HELLENOPHONIA

Κυριακή 10 Μαΐου 2026

 

Ἡ οἰκουμενικότητα μιᾶς συνόδου τῆς Ἐκκλησίας*


Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου*


Τὸ ὑπὸ πραγμάτευση θέμα ἅπτεται δύο ὅρων, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀρκούντως γνωστοὶ στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας. Πρόκειται οὐσιαστικὰ γιὰ τὸν ὁσημέραι διαμορφωθέντα συνοδικὸ θεσμὸ[1] στὴν οἰκουμενική του ἔκφανση, ὁ ὁποῖος λειτουργεῖ ἀδιάληπτα ὡς συνέχεια ζωῆς καὶ ἑνότητας στοὺς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τὴν Α´  Οἰκουμενικὴ Σύνοδο καὶ μετά. Ὑπ᾽ αὐτὴν τὴν ἔποψη ὁ ὅρος συνοδικὸς θεσμὸς μπορεῖ νὰ χρησιμοποιεῖται καταχρηστικὰ γιὰ τὴν περίοδο, τουλάχιστον, πρὸ τῆς Α´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ὁπότε μὲ τὸν ε´ κανόνα ὁρίζεται: «ἑκάστου ἐνιαυτοῦ, καθ᾽ ἑκάστην ἐπαρχίαν δὶς τοῦ ἔτους συνόδους γίνεσθαι»[2].

Μολονότι ὡς θεσμὸς ἡ οἰκουμενικὴ σύνοδος δὲν ὑφίσταται στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας[3], οἱ ἀναφορὲς στὴν Ἀποστολικὴ Σύνοδο τῶν Ἱεροσολύμων ἀνάμεσα στὰ ἔτη 48/49[4] παραπέμπουν ἀφ᾽  ἑνὸς στὶς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων 15, 6 ἑξ., ἀφ᾽ ἑτέρου παρέχουν μία σηματοδότηση κοινῶν ἀποφάνσεων τῆς Ἀποστολικῆς κοινότητας «διὰ τῆς ἰσότητος τῶν ἐξ ἐθνῶν πρὸς τοὺς ἐξ Ἰουδαίων καὶ τὴν οἰκουμενικότητα τοῦ Εὐαγγελίου διὰ τῆς ἀναγνωρίσεως τῆς ἐλευθερίας τῶν ἐξ ἐθνῶν ἐκ τοῦ Νόμου»[5], ὅπως σημείωνε ὁ μακαρίτης Βασίλειος Στογιάννος, σὲ συνδυασμὸ μὲ τὴ μελέτη τοῦ χωρίου Γαλ. 2, 1-10.

Στὴν ἱστορία τῆς συνοδικῆς πράξης τῆς Ἐκκλησίας ὁ ὅρος οἰκουμενικὴ σύνοδος ἀπαντᾶ στὸν στ´ κανόνατῆς Β´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἐνῶ στοὺς μεταγενέστερους σχολιαστὲς ὑπάρχει διχογνωμία γιὰ τό ἂν ἢ ὄχι μὲ τὸν ὅρο οἱ συντάκτες τοῦ κανόνα ἔθεσαν τὸν ὅρο μὲ τὴν ἔννοια τῆς «μείζονος» συνόδου, δηλ. τῶν ἐπισκόπων μιᾶς ἐκκλησιαστικῆς διοικήσεως, κατὰ Ζωναρᾶ[6], ἢ κατὰ Βαλσαμώνα, ὁ ὁποῖος παρουσιάζει εὐρύτερα τὸ θέμα, σημειώνοντας: «Ἔτι εἶπόν τινες περὶ οἰκουμενικῆς συνόδου τὸν κανόνα διαλέγεσθαι· τὴν δὲ ἐν Κωνσταντινουπόλει μεγάλην σύνοδον μὴ εἶναι οἰκουμενικήν, καὶ διὰ τοῦτο μηδὲ τὰ τοῦ κανόνος χώραν ἔχειν ἐπὶ τῇ παρούσῃ ὑποθέσει. Ἐμοὶ δὲ δοκεῖ, ὅτι ἡ ἐν Κωνσταντινουπόλει σύνοδος, κἂν οἰκουμενικὴ σύνοδος οὐκ ἔστιν, ὡς μὴ παρουσιαζόντων καὶ τῶν ἄλλων πατριαρχῶν, ἀλλὰ μείζων ἐστὶ πασῶν τῶν συνόδων, καὶ ὁ ἀρχιεπίσκοπος ταύτης οἰκουμενικὸς πατριάρχης καλεῖται»[7].

Μεταξὺ Β´  Οἰκουμενικῆς Συνόδου καὶ τῶν παραπάνω σχολιαστῶν ἔχουν μεσολαβήσει, βέβαια, χίλια περίπου χρόνια, καὶ εἶναι αὐτονόητη ἡ ἔνταξη τῆς προηγηθείσας πράξης καὶ συνοδικῆς ἑρμηνευτικῆς τῆς Ἐκκλησίας. Ἔτσι, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὰ γεγονότα διατάραξης τῆς ἐκκλησιαστικῆς εὐταξίας, τὰ ὁποῖα ὁδήγησαν τοὺς συντάκτες στὴ διατύπωση τοῦ κανόνα, ἀκόμη κι ἂν αὐτὸς προέρχεται ἀπὸ τὴ σύνοδο τῶν παρεπιδημησάντων μελῶν τῆς Β´  Οἰκουμενικῆς Συνόδου στὴν Κωνσταντινούπολη μέχρι το 382[8], ὁπότε καὶ ὁ ὅρος οἰκουμενικὴ σύνοδος μπορεῖ νὰ ἀποτελεῖ καὶ εὐθεία ἀναφορὰ στὴ σύνοδο τοῦ 381, ἡ πρώϊμη, ὡστόσο, χρήση τοῦ ὅρου σὲ συνοδικὸ κείμενο προσφέρεται γιὰ τὴν προγενέστερη κατανόηση καὶ τὴ μεταγενέστερη ἀξιοποίηση.

Κατὰ ταῦτα, ἀπὸ τοὺς σχολιαστὲς γίνεται σαφὲς ὅτι ὁ ὅρος οἰκουμενικὴ χρησιμοποιεῖται γιὰ σύνοδο ποὺ εἶναι παρόντες ὅλοι οἱ πατριάρχες καὶ δεύτερον ὅτι γενικῶς ἡ σύνοδος Κωνσταντινουπόλεως εἶναι «μείζων... πασῶν τῶν συνόδων»[9], μολονότι ὁ ὅρος «μείζων» ἀφορᾶ στὴ σύνοδο μιᾶς ἐκκλησιαστικῆς διοικήσεως κατὰ τὰ ὁρισθέντα στὴν Α´  Οἰκουμενικὴ Σύνοδο τῆς Νικαίας.

Κάνοντας, λοιπόν, ἀναδρομὴ στὸν ὅρο οἰκουμενικὴ σύνοδος πρέπει νὰ σημειώσουμε ὅτι αὐτὴ προέρχεται ἀπὸ τὸ ἱστορικὸ πλαίσιο τῆς Α´  Οἰκουμενικῆς Συνόδου μὲ κεντρικὰ πρόσωπα τὸν ἅγ. Ἀθανάσιο καὶ τὸν ἱστορικὸ Εὐσέβιο, οἱ ὁποῖοι γράφουν σὲ διάστημα δέκα καὶ πάνω ἀπὸ εἴκοσι ἔτη μετὰ τὴ σύγκλησή της, χαρακτηρίζοντας τὴ σύνοδο τῆς Νικαίας τοῦ 325 ὡς οἰκουμενική.

Ὁ ἅγ. Ἀθανάσιος χρησιμοποιεῖ τὸν ὅρο διττά, καὶ γιὰ νὰ ἐπισημάνει ὅτι ὁ Ἄρειος ἀποδοκιμάσθηκε «ἐκ κρίσεως πάσης τῆς οἰκουμενικῆς συνόδου»[10], ἐνῶ ἐν συνεχεία θεωρεῖ τὶς προσπάθειες νὰ ἐμφανισθοῦν ὡς οἰκουμενικὲς οἱ σύνοδοι τοῦ Ἀριμινίου καὶ τῆς Σελευκείας ἐν Ἰσαυρία, ὅπως καὶ ἄλλες ποὺ προῆλθαν μὲ κοινὴ ἀπόφαση τῶν συναυτοκρατόρων, διαδόχων τοῦ Μ. Κωνσταντίνου, ὡς ευθεία ἐπίθεση κατὰ τῶν συγκεκριμένων διατυπώσεων τῆς συνόδου τῆς Νικαίας, ἀφοῦ «βιάζονται λύειν καὶ ἀκυροῦν τὴν οἰκουμενικὴν γενομένην ἄδολον καὶ καθαρὰν σύνοδον»[11].

Γιὰ τὸν ἅγ. Ἀθανάσιο ἡ παρουσία στὴ Νίκαια τῶν 318 ἐπισκόπων ἀπὸ ὁλόκληρη τὴν αὐτοκρατορία σήμαινε: α) τὴν ἰσχὺ τῶν ἀποφάσεων «πανταχοῦ», ἰδίως σὲ ὅ,τι ἀφοροῦσε στὸν κοινὸ ἑορτασμὸ τοῦ Πάσχα καὶ τὴν ἀντιμετώπιση τῆς «παραφυείσης αἱρέσεως»[12], β) τὴν ἀνάδυση μὲ πολὺ ἁπτὸ τρόπο ἑνὸς εἴδους πατερικῆς παραδόσεως ἐπὶ τῆς λειτουργίας τῆς συνοδικῆς πράξεως ὡς πρὸς ὅλες τὶς τοπικὲς ἐκκλησίες σὲ μεταγενέστερο χρόνο μὲ δέσμευση πνευματικὴ τὴ συμφωνία μὲ τοὺς πατέρες τῆς Νικαίας. Σημειωτέον ὅτι ἡ ἀναφορὰ στοὺς πατέρες δὲν εἶναι ἀποκομμένη ἀπὸ τὴ μαρτυρία «τῶν αὐτοπτῶν καὶ ὑπηρετῶν τοῦ λόγου»[13],καὶ γι᾽ αὐτὸ «ἣν γὰρ ἡ σύνοδος ἐγγράφως ὡμολόγησε πίστιν, αὕτη τῆς καθολικῆς ἐκκλησίας ἐστί»[14]Τοῦτο σημαίνει ὅτι ὁ ἅγ. Ἀθανάσιος συνθέτει τὸν ὅρο οἰκουμενικὴ μὲ τὴν ἑρμηνεία τῆς πίστεως τῶν Εὐαγγελιστῶν καὶ Ἀποστόλων σὲ μία συνέχεια ζωῆς καὶ μαρτυρίας, δημιουργώντας τὸ πλαίσιο μεταβάσεως ἀπὸ τὸ ἀριθμητικὸ μέγεθος στὸ θεολογικὸ περιεχόμενο τοῦ ὅρου. Μάλιστα προβαίνει σὲ μία εὐσύνοπτη ἀναφορὰ περὶ τῶν διατυπώσεων τῆς συνόδου, γιὰ νὰ τὴ διακρίνει ἀπὸ τὶς μεταγενέστερες παρασυνοδικὲς ἐνέργειες: «Περὶ δὲ τῆς πίστεως ἔγραψαν οὐκ ″ἔδοξεν″, ἀλλ᾽ ″οὕτως πιστεύει ἡ καθολικὴ ἐκκλησία″ καὶ εὐθὺς ὡμολόγησαν πῶς πιστεύουσιν, ἵνα δείξωσιν ὅτι μὴ νεώτερον, ἀλλ᾽ ἀποστολικόν ἐστιν αὐτῶν τὸ φρόνημα καὶ ἃ ἔγραψαν οὐκ ἐξ αὐτῶν εὑρέθη, ἀλλὰ ταῦτ᾽ ἐστιν ἅπερ ἐδίδαξαν οἱ ἀπόστολοι»[15].

Ἐξάλλου, ὁ σύγχρονος τοῦ ἁγ. Ἀθανασίου ἱστορικὸς Εὐσέβιος ἐπαινώντας τὸν αὐτοκράτορα Κωνσταντίνο ἐπισημαίνει δύο στοιχεῖα: α) ὅτι ὁ Κωνσταντίνος προσκάλεσε τοὺς ἐπισκόπους «ἁπανταχόθεν»[16]ἐξασφαλίζοντας δηλ. τὴν ἀπρόσκοπτη προσέλευσή τους στὴ Νίκαια, ἐνῶ χαρακτηρίζει τὴ σύνοδο «οἰκουμενική», καὶ β) ὅτι ἡ προσέλευση πάντων τῶν ἐπισκόπων «ἔργον ἤδη θεοῦ τὸ πραττόμενον ἐθεωρεῖτο»[17]. Μάλιστα ὁ Εὐσέβιος ὑπογραμμίζει τὴν προσέλευση ἀπὸ ἀπομακρυσμένες περιοχές ὡς ἕνα ἐξαιρετικὸ γεγονός: «ἤδη καὶ Πέρσης ἐπίσκοπος τῇ συνόδῳ παρῆν, οὐδὲ Σκύθης ἀπελιμπάνετο τῆς χορείας»[18], κατονομάζοντας ἀκόμη Σύρους καὶ Κίλικας, Λίβυας καὶ ἄλλους. Προκαλεῖ ἐνδιαφέρον τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ κατάλογος αὐτὸς συντίθεται λίγο παρακάτω μὲ τὸν κατάλογο τοῦ ἀκροατηρίου τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου κατὰ τὸ γεγονὸς τῆς Πεντηκοστῆς, ὅπως καταγράφεται στὸ δεύτερο κεφάλαιο τῶν Πράξεων. Μολονότι ὁ Ευσέβιος κάνει τὸν παραλληλισμό, ἐντούτοις δὲν ὁδηγεῖται στὴν ταύτιση τῶν δύο γεγονότων, δηλώνοντας: «πλὴν ὅσον ἐκείνοις ὑστέρει (δηλ. τοῖς ἀποστόλοις) τὸ μὴ ἐκ θεοῦ λειτουργῶν συνεστάναι τοὺς πάντας»[19]. Ὡστόσο, μὲ  τὴν πολιτικὴ σημασία τοῦ ὅρου οἰκουμενικὴ σύνοδος ὁ Εὐσέβιος, ἴσως, νὰ ἀποτέλεσε τὸ πρῶτο ὑπόβαθρο γιὰ τὴ στάση τῆς αὐτοκρατορικῆς αὐλῆς ἔναντι τῆς Ἐκκλησίας κατὰ τὴ σύγκληση τῶν γενικῶν συνόδων, μερικὲς ἀπὸ τὶς ὁποῖες ἐν τῆ πορεία καὶ μὲ εὐθεία ἑρμηνευτικὴ ἀναφορὰ στὴ σύνοδο τῆς Νικαίας ὀνομάζονται οἰκουμενικές.

Ἔτσι, μὲ βάση τὶς πηγὲς κατονομάζονται, π.χ. ἀπὸ τὸν ἅγ. Θεόδωρο Στουδίτη, ἑπτὰ οἱ οἰκουμενικὲς σύνοδοι[20], ἂν καὶ ἐπίσης γενικὲς σύνοδοι, ὅπως τοῦ 879-80, ἢ οἱ σύνοδοι των ἐτῶν 1341, 1347, 1351 καὶ στοὺς νεότερους χρόνους οἱ σύνοδοι τῶν ἐτῶν 1848 καὶ 1872 ἔχουν ἰσχύ πανορθοδόξως. Ὁ πατὴρ ἅγ. Ἰουστίνος Πόποβιτς προσφεύγει στὴ Δογματική του, ἰδίως στον τρίτο τόμο, μὲ ἰδιαίτερη ἐπιμονὴ στὶς διατυπώσεις τῆς συνόδου τῶν Ὀρθοδόξων Πατριαρχῶν τοῦ 1848 ἰσοτίμως πρὸς τὶς Οἰκουμενικὲς Συνόδους, ἢ τὴ λειτουργικὴ πράξη τῆς Ἐκκλησίας, ἐμμένοντας οὐσιαστικὰ στὴν ἀδιάσπαστη ἑνότητα καὶ συνέχεια τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας[21].

Πάντως κατὰ τὴ μακραίωνη συνοδικὴ πράξη τῆς Ἐκκλησίας κατεξοχὴν ἡ σύνοδος τῆς Νικαίας κατονομάζεται ἀδιαμφισβήτητα ὡς Οἰκουμενική, ὅρος ποὺ ἐπαναλαμβάνεται συνεχῶς παράλληλα μὲ τὸν ὅρο μεγάλη καὶ ἁγία. Ἔτσι, ἐκτὸς ἀπὸ τὴ Β´ Οἰκουμενικὴ ὁ ὅρος ἀπαντᾶ μὲ τὴ διττὴ σημασία στὸν ἅγ. Ἐπιφάνιο, τὸν ἅγ. Κύριλλο Ἀλεξανδρείας, στὰ πρακτικὰ τῆς Γ´ καὶ Δ´  Οἰκουμενικῆς καὶ στοὺς Ἐκκλησιαστικοὺς ἱστορικοὺς Σωκράτη καὶ Σωζομενό.

Μὲ τὸ νομοθετικὸ ἔργο τοῦ Ἰουστινιανοῦ ἐμφανίζεται ὁ ὅρος Οἰκουμενικὸς γιὰ τὸν Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, ἕνας τίτλος ποὺ ἀναφερόταν πρὶν σὲ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καὶ κυρίως στὸν ἅγ. Ἀθανάσιο.

Πέραν τῆς κατάστασης ποὺ διαμορφώθηκε μὲ τοὺς κανόνες τῆς Β´ καὶ Δ´ Οἰκουμενικῆς, ἡ παράλληλη ἐξέλιξη τοῦ θεσμοῦ τῆς ἐνδημούσας συνόδου Κωνσταντινουπόλεως, ἡ διάσπαση τῶν ἀνατολικῶν ἐπαρχιῶν καὶ ἡ διαγραφόμενη αὐτονόμηση τῆς ᾽Εκκλησίας τῆς Ρώμης ἐνίσχυσαν διοικητικὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴ διοίκηση Κωνσταντινουπόλεως. Ἔτσι μετὰ τὴν ἐπικράτηση τῶν Περσῶν καὶ τῶν Ἀράβων στὴν ἀνατολή, τὴν πολιτικὴ διάσπαση δηλ. τῆς αὐτοκρατορίας, καὶ μὲ ἀφορμὴ τὴν ἄρνηση τῆς Ρώμης νὰ ἀναγνωρίσει τὴν ἐκλογὴ τοῦ ἁγ. Φωτίου, τὸ βάρος καὶ τὴν εὐθύνη τῆς συγκλήσεως γενικῆς συνόδου ἀναλαμβάνει ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, ὡς Οἰκουμενικός, Πρόεδρος ἐνδημούσας καὶ ἐνταυτῶ μείζονος πάντων συνόδου. Ἐνδεικτικὸ κείμενο αὐτῆς τῆς μεταβάσεως εἶναι ἡ Ἐγκύκλιος Ἐπιστολή του Πρὸς τοὺς τῆς ἀνατολῆς ἀρχιερατικοὺς θρόνους[22]. Στὸ πρόσφατο ἄρθρο του στὴ Θεολογία ὁ Frederich Lauritzen[23] ἀναφέρει τὸ παράδειγμα τῶν συνόδων τῶν ἐτῶν 1082 (δηλ. ἐπὶ Ἀλεξίου Α´  τοῦ Κομνηνοῦ 1081-1118) καὶ 1166 (δηλ. ἐπὶ Μανουὴλ Α´  τοῦ Κομνηνοῦ, 1118-1180), γιὰ νὰ διακρίνει τὸ θεσμὸ τῆς συνόδου σὲ οἰκουμενικὴ καὶ τοπικὴ «προεδρευόμενη» ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα καὶ τὸν Πατριάρχη ἀντίστοιχα, πράγμα ἀνακριβές. Γιὰ τὴν ἐμπλοκὴ τοῦ αὐτοκράτορα, ὄχι ἀμιγῶς, τόσο στὶς συνόδους τοῦ 1082, 1166, ὅσο καὶ στὴν εἰκαζόμενη παρουσία του τὸ 1341, πολὺ δὲ περισσότερο κατὰ τὴν ταραχώδη σύνοδο τῆς Φλωρεντίας (1438-39) δὲν λαμβάνει ὑπόψιν τὴν ἰδιαίτερη σημασία ποὺ εἶχε ἡ λειτουργία τῆς ἐνδημούσας μείζονος συνόδου Κωνσταντινουπόλεως μετὰ τὴν Ζ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ἰδίως δὲ ἡ ἀποτελεσματικότητά της κατὰ τὶς ἡσυχαστικὲς συνόδους καὶ ἐν συνεχεία καθόλη τὴ διάρκεια τῆς Τουρκοκρατίας, ἀκόμη καὶ κατὰ τοὺς νεότερους χρόνους, καθὼς λειτούργησε ὡς μείζων σύνοδος ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων, ἐκ τῆς ὁποίας, ἐξάλλου, προῆλθε ἡ αὐτοκεφαλία τῶν νεότερων Πατριαρχείων καὶ τῶν αὐτοκέφαλων τοπικῶν ἐκκλησιῶν.

Σήμερα μὲ τὴ διεύρυνση ποὺ ἔχει ἐπιτευχθεῖ μὲ τὴ συμμετοχὴ μητροπολιτῶν ἀπὸ ὅλες τὶς Μητροπόλεις ποὺ ὑπάγονται στὴ δικαιοδοσία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἀπὸ ὅλο τὸν κόσμο, ἔν τινι μέτρω ἀνασυντίθεται ἡ ἱστορικὴ πορεία τῆς μείζονος ἐνδημούσας συνόδου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου.

Ἡ συνεχής, λοιπόν, ἐπιβεβαίωση τοῦ χαρακτήρα τῆς ἐνδημούσης συνόδου μὲ μία σύγχρονη προσαρμογὴ συνθέσεως διαχρονικὰ τῆς παράδοσης τῆς «μείζονος» συνόδου Κωνσταντινουπόλεως συνιστᾶ τὸ ἐχέγγυο γιὰ τὴν Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο τοῦ 2016 σ᾽ ἕνα κόσμο διαρκῶν ἀνατροπῶν, ἀβεβαιότητας καὶ ἀμφισβήτησης.



*. Ἐν Πρὸς τὴν Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας (μέρος Α´ ), ἐν Θεολογία 86:4(2015), σσ. 31-36.

*. Ἡ ΔΕΣΠΩ ἈΘ. ΛΙΑΛΙΟΥ εἶναι Καθηγήτρια τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς καὶ τέως Ἀντιπρύτανις Α.Π.Θ.


[1]. ἸΩ. ΖΗΖΙΟΥΛΑ (Μητρ.), Ὁ Συνοδικὸς θεσμός. Ἱστορικὰ ἐκκλησιαστικὰ καὶ κανονικὰ προβλήματα, ἐν Τιμητικὸν ἀφιέρωμα εἰς τὸν Μητροπολίτην Κίτρους Βαρνάβαν ἐπὶ τῇ 25ετηρίδι τῆς ἀρχιερατείας αὐτοῦ, Ἀθῆναι 1980, σσ. 161-190.

[2]. Γ. ΡΑΛΛΗ- Μ. ΠΟΤΛΗ, Οἱ θεῖοι καὶ ἱεροὶ κανόνες, Ἀθῆναι 1852, τόμ. 2, σ. 124.

[3]. ἸΩ. ΖΗΖΙΟΥΛΑ (Μητρ.), Ὁ Συνοδικὸς θεσμός..., μν. ἔργ., σ. 178.

[4]. Β. Π. ΣΤΟΓΙΑΝΝΟΥ, Ἡ Ἀποστολικὴ Σύνοδος, Θεσσαλονίκη 1973, ἀν. ΕΕΘΣΠΘ 18, σ. 216. Ἐπίσης J. - M. VAN CANGH, Le premier Concile de Jérusalem (en 51 ap. J.C.), ἐν Θεολογία 86:2(2015), σ. 11 ἑξΒλτὸ περίφημο χωρίο Πραξ. 15, 28: «ἔδοξε τῷ ἉγίῳΠνεύματι καὶ ἡμῖν».

[5]. Β. Π. ΣΤΟΓΙΑΝΝΟΥ, Ἡ Ἀποστολικὴ Σύνοδος, μν. ἔργ., σ. 213.

[6]. Γ. ΡΑΛΛΗ- Μ. ΠΟΤΛΗ, Σύνταγμα τῶν θείων καὶ ἱερῶν κανόνων, τόμ. 2, σ. 183.

[7]. Γ. ΡΑΛΛΗ- Μ. ΠΟΤΛΗ, Οἱ θεῖοι καὶ ἱεροὶ κανόνες, μν. ἔργ., σ. 186 (Βαλσαμών).

[8]. Π. ΜΕΝΕΒΙΣΟΓΛΟΥ, Mητροπολίτου Σουηδίας, Ἱστορική εἰσαγωγή εἰς τούς κανόνας τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, Στοκχόλμη 1990, σ. 189 ἑξ.

[9]. Γ. ΡΑΛΛΗ- Μ. ΠΟΤΛΗ, Οἱ θεῖοι καὶ ἱεροὶ κανόνες, μν. ἔργ., σ. 186 (Βαλσαμών).

[10]Πρὸς τοὺς ἐπισκόπους Αἰγύπτου καὶ Λιβύης, PG25, 589Β.

[11]Πρὸς τοὺς ἐπισκόπους Αἰγύπτου καὶ Λιβύης, PG25, 552C– 553AΠερὶ τῶν ἐν Ἀριμινίῳ... συνόδων, PG 26, 717ΑΒ «Πλὴν ὅτι συνόδους συνεχεῖς κατὰ τῆς οἰκουμενικῆς ποιοῦντες οὐδέποτε κεκμήκασι», PG 26, 752Α «διαμάχονται δὲ πρὸς οἰκουμενικὴν σύνοδον».

[12]Περὶ τῶν ἐν Ἀριμινίῳ... συνόδων, PG 26, 688C «καὶ αὕτη αἰτία γέγονεν οἰκουμενικὴν σύνοδον, ἵνα πανταχοῦ μία τῆς ἑορτῆς ἡμέρα ἐπιτελῆται καὶ ἡ παραφυεῖσα αἵρεσις ἀναθεματισθῇ».

[13]Ὅτι ἡ ἐν Νικαίᾳ σύνοδος..., PG 25, 468A.

[14]. Ἔνθ. ἀν.

[15]Περὶ τῶν ἐν Ἀριμινίῳ... συνόδων, PG 26, 688D.

[16]. ΕΥΣΕΒΙΟΥ, Εἰς τὸν βίον τοῦ μακαρίου Κωνσταντίνου τοῦ βασιλέως, 6, PG 20, 1060B

[17]. Ἔνθ. ἀν. 1060C.

[18]. Ἔνθ. ἀν. 7, PG 20, 1060D-1061A.

[19]. Ἔνθ. ἀν. 8, PG 20, 1061061C.

[20]Ἐπιστολή 490, Theodori Studitae Epistulae, pars altera, Textum Epp. 71-564 et Indices Continens, ἐκδ. G. FATOUROS, Corpus Fontium Historiae Byzantinae, Series Berolinensis 31, De Gruyter, 1992, σσ. 723, 50- 724, 51-53: «ἐξ ἧς καὶ ἐτέχθη ἄνθρωπος τέλειος, ὢν ἐν ταὐτῷ καὶ θεὸς τέλειος, εἷς τῇ ὑποστάσει, διπλοῦς τῇ φύσει, καθὼςοἱ θεοφόροι πατέρες καὶ αἱ ἑπτὰ ἅγιαι οἰκουμενικαὶ σύνοδοι ἐξέθεντο, ὁμολογεῖν τε τὴν παρθένον Θεοτόκον».

[21]P. JUSTIN POPOVITCH, Philosophie Orthodoxe de la vérité. Dogmatique le l' glise Orthodoxe (μετφρ. J.-L. Palierne), τόμ. 3, La Lumiètre du Thabor: Paris 1995.

[22]Photii Patriarchae Constantinopolitani, Epistulae et Amphilochia, ἐκδB. LAOURDAS - L. G. WESTERINK, Leipzig 1983, τόμ. 1, σσ. 40-44.

[23]FREDERICH LAURITZEN; «Who convenes a Synod in Byzantium», ἐν Θεολογία 86:2(2015), σσ. 105- 116, καὶ ἰδιαίτερα σσ. 112- 115.

Δεν υπάρχουν σχόλια: