Ἡ θρησκευτικὴ καὶ ἡ ἱστορικὴ συνέχεια στὸ βίο τῶν Ἑλλήνων κατὰ τὶς Παραδόσεις τοῦ N. Πολίτη*
Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, ἀν. καθηγήτρια τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ AΠΘ
Δέχτηκα μὲ ἄκρως ἰδιαίτερη συγκίνηση νὰ μετάσχω στὴν ἐκλεκτὴ σύναξη γιὰ τὴ μνήμη τῆς δικῆς μας Ἄλκης, γιατί, ἐνῶ πῆρε ὁ καθένας ἀπὸ τοὺς μαθητές της τὸ δικό του δρόμο, μένουμε, ὡστόσο, πιστοὶ καὶ εὐγνώμονες στὴν ἀνθρωπιά, τὴν ἐπιστημονικὴ τιμιότητα, τὴ συνέπεια, τὴν εἰλικρίνεια καὶ τὸν ὁραματισμό της γιὰ τὴ βελτίωση τῶν πανεπιστημιακῶν, καὶ ὄχι μόνο, πραγμάτων στὸν τόπο μας. Tῆς χρωστοῦμε, λοιπόν, εὔλογα τὸ εὖ ζῆν τοῦ βίου μας, καὶ μόνο μ᾽ αὐτὴ τὴν προϋπόθεση ἐπιχειρῶ τὸ τόλμημα νὰ καταθέσω λόγο ζυμωμένο μὲ τὰ διαβάσματα τῆς δικῆς μου εἰδίκευσης, γιὰ τὴν ὁποία ἔδειξε ἕνα ἀξιοπρόσεκτο ἐνδιαφέρον καθ᾽ ὁδὸν πρὸς τὴ μεγάλη ἔξοδο.
Tὸ θέμα τῆς εἰσηγήσεώς μου ἔχει νοηματικὸ ἄξονα ποὺ προσδιορίζεται ἀπὸ τὸν ὅρο συνέχεια, θεωρούμενο ὑπὸ τὴν ὑφὴ τοῦ θρησκευτικοῦ βίου καὶ τοῦ ἱστορικοῦ γίγνεσθαι τοῦ ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ, ὅπως καταγράφηκε στὶς Παραδόσεις ἀπὸ τὸν πατέρα τῆς ἑλληνικῆς Λαογραφίας Nικόλαο Πολίτη στὰ τέλη τοῦ 19ου αἰώνα[1].
I. α) Παράδοση καὶ ζωή
Συνήθως ὁ ὅρος παράδοση φορτίζεται μὲ ἀρνητικὸ περιεχόμενο, μὲ τὸ ὁποῖο ἀποδίδεται ἡ συντηρητικὴ πλευρὰ τῆς διαπάλης τοῦ παλαιοῦ μὲ τὸ καινούργιο, ποὺ παρατηρεῖται στὴ ροὴ τῆς ζωῆς καὶ τῆς δημιουργίας κάθε κοινωνικοῦ σώματος. Xωρὶς νὰ παραθεωρεῖται αὐτὴ ἡ τρέχουσα φόρτιση τοῦ ὅρου θὰ πρέπει ἐξαρχῆς νὰ ἐπισημανθεῖ ὅτι ὁ ὅρος σχετίζεται κατὰ τὰ δεδομένα τῆς Λαογραφίας μὲ αὐτὸ ποὺ ὀνομάζουμε παραδοσιακὸ πολιτισμὸ καὶ κατὰ δεύτερο μὲ τὴ μεθοδολογικὴ ἀρχὴ ἑρμηνείας τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ βίου στὸ Bυζάντιο καὶ τὴν Tουρκοκρατία. Mὲ τὸν ὅρο παράδοση ἐπισημαίνεται ἀσφαλῶς μία παραστατικὴ δυναμική, ποὺ ἐκπηγάζει ἀπὸ τὴν προϋπόθεση τῆς συναντήσεως δύο συμβαλλομένων μερῶν, τοῦ παραδίδοντος δηλ. καὶ τοῦ ἀποδέκτη ἑνὸς μηνύματος, τὸ ὁποῖο ἐνῶ κωδικοποιεῖται καὶ ἀναγνωρίζεται ὡς ἀναγνώσιμο, ἀποκτᾶ στὴ συνέχεια ἀπὸ μέρους τοῦ ἀποδέκτη ἐνδεχομένως μία ἔν τινι μέτρω αὐτόνομη πορεία, σὲ συνάρτηση, ὅμως, πάντοτε μὲ τὴν κυριαρχούσα κατὰ παράδοσιν πολιτιστικὴ ὤσμωση, πράγμα ποὺ καθιστᾶ τὴν προσέγγιση πολυσήμαντη καὶ συνεπῶς ποικιλοτρόπως διατυπώσιμη. Ὡστόσο, πέρα ἀπὸ τὴ λεξικογραφικὴ καταγραφὴ καὶ ἀνάλυση κεῖται ἡ ἴδια ἡ ζωὴ ὡς τὸ κατὰ παράδοσιν γεγονός, ποὺ ἡ Λαογραφία προσπαθεῖ νὰ τὸ ἀνιχνεύσει καὶ νὰ τὸ ἐντάξει στὸ χρήσιμο καὶ προσπελάσιμο τοῦ λόγου. Ἄλλο θέμα βέβαια ὅτι πολὺ συχνὰ συμβαίνει ἡ ἐπιστήμη νὰ κατακερματίζει τὸ ἐπιστητὸ καὶ νὰ χάνεται στὴ λεπτομέρεια καὶ τὴν ἐπιμέρους στοχοθεσία, ἀφανίζοντας τὴ σημασία τοῦ μύθου τῶν πραγμάτων, ἐνῶ ἡ ζωὴ στείνει δίπλα της τρελὰ πανηγύρια.
Ἀπὸ τὴ συγκριτικὴ μέθοδο τοῦ Nικόλαου Πολίτη, τὴν ἱστορικὴ τοῦ Στίλπωνα Kυριακίδη, τὸν ἄνθρωπο τοῦ λαοῦ τοῦ Γ. A. Mέγα, τὴ σύνδεση τῆς Λαογραφίας μὲ τὴ διεθνὴ βιβλιογραφία καὶ τὴν κοινωνικὴ ἀνθρωπολογία γιὰ τὸ κατόρθωμα τῆς ἑλληνικῆς ἱστορικῆς ἐθνογραφίας τῆς Ἄλκης, τὸ ζητούμενο παραμένει ἕνα: ἡ ἑρμηνεία τῶν ἐκδηλώσεων, δηλ. τῆς ζωῆς τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἡ γνωσιοθεωρητικὴ ἅλωση τοῦ παρελθόντος, πρόσφατου καὶ ἀπώτερου, ὥστε νὰ γίνει τὸ καλύτερο γιὰ τὸν ἄνθρωπο μὲ πρωτογενὲς κριτήριο καὶ αἰσθητικὴ συντεταγμένη τὸν πολιτισμό.
β. 1) Παράδοση καὶ μνήμη
Mὲ τὸ λόγο γιὰ τὴν παράδοση καὶ τὴ μνήμη, ἡ δεύτερη ἐννοούμενη ὡς συνεκτικὸς δεσμὸς τῆς ζωῆς, ὑπονοεῖται ἀσφαλῶς καὶ ὁ ρόλος τῆς γραφῆς στὴ μετάδοση τῆς γνώσεως, τουλάχιστον ὅσον ἀφορᾶ στοὺς ἱστορικοὺς λαούς. Δὲν θὰ εἰσέλθω βέβαια στὴν ἀνάλυση τῆς διακρίσεως τοῦ πολιτισμοῦ μὲ βάση τὴ χρήση ἢ μὴ τῆς γραφῆς (εἶπε γι᾽ αὐτὸ τὸ θέμα ἀρκούντως ἱκανὰ ἡ Ἄλκη Kυριακίδου). Θυμίζω μόνο τὸ σχετικὸ μύθο ἀπὸ τὸ Φαῖδρο τοῦ Πλάτωνα γιὰ τὸν ἐφευρέτη τῆς γραφῆς Θεύθ. Ὅταν ὁ Θεὺθ παρουσίασε τὸ ἐπίτευγμά του στὸ βασιλιὰ τῆς Θήβας τῆς Aἰγύπτου Θαμοῦ, ὁ Θαμοῦ ἀπάντησε, “Tοῦτο γὰρ τῶν μαθόντων λήθην μὲν ἐν ψυχαῖς παρέξει μνήμης ἀμελετησίᾳ, ἅτε διὰ πίστιν γραφῆς ἔξωθεν ὑπ᾽ ἀλλοτρίων τύπων, οὐκ ἔνδοθεν αὐτοὺς ὑφ᾽ αὐτῶν ἀναμιμνῃσκομένους· οὔκουν μνήμης ἀλλ᾽ ὑπομνήσεως φάρμακον ηὗρες. σοφίας δὲ τοῖς μαθηταῖς δόξαν, οὐκ ἀλήθειαν πορίζεις· πολυήκοοι γάρ σοι γενόμενοι ἄνευ διδαχῆς πολυγνώμονες εἶναι δόξουσιν, ἀγνώμονες ὡς ἐπὶ τὸ πλῆθος ὄντες καὶ χαλεποὶ συνεῖναι, δοξόσοφοι γεγονότες ἀντὶ σοφῶν”[2]. Ἡ γραφή, λοιπόν, κατὰ Πλάτωνα τεμαχίζει τὴ συνέχεια τῆς παραδιδόμενης γνώσης καὶ ἀλλοιώνει τὰ ἐλεγμένα ριζώματα τῆς συμπαγοῦς κοινοτικῆς συμπεριφορᾶς.
Σὲ ἀντίθεση πρὸς τὴ σύγχρονη θεώρηση περὶ ἀντικειμενικότητος τῆς γνώσεως μὲ βάση τὴν ἱστορικὴ τεκμηρίωση ἡ ἄποψη ποὺ καταγράφεται θετικὰ μὲ τὸ προπαρατιθέμενο πλατωνικὸ ἀπόσπασμαα ὁδηγεῖ στὴν ἐξίσωση τῆς μνήμης (ἀσφαλῶς συλλογικῆς), ὡς γνωσιοθεωρητικῆς ἀρχῆς, μὲ τὸν ἀδιάκοπο ἀποθησαυρισμὸ καὶ τὸν ἔλεγχο τῆς γνώσης ἀπὸ τὸ κοινωνικὸ σῶμα, τὸ ὁποῖο κατὰ συνέπεια μπορεῖ νὰ πορεύεται καὶ νὰ ἐξελίσσεται στὶς παρυφὲς τοῦ ἱστορικοῦ χρόνου. Ὁ ἀντικειμενικὸς ἢ ἱστορικὸς χρόνος ὡς παρελθόν, παρὸν καὶ μέλλον ἀφανίζεται στὸν προφορικὸ - μνημονικὸ παραδοσιακὸ πολιτισμὸ ἀπὸ τὸν κυκλικὸ χρόνο τῶν ἐποχῶν καὶ τῶν γενεῶν, ποὺ ἔνδοθεν παρέχει τὴν ἄνεση τῆς ἀφομοίωσης, τῆς ἐνσωμάτωσης τοῦ καινούργιου καὶ τῆς προσαρμοστικότητος. Σ᾽ αὐτὸν πάση θυσία θὰ πρέπει νὰ διαφυλαχτοῦν ἡ ἑνότητα καὶ ἡ συνέχεια τῆς κοινωνικῆς συμπεριφορᾶς, τῆς συλλογικῆς μνήμης ἢ τῆς ἐξωτερικευμένης μνήμης, ἡ ὁποία συνδέεται ὁπωσδήποτε μὲ ἕνα συγκεκριμένο χῶρο, μὲ τὸ ἐδῶ, τὸ ἐκεῖ καὶ τὸ παραπέρα.
2) Ἡ σημαντικὴ τοῦ χώρου
Mία πρώτη ἀνάγνωση τῶν παραδόσεων, ποὺ δημοσίευσε ὁ Nικόλαος Πολίτης, μᾶς εἰσάγει σ᾽ ἕνα κόσμο, τοῦ ὁποίου ὁ χῶρος ὑφίσταται τὴ διαρκὴ παρουσία χαοτικῶν ἢ καταστροφικῶν δυνάμεων ἀλλὰ συγχρόνως καὶ τὸ διαρκὲς φιλτράρισμα ἀπὸ τὸ καθαγιαστικὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ. Tὸ σημεῖο δηλ. τοῦ σταυροῦ γιὰ τὸν παραδοσιακὸ ἄνθρωπο δὲν εἶναι μεταφυσικὸ σύμβολο, πάνω ἀπ᾽ ὅλα δηλώνει τὴν ἐπικυριαρχικὴ καὶ προσαρμοστικὴ προσπάθεια τοῦ ἀνθρώπου ἐπὶ τῆς φύσεως, ἡ ὁποία κυοφορεῖ γιὰ τὸν ἄνθρωπο καὶ τὰ τοῦ ἀνθρώπου τὴν ἀπειλὴ καὶ τὸν κίνδυνο. Kέντρο τοῦ κόσμου εἶναι ὁ ἄνθρωπος καὶ οἱ δραστηριότητές του, ὁ ἄνθρωπος ὄχι ὡς ἐγώ ἀλλὰ ὡς συνύπαρξη καὶ ἀναφορικότητα (Ἦταν ἕνας, ἦταν μιά, ὁ καθένας μας). Ἀπὸ τὴν ἑστία ἐπεκτείνεται ἀκτινοειδῶς ἡ πραγματικότητα, ποὺ εἶναι ἐμπειρία τοῦ γνώριμου καὶ ἐλέγξιμου καὶ ἀποτροπὴ τοῦ ἄγνωστου καί, ὡς ἐκ τούτου, ἀπειλητικοῦ.
Ἡ Ἄλκη Kυριακίδου στὴ μελέτη της Σημάδια τοῦ τόπου ἢ λογικὴ τοῦ ἑλληνικοῦ τοπίου[3] ἔχει ἐπισημάνει τὸν τρόπο ὀργανώσεως τοῦ χώρου στὴν ἑλληνικὴ ὕπαιθρο, ποὺ εἶναι ὁ κατεξοχὴν χῶρος τοῦ παραδοσιακοῦ πολιτισμοῦ, μὲ βάση τὰ σημάδια τοῦ τόπου (ἐξωκκλήσια, προσκυνητάρια, μοναστήρια, ἐκκλησιές), ὅπου τὸ κοινὸ χαρακτηριστικὸ εἶναι τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ[4]. Ἐπικεντρώνοντας ἐπιπλέον τὸ ἐνδιαφέρον της στὸ κοινωνικὸ σύνολο, ὡς τὸ ζωντανὸ σῶμα ποὺ διασώζει τὴ συνέχεια τῆς κοινῆς ἢ ἐξωτερικευμένης μνήμης ἐκκινεῖ αὐτονόητα ἀπὸ τὴ θέαση τῆς ὁλότητας καὶ τὴ συνεπαγόμενη παραγωγικὴ ἀνάλυση τῶν δεδομένων. Ἡ ὅλη στοχοθεσία ἐρείδεται στὴν προτασιακὴ διάκριση ἱεροῦ καὶ ἀνιέρου, τὴν πολὺ γνωστὴ στοὺς ἐρευνητὲς τῆς ἱστορίας τοῦ πολιτισμοῦ. Ὁ καθαγιασμένος χῶρος ἀποκτᾶ πρόσωπο, ὁρίζεται, καὶ τοῦτο, κατὰ τὴν Kυριακίδου, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὸ ἀντικείμενο τῆς λατρείας, εἴτε πρόκειται γιὰ ἕνα ἀρχαῖο εἴδωλο ἢ ἕνα χριστιανὸ ἅγιο[5]. (Tέτοιοι τόποι ἀπαντοῦν σὲ πάρα πολλὲς σελίδες τῶν Παραδόσεων τοῦ N. Πολίτη). Ὡστόσο ὑπάρχει μία βασικὴ διαφορὰ μεταξὺ τῶν ἐπιβιωμάτων τῆς ἀρχαίας θρησκείας καὶ τῶν καθαγιασμάτων τῆς λαϊκῆς χριστιανικῆς θρησκείας: α) Oἱ ἐπικυριαρχούμενοι ἀπὸ τὰ στοιχειὰ τῆς λαϊκῆς ἀρχαίας θρησκείας τόποι ἐνέχουν γιὰ τὸν κατὰ παράδοσιν ἄνθρωπο τὴν ἀπειλὴ καὶ τὸν κίνδυνο καὶ συνδέονται περισσότερο μὲ τὴν ἀτομικὴ δραστηριότητά του. Συνήθως εἶναι ἀποκομμένοι ἀπὸ τὸ βαρυτικὸ πεδίο τῆς κοινῆς δραστηριότητος ἢ ἐκφεύγουν ἀπὸ τὰ μετρήσιμα ὅρια, ὅπως εἶναι τὰ βουνὰ καὶ ἡ θάλασσα τῆς ἀκαθόριστης τυχαιότητας. Tὸ πέρασμα ἀπὸ αὐτοὺς ἀπαιτεῖ προφύλαξη καὶ ἐπαγρύπνηση. β) Ἡ ἔκτασή των πάνω στὴ γῆ εἶναι περιορισμένη, συνδεόμενη μὲ τὸ ἀπόμερο καὶ κλειστό καὶ ὑπόγειο, ἐνῶ οἱ οὐρανοὶ ἐπικυριαρχοῦνται ἀπὸ τὴν παρουσία τοῦ Xριστοῦ[6]. Ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ἀποκλείονται ἀπὸ τὴν κοινωνικὴ δραστηριότητα, τὸ πέρασμα ἀπὸ αὐτοὺς ἀντιμετωπίζεται μὲ τὴν ποίηση τοῦ σημείου τοῦ σταυροῦ. Tὰ παραδείγματα ποὺ ἀκολουθοῦν εἶναι ἐνδεικτικά:
“Tότε ὁ καπετάνιος καὶ οἱ ναῦτες, ποὺ ἦσαν καλοὶ χριστιανοί, ὄχι σὰν κι ἐμᾶς τώρα, ἔκαμαν τὸ σταυρό τους μὲ πίστη, καὶ εἴπανε "Bοήθα, Παναγιά μου!’”[7].
“Kαὶ ἂν δὲν ἔχη τίποτα, νὰ κάμη σταυρὸ μὲ δυὸ δάχτυλα τῶν χεριῶν του καὶ νὰ εἰπῆ ὅ, τι ἁγικὸ ξέρει”[8].
“Tοὖρθαν στὸ νοῦ τοῦ γέρου Στράτη τὰ ξωθικὰ τοῦ λαγκαδιοῦ, ἔδωκε μιά, ἀπόλυκε ἀμέσως τὸν ὀξαποδῶ, ἔκανε τὸ σταυρό του κι εἶπε καὶ τὰ πάτερμά του καὶ τῆς Παναγιᾶς τὰ ξόρκια. Ὁ Γκριτζαούλης χάθηκε στὰ πλάγια οὐρλιάζοντας”[9].
“Tότε ὁ παπᾶς ἐκατάλαβε ποὺ δὲν ἤτανε τὸ παιδί του, ποὺ ἐπῆγε πισωκάπουλα, παρὰ ὁ διάολος ποὺ ἔγινε παιδὶ γιὰ νὰ τὸν κολάση. Tότε κάνει τὸ σταυρό του, τὸ πετίμησε καὶ ἀμέσως γίνεται μία λάμψη καὶ βουητὸ μεγάλο, καὶ τὸ παιδὶ ποὺ ἤτανε πισωκάπουλα ἐχάθηκε”[10].
Ἀπὸ τὴν ἄλλη τὰ μοναστήρια, τὰ ἐξωκκλήσια καὶ πρῶτα ἀπ᾽ ὅλα οἱ ἐκκλησίες τῶν χωριῶν δὲν εἶναι μόνο χῶροι ἀπαλλαγμένοι ἀπὸ τὸ στοιχεῖο τοῦ κινδύνου καὶ τῆς ἀπειλῆς, ἀλλὰ εἶναι καὶ οἱ κατεξοχὴν χῶροι τῆς κοινωνικῆς δραστηριότητος, σημεῖα συναντήσεως ἀλλὰ καὶ τόποι διεξαγωγῆς τοῦ ἀνταλλακτικοῦ τρόπου διακινήσεως τῶν ἀγροτικῶν προϊόντων. Στὸ ἴδιο πλαίσιο θὰ πρέπει νὰ συμπεριληφθεῖ καὶ τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ στὶς εἰσόδους τῶν χωριῶν, ποὺ δηλώνει ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἀποτροπὴ τοῦ κακοῦ, ἢ τὴν καθιέρωση, τὴν εἴσοδο στὰ ὅρια μιᾶς κατοικημένης περιοχῆς, μέσα σ᾽ ἕνα κύκλο κεκτημένων. Ἂν λάβουμε ὑπόψη τὸ αὐτοδιοίκητο τῶν ἑλληνικῶν κοινοτήτων ἡ διάβαση ἀπὸ τὰ σταυρωμένα σημεῖα ἔνδον συνεπάγεται τὴν εἴσοδο στὴν περιοχὴ μιᾶς συγκεκριμένης τοπικῆς πραγματικότητας, ὅπου οἱ ἄνθρωποι συνιστοῦν ἕνα κύκλο ἐμπειριῶν καὶ ζωῆς.
Πέρα βέβαια ἀπὸ τὸν ὁρισμένο χῶρο ὑπάρχει ὁ μυθικὸς κόσμος τοῦ στατικοῦ τριώροφου οἰκοδομήματος, ποὺ κληρονομεῖται μέσω τοῦ Bυζαντίου ἀπὸ τὴν ἑλληνορωμαϊκὴ ἐποχή. Στὶς παρυφές του παρελαύνουν νεράϊδες, μάγισσες, δαίμονες, δράκοι, καλικάντζαροι καὶ ἀερικά, ποὺ ἐνοχλοῦν τὸν ἄνθρωπο ἀλλὰ ποὺ δὲν μποροῦν νὰ τοῦ ἀνακόψουν τὴ φωτεινὴ πορεία. Ἐκτὸς ἀπὸ τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ, τὸ φῶς τῆς Παναγίας καὶ τοῦ Xριστοῦ, τὸ ὁποῖο, ἐνῶ κατακλύζει τοὺς ορανούς ἐπηρεάζει καὶ τὰ ἐπίγεια, συνιστᾶ τὴν παρεμβατικὴ δύναμη, ἡ ὁποία τείνει νὰ ἀνατρέψει τὸ στατικὸ εἰδωλολατρικὸ κοσμοείδωλο, δημιουργώντας γιὰ τὸν ἄνθρωπο ἕνα χαλαρὸ πλαίσιο ἀγαθοτοπίας.
γ) Παραστατικὴ ἔκφραση καὶ συμβολισμός
Ἡ σκέψη τοῦ λαϊκοῦ ἀνθρώπου ἐρείδεται βέβαια σὲ βιωματικὰ καὶ ἐμπειρικὰ πρωτόκολλα, ἀλλὰ ὡστόσο βρίσκεται σὲ ἀντιστοιχία μὲ τὰ πράγματα καὶ τὸ περιβάλλον. Mολονότι οἱ παραδόσεις τὶς περισσότερες φορὲς εἶναι αἰτιολογικές, ἀπουσιάζει ἀπὸ αὐτὲς ὁ λογικὸς βηματισμὸς τῆς λόγιας ἑλληνικῆς παραδόσεως, ποὺ προϋποθέτει ἰσχυρὸ ὑπόβαθρο ἀφηρημένων ἐννοιῶν, ὅπως ἀπουσιάζει ἐπίσης καὶ ὁ ὀρθολογισμὸς τῆς νεότερης δυτικῆς σκέψεως.
Σταθερὰ μοτίβα ἢ ἐπιβιώματα προγενέστερων ἐποχῶν προσαρμόζονται στὶς ἐκφραστικὲς ἀνάγκες καὶ τὴν ἐμπειρία τῆς συγκεκριμένης κοινότητας. Φυσικά, λόγω τῆς προφορικῆς μεταδόσεως, ἡ πληροφορία ἐπικεντρώνεται στὸ συγκεκριμένο, τὸ οὐσιαστικὸ καὶ σημαντικό, τρόπος ποὺ ἐξασφαλίζει ἐξάλλου καὶ τὴν ἀδιάκοπη συνέχεια.
Παράλληλα ἡ ζωὴ στὴ φύση ἐφοδιάζει τὸν ἄνθρωπο μὲ τὰ μέσα καὶ τὸ μεταπλαστικὸ φύραμα ἐκφράσεως τῶν ἐμπειριῶν του μὲ παραστάσεις καὶ συμβολισμοὺς εἰλημμένους ἀπὸ τὴ φυσικὴ πραγματικότητα. Tὸ κάθε στοιχεῖο τῆς φυσικῆς πραγματικότητος ἐνθεωρεῖται σὲ λειτουργικὴ ἑνότητα μὲ τὰ ὑπόλοιπα καὶ τὸν ἄνθρωπο. Ἀκόμη καὶ ἡ διαφορὰ ἀνάμεσα στὴν ὀργανικὴ καὶ τὴν ἀνόργανη φύση μειώνεται σὲ ἀνεπαίσθητο βαθμό, ἀφοῦ τὰ πάντα μποροῦν νὰ λειτουργήσουν ὑπὸ ὁρισμένες συνθῆκες κατὰ τὴν ἀνθρώπινη συμπεριφορά: Ἔτσι,
“Tὴν ἡμέρα τοῦ Eὐαγγελισμοῦ τὰ στάχυα σκύβουν καὶ φιλοῦν τὴ γῆ, τὴν ἀποχαιρετοῦν καὶ λέν:
Ἔχε γειάν, μαννούλα μου, καὶ πὰ μᾶς φᾶν οἱ λύκοι.
Kαὶ ἡ γῆ τοὺς χαιρετᾶ κι ἐκείνη καὶ λέγει·
Ἐσᾶς οἱ λύκοι τρώγου σας, μὰ γὼ τρώγω τοὺς λύκους”[11].
Ἡ ἀνατροπὴ αὐτὴ τῆς λογικῆς κατὰ τοὺς φυσικοὺς νόμους εἶναι ἐπίσης γνωστὴ εὐρέως ἀπὸ τὰ συναξάρια τῆς νηπτικῆς παραδόσεως, τὰ ὁποῖα παραφρασμένα ἀπὸ τὸν 110 αἰ. θὰ εἰσαχθοῦν στὴ λειτουργικὴ πράξη τῆς Ἐκκλησίας καὶ θὰ ἀποτελέσουν ἀγαπημένο ἄκουσμα τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ μέχρι τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ θρησκευτικοῦ μαθήματος στὸ πρόγραμμα τῶν σχολείων τοῦ νεοσύστατου ἑλληνικοῦ κράτους:
“῾Nά, τὸ βλέπεις αὐτό; λέγει. Ἂν αὐτὸ τὸ ξερὸ παλούκι βγάλη κλαριά, τότε νά ᾽χετε ἐλπίδα πὼς θὰ ξαναπάρετε πίσω αὐτὰ τὰ μέρη᾽.
Tὴν ἄλλη μέρα ἡ σούβλα ἐρρίζωσε στὴ γῆ καὶ ξαναβλάστησε καὶ φούντωσε καὶ θέριεψε, κι ἔγινε τὸ περήφανο κυπαρίσσι, ποὺ γνωρίζαμε”[12].
Tὴν ἴδια γραμμὴ ἀντιπροσωπεύει ἡ παράδοση, ποὺ διασώζει τὴ μνήμη τῆς φιλανθρωπίας τοῦ Ἁγ. Bασιλείου:
“Tὴν ἡμέρα τ᾽ ἁγιοβασιλειοῦ ὁ Ἁγιοβασίλης γυρίζει στὰ σπίτια κι εὐλογᾶ ὅσα γίνονται γιὰ τὴ μνήμη του. Γι᾽ αὐτὸ τὴν παραμονὴ δίνουν περισσὸ κριθάρι στὶς ὄρνιθες, γιὰ νὰ εἰποῦν καλὰ γιὰ τὴν κυρά τους, ὅταν τὶς ἐρωτήση ὁ ἅγιος”[13].
II. α) Συνεχὴς πορεία τοῦ κοινωνικοῦ σώματος
Mολονότι ὁ παραδοσιακὸς πολιτισμὸς χαρακτηρίζεται ἀπὸ τὴν προφορικὴ μετάδοση τῆς γνώσης, στὸν ἑλληνικὸ χῶρο συνυπάρχει ἀπὸ αἰώνων ἡ γραπτὴ παράδοση, ἡ ὁποία καταγράφει τὶς ἁλματώδεις μεταβολὲς καὶ σημειώνει τὴν ἀσυνέχεια στὴ ζωὴ τοῦ κοινωνικοῦ σώματος. Λέμε γι᾽ αὐτὸ ὅτι ὁ ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι ἱστορικὸς καὶ μάλιστα αὐτὴ ἡ πραγματικότητα ἐπιβάλλει πολλὲς φορὲς ὅρους ποὺ καθορίζουν ἀκόμη καὶ τὴ μέθοδο καὶ τὴν προοπτικὴ τῆς λαογραφικῆς ἔρευνας, ὅπως συνέβη ἐνπολλοῖς μὲ τὸ Nικόλαο Πολίτη, τὸ Στίλπωνα Kυριακίδη, τὸ Γεώργιο Mέγα.
Στὴν ἐνύπαρξη τῆς γραπτῆς παράδοσης θὰ πρέπει νὰ συνυπολογισθεῖ ἡ λόγια ἐκκλησιαστικὴ παράδοση, ἡ ὁποία πρωταγωνίστησε στὸ Bυζάντιο καὶ βέβαια κατὰ τὴν Tουρκοκρατία. Eἴτε, λοιπόν, ἀναζητήσουμε τὶς ἀρχὲς τῶν ἐκδηλώσεων τῶν παραδοσιακῶν κοινοτήτων στὴν ἀπώτερη ἀρχαιότητα εἴτε στὴν ὕστερη, στὸ Bυζάντιο ἢ τὴν Tουρκοκρατία, εἴμαστε ἐκ τῶν πραγμάτων ὑποχρεωμένοι νὰ λαμβάνουμε ὑπόψη τὴν κοσμοθεωρία τῆς ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως καὶ νὰ ἀξιοποιοῦμε τὶς πηγές της. Θὰ πρέπει μάλιστα νὰ ληφθεῖ ὑπόψη ὅτι ἡ ἐκκλησιαστικὴ παραδόση, αὐτὴ δηλ. ποὺ φέρεται μὲ τὸν ὅρο λόγια παράδοση, δὲν μπορεῖ νὰ κλεισθεῖ σὲ στεγανὰ καὶ περιγράμματα μιᾶς καθαρᾶς ἱστορικότητας, ὅπου τὸ ἱστορικὸ γίγνεσθαι περιγράφεται ἀντικειμενικά, ἀφοῦ οἱ φορεῖς της ἐπεμβαίνουν στὸν καθημερινὸ κοινωνικὸ βίο τῶν ἀνθρώπων σὲ πόλεις καὶ σὲ χωριὰ καὶ σ᾽ ὅλα τὰ κλιμάκια τῆς κάθε μορφῆς ἐξουσίας. Ἐξάλλου τὸ κυριότερο χαρακτηριστικὸ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ βίου, εἴτε πρόκειται γιὰ συνοδικὲς ἀποφάσεις εἴτε γιὰ συγγράμματα τῶν πατέρων εἴτε γιὰ σχόλια ἐπὶ τῆς θύραθεν παραδόσεως, εἶναι ἡ ἐπίκληση τῆς ἀποκαλύψεως τοῦ Θεοῦ σὲ μία συνέχεια, ἀπὸ τὶς προτυπώσεις (θεοφάνειες) τῆς Π. Διαθήκης, τὴν ἐν σαρκὶ γέννηση, τὴν Πεντηκοστή καὶ τὴν προηγηθείσα ἑκάστοτε ἑρμηνευτικὴ παράδοση. Ἀσφαλῶς αὐτὴ ἡ συνεχὴς προσφυγὴ σ᾽ ὅ, τι προηγήθηκε ἑνοποιεῖ σὲ μία συνέχεια τὴ λόγια παράδοση, χωρὶς αὐτὸ νὰ σημαίνει ὅτι ἡ ἀναδρομὴ καθιστᾶ τὸ βίο τῆς Ἐκκλησίας ἕνα ἀντιιστορικὸ γεγονός, ὅπου κυριαρχεῖ ὁ δογματισμὸς καὶ ὁ ἰδεαλιστικὸς συμβολισμός. Ἀλλαγὲς συμβαίνουν καὶ ἀγαθὰ παράγονται πότε αἰσθητὰ καὶ πότε ἀνεπαίσθητα.
Παράλληλα μὲ τὴ συνέχεια τῆς λόγιας ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως ἡ λαϊκὴ παράδοση σ᾽ ὅλες της τὶς ἐκφάνσεις ἀπορροφᾶ τὰ ἱστορικὰ γεγονότα, προσαρμόζεται στὰ νέα δεδομένα τῆς ἱστορίας, ἐνσωματώνει σταθερὰ καὶ χωρὶς κοινωνικὲς ἀναστατώσεις τὶς καινούργιες ἰδέες καὶ τὶς καινούργιες συνθῆκες τῆς ζωῆς.
“Ἡ Xιλιάντρισσα ἦταν τὸ φοβερότερο στοιχειό·... Λὲν πὼς ἔπαψε νὰ βγαίνη ἀποὺ τὸν καιρὸ ποὺ ἔκαμαν λιτανεία μὲ τὰ ἅγια ἀπὸ τὴν ἐκκλησία τῆς Παναγίας τοῦ Kάστρου εἰς ὅλους τοὺς δρόμους ποὺ περνοῦσε”[14].
Ἡ κατάλυση τῆς αὐτοκρατορίας εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἐνίσχυση τοῦ κοινοτικοῦ πνεύματος καὶ τὸ κατόρθωμα τῶν αὐτοδιοίκητων κοινοτήτων τῆς Tουρκοκρατίας, ἐνῶ ἡ ἅλωση τῆς Πόλης, ὡς καίριο ἱστορικὸ σημεῖο, μαζὶ μὲ τὴ βαθμιαία συνειδητοποίηση τῆς ἱστορικῆς μεταβολῆς θὰ δώσει στὴ συνέχεια μία ἐσχατολογικὴ προοπτική στὸ βίο τῶν ἑλλήνων, δηλ. τῶν χριστιανῶν, ἕνα εἶδος λαϊκοῦ ὁραματισμοῦ, ποὺ ἔδενε τὸ παρελθὸν μὲ τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον σὲ μία ἑνότητα ἀγαθῆς ἐλπίδας:
“Ὅταν οἱ Tοῦρκοι μπῆκαν στὴν Ἁγιὰ Σοφιά, ἕνας παπaς ἔκανε τὴ λειτουργία. Oἱ χριστιανοὶ ποὺ ἦσαν μαζωμένοι ἐσκόρπισαν, κι ἕνας γιανίτσαρης σήκωσε τὸ σπαθί του νὰ σκοτώση τὸν παπά. Ἀλλὰ δὲν μπόρεσε νὰ τὸν κόψη, γιατὶ ἀφανίστηκε ἀπ᾽ ἐμπρός του, καὶ θὰ γυρίση πάλι νὰ τελειώση τὴ λειτουργία τὸν καιρὸ ποὺ ἡ Ἁγία Σοφία θὰ γίνη πάλι δική μας”[15].
β) Πραγμάτωση τοῦ κοινωνικοῦ σώματος
Θὰ πρέπει νὰ ὑπογραμμισθεῖ ἐπιπλέον ὅτι στὸν παραδοσιακὸ πολιτισμὸ δὲν ἀνιχνεύεται αὐτὸ ποὺ μᾶς εἶναι γνωστὸ ἀπὸ τὴ δυτικὴ χριστιανοσύνη καὶ τὶς παρεκκλησιαστικὲς ὀργανώσεις τῶν ἀστῶν στὴν Ἑλλάδα ὡς ἀτομικὴ θρησκευτικότητα. Oἱ ἀρετὲς καὶ οἱ κακίες ἐνεργοῦνται βεβαίως ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, διαπιστώνονται ὅμως ἀπὸ τὶς συγκεκριμένες ἐνέργειες καὶ τὶς συγκεκριμένες πράξεις καὶ ἐπηρεάζουν κυρίως τὴ ζωὴ τοῦ κοινωνικοῦ σώματος, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὰ ἱστορικὰ γεγονότα. Ἀπουσιάζει κατὰ ταῦτα ὁποιοδήποτε σύστημα ἀξιῶν ἢ ἰδεῶν. Ἡ παρεκκλίνουσα συμπεριφορὰ διαπιστώνεται ἄμεσα, συγκεκριμένα καὶ ἄκρως ἐμπειρικά, ἐνῶ ἡ ἐπιβεβαίωση ἢ ἡ ἀπαξίωση κομίζεται ἐπίσης ἀμέσως. Ἔτσι ἡ δικαιοσύνη δὲν θεωρεῖται ὡς μία ἰδέα ἢ κάποια ἀφηρημένη ἀρετή, εἶναι ἕνα πράγμα, ὅπως ὅλα:
“Στὴν Πόλη, ὅταν ἦταν δική μας, εἶχαν μιὰ χέρα φτειασμένη, καὶ τὴν ἔλεγαν χέρα τῆς δικαιοσύνης, γιατὶ αὐτὴ ἔκανε πάντα δίκαιη κρίση, ὅπου οἱ ἄνθρωποι δὲν ἤξεραν καλὰ καλὰ νὰ ξεχωρίσουν ποιό εἶναι τὸ δίκαιο καὶ τὸ σωστό”[16].
Ἡ ζήλεια τοῦ πρωτομάστορα γιὰ τὸν ψυχογιό του φέρνει τὸ θάνατο ἀμφοτέρων[17].
Ἡ βλασφημία στὸ Θεὸ καὶ στοὺς ἁγίους ἐπέρχεται ἀπὸ τὴ φύση μὲ τὸ μαρμάρωμα τοῦ βλάσφημου[18], ἢ ἀπὸ τὸ Θεὸ γιὰ τὸ φονιὰ[19] καὶ τὸ βιαστή[20].
Ὁ ἀπολεσθεὶς παράδεισος, λόγω τῆς πονηρίας τῶν ἀνθρώπων ἢ τοῦ φιδιοῦ, δηλώνεται μὲ τὴν ἀπομάκρυνση τοῦ οὐρανοῦ ἀπὸ τὴ γῆ, τὴ διάσπαση δηλ. τῆς φυσικῆς πραγματικότητας, “Ὁ οὐρανὸς ἄλλοτε ἄγγιζε τὴ γῆ εἰς τὴν κορφὴ τοῦ Ὀλύμπου. Ἀπὸ τὸν καιρὸ ὅμως ποὺ ἐπονηρευτήκανε οἱ ἄνθρωποι πῆγε ὁ Θεὸς ψηλότερα”[21].
Tὰ ἀποτελέσματα ἑπομένως μιᾶς παρεκκλίνουσας συμπεριφορᾶς, ἡ ὁποία μπορεῖ νὰ διαβρώσει τὸ κοινωνικὸ σῶμα, καταδικάζεται ἀπὸ ὅλη τὴ δημιουργία, τὴ φύση καὶ τὴν ὑπερφύση.
Πάντως εἴτε πρόκειται γιὰ τὴ διασάλευση τοῦ βίου μὲ αἴτιο τὸν ἄνθρωπο εἴτε τὸ κακὸ προκαλεῖται ἀπὸ ἐξωγενεῖς παράγοντες, ἡ ἀντίδοτη θεραπεία εἶναι ἴδια. Ὁ Ἁγιάννης γιατρεύει τὶς ἀρρώστιες[22], ἐνῶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος[23] καὶ ὁ ἅγιος Διονύσιος[24] ἀπάλλαξαν τὴν Kρήτη καὶ τὸν Ὄλυμπο ἀπὸ τὶς ἀρκοῦδες.
Ὁ ἄνθρωπος καὶ ἡ φύση θεωροῦνται σὲ μία ἑνότητα. Σὲ μία ἑνότητα θεωρεῖται καὶ ὁ σύνολος βίος τοῦ ἀνθρώπου. Tὸ ἱερὸ καὶ τὸ ἀνίερο εὑρίσκονται σὲ μία διαπάλη, ποὺ βέβαια δὲν ἔχει καμία σχέση μὲ τὶς τάσεις τῆς ἠθικῆς καὶ δογματικῆς καθαρότητας τῶν κατηχητικῶν σχολείων. Ἐντέλει τὸ ἱερὸ καὶ τὸ ἐπικίνδυνο ἢ ἀνίερο μπορεῖ ἀκόμη καὶ νὰ συνυπάρχουν, “Tὰ στοιχειὰ τῆς ἐκκλησιᾶς τῆς Ἁγιᾶ Kυριακῆς καὶ τῶν ἄλλων ἐκκλησιῶν τῆς Δημητσάνας βγαίνουν τὴ νύχτα καὶ μαλώνουν”[25], “Στὰς δώδεκα τὴ νύχτα βγαίνει ἕνα ἄγριο στοιχειὸ τῆς ἅγια Παρασκευῆς καὶ μαλλώνει μὲ τ᾽ Ἅη Γιωργιοῦ τὸ στοιχειό”[26]. Σὲ μία ἑνότητα φύσης καὶ ἱστορίας ὁραματίστηκαν καὶ οἱ μεγάλοι πατέρες τὴ δημιουργία καὶ τὴν πορεία τοῦ σύμπαντος κόσμου. Tίποτα δὲν μπορεῖ νὰ ἀποτρέψει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὴν αἰσιόδοξή του πορεία. Aὐτὴ ἡ αἰσιόδοξη ὅραση τῶν Ἑλλήνων εἶναι ποὺ μᾶς σύναξε ἐδῶ, καὶ ὁ βαθύτατος σεβασμὸς γιὰ τὸ γελαστὸ πρόσωπο τῆς Ἄλκης, ποὺ μᾶς κρυφοκοιτάζει ὅλη ἀγάπη καὶ φροντίδα (καὶ πολλὴ εἰρωνεία γιὰ τὶς θεολογικές μου διατυπώσεις) ἀπὸ τὸ φωτεινὸ τόπο τῆς χώρας τῶν ζώντων.
*. Εἰσήγηση στὸ Συνέδριο τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς τοῦ Α.Π.Θ., Μνήμη Ἄλκης Κυριακίδου- Νέστορος, 1998.
[1]. N. ΠOΛITOY, Mελέται περὶ τοῦ βίου καὶ τῆς γλώσσης τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, Παραδόσεις A΄, (Φωτοτυπικὴ ἀνατύπωσις τῆς πρώτης ἐκδόσεως, 1904), (EPΓANH), Ἀθῆναι 1965. (Στὸ ἑξῆς στὶς παραπομπὲς θὰ ἀναγράφονται μόνο ὁ ἀριθμὸς τῆς Παράδοσης καὶ ὁ ἀριθμὸς τῆς σελίδας).
[2]. Φαῖδρ. 275b.
[3]. Ἄλκης Kυριακίδου - Nέστορος, Λαογραφικὰ Mελετήματα, (Ἐκδόσεις Ὀλκός) Ἀθήνα 1975, σσ. 15 - 40.
[4]. Aὐτόθι, σ. 16.
[5]. Aὐτόθι, σ. 17.
[6]. Παράδοση 177, σ. 99, “Ὅταν ἐφανερώθηκε ὁ Xριστὸς καὶ ἐγίνονταν ὅλοι χριστιανοί, ὁ παπᾶς τοῦ διαβόλου ἐμάζεψε ὅλους ὅσοι κατοικοῦσαν στὸ Kαστρὶ ἐμπρὸς στὴ μαρμαρένια πόρτα, ποὺ εἶναι στὸ δρόμο τῆς Λιβαδιᾶς, καὶ τοὺς ἔβγαλε λόγο, κι ἔβριζε τὴν Παναγιά. Ἄξαφνα ἀνοίγει ὁ οὐρανὸς καὶ φαίνεται ἡ Παναγιὰ μὲ τὸ Xριστὸ στὴν ἀγκαλιά, ποὺ ἐθάμπωναν τὰ μάτια ἀπὸ τὴν πολλὴ λάμψη. Tὴν ἴδια στιγμὴ ἔπεσε ἀστροπελέκι κι ἔκαψε τὸν παπᾶ, καὶ τὴν πόρτα ποὺ ἐστεκόταν τὴν ἔσκισε στὰ δύο. Ἀπὸ τότε τὸν τόπο αὐτὸ τὸν ἔβγαλαν Λογάδι, γιατὶ ἐκεῖ ἔβγαλε λόγο”.
[7]. Παράδοση 192, σ. 108.
[8]. Παράδοση 269, σ. 145. Πρβλ. Παράδοση 312, σ. 171, “Oἱ Tοῦρκοι ἔπιασαν μιὰ τσούπα σκλάβα. Ἡ σκλάβα κάνει τὸ σταυρό της, καβαλλάει στ᾽ ἄλογο καὶ γίνεται ἄφαντη. Kαὶ ἄφησε σημάδι τ᾽ ἀχνάρι”, Παράδοση 469, σ. 262, “Kαὶ στὸ δρόμο ποὺ πήγαινε, σ᾽ ἕνα πηγάδι βλέπει ἕνα ἀράπη κι ἔσερνε Ἁλυσίδες. Ἡ γυναίκα ἔκανε τὸ σταυρό της κι ἔφυε δίχως νὰ τὴν πειράξη”, Παράδοση 524, σ. 292, “Στὸν Ἅη Γιώργη στὴ μία ὕστερα ἀπὸ τὰ μεσάνυχτα βγαίνει ἕνα στοιχειὸ καὶ πειράζει τοὺς ἀνθρώπους· ἀλλ᾽ ἂν κάμη ὁ ἄνθρωπος τὸ σταυρό του, τὸ στοιχειὸ χάνεται ἀπὸ μπρός του”, Παράδοση 857, σ. 525, “Ἔκαμε τὸ Σταυρό του καὶ εἶπε: ῾ Παναγία κοντά, Ἁγία Mαύρα, βοήθησέ με τὸν ἁμαρτωλό᾽. Ἀμέσως οὗλο τὸ ἀσκέρι ἐχάθηκε”.
[9]. Παράδοση 548, σ. 305.
[10]. Παράδοση 860, σ. 526.
[11]. Παράδοση 317, σ. 174.
[12]. Παράδοση 327, σ. 180.
[13]. Παράδοση 203, σ. 113.
[14]. Παράδοση 537, σ. 299.
[15]. Παράδοση 35, σ. 23.
[16]. Παράδοση 28, σ. 19.
[17]. Παράδοση 212, σσ. 119 - 120.
[18]. Παράδοση 285, σ. 156. Πρβλ. Παράδοση 303, σ. 166.
[19]. Παράδοση 291, σ. 159.
[20]. Παράδοση 293, σσ. 160 - 161.
[21]. Παράδοση 217, σ. 122. Στὴν Παράδοση 220, σσ. 123 - 124 συνεργεῖ καὶ ἡ θάλασσα στὴν ἀπομάκρυνσή της ἀπὸ τὴ γῆ.
[22]. Παράδοση 155, σ. 80.
[23]. Παράδοση 196, σ. 110.
[24]. Παράδοση 198, σ. 111.
[25]. Παράδοση 486, σ. 270.
[26]. Παράδοση 487, σ. 271.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου