HELLENOPHONIA

Κυριακή 7 Ιουνίου 2026

 ΝΙΚΟΥ Α. ΜΑΤΣΟΥΚΑ,

ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΔΙΑΝΟΗΣΗ

(ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΚΑΙ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ—58)

ΕΚΔΟΣΕΙΣ Π. ΠΟΥΡΝΑΡΑ: ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 2006, σσ. 85 - 109

(Απόσπασμα: Επεξεργασία- άδεια Δ. ΑΘ. ΛΙΑΛΙΟΥ)

 

3. Νεοελληνικός πολιτισμός καί ἐκκλησιαστική ταυτότητα

Χωρίς ἀμφιβολία εἶναι ἀπαραίτητο νά ἐξετασθεῖ ἱστορικά καί συστηματικά ἡ ἄποψη κατά πόσο ὁ νεοελληνικός πολιτισμός τῶν δύο τελευταίων αἰώνων ἔχει ἐνσωματωθεῖ στήν ἐκκλησιαστική ταυτότητα. Στήν προκειμένη περίπτωση θά ἀναφερθῶ στήν παράδοση τῆς Ὀρθοδοξίας, χωρίς τοῦτο νά σημαίνει ὅτι ἀποκλείω ἐξολοκλήρου τίς σχετικές παραμέτρους ἀπό τή δυτική Χριστιανοσύνη. Πάντως εἶναι ὑποχρεωμένος κανείς ν’ ἀντιμετωπίσει δυό βασικές δυσκολίες, ἤ καλύτερα νά ξεκαθαρίσει δυό βασικές παραμέτρους τοῦ ὅλου προβλήματος. Ἀπό τή μιά μεριά οὐκ ὀλίγοι παρ’ ἡμῖν καί ἀλλοῦ θεολόγοι, οἱ ὁποῖοι περισσότερο ἠθικολογοῦν παρά θεολογοῦν, δέν μποροῦν ἤ δέν θέλουν νά δεχτοῦν ὅτι ἡ ἐκκλησιαστική ζωή ἔχει σχέση μέ τόν πολιτισμό. Εἶναι κάτι πού μερικές φορές δέν μποροῦν νά τό ἀνεχτοῦν μήτε ὡς σκέψη. Ἐξοῦ καί τό πρόβλημα σέ θεωρητική καί πρακτική διάσταση, ἑπομένως καί στήν ἱστορική καί συστηματική ἐξέταση τοῦ ζητήματος.

Ἀπό τήν ἄλλη κυρίως ξένοι ἐρευνητές καί παρ’ ἡμῖν θεολόγοι ἤ διανοούμενοι ἀπροσδιόριστης προέλευσης ἰσχυρίζονται ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, καί κατά μείζονα λόγο ἡ ἀσκητική καί μοναχική παράδοσή της, ἔχει ἐχθρική στάση πρός τόν πολιτισμό. Αὐτονόητα οἱ ἐν λόγω ἐρευνητές καταρχήν ― ὅπως ἤδη ἔχω ἐπισημάνει στήν Εἰσαγωγή αὐτό πού γίνεται σέ διαλογικές συζητήσεις ― δέν μᾶς λένε τί ἀκριβῶς ἐννοοῦν ὡς πολιτισμό. Γι’ αὐτό, σέ τοῦτο τό σημεῖο, κατ’ ἀνάγκη, ὑπενθυμίζω στόν ἀγαπητό ἀναγνώστη τί πρέπει, κατά τή γνώμη μου, νά ἐννοοῦμε ὡς δημιουργία πολιτισμοῦ. Ἐπανερχόμενος, λοιπόν, ξανά στόν περιγραφικό ὁρισμό περί πολιτισμοῦ, νομίζω ὅτι θά μπορούσαμε νά συμφωνήσουμε ― ἐνδεχομένως στήν πλειονότητα ἤ ἀκόμη καί στό σύνολο ― ὅτι πολιτισμός εἶναι τά ἔργα καί ἡ συμπεριφορά τοῦ ἀνθρώπου σέ μιά δημιουργική πορεία, σέ μιά ἱστορική διαδρομή ἐν μέσω ὠδίνων καί ὀδυνῶν. Ἑπομένως γλώσσα, ὀργάνωση κοινοτικῆς ζωῆς, ἐπιστήμη, κτίσματα, ποίηση, μουσική, τραγούδι, χορός, γνώση, ἀγάπη, φιλία κτλ. εἶναι πολιτισμός. Κι ὅλα αὐτά ἐννοοῦνται μόνο ὡς ξεπέρασμα μηδενιστικῶν ἀλλοιώσεων ἤ ἀλλοτριώσεων, πτώσεων καί κάθε λογῆς ἀπειλῶν ἐναντίον τῆς ζωῆς. Μέ ἄλλα λόγια, ὅ,τι προάγει τή ζωή, ὅπως εἰπώθηκε ἤδη, σέ δημιουργικά ἔργα καί συμπεριφορά, ἤ ὅ,τι σημαίνει καλή ἀλλοίωση τῆς ζωῆς, καθώς λέμε, εἶναι πολιτισμός. Ἀπεναντίας ὅ,τι φθείρει τή ζωή καί τίς ἀνθρώπινες σχέσεις σημαίνει στασιμότητα καί καταστροφή. Καί δέν ἀπαιτοῦνται θεωρητικά ἐπιχειρήματα γιά τήν ἀπόδειξη αὐτῶν τῶν πραγμάτων. Ἡ ἴδια ἡ ζωή πρώτη αὐτή μᾶς ἀποδεικνύει τοῦ λόγου τό ἀληθές.

Πάντως σέ ποιό βαθμό κατορθώνει ὅλα αὐτά ὁ ἄνθρωπος μένει νά ἐξεταστεῖ, καί θά ἔλεγε κανείς ὅτι ὁ πολιτισμός μοιάζει νά ’ναι σάν κάποια λαμπερά ἤ καί ἀδύναμα φωτάκια στήν ἀπέραντη νύχτα τῆς ἱστορίας. Ἀλλά ὁ ἄνθρωπος, ὡς κτιστός, εὔθραυστος καί χωματένιος, μέ τήν ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ μέσω θεοφανειῶν, δηλαδή μέσω φανέρωσης τῆς θείας δόξας στήν κτίση καί στήν ἱστορία, ἀναδεικνύεται ὡς κατ’ εἰκόνα Θεοῦ καί ὡς συνδημιουργός. Κι ὅταν, λοιπόν, τό κατ’ εἰκόνα Θεοῦ καί ἡ συνδημιουργία, καταντοῦν σέ μιά δυσκαμψία ἤ ἀκαμψία, μέ τήν εἰσβολή τῆς φθορᾶς, τότε ἡ Ἐκκλησία καταγγέλλει αὐτό τόν πολιτισμό τῆς πτώσης καί τῆς φθορᾶς καί τῶν τραγικῶν ἀντιφάσεων, παρέχοντας τή θεραπευτική σωτηρία μέσω τῆς κοινωνίας τοῦ σώματος ὅλων τῶν μελῶν της. Ὅμως, πρέπει νά τονιστεῖ μέ ἄκρα ἔμφαση ὅτι, ἐνῶ ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία σ’ ὅλες τίς φάσεις τῆς ἱστορικῆς της διαδρομῆς ἀπορρίπτει ριζοσπαστικά ἕναν τέτοιο πολιτισμό, συνάμα παράγει ἕναν τεράστιο πολιτισμό, πού ἀγωνιστικά εἶναι μιά συνεχής μεταμόρφωση καί θεραπεία, πράγματα πού τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας τά ζοῦν σέ μιά διαχρονία καί συγχρονία: μουσική, ποίηση, ζωγραφική, ἀρχιτεκτονική, τραγούδι, χορός, κτίσματα, ἦθος, ἄσκηση, φιλία, ἀγάπη κτλ., θησαυρισμένα καί ὑπομνηματισμένα ἐξάλλου σέ ἀπαράμιλλου κάλλους φιλόκαλα μνημεῖα, τά ὁποῖα διαρκῶς θαυμάζει ὅλος ὁ κόσμος. Ἕνας φιλόκαλος, λόγου χάρη, βυζαντινός ναός, ἀκόμη καί ἕνα μικρό ἐκκλησάκι, ἀκυρώνει καί σβήνει τήν ἐκτυφλωτική λάμψη ἑνός καταθλιπτικά βαρυφορτωμένου οὐρανοξύστη. (Ἀσκητές μοναχοί ζωγράφισαν ὁλάκερη τήν Ἁγία Γραφή, κι ἄς λένε μερικοί πουριτανοί προτεστάντες, μέ τόν καημό γιά τήν καθαρότητα τῆς Βίβλου, ὅτι δέν μελετοῦσαν τίς Γραφές!).

Συναφές πρός τά ἀνωτέρω εἶναι καί τό ζήτημα τῆς σχέσης Ἑλληνισμοῦ καί Χριστιανισμοῦ, καί μάλιστα ἄν σκεφτεῖ κανείς ὅτι ἔχουν γραφτεῖ χιλιάδες τόμοι καί μύρια ὅσα ἔχουν εἰπωθεῖ. Τί νέο, λοιπόν θά μποροῦσε νά πεῖ κανείς γι’ αὐτή τή σχέση; Προσωπικά ἔχω μιά ἄποψη πού τή θεωρῶ νέα τουλάχιστο ὡς διατύπωση. Ὅμως, καταρχήν κρίνω ἀπαραίτητο νά σταχυολογήσω τρεῖς βασικές θέσεις, πού προκύπτουν ἀπό ὅσα ἔχουν ὑποστηριχτεῖ γι’ αὐτό τό θέμα. α) Ἑλληνισμός καί Χριστιανισμός εἶναι πράγματα ἀσυμβίβαστα καί ἐντελῶς ἀντιφατικά. β) Τό χριστιανικό κήρυγμα, ἤδη στά πρῶτα του βήματα, ἐξελληνίστηκε τόσο βαθιά, ἔτσι ὥστε μέ τόν καιρό νά ἀλλοιωθεῖ ὁ ἀρχικός του χαρακτήρας. γ) Χάρη στόν Ἑλληνισμό ἀνδρώθηκε καί ἐξαπλώθηκε μέ τόση ἐπιτυχία ὁ Χριστιανισμός.

Τήν πρώτη θέση τή θεωρῶ τρομαχτικά δογματική καί φανατική οὐκ ὀλίγον εἴτε προέρχεται ἀπό ἑλληνολάτρες, εἴτε ὑποστηρίζεται ἀπό χριστιανολάτρες! Ἡ δεύτερη θέση, πού κατά κύριο λόγο ὑποστηρίχτηκε ἀπό δυτικούς ἐρευνητές, δέν εἶναι τίποτα ἄλλο παρά ὁ καημός τοῦ προτεσταντικοῦ πουριτανισμοῦ ―κύριος ἐκπρόσωπος ὁ πολύς Adol von Harnack ― πού τό κύριο ἐνδιαφέρον του εἶναι ἡ καθαρότητα τῆς Βίβλου! Ἡ τρίτη θέση τεκμηριώνεται ἱστορικά μέ ἱκανοποιητικό τρόπο. Ἄλλωστε παραδεκτή εἶναι ἡ μεγάλη συμβολή τοῦ Ἑλληνισμοῦ καί τοῦ ρωμαϊκοῦ imperium στή διάδοση καί τήν κραταίωση τοῦ Χριστιανισμοῦ. Ὅμως, δέν λέγεται θαρρετά ὅτι ὁ ἑλληνικός πολιτισμός, ἡ ἑλληνική γλώσσα καί ἡ ἑλληνική ἰδιοφυΐα στίς τέχνες θά εἶχαν πεθάνει, ἄν στήν Ἀνατολή δέν εἶχαν προσληφθεῖ καί ἀφομοιωθεῖ κατά ρωμαλέο τρόπο ἀπό τό Χριστιανισμό. Σωτήρας τοῦ Ἑλληνισμοῦ, λοιπόν, εἶναι ὁ Χριστιανισμός! Ἀλλά ὁ σωσμένος εὐεργέτησε τό σωτήρα του οὐκ ὀλίγον.

Ἔτσι, λοιπόν, ἡ πορεία τοῦ Ἑλληνισμοῦ ὥς τίς σύγχρονες καί νεότερες φάσεις τῆς νεοελληνικῆς ζωῆς ἔχει συναφθεῖ ὀργανικά μέ μιά δυναμική τοῦ Χριστιανισμοῦ πότε συνειδητή, πότε μισοσυνείδητη καί πότε ἀσύνειδη. Ὁ προσεχτικός ἐξεταστής ἤ διανοούμενος εἶναι σέ θέση νά διακρίνει καλά σ’ αὐτό τόν πολιτισμό ἦθος, στάδια καί ἀλλαγές. Ἀλλά δέν εἶναι λίγοι ἐκεῖνοι πού μέ μιά ἐντυπωσιακή ἀφέλεια μᾶς λένε ὅτι ἐδῶ καί δυό χιλιετίες ὁ Χριστιανισμός ἀπέτυχε στήν πορεία του, μιά καί α) οἱ περισσότεροι ζοῦν ἐκτός χριστιανικῆς ζωῆς καί β) ἡ ἠθική τῶν περισσοτέρων δέν εἶναι διόλου χριστιανική! Προφανῶς ὅσοι ἐκφράζονται μέ μιά τέτοια ἀφέλεια δέν ἔχουν καταλάβει τίποτα ἀπό Χριστιανισμό, καί συγκεκριμένα ἀπό τή διδαχή καί τό ἔργο τῆς Ἐκκλησίας. Καταλαβαίνει κανείς εὔκολα ὅτι στήν προκειμένη περίπτωση ἡ μελέτη αὐτή δέν ἔχει ὡς σκοπό τήν ἀνάπτυξη ἤ τή θεολογική ἀνάλυση τῆς οὐσίας τοῦ Χριστιανισμοῦ καί τοῦ βασικοῦ ρόλου τῆς Ἐκκλησίας.  Ἀλλά μιά ἄκρως βασική θέση-κλειδί πρέπει νά κατανοηθεῖ. Ὁ Χριστιανισμός πρωτίστως στήν πορεία καί στό ἔργο του δέν κρίνεται μέ ἠθικά κριτήρια καί προπαντός μέ ἠθικολογίες. Καί ὅποιος εἶναι ἕτοιμος νά μειδιάσει, ὀφείλει νά ξέρει ὅτι μήτε ἡ ἴδια ἡ ἱστορία κρίνεται μέ αὐτά τά κριτήρια! Μέ ἄλλα λόγια, Χριστιανισμός καί ἱστορία κρίνονται μέ κριτήρια πρωτίστως τραγικά. Ἐξοῦ καί ἡ κατά φυσικό τρόπο γένεση τοῦ κωμικοῦ ἤ σατιρικοῦ πνεύματος, κάτι σάν ἐκτόνωση ἤ χαλάρωση. Ἡ ἠθική ἔρχεται δεύτερη, ὅ,τι καί νά κάνουμε! Πάντως ἡ χριστιανική διδασκαλία κατά ρητό καί κατηγορηματικό τρόπο ἀπορρίπτει κάθε ἴχνος μανιχαϊκῆς ἀντίληψης, ἐνῶ θεωρεῖ τίς ὑφιστάμενες ἀντιθέσεις πραγμάτων καί γεγονότων παντοτινές, ὡστόσο τῆς μιᾶς καί τῆς ἴδιας ἀγαθῆς πραγματικότητας πού πότε καλλύνεται, καί πότε κακύνεται. Μέ ἄλλα λόγια, ἰσχύει τό περιώνυμο συναμφότερον, ἤ ὁ νόμος τῆς συνάρτησης τῆς πατερικῆς θεολογίας. Ἄλλωστε Θουκυδίδης καί Ἡράκλειτος, μέ διαφορετικό τρόπο, τήν ἴδια ἀλήθεια ἐκφράζουν: γιγνόμενα μὲν καὶ ἀεὶ ἐσόμενα, ἕως ἂν ἡ αὐτὴ φύσις ἀνθρώπων ᾖ... (Ἱστορ. Γ΄ 82)· τὸ ἀντίξουν συμφέρον καὶ ἐκ τῶν διαφερόντων καλλίστην ἁρμονίαν· παλίντροπος ἁρμονίη ὅκωσπερ τόξου καί λύρης. (HDiels B8· B51). Ἀλλά ἡ ἐκκλησιαστική ζωή παρέχει σωτηρία, λύση καί θεραπεία, ἔτσι ὥστε μόνο ἐν μέσω ὠδίνων καὶ ὀδυνῶν νά διεξάγεται προσπάθεια ἤ μάχη γιά μιά Α ἤ Β δημιουργική συμπεριφορά. Ἄλλος δρόμος ἔξω ἀπό τίς τραγικές συγκρούσεις καί τήν παροχή τῆς σωτηρίας δέν ὑπάρχει. Καί αὐτό τό ἔργο τῆς σωτηρίας διενεργεῖται ἐντός καί ἐκτός Ἐκκλησίας, ἀφοῦ εἶναι ἔργο τοῦ Θεοῦ, ἐλπίδα καί δωρεά στόν κόσμο. Σκόπιμα ὀξύνοντας κανείς τό λόγο του, θά ἔλεγε ὅτι ὁ Χριστός δέν ἦλθε γιά νά μᾶς κάνει μαγικά ἤ μηχανικά καλούς καί ἠθικούς ἀλλά γιά νά μᾶς σώσει! Γι’ αὐτό καί ἡ διδασκαλία καί τό ἔργο του εἶναι τό ἅλας τῆς γῆς. Ὁ ἄνθρωπος ὡς συνδημιουργός ὀφείλει νά κρατάει τοῦτο τό ἅλας μέ ἀγώνα καί προπαντός ἄλλου μέ ἐλπίδα. Τοῦτο εἶναι τό νόημα τοῦ Χριστιανισμοῦ.

Ἀναλογίζεται, λοιπόν, κανείς γιά ποιό λόγο οἱ Ἀρχαῖοι Ἕλληνες δέν ἦταν ὑποκριτές, ἤ καλύτερα δέν ἦταν τόσο ὑποκριτές! Ἡ ἀπάντηση φαίνεται νά ’ναι μία· εἶχαν ἔντονο τό αἴσθημα τοῦ τραγικοῦ. Κι ἐνῶ μέ τή χριστιανική διδασκαλία τοῦτο τό αἴσθημα κορυφώνεται στό ἔπακρο, ὁ ἐνστερνισμός ἑνός γλυκεροῦ Χριστιανισμοῦ μπορεῖ νά τό κάνει ἀτροφικό, ἔτσι ὥστε πολλοί, πουριτανοί καί ἠθικολόγοι, νά λένε ὅτι ὁ Χριστιανισμός ἀπέτυχε, ἤ μιά ἄλλη κατηγορία πουριτανῶν νά ἐπαίρεται ὅτι μόνο αὐτή ἐκπροσωπεῖ τό Χριστιανισμό. Γι’ αὐτό, λοιπόν, δέν βρίσκεται κανείς στό σωστό δρόμο, ἄν νομίζει ὅτι θά ἀρθοῦν ἤ ὅτι πρέπει νά ἀρθοῦν οἱ ἀντιθέσεις, οἱ δυσκολίες, ἀκόμη καί οἱ μάχες. Μιά τέτοια ἀντίληψη εἶναι ὄχι μόνο ἀπό τά πράγματα καί τά γεγονότα θεωρητικά ἐσφαλμένη, ἀλλά καί πρακτικά ἐπιζήμια, μιά καί μπορεῖ νά ὁδηγήσει σέ μιά ρηχή καί πλαδαρή ζωή. Τό ξεπέρασμα τῶν ἀντιθέσεων καί τοῦ μηδενός, ὅταν εἶναι ἐφικτό κατά πάντα, ἤ ὅσο εἶναι ἐφικτό, στεφανώνει τή χαρά τῆς δημιουργίας.

 Ὅλα τά ἀνωτέρω κρίνω σκόπιμο ν’ ἀναφέρω, γιατί σίγουρα διευκρινίζουν μέ σωστό τρόπο τή σχέση νεοελληνικοῦ πολιτισμοῦ καί ἐκκλησιαστικῆς ταυτότητας, χωρίς νά προκύπτουν ἀπορίες γιά ποιό λόγο νεοελληνική ζωή μέ τήν ἐκκλησιαστική πραγματικότητα δέν κατορθώνουν τελειότητα ἀρετῆς καί βίου, λές καί εἶναι κοκκινοσκουφίτσες! Εἶναι ἀπαραίτητο ν’ ἀνοίξουν μπροστά μας ἄλλοι ὁρίζοντες, πού νά μᾶς δίνουν ἐλπίδα γιά νόημα ζωῆς. Παντοῦ καί πάντοτε εἶναι ἀδιανόητη μιά τέλεια καί στατική συνύπαρξη θεωρίας καί πράξης, ἀφοῦ εἶναι ἕνα δυναμικό γίγνεσθαι. Ἐξοῦ καί οἱ κάθε τόσο ἐπιτυχίες καί ἀποτυχίες. Ἀγάπη καί εἰρήνη περνᾶνε μέσα ἀπό φωτιά καί δάκρυα. Καί μόνο ἔτσι εἶναι δημιουργικά κατορθώματα. Ἄλλωστε ἀπό καθαρή κοινωνική καί πολιτική σκοπιά, νόμοι, νομικός πολιτισμός, συντάγματα, διακηρύξεις περί ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων θά ἦταν ἕνας πέρα γιά πέρα κενός καί ὑποκριτικός λόγος, ἄν ζητούσαμε πλήρη καί ἀπό ὅλους ἐφαρμογή. Εἰπώθηκε ἐδῶ καί ἄλλη φορά ὅτι, σύμφωνα μέ τήν ἀντιμανιχαϊκή διδασκαλία τοῦ Χριστιανισμοῦ, τίποτα δέν εἶναι ἀπολύτως ἐξαχρειωμένο, καί τίποτα ἀπολύτως ἐξιδανικευμένο.

Πάντως ἐκεῖνο πού πρέπει νά ἐξαρθεῖ μέ ἔμφαση εἶναι ἡ βασική ἀλήθεια γιά τόν καθαρά ἱστορικό χαρακτήρα πραγμάτων καί γεγονότων, τά ὁποῖα ἀφοροῦν τό Χριστιανισμό, καί συγκεκριμένα τή ζωή τῆς Ἐκκλησίας, ὁπότε μπορεῖ κανείς ἄνετα νά κάνει λόγο γιά νεοελληνικό πολιτισμό καί ἐκκλησιαστική ταυτότητα. Μέ ἄλλα λόγια, στήν κτίση καί τήν ἱστορία διενεργεῖται, βιώνεται, ἀποτυπώνεται καί σημαίνεται τό περιεχόμενο τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς. Ἔτσι μόνο ἐννοεῖται ὁ ὀργανικός καί ἱστορικός δεσμός φυσικῆς καί μεταφυσικῆς, αἰσθητῶν καί νοητῶν πραγμάτων, ὕλης καί πνεύματος. Ἑπομένως ὅσοι κάνουν λόγο γιά χριστιανική διδασκαλία καί ἐκκλησιαστικό τρόπο ζωῆς, παραπέμποντας ἀφελῶς σ’ ἕνα ὑπερπέραν καί σ’ ἕνα ἀόριστο οὐρανό, προφανῶς βρίσκονται ἔξω ἀπό κάθε σωστή, ἀγωνιστική καί δημιουργική ἐμπειρία τῆς ἀποκάλυψης τοῦ Θεοῦ καί τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς. Ἐξάπαντος ἔχουν ὄχι μόνο ἁπλῶς μιά λογοκρατική μονομέρεια, ἀλλά συνάμα κατατρύχονται ἀπό μιά ἀφυδατωμένη ψυχή. Ἡ μάνα γῆ καί ὁ φίλος οὐρανός φαίνονται σ’ αὐτούς πράγματα ἀπρόσιτα ἤ ἐξωκόσμια. Τοῦτο ἐνδεχομένως νά μήν εἶναι μιά τόσο σοβαρή ἔλλειψη, ἀλλά ἁπλῶς μιά συγχωρητέα ἄγνοια, ἀναφερόμενη σέ ἱστορικά καί ἐκκλησιαστικά πράγματα. Ἄλλωστε παρ’ ἡμῖν σέ οὐκ ὀλίγους κύκλους διανοουμένων, εἴτε σοβαρῶν εἴτε μέτριων, συναντᾶ κανείς, ὅπως εἰπώθηκε κιόλας, προχειρολογίες καί ἀνεδαφικές κρίσεις.

Ἐν πάση περιπτώσει, ἡ σωστή βίωση τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς καί συνάμα ἡ καλή γνώση τῆς χριστιανικῆς διδασκαλίας μᾶς δίνει τή δυνατότητα νά καταλάβουμε τό χαρακτήρα τῆς ἐσχατολογικῆς πορείας τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος, μέ δραματικές ἀνόδους καί πτώσεις, μέ δημιουργικά ἐπιτεύγματα καί ἀπογοητευτικές ἀποτυχίες. Ὅταν λέμε, λοιπόν, ὅτι ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ στήν κτίση καί στήν ἱστορία μέσω θεοφανειῶν ἔχει ἱστορικό χαρακτήρα, ἐννοοῦμε αὐτή τήν ἐσχατολογία,μέ ἄλλα λόγια πάντοτε τήν πορεία πρός τό μέλλον γιά ἕναν καινούριο κόσμο, καί κατά ἀναπότρεπτη συνέπεια τήν ἄμεση σχέση πρός τά ἔργα καί τή συμπεριφορά τοῦ ἀνθρώπου, καί ἑπομένως δημιουργία ἑνός πολιτισμοῦ. Χωρίς πολιτισμό ἐξάπαντος χάνουμε τόν ἱστορικό χαρακτήρα τῆς ἀποκάλυψης τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτό ἀπαραίτητα ἡ ἴδια ἡ ζωή τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ἄλλωστε μᾶς τό δείχνει ἡ ἱστορία, παράγει πολιτισμό, παρέχοντας μεταμορφωτικές δυνάμεις στόν πολιτισμό τῆς ἀνθρωπότητας, πράγμα πού ἤδη εἰπώθηκε πρωτύτερα. Ἀκόμη κι ὅταν οἱ Χριστιανοί ζοῦν μέ ἔντονο τρόπο τούτη τήν ἐσχατολογική πορεία, μέ ἀναμονή τῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ ἐδῶ καί τώρα, hic et nunc ― ὅπως εἶχε διαμορφωθεῖ ἡ ἐκκλησιαστική ζωή στά πρῶτα χρόνια τῆς ἐμφάνισης τοῦ Χριστιανισμοῦ, ἄλλωστε κάτι πού πρέπει νά γίνεται ἀδιαλείπτως γιά τήν προετοιμασία τῆς καλῆς ἀπολογίας  καί πάλι δέν ἀπομακρύνονται ἀπό τά ἱστορικά πράγματα καί γεγονότα. Ὅταν, λόγου χάρη, οἱ Θεσσαλονικεῖς ἀντί νά ’ναι ἐργαζόμενοι ἔγιναν περιεργαζόμενοι, ἀναμένοντας τόν Κύριο τῆς δόξης, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἦταν δριμύς καί κατηγορηματικός: εἴ τις οὐ θέλει ἐργάζεσθαι, μηδέ ἐσθιέτω. (Β΄ Θεσσαλ. 3, 10).

Τούτη ἡ δυναμική ἐσχατολογία, ἐξάπαντος νοούμενη σέ καθαρά ἱστορικά καί φυσικά πλαίσια ― καί κατ’ ἀναπότρεπτη συνέπεια σέ μεταφυσική ἐπέκταση  ἀνακαλεῖ στή μνήμη μας ὄχι μόνο τήν εἰκόνα μιᾶς δυναμικά πορευόμενης ἱστορίας, ἀλλά καί τήν εἰκόνα ἑνός δυναμικοῦ σύμπαντος. Καί δέν πρόκειται γιά τή σημερινή ἐπιστημονική εἰκόνα, ἡ ὁποία ὑφίσταται ἔτσι κι ἀλλιῶς μέ καταπληκτική ἐνάργεια. Ὅσο κι ἄν ἠχεῖ σέ ἀρκετούς παράδοξα πρόκειται γιά τήν ἴδια προοπτική τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, μέ τή ρητή διευκρίνιση ὅτι ἐδῶ δέν πρόκειται γιά εἰκόνα ἐπιστημονικῆς τεκμηρίωσης. Τά βιβλικά κείμενα, λόγου χάρη, ἐνῶ ἀπεικονίζουν τό τριώροφο σύμπαν τῆς Ἀρχαιότητας ― οὐρανός, γῆ, καταχθόνια ― συνάμα μᾶς δείχνουν ὅτι ἡ κυρίαρχη σέ ὅλα ἐνέργεια τῆς θείας δόξας πυρπολεῖ τοῦτο τό στατικό σύμπαν, παρουσιάζοντας ἕνα σύμπαν ἄκρως δυναμικό, ἱστορικό καί εὐέλικτο στά «θεϊκά χέρια», πού χτίζεται συνεχῶς, ὑποβαθμίζεται, καί ἀνακαινίζεται παντοτινά στή δύναμη τῆς θείας ἐνέργειας. Ἔτσι δυναμική φορά πρός τό μέλλον ἔχει ὄχι μόνο ἡ κτίση ἀλλά καί ἡ ἱστορία.

Ἀλλά στήν προκειμένη περίπτωση ἀρκετοί παρ’ ἡμῖν διανοούμενοι κάθε προέλευσης, κατά ἄκρως παράδοξο τρόπο καί μέ ἀπίστευτη εὐκολία καί ἄνεση, ἀποφαίνονται ― περιέργως μερικές φορές ἐπικριτικά! ― ὅτι ἡ Ἁγία Γραφή καί ἡ Ἐκκλησία, βέβαια, δέχτηκαν καί ἐπέβαλαν μιά στατικά ἀκίνητη γῆ καί μιά στατική ἱστορία! Καί ἀπορεῖ κανείς σφόδρα, ὅταν πολύ εὔκολα ἀναλογιστεῖ ὅτι αὐτές οἱ ἀντιλήψεις εἶχαν καθιερωθεῖ ἀπό τό ἐπιστημονικό κύρος τοῦ Ἀριστοτέλη καί τοῦ Κλαύδιου Πτολεμαίου! Ὡστόσο, πέρα ἀπό τό γεγονός αὐτό, καί καθώς τονίστηκε πρωτύτερα, ἡ εἰκόνα μιᾶς δυναμικῆς ἱστορίας καί ἑνός δυναμικοῦ σύμπαντος, πού προβάλλει ἡ Ἁγία Γραφή, εἶναι κατά πάντα ὁρατή, ἀκόμη καί ψηλαφητή, μολονότι δέν πρόκειται γιά ἀνακάλυψη ἐπιστημονικῆς ἔρευνας. Πολύ ὡραῖα ἀναπτύσσει αὐτό τό θέμα ὁ ἐπιστημολόγος Herbert Butterfield στό ἔργο του: The Origins of Modern ScienceἌλλωστε, ὅσο ξέρω, σέ ξένους ἐρευνητές καί διανοουμένους δέν βρίσκει κανείς τέτοιες ἀπίστευτες προχειρολογίες. Πάντως προκειμένου νά ξεπεραστεῖ κάθε παρεξήγηση, ὀφείλω νά τονίσω μέ ἔμφαση ὅτι στήν προκειμένη περίπτωση δέν ἐπιχειρῶ καμιά σύγκριση ἀνάμεσα στήν εἰκόνα, περί τῆς γῆς καί τῆς ἱστορίας, Ἀριστοτέλη―Κλαύδιου Πτολεμαίου καί Ἁγίας Γραφῆς. Καμιά σύγκριση δέν μπορεῖ νά γίνει. Ἄπαγε τῆς ἀνοησίας!

Σ’ αὐτό τό σημεῖο δέν ἀντέχω στόν πειρασμό καί θά ἀναφέρω μιά ἄμεση προσωπική ἐμπειρία πού εἶχα σέ διαλογική συζήτηση γι’ αὐτό τό θέμα, στό ἀμφιθέατρο της Φυσικομαθηματικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Συνάδελφος θετικῶν ἐπιστημῶν ὑποστήριξε μέ πάθος ὅτι ἡ ἀρχαία ἑλληνική φιλοσοφία ἦταν στά ἴχνη τῆς σημερινῆς ἐπιστημονικῆς εἰκόνας περί ἑνός δυναμικοῦ καί ἐξελισσόμενου σύμπαντος. Πρός ἔκπληξή μου ἐπικαλέστηκε ὡς τέτοιον πρωτοπόρο τόν Ἡράκλειτο! Μέ τή σειρά μου ἀναφέρθηκα στόν ἴδιο φιλόσοφο καί στήν περιώνυμη ρήση του γιά τήν ὕπαρξη τοῦ κόσμου: ἦν ἀεὶ καὶ ἔστιν καὶ ἔσται! (HDiels B31). Αὐτός ὁ κόσμος, λοιπόν, κατά τόν Ἡράκλειτο δέν δημιουργήθηκε, ἦταν καί εἶναι καί θά εἶναι! Κατά φυσικό τρόπο ἐνδεχομένως ὁ ἐν λόγω συνάδελφος ἐξακολούθησε νά ὑποστηρίζει τήν ἄποψή του, ὅπως αὐτονόητα εἶχε αὐτό τό δικαίωμα, σεβαστό κατά πάντα, ἀλλά ἡ ἐπιστημονική ἀλήθεια εἶναι καί αὐτή ἐξίσου σεβαστή. Γι’ αὐτό ἐπικαλέστηκα ὡς σύμμαχό μου καί τήν ἄποψη, ἄκρως τεκμηριωμένη τοῦ ἐπιστημολόγου Herbert Butterfield, διαβάζοντας περικοπές ἀπό τό ἔργο του, τό ὁποῖο ἤδη μνημόνευσα στήν παρούσα συγγραφή. Ὁ συνάδελφος μοῦ ἀποκρίθηκε ὅτι στήν Ἑσπερία αὐτά τά λένε οἱ Ἑβραῖοι! Προφανῶς, κατά τήν ἄποψή του, γιά νά ὑποστηρίξουν τήν Παλαιά Διαθήκη! Ἀλλά μιά τέτοια εὔθραυστη ἄποψη μόλις καί μετά βίας θά μποροῦσε ν’ ἀντέξει στήν κριτική. Στή συνέχεια ἀνέφερα τόν Ilya Prigogine, καθηγητή στό ἐλεύθερο Πανεπιστήμιο Βρυξελλῶν ― τιμήθηκε μέ τό βραβεῖο Nobel χημείας τό 1997 ―, ὁ ὁποῖος συνεντευξιαζόμενος σέ περιοδικά καί ἐφημερίδες κάνει λόγο γιά τό τέλος τῆς βεβαιότητας τῶν ἐπιστημῶν. Τό σύμπαν, λέγει, εἶναι ἱστορικό καί ἐξελισσόμενο, καί ὄχι ὅπως ὑποστήριζε ὁ Ἀριστοτέλης αἰώνιο! Ὑπάρχει, κατά τόν Prigogine πάντοτε, ποικιλία συμπεριφορῶν ἀνάμεσα στά στοιχειώδη σωματίδια, στούς πλανῆτες καί γενικά στά δεδομένα τῆς κοσμολογίας καί τῆς γενετικῆς. Τάξη, ἀταξία, συνέχεια, ἀσυνέχεια, ἀδυναμία προβλέψεων συνθέτουν τήν εἰκόνα τῆς συμπαντικῆς πραγματικότητας. Μιά τέτοια εἰκόνα περίπου, ἐξάπαντος ὄχι ἐπιστημονική, ἑνός σύμπαντος ἱστορικοῦ, δυναμικοῦ καί ἐξελισσόμενου μᾶς παρουσιάζει καί ἡ Ἁγία Γραφή. Κανείς δέν μοῦ ἔδωσε ἀπάντηση σ’ αὐτά πού λέει ὁ Prigogine, ἀλλά μήτε μοῦ εἶπε κανείς ὅτι ὁ σοφός αὐτός καθηγητής εἶναι Ἑβραῖος!

Ἄλλωστε παρ’ ἡμῖν καί ἀλλοῦ λέγονται καί γράφονται συγκεχυμένες καί παράδοξες ἀπόψεις σέ ὅ,τι ἀφορᾶ τήν ἀρχαία ἑλληνική φιλοσοφία. Ἀποκαλοῦν, λόγου χάρη, τούς προσωκρατικούς φιλοσόφους ὑλιστές μέ τή σημασία οὔτε λίγο οὔτε πολύ τοῦ ξεπερασμένου μηχανικοῦ ὑλισμοῦ τοῦ 19ου αἰώνα. Καί περιέργως δέν προσέχουν τί μᾶς λένε κορυφαῖοι ἐπιστήμονες, ὅπως ὁ Werner Heisenberg. Ἀλλά συχνή καί συνάμα διασκεδαστική εἶναι καί ἡ ἐπωδός ― ὄχι ἡ ἐπωδή, βέβαια ― οὐκ ὀλίγων διανοουμένων, πού ἀσχολοῦνται μέ τά φιλοσοφικά πράγματα, ὅτι πρῶτοι οἱ προσωκρατικοί φιλόσοφοι πέταξαν τό μύθο   σά νά ’ναι αὐτός ὁ μύθος ἕνα παλιό ροῦχο! ― καί λευτερωμένοι ἀνακάλυψαν τήν καθαρή ἐπιστημονική γνώση καί ἐπιδόθηκαν σέ μιά ἔρευνα προόδου καί λαγαροῦ πολιτισμοῦ! Ὁ μύθος ὅμως τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς σκέψης ἦταν ἄκρως δημιουργικός, δημιουργός θά ἔλεγα γνώσης καί εὐρύτερου πολιτισμοῦ. Ἀκόμη καί ἡ παρεξηγημένη εἰδωλολατρία συνέβαλε τά μέγιστα στήν κορύφωση ἑνός ρωμαλέου πολιτισμοῦ. Οἱ περί ὧν ὁ λόγος φιλόσοφοι, ὅπως ἀργότερα Σωκράτης καί Πλάτων, ἀκόμη καί αὐτός ὁ Ἀριστοτέλης πού μᾶς λέει ὅτι ὁ φιλόσοφος εἶναι φιλόμυθος,  Μετά τά φυσικά, 982 b: ὁ γὰρ μῦθος σύγκειται ἐκ θαυμασίων  μέ ἕνα θαυμαστό κατά πάντα τρόπο συνδύασαν ἁρμονικά λόγο καί μύθο, πράγμα σχεδόν ἀνεπανάληπτο. Εἶναι κρίμα, λοιπόν, διανοούμενοι νά ὑποστηρίζουν τόσο ἄκριτες καί συγκεχυμένες ἀπόψεις γιά τήν ἀρχαία ἑλληνική σκέψη, γιά μιά σημαδιακά δημιουργική ἰδιοφυΐα. Ἄλλωστε καί λίγο νά προσέξει κανείς τίς διανοητικές συλλήψεις τῶν προσωκρατικῶν φιλοσόφων, φυσικῶν ἐπιστημόνων κατά τά ἄλλα, θά διαπιστώσει ὅτι οἱ παραστάσεις γιά τό πῦρ, τόν ἀέρα, τό νερό καί τό ἄπειρο προέκυψαν σαφῶς ἀπό ἑνιστικές μυθικές διαστάσεις. Πάντως ὁ νεοελληνικός πολιτισμός, ἐκφραζόμενος σέ βασικές δημιουργίες, εἶναι ἐμποτισμένος μέ τό γνήσιο ἀρχαιοελληνικό πνεῦμα καί μέ τήν παράδοση τῆς Ὀρθοδοξίας, κι ἄς διαφωνοῦν μερικοί ἑρμηνευτές του. Γιατί ὁ κάθε πολιτισμός, ὅταν εἶναι ζωντανός, σάν ἀρτεσιανό πηγάδι κατέχει τά βαθιά χαρακτηριστικά τῆς παράδοσης.

Ἑπομένως ἡ ἐσχατολογική προοπτική τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς τρέφεται καί ἐπενδύεται ἀπό τήν εἰκόνα μιᾶς δυναμικῆς ἱστορίας καί ἑνός δυναμικοῦ ἱστορικοῦ καί ἐξελισσόμενου σύμπαντος. Καί αὐτές οἱ ἀντιλήψεις στό παρελθόν, ἐξάπαντος, ἔχουν ἐμποτίσει βαθιά ὅλες τίς φάσεις τοῦ ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ. Ἔτσι αὐτονόητη ἦταν καί ἡ ἐντυπωσιακή ἀντίληψη γιά τή σχέση δημιουργίας καί χρόνου, ὅπως αὐτή διαχέεται σχεδόν σ’ ὅλα τά βιβλικά κείμενα καί κατά ρητό τρόπο στή γραμματεία τῆς πατερικῆς θεολογίας. Ἐνῶ, λοιπόν, ἀπό τόν  Ἀριστοτέλη ὥς τό Νεύτωνα ὁ χρόνος θεωρεῖται ὡς μία ἀνεξάρτητη διάσταση, κατά τή θεολογία χρόνος καί κόσμος, χρόνος καί δημιουργία μέ ἄλλα λόγια, συμφύονται σέ μιά ἀδιάσπαστη ἑνότητα. Θεολογικά εἶναι ἐσφαλμένη κατά πάντα ἡ ἄποψη ὅτι ὁ κόσμος δημιουργήθηκε ἐν χρόνῳ· τά πάντα δημιουργήθηκαν μέ τό χρόνο. Ἑπομένως κόσμος καί χρόνος εἶναι πραγματικές διαστάσεις, ἀδιαχώριστες ἐξολοκλήρου. Ἐν προκειμένω ὁ Μ. Βασίλειος μέ χαρακτηριστικές ἐκφράσεις ἔχει ἐπισημάνει τούτη τήν ὁλοκληρωτική συμφυΐα κόσμου καί χρόνου ἀφενός, καί τό ἀσύλληπτο τοῦ χρόνου ἀφετέρου. Μαζί μέ τόν κόσμο καί ὅλα τά συνυπάρχοντα μέ αὐτόν ὁ χρόνος ρέει ἀκατάπαυστα! Ἔτσι εἶναι ἄπιαστος ἐξολοκλήρου, ἀφοῦ τό παρελθόν εἶναι ἄφαντο, τό μέλλον ἀναμένεται καί τό παρόν πρίν νά γίνει γνωστό, δραπετεύει ἀπό τήν αἴσθησή μας. «Συμφυὴς ἄρα τῷ κόσμῳ καὶ τοῖς ἐν αὐτῷ ζῴοις τε καὶ φυτοῖς ἡ τοῦ χρόνου διέξοδος ὑπέστη, ἐπειγομένη ἀεὶ καὶ παραρρέουσα μηδαμοῦ παυομένη τοῦ δρόμου. Ἢ οὐχὶ τοιοῦτος ὁ χρόνος, οὗ τὸ μὲν παρελθὸν ἠφανίσθη, τὸ δὲ μέλλον οὔπω πάρεστι, τὸ δὲ παρὸν πρὶν γνωσθῆναι διαδιδράσκει τὴν αἴσθησιν;». (Εἰς τὴν Ἑξαήμερον PG 29, 13Β). Ἔτσι τά παλαιά ἐγχειρίδια τῆς Δογματικῆς κακῶς κάνουν λόγο γιά δημιουργία τῶν πάντων ἐν χρόνῳ, ἐξαιτίας, βέβαια, κάποιας ἀμέλειας τῶν τότε θεολόγων νά συμβουλευτοῦν τά πατερικά κείμενα ἤ νά κατανοήσουν σωστότερα τό νόημα τῶν βιβλικῶν κειμένων!

Κατά ταῦτα εἶναι ἐν πολλοῖς συγνωστή ἡ ἄγνοια τῶν παρ’ ἡμῖν διανοουμένων σέ ὅ,τι ἀφορᾶ τήν πρωτοποριακή αὐτή ἀντίληψη περί χρόνου τῆς βιβλικῆς καί πατερικῆς θεολογίας. Ἔτσι αὐτονοήτως μερικοί ἀπ’ αὐτούς γνωρίζουν ἀπό κάποιες μελέτες δυτικῶν ἔργων ὅτι ὁ Αὐγουστίνος κάνει λόγο γιά δημιουργία τοῦ Θεοῦ ὄχι ἐν χρόνῳ (non in tempore), ἀλλά μέ τό χρόνο (cum tempore). Ὅμως οἱ δυτικοί ἐρευνητές δέν γνωρίζουν ὅτι τήν ἀντίληψη αὐτή περί χρόνου ὁ Αὐγουστίνος ὑποστήριξε μετά τήν Ἑξαήμερο τοῦ Μ. Βασιλείου, ἀφοῦ πέρασαν πενήντα χρόνια καί. Πιθανόν ὁ Αὐγουστίνος γνώρισε τή σχετική διδασκαλία τοῦ Μ. Βασιλείου ἀπό τόν Ἀμβρόσιο Μεδιολάνων. Γι’ αὐτό συγνωστή εἶναι ἡ ἄγνοια μερικῶν, πού κάνουν λόγο γιά τόν Αὐγουστίνο καί μάλιστα μέ ἐντυπωσιακό θαυμασμό, ὅμως εἶναι ἐκτεθειμένοι, καθώς ἐνημερώνονται σωστά ἀπό ἑλληνικές μελέτες, μέ τή λεπτομερή ἐπισήμανση μάλιστα ὅτι ὁ Αὐγουστίνος στίς Ἐξομολογήσεις του, ὅπου ἀναφέρει τή σχετική ἀντίληψη περί χρόνου, φαίνεται καταφανῶς καί λεκτικά ἐξαρτημένος ἀπό τό Μ. Βασίλειο! Ἀβίαστα μπορεῖ νά γίνει ἡ σύγκριση τοῦ κειμένου τῆς Ἑξαημέρου μέ τό λατινικό κείμενο τῶν Ἐξομολογήσεων τοῦ Αὐγουστίνου: «Tempus metiorsciosed non metior futurumquia nondumestnon metior praesensquia nullo spatio tenditurnon metior praeteritumquia jam non est»,  «Procul dubio non est mundus factus in temporesed cum tempore». (Οἱ ὑπογραμμίσεις δικές μου γιά νά γίνεται εὔκολη ἡ σύγκριση μέ τίς παραπάνω ἑλληνικές λέξεις τῆς Ἑξαημέρου: μέλλον, παρόν, παρελθόν). (Βλ. Confessiones 11, 26, 33 PL 32, 822· De civitate Dei 11, 6 PL 41, 322). Καταφανῶς, λοιπόν, ὁ Αὐγουστίνος στό ἑνδέκατο βιβλίο τῶν Ἑξομολογήσεων ἀντιγράφει τό περί χρόνου κείμενο τῆς Ἑξαημέρου τοῦ Μ. Βασιλείου. Ἡ δυτικότροπα μεταπρατική, ἐξάλλου, αὐγουστίνεια γνώση ὁδήγησε ἕναν πολύ καλό ἐπιστήμονα νά παρουσιάσει ὡς εὕρημα τοῦ Αὐγουστίνου τή σύνδεση τοῦ Θεοῦ μέ τό φῶς!

Ἡ λεπτομερής αὐτή παράθεση, σέ ὅ,τι ἀφορᾶ τή σύγκριση αὐτῶν τῶν κειμένων, δέν προέρχεται ἀπό καμιά σχολαστική νοοτροπία. Εἶναι κάτι πού δείχνει ἀπογοήτευση καί προβληματισμό γιά τό ἦθος καί τήν ποιότητα μερικῶν διανοουμένων τῆς νεοελληνικῆς μας κοινωνίας. Μέ ἄλλα λόγια, ὅσες φορές εἶχα διαλογική συζήτηση μέ ἀξιόλογους κατά τεκμήριο ἀνθρώπους, διαπίστωσα ὄχι κάποια ἐνδεχομένως θεμιτή ἐπιφύλαξη ἤ διαφοροποίηση, ἀλλά πεισματική ἐμμονή στήν πρωτινή τους γνώση περί χρόνου κατά τόν Αὐγουστίνο, καί μάλιστα μέ ἐπαίνους γιά τό δυτικό πολιτισμό καί μέ λύπη γιά τήν κατωτερότητα τῆς σκέψης τῶν Ἑλλήνων πατέρων! Εἶναι κάτι πού μόνο ψυχολογική ἐξήγηση ἐπιδέχεται. Ἔτσι στήν προκειμένη περίπτωση, ζητώντας συγνώμη ἀπό τόν ἀγαπητό ἀναγνώστη, καί ὑποκύπτοντας στόν πειρασμό ἀναφέρω τί ἀκριβῶς ἄκουσα στό γυαλί, σ’ ἕνα, ἄς ποῦμε, τηλεοπτικό διάλογο μεταξύ διανοουμένων, ἄγνωστων σέ μένα. Εἶχα τήν ἐντύπωση ὅτι ἡ συζήτηση γινόταν ἐπί παντός ἐπιστητοῦ, ὁπότε σέ μιά στιγμή συνῆλθα ἀπό τήν ἀνία μου, καθώς ἕνας τῶν συζητητῶν ἀνέφερε μέ πρωτόγνωρο ἐνθουσιασμό τήν ἄποψη τοῦ Αὐγουστίνου περί χρόνου καί δημιουργίας. Τήν ἴδια στιγμή ἐπίσης τό ἐνδιαφέρον μου κορυφώθηκε μέ τήν παρέμβαση ἑνός ἄλλου πού διόρθωσε τά λεγόμενα τοῦ ἐνθουσιασμένου συζητητῆ, λέγοντάς του ὅτι στήν προκειμένη περίπτωση ἡ πρωτοποριακή σκέψη περί χρόνου ἀνήκει καταρχήν στό Μ. Βασίλειο ― κάτι πού μέ ἐξέπληξε καί μέ εὐχαρίστησε. Ὅμως ὁ πρῶτος συζητητής μέ ἕνα ἀπίστευτο μορφασμό ἀποδοκιμασίας καί μέ μιά ἀπαράδεκτη ἀπαξιωτική χειρονομία κραύγασε: ἐ, ὄχι καί ὁ Μ. Βασίλειος, ἔλεος πιά! Δέν γνωρίζω τήν ἐπιστημονική ἰδιότητα ἐκείνου τοῦ συζητητῆ, ἀλλά τό περιστατικό αὐτό δείχνει πόσο ἀφόρητα ἄσκημη καί ἐπιζήμια εἶναι ἡ ὅποια ἡμιμάθεια, ἡ πεισματική ἐμμονή σ’ αὐτήν καί ἡ ἐπιστημονική ἀλαζονεία. Μιά τέτοια ἀρρώστια, ἀτυχῶς, δέν παρατηρεῖται μόνο σ’ ἕνα φερόμενο ὡς διανοούμενο, ἀλλά σίγουρα ὑποβόσκει καί ὑποφώσκει στή νεοελληνική μας ζωή.

***

Χωρίς ἀμφιβολία, συνειδητά ἤ ἀσύνειδα μέχρι τινός ἤ μέχρι πολλοῦ, ζοῦμε τό νεοελληνικό πολιτισμό μέ ὅλα τά μακραίωνα παραδοσιακά του στοιχεῖα, ἀνεξάρτητα ἀπό τό τί νέο δημιουργοῦμε ἤ πρόκειται νά ἀφομοιώσουμε καί νά δημιουργήσουμε. Οἱ διανοούμενοι, ἐξάπαντος, ἔτσι κι ἀλλιῶς ἀναφέρονται σ’ αὐτή τήν πραγματικότητα. Πάντως μέ κίνδυνο νά παρεξηγηθῶ, θά κάνω λόγο γιά τήν κωμική καρικατούρα τῶν σημερινῶν νεοπαγανιστῶν, ἤ καλύτερα τῶν εἰσηγητῶν τῆς θρησκείας τοῦ ἑλληνικοῦ Δωδεκάθεου! Ὀνομάζω τούτη τήν προσπάθεια καρικατούρα, γιά νά μή νομίσουν, ἐνδεχομένως, μερικοί ὅτι θεωρώ τούτη τήν κίνηση ἰσάξια πρός τό πείραμα ἑνός Πλήθωνα καί τῶν συνεργατῶν του. Θά ἔλεγα, λοιπόν, ὅτι μιά τέτοια ἀξιολόγηση καί ἰσοπέδωση μοιάζει νά ’ναι καθαρή βλασφημία. Γιατί Πλήθων καί ὀπαδοί του ὑπῆρξαν γενναῖοι πατριῶτες μέ ἕνα ἡρωικό ρομαντισμό. Σ’ ἐκείνη τή δεινή κρίση τοῦ Ἑλληνισμοῦ, καθώς ὑπῆρχε μονάχα ὁ μονόδρομος τῆς πτώσης, ἡ ἀντίστασή τους ἦταν μιά πράξη ἀπελπισίας, συνάμα καί μιά ἀφροσύνη. Δέν ἤθελαν νά δεχτοῦν ὅτι στήν ἱστορία δέν γίνονται τέτοια πράγματα, μέ ἄλλα λόγια δέν νοεῖται καμιά ἐπιστροφή παρά μόνο συνέχεια. Ἔτσι ὁ ἀρχαῖος ἑλληνικός πολιτισμός ἦταν ἀφομοιωμένος καί πάντοτε καθ’ ὁδόν στή ζωντανή ἑλληνορθόδοξη παράδοση. Ἄλλος δρόμος δέν ὑπῆρχε, μήτε ὑπάρχει. Πάντως ἐκεῖνο τό πείραμα ἦταν ἔτσι κι ἀλλιῶς σέ χέρια ἀξιόλογων κατά πάντα ἀνθρώπων. Ἐξάλλου τό ἴδιο ἀπελπισμένη πράξη ὑπῆρξε καί ἡ προσφυγή στή βοήθεια τῆς Δύσης ἀπό ἐξίσου ἀξιόλογες προσωπικότητες τοῦ καιροῦ ἐκείνου. Ἀλλά ἡ τότε Δύση ἤδη εἶχε ὑποδουλώσει οἰκονομικά τό Βυζάντιο, πράγμα πού κατά κύριο λόγο ὁδήγησε στήν ὀδυνηρή πτώση του. Καί οἱ λάγνες ἐδαφικές βλέψεις φεουδαρχῶν ἦταν ἐπί θύραις.

Λοιπόν, οἱ παρ’ ἡμῖν νεοπαγανιστές καί οἱ ὅποιες θεωρητικές ἤ κακέκτυπες ἀπομιμήσεις δέν μποροῦν νά δικαιωθοῦν κατά κανένα τρόπο στή σημερινή ἀσθμαίνουσα καί καλπάζουσα οἰκουμενικότητα ὅπου γῆς. Ἐξάλλου προξενεῖ μεγάλη ἀπορία τό γεγονός ὅτι στή σημερινή ἀνοιχτή κοινωνία πρός τό μέλλον μέ τήν πληθώρα γνώσεων καί ἐπιτευγμάτων οἱ περί ὧν ὁ λόγος μεταρρυθμιστές ἀδυνατοῦν νά καταλάβουν τήν πραγματικότητα. Ἐν προκειμένω θά ἦταν περιττή πολυτέλεια νά ἀπαιτεῖ κανείς ἀπ’ αὐτούς νά κατανοήσουν καί νά δεχτοῦν ὅτι ὁ Ἀρχαῖος Ἑλληνισμός, πού ὑποτίθεται ὅτι τόν λατρεύουν, ὑφίσταται μεταμορφωμένος καί βαθιά ριζωμένος στό νεοελληνικό πολιτισμό, καί μάλιστα στόν ἴδιο τόν τρόπο ζωῆς τῆς ἐκκλησιαστικῆς παράδοσης, τήν ὁποία ζοῦν σχεδόν ὅλοι οἱ πολίτες συνειδητά ἤ ἀκόμη καί ἐν πολλοῖς ἀσύνειδα. Ἐξάλλου εἶναι σίγουρο ὅτι οἱ νεοπαγανιστές δέν μποροῦν νά καταλάβουν ὅτι μέ τήν ἐνδεχόμενη ἀποκλειστική, ἤ ἀκόμη καί πεισματική, προσήλωση σ’ αὐτή τή μεταρρύθμιση καταντοῦν σέ μιά ἐπικίνδυνη εἰδωλολατρία, ὄχι ἐπειδή ἐπιστρέφουν σέ μιά ἀρχαία θρησκευτική ζωή. Μέ ἄλλα λόγια, οἱ Ἀρχαῖοι Ἕλληνες δέν ἦταν εἰδωλολάτρες, μέ τή σημασία τῆς ἀποκλειστικῆς προσκόλλησης σέ ξόανα, ἀγάλματα καί στή λατρεία τῶν θεῶν, ἀλλά μέσω αὐτῶν δημιουργοί ἑνός φωτεινοῦ πολιτισμοῦ. Ἀργότερα σχηματίστηκαν παραστάσεις περί στενῆς εἰδωλολατρικῆς προσήλωσης τῶν Ἑλλήνων στούς δώδεκα θεούς. Καί τοῦτο συνέβη, ἐπειδή οἱ θεοί τους θεωρήθηκαν σωτῆρες! Ἔτσι οἱ νεοπαγανιστές, θά ἔλεγε κανείς σκόπιμα ὀξύνοντας τό λόγο, μεταβάλλονται σέ εἰδωλολάτρες, ἐνῶ οἱ Ἀρχαῖοι Ἕλληνες δέν ἦταν εἰδωλολάτρες, μέ τή σημασία πού εἰπώθηκε πρωτύτερα.

Ἀλλά στήν ἐποχή μας καί στόν τόπο μας, ἀτυχῶς, ὑπάρχει σοβαρό πρόβλημα σέ ὅ,τι ἀφορᾶ τήν τάση πολλῶν θεολόγων καί ἄλλων διανοουμένων νά ἐξοβελίζουν ― θεωρητικά βέβαια! ― τό αἰσθητικό καί καλλιτεχνικό στοιχεῖο ἀπό τήν ἐκκλησιαστική ζωή, θεωρώντας το κάτι ἀταίριαστο, ἀκόμη καί ἠθικά ἐπιζήμιο· πλανώμενοι πιστεύουν ὅτι ἡ ἐκκλησιαστική ζωή καί ἡ θεολογία ἐξαντλοῦνται σέ μιά ἠθικολογία. Εὐτυχῶς τούς διαψεύδουν μεγάλοι παρ’ ἡμῖν δημιουργοί τῆς τέχνης, οἱ ὁποῖοι φαίνονται ξεκάθαρα ἐμποτισμένοι μέ τό φιλόκαλο ὀρθόδοξο πνεῦμα. Ἐπιλέγω μόνο δειγματοληπτικά μερικούς δημιουργούς, καί συνάμα ἁπλῶς μνημονεύω Διονύσιο Σολωμό καί Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη.

1. Ὁ Γιῶργος Σεφέρης τόσο στήν ποιητική του δημιουργία, ὅσο καί στά πεζά του διακρίνεται γιά τήν αἴσθηση τῆς βυζαντινῆς καλαισθησίας, συνδυασμένης μέ μιά βαθιά πνευματικότητα, τό περιεχόμενο τῆς ὁποίας εἶναι τό πεντόσταγμα τοῦ θεολογικοῦ στοχασμοῦ: «Τί τά θέλεις, εἴμαστε ἕνας λαός μέ μεγάλους πατέρες τῆς Ἐκλησίας, ἀλλά σήμερα χωρίς μυστικούς· μέ μεγάλη προσήλωση στό αἴσθημα καί στίς ἰδέες, ἀλλά μᾶς ἀρέσει νά δίνουμε καί στά πιό ἀφηρημένα μιά μορφή οἰκειότητας, πράγμα πού ἕνας Χριστιανός τῆς Δύσης θά τό ἔλεγε εἰδωλολατρία». (Δοκιμές, τόμος δεύτερος, Ἀθήνα 51984, σελ. 14).

2. Ὁ Ὀδυσσέας Ἐλύτης, σύν τοῖς ἄλλοις, μέ ὁρισμένα λεγόμενά του παραπέμπει στά γεγυμνασμένα αἰσθητήρια τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί τῶν πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. (Βλ. Ἑβρ. 5, 14· Γρηγορίου Νύσσης, Περί κατασκευῆς ἀνθρώπου PG 44, 197C): «Ἤ παραμένεις μέ τίς πέντε σουαἰσθήσεις ἀγύμναστες (ἡ ὑπογράμμιση δική μου) καί τόν ψυχικό σου κόσμο ἐκτεθειμένο σέ συμβάντα ἐπιφανείας πού ἁπλῶς καταγράφεις, ὁπόταν, μεῖον τή διαφορά τῆς ποιότητας, τοποθετεῖσαι στήν ἴδια παράλληλο μέ τά λαϊκά τραγούδια καί τ’ ἀναγνώσματα τῶν ἑβδομαδιαίων περιοδικῶν· ἤ ἀποδέχεσαι καταρχήν τήν ὕπαρξη μυστηρίου, ὁπόταν θέτεις ὑπό ἀμφισβήτηση τά ἐξαγόμενα κάθε πρωτοβάθμιας ἐμπειρίας καί εἰσχωρεῖς μέ μιά βαθιά τομή στήν πραγματικότητα...». (Ἐν λευκῷ, Ἀθήνα 21993, σελ. 393-94). 

3. Ὁ Γιάννης Τσαρούχης, τοῦ ὁποίου οἱ ἀπόψεις γιά τά ἄφθαρτα στοιχεῖα τῆς Ὀρθοδοξίας μνημονεύτηκαν πρωτύτερα, καί σέ ἄλλο ἔργο του διορθώνει τίς πολύ κακές ἀντιλήψεις, πού ἔχουν οὐκ ὀλίγοι, σέ ὅ,τι ἀφορᾶ τό Βυζάντιο καί τόν πολιτισμό του, σχετικά μέ τήν ὀρθόδοξη πνευματικότητα: «Ἡ ἀνεκτίμητη βυζαντινή τέχνη, συγκεκριμένα ἡ βυζαντινή ζωγραφική, πού διατήρησε σάν φαραωνικός τάφος τό σπόρο τῆς ἑλληνικῆς ἰδιοφυΐας, ἦρθε μιά ἐποχή πού ἔπαψε νά δίνει ὅ,τι εἶχε δώσει ὥς τότε μέ ποικίλες μορφές». (ἀγαθόν τό ἐξομολογεῖσθαι, Ἀθήνα 1986, σελ. 161). Στήν προκειμένη περίπτωση δέν μνημονεύω τό Φώτη Κόντογλου, σκόπιμα γιά νά μήν προκαλέσω ἐνδεχομένως μερικῶν τήν προκατάληψη.

4. Ἡ οὐσιαστική ἐπίδοση στή μουσική δημιουργία διαπότισε ὁλάκερο τό βυζαντινό πολιτισμό, τή ζωή του. Ἡ ἐκκλησιαστική μουσική, συνεχίζοντας μέ ἄκρως ἀφομοιωτικό τρόπο τήν ἑλληνική παράδοση κατόρθωσε ὥς τίς φάσεις τοῦ νεοελληνικοῦ πολιτισμοῦ νά μπεῖ καί στά κύτταρα τῶν ἀνθρώπων. Νά τί λέει, χαρακτηριστικά ἀποκαλυπτικό ὁ Μάνος Χατζιδάκις ― τό εἶχε πεῖ ἤδη τό 1948, πράγμα πολύ σπουδαῖο ―, τό ὁποῖο φανερώνει τή μεγάλη δημιουργία τῆς βυζαντινῆς μουσικῆς: «Πάνω σ’ αὐτούς τούς ρυθμούς χτίζεται τό ρεμπέτικο τραγούδι, τοῦ ὁποίου παρατηρώντας τή μελωδική γραμμή διακρίνουμε καθαρά τήν ἐπίδραση ἤ καλύτερη τήν προέχταση τοῦ βυζαντινοῦ μέλους. Ὄχι μόνο ἐξετάζοντας τίς κλίμακες πού ἀπό ἔνστιχτο τῶν λαϊκῶν μουσικῶν διατηροῦνται ἀναλλοίωτες, μ’ ἀκόμη παρατηρώντας τίς πτώσεις, τά διαστήματα καί τόν τρόπο ἐκτέλεσης. Ὅλα φανερώνουν τήν πηγή, πού δέν εἶναι ἄλλη ἀπό τήν αὐστηρή καί ἀπέριττη ἐκκλησιαστική ὑμνωδία». (Ὁ καθρέφτης καί τό μαχαίρι, Ἀθήνα 1984, σελ. 12. Βλ. ἐπίσης Ντίνος Χριστιανόπουλος, Μέ τέχνη καί μέ πάθος, Θεσσαλονίκη 1988, σελ. 34 κ.ἑ.).

5. Σύνδεσμο ὀργανικό ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς καί ἤθους, ὁ ὁποῖος προέρχεται ἀπ’ αὐτήν, πρός τόν πολιτισμό τῆς Ὀρθοδοξίας διαπιστώνει καί ὁ Μίκης Θεοδωράκης: «Τήν ἴδια ἐποχή τό νταούλι συντόνιζε στό τσάμικο καί στό καλαματιανό τούς ὑπόλοιπους Ἕλληνες πού χάρις στό πλῆθος τῶν ἁγίων τῆς ὀρθοδοξίας δέν ὑπῆρχε βδομάδα χωρίς πανηγύρι, τραγούδι καί χορό». (Ἀνατομία τῆς μουσικῆς, Ἀθήνα 1983, σελ. 219).

6. Ἄκρως χαρακτηριστικά καί πολύ ἐνδιαφέροντα εἶναι τά ὅσα λέγει ὁ Γιῶργος Θεοτοκᾶς στά Τετράδια Ἡμερολογίου (1939-1953), σελ. 306 καί 338: «Ἐξάλλου ἕνας ἄνθρωπος τοῦ τόπου μας πού θέλει νά εἶναι ‘ἑλληνολάτρης’ στό πνευματικό καί καλλιτεχνικό ἐπίπεδο καί πού δέν καταλαβαίνει τίποτα ἀπό τήν καλλιτεχνική ἐξέλιξη τῶν δέκα αἰώνων τοῦ Βυζαντίου (πού δέν καταλαβαίνει καί πού δέν ἀγαπᾶ, πού ἴσια-ἴσια ἀπεχθάνεται τήν περίοδο αὐτή), μοῦ δίνει τήν ἐντύπωση ὅτι συντηρεῖ μιά ‘ἑλληνολατρεία’ βιβλιακή καί μουσειακή κι ὄχι ζωντανή, ὀργανική συνέχεια τοῦ ἑλληνικοῦ πνεύματος». «Σχετικά μέ τή διάσωση κάποιας ζωντανῆς παράδοσης τοῦ ἀρχαίου θεάτρου μές στήν ὀρθόδοξη ἐκκλησία, τοῦ ἀναφέρω μιά σύντομη ἀλλά πολύ οὐσιαστική γνώμη τοῦ Jacques Copeau, ριγμένη σέ κάποια συνέντευξή του πρός μιά ἀθηναϊκή ἐφημερίδα στά 1940 (ἔχασα δυστυχῶς τό φύλλο). Ὁ γάλλος ἔλεγε περίπου ὅτι μονάχα τίς μέρες ἐκεῖνες, πού παρακολούθησε στήν Ἀθήνα ὀρθόδοξες λειτουργίες, ἄρχισε κάπως νά μαντεύει τί μποροῦσε νά εἶναι μιά ἀρχαία παράσταση. Ἡ γνώμη αὐτή μοῦ φαίνεται βαρυσήμαντη».

Προσωπικά θά ἐπιθυμοῦσα ὅλα τά παραπάνω νά μποροῦσα νά ἐπισημάνω σέ θεολογικά συγγράμματα. Ἀλλά κάτι τέτοιο εἶναι, προσώρας, πολύ δύσκολο.

Ὅμως, μελετώντας κανείς τά μνημεῖα τῆς καλλιτεχνικῆς δημουργίας στή νεοελληνική ζωή τῶν δύο τελευταίων αἰώνων, νοσταλγεῖ ἀκατανίκητα ὅλους αὐτούς τούς παλαιούς δημιουργούς, μιά καί στίς ἡμέρες μας ἐπιπολάζει προκλητικά, καί μάλιστα ὑπό τή μέθη τῶν φωτεινῶν τηλεοπτικῶν προβολέων, ἡ μίμηση καί ἡ ἀπογοητευτική μετριότητα. Εὔχεται νά ’ταν δυνατόν νά πνεύσει ἕνας σαρωτικός ἄνεμος καί νά σκορπίσει στούς τέσσερις ἀνέμους ὅλα τά κακέκτυπα ἔργα. Ἀλλά προσοχή, ἐξάπαντος ὑπάρχει ἔτσι κι ἀλλιῶς καί ἡ καλή συνέχεια, ἔστω καί πιεσμένη, ἔτσι ὥστε κατά νομοτέλεια ν’ ἀνατείλουν καλύτερες δημιουργικές ἡμέρες. Ἄλλωστε, τίποτα δέν ὑπάρχει ἀπολύτως ἐξαχρειωμένο, καί τίποτα ἀπολύτως ἐξιδανικευμένο. Τό δέντρο γνωρίζεται ἀπό τόν καρπό του. Ἔτσι ὅλοι ξέρουμε ὅτι ἡ δημιουργία ἀναθάλλει μέ σκιρτήματα τῆς φύσης, μέ γλυκούς ψιθύρους καί μέ κελαηδήματα πουλιῶν, μακριά ἀπό τούς σχολαστικούς καθαρολόγους, ἠθικολόγους καί διορθωτές τῆς κοινωνίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια: