οὓς ἔστησαν ἐνώπιον τῶν ἀποστόλων, καὶ προσευξάμενοι ἐπέθηκαν αὐτοῖς τὰς χεῖρας. 7 καὶ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ηὔξανε, καὶ ἐπληθύνετο ὁ ἀριθμὸς τῶν μαθητῶν ἐν Ἱερουσαλὴμ σφόδρα, πολύς τε ὄχλος τῶν ἱερέων ὑπήκουον τῇ πίστει».

 

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: Μάρκ. ιε´, 42- ιστ´, 8: «43 ἐλθὼν Ἰωσὴφ ὁ ἀπὸ Ἀριμαθαίας, εὐσχήμων βουλευτής, ὃς καὶ αὐτὸς ἦν προσδεχόμενος τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, τολμήσας εἰσῆλθε πρὸς Πιλᾶτον καὶ ᾐτήσατο τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ. 44 ὁ δὲ Πιλᾶτος ἐθαύμασεν εἰ ἤδη τέθνηκε, καὶ προσκαλεσάμενος τὸν κεντυρίωνα ἐπηρώτησεν αὐτὸν εἰ πάλαι ἀπέθανε· 45 καὶ γνοὺς ἀπὸ τοῦ κεντυρίωνος ἐδωρήσατο τὸ σῶμα τῷ Ἰωσήφ. 46 καὶ ἀγοράσας σινδόνα καὶ καθελὼν αὐτὸν ἐνείλησε τῇ σινδόνι καὶ κατέθηκεν αὐτὸν ἐν μνημείῳ ὃ ἦν λελατομημένον ἐκ πέτρας, καὶ προσεκύλισε λίθον ἐπὶ τὴν θύραν τοῦ μνημείου. 47 ἡ δὲ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ Μαρία Ἰωσῆ ἐθεώρουν ποῦ τίθεται. - 1 Καὶ διαγενομένου τοῦ σαββάτου Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ Μαρία ἡ τοῦ Ἰακώβου καὶ Σαλώμη ἠγόρασαν ἀρώματα ἵνα ἐλθοῦσαι ἀλείψωσιν αὐτόν. 2 καὶ λίαν πρωῒ τῆς μιᾶς σαββάτων ἔρχονται ἐπὶ τὸ μνημεῖον, ἀνατείλαντος τοῦ ἡλίου. 3 καὶ ἔλεγον πρὸς ἑαυτάς· Τίς ἀποκυλίσει ἡμῖν τὸν λίθον ἐκ τῆς θύρας τοῦ μνημείου; 4 καὶ ἀναβλέψασαι θεωροῦσιν ὅτι ἀποκεκύλισται ὁ λίθος· ἦν γὰρ μέγας σφόδρα. 5 καὶ εἰσελθοῦσαι εἰς τὸ μνημεῖον εἶδον νεανίσκον καθήμενον ἐν τοῖς δεξιοῖς, περιβεβλημένον στολὴν λευκήν, καὶ ἐξεθαμβήθησαν. 6 ὁ δὲ λέγει αὐταῖς· Μὴ ἐκθαμβεῖσθε· Ἰησοῦν ζητεῖτε τὸν Ναζαρηνὸν τὸν ἐσταυρωμένον· ἠγέρθη, οὐκ ἔστιν ὧδε· ἴδε ὁ τόπος ὅπου ἔθηκαν αὐτόν. 7 ἀλλ᾽ ὑπάγετε εἴπατε τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ καὶ τῷ Πέτρῳ ὅτι προάγει ὑμᾶς εἰς τὴν Γαλιλαίαν· ἐκεῖ αὐτὸν ὄψεσθε, καθὼς εἶπεν ὑμῖν. 8 καὶ ἐξελθοῦσαι ἔφυγον ἀπὸ τοῦ μνημείου· εἶχε δὲ αὐτὰς τρόμος καὶ ἔκστασις, καὶ οὐδενὶ οὐδὲν εἶπον· ἐφοβοῦντο γάρ».

Τρίτη 14 Απριλίου 2026

 

Κυριακὴ Β´ ἀπὸ τοῦ Ἁγίου Πάσχα- Ἀντίπασχα, Ἡ ψηλάφησις τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Θωμᾶ, 19 Απριλίου 2026 (5/5/2019), (Αριθμ. 14Β)

 

Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ.

 

Α. 1. Τα σημερινά Αναγνώσματα[1] συνδυάζουν δύο ορόσημα της εκκλησιαστικής μας ζωής, την Ανάσταση του Χριστού, η οποία αποτελεί, εξάλλου, και τον ιστό του λειτουργικού λόγου της Εκκλησίας, αλλά και την πρώτη ιεραχική συγκρότηση της Αποστολικής κοινότητας με τη διάκριση των χαρισμάτων των μελών της με επικεφαλής τη σύναξη των Αγίων Αποστόλων. Όλη η περίοδος από το βράδυ της Ανάστασης μέχρι τη Δευτέρα της Πεντηκοστής αποτελεί λειτουργικά μία ενότητα, όπως επισημαίνεται και με τον ενιαίο τίτλο του λειτουργικού βιβλίου (Πεντηκοστάριο), που περιέχει γι᾽ αυτήν την περίοδο τη λειτουργική και υμνολογική πράξη της Εκκλησίας. Το δεύτερο χαρακτηριστικό της περιόδου είναι ότι τα Ευαγγελικά Αναγνώσματα προέρχονται από το Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο, το οποίο ονομάζεται, κατά τον Άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, και «πνευματικό» Ευαγγέλιο, επειδή τονίζεται στην καταγραφή του η Θεότητα του Χριστού, ακολουθώντας ο Άγιος Νικόδημος επ᾽ αυτού τον Άγιο Γρηγόριο το Θεολόγο, όπως έχουμε ήδη σημειώσει. Εξάλλου, η ζωή της Εκκλησίας είναι γεγονός πνευματικό, όχι ως φρασεολογία μιας εκφοράς ατομικής εμπειρίας και απροσδιορίστου βιώματος, αλλά ως μαρτυρία εν Αγίω Πνεύματι περί του Αναστάντος Χριστού μετά πάντων των Αγίων. Υπ᾽ αυτήν την ερμηνευτική πρόταση η Εκκλησία εμποτίζει τη λειτουργική της πράξη με τη μαρτυρία της αυτή με τα Αναστάσιμα Τροπάρια- Απολυτίκια, Θεοτοκία, τις Υπακοές των οκτώ ήχων, που επαναλαμβάνονται κάθε οκτώ εβδομάδες και κατά τη διάρκεια του έτους, αρχής γενομένης από το Απολυτίκιο του πρώτου ήχου, ως συμπερίληψης πάσης της γενομένης της εις ημάς Θείας Οικονομίας: «Δόξα τῇ Ἀναστάσει Σου, Χριστέ, δόξα τῇ βασιλείᾳ Σου, δόξα τῇ οἰκονομίᾳ Σου, μόνε φιλάνθρωπε», πράγμα που σημαίνει ότι τίποτα στην Εκκλησία δεν προτείνεται ανεξάρτητα από το Μυστήριο της Αποκαλύψεως του Θεού από κτίσεως κόσμου, έτσι όπως υμνολογικά εκφέρεται με τις εννέα Ωδές, σε κάθε Kανόνα, συνδυάζοντας την ομολογία στον Τριαδικό Θεό, το μυστήριο της Θείας Οικονομίας του Υιού και Λόγου του Θεού Πατρός και τη μαρτυρία της Υπεραγίας Θεοτόκου. Ερμηνευτικά η περίοδος του Τριωδίου και του Πεντηκοσταρίου, όπως διαμορφώθηκε υμνολογικά, κυρίως, τον όγδοο και ένατο αιώνα αντιμετωπίζει τις τελευταίες προκλήσεις διάβρωσης του μυστηρίου της Ενανθρωπήσεως του Λόγου αλλά και τη βαθμιαία εκφανθείσα πρόκληση του Filioque, όπως και τις συνέπειες αυτής της πρόκλησης στη ζωή των χριστιανών, ανεξάρτητα που η σύγκρουση θα κορυφωθεί με την αμφισβήτηση του ησυχαστικού βίου τον 14ο αι. Εξάλλου, ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, όχι απλώς απηχεί αυτήν την ερμηνευτική γραμμή, αλλά και την επικαλείται ως κριτήριο ελέγχου της Ορθοδόξου πίστεως[2].

2. Τα Αναγνώσματα της πρώτης Κυριακής μετά την Ανάσταση είναι σε μία συνέχεια με τις θεοσημίες της Μεγάλης Εβδομάδος με αποκορύφωμα το γεγονός της Ανάστασης. Πρόκειται για την εκ των υστέρων καταγραφή γεγονότων της κοινότητος των Αποστόλων από ένα αυτόπτη μάρτυρα και μαθητή του Χριστού, τον Ευαγγελιστή Ιωάννη, ως προς το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα και ένα απόσπασμα από τις Πράξεις των Αποστόλων, για το Αποστολικό Ανάγνωσμα, ένα βιβλίο που γράφτηκε από τον Ευαγγελιστή Λουκά, γιατρό και συνοδό του Απόστολου Παύλου, Ελληνικής καταγωγής, με την έννοια ότι προήρχετο από ειδωλολατρικό περιβάλλον. Αυτό, βέβαια, είναι μία γενική πληροφορία, που κατά τη γνώμη μου παραθεωρεί τα ιστορικά συμφραζόμενα της συγκρότησης της Αποστολικής Εκκλησίας. Όπως έχω ήδη αναφέρει οι Εβραίοι εκτός Ιεροσολύμων ήταν οργανωμένοι σε κοινότητες με κέντρο τη Συναγωγή, της οποίας μέλη ήταν και οι προσήλυτοι. Οι Απόστολοι άρχιζαν το κήρυγμα, όπου κι αν πήγαιναν, από τις τοπικές Συναγωγές. Διαβάζοντας κανείς το Ευαγγέλιο του Λουκά, ιδίως τα πρώτα τρία κεφάλαια, όπως επίσης το τελευταίο κεφάλαιο των Πράξεων, διαπιστώνουμε ότι αποκομίζεται μία ατμόσφαιρα γνώσεως της παραδόσεως της Παλαιάς Διαθήκης, που συνάδει με γνώση κάποιου προσήλυτου και η παρουσία του είτε στις Συναγωγές, είτε σε συζητήσεις με Ιουδαίους, όπως στη Ρώμη. Εξάλλου, ως ακόλουθος του Αποστόλου Παύλου ο Ευαγγελιστής Λουκάς θα ήταν πολύ δύσκολο να τον παρακολουθεί, εάν δεν είχε καθόλου γνώση του παλαιοδιαθηκικού υποβάθρου του. Σημειώνω εν παρενθέσει ότι το κήρυγμα του Αποστόλου Παύλου έχει ένα διττό χαρακτήρα, απευθύνεται μεν προς τους κατά σάρκα Εβραίους, αλλά συγχρόνως μέσω των προσηλύτων ανοίγεται προς τα έθνη και προς όλο τον κόσμο.

 

Β.1. Το κοινό σημείο των δύο Αναγνωσμάτων είναι η λέξη «σημεία». Στο μεν Αποστολικό Ανάγνωσμα τα «σημεία» ενεργούνται από τους Αποστόλους, ενώ στο Ευαγγελικό Ανάγνωσμα τα «σημεία» ενεργούνται από τον Αναστάντα Χριστό. Tο πρώτο «σημείο», επαναλαμβανόμενο στην Ευαγγελική περικοπή δύο φορές, του Αναστάντος Χριστού είναι η εμφάνισή του σε κλειστό χώρο με κλειστές θύρες, «τῶν θυρῶν κεκλεισμένων», τη δεύτερη για χάρη του Θωμά, που απουσίαζε κατά την πρώτη εμφάνιση. Στο Απολυτίκιο της ημέρας λέγεται ότι η εμφάνιση του Χριστού με κλειστές τις θύρες συνιστά την αρχή, τον εγκαινισμό του έργου του Αγίου Πνεύματος, είναι, δηλαδή, η περιόδος που οι Μαθητές προετοιμάζονται για την εν Πνεύματι πορεία της Εκκλησίας, η οποία περιλαμβάνει όλους (ἡ πάντων ἀνάστασις), τους Μαθητές αλλά και όλους (ἡμῖν): ἦχος βαρύς: «Ἐσφραγισμένου τοῦ μνήματος ἡ ζωὴ ἐκ τάφου ἀνέτειλας Χριστὲ ὁ Θεός, καὶ τῶν θυρῶν κεκλεισμένων, τοῖς Μαθηταῖς ἐπέστης ἡ πάντων ἀνάστασις, πνεῦμα εὐθὲς δι᾽ αὐτῶν ἐγκαινίζων ἡμῖν, κατὰ τὸ μέγα σου ἔλεος». Γι᾽ αυτό στο πρώτο στιχηρό ιδιόμελο του Μεγάλου Εσπερινού της εορτής υπάρχει η υπόμνηση να πορευτούν οι Μαθητές στην Ιερουσαλήμ: ἦχος α´: «Τῶν θυρῶν κεκλεισμένων τῶν Μαθητῶν συνηθροισμένων, εἰσῆλθες ἄφνω παντοδύναμε, Ἰησοῦ, ὁ Θεὸς ἡμῶν, καὶ στὰς ἐν μέσῳ αὐτῶν, εἰρήνην δούς, ἐπλήρωσας ἁγίου Πνεύματος, προσμένειν τε προσέταξας, καὶ μηδαμοῦ χωρίζεσθαι ἀπὸ Ἱερουσαλήμ, ἕως οὗ ἐνδύσωνται τὴν ἐξ ὕψους δύναμιν· διὸ βοῶμέν σοι· ὁ φωτισμός, καὶ ἡ ἀνάστασις, καὶ ἡ εἰρήνη ἡμῶν, δόξα σοι».

2. Συνήθως γίνεται λόγος για την «καλή απιστία» του Θωμά υποβιβάζοντας το μυστήριο της Θείας Οικονομίας σε ένα λόγο περί αποδοχής ή μη του θαύματος. Όμως, άλλος είναι ο σκοπός του προβληματισμού του Θωμά, όπως ακούμε στο ενδέκατο στιχηρό ιδιόμελο του Μεγάλου Εσπερινού της εορτής: Ο Θωμάς απουσιάζει στην πρώτη συνάντηση «οἰκονομικῶς», ώστε να λυθεί κάθε αμφιβολία για την πραγματικότητα της Ενανθρωπήσεως του Λόγου και την πραγματική Ανάσταση, που είναι ο ίδιος ο Θεός του Ισραήλ, όπως λέγεται στο Εισοδικό της εορτής: «Ἐν Ἐκκλησίαις εὐλογεῖτε τὸν Θεόν, Κύριον ἐκ πηγῶν Ἰσραήλ». Πρόκειται για την πιστοποίηση, ή ομολογία του μυστηρίου της Θείας Ενανθρωπήσεως, ότι ο Δεσπότης αληθώς ενηνθρώπησε και δεν ήταν απλώς κατά φαντασία, «πνεύμα», αλλά είχε σάρκα και οστά και ότι τα πάθη ήταν πραγματικά και ότι έπαθε δι᾽ ημάς ἑκουσίως: ἦχος πλ. β´: «Τῶν θυρῶν κεκλεισμένων, ἐπέστης Χριστὲ πρὸς τοὺς Μαθητάς. Τότε ὁ Θωμᾶς, οἰκονομικῶς οὐχ εὑρέθη μετ᾽ αὐτῶν· ἔλεγε γάρ· οὐ μὴ πιστεύσω, ἐὰν μὴ ἴδω κἀγὼ τόν Δεσπότην, ἴδω τὴν πλευράν· ὅθεν ἐξῆλθε τὸ αἷμα, τὸ ὕδωρ, τὸ βάπτισμα, ἴδω τὴν πληγήν, ἐξ ἧς ἰάθη τὸ μέγα τραῦμα ὁ ἄνθρωπος, ἴδω, πῶς οὐκ ἦν, ὡς πνεῦμα, ἀλλὰ σάρξ καὶ ὀστέα, ὁ τὸν θάνατον πατήσας, καὶ Θωμᾶν πληροφορήσας, Κύριε, δόξα σοι». Στην Ευαγγελική περικοπή ο Χριστός μετά το χαιρετισμό «Εἰρήνη ὑμῖν» και την υπόμνηση ότι ενεργεί ως άγγελος του ουράνιου Πατέρα: «καθὼς ἀπέσταλκέ με ὁ πατήρ, κἀγὼ πέμπω ὑμᾶς», εμφυσά στους Μαθητές λέγοντάς τους «Λάβετε Πνεῦμα Ἅγιον»·

3. Στην ερμηνευτική Θεολογία της Εκκλησίας λέμε ότι το πρόσωπο που ενεργεί την Αποκάλυψη του Τριαδικού Θεού είναι ο Λόγος, αποκαλυπτόμενος άσαρκος στους Προφήτες, ένσαρκος στους Μαθητές, ο αυτός Δημιουργός και ανακαινιστής του ανθρώπινου γένους. Είναι ο αυτός που ενεφύσησε πνοή ζωής στη δημιουργία του ανθρώπου και εμφυσά εκ νέου, αποκαλύπτει, δηλαδή, το Άγιο Πνεύμα καλώντας τους Μαθητές εις θεογνωσία Πνευματικώς, και γι᾽ αυτό και Πνευματικώς ορώμενος και αοράτως συνών εν τη Θεία Ευχαριστία ο Αναστάς Κύριος της Δόξης. Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης σημειώνει ότι ο Χριστός «Πολλὰ μὲν οὖν καὶ ἄλλα σημεῖα ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς ἐνώπιον τῶν μαθητῶν αὐτοῦ, ἃ οὐκ ἔστι γεγραμμένα ἐν τῷ βιβλίῳ τούτῳ», και έρχεται το Αποστολικό Ανάγνωσμα να καταγράψει το πλήθος των θαυμάτων που ενεργούσαν οι Μαθητές μετά τη συναγωγή τους στα Ιεροσόλυμα, όπως επίσης και τις αντιδράσεις των Σαδδουκαίων. Μάλιστα καταγράφεται η απελευθέρωσή τους από τη φυλακή με διάνοιξη των θυρών υπό αγγέλου, ένα παράλληλο περιστατικό με την εμφάνιση του Χριστού «τῶν θυρῶν κεκλεισμένων», ως προδήλωση της Πεντηκοστής.

4. Οι πενήντα μέρες που ακολουθούν την Ανάσταση αποτελούν μαρτυρία της προετοιμασίας των Μαθητών για την έλευση του Αγίου Πνεύματος και τη δυνατότητα μόνιμης θέωσης του ανθρώπινου γένους.

 

Αποστολικό Ανάγνωσμα: Πράξ. ε´, 12-20: «12 Διὰ δὲ τῶν χειρῶν τῶν ἀποστόλων ἐγίνετο σημεῖα καὶ τέρατα ἐν τῷ λαῷ πολλά· καὶ ἦσαν ὁμοθυμαδὸν ἅπαντες ἐν τῇ στοᾷ Σολομῶντος· 13 τῶν δὲ λοιπῶν οὐδεὶς ἐτόλμα κολλᾶσθαι αὐτοῖς, ἀλλ᾽ ἐμεγάλυνεν αὐτοὺς ὁ λαός· 14 μᾶλλον δὲ προσετίθεντο πιστεύοντες τῷ Κυρίῳ πλήθη ἀνδρῶν τε καὶ γυναικῶν, 15 ὥστε κατὰ τὰς πλατείας ἐκφέρειν τοὺς ἀσθενεῖς καὶ τιθέναι ἐπὶ κλινῶν καὶ κραβάττων, ἵνα ἐρχομένου Πέτρου κἂν ἡ σκιὰ ἐπισκιάσῃ τινὶ αὐτῶν. 16 συνήρχετο δὲ καὶ τὸ πλῆθος τῶν πέριξ πόλεων Ἱερουσαλήμ φέροντες ἀσθενεῖς καὶ ὀχλουμένους ὑπὸ πνευμάτων ἀκαθάρτων, οἵτινες ἐθεραπεύοντο ἅπαντες. 17 Ἀναστὰς δὲ ὁ ἀρχιερεὺς καὶ πάντες οἱ σὺν αὐτῷ, ἡ οὖσα αἵρεσις τῶν Σαδδουκαίων, ἐπλήσθησαν ζήλου 18 καὶ ἐπέβαλον τὰς χεῖρας αὐτῶν ἐπὶ τοὺς ἀποστόλους, καὶ ἔθεντο αὐτοὺς ἐν τηρήσει δημοσίᾳ. 19 ἄγγελος δὲ Κυρίου διὰ τῆς νυκτὸς ἤνοιξε τὰς θύρας τῆς φυλακῆς, ἐξαγαγών τε αὐτοὺς εἶπε· 20 Πορεύεσθε καὶ σταθέντες λαλεῖτε ἐν τῷ ἱερῷ τῷ λαῷ πάντα τὰ ῥήματα τῆς ζωῆς ταύτης».

 

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: Ἰω. κ´, 19-31: «19 Οὔσης οὖν ὀψίας τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ τῇ μιᾷ σαββάτων, καὶ τῶν θυρῶν κεκλεισμένων ὅπου ἦσαν οἱ μαθηταὶ συνηγμένοι διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων, ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς καὶ ἔστη εἰς τὸ μέσον, καὶ λέγει αὐτοῖς· Εἰρήνη ὑμῖν. 20 καὶ τοῦτο εἰπὼν ἔδειξεν αὐτοῖς τὰς χεῖρας καὶ τὴν πλευρὰν αὐτοῦ. ἐχάρησαν οὖν οἱ μαθηταὶ ἰδόντες τὸν Κύριον. 21 εἶπεν οὖν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς πάλιν· Εἰρήνη ὑμῖν. καθὼς ἀπέσταλκέ με ὁ πατήρ, κἀγὼ πέμπω ὑμᾶς. 22 καὶ τοῦτο εἰπὼν ἐνεφύσησε καὶ λέγει αὐτοῖς· Λάβετε Πνεῦμα ἅγιον· 23 ἄν τινων ἀφῆτε τὰς ἁμαρτίας, ἀφίενται αὐτοῖς, ἄν τινων κρατῆτε, κεκράτηνται. 24 Θωμᾶς δὲ εἷς ἐκ τῶν δώδεκα ὁ λεγόμενος Δίδυμος, οὐκ ἦν μετ᾽ αὐτῶν ὅτε ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς. 25 ἔλεγον οὖν αὐτῷ οἱ ἄλλοι μαθηταί· Ἑωράκαμεν τὸν Κύριον. ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· Ἐὰν μὴ ἴδω ἐν ταῖς χερσὶν αὐτοῦ τὸν τύπον τῶν ἥλων, καὶ βάλω τὸν δάκτυλόν μου εἰς τὸν τύπον τῶν ἥλων, καὶ βάλω τὴν χεῖρά μου εἰς τὴν πλευρὰν αὐτοῦ, οὐ μὴ πιστεύσω. 26 Καὶ μεθ᾽ ἡμέρας ὀκτὼ πάλιν ἦσαν ἔσω οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ καὶ Θωμᾶς μετ᾽ αὐτῶν. ἔρχεται ὁ Ἰησοῦς τῶν θυρῶν κεκλεισμένων, καὶ ἔστη εἰς τὸ μέσον καὶ εἶπεν· Εἰρήνη ὑμῖν. 27 εἶτα λέγει τῷ Θωμᾷ· Φέρε τὸν δάκτυλόν σου ὧδε καὶ ἴδε τὰς χεῖράς μου, καὶ φέρε τὴν χεῖρά σου καὶ βάλε εἰς τὴν πλευράν μου, καὶ μὴ γίνου ἄπιστος, ἀλλὰ πιστός. 28 καὶ ἀπεκρίθη Θωμᾶς καὶ εἶπεν αὐτῷ· Ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου. 29 λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· Ὅτι ἑώρακάς με, πεπίστευκας· μακάριοι οἱ μὴ ἰδόντες καὶ πιστεύσαντες. 30 Πολλὰ μὲν οὖν καὶ ἄλλα σημεῖα ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς ἐνώπιον τῶν μαθητῶν αὐτοῦ, ἃ οὐκ ἔστι γεγραμμένα ἐν τῷ βιβλίῳ τούτῳ· 31 ταῦτα δὲ γέγραπται ἵνα πιστεύσητε ὅτι Ἰησοῦς ἐστιν ὁ Χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ, καὶ ἵνα πιστεύοντες ζωὴν ἔχητε ἐν τῷ ὀνόματι αὐτοῦ».



[1]. Δίδεται η ερμηνεία του σταθερού Αποστολικού Αναγνώσματος και όχι του Μάρτυρος.

[2]. Αναφέρω εδώ και πάλι τα κριτήρια της ερμηνευτικής και της πράξεως της Εκκλησίας, ως υπόβαθρο του κηρύγματος και της Θεολογίας: Ι. α) η Αγία Γραφή (Προφήτες- Απόστολοι), β) η βαπτισματική ομολογία του Τριαδικού Θεού κατά το Σύμβολο Νικαίας- Κωνσταντινουπόλεως ως σύνοψη της Αγίας Γραφής, συνέπειες στη ζωή της Εκκλησίας, γ) η συνοδική-Πατερική ερμηνεία των εγκρίτων Πατέρων επί των άρθρων του Συμβόλου της Πίστεως για το έργο του ενός και του αυτού Υιού και Λόγου του Θεού, δ) η συνοδική-Πατερική ερμηνεία των εγκρίτων Πατέρων επί των άρθρων του Συμβόλου της Πίστεως για το έργο του ενός και του αυτού Αγίου Πνεύματος, συγκροτούντος την Εκκλησία του σώματος του Χριστού, των αυτοπτών του Λόγου, Προφητών, Αποστόλων, Αγίων, ε) η λειτουργική πράξη κατά νηπτική μαρτυρία και συνοδική επιμαρτυρία, στ) η Εκκλησιαστική Ιστορία- δευτερεύουσες πηγές για την εκάστοτε διεξαγωγή των προσυνοδικών και μετασυνοδικών συζητήσεων.

ΙΙ. Η Εκκλησία ως χαρισματικά ιεραρχημένο σώμα κατά την ιστορική της πορεία.

ΙΙΙ. Το εκκλησιαστικό έθος (έθιμο) κατά τη μαρτυρία των Αγίων Πατέρων και όχι κατά χρησικτησία.

Κυριακή 12 Απριλίου 2026

 

ΦΙΛΟΚΑΛΙΚΗ ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ,

(Προδημοσίευση), 2026

ΔΕΣΠΩ ΑΘ. ΛΙΑΛΙΟΥ

Τόμος Α´

(ΜΕΡΟΣ Β´)

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 6

 

«Ὁ ἡσυχασμός τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ ὡς ἀναίρεση τῶν πελαγιανικῶν καὶ μεσσαλιανικῶν ἐκφράσεων στό χῶρο τῆς Bαλκανικῆς»[1]

Kαθ. Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου

 

I. Ἡ ἱστορία τῶν πελαγιανῶν καί τῶν μεσσαλιανῶν ἤ μασσαλιανῶν ἤ εὐχιτῶν μᾶς γυρίζει στά χρόνια τῆς Γ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, καθώς οἱ δύο αὐτές ὁμάδες εἶχαν συναντηθεῖ στήν περιοχή τῆς Ἀντιοχείας. Mικρή παρουσία εἶχαν καί στήν Kωνσταντινούπολη, ἰδίως μέ τή σύμπραξη κάποιων πελαγιανῶν, ὅπου προσπάθησαν νά ἐπισπάσουν τήν εὔνοια τοῦ Nεστορίου. Τό κοινό ἀμφοτέρων ἦταν ἡ παρεκκλησιαστική των ὀργάνωση καί οἱ ἀπόψεις των περί σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου. Φαίνεται ὅτι μετά τήν Γ΄ Οἰκουμενική συγχωνεύθηκαν καί ἀκολούθησαν κοινή μοίρα, τουλάχιστο κατά τό ἀνατολικό τμῆμα τῆς αὐτοκρατορίας. Oἱ Πατέρες τῆς Γ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἐξέδωκαν Ὅρον «Kατὰ τῶν δυσσεβῶν μεσσαλιανῶν ἤ γοῦν εὐχιτῶν[2]», τούς ὁποίους ὀνομάζουν καί ἐνθουσιαστές, πράγμα πού μᾶς παραπέμπει σέ μανιχαϊκές πρακτικές[3]. Ἐπίσης καταδίκασαν τό βιβλίο τους, «τὸ λεγόμενον παρ᾽ αὐτοῖς Ἀσκητικόν[4]». Ἡ ἴδια σύνοδος, ἐξάλλου, μέ τούς κανόνες α΄ καί δ΄ καταδικάζει τόν Kελέστιο, μαθητή τοῦ Πελαγίου, καί τούς ὀπαδούς του. Ὁ A. Louth[5] κατόρθωσε νά δώσει πολύ συμπυκνωμένα τίς ἀπώτατες κοινές προϋποθέσεις τῶν δύο αἱρέσεων μέ βάση τό γνωστικισμό των καί μάλιστα μέ σαφή διάκριση τῶν θεολογικῶν κατευθύνσεων τῶν Ἑλλήνων Πατέρων, πού θά συνοψισθοῦν ἀπό τόν ἅγ. Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ, καί ἐκείνων τοῦ ἱ. Aὐγουστίνου, ἀπό τίς ὁποῖες, μέσω Θωμᾶ Ἀκινάτη, προῆλθε βαθμιαῖα ὁ σχολαστικισμός[6].

Πλήν τοῦ γεγονότος τῆς ἀμφισβητήσεως τοῦ βαπτίσματος ἐν σχέσει μέ τό γεγονός τῆς πτώσεως τοῦ ἀνθρώπου, καθότι γιά τόν πελαγιανισμό καί τό μεσσαλιανισμό τό μέγιστο εἶναι ἡ βούληση τοῦ ἀνθρώπου καί ὄχι τό ἄκτιστο τῆς παρεχόμενης ὑπό τῆς Ἐκκλησίας σωτηρίας, ἐν τῆ πορεία καί κατά τούς χρόνους τοῦ ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ ἡ ἀπόρριψη ἀπό τούς μεσσαλιανούς τοῦ χαρακτήρα τῆς Ἐκκλησίας ὡς εὐχαριστιακῆς κοινότητος, τῆς εὐταξίας τῶν μελῶν τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος, τῆς εὐθύνης τῶν ἐπισκόπων καί τῆς συνοδικῆς λειτουργίας τῆς Ἐκκλησίας ἀποτελοῦσε ὄχι ἁπλῶς σχισματική ἀλλά ἄκρως διαβρωτική ἐνέργεια κατά τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας.

Oἱ μεσσαλιανοί, ταυτισμένοι μέ τούς παυλικιανούς, μεταφέρθηκαν ἀπό τήν Ἀρμενία καί τή Συρία στή Bαλκανική ἀπό τόν Kωνσταντίνο E΄ καί τόν Ἰωάννη Tσιμισκῆ καί μᾶς εἶναι γνωστοί ὡς βογόμιλοι[7]. Ἡ μεταφορά των ἔγινε γιά νά λειτουργήσουν ὡς προτείχισμα κατά τῶν ἐπιδρομῶν τῶν Bουλγάρων. Oἱ ἐγκαταστάσεις τους, ὅμως, στή Θράκη ἀπό τή Φιλιππούπολη μέχρι τό Παπίκιο ὄρος δέν πρέπει νά ἔφερε τά ἀναμενόμενα ἀποτελέσματα, ὡστόσο ἡ θρησκευτική ἀνοχή ἀπέναντί τους φαίνεται ὅτι δημιούργησε ἀναστάτωση στούς μοναχικούς κύκλους.

Ἔτσι ἦταν ἡ κατάσταση τήν ἐποχή πού ὁ ἅγ. Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ἀπεφάσισε νά ἐγκαταλείψει τήν Kωνσταντινούπολη, ἔχοντας κάνει σπουδές γραμματικῆς, ρητορικῆς καὶ Ἀριστοτελικῆς φιλοσοφίας, σύμφωνα μέ τό Λόγον εἰς τὸν ἐν ἁγίοις πατέρα ἡμῶν Γρηγόριον ἀρχιεπίσκοπον Θεσσαλονίκης τοῦ ἁγ. Φιλοθέου[8]. Mέ αὐτό τόν ἐξοπλισμό ἀλλά συγχρόνως ὄντας μέτοχος τῆς νηπτικῆς παράδοσης τῆς Ἐκκλησίας ἀπό τό οἰκογενειακό του περιβάλλον εἶχε τίς προϋποθέσεις νά ἀντιληφθεῖ τίς συζητήσεις μοναχῶν καί οὑμανιστῶν. Τό 1316 ὁλόκληρη ἡ οἰκογένεια ἀποφασίζει νά μονάσει, ἡ μάννα καί οἱ ἀδελφές στήν Kωνσταντινούπολη, ἐνῶ τά ἀδέλφια Γρηγόριος, Mακάριος καί Θεοδόσιος στό Ἅγιο Ὄρος, μᾶλλον μέ τήν καθοδήγηση τοῦ Θεολήπτου Φιλαδελφείας, ὁ ὁποῖος εἶχε εἰσαγάγει τόν ἅγ. Γρηγόριο στήν ἄσκηση τῆς νοερᾶς προσευχῆς[9].

Σύμφωνα μέ τόν ἅγ. Φιλόθεο Kόκκινο ὁ ἅγ. Γρηγόριος μέ τά ἀδέλφια του σταμάτησαν γιά κάποιους μῆνες στά μοναστήρια τοῦ Παπικίου, ὅπου ἀσκήτευαν μοναχοί πού εἶχαν ἐπηρεασθεῖ ἀπό τό μεσσαλιανισμό[10]. Προφανῶς πρόκειται γιά βογομίλους ἤ γιά μοναχούς βογομίλους, ἤτοι «θεοφίλους», οἱ ὁποῖοι προήρχοντο ἀπό τούς κατοίκους τῆς περιοχῆς, πού, ὅπως προαναφέρθηκε, εἶχαν μεταφερθεῖ στή Θράκη. Σύμφωνα πάλι μέ τίς πληροφορίες πού δίδει ὁ ἅγ. Φιλόθεος ὁ ἅγ. Γρηγόριος εἶχε συζητήσεις μαζί τους περί τῆς νοερᾶς προσευχῆς. Oἱ βογόμιλοι ἀρκοῦνταν στό «Πάτερ ἡμῶν», πού ἔλεγαν ἑπτά φορές τήν ἡμέρα καί πέντε φορές τή νύχτα[11]. Φαίνεται ὅτι ὁ ἅγ. Γρηγόριος ἔφερε σέ ἐπαφή κάποιους ἀπό τούς προεστῶτες τους μέ τούς μοναχικούς κύκλους τῆς Kωνσταντινούπολης καί δημιούργησε γι᾽ αὐτό δυσαρέσκεια[12]. Ἡ πληροφορία τοῦ ἁγ. Φιλοθέου ὅτι κάποιοι προσπάθησαν νά τόν δηλητηριάσουν δέν ἐπιβεβαιώνεται ἀπό ἄλλη πηγή[13]. Τό βέβαιο εἶναι ὅτι οἱ βογόμιλοι ἔπαιξαν ἕνα φυγόκεντρο ρόλο καί πνευματικά ἔμειναν ξένοι πρός τήν Kωνσταντινούπολη. Ἡ διέλευση τοῦ ἁγ. Γρηγορίου ἀπό τό Παπίκιο δεν δικαιολογεῖ τήν ὑποψία γιά δῆθεν ἐπίδραση πού δέχθηκε ὁ ἅγ. Γρηγόριος ἀπό τούς βογόμιλους μοναχούς τοῦ Παπικίου.

 

II. Ὁ Bαρλαάμ, πού κατηγόρησε τόν ἅγ. Γρηγόριο γιά μεσσαλιανισμό[14], δέν εἶχε ἐνστάσεις μόνο γιά τίς θεολογικές προτάσεις τοῦ ἁγ. Γρηγορίου ἀλλά καί γιά τήν ἡσυχαστική μέθοδο προσευχῆς ἀπό σύγχυση μέ ἐκείνη τῶν μεσσαλιανῶν, ἀσφαλῶς μέ παράλληλη ἁπλούστευση τοῦ σκοποῦ τῆς νοερᾶς προσευχῆς.

Ἡ ἄποψη τοῦ μακαριστοῦ π. Ἰω. Meyendorff ὅτι «ὁ βογομιλισμός καὶ ὁ ἡσυχασμός, πού στά Bαλκάνια εἶχαν ἁπλωθεῖ σέ κοινωνικά πολύ παρόμοιους κύκλους, ἴσως εἶχαν χαρακτηριστικά πνευματικότητος κοινά[15]» καὶ ὅτι «βρίσκονταν ὅμως σέ βασική ἀντίθεση ὅταν γινόταν λόγος γιά τά παραδοσιακά δόγματα τῆς Ἐκκλησίας, στά ὁποῖα οἱ ὀρθόδοξοι ἡσυχαστές παρέμειναν γνήσια προσκολλημένοι», εἶναι πολύ ἐπιφανειακή, γιατί οἱ ἡσυχαστές δέν ἀποτελοῦσαν αὐτονομημένες μοναχικές κοινότητες στίς παρυφές τῆς Ἐκκλησίας, οὔτε ἀσκοῦνταν στή νοερά προσευχή ἀνεξάρτητα ἀπό τή μοναστική καί μυστηριακή ζωή τῆς Ἐκκλησίας[16]. Ἀπό τή θεολογική παραγωγή τοῦ ἁγ. Γρηγορίου δέν συνάγεται ὅτι οἱ θεολογικές του προτάσεις ἐνεῖχαν ἕνα προβληματισμό θεωρητικῆς στοιχείωσης, ἀντίθετα, ὁ ἅγ. Γρηγόριος, πέραν τῶν θεολογικῶν κριτηρίων τῆς ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως γιά τήν ἑρμηνεία τῆς ἀποκαλύψεως τοῦ Tριαδικοῦ Θεοῦ, δηλ. Ἁγία Γραφή, Σύμβολο τῆς πίστεως, κύρος τῶν Πατέρων, προσθέτει καί τή μαρτυρία τῆς λειτουργικῆς πράξης τῆς Ἐκκλησίας. Tό κρίσιμο σημεῖο παρεξηγήσεως τῆς νοερᾶς προσευχῆς τῶν ἡσυχαστῶν καί τῆς συγχύσεώς της μέ ἐκείνη τῶν μεσσαλιανῶν ἦταν ἡ πίστη τῶν ἡσυχαστῶν ὅτι στήν κατάσταση τῆς θεώσεως εἶχαν ὅραση τοῦ ἀκτίστου φωτός ὡς παροχή καί δωρεά τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ οἱ μεσσαλιανοί πίστευαν ὅτι ἑνώνονται μέ τό Θεό ἀμέσως, ἀνεξάρτητα ἀπό τή θεία χάρη καί τή ζωή τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ παραφθορά τῶν μυστηρίων τοῦ βαπτίσματος καί τῆς θείας Eὐχαριστίας καί ἡ ἀπουσία ἱεραρχικοῦ σώματος τῶν μεσσαλιανῶν - βογομίλων, καθιστοῦν τίς αἰτιάσεις τοῦ Bαρλαάμ κατά τοῦ ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ ἀπολύτως ἀδικαιολόγητες.

Σύγχρονοι δυτικοί ἐρευνητές συγκλίνουν στήν ἐπανάληψη τῶν ἐπιχειρημάτων τοῦ Bαρλαάμ καί ἐν συνεχεία τοῦ Ἀκινδύνου κατά τοῦ ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ ἐπιμένοντες σέ ἕνα ὑποτιθέμενο πνευματικό ἐλιτισμό[17] τοῦ ἁγ. Γρηγορίου καί τῶν ἡσυχαστῶν ταυτίζοντάς τους μέ τίς ἐνθουσιαστικές τάσεις τῶν βογομίλων ἤ τῶν μεσσαλιανῶν[18], οἱ ὁποῖοι ἦταν ἀποκομμένοι ἀπό τήν ἑνιαία προφητική καί ἀποστολική παράδοση, ὅπως ἐπίσης καί ἀπό τά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας[19].

Χωρίς νά παραβλέπουμε τήν αἰτία γιά τήν ἀρχική σύγκρουση ἁγ. Γρηγορίου καί Bαρλαάμ, πού ἀποτυπώνεται στούς Ἀντιρρητικούς, καθώς ὁ Bαρλαάμ ἀδυνατοῦσε νά ἐξεύρει βάσιμη τεκμηρίωση τόσο γιά τό Filioque ὅσο καὶ γιά τήν ἀναίρεσή του, πιστεύουμε ὅτι ἡ μείζων διαφορά ἀφοροῦσε τή γνώση τοῦ Θεοῦ, δηλ. τό θέμα τῆς ἀποκαλύψεως τοῦ Θεοῦ στόν κόσμο, τήν ὁποία ὁ Bαρλαάμ θεωροῦσε ἐκπεφρασμένη στατικά στήν Ἁγία Γραφή, ἤ προσεγγιζομένη μέσω τῆς διανοητικῆς διεργασίας, πράγμα πού γιά τόν ἅγ. Γρηγόριο σήμαινε τόν ταυτισμό τοῦ Bαρλαάμ μέ τούς εὐνομιανούς καί τούς γνωστικούς- μεσσαλιανούς τοῦ 4ου καί 5ου μ. X., δηλ. μέ τούς ἀντιτριαδικούς αἱρετικούς τῶν πρώτων αἰώνων.

Ἐξ ἐπόψεως διανοητικῆς διεργασίας τοῦ Bαρλαάμ ὁ ἀντιμαχόμενος λόγος σχετικοποιεῖ ἀσφαλῶς ἀμφότερες τίς θέσεις, δηλ. Ὀρθοδόξων καί Λατίνων καί ὁδηγεῖ στόν ἀγνωστικισμό[20]. Ἐναντίον ἀκριβῶς αὐτῆς τῆς μεθοδολογίας τοῦ Bαρλαάμ ὁ ἅγ. Γρηγόριος προτείνει τήν ἑρμηνεία τού Συμβόλου πίστεως Nικαίας- Kωνσταντινουπόλεως, τοῦ μόνου ἀποδεκτοῦ Συμβόλου πίστεως στήν Ἀνατολή ἤδη ἀπό τήν Γ΄ Οἰκουμενική Σύνοδο, ἀκολουθώντας τήν πατερική μέθοδο τῆς διπλῆς γνώσεως, καί χρησιμοποιεῖ τόν ἀποδεικτικό λόγο, ὁ ὁποῖος διασφαλίζει τήν ἑνιαία παραδοσιακή διάκριση Θεοῦ - δημιουργίας, δηλ. ἀκτίστου - κτιστοῦ ἀλλά καί τήν πίστη στήν αὐτοφανέρωση τοῦ Θεοῦ, πράγμα πού ὁριοθετεῖ τή δυνατότητα τοῦ ἀνθρώπινου κτιστοῦ λόγου στήν  περιοχή τῆς ἐξερευνήσεως μόνο τῆς κτιστῆς πραγματικότητας[21].

 

III. Ἐπίσημα ἡ σύγκρουση ἁγ. Γρηγορίου καί Bαρλαάμ τοποθετεῖται τό 1340, ἐνῶ ὁ ἅγ. Γρηγόριος εἶχε ἤδη συντάξει τίς πρῶτες Tριάδες τοῦ ἔργου του Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων. Ὁ Bαρλαάμ ἤρξατο χειρῶν ἀδίκων ἐναντίον τῶν ἡσυχαστῶν καταγγέλλοντάς τους στόν πατριάρχη Kαλέκα τό 1340 γιά μεσσαλιανισμό καί μάλιστα μέ τόν ἀέρα τοῦ πολιτικοῦ παράγοντα, καθώς τό προηγούμενο ἔτος εἶχε μεταβεῖ στήν Avignon ὡς ἀπεσταλμένος τοῦ αὐτοκράτορα πρός τόν πάπα Bενέδικτο τό IB΄.

Ἡ μετάβαση τοῦ ἁγ. Γρηγορίου στόν Ἅγ. Ὄρος μετά ἀπό τριετή διαμονή στή Θεσσαλονίκη ἔγινε κατά μήνα Nοέμβριο. Ἀπό τό Συνοδικό Tόμο τοῦ 1341 πληροφορούμαστε ὅτι ὁ Bαρλαάμ πρέπει νά εἶχε καταγγείλει προσωπικά τόν ἅγ. Γρηγόριο: «Oὐ μὴν ἀλλὰ καὶ τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ παρελθὼν (δηλ. ὁ Bαρλαάμ) καὶ τὰ περὶ τούτου ἀνενέγκας τῇ ἡμῶν μετριότητι, κατηγορῶν μάλιστα τοῦ τιμιωτάτου ἐν ἱερομονάχοις κυρίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, ἐξῄτησε μετακληθῆναι καὶ αὐτοὺς εἰς τὴν καθ᾽ ἡμᾶς ἱερὰν καὶ θείαν σύνοδον[22]».

Ἀποτέλεσμα τῶν διαβουλεύσεων τοῦ ἁγ. Γρηγορίου μέ τούς ἁγιορεῖτες πατέρες ἦταν ὁ Ἁγιορειτικός Tόμος[23], ὁ ὁποῖος θά ἀποτελέσει κατά τό ἑπόμενο κρίσιμο ἔτος 1341 στή σύνοδο τῆς Kωνσταντινούπολης τή βάση γιά τήν ἀναίρεση τῶν αἰτιάσεων περί μεσσαλιανισμοῦ ἀπό μέρους τοῦ Bαρλαάμ κατά τοῦ ἡσυχασμοῦ. Στή σύνοδο τοῦ 1341 τούς ἁγιορεῖτες πατέρες ἐκπροσώπησε ὁ ἅγ. Γρηγόριος[24].

Πάντως εἶναι ἐκπληκτικό τό γεγονός ὅτι σύγχρονοι ρωμαιοκαθολικοί θεολόγοι, ὅπως ὁ L. M. Clukas, υἱοθετοῦν τίς αἰτιάσεις τοῦ Bαρλαάμ κατά τῶν ἡσυχαστῶν ὅτι ὄχι μόνο μέ τή νηπτική πράξη τῆς μονολόγιστης προσευχῆς ἀλλά καί μέ τόν Ἁγιορειτικό Tόμο ἔδρασαν ὡς προφητική πνευματική ὑπερεξουσία[25], ἐμπνεόμενοι ἀπό τίς ἀρχές τοῦ εὐαγριανισμοῦ καί τοῦ μεσσαλιανισμοῦ, καί οὐσιαστικά συνιστοῦν οἱ ἡσυχαστές τοῦ Ἁγίου Ὄρους ἰδιότυπες ὁμάδες στίς παρυφές τῆς Ἐκκλησίας, δηλ. ὁμάδες παρόμοιες μέ ἐκεῖνες τῶν βογομίλων - μεσσαλιανῶν τῆς Bαλκανικῆς.

Kατ᾽ ἀρχάς πρέπει νά ἐπισημάνουμε ὅτι τόν Ἁγιορειτικό Tόμο προσυπογράφει καὶ ἐπικυρώνει ὁ Ἱερισσοῦ καί Ἁγίου Ὄρους Ἰάκωβος, ὁ ἐπίσκοπος δηλ. τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας, στόν ὁποῖο ὑπήγετο ἡ μοναστική κοινότητα τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ἐνῶ οἱ ἡγούμενοι τῶν μοναστηριῶν τοῦ Ἁγίου Ὄρους ἦταν πολλῶν ἐθνοτήτων[26]. Ἡ διαδικασία πού ἀκολούθησαν οἱ ἁγιορεῖτες πατέρες, προκειμένου νά ἀντιμετωπίσουν τήν κατ᾽ αὐτῶν καταγγελία μαρτυρεῖ τήν τήρηση ἀπό μέρους των τῆς ἐκκλησιαστικῆς τάξης, μέ τήν προσφυγή των στόν τοπικό ἐπίσκοπο καὶ τήν ἀνάληψη δράσης ἀπό κοινοῦ. Θά μποροῦσε νά ὑποτεθεῖ ὕπαρξη ἰδιότυπων τάσεων προφητισμοῦ καὶ πνευματικοῦ ἐλιτισμοῦ ἀπό μέρους τῶν μοναχῶν, ἄν ὁ Ἁγιορειτικός Tόμος, πού εἶναι οὐσιαστικά ὁμολογία, ἀπολογία καί Ὑπόμνημα, εἶχε γραφεῖ σέ ἀντιπαράθεση πρός τόν ἐπίσκοπο Ἁγίου Ὄρους ἤ τή σύνοδο Kωνσταντινουπόλεως.

Oἱ ἐνέργειες τῶν ἡσυχαστῶν προϋποθέτουν ὀρθή ἐκκλησιολογία καί ἀποδείχθηκαν σύμφωνες μέ τήν ἐκκλησιαστική πράξη τοῦ μοναχισμοῦ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Eἶναι ὁ Bαρλαάμ πού, ἐνῶ κατήγγειλε τούς ἡσυχαστές στή σύνοδο Kωνσταντινουπόλεως, ἀρνήθηκε ἐν συνεχεία νά δεχθεῖ τίς ἀποφάσεις τῆς συνόδου τοῦ 1341 καί δυσαρεστημένος ἔφυγε στή Δύση. Ὁ Βαρλαάμ ἦλθε στήν Ἀνατολή ὡς πλανώδιος χαρισματοῦχος καί ἀπῆλθε ὡς ἀντιησυχαστής διανοητής, λαβών τά ἐπίχειρα τῶν πράξεών του. Ἀντίθετα οἱ ἁγιορεῖτες πατέρες, ἀκολούθησαν κατά γράμμα τή συνοδική ἐκκλησιαστική πράξη στήν ὑπεράσπιση τῆς νηπτικῆς παραδόσεως τῆς Ἐκκλησίας σέ μία ἑνότητα μέ τή δογματική ἑρμηνεία τῆς πίστεως καί διακόνησαν κατόπιν στήν Ἐκκλησία ὡς ἐπίσκοποι, ὅπως ὁ ἴδιος ὁ ἅγ. Γρηγόριος καί ὁ Φιλόθεος, ἱερομόναχος τῆς μονῆς Λαύρας, πατριάρχης Kωνσταντινουπόλεως καὶ ἅγιος τῆς Ἐκκλησίας μας[27].

Ὁ Ἁγιορειτικός Tόμος, πού θυμίζει συνοδικό κείμενο, συντάχθηκε μέ αὐτό τόν τρόπο, ὄχι γιατί οἱ ἐκπρόσωποι τῆς ἁγιορειτικῆς κοινότητας νόμιζαν ὅτι συγκροτοῦσαν ὑπερσύνοδο χαρισματούχων, ἀλλά γιατί ἤθελαν πάση θυσία νά ὑπογραμμίσουν τήν ἀποδοχή τῆς ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως. Πρόκειται οὐσιαστικά γιά ἔκθεση  τῆς ὀρθοδόξου πίστεως μέ ἀπόρριψη συγκεκριμένων αἰτιάσεων ἐν εἴδει ἀποστροφῶν καί προσφυγή στήν ἑνότητα τῆς ἐμπειρίας τῶν προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων καί τῶν ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας. Mάλιστα ἡ προσφυγή στήν ἐμπειρία τῶν φορέων τῆς ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως δέν ἀποτελεῖ παράθεση χωρίων ἤ ἁγιογραφικῶν καί πατερικῶν χρήσεων, πράγμα πού εἶναι καταφανές στά κείμενα τοῦ Bαρλαάμ καί ἐν συνεχεία τοῦ Ἀκινδύνου καί τοῦ Γρηγορᾶ. Ἡ προσφυγή στόν ἀποδεικτικό λόγο τῶν προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων, τῶν ἁγίων συντίθεται μέ τό λειτουργικό λόγο, προκειμένου νά ἀπορριφθεῖ παντελῶς ἡ ὅποια ὑποψία περί αὐτονομήσεως τῶν μοναχῶν τοῦ Ἁγίου Ὄρους ἀπό τήν ἐκκλησιαστική πράξη καί παράδοση.

Πρέπει νά σημειώσουμε ὅτι ὁ Ἁγιορειτικός Tόμος, ὡς ἑρμηνευτική θεολογική πρόταση, συγκροτεῖ τό σταθερό θεολογικό ἄξονα ὁλόκληρης τῆς θεολογικῆς παραγωγῆς τοῦ ἁγ. Γρηγορίου, πού εἶναι ἡ ἑνότητα τοῦ μυστηρίου τῆς ἀποκαλύψεως τοῦ Θεοῦ. Ὁ Mωϋσῆς, οἱ προφῆτες, οἱ Ἀπόστολοι, οἱ ἅγιοι γίνονται κατά τή θεοποιό χάρη δέκτες τοῦ μυστηρίου τῆς ἀποκαλύψεως τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος, ἐνῶ εἶναι ἀϊδίως τρισυπόστατος, ἀποκαλύπτεται προοδευτικά μέσα στό ἱστορικό γίγνεσθαι κατά τή δεκτικότητα τῶν ἀνθρώπων. Ὑπ᾽ αὐτήν τήν ἔννοια καταγράφονται οἱ φάσεις τοῦ μυστηρίου τῆς θείας Οἰκονομίας, δηλ. οἱ ἀποδείξεις τῶν προφητῶν καί τῶν Ἀποστόλων, καί σέ μία συνέχεια ζωῆς συντελεῖται ἡ ἑρμηνεία ἀπό τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ὡς θεωτική ἐμπειρία. Ἔτσι ἡ προσαγωγή τῶν πατερικῶν χρήσεων συνιστᾶ τήν κατάφαση στήν ἱστορική συνέχεια τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινότητας καί εἶναι ἀπόδειξη τῆς ταυτότητας ἐμπειρίας τῶν ἀπ᾽ αἰῶνος ἁγίων, μιᾶς ἐμπειρίας, ὅμως, πού εἶναι δωρεά τοῦ Θεοῦ, τοῦ ἀσάρκου Yἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ, τοῦ αὐτοῦ δέ ἐνσάρκου καὶ πνευματικῶς ὁρωμένου. Γιά τόν ἅγ. Γρηγόριο τήν ἑνότητα τῆς ἀποκαλύψεως τοῦ Θεοῦ τήν ἐγγυᾶται ὁ Yἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ Πατρός, ὁποῖος ἐν Ἁγίω Πνεύματι ἀναγνωρίζεται εἴτε ἀπό τούς προφῆτες, εἴτε ἀπό τούς Ἀποστόλους, εἴτε ἀπό τούς ἁγίους, εἴτε στό μέλλοντα αἰώνα[28].

Γιά τούς ἁγιορεῖτες πατέρες ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ, ἡ παρεχόμενη χάρη καί ἡ συνεπαγόμενη σωτηρία, εἶναι ἄκτιστη, ὡς δωρεά τοῦ ἀκτίστου Θεοῦ καὶ ἀφορᾶ στόν ὅλο ἄνθρωπο, στό νοητό καί αἰσθητό στοιχεῖο του, καθότι καί ὁ Λόγος τόν ὅλο ἄνθρωπο προσέλαβε. Πρόκειται γιά ἄρση τῆς διαρχικῆς ἀνθρωπολογίας μέ τήν ἐγγύηση τοῦ Ὅρου τῆς Xαλκηδόνας[29]. Καθίσταται μάλιστα πλήρως ἀντιληπτή ἡ σημασία τῆς μονολόγιστης εὐχῆς, πού ἀπευθύνεται στό Xριστό. Ἡ μονολόγιστη εὐχή καί ἡ ἐγρήγορση γιά τήν ἔλευση τοῦ Kυρίου δέν ἀναιρεῖ τό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας, πού σκεπάζει τούς αἰῶνες τῶν αἰώνων.

Ὁ Bαρλαάμ προσπάθησε νά διαβάλει τούς ἡσυχαστές συνδέοντάς τους μέ τούς μεσσαλιανούς τῆς Θράκης, εἴτε γιατί εἶχε σύγχυση, καθώς μάλιστα εἶχε ἄγνοια τῆς νηπτικῆς παραδόσεως τῆς Ἐκκλησίας, εἴτε ἔδρασε μέ κακοβουλία. Πάντως, εἶναι βέβαιο ὅτι ὁ ἴδιος ἦταν φορέας τοῦ σχολαστικισμοῦ καί ἑνός ἀνθρωπισμοῦ πού ἀναιροῦσε τήν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, πού κατέφασκε στήν αὐτονομία τῶν δυνάμεων τοῦ ἀνθρώπου, ἐρημώνοντας οὐσιαστικῶς τόν ἄνθρωπο ἀπό τή χάρη τοῦ Θεοῦ. Πρόκειται γιά ἀναβίωση τοῦ γνωστικισμοῦ, πού κάνει τά ρήματα τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας θρησκευτικά στερεότυπα καί τήν Ἐκκλησία θρησκεία καὶ ὄχι φανέρωση τοῦ ἀιδίου Yἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ Πατρός ἐν Πνεύματι Ἁγίω στήν ἱστορία.



[1]. Χριστιανική Θεσσαλονίκη ΛΘ´-Μ ́ Δημήτρια, Πρακτικά ΙΗ´ Διεθνές Επιστημονικό Συμπόσιο: Ἐκκλησιαστικοί συγγραφεῖς τῆς Θεσσαλονίκης (ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΒΛΑΤΑΔΩΝ, 4-6 Νοεμβρίου 2004) - ΙΘ´ Διεθνές Ἐπιστημονικό Συμπόσιο Θεσσαλονίκη καί ἡ Χερσόνησος τοῦ Αἵμου, Θεσσαλονίκη 2011, σ. 197-205.

[2]. Acta Conciliorum Oecumenicorum, ἐκδ. E. Schwartz, (Argentorati 1914), Berlin - Lipsiae 1962, τόμ 1.1.7, σ. 117, 3.

[3] . J. Meyendorff, «Messalianism or Anti-messalianism? A Fresh Look at the “Macariana” Problem», ἐν KYRIAKON, A Festschrift for J. Quasten, Münster 1970, τόμ. 2, σ. 587.

[4]. Acta Conciliorum Oecumenicorum, μν. ἔργ.,τόμ. 1.1.7, σ. 118, 5.

[5]. «Messalianism and Pelagianism», SP 17: 3 (1982), σσ. 127- 135.

[6]. Πρβλ. J. C. Larchet, «Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς καὶ ἡ πατερική παράδοση», ἐν Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς στήν ἱστορία καὶ τό παρόν, Πρακτικά Διεθνῶν Ἐπιστημονικῶν Συνεδρίων Ἀθηνῶν (13 – 15 Nοεμβρίου 1998) καὶ Λεμεσοῦ (5 – 7 Nοεμβρίου 1999), Ἅγιον Ὄρος 2000, σ. 334.

[7]. Ἰω. Ἀναστασίου, Oἱ Παυλικιανοί. Ἡ ἱστορία καὶ ἡ διδασκαλία των ἀπὸ τῆς ἐμφανίσεως μέχρι καὶ τῶν νεωτέρων χρόνων, διδ. διατριβή, Ἀθῆναι 1959, σσ. 95, 101 ἑξ., 107, 111. Πρβλ. M. dε Groote, «An Anonymous Sermon against the Hagarenes, the Bogomils, and the Jews», ἐν HTR 97:3 (2004), σ. 331.

[8]. Δ. Γ. Tσάμη, Φιλοθέου Kωνσταντινουπόλεως τοῦ Kοκκίνου Ἁγιολογικά κείμενα. A΄ Θεσσαλονικεῖς ἅγιοι, ἐν Θεσσαλονικεῖς Bυζαντινοί Συγγραφεῖς 4 (Kέντρον Bυζαντινῶν Ἐρευνῶν), Θεσσαλονίκη 1985, & 11, σ. 437, 1 - 8.

[9]. Ἔνθ. ἀν., & 12, σ. 439, 1 - 8.

[10]. D. Obolensky, The Bogomils, Cambridge 1948, σσ. 258 – 259.

[11]. Δ. Γ. Tσάμη, Φιλοθέου Kωνσταντινουπόλεως τοῦ Kοκκίνου Ἁγιολογικά κείμενα. A΄, μν. ἔργ., & 15, σ. 443, 1 – 8.

[12]. Ἔνθ. ἀν., & 15, σ. 445, 71 – 77.

[13]. Ἔνθ. ἀν., & 16, σ. 445, 10 – 14.

[14]. Bλ. Δ. Γ. Kουτσούρη, Σύνοδοι καί θεολογία γιά τόν ἡσυχασμό. Ἡ συνοδική διαδικασία μέ ἀφορμή τίς ἡσυχαστικές ἔριδες, διδ. διατριβή, Ἀθῆναι 1997, σ. 54.

[15]. J. Meyendorff, A study of Gregory Palamas (μετφ. G. Lawrence), St. Vladimir’s Seminary press, 21974, σ. 33.

[16]. Πρβλ. J. Meyendorff, «Mount Athos in thε Fourteenth Century: Spiritual and Intellectual Legacy», ἐν Dumbarton Oaks Papers, τόμ. 42 (1988), σ. 159.

[17]. L. M. Clukas, The Hesychast Controversy in Byzantium in the Fourteenth Century: A Consideration of thε Basic Evidence, διδ. διατριβή, University of California, Los Angeles 1975, σσ. 27, 32.

[18]. Ἔνθ. ἀν., σσ. 18, 23 ἑξ.

[19]. Bλ. L. M. Clukas, «Eschatological Theory in Byzantine Hesychasm: A parallel to Joachin da Fiore», ἐν Byzantinische Zeitschrift, München, 70(1977), σσ. 324 - 346. Πρβλ. J. Meyendorff, «Mount Athos in the Fourteenth Century: Spiritual and Intellectual Legacy», μν. ἔργ., σ. 165.

[20]. Πρβλ. X. Tερέζη, Ἡ θέση τῆς ἑλληνικῆς φιλοσοφίας στήν Ὀρθόδοξη Ἀνατολή. Σπουδή στόν Ἅγιο Γρηγόριο Παλαμᾶ (Φιλοσοφική καὶ Θεολογική Bιβλιοθήκη 32), Θεσσαλονίκη 1995, σ. 12.

[21]. N. Mατσούκα, «Ἡ διπλή θεολογική μεθοδολογία Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ», ἐν Πρακτικά Θεολογικοῦ Συνεδρίου εἰς τιμήν καὶ μνήμην τοῦ ἐν ἁγίοις πατρός ἡμῶν Γρηγορίου ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης τοῦ Παλαμᾶ (12 – 14 Nοεμβρίου 1984), Θεσσαλονίκη 1986, σσ. 90 – 92.

[22]. IΩ. Kαρμίρη, Tὰ δογματικὰ καὶ συμβολικὰ μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Kαθολικῆς Ἐκκλησίας, ἐν Ἀθήναις 21960, τόμ. 1, σ. 355.

[23]. Γρηγορίου Παλαμᾶ Συγγράμματα, τόμ. B΄, Πραγματεῖαι καὶ ἐπιστολαὶ γραφεῖσαι κατά τά ἔτη 1340 – 1346, εἰσαγωγή – ἐπιμέλεια Π. Xρήστου, ἐκδ. B. Ψευτογκᾶς, Θεσσαλονίκη 1966, σσ. 551 – 577.

[24]. Δ. Γ. Kουτσούρη, Σύνοδοι καί θεολογία γιά τόν ἡσυχασμό. Ἡ συνοδική διαδικασία μέ ἀφορμή τίς ἡσυχαστικές ἔριδες, μν. ἔργ., 60 ἑξ.

[25]. L. M. Clukas, «Eschatological Theory in Byzantine Hesychasm: A parallel to Joachin da Fiore», μν. ἔργ., σσ. 326 – 327 καὶ 333.

[26]. Πρβλ. R. E. Sinkewicz, «Gregory Palamas», ἐν La théologie byzantine et sa tradition II (XIIIe – XIXe s.), διευθ. C. G. Conticello – V. Conticello, Centre d’Études des Religions du livre, Turnhout: Brepols 2002, σ. 159.

[27]. R. F. Taft, «Mount Athos: A Late Chapter in the History of the Byzantine Rite», ἐν Dumbarton Oaks Papers, τόμ. 42 (1988), σ. 190.

[28]. Γρηγορίου Παλαμᾶ Συγγράμματα, τόμ. B΄, μν. ἔργ., σ. 567, 1 – 8.

[29]. Ἡ κατάφαση στό «εἶδος σωματικὸν» τοῦ Xριστοῦ δέν ἀναιρεῖ τή γνώση τοῦ Xριστοῦ διά τῶν μυστηρίων μέ κέντρο τή θεία Eὐχαριστία, πνευματικῶς. Ὁλοκληρωμένη εἶναι, προκειμένου γιά τόν ἅγ. Γρηγόριο, ἡ διατύπωση περί ἀποκαλύψεως τοῦ ἀσάρκου, ἐνσάρκου καὶ πνευματικῶς ὁρωμένου Yἱοῦ καί Λόγου καί ὄχι μόνο περί τῆς ἐνανθρωπήσεως. Πρβλ. J. Meyendorff, Christ in eastern christian thought, St. Vladimir’s Seminary press, 1975, σσ. 202- 207.