HELLENOPHONIA

Κυριακή 26 Ιουλίου 2026

 

ΚΥΡΙΑΚΗ Θ´  ΜΑΤΘΑΙΟΥ, 2 Αυγούστου 2026 Ἀνακομιδὴ λειψάνου τοῦ Πρωτομάρτυρος καὶ Ἀποστόλου Στεφάνου, (9/8/2020) (29/7/2018), (Αριθμ. 31Να)

 

Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ.

 

Α. Φέτος η μνήμη της ανακομιδής του λειψάνου του Αγίου Πρωτομάρτυρος Στεφάνου συμπίπτει με την Θ´ Κυριακή Ματθαίου. Πρόκειται για την ανακομιδή του λειψάνου στην Κωνσταντινούπολη. Τα λεγόμενα περί ανακομιδής στα χρόνια του Μεγάλου Κωνσταντίνου, μάλλον δεν επιβεβαιώνονται από το περιεχόμενο του Κανόνος του Αγίου ούτε από τους Στίχους του Συναξαρίου της ημέρας: «Ἔχεις Σιὼν πάμπολλα θεῖα καὶ ξένα./ Νεκρὸν Στεφάνους δὸς πόλει Κωνσταντίνου./ Δευτερίῃ νέκυος Στεφάνου γένετ᾽ Ἀνακομιδήν». Είναι γνωστόν ότι η καταστροφή της Ιερουσαλήμ από τους Ρωμαίους, το 70 μ.Χ., σήμανε μία μακρά περίοδο αφανισμού της πόλης από την ιστορία. Επί Μεγάλου Κωνσταντίνου η πόλη ανοικοδομήθηκε και άρχισε να αναπτύσσεται εκκλησιαστικά. Ο Μέγας Κωνσταντίνος και η Αγία Ελένη συγκέντρωσαν και μετέφεραν για λόγους ασφαλείας τα καταπιστεύματα στην Κωνσταντινούπολη και τα κατέθεσαν στο Προφητείο, στο Ναό του Αγίου Ιερομάρτυρος Μωκίου στο Έβδομο, κοντά στη Μωκησία δεξαμενή και τα των Αγίων Αποστόλων στο Ναό των Δώδεκα Αποστόλων στο Τέταρτο. Ναό του Αγίου Στεφάνου στην Κωνσταντινούπολη συναντάμε κάτω από την Ακρόπολη του Πρώτου Λόφου, τον Άγιο Στέφανο το Μαγγανά, μεταξύ του τέρματος της οδού της Πύλης του Λέοντος και της Πύλης της Αγίας Βαρβάρας, πλησίον του Χριστού του Φιλανθρώπου. Η ανακομιδή σε μεταγενέστερους χρόνους, ίσως την περίοδο του Ηρακλείου, συνάδει με αυτήν την τοποθεσία, που αναπτύχθηκε με νέους Ναούς καταπιστευμάτων πολύ αργότερα και ασφαλώς μετά τον Ιουστινιανό. Μία τέτοια εξήγηση συντίθεται και με όλα τα καταπιστεύματα που αφορούσαν τη ζωή της Θεοτόκου και τις ανάλογες εορτές.

 

Β. Θεοφανικά είναι και τα Αναγνώσματα της σημερινής Κυριακής, τα οποία σε γενικές γραμμές πέφτουν στην περίοδο προ της Μεταμορφώσεως, ή και μετά. Στο Αποστολικό ανάγνωσμα τίθεται ως κέντρο ο Χριστός, ως Δημιουργός (σοφὸς ἀρχιτέκτων), ενώ οι χριστιανοί ονομάζονται «συνεργοί». Σημειώνω παρενθετικά ότι αυτή η λέξη εκπηγάζει από το γεγονός ότι ο άνθρωπος έχει δωρηθεί από το Θεό κατά τη δημιουργία του με το χάρισμα της προαιρέσεως, μιας ελευθερίας ευθύνης και καταφάσεως στην κοινή δημιουργία, συμμετοχής και προχωρήματος. Γι᾽ αυτό ο Απόστολος Παύλος καλεί τους χριστιανούς συνεργούς, γιατί ο Χριστός και η Εκκλησία δεν αναγκάζει κανέναν, «εἴ τις θέλει», οι τύραννοι, οι ειδωλικοί δυνάστες και οι κατεξουσιαστές του κόσμου εξαναγκάζουν, ή «ξεγελούν» τους ανθρώπους, μετερχόμενοι χίλια ψεύτικα πράγματα, ενδυόμενοι μύρια προσωπεία, τάζοντας χίλιες ψεύτικες ελπίδες στους αφελείς. Εξάλλου, αφού την περασμένη Κυριακή τους είχε «παρακαλέσει» να μην κομματιάζουν το κοινό σώμα, με τη σημερινή περικοπή τούς ξαναθυμίζει ότι έχουν ιδιαίτερη χάρη να είναι γεώργιο του Θεού (οι γεωργοί ξέρουν ότι όλα τους είναι κοινά, βρέχει για όλους, ή καίγονται τα σπαρτά όλων...) και ότι είναι οἰκοδομή, που όλα τα στοιχεία της οἰκοδομῆς είναι εξίσου χρήσιμα, όπως κι όλα τα διακονήματα της Εκκλησίας κι όποιου κοινού σώματος. Εξάλλου, ως Εβραίος ο Απόστολος Παύλος είχε μία βαθύτατη δομική πίστη ως προς τα κοινά αγαθά της δημιουργίας, αν λάβουμε υπόψη μας την ισχύ του Σαββαταίου έτους, δηλαδή του εβδόμου έτους καλλιέργειας ενός χωραφιού, κατά το οποίο έπρεπε να μείνει ακαλλιέργητο, σε πλήρη αγρανάπαυση, και ό,τι απέφερε ήταν για όλους, εργάτες, δούλους, ενδεείς, ανεξαρτήτως φυλής. Το αποκορύφωμα του Αποστολικού Αναγνώσματος είναι ο στίχος 16: «Οὐκ οἴδατε ὅτι ναὸς Θεοῦ ἐστε καὶ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ οἰκεῖ ἐν ὑμῖν;», όπου ο Απόστολος Παύλος επισημαίνει ότι οι χριστιανοί οφείλουν να γίνουν κατά χάρη ναοί του Αγίου Πνευματος, ό,τι είναι ο Χριστός κατά φύση, να γίνουν αυτοί κατά χάρη, Πνευματοφόροι, αυτό που αποκαλύπτει και ο Μεταμορφωθείς Χριστός, να γίνουν κατά χάρη άκτιστοι και ατελεύτητοι, όπως οι Άγιοι Προφήτες, Απόστολοι και Μάρτυρες, κατά την υμνολογία της σημερινής εορτής και ασφαλώς σύμφωνα και με τη νηπτική και φιλόκαλη παράδοση της Εκκλησίας του παλαιού και του νέου Ισραήλ των εθνών.

 

Γ. 1. Στην ίδια γραμμή της παράδειξης της θεότητος του Χριστού, ως προετοιμασίας των Μαθητών για την ομολογία της θεότητός του, είναι και το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα, το οποίο είναι συνέχεια του «ευχαριστιακού» Ευαγγελικού Αναγνώσματος της προηγούμενης Κυριακής, της «κλάσεως» του άρτου και του χορτασμού των πέντε χιλιάδων ανθρώπων. Μετά την απόλυση, το χαιρετισμό των ανθρώπων από το δείπνο, οι μαθητές μπαίνουν στο πλοίο, για να πάνε στην άλλη όχθη της λίμνης Τιβεριάδος, να ξαναπάνε στη Γεννησαρέτ, σαν «πρόδρομοι» κοντά στα μέρη του (ήδη ο Ιωάννης είχε θανατωθεί), απ᾽ όπου τον είχαν διώξει οι συμπατριώτες του. Αποσύρεται στο όρος «κατ᾽ ἰδίαν προσεύξασθαι» (πάλι ένας προχειρισμός της Μεταμορφώσεως), επιμένοντας στο γεγονός ότι είναι και τέλειος άνθρωπος και όχι φάντασμα, όπως σημειώνεται στη συνέχεια της περικοπής, επιτρέποντας, δηλαδή, να εκδηλωθεί, «δι᾽ ἡμᾶς», ως τέλειος άνθρωπος, που έχει, μάλιστα, ανάγκη προσευχής, αλλά συγχρόνως περπατά στα κύματα, σώζει τον ολιγοπιστούντα Πέτρο και κυριαρχεί επί του ανέμου, της κτίσης, ως Θεός.

2. Η φρασεολογία της περικοπής είναι άκρως σημαντική, γιατί ο Χριστός αποκαλύπτεται ενεργών ως Θεός, ταυτίζων εαυτόν ευθέως με τον αποκαλυφθέντα άσαρκο Λόγο στους Προφήτες, ότι είναι ο Ὤν, «Θαρσεῖτε, ἐγώ εἰμί· μὴ φοβεῖσθε», μία στιχομυθία που παραπέμπει στη στιχομυθία του Μωϋσέως με τον Άγγελο (άσαρκο Λόγο), τον εξερχόμενο από τη φλεγόμενη αλλά μη κατακαιόμενη βάτο. Εξάλλου, ότι δεν πρόκειται για μία τυπική φράση, αλλά για ευθεία παραπομπή στην πίστη Αβραάμ και Ισαάκ και Ιακώβ, επιβεβαιώνεται από την εναγώνια έκφραση του Πέτρου: «Κύριε, εἰ σὺ εἶ», που είναι επίσης ευθεία παραπομπή στην πρώτη εντολή του Δεκαλόγου του Μωϋσέως. Και πάλι η ομολογία της θεότητος του Χριστού προέρχεται από τους ανώνυμους επιβάτες του πλοίου: «οἱ δὲ ἐν τῷ πλοίῳ ἐλθόντες προσεκύνησαν αὐτῷ λέγοντες· Ἀληθῶς Θεοῦ υἱὸς εἶ». Στην Πατερική Γραμματεία ο όρος Υἱὸς Θεοῦ, αναφέρεται στον επαγγελλόμενο από τους Προφήτες και ἐν σαρκὶ ελευσόμενο Λόγο του Θεού, τον ένα και τον αυτόν.

3. Η υπόμνηση της προφητικής και αποστολικής μαρτυρίας δεν είναι μία θεωρητική κατασκευή, αλλά είναι η κατεξοχήν υπόμνηση της ενότητος παντός του γένους ανθρώπων και πάσης της κτίσεως, κάλεσμα για να καταυγασθούν όλα τα όντα, ολόκληρη η ανθρώπινη ιστορία και τα έσχατα από τον ανακαινισμό του Λόγου του Θεού, που προχειρίζεται με τη Μεταμόρφωσή του, παραδεικνύοντας τη θεότητά του με όλες τις θεοσημίες σ᾽ όλους τους ανθρώπους, στον «όχλο».

 

Αποστολικό Ανάγνωσμα: Α´ Κορ. γ´, 9-17: «9 Θεοῦ γάρ ἐσμεν συνεργοί· Θεοῦ γεώργιον, Θεοῦ οἰκοδομή ἐστε. 10 Κατὰ τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ τὴν δοθεῖσάν μοι ὡς σοφὸς ἀρχιτέκτων θεμέλιον τέθεικα, ἄλλος δὲ ἐποικοδομεῖ· ἕκαστος δὲ βλεπέτω πῶς ἐποικοδομεῖ· 11 θεμέλιον γὰρ ἄλλον οὐδεὶς δύναται θεῖναι παρὰ τὸν κείμενον, ὅς ἐστιν Ἰησοῦς Χριστός. 12 εἰ δέ τις ἐποικοδομεῖ ἐπὶ τὸν θεμέλιον τοῦτον χρυσόν, ἄργυρον, λίθους τιμίους, ξύλα, χόρτον, καλάμην, 13 ἑκάστου τὸ ἔργον φανερὸν γενήσεται· ἡ γὰρ ἡμέρα δηλώσει· ὅτι ἐν πυρὶ ἀποκαλύπτεται· καὶ ἑκάστου τὸ ἔργον ὁποῖόν ἐστι τὸ πῦρ δοκιμάσει. 14 εἴ τινος τὸ ἔργον μενεῖ ὃ ἐπῳκοδόμησε, μισθὸν λήψεται· 15 εἴ τινος τὸ ἔργον κατακαήσεται, ζημιωθήσεται, αὐτὸς δὲ σωθήσεται, οὕτως δὲ ὡς διὰ πυρός. 16 Οὐκ οἴδατε ὅτι ναὸς Θεοῦ ἐστε καὶ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ οἰκεῖ ἐν ὑμῖν; 17 εἴ τις τὸν ναὸν τοῦ Θεοῦ φθείρει, φθερεῖ τοῦτον ὁ Θεός· ὁ γὰρ ναὸς τοῦ Θεοῦ ἅγιός ἐστιν, οἵτινές ἐστε ὑμεῖς».

 

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: Ματθ. ιδ´, 22-34: «22 Καὶ εὐθέως ἠνάγκασεν ὁ Ἰησοῦς τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ ἐμβῆναι εἰς τὸ πλοῖον καὶ προάγειν αὐτὸν εἰς τὸ πέραν, ἕως οὗ ἀπολύσῃ τοὺς ὄχλους. 23 καὶ ἀπολύσας τοὺς ὄχλους ἀνέβη εἰς τὸ ὄρος κατ᾽ ἰδίαν προσεύξασθαι. ὀψίας δὲ γενομένης μόνος ἦν ἐκεῖ. 24 τὸ δὲ πλοῖον ἤδη μέσον τῆς θαλάσσης ἦν, βασανιζόμενον ὑπὸ τῶν κυμάτων· ἦν γὰρ ἐναντίος ὁ ἄνεμος. 25 τετάρτῃ δὲ φυλακῇ τῆς νυκτὸς ἀπῆλθε πρὸς αὐτοὺς ὁ Ἰησοῦς περιπατῶν ἐπὶ τῆς θαλάσσης. 26 καὶ ἰδόντες αὐτὸν οἱ δὲ μαθηταὶ ἐπὶ τὴν θάλασσαν περιπατοῦντα ἐταράχθησαν λέγοντες ὅτι φάντασμά ἐστι, καὶ ἀπὸ τοῦ φόβου ἔκραξαν. 27 εὐθέως δὲ ἐλάλησεν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς λέγων· Θαρσεῖτε, ἐγώ εἰμι· μὴ φοβεῖσθε. 28 ἀποκριθεὶς δὲ αὐτῷ ὁ Πέτρος εἶπε· Κύριε, εἰ σὺ εἶ, κέλευσόν με πρὸς σὲ ἐλθεῖν ἐπὶ τὰ ὕδατα· 29 ὁ δὲ εἶπεν, Ἐλθέ. καὶ καταβὰς ἀπὸ τοῦ πλοίου ὁ Πέτρος περιεπάτησεν ἐπὶ τὰ ὕδατα ἐλθεῖν πρὸς τὸν Ἰησοῦν. 30 βλέπων δὲ τὸν ἄνεμον ἰσχυρὸν ἐφοβήθη, καὶ ἀρξάμενος καταποντίζεσθαι ἔκραξε λέγων· Κύριε, σῶσόν με. 31 εὐθέως δὲ ὁ Ἰησοῦς ἐκτείνας τὴν χεῖρα ἐπελάβετο αὐτοῦ καὶ λέγει αὐτῷ· Ὀλιγόπιστε! εἰς τί ἐδίστασας; 32 καὶ ἐμβάντων αὐτῶν εἰς τὸ πλοῖον ἐκόπασεν ὁ ἄνεμος. 33 οἱ δὲ ἐν τῷ πλοίῳ ἐλθόντες προσεκύνησαν αὐτῷ λέγοντες· Ἀληθῶς Θεοῦ υἱὸς εἶ. 34 Καὶ διαπεράσαντες ἦλθον εἰς τὴν γῆν Γεννησαρέτ».

Δεν υπάρχουν σχόλια: