ΚΥΡΙΑΚΗ Ε´ ΜΑΤΘΑΙΟΥ, 5η Ἰουλίου 2026, Μνήμη τοῦ Ὁσίου καί Θεοφόρου Πατρὸς ἡμῶν Ἀθανασίου τοῦ ἐν τῷ Ἄθῳ· καὶ τοῦ Ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν Λαμπαδοῦ τοῦ Θαυματουργοῦ
(Αριθμ. 26Ν3)
Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν
Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ.
Α. 1. Η Εκκλησία μας εορτάζει σήμερα τη μνήμη του Οσίου και Θεοφόρου Πατρός Αθανασίου του Αθωνίτη, που έζησε πριν περίπου χίλια χρόνια και είναι ο ιδρυτής της Ιεράς Μονής της Μεγίστης Λαύρας του Αγίου Όρους. Η Ι. Μ. Μεγίστη Λαύρα είναι το αρχαιότερο μοναστήρι του Όρους. Καταγόμενος ο Άγιος από την περιοχή της Τραπεζούντας με τον περίφημο ναό της Παναγίας της Χρυσοκεφάλου αλλά και της Αγίας Σοφίας, με άσκηση στον Όλυμπο της Βιθυνίας και σπουδές στην Κωνσταντινούπολη και γνωριμία με τους αυτοκρατορικούς κύκλους, μετέφερε στο χώρο του Άθω ιδιαιτέρως την τιμή στην Παναγία. Βρισκόμαστε σε μία εποχή που είχε ήδη διαμορφωθεί ο ενιαύσιος εορτολογικός κύκλος με την εκρηκτική υμνογραφική παραγωγή ερμηνείας του μυστηρίου της Θείας Ενανθρωπήσεως, υμνολογικής ερμηνείας της ομολογίας του Τριαδικού Θεού και εξαίρετης υμνολόγησης και εορτολογικής θεολόγησης της Υπεραγίας Θεοτόκου στο Μυστήριο της Θείας Οικονομίας. Πάνω σ᾽ αυτές τις σταθερές βάσεις οι Πατέρες του Αγίου Όρους θα προσκομίσουν τη νηπτική τους πράξη στο κοινό της Εκκλησίας ως μαρτυρία και βεβαιότητα συνέχειας του αγιακού βίου μέχρι τις μέρες μας. Το Δοξαστικό του Αγίου αποδίδει ακριβώς αυτήν την πορεία, ἦχος πλ. β´: «Τὸν τῆς Ἀθανασίας ἐπώνυμον, ἅπαντες εὐφημήσωμεν, τὸν ἐν τῷ Ἄθῳ, ἀνδρικῶς καὶ γενναίως ἀσκήσαντα, ὃς καὶ τὴν ποίμνην συνήγαγε ταύτην, καὶ οἶκον Κυρίῳ ἀνήγειρε πόθῳ, καὶ τῇ Μητρί του Θεοῦ ἀνέθετο· ᾗ πρεσβεύει ὑπὲρ ἡμῶν, τῶν ἐν πίστει τελούντων τὴν μνήμην αὐτοῦ».
2. Ουσιαστικά, το εορτολόγιο της Εκκλησίας μας, πέραν των γεγονότων που σχετίζονται με το μυστήριο της Αποκαλύψεως του Υιού και Λόγου του Θεού Πατρός, είναι παράλληλα ένα αγιολόγιο-μαρτυλόγιο των Μαρτύρων της πίστης στο Χριστό. Σχεδόν, λοιπόν, όλος ο Ιούλιος είναι ένας μήνας μνήμης των πρώτων Αγίων Μαρτύρων, με τους Άγιους Ανάργυρους και σε σειρά η μνήμη του Αγίου Αθανασίου του Αθωνίτη, των Αγίων Μαρτύρων Προκοπίου Μεγαλομάρτυρος, Ευφημίας Μεγαλομάρτυρος, Πρόκλου και Ιλαρίου των Μαρτύρων, Ακύλα Αποστόλου, Αθηνογένους Ιερομάρτυρος, Μαρίνης Μεγαλομάρτυρος, Χριστίνης Μεγαλομάρτυρος, Παρασκευής Οσιομάρτυρος, Παντελεήμονος Μεγαλομάρτυρος. Αρχίζει, δηλαδή, μετά την εορτή του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου και των Δώδεκα Αποστόλων, να ξαναεκδιπλώνει η Εκκλησία το μυστήριο της Θείας Οικονομίας και της σωτηρίας του παλαιού και του νέου Ισραήλ σε ένα συγχρονισμό των γεγονότων από κτίσεως κόσμου, αλλά και ώς της Όγδοης ημέρας του Πνευματικώς ορωμένου Λόγου.
3. Όπως έχω ήδη πολλάκις σημειώσει εν σχέσει με τη θεολογική παραγωγή των ησυχαστών Πατέρων από τις αρχές του Αθωνικού μοναχισμού και ιδίως κατά την περίοδο των 13ου και 14ου αι. αυτή δεν προήλθε ως μία νέα θεολογική ερμηνεία αλλά κυρίως έχει τα θεμέλια στη μακρά λειτουργική αφομοίωση και έκφραση της λειτουργικής χρήσης των παντός είδους Κανόνων, ενταγμένων στον εβδομαδιαίο λειτουργικό κύκλο και το εορτολόγιο της Εκκλησίας, οι οποίοι είχαν ενσωματωθεί στο Τυπικό της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας ήδη από τον όγδοο αιώνα και με απόγειο τους αιώνες ένατο και δέκατο και τη μεταφορά στη ζωή του Αγίου Όρους και παραπέρα, αλλά και με τη συμβολή της σαββαϊτικής παραδόσεως. Λογιοσύνη και μελέτη των μνημείων λόγου της Εκκλησίας σε μία ενότητα με την Αγία Γραφή, λειτουργική και νηπτική πράξη ως διαρκής ευχαριστία, δοξασμός και μνήμη του αποκαλυφθέντος και αναπλάσσαντος το γένος των ανθρώπων Υιού και Λόγου του Θεού Πατρός συνιστά το κέντρο της θεολογικής έκφρασης με τον τονισμό της Θείας Ενανθρωπήσεως και του φωτισμού του νοός ως αγιακού βίου, ιδίως μετά τις αποφάσεις της Ζ´ Οικουμενικής Συνόδου. Επομένως, απαιτείται μία επαναπροσέγγιση της ησυχαστικής παρακαταθήκης με βαθειά μελέτη της προηγηθείσας υμνολογικής παραγωγής, της κατά κεφάλαια νηπτικής παραγωγής και της λογιοσύνης της πατερικής παραδόσεως μαζί με τη συνοδική έκφραση, αλλιώς θα μένει το κεφάλαιο της θεολογίας αυτής της περιόδου, που εμπότισε τον καθόλου εκκλησιαστικό βίο των Ορθοδόξων, στη συστροφή περί ακτίστων ενεργειών σε ένα ακατανόητο θεωρητικό επίπεδο μιμητισμού και συμπιληματικής ανοησίας, οπότε και η διάσπαση της εκκλησιαστικής συνέχειας να μοιάζει αυτονόητη, όπως αυτονόητοι και οι σύγχρονοι θεολογικοί αυτοσχεδιασμοί.
Β. Το σημερινό Αποστολικό Ανάγνωσμα είναι ιδιαίτερο, και γιατί είναι προς τιμήν ενός εκ των εξεχόντων Οσίων αλλά και γιατί απετέλεσε κεντρικό πυρήνα της νηπτικής και φιλόκαλης πράξης της Εκλησίας ήδη από την περίοδο των αββάδων της Θηβαΐδος με αποκορύφωμα τη φιλόκαλη παράδοση, ιδίως των πατέρων του Σινά, του Ολύμπου Βιθυνίας και του Αγίου Όρους. Πλάι στην καρποφορία των Προφητών με τη δικαιοσύνη -και το νόμο του Μωυσέως-, ταυτιζόμενη με την πίστη, και τα επτά χαρίσματα των Προφητών, ο Απόστολος Παύλος προσθέτει ενταύθα, ήδη στην αρχή του πέμπτου κεφαλαίου την ελευθερία και την άρση του μεσότοιχου μεταξύ παλαιού και νέου Ισραήλ κατονομάζοντας τους καρπούς του Αγίου Πνεύματος: ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, ἀγαθωσύνη, πίστις, πρᾳότης, ἐγκράτεια. Όμως, χωρεί ένα βήμα παραπέρα· ουσιαστικά καλεί σε απόπαυση κάθε πάθους, ακόμη και αγαθού, και κάθε επιθυμίας, προδιαγράφοντας την κατάσταση που ο θεωρών τη δόξα του Κυρίου της Δόξης καθίσταται ενεργούμενος από τη θεοποιό χάρη, καθιστάμενος θεοφόρος[1].
Γ. 1. Ερχόμενη στο καθορισμένο Ευαγγελικό Ανάγνωσμα, αυτό βρίσκεται σε συνέχεια του Αναγνώσματος της Δ´ Κυριακής του Ματθαίου, (Ματθ. η´, 5-13), κατά το οποίο ο Χριστός θεράπευσε με το λόγο του, χωρίς να πάει στο σπίτι, το δούλο του εκατόνταρχου, ενός εθνικού, που είχε πέσει σε παραλυσία. Μάλιστα, επαίνεσε την πίστη του εκατόνταρχου, που δεν ήταν Ισραηλίτης. Όπως έχω σημειώσει πολλάκις, ομιλούντες περί της πίστεως των ακροατών του Χριστού ότι δεν επρόκειτο για μία πίστη θεωρητική αλλά γι᾽ αυτήν των Πατέρων του Ισραήλ, ως πίστη, όμως, όλων των ανθρώπων, γιατί το κήρυγμα και οι θεοσημίες του Χριστού, το Μυστήριο της ένσαρκης Θείας Οικονομίας και της Πεντηκοστής των εθνών, αφορά σ᾽ όλους τους ανθρώπους, ενώνοντας ο Χριστός παλαιό και νέο Ισραήλ και εκφαίνων την καθολικότητα της Εκκλησίας ως παραδείσου της τρυφής και αναπλάσεως του ανθρώπινου γένους: «Ματθ. η´, 10 Ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐδὲ ἐν τῷ Ἰσραὴλ τοσαύτην πίστιν εὗρον. 11 λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι πολλοὶ ἀπὸ ἀνατολῶν καὶ δυσμῶν ἥξουσιν καὶ ἀνακλιθήσονται μετὰ Ἀβραὰμ καὶ Ἰσαὰκ καὶ Ἰακὼβ ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν».
2. Σε αντίθεση, λοιπόν, με τον εξ εθνών εκατόνταρχο οι Γεργεσηνοί, όπου έλαβε χώρα η θεραπεία των δύο δαιμονιζομένων, αλλά και η απώλεια των χοίρων, τους οποίους οι κάτοικοι παρανόμως εξέθρεπταν, λόγω απαγορεύσεως από το Νόμο βρώσεως χοιρινού κρέατος, όχι απλώς δεν προβληματίζονται για τη θεοσημία της θεραπείας των συνανθρώπων τους, ώστε να αναχθούν στην πίστη Ἀβραὰμ καὶ Ἰσαὰκ καὶ Ἰακώβ, αλλά παρακαλούν το Χριστό όλοι μαζί να εξέλθει των ορίων της περιοχής τους, για να μη χάσουν και τίποτα άλλο, όντες συνεπείς στη μεταπατορική αποστασία της λατρείας και γοητείας από τα υλικά τους αγαθά με κάθε τίμημα και λόγω άρνησης της πίστεως και του Νόμου των Πατέρων τους.
3. Εκδιπλώνει, λοιπόν, η Εκκλησία μας το Μυστήριο της Θείας Οικονομίας, που αφορά σε όλους τους ανθρώπους, μυστήριο και κήρυγμα οικουμενικής αδελφοσύνης των ανθρώπων, σύμφωνα με το δωρηθέντα ανακαινισμό στο ανθρώπινο γένος από τον επιφανέντα Υιό και Λόγο του Θεού Πατρός, όπου τα χαρίσματα των ανθρώπων είναι δωρεά και δοξασμός δικός του και όχι ατομικό επίτευγμά μας.
Αποστολικό Ανάγνωσμα: (Του Οσίου) Γαλ. ε´, 22- στ´, 2: «22 ὁ δὲ καρπὸς τοῦ Πνεύματός ἐστιν ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, ἀγαθωσύνη, πίστις, 23 πρᾳότης, ἐγκράτεια· κατὰ τῶν τοιούτων οὐκ ἔστι νόμος. 24 οἱ δὲ τοῦ Χριστοῦ τὴν σάρκα ἐσταύρωσαν σὺν τοῖς παθήμασι καὶ ταῖς ἐπιθυμίαις. 25 Εἰ ζῶμεν Πνεύματι, πνεύματι καὶ στοιχῶμεν. 26 μὴ γινώμεθα κενόδοξοι, ἀλλήλους προκαλούμενοι, ἀλλήλοις φθονοῦντες.- 1. Ἀδελφοοί, ἐὰν καὶ προληφθῇ ἄνθρωπος ἔν τινι παραπτώματι, ὑμεῖς οἱ πνευματικοὶ καταρτίζετε τὸν τοιοῦτον ἐν πνεύματι πρᾳότητος, σκοπῶν σεαυτόν, μὴ καὶ σὺ πειρασθῇς. 2 ἀλλήλων τὰ βάρη βαστάζετε, καὶ οὕτως ἀναπληρώσατε τὸν νόμον τοῦ Χριστοῦ».
Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: Ματθ. η´, 28- θ´, 1: «28 Καὶ ἐλθόντι αὐτῷ εἰς τὸ πέραν εἰς τὴν χώραν τῶν Γεργεσηνῶν ὑπήντησαν αὐτῷ δύο δαιμονιζόμενοι ἐκ τῶν μνημείων ἐξερχόμενοι, χαλεποὶ λίαν, ὥστε μὴ ἰσχύειν τινὰ παρελθεῖν διὰ τῆς ὁδοῦ ἐκείνης. 29 καὶ ἰδοὺ ἔκραξαν λέγοντες· Τί ἡμῖν καὶ σοί, Ἰησοῦ υἱὲ τοῦ Θεοῦ; ἦλθες ὧδε πρὸ καιροῦ βασανίσαι ἡμᾶς; 30 ἦν δὲ μακρὰν ἀπ' αὐτῶν ἀγέλη χοίρων πολλῶν βοσκομένη. 31 οἱ δὲ δαίμονες παρεκάλουν αὐτὸν λέγοντες· Εἰ ἐκβάλλεις ἡμᾶς, ἐπίτρεψον ἡμῖν ἀπελθεῖν εἰς τὴν ἀγέλην τῶν χοίρων. 32 καὶ εἶπεν αὐτοῖς· Ὑπάγετε. οἱ δὲ ἐξελθόντες ἀπῆλθον εἰς τὴν ἀγέλην τῶν χοίρων· καὶ ἰδοὺ ὥρμησεν πᾶσα ἡ ἀγέλη τῶν χοίρων κατὰ τοῦ κρημνοῦ εἰς τὴν θάλασσαν, καὶ ἀπέθανον ἐν τοῖς ὕδασιν. 33 οἱ δὲ βόσκοντες ἔφυγον, καὶ ἀπελθόντες εἰς τὴν πόλιν ἀπήγγειλαν πάντα καὶ τὰ τῶν δαιμονιζομένων. 34 καὶ ἰδοὺ πᾶσα ἡ πόλις ἐξῆλθεν εἰς συνάντησιν τῷ Ἰησοῦ, καὶ ἰδόντες αὐτὸν παρεκάλεσαν ὅπως μεταβῇ ἀπὸ τῶν ὁρίων αὐτῶν- 1 Καὶ ἐμβὰς εἰς πλοῖον διεπέρασεν καὶ ἦλθεν εἰς τὴν ἰδίαν πόλιν».
[1]. Σε αντίστιξη προς τους καρπούς του Αγίου Πνεύματος με το κεφ. 79 των Κεφαλαίων πάνυ ὠφελίμων ο κοινός πατέρας των ησυχαστών του Αγίου Όρους Άγ. Γρηγόριος ο Σιναΐτης καταγράφει με αξιοποίηση και της ελληνικής πολιτιστικής αγωγής τα αντίθεα ενεργήματα, κατατάσσοντάς τα σε τέσσερα είδη: α) του «θυμοῦ», ήτοι επιθυμητικού, β) του λογιστικού, γ) του νοός και δ) τῆς διανοίας.