HELLENOPHONIA

Τρίτη 6 Ιανουαρίου 2026

 

 

Ἡ Σύναξις τοῦ τιμίου ἐνδόξου Προφήτου, Προδρόμου καὶ Βαπτιστοῦ Ἰωάννου, 7 Ἰανουαρίου 2026, (Αριθμ. 62, 1)

 

Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ.

 

Α. 1. Η σημερινή εορτή είναι μία εν μέρει επανάληψη της εχθεσινής εορτής ως κατακλείδος, δηλαδή, των Θεοφανείων, όπως συμβαίνει και με άλλες εορτές που η δεύτερη ημέρα είναι η σύναξη του συμμαρτυρούντος προσώπου κατά την εορτή της κυριώνυμης ημέρας. Π.χ. τη δεύτερη ημέρα των Χριστουγέννων τιμάται Ἡ σύναξις τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, ή τη δεύτερη ημέρα του Ευαγγελισμού τιμάται Ἡ σύναξις τοῦ Ἀρχιστρατήγου Γαβριήλ. Σ᾽ αυτό το πλαίσιο πέραν της επανάληψης των Καταβασιών: «Στείβει θαλάσσης...» και του Κανόνος των Θεοφανείων με τον Ειρμό της α´ Ωδής: «Βυθοῦ ἀνεκάλυψε πυθμένα...» αντί Τρισαγίου αυτονόητα ψάλλεται το «Ὅσοι εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθητε...».

2. α. Κατά το Τυπικὸν τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας ή Σύναξη τοῦ Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου γινόταν «ἐν τοῖς Σπαρακίου», ή Σφαρακίου, περιοχή βορειότερα της Παναγίας των Χαλκοπρατείων, μία περιοχή πολύ σημαντική εξ απόψεως στρατιωτικής και φύλαξης. Από το Συναξάριο (Synaxarium Costantinopolitanun), εξάλλου, πληροφορούμαστε ότι η τιμία χείρ του Προδρόμου μεταφέρθηκε από κάποιο διάκονο Ιώβ από την Αντιόχεια επί βασιλείας Κωνσταντίνου και Ρωμανού των Πορφυρογέννητων και ενώ ετίθετο προς προσκύνηση υπό των χριστιανών, μετά φυλασσόταν στο Παλάτι, «ἐν τοῖς βασιλείοις». Προφανώς είναι το καταπίστευμα που θησαυρίζεται στο Παλάτι Τοπ-Καπί στην Κωνσταντινούπολη και δεν είναι προσιτό στους επισκέπτες παρά μόνο με ειδική άδεια.

β. Πάντως στη λαϊκή αφήγηση καταγράφεται μία Παράδοση (Ν. Πολίτη, Παραδόσεις) περί τιμίας χειρός Αγίου, που ήταν εύπλαστη και ενώπιόν της παρείχετο η δικαιοσύνη στην Κωνσταντινούπολη, οπότε η χειρ εκινείτο αναλόγως της αληθούς ή ψευδούς μαρτυρίας του κάθε μάρτυρος. Ίσως αυτό συνδέεται με το καταγραφόμενο θαύμα που συνέβαινε στην Αντιόχεια, καθώς εκεί αντί του Τιμίου Σταυρού υψώνετο η χείρ του Προδρόμου και αναλόγως εκτεινόταν ή συστελλόταν.

 

Β. 1. Αποστολικό Ανάγνωσμα και Ευαγγελικό Ανάγνωσμα είναι ταυτόσημα ως μαρτυρία περί της παρουσίας του Προδρόμου ως Βαπτιστού του Χριστού, και συγχρόνως ως προς τη μετάβαση στο βάπτισμα υπό των Αποστόλων εν Αγίω Πνεύματι εν τη μαρτυρία Ιησού Χριστού.

2. Το Αποστολικό Ανάγνωσμα είναι ένα Ανάγνωσμα οραματικού χαρακτήρα, από τα πλέον συγκλονιστικά των Πράξεων των Αποστόλων, σε μία παραλληλία προς το δεύτερο κεφάλαιο των Πράξεων περί της ελεύσεως, επιφοιτήσεως, του Αγίου Πνεύματος στους Αποστόλους κατά την ημέρα της Πεντηκοστής, κατά την οποία ο Απόστολος Παύλος ήταν απών, ζώντας ακόμη ως «ζηλωτής». Ερχόμενος στην Έφεσο πλέον ως Απόστολος του Χριστού συναντά ισραηλίτες που είχαν λάβει το βάπτισμα του Ιωάννου, ακολουθεί το βάπτισμα στο όνομα του Κυρίου Ιησού Χριστού, η επίθεση των χειρών του Αποστόλου Παύλου επ᾽αυτών και η ακολουθείσασα φανέρωση των χαρισμάτων του Αγίου Πνεύματος, όπως γλωσσοφωνία και προφητεία, ένα γεγονός όμοιο με το γεγονός της Πεντηκοστής, ή της Εκκλησίας ως συμπαρεκτεινόμενης Πεντηκοστής. Επ᾽ αυτού μπορούμε να σημειώσουμε τρία στοιχεία: α) τη δύναμη της εκφοράς του ονόματος του Ιησού Χριστού, ως μονομελούς βαπτισματικής ομολογίας αλλά και ως ονόματος εν συνεχεία της νηπτικής πράξης της Εκκλησίας ως μονολόγιστης προσευχής, β) ο αριθμός των βαπτισθένων είναι δώδεκα, όπως και κατά την Πεντηκοστή με τους Δώδεκα Απόστολους, καθότι ήδη είχε συμπληρωθεί ο αριθμός δώδεκα με την κλήρωση του Απόστολου Ματθία, όπως καταγράφεται το γεγονός στο πρώτο κεφάλαιο των Πράξεων, και γ) το κήρυγμα στη συναγωγή περί της βασιλείας του Θεού, που αποδεικνύει πώς οι Απόστολοι στηρίχτηκαν στο θεσμό της συναγωγής για το άπλωμα του κηρύγματός τους προς τα έθνη.

 

Γ. 1. Το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα αποτελεί προσωπική μαρτυρία του Ευαγγελιστή Ιωάννη, πράγμα που εξάγεται από τη συνέχεια της σημερινής ευαγγελικής περικοπής, η οποία διαβάζεται ως Ευαγγελικό Ανάγνωσμα στη μνήμη του Αποστόλου Ανδρέα, ο οποίος αποτελεί μαζί με τον Ευαγγελιστή Ιωάννη τη δυάδα[1] των μαθητών του Ιωάννου του Προδρόμου, που παρέχουν τη μαρτυρία του περί του Βαπτίσματος του Ιησού[2].

2. Ως προς το περιεχόμενο του Ευαγγελικού Αναγνώσματος πρέπει να υπογραμμισθούν τέσσερα τουλάχιστον σημεία: α) Η διατύπωση «οὗτός ἐστι περὶ οὗ ἐγὼ εἶπον· ὀπίσω μου ἔρχεται ἀνὴρ ὃς ἔμπροσθέν μου γέγονεν, ὅτι πρῶτός μου ἦν» είναι ομολογία περί της θεότητος του Χριστού, γιατί ως προς την ηλικία η γέννηση του Προδρόμου έγινε έξη μήνες νωρίτερα. Επιπλέον ο όρος πρώτος απηχεί το γεγονός της Αναστάσεως του Χριστού ως Πρωτοτόκου εκ νεκρών δι᾽ ημάς και διά την ημετέραν σωτηρίαν, β) η διά παραστάσεως περιγραφή της παρουσίας του Αγίου Πνεύματος («ὡς»)[3], γ) η οραματική μαρτυρία του Προδρόμου περί του πέμψαντος αυτόν να βαπτίζει «ἐν ὕδατι», ως προετοιμασία του βαπτίσματος Ἁγίῳ Πνεύματι, και δ) περί του Χριστού ως Υιού του Θεού και βαπτίζοντος «ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ». Η τελευταία διατύπωση, που εν πρώτοις φαίνεται δυσνόητη, μπορεί να αποσαφηνισθεί με την ερμηνευτική πρόταση του Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού ότι ο λουτήρας των Μαθητών στο Μυστικό Δείπνο συνιστά το βάπτισμα των Μαθητών.

 

Αποστολικό Ανάγνωσμα: Πράξ. ιθ´, 1-8: Ἐγένετο δὲ ἐν τῷ τὸν ᾿Απολλὼ εἶναι ἐν Κορίνθῳ Παῦλον διελθόντα τὰ ἀνωτερικὰ μέρη ἐλθεῖν εἰς ῎Εφεσον· καὶ εὑρὼν μαθητάς τινας 2 εἶπε πρὸς αὐτούς· εἰ Πνεῦμα ῞Αγιον ἐλάβετε πιστεύσαντες; οἱ δὲ εἶπον πρὸς αὐτόν· ἀλλ᾿ οὐδὲ εἰ Πνεῦμα ῞Αγιόν ἐστιν ἠκούσαμεν. 3 εἶπέ τε πρὸς αὐτούς· εἰς τί οὖν ἐβαπτίσθητε; οἱ δὲ εἶπον· εἰς τὸ ᾿Ιωάννου βάπτισμα. 4 εἶπε δὲ Παῦλος· ᾿Ιωάννης μὲν ἐβάπτισε βάπτισμα μετανοίας, τῷ λαῷ λέγων εἰς τὸν ἐρχόμενον μετ᾿ αὐτὸν ἵνα πιστεύσωσι, τοῦτ᾿ ἔστιν εἰς τὸν ᾿Ιησοῦν Χριστόν. 5 ἀκούσαντες δὲ ἐβαπτίσθησαν εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου ᾿Ιησοῦ.6 καὶ ἐπιθέντος αὐτοῖς τοῦ Παύλου τὰς χεῖρας ἦλθε τὸ Πνεῦμα τὸ ῞Αγιον ἐπ᾿ αὐτούς, ἐλάλουν τε γλώσσαις καὶ προεφήτευον. 7 ἦσαν δὲ οἱ πάντες ἄνδρες ὡσεὶ δεκαδύο.8 Εἰσελθὼν δὲ εἰς τὴν συναγωγὴν ἐπαρρησιάζετο ἐπὶ μῆνας τρεῖς διαλεγόμενος καὶ πείθων τὰ περὶ τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ».

 

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: Ἰω. α´, 29-34: «29 Τῇ ἐπαύριον βλέπει ὁ ᾿Ιωάννης τὸν ᾿Ιησοῦν ἐρχόμενον πρὸς αὐτὸν καὶ λέγει· ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου. 30 οὗτός ἐστι περὶ οὗ ἐγὼ εἶπον· ὀπίσω μου ἔρχεται ἀνὴρ ὃς ἔμπροσθέν μου γέγονεν, ὅτι πρῶτός μου ἦν. 31 κἀγὼ οὐκ ᾔδειν αὐτόν, ἀλλ᾽ ἵνα φανερωθῇ τῷ ᾿Ισραήλ, διὰ τοῦτο ἦλθον ἐγὼ ἐν τῷ ὕδατι βαπτίζων. 32 καὶ ἐμαρτύρησεν ᾿Ιωάννης λέγων ὅτι τεθέαμαι τὸ Πνεῦμα καταβαῖνον ὡς περιστερὰν ἐξ οὐρανοῦ, καὶ ἔμεινεν ἐπ᾽ αὐτόν. 33 κἀγὼ οὐκ ᾔδειν αὐτόν, ἀλλ᾽ ὁ πέμψας με βαπτίζειν ἐν ὕδατι, ἐκεῖνός μοι εἶπεν· ἐφ᾽ ὃν ἂν ἴδῃς τὸ Πνεῦμα καταβαῖνον καὶ μένον ἐπ᾽ αὐτόν, οὗτός ἐστιν ὁ βαπτίζων ἐν Πνεύματι ῾Αγίῳ. 34 κἀγὼ ἑώρακα καὶ μεμαρτύρηκα ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ».



[1]. Όπως λέγεται στο τρίτο Στιχηρό Προσόμοιο: «Ῥωσθεὶς θείᾳ χάριτι Χριστοῦ, Βαπτιστὰ καὶ Πρόδρομε, σὺ τόν Ἀμνὸν ἡμῖν ἔδειξας, τὸν κόσμου αἴροντα, ἁμαρτίας πάσας· καὶ αὐτῷ προσήρμοσας, δυάδα Μαθητῶν χαίρων σήμερον· ὃν καθικέτευε, δωρηθῆναι ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν, τὴν εἰρήνην, καὶ τὸ μέγα ἔλεος».

[2]. Ἰω. α´, 35-42: «35 Τῇ ἐπαύριον πάλιν εἱστήκει ὁ ᾿Ιωάννης καὶ ἐκ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ δύο, 36 καὶ ἐμβλέψας τῷ ᾿Ιησοῦ περιπατοῦντι λέγει· ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ. 37 καὶ ἤκουσαν αὐτοῦ οἱ δύο μαθηταὶ λαλοῦντος, καὶ ἠκολούθησαν τῷ ᾿Ιησοῦ. 38 στραφεὶς δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς καὶ θεασάμενος αὐτοὺς ἀκολουθοῦντας λέγει αὐτοῖς· 39 τί ζητεῖτε; οἱ δὲ εἶπον αὐτῷ· ραββί· ὃ λέγεται ἑρμηνευόμενον διδάσκαλε· ποῦ μένεις; 40 λέγει αὐτοῖς· ἔρχεσθε καὶ ἴδετε. ἦλθον οὖν καὶ εἶδον ποῦ μένει, καὶ παρ᾽ αὐτῷ ἔμειναν τὴν ἡμέραν ἐκείνην· ὥρα ἦν ὡς δεκάτη. 41 ἦν ᾿Ανδρέας ὁ ἀδελφὸς Σίμωνος Πέτρου εἷς ἐκ τῶν δύο τῶν ἀκουσάντων παρὰ ᾿Ιωάννου καὶ ἀκολουθησάντων αὐτῷ. 42 εὑρίσκει οὗτος πρῶτος τὸν ἀδελφὸν τὸν ἴδιον Σίμωνα καὶ λέγει αὐτῷ· εὑρήκαμεν τὸν Μεσσίαν· ὅ ἐστι μεθερμηνευόμενον Χριστός».

[3]. Μία από τις πλέον φιλόκαλες και νηπτικές ερμηνείες του γεγονότος του βαπτίσματος του Χριστού και της φανερώσεως της Αγίας Τριάδος δίδεται με το δεύτερο Στιχηρό Προσόμοιο: «Ὑψόθεν προσέβλεψας σοφέ, Ἰωάννη Πρόδρομε, Πατρὸς τὴν δόξαν τὴν ἄρρητον, Υἱὸν ἐν ὕδατι, καὶ τὸ Πνεῦμα εἶδες, ἐπελθὸν ὡς πέλειαν, καθαῖρον καὶ φωτίζον τὰ πέρατα· διὸ Τριάδος σε, μυστιπόλον ἀναμέλποντες, σοῦ τιμῶμεν, τὴν θείαν πανήγυριν».

Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2026

 

Τὰ Ἅγια Θεοφάνεια τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, 6 Ἰανουαρίου 2026, (6-1-2019), (Αριθμ. 62Β)

 

Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ.

  

Α. 1. Με την εορτή της περιτομής του Χριστού, ως της αρχής του καινού ατελεύτητου εν Χριστώ χρόνου, της ὀγδοάδος, εκτείνεται το μυστήριο της άκρας συγκαταβάσεως του προ των αιώνων αποκαλυπτομένου Λόγου του Θεού Πατρός σαρκί «δι᾽ ἡμᾶς καὶ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν», για να λάβει μία πιο οικουμενική έκφραση με το θεοφανικό γεγονός των Θεοφανείων. Με ένα τρόπο συγκλονιστικό ο υμνωδός διερμηνεύει ότι με τη Γέννηση και το βαπτισμό του Χριστού στον Ιορδάνη ο άνθρωπος και όλος ο κτιστός κόσμος δέχονται τον αγιασμό, την ευλογία και τον ανακαινισμό («πρὶν εὐγένεια») του Θεού, επανέρχονται στην αρχική σχέση τους με το Θεό, το καθένα κατά το λόγο υπάρξεώς του: «Γῆ ἡγιάσθη Γεννήσει, τῇ ἁγίᾳ σου Λόγε, διηγουμένων οὐρανῶν, σὺν ἄστροις δόξαν σήν, νῦν δὲ τῶν ὑδάτων φύσις εὐλόγηται, σοῦ σαρκὶ βαπτισθέντος, καὶ γένος γηγενῶν, πρὸς τὴν πρὶν ἐπανῆλθεν αὖθις εὐγένειαν» (Στο Απόδειπνο της 5ης Ιανουαρίου, ὠδὴ θ´, ἦχος πλ. β´, τροπάριο γ´).

2. Η εορτή των Θεοφανείων, που, όπως έχει σημειωθεί, συνεορτάζετο με τη Γέννηση του Χριστού μέχρι περίπου τα τέλη του τέταρτου αιώνα, είναι μία εορτή που στη σημερινή της διάταξη διακρίνεται χρονικά σε δύο περιόδους, μία πριν και μία μετά, τήν προεόρτια περίοδο από 2 μέχρι 5 Ιανουαρίου, στην οποία κυριαρχεί η προετοιμασία για το βάπτισμα των Κατηχουμένων, ιδίως με τις Μεγάλες Ὦρες, τα Προεόρτια που καταλήγουν στην Παννυχίδα, τον Όρθρο και το Μέγα Αγιασμό του βαπτίσματος των Κατηχουμένων, ή απλώς το Μέγα Αγιασμό μετά την υιοθέτηση του νηπιοβαπτισμού, την εορτή των Θεοφανείων, τη Σύναξη του Αγίου Προφήτου, Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου, κατ᾽ αντιστοιχία με τη δεύτερη ημέρα των Χριστουγέννων, και μετά με την Κυριακή μετά τα Φώτα και την Απόδοση της εορτής.

3. α. Εάν συγκρίνουμε τη διάταξη της εορτής της Γεννήσεως του Χριστού και των Θεοφανείων κατά το Τυπικὸν τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας και του Συναξαρίου Κωνσταντινουπόλεως προκύπτουν κάποιες σημαίνουσες διαπιστώσεις: Και στις δύο εορτές προηγούνται οι Μεγάλες Ὦρες, Εσπερινός, ανάλογα με την ημέρα που πέφτει η εορτή, οπωσδήποτε Παννυχίδα, όπου διαβάζονται μάλλον ομιλητικά και κηρυγματικά έργα των Πατέρων, οπωσδήποτε εκείνα του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, ο οποίος είναι ο μόνος που κατονομάζεται και Όρθρος με τον πεντηκοστό Ψαλμό. Η διαφοροποίηση ως προς την εορτή των Θεοφανείων είναι ότι παρέχεται ακριβής διάταξη για την τέλεση του Μεγάλου Αγιασμού συναπτά με την Παννυχίδα και τον Όρθρο για την τέλεση του βαπτίσματος των κατηχουμένων, κάτι που απουσιάζει στη διάταξη της εορτής των Χριστουγέννων. Μάλιστα σημειώνεται ότι μετά τα δύο τροπάρια «Σήμερον Τριὰς ἐν Μονάδι θεότητος...» και «Ἐν Ἰορδάνῃ βαπτιζουμένου σου, Κύριε...» τελούνται τα ακόλουθα: «Καὶ ὅτε πληρωθῇ, ἀνέρχεται ὁ Πατριάρχης ἐν τῷ φωτιστηρίῳ καὶ βαπτίζει. Καὶ ὅτε χρίσῃ τοὺς νεοφωτίστους ἵσταται ὁ ψάλτης πλησίον αὐτοῦ καὶ λέγει ψαλμὸν λα´, ἦχος βαρύς· "Μακάριοι ὧν ἀφέθησαν αἱ ἀνομίαι καὶ ὧν ἐπικαλύφθησαν αἱ ἁμαρτίαι". Καὶ λοιπὸν ὀψικεύων αὐτὸν στιχολογεῖ ἐφεξῆς τοὺς στίχους τοῦ ψαλμοῦ, καὶ εἰσέρχεται τὴν εἴσοδον τῆς ἐκκλησίας, καὶ ὅτε ἔλθῃ πλησίον τοῦ ἄμβωνος ἀποδύεται τὸ φελώνιν αὐτοῦ καὶ ἀνέρχεται ἐν τῷ ἄμβωνι καὶ στιχολογεῖ ἕως ἂν λάβῃ ἐπιτροπὴν ἐκ τοῦ ἀρχιδιακόνου, καὶ λοιπὸν λέγει τὴν περισσὴν καὶ κατέρχεται. Καὶ ἀνέρχεται προανάγνωσις ἐκ τῶν Πράξεων· Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, ἄγγελος Κυρίου ἐλάλησεν πρὸς Φίλιππον». Και μετά τους Ψαλμούς 113, 114 και 117, το «Ἐν Ἰορδάνῃ βαπτιζουμένου σου, Κύριε..» και αντί του Τρισαγίου το «Ὅσοι εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθητε» τελούνται τα υπόλοιπα της Θείας Λειτουργίας. Πρέπει να σημειώσω ότι στο Τυπικὸν τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας γίνεται αναφορά για «εὐχὴ τῆς τῶν ὑδάτων εὐλογίας» προ της Παννυχίδος καί της ακολουθίας των νεοφωτίστων, που είναι μία σύνθεση της τάξης προ της ισχύος του νηπιοβαπτισμού και της λειτουργικής πράξης μετά τη Γ´ Οικουμενική Σύνοδο και την υιοθέτηση του νηπιοβαπτισμού ανεξάρτητα από τα Φώτα και το Πάσχα.

β. Το ενδιαφέρον στοιχείο για τις εορτές της Γεννήσεως του Χριστού, των Θεοφανείων, του Πάσχα και της Πεντηκοστής είναι η ανάγνωση των Λόγων του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου κατά την Παννυχίδα, που συνδέονται ευθέως με τη βαπτισματική πράξη, με το βάπτισμα των κατηχουμένων, τουλάχιστον ως προς τα Φώτα και το Πάσχα, και γι᾽ αυτό υπάρχει και λεκτική ταυτότητα μεταξύ των εξής Λόγων: Λόγος 1: Εἰς τὸ ἅγιον Πάσχα καὶ εἰς τὴν βραδυτῆτα, Λόγος 38: Εἰς τὰ Θεοφάνια, εἴτουν Γενέθλια τοῦ Σωτῆρος, Λόγος 39. Εἰς τὰ ἅγια Φῶτα, Λόγος 40. Εἰς τὸ ἅγιον βάπτισμα, Λόγος 45. Εἰς τὸ ἅγιον Πάσχα, ενώ ο Λόγος 41: Εἰς τὴν Πεντηκοστήν αποτελεί το κήρυγμα κατά την εορτή της Πεντηκοστής για την ομολογία της θεότητος του Αγίου Πνεύματος και του Πνευματικῶς ορωμένου Υιού και Λόγου του Θεού Πατρός. Πρόκειται για ένα κήρυγμα ερμηνείας του Συμβόλου της Πίστεως αλλά και μία συνόψιση των γεγονότων της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, με ιδιαίτατη επιλογή εκ των Ψαλμών, που αξιοποιήθηκε εν συνεχεία είτε ως Κοινωνικά, είτε εφύμνια από τους υμνογράφους στους Κανόνες τους με τους παράδελφους Αγίους Ιωάννη το Δαμασκηνό και Κοσμά, αλλά και την Ἔκδοσιν ἀκριβῆ τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως.

γ. Θα πρέπει να σημειωθεί μετ᾽ εμφάσεως ότι η ενιαία λειτουργική χρήση της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης τόσο ως προς τα Αναγνώσματα, Προφητικά, Αποστολικά και Ευαγγελικά προστιθεμένης και της λειτουργικής- υμνολογικής χρήσης και των Ψαλμών, μαζί με την ερμηνευτική- κηρυγματική Γραμματεία και τη συνοδική πράξη της Εκκλησίας καθιστά το κείμενο των Εβδομήκοντα αναντικατάστατο. Ως εκ τούτου η απόρριψη του κειμένου των Εβδομήκοντα από τη θεολογική σπουδή και η αντικατάσταση από το εβραϊκό κείμενο πρέπει υποκινείται από κύκλους που τείνουν να καταργήσουν την ίδια τη ζωή της Εκκλησίας και να την περιορίσουν στις θεολογίες της ειδωλικής ανικανότητος, ή του κοινωνικού προφητισμού του προτεσταντικού προορισμού, εισπράττοντες οι αυτουργοί χορηγίες, εξουσία καταδυναστευτική και αξιώματα.

 

Β. 1. Ανεξάρτητα από τους λόγους που οδήγησαν την Εκκλησία για πρακτικούς λόγους προς τέλεση εκ δευτέρου Αγιασμού, και μάλιστα μετά τη Θεία Λειτουργία και προ της Απολύσεως, κατά την κύρια ημέρα, θα πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι η τέλεση του Αγιασμού δεν είναι μία ανεξάρτητη αγιαστική πράξη, όπως εκλαμβάνεται σήμερα από τους περισσότερους χριστιανούς. Ο Αγιασμός του ύδατος ετελείτο αρχικώς για την τέλεση του βαπτίσματος των Κατηχουμένων, το οποίο προ της Γ´ Οικουμενικής Συνόδου, οπότε καθιερώνεται ο νηπιοβαπτισμός, ετελείτο τα Θεοφάνεια και το βράδυ της Αναστάσεως, ώστε να ακολουθήσει εν συνεχεία η συμμετοχή των νεοβαπτισμένων στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Γι᾽ αυτό, αντί του Τρισαγίου ψάλλεται κατά τα Θεοφάνεια το «Ὅσοι εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθητε, Χριστὸν ἐνεδύσασθε. Ἀλληλούϊα», όπως και κατά την εορτή της Γεννήσεως του Χριστού για τον ίδιο λόγο. Αγιασμός του ύδατος ως αυτοτελής αγιαστική πράξη ανεξάρτητη από τον άνθρωπο και τη συνωδίνουσα κτίση, για τον οποίο ο Θεός έγινε άνθρωπος (και όχι απλώς για το σώμα του κατά την ερμηνεία των σύγχρονων επηρμένων σαρκολατρών), μπορεί να καταλήξει σε ειδωλοποίηση της κτίσης, σαν τις ντιρεκτίβες του ΟΗΕ και τις φιλανθρωπίες των αποικιοκρατών και τα νηπιώδη ανθρώπινα δικαιώματα της υποκρισίας και της ακόμη μεγαλύτερης υποκριτικής αγαπολογίας μιας απίστευτης ιδιοτέλειας και χειραγώγησης των Ορθοδόξων, που τα ανακάλυψαν σα νέα αποκάλυψη, αρκούντως ειδωλικής, για να ελέγχονται και να ποδηγετούνται μόνο οι ανίσχυροι λαοί, ενίοτε και με εγκάθετες εξουσίες, αποδομούντες την ενότητα του ανθρώπου και την καθολικότητα της Εκκλησίας ως προς την πίστη στον ενανθρωπήσαντα Υιό και Λόγο του Θεού Πατρός, τον ανακαλέσαντα το ανθρώπινο στην αρχέγονη δημιουργική κατάσταση εν τω παραδείσω της Δόξης Κυρίου.

2. Το προεόρτιο τετραήμερο προ των Θεοφανείων έχει προχειριστικό προς το άγιο βάπτισμα χαρακτήρα. Τούτο καθίσταται αρκούντως σαφές με την ακολουθία των Μεγάλων Ωρών, κατά την οποία τα Προφητικά Αναγνώσματα, προερχόμενα όλα από το βιβλίο του Ησαΐα, αναφέρονται σε σωτήριες θεοφανικές ενέργειες του Θεού του Ισραήλ, σε τύπους, ή εξαγγελίες περί του βαπτίσματος εν Χριστώ και των πιστών με την παρουσία του ύδατος, ως στοιχείου απαραίτητου για ζώντα όντα και ασφαλώς για τον άνθρωπο. Του αυτού βαπτιστηρίου περιεχομένου είναι και τα Αποστολικά και τα Ευαγγελικά Αναγνώσματα των Ωρών με αναφορά το πρώτο Αποστολικό στον Αβραάμ, ως Πατέρα όλων των Εθνών, το βάπτισμα μετανοίας του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, το βάπτισμα του Χριστού δι᾽ ἡμᾶς, «διὰ λουτροῦ παλιγγενεσίας, καὶ ἀνακαινώσεως Πνεύματος Ἁγίου» των χριστιανών, ως τέκνων Αβραάμ κατά το τέταρτο και τελευταίο Ευαγγελικό Ανάγνωσμα των Ωρών. Η Ακολουθία των Ωρών κατακλείεται, όπως και η αντίστοιχη και η αυτή βαπτιστήρια των Χριστουγέννων, με τους Ψαλμούς 102 και 145, από το «Ὁ μονογενὴς Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ἀθάνατος ὑπάρχων, καὶ καταδεξάμενος, διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν, σαρκωθῆναι ἐκ τῆς ἁγίας Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας, ἀτρέπτως ἐνανθρωπήσας, σταυρωθείς τε, Χριστὲ ὁ Θεός, θανάτῳ θάνατον πατήσας. Εἷς ὢν τῆς ἁγίας Τριάδος, συνδοξαζόμενος τῷ Πατρὶ καὶ τῷ ἁγίῳ Πνεύματι, σῶσον ἡμᾶς», τους Μακαρισμούς και το Σύμβολο της Πίστεως. Ας σημειωθεί ότι από τα δεκατρία Προφητικά Αναγνώσματα του Εσπερινού των Θεοφανείων τα τέσσερα συμπίπτουν με τα εκ του Ησαΐα τέσσερα Προφητικά Αναγνώσματα των Μεγάλων Ωρών, όπως και το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα, ενώ το Αποστολικό Ανάγνωσμα είναι το ίδιο με την κύρια ημέρα των Θεοφανείων, η αρχή του οποίου διαποτίζει ολόκληρη την περίοδο των Θεοφανείων «ἐπεφάνη ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ, ἡ σωτήριος πᾶσιν ἀνθρώποις[1]», αποτελώντας το Κοινωνικό της Θείας Λειτουργίας, ή κατά διασκευή το Κοντάκιο «Ἐπεφάνης σήμερον τῇ οἰκουμένῃ, καὶ τὸ φῶς σου Κύριε, ἐσημειώθη ἐφ᾽ ἡμᾶς, ἐν ἐπιγνώσει ὑμνοῦντας σε. Ἦλθες ἐφάνης τὸ Φῶς τὸ ἀπρόσιτον», ἦχος δ´, ή κατά την κατακλείδα του Απολυτίκιου «Ὁ ἐπιφανεὶς Χριστὲ ὁ Θεός, καὶ τὸν κόσμον φωτίσας, δόξα σοι», ή κατά τα Στιχηρά Ιδιόμελα των Αίνων[2].

3. Περισσότερο ερμηνευτικά για την υπέρ ημών διά του βαπτίσματος Θεία Οικονομία και το βαπτιστήριο χαρακτήρα του αγιασμού των υδάτων των Θεοφανείων είναι τα Ιδιόμελα της Λιτής. Το πρώτο Ιδιόμελο, ἦχος δ´, σε μία αντιστοιχία με το Δοξαστικό των αποστίχων της Μεγάλης Παρασκευής και της Κυριακής των Μυροφόρων («Σέ τόν ἀναβαλλόμενον τό φῶς ὥσπερ ἱμάτιον καθελών Ἰωσήφ ἀπό τοῦ ξύλου σύν Νικοδήμῳ καί θεωρήσας νεκρόν, γυμνόν, ἄταφον, εὐσυμπάθητον θρῆνον ἀναλαβών, ὀδυρόμενος ἔλεγεν...») είναι ομολογία του Δημιουργού και ερμηνεία του έργου τού κατ᾽ άκρα συγκατάβαση αποκαλυφθέντος σαρκί Λόγου, για την αναγέννηση, ανάπλαση, του ανθρωπίνου γένους, κατά τη δεκτική ικάνωση εκάστου, και όχι μηχανιστικά με κατάργση της προαιρέσεώς μας, ώστε να προσέλθει ο κατηχούμενος στο βάπτισμα, γενόμενος φωτιζόμενος: «Ὁ ἀναβαλλόμενος φῶς ὡς ἱμάτιον, δι᾽ ἡμᾶς καθ᾽ ἡμᾶς γενέσθαι κατηξίωσε, ῥεῖθρα περιβάλλεται σήμερον τὰ Ἰορδάνια, οὐκ αὐτὸς τούτων πρὸς κάθαρσιν δεόμενος, ἀλλ᾽ ἡμῖν ἐν ἑαυτῷ οἰκονομῶν τὴν ἀναγέννησιν. Ὢ τοῦ θαύματος! δίχα πυρὸς ἀναχωνεύει, καὶ ἀναπλάττει ἄνευ συντρίψεως, καὶ σῴζει τοὺς εἰς αὐτὸν φωτιζομένους, Χριστὸς ὁ Θεός, καὶ Σωτὴρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν». Όλα τα γεγονότα της ένσαρκης Θείας Οικονομίας του Λόγου τελούνται δι᾽ ἡμᾶς, ώστε να θεραπευθεί ο αποστάς και απομακρυνθείς από το Ζωοδότη Θεό άνθρωπος, ο Αδάμ και όλοι οι μετ᾽ αυτόν, όντες της αυτής πεπτωκυΐας ανθρώπινης φύσεως και όχι κάποιου ενοχικού εσχατολογικού προσώπου: «Βαπτίζεται Χριστός, καὶ ἂνεισιν ἐκ τοῦ ὕδατος· συναναφέρει γὰρ ἑαυτῷ τὸν κόσμον, καὶ ὁρᾷ σχιζομένους τοὺς οὐρανούς, οὓς ὁ Ἀδὰμ ἔκλεισεν ἑαυτῷ καὶ τοῖς μετ᾽ αὐτόν. Καὶ τὸ Πνεῦμα μαρτυρεῖ τῇ Θεότητι· τῷ ὁμοίῳ γὰρ προστρέχει, καὶ φωνῇ ἐξ οὐρανοῦ· ἐκεῖθεν γὰρ ὁ μαρτυρούμενος, Σωτὴρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν».

4. Πρέπει να υπογραμμισθεί ότι το βάπτισμα του Χριστού στον Ιορδάνη είναι ένα από τα κορυφαία γεγονότα του μυστηρίου της Θείας Οικονομίας και αποκαλύψεως του Τριαδικού Θεού από κτίσεως κόσμου σε μία συνέχεια θεοφανικών γεγονότων της θείας συγκαταβάσεως του προ των αιώνων Υιού και Λόγου του Θεού Πατρός. Τούτο καθίσταται σαφέστατο με την ένταξη του πρώτου κεφαλαίου της Γενέσεως ως πρώτο Προφητικό Ανάγνωσμα τόσο κατά την εορτή της Γεννήσεως του Χριστού στον Εσπερινό όσο και κατά τα Θεοφάνεια, όπως και κατά το πασχάλιο βάπτισμα. Η ανάγνωση όλων των Αναγνωσμάτων αποτελούν την αγιογραφική καταγραφή και ομολογία ότι η τέλεση του βαπτίσματος των Κατηχουμένων στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος θεμελιώνεται στην πίστη του ενός και του αυτού Τριαδικού Θεού των Προφητών και των Αποστόλων, κατά τη διαρκή φανέρωση του Υιού τόσο κατά τη δημιουργία όσο και στην ιστορία, που εγκαινιάζει με την ενανθρώπησή του ο Λόγος, κατά τη Γέννηση, την όγδοη ημέρα την ατελεύτητο της περιτομής, παραδεικνύων τη δόξα της θεότητάς του στο βάπτισμα του Ιορδάνη και σε μία πορεία προς την Πεντηκοστή, όπως λέγεται στο Θεοτοκίο της η´ Ωδής του β´ Κανόνος του Προδρόμου, ἦχος β´, με ευθεία αναφορά στο πρώτο κεφάλαιο του Κατά Ιωάννην Ευαγγελίου: «Δόξης τοῦ Πατρός, συνέλαβες ἀφράστως, τὸ προαιώνιον ἀπαύγασμα, καὶ Λόγον τὸν ἄναρχον, ἐν ἀρχῇ ὄντα νοούμενον, καὶ νῦν ἐκ σοῦ πρωτότοκον, Πάναγνε γεγονότα, ἀναλλοιώτως τῆς κτίσεως».

5. Η διά του αγίου βαπτίσματος ενεργοποίηση της «δυνάμει» δωρηθείσας άνευ προϋποθέσεων από το Χριστό ανάπλασης του ανθρώπου με την αποδοχή της πίστης στον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα αποτελεί ουσιαστικώς αποδοχή της ενεργειακής σχέσης του βαπτιζομένου ανθρώπου με το Θεό, και πάλι αποδοχή των ορίων της κτιστότητός του και της ισοτιμίας του με όλα τα δημιουργήματα του Θεού, κατά το λόγο, όμως, της δημιουργίας εκάστου όντος, που καταυγάζονται από την ενέργεια του Τριαδικού Θεού, τη δημιουργική, τη ζωοποιό, τη σοφοποιό και τη θεοποιό, κατά το λόγο υπάρξεως του καθένα, και γι᾽ αυτό η επιφάνεια της χάριτος και της δόξης του Θεού αφορά σε όλη την κτίση, εξού και ο αγιασμός των υδάτων στο ίδιο πλαίσιο της καθάρσεως του ανθρώπου και όλης της κτίσης διά της δωρεάς της χάριτος, εξού και η λήψη και χρήση του αγιασμού κατά τη μυστικώς προσφερόμενη ευχή κατά την τέλεση της ακολουθίας του Αγιασμού, άνευ τελέσεως του μυστηρίου του βαπτίσματος: «Κλῖνον, Κύριε, τὸ οὖς σου, καὶ ἐπάκουσον ἡμῶν, ὁ ἐν Ἰορδάνῃ βαπτισθῆναι καταδεξάμενος, καὶ ἁγιάσας τὰ ὕδατα· καὶ εὐλόγησον πάντας ἡμᾶς, τοὺς διὰ τῆς κλίσεως τῶν ἑαυτῶν αὐχένων σημαίνοντας τὸ τῆς δουλείας πρόσχημα. Καὶ καταξίωσον ἡμᾶς ἐμπλησθῆναι τοῦ ἁγιασμοῦ σου διὰ τῆς τοῦ ὕδατος τούτου μεταλήψεώς τε καὶ ῥαντισμοῦ, καὶ γενέσθω ἡμῖν, Κύριε, εἰς ὑγείαν ψυχῆς καὶ σώματος».

6. Η επιμονή της Εκκλησίας στη μαρτυρία και πίστη Προφητών, Αποστόλων και Αγίων Πατέρων της Εκκλησίας σε μία φωτοδοτική συνέχεια του επιφανέντος και αεί κτίζοντος τον κόσμο Λόγου, του αυτού ασάρκου, ενσάρκου, Πνευματικώς ορωμένου, «συνόντος» και μετεχομένου στη Θεία Λειτουργία, αεί δε ερχομένου, τουτέστιν αεί παρόντος, δεν αποτελεί μία άγονη παλινδρόμηση, αλλά μία συνεχή ανακεφαλαίωση των πάντων εν τη Θεία Οικονομία του Λόγου, στους ατελεύτητους αιώνες της χάριτος. Και γι᾽ αυτό αντιλήψεις περί απογυμνώσεως της επιφανείας του Χριστού από την επενέργεια στην ιστορία, ή υποτίμησης της δημιουργίας εν πορεία (ἀεὶ κτίζεται), ως συμπαντικής πραγματικότητος, ή μιας αυτονομημένης εσχατολογίας με ασαφή φύση των όντων στην ιστορία, καταλήγει σε μία συγκαιριακή θεωρητική κατασκευή ειδωλικής μεταπατορικής ύβρεως, κατά την οποία ο άνθρωπος δεν έχει χρεία από την άκτιστη δωρεά του Ενανθρωπήσαντος, καθώς έχει την ασαφή ανθρώπινη επάρκειά του, η οποία θα τελεστεί ως προτεσταντικός προορισμός στα έσχατα, οπότε και η εκφώνηση «Σὺ γὰρ εἶ ὁ ἁγιασμὸς τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων ἡμῶν, καὶ σοὶ τὴν δόξαν, καὶ εὐχαριστίαν, καὶ προσκύνησιν ἀναπέμπομεν, σὺν τῷ ἀνάρχῳ σου Πατρί, καὶ τῷ Παναγίῳ καὶ ἀγαθῷ καὶ ζωοποιῷ σου Πνεύματι, νῦν, καὶ ἀεί, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων» καταλήγει σε απλό ρήμα άνευ παραπομπής στα γεγονότα της μεγαλειότητας του Θεού στην κτίση και την όγδοη ημέρα των εσχάτων ημερών της Ενανθρωπήσεως του Λόγου, που είναι ήδη εδώ και τώρα η όγδοη ημέρα, συμπαρεκτεινόμενη στους άπειρους αιώνες της χάριτος της Αγίας Τριάδος.

 

Αποστολικό Ανάγνωσμα: Τίτ. β´, 11-14, γ´, 4-7: «11 Ἐπεφάνη γὰρ ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ ἡ σωτήριος πᾶσιν ἀνθρώποις, 12 παιδεύουσα ἡμᾶς ἵνα ἀρνησάμενοι τὴν ἀσέβειαν καὶ τὰς κοσμικὰς ἐπιθυμίας σωφρόνως καὶ δικαίως καὶ εὐσεβῶς ζήσωμεν ἐν τῷ νῦν αἰῶνι, 13 προσδεχόμενοι τὴν μακαρίαν ἐλπίδα καὶ ἐπιφάνειαν τῆς δόξης τοῦ μεγάλου Θεοῦ καὶ σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, 14 ὃς ἔδωκεν ἑαυτὸν ὑπὲρ ἡμῶν, ἵνα λυτρώσηται ἡμᾶς ἀπὸ πάσης ἀνομίας καὶ καθαρίσῃ ἑαυτῷ λαὸν περιούσιον, ζηλωτὴν καλῶν ἔργων. - 4 ὅτε δὲ ἡ χρηστότης καὶ ἡ φιλανθρωπία ἐπεφάνη τοῦ σωτῆρος ἡμῶν Θεοῦ, 5 οὐκ ἐξ ἔργων τῶν ἐν δικαιοσύνῃ ὧν ἐποιήσαμεν ἡμεῖς, ἀλλὰ κατὰ τὸν αὐτοῦ ἔλεον ἔσωσεν ἡμᾶς διὰ λουτροῦ παλιγγενεσίας καὶ ἀνακαινώσεως Πνεύματος ἁγίου, 6 οὗ ἐξέχεεν ἐφ' ἡμᾶς πλουσίως διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ σωτῆρος ἡμῶν, 7 ἵνα δικαιωθέντες τῇ ἐκείνου χάριτι κληρονόμοι γενώμεθα κατ᾽ ἐλπίδα ζωῆς αἰωνίου».

 

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: Ματθ. γ´, 13-17: «13 Τότε παραγίνεται ὁ Ἰησοῦς ἀπὸ τῆς Γαλιλαίας ἐπὶ τὸν Ἰορδάνην πρὸς τὸν Ἰωάννην τοῦ βαπτισθῆναι ὑπ᾽ αὐτοῦ. 14 ὁ δὲ Ἰωάννης διεκώλυεν αὐτὸν λέγων· Ἐγὼ χρείαν ἔχω ὑπὸ σοῦ βαπτισθῆναι, καὶ σὺ ἔρχῃ πρός με; 15 ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν πρὸς αὐτόν· Ἄφες ἄρτι· οὕτω γὰρ πρέπον ἐστὶν ἡμῖν πληρῶσαι πᾶσαν δικαιοσύνην. τότε ἀφίησιν αὐτόν· 16 καὶ βαπτισθεὶς ὁ Ἰησοῦς ἀνέβη εὐθὺς ἀπὸ τοῦ ὕδατος· καὶ ἰδοὺ ἀνεῴχθησαν αὐτῷ οἱ οὐρανοί, καὶ εἶδεν τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ καταβαῖνον ὡσεὶ περιστερὰν καὶ ἐρχόμενον ἐπ' αὐτόν· 17 καὶ ἰδοὺ φωνὴ ἐκ τῶν οὐρανῶν λέγουσα· Οὗτός ἐστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν ᾧ εὐδόκησα».



[1]. «Σήμερον ἡ κτίσις φωτίζεται, σήμερον τὰ πάντα εὐφραίνονται, τὰ οὐράνια ἅμα καὶ τὰ ἐπίγεια. Ἄγγελοι καὶ ἄνθρωποι συμμίγνυνται· ὅπου γὰρ Βασιλέως παρουσία, καὶ ἡ τάξις παραγίνεται. Δράμωμεν τοίνυν ἐπὶ τὸν Ἰορδάνην, ἴδωμεν πάντες τόν Ἰωάννην, πῶς βαπτίζει Κορυφήν, ἀχειροποίητον καὶ ἀναμάρτητον. Διὸ Ἀποστολικὴν φωνὴν προσᾴδοντες, συμφώνως βοήσωμεν· Ἐπεφάνη ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ, ἡ σωτήριος πᾶσιν ἀνθρώποις, καταυγάζουσα καὶ παρέχουσα πιστοῖς τὸ μέγα ἔλεος», στο «Καὶ νῦν...» των Ιδιόμελων της Λιτής.

[2]. «Φῶς ἐκ φωτός, ἔλαμψε τῷ κόσμῳ, Χριστὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ ἐπιφανεὶς Θεός, τοῦτον λαοὶ προσκυνήσωμεν», «Ὁ περιβάλλων τὸν οὐρανὸν ἐν νεφέλαις, ῥεῖθρα περιβάλλεται σήμερον τὰ Ἰορδάνια∙ καὶ τὴν ἐμὴν καθαίρεται κάθαρσιν, ὁ τοῦ κόσμου αἴρων τὴν ἁμαρτίαν∙ καὶ ὑπὸ τοῦ συγγενοῦς ἄνωθεν μαρτυρεῖται Πνεύματος, Υἱὸς μονογενὴς ὑπάρχων τοῦ ὑψίστου Πατρός, πρὸς ὃν βοήσωμεν∙ Ὁ ἐπιφανεὶς καὶ σώσας ἡμᾶς, Χριστέ, ὁ Θεὸς ἡμῶν, δόξα σοι», ἦχος α´.

Πέμπτη 1 Ιανουαρίου 2026

 

Κυριακὴ Πρὸ τῶν Φώτων, 4 Ἰανουαρίου 2026, (Αριθμ. 61, 1)

Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ.

 

Α. Το Αποστολικό Ανάγνωσμα προέρχεται από τη δεύτερη Επιστολή Προς Τιμόθεον. Η Επιστολή Β´ Προς Τιμόθεον είναι χρονικά η τελευταία Επιστολή του Αποστόλου Παύλου και γράφτηκε από τη φυλακή του στη Ρώμη εν αναμονή της εκτελέσεώς του: «ἐν ᾧ κακοπαθῶ μέχρι δεσμῶν ὡς κακοῦργος». Η σημερινή περικοπή είναι μέρος των παραινέσεων του Αποστόλου Παύλου προς τον Τιμόθεο, ο οποίος υπήρξε από τους πλέον έμπιστους μαθητές του Απόστολου Παύλου, από τα Λύστρα της Λυκαονίας με μητέρα Ιουδαία χριστιανή και πατέρα Έλληνα. Μολονότι ήταν ασθενικός ανέλαβε αποστολές στη διάρκεια των περιοδιών του Αποστόλου Παύλου σχεδόν σε όλες τις Ελληνικές πόλεις, ενώ έδρασε ως επίσκοπος της Εφέσου, που σήμερα είναι μία από τις Γεροντικές Μητροπόλεις του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Φαίνεται ότι ο Τιμόθεος βρέθηκε στη Ρώμη κοντά στο φυλακισμένο Παύλο και μετά το μαρτύριό του επέστρεψε στην Έφεσο, όπου μαρτύρησε και ο ίδιος από τους ειδωλολάτρεις που είχαν κέντρο τους το ναό, «καταγώγιον», της θεάς Αρτέμιδος. Λόγω της διπλής καταγωγής του ο Απόστολος Τιμόθεος φαίνεται ότι εκινείτο με άνεση ανάμεσα στους δύο κόσμους, εθνικό και ιουδαϊκό, και οι παραινέσεις του Αποστόλου Παύλου προς αυτόν φέρουν τον εκφραστικό- παραδειγματικό τρόπο των δύο κόσμων σε αντιστοίχιση με το κοινωνικό και πολιτιστικό περιβάλλον της Εφέσου και του Ελληνορωμαϊκού κόσμου της Μεσογείου, όπου αναδύθηκαν οι πρώτες Αποστολικές κοινότητες. Πάντως κέντρο των παραινέσεων είναι ο Ιησούς Χριστός κατά τις επαγγελίες, όμως, των Προφητών («ἐκ σπέρματος Δαυίδ») και, βέβαια, ο καινούργιος κόσμος των πιστών της χάριτος και της σωτηρίας εν Χριστώ Αναστάντι, που συνιστά το Ευαγγέλιο, το κήρυγμα του Αποστόλου Παύλου. Αυτό το τελευταίο απόσπασμα έχει ένα οραματικό χαρακτήρα, καθώς ο Απόστολος Παύλος αναμένει την εκτέλεσή του ζώντας μία συγκινησιακά μεθόρια κατάσταση προς την έσχατη κρίση, που καταυγάζεται, όμως, από το ευαγγελικό του έργο και τη φωτοείδεια της «ἐπιφάνειας» του Χριστού, κάτι σαν το όραμα της κλήσης του καθοδόν προς Δαμασκό.

 

Β. 1. Το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα είναι η αρχή του Ευαγγελίου του Ευαγγελιστή Μάρκου. Ο Ευαγγελιστής Μάρκος κατονομάζεται στις Επιστολές του Απόστολου Παύλου και φαίνεται πως κήρυξε στη Ρώμη και στην Αίγυπτο, είναι μάλιστα ο πολιούχος του αποστολικού θρόνου της Αλεξανδρείας και ο προστάτης του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας, έχων ως σύμβολο, κατ᾽ αναγωγή προς το όραμα του Προφήτη Ιεζεκιήλ, το λιοντάρι. Το Κατά Μάρκον Ευαγγέλιο είναι το Ευαγγέλιο των εθνών και, μολονότι το αρχαιότερο όλων, διαβάζεται στον ενιαύσιο κύκλο μετά το Κατά Λουκάν, αρχής γενομένης την εβδομάδα προ των Φώτων, μία περίοδο που η Εκκλησία προετοίμαζε τους κατηχούμενους για το βάπτισμά τους.

2. Ένα είναι το θέμα του Ευαγγελικού Αναγνώσματος, ήτοι η παραβολή μεταξύ του βαπτίσματος του Ιωάννη του βαπτιστή στον Ιορδάνη, το οποίο αφορούσε στη μετάνοια του Ισραήλ και του βαπτίσματος των χριστιανών ἐν Πνεύματι ῾Αγίῳ, που αφορά σε όλα τα έθνη, σε όλο τον κόσμο. Μάλιστα, η μικρή αυτή εισαγωγική τοποθέτηση του Ευαγγελιστή Μάρκου μάς θυμίζει το διάλογο του Χριστού με τη Σαμαρείτιδα περί της «ἐν Πνεύματι» λατρείας πέραν της Ιουδαίας, όπως και στο παρόν Ανάγνωσμα πέραν του Ιορδάνη. Και είναι χαρακτηριστικό ένα απόσπασμα του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου από το Λόγο του 40, Εἰς τὸ ἅγιον βάπτισμα, όπου απορρίπτει την προσωποληψία για την τέλεση του βαπτίσματος και κατ᾽ ακολουθίαν και τη μετοχή στα μυστήρια της Εκκλησίας με τρόπο «οπαδικό», όπως έκαναν οι αιρετικοί και κάνουν οι καταχραστές των κοινών αγαθών της Εκκλησίας διαχρονικά, που είναι και πολύ «πνευματικοί»: «Μὴ εἴπης· Ἐπίσκοπος βαπτισάτω με, καὶ οὗτος μητροπολίτης, ἢ Ἱεροσολυμίτης (οὐ γὰρ τόπων ἡ χάρις, ἀλλὰ τοῦ Πνεύματος), καὶ οὗτος τῶν εὖ γεγονότων. Δεινὸν γάρ, εἰ τῷ βαπτιστῇ τὸ εὐγενές μου καθυβρισθήσεται· ἢ πρεσβύτερος μέν, ἀλλὰ καὶ οὗτος τῶν ἀγάμων, καὶ οὗτος τῶν ἐγκρατῶν καὶ ἀγγελικῶν τὴν πολιτείαν· δεινὸν γάρ, εἰ ἐν καιρῷ καθάρσεως ῥυπωθήσομαι. Μὴ ζήτει ἀξιοπιστίαν τοῦ κηρύσσοντος, μηδὲ τοῦ βαπτίζοντος. Ἄλλος ὁ τούτων κριτής, καὶ τῶν ἀφανεστέρων δοκιμαστής· ἐπειδή, ἄνθρωπος μὲν εἰς πρόσωπον, Θεὸς δὲ εἰς καρδίαν. Σοὶ δὲ πᾶς ἀξιόπιστος εἰς τὴν κάθαρσιν· μόνον ἔστω τις τῶν ἐγκρίτων, καὶ μὴ τῶν προδήλως κατεγνωσμένων, μηδὲ τῆς Ἐκκλησίας ἀλλότριος».

 

Αποστολικό Ανάγνωσμα: Β´ Τιμ. δ´, 5-8: «5 σὺ δὲ νῆφε ἐν πᾶσι, κακοπάθησον, ἔργον ποίησον εὐαγγελιστοῦ, τὴν διακονίαν σου πληροφόρησον. 6 ἐγὼ γὰρ ἤδη σπένδομαι, καὶ ὁ καιρὸς τῆς ἐμῆς ἀναλύσεως ἐφέστηκε. 7 τὸν ἀγῶνα τὸν καλὸν ἠγώνισμαι, τὸν δρόμον τετέλεκα, τὴν πίστιν τετήρηκα· 8 λοιπὸν ἀπόκειταί μοι ὁ τῆς δικαιοσύνης στέφανος, ὃν ἀποδώσει μοι ὁ Κύριος ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ, ὁ δίκαιος κριτής, οὐ μόνον δὲ ἐμοί, ἀλλὰ καὶ πᾶσι τοῖς ἠγαπηκόσι τὴν ἐπιφάνειαν αὐτοῦ».

 

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: Μαρκ. α´, 1-8: «Ἀρχὴ τοῦ εὐαγγελίου ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, υἱοῦ τοῦ Θεοῦ. 2 ῾Ως γέγραπται ἐν τοῖς προφήταις, ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστέλλω τὸν ἄγγελόν μου πρὸ προσώπου σου, ὃς κατασκευάσει τὴν ὁδόν σου ἔμπροσθέν σου· 3 φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ, ἑτοιμάσατε τὴν ὁδὸν Κυρίου, εὐθείας ποιεῖτε τὰς τρίβους αὐτοῦ, 4 ἐγένετο ᾿Ιωάννης βαπτίζων ἐν τῇ ἐρήμῳ καὶ κηρύσσων βάπτισμα μετανοίας εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν. 5 καὶ ἐξεπορεύετο πρὸς αὐτὸν πᾶσα ἡ ᾿Ιουδαία χώρα καὶ οἱ ῾Ιεροσολυμῖται, καὶ ἐβαπτίζοντο πάντες ἐν τῷ ᾿Ιορδάνῃ ποταμῷ ὑπ᾿ αὐτοῦ ἐξομολογούμενοι τὰς ἁμαρτίας αὐτῶν. 6 ἦν δὲ ὁ ᾿Ιωάννης ἐνδεδυμένος τρίχας καμήλου καὶ ζώνην δερματίνην περὶ τὴν ὀσφὺν αὐτοῦ, καὶ ἐσθίων ἀκρίδας καὶ μέλι ἄγριον. 7 καὶ ἐκήρυσσε λέγων· ἔρχεται ὁ ἰσχυρότερός μου ὀπίσω μου, οὗ οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς κύψας λῦσαι τὸν ἱμάντα τῶν ὑποδημάτων αὐτοῦ.8 ἐγὼ μὲν ἐβάπτισα ὑμᾶς ἐν ὕδατι, αὐτὸς δὲ βαπτίσει ὑμᾶς ἐν Πνεύματι ῾Αγίῳ».

 

Ἡ κατὰ σάρκα Περιτομὴ τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Μνήμη τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρὸς ἡμῶν Βασιλείου τοῦ Μεγάλου, 1η Ἰανουαρίου 2026, (1/1/2019) (Αριθμ. 61Β)

 

Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ.

 

Α. 1. Η κατά σάρκα περιτομή του Χριστού και η ονοματοδοσία του είναι ένα μεθόριο γεγονός, αρχή μίας διαβατηρίου περιόδου, κατά την οποία ο Χριστός κατ᾽ άκρα συγκατάβαση διέρχεται το στάδιο της κατ᾽ άνθρωπο αυξήσεως μέχρι πριν το θεοφανικό γεγονός του βαπτίσματος στον Ιορδάνη. Εορτολογικά ήδη με την Απόδοση της Γεννήσεως κλείνει ο κύκλος των Κανόνων και των Καταβασιών των Χριστουγέννων, και ανοίγει η περίοδος των Καταβασιών των Θεοφανείων, διπλές σήμερα και αναλόγως οι εἱρμοί του πρώτου κανόνα των Θεοφανείων μέχρι τα Προεόρτια των Φώτων, δηλαδή, «Βυθοῦ ἀνεκάλυψε πυθμένα» και «Στείβει θαλάσσης, κυματούμενον σάλον». Ουσιαστικώς πρόκειται για την εορτή προχειρισμού, εξαγγελίας των Θεοφανείων, η οποία εφέρετο ως η εορτή της Γεννήσεως του Χριστού, τουλάχιστον μέχρι τον τέταρτο αιώνα, κατά την οποία γινόταν και το βάπτισμα των κατηχούμενων. Αυτή η πράξη, διασώζεται, όπως έχει ήδη σημειωθεί στους Λόγους του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, συνηλικιώτη και φίλου του Αγίου Μεγάλου Βασιλείου, του οποίου Αγίου Βασιλείου η μνήμη τιμάται σήμερα.

2. Η μεταφορά της Γεννήσεως στις 25 Δεκεμβρίου, ημέρα που στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία γιορταζόταν δημοσίως ο θεός ήλιος, σήμανε την πρόσληψη της εκκλησιαστικής πίστης από την αυτοκρατορική πολιτική, την οποία πίστη θα χρησιμοποιούσε ως όχημα για την ανανέωση της Αυτοκρατορίας. Αυτή η πολιτική εκφράστηκε στην καθημερινότητα των πολιτών, καθώς το χριστιανικό στοιχείο αυξανόταν, σε σημείο που αργότερα η χριστιανική πίστη και οι συνοδικές αποφάσεις αναγνωρίσθηκαν ως νόμοι του κράτους τον έκτο αιώνα ευρέως επί Ιουστινιανού. Την εποχή του Αγίου Βασιλείου, του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως, των λεγόμενων Καππαδοκών Πατέρων, υπάρχει ακόμη ρευστότητα στις σχέσεις αυτοκρατορίας και Εκκλησίας, αλλά συγχρόνως με το Διάταγμα των Μεδιολάνων το 312 και την προηγηθείσα προτίμηση του Μ. Κωνσταντίνου στη νέα πίστη και ενσωμάτωσή της στη δημόσια ζωή, η προσέλευση νέων μελών στην Εκκλησία άνευ διακρίσεως και κοινωνικής θέσεως υπήρξε αθρόα. Στους κόλπους της Εκκλησίας, η οποία είχε ως κύριο λειτουργικό της βιβλίο την Αγία Γραφή, παρατηρήθηκαν ερμηνευτικές αποκλίσεις, καθώς οι χριστιανοί εξ Ιουδαίων, ιδίως, όμως, οι εξ Εθνών, μετέφεραν τον τρόπο σκέψεως του πολιτιστικού τους περιβάλλοντος. Την πρώτη κύρια παρέκκλιση της αμφισβήτησης της θεότητας του Χριστού από τον Άρειο, τον Πρωτοπρεσβύτερο της Εκκλησίας Αλεξανδρείας, αντιμετώπισε η Εκκλησία με το συνοδικό Σύμβολο της Νικαίας της Α´ Οικουμενικής Συνόδου το 325, και εν συνεχεία στα χρόνια των Καππαδοκών Πατέρων το 381 με τη Β´ Οικουμενική σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη και το θεολογικό αγώνα τόσο του Αγίου Βασιλείου, αλλά κυρίως με τον Άγιο Γρηγόριο το Θεολόγο, δόθηκαν συνοδικώς ερμηνευτικές απαντήσεις και για την ομολογία της θεότητας και του Αγίου Πνεύματος, οπότε από το 382 βαθμιαία κατά τη βαπτιστήρια και λειτουργική πράξη έχουμε την ομολογία και δοξολογία της Αγίας Τριάδος ως ὁμοουσίου, δηλαδή, του ενός Τρισυπόστατου Θεού, καθώς ομολογούμε και δοξολογούμε Πατέρα, Υιό και Άγιο Πνεύμα και γνωρίζουμε από το ιδιαίτερο θεοφανικό έργο που επιτελεί το κάθε πρόσωπο της Αγίας Τριάδος αποκαλυπτόμενο κατά την εκδίπλωση της προς ημάς και «δι᾽ ἡμᾶς καὶ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν» Θείας Οικονομίας, όπως ακούμε σε κάθε Θεία Λειτουργία και λατρευτική πράξη της Εκκλησίας. Συγχρόνως με την παρουσία του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου στην Κωνσταντινούπολη η Εκκλησία κραταιώνεται, καθώς αναγνωρίζεται από τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο το 380 με έδικτο ο χριστιανισμός ως η επίσημη θρησκεία της αυτοκρατορίας, κατονομάζων, μάλιστα, τους θρόνους Ρώμης, Αλεξάνδρειας και Αντιόχειας, ενώ με τη Β´ Οικουμενική το 381, ένα χρόνο μετά, δηλαδή, την αναγνώριση, ο θρόνος της Κωνσταντινούπολης, της βασιλίδος Πόλεως, με όλα τα μέχρι τότε εν αυτή καταπιστεύματα της νέας πίστης, ανυψώνεται έναντι της Αλεξάνδρειας και της Αντιόχειας σε Πρωτόθρονη!

3. Η αμφισβήτηση, λοιπόν, της θεότητας του Υιού και του Αγίου Πνεύματος για το πώς ο Θεός είναι ένας και συγχρόνως τρεις κατά τις προρρήσεις των Προφητών και τις καταγραφές των Μαθητών και Αποστόλων κατά την όλη θεοφανική εκδίπλωση του μυστηρίου της Θείας Οικονομίας από κτίσεως κόσμου και στους άπειρους αιώνες της βασιλείας του Θεού, που ήταν ουσιαστικώς αμφισβήτηση του μυστηρίου του αγίου βαπτίσματος και επομένως αυτής ταύτης της Εκκλησίας, είχε ως αποτέλεσμα την ερμηνευτική κηρυγματική έκρηξη, η οποία έχει καταγραφεί από την εκκλησιαστική γραμματεία με το ερμηνευτικό έργο των μεγάλων Πατέρων Αγίου Αθανασίου, των Καππαδοκών, λίγο αργότερα του Αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας, του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου και της συνοδικής ερμηνείας των Οικουμενικών Συνόδων Γ´-Ζ´, όταν πια τέθηκε το θέμα της ερμηνείας του τρόπου της Ενανθρωπήσεως του Υιού και Λόγου του Θεού και η παρουσία του στην Εκκλησία της Πεντηκοστής. Συγχρόνως, εξ επόψεως λειτουργικής η Εκκλησία κατά τον ενιαύσιο κύκλο έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στα θεοφανικά γεγονότα της αποκαλύψεως του Θεού στους Αγίους, στη ζωή της Εκκλησίας, που υπήρξαν οι φορείς λόγω και έργω της αποκαλύψεως του Θεού σε μία ενότητα αγιοσύνης Παλαιάς και Καινής Διαθήκης, γιατί ένας και ο αυτός είναι ο προ των αιώνων Θεός, δρων από κτίσεως κόσμου και εις τους αιώνας των αιώνων, μη υποκείμενος στις κατηγορίες, τους ορισμούς και τους χαρακτηρισμούς που εφευρίσκει ο άνθρωπος για την κατάληψη της κτίσεως, ή τη συγκρότηση της λογικού βηματισμού εκφοράς της σκέψης του.

4. Κατά ταύτα, η σημερινή εορτή της περιτομής του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού σε συνδυασμό με τον εορτασμό της μνήμης του Αγίου Πατρός Βασιλείου του Μεγάλου, που ετελείτο στη Μεγάλη Εκκλησία, και στις κατά τόπους εκκλησίες, απηχεί την περίοδο της εξόδου της Εκκλησίας προς τα ἐθνη μιας οικουμενικής αυτοκρατορίας, όπου οι πολίτες της εν συνεχεία θα αφομοιώσουν το φιλάνθρωπο και φιλάδελφο και ισότιμο των μελών της αποστολικής κοινότητας και των ελληνικών πόλεων ως επαγγελία της θείας συγκαταβάσεως για κάθε άνθρωπο, και, όπου η ψήφος των πλειόνων και η μετοχή στην παιδεία και την αγαθότητα των Αγίων του Θεού ανεξαρτήτως συμβάσεων βίου θα συγκροτούν την οικουμενική ανάγνωση και πράξη του πολιτισμού και της ιστορίας του ανθρώπινου γένους από κτίσεως κόσμου προς αναίρεση κάθε αιρετικής εγωπαθούς αποκλειστικότητας και βαρβαρότητας.

 

Β. 1. Η αμφισβήτηση, λοιπόν, της θεότητας του Χριστού ως του συναϊδίου Υιού και Λόγου του Θεού Πατρός και κατατάξεώς του από τον Άρειο στην κατηγορία των κτιστών όντων, όπως είναι οι άγγελοι και οι άνθρωπο, και, μάλιστα, με τη χρήση αποσπασμάτων είτε από τα Προφητικά βιβλία, όπως τα Αναγνώσματα του σημερινού Εσπερινού, είτε από τα Ευαγγέλια και, ιδίως, αυτό το απόσπασμα του Αγίου Ευαγγελιστή Λουκά της σημερινής περικοπής, οδήγησε τους Πατέρες της Εκκλησίας, τη μνήμη των οποίων εορτάζει η Εκκλησία κατά μήνα Ιανουάριο, σε μία πρωτόγνωρη ερμηνευτική κηρυγματική παραγωγή, η οποία θα αξιοποιηθεί τόσο στη συνοδική ερμηνεία του μυστηρίου της Θείας Οικονομίας όσο και στην υμνολογία και τη νηπτική πράξη της Εκκλησίας, συγκροτώντας το κριτήριο της πατερικής παραδόσεως, ως ερμηνείας θεοφόρων Πατέρων σε μία συνέχεια ζωής και θεογνωσίας με τους αυτόπτες Αγίους Προφήτες και Αποστόλους του Χριστού.

2. Το πρόβλημα, λοιπόν, που δημιουργήθηκε στην Εκκλησία κατά τον τέταρτο αιώνα προήλθε από τη σύγχυση που δημιούργησαν λόγια, μορφωμένα, μέλη της Εκκλησίας, που δεν μπορούσαν να διακρίνουν τη δωρεά που έλαβε ο άνθρωπος είτε με τη δημιουργία του, και όλης της κτίσης, είτε με την κατ᾽ οικονομία φανέρωση του Υιού και Λόγου του Θεού Πατρός, «δι᾽ οὗ τὰ πάντα ἐγένετο», κατά το Σύμβολο της Πίστεως, μεταπατορικά, ασάρκως στους Προφήτες, ενσάρκως στους Μαθητές και Αποστόλως και Πνευματικώς ορωμένου και μετεχομένου εν τη Εκκλησία της Πεντηκοστής, συνεχώς δε ερχομένου εις τους αιώνας των αιώνων. Δεν μπορούσαν να καταλάβουν, δηλαδή, ότι ο αποκαλυφθείς Υιός και Λόγος του Θεού Πατρός κατά την ένσαρκή του παρουσία εισέρχεται κατ᾽ οικονομίαν, κατ᾽ άκρα συγκατάβαση στην ανθρώπινη ιστορία σωματικά, και, μάλιστα, κατά τις προρρήσεις και εξαγγελίες των Αγίων Προπατόρων και Προφητών, γίνεται άνθρωπος, χωρίς να παύσει να είναι ο άκτιστος και ακατάληπτος Υιός και Λόγος του Θεού Πατρός, ο πέραν από κάθε μετρήσιμο ανθρώπινο μέγεθος Θεός, που εποίησε τον ουρανό και τη γη, εισέρχεται στους όρους της ανθρώπινης ζωής και πάλι δημιουργικά, ασπόρως εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου, για να ανακαινίσει και πάλι την ανθρώπινη αμαυρωμένη φύση, για να κάνει τον άνθρωπο και πάλι νέο, ένα καινούργιο χαριτωμένο δημιούργημα. Γίνεται άνθρωπος πραγματικά, δημιουργεί την ανθρώπινή του φύση στη μήτρα της Θεοτόκου, πραγματικά, γι᾽ αυτό και η Παναγία είναι κυρίως, δηλαδή, πραγματικά Θεοτόκος και όχι παρένθετη άγαμη μητέρα, διέρχεται τα στάδια του κατ᾽ άνθρωπο βίου του εκπληρώνοντας, «χωρίς ἁμαρτίας» ως ο Θεός των όλων, όλους τους όρους των διατάξεων του Νόμου, ακριβώς γιατί δεν εισήλθε στην ιστορία φανταστικά αλλά πραγματικά, εκουσίως, και γι᾽ αυτό ο δωρούμενος ανακαινισμός της ανθρώπινης φύσεως είναι πραγματικός και όχι μια υπόθεση του μυαλού, μια ιδέα, σαν αυτές που κατεβάζουν οι άνθρωποι, για να ξεγελάσουν τους συνανθρώπους τους, τόσο πραγματικός που ο Χριστός υπέστη όλες τις δοκιμασίες του Νόμου, δοκίμασε όλα τα λεγόμενα αδιάβλητα πάθη, πείνα και δίψα και αγωνία και σταυρό και θάνατο κατά την ανθρώπινη φύση του, από την οποία δεν χωρίσθηκε ποτέ, παραμένοντας ο Θεός Δημιουργός και χορηγός της ζωής, για να αναστήσει τον Αδάμ και την Εύα σε μία ενότητα της Εκκλησίας ζώντων και κεκοιμημένων. Η ένσαρκη, λοιπόν, οικονομική, συγκαταβατική, φανέρωση του Υιού και Λόγου του Θεού Πατρός, που ήταν πρόσκομμα για τη σκέψη των θεωρητικολογούντων εξ εθνών χριστιανών, οι οποίοι καθώς διάβαζαν ότι ο Χριστός περιτμήθηκε, ή πήγε δωδεκαετής στο Ναό, «προέκοπτε σοφίᾳ καὶ ἡλικίᾳ καὶ χάριτι παρὰ Θεῷ καὶ ἀνθρώποις», ή βαπτίσθηκε από τον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο, ή υπήρξε Πρωτότοκος εκ νεκρών, ή το παλαιοδιαθηκικό «Κύριος ἔκτισέ με ἀρχὴν ὁδῶν αὐτοῦ εἰς ἔργα αὐτοῦ. Πρὸ τοῦ αἰῶνος ἐθεμελίωσέ με, ἐν ἀρχῇ πρὸ τοῦ τὴν γῆν ποιῆσαι» (Παροιμ. 8, 22), τον εκλάμβαναν ως Θεό κατώτερης αξίας από το Θεό Πατέρα, κατεβάζοντας το μυστήριο της Θείας Οικονομίας και δωρεάς του Θεού στο επίπεδο της κτιστότητας, σα να ήταν όλο το θεοφανικό έργο του Χριστού έργο ενός θαυμαστού δημιουργήματος και όχι σημείο της ελεύσεως της βασιλείας του Θεού, οπότε και η σωτηρία μας και η προκοπή μας θα ήταν κτιστή, θα προήρχετο από την προσωπική μας ικάνωση και όχι δωρεά του Θεού, άκτιστη χάρη. Γι᾽ αυτό και τα θαύματα, οι θεραπείες, οι αναστάσεις των νεκρών και όλες οι θεοσημίες και το κήρυγμα του Χριστού στον ὄχλο είχαν σκοπό να δείξουν ότι ήγγικε η βασιλεία του Θεού πραγματικά, ως κλήση και άκτιστη δωρεά για τον κάθε άνθρωπο και όχι μόνο προς τον Ισραήλ, όχι μηχανιστικά, ήτοι ειδωλικά, αλλά εκ προαιρέσεως και κατά την εκάστου δεκτικότητα!

3. Μαζί, λοιπόν, με την εορτή της Περιτομής του Χριστού, που αποδεικνύει ότι ο εν αρχή προς τον Θεόν Λόγος ενηνθρώπησε κατά θεία συγκατάβαση πραγματικά και όχι φανταστικά, η Εκκλησία εορτάζει τη μνήμη του Μεγάλου Βασιλείου που υπερασπίστηκε την ομολογία της θεότητος του ενανθρωπήσαντος Λόγου του Θεού κατά την ενιαία θεοφανική μαρτυρία των απ᾽ αιώνος Αγίων, αλλά και τη διάκριση της οικονομικής, συγκαταβατικής φανερώσεως του Θεού, από την ακατάληπτη και απρόσιτη στα κτιστά όντα φύση και ουσία του Θεού.

 

Γ. Η υμνολογία της εορτής έχει μία διπλή στόχευση κατά το άρρητο μυστήριο της Θείας Ενανθρωπήσεως: Είναι μία κατάφαση ότι ο Λόγος ενηνθρώπησε πραγματικά: «Συγκαταβαίνων ὁ Σωτήρ, τῷ γένει τῶν ἀνθρώπων, κατεδέξατο σπαργάνων περιβολήν, οὐκ ἐβδελύξατο σαρκὸς τὴν περιτομήν, ὁ ὀκταήμερος κατὰ τὴν Μητέρα, ὁ ἄναρχος κατὰ τὸν Πατέρα. Αὐτῷ πιστοὶ βοήσωμεν. Σὺ εἶ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ἐλέησον ἡμᾶς» (Στιχηρό Ιδιόμελο α´, ἦχος πλ. δ´ του Εσπερινού), αλλά συγχρόνως αποτελεί η παρούσα εορτή και ένα προχειρισμό της εορτής των Φώτων πάντα υπό το ερμηνευτικό σχήμα της προφητικής εξαγγελίας και της εκπλήρωσης- ανακεφαλαίωσης: «Μυστήριον παράδοξον, ἡ Βαβυλῶνος ἔδειξε κάμινος, πηγάσασα δρόσον· ὅτι ῥείθροις ἔμελλεν, ἄϋλον πῦρ εἰσδέχεσθαι ὁ Ἰορδάνης, καὶ στέγειν σαρκί, βαπτιζόμενον τὸν Κτίστην· ὃν εὐλογοῦσι λαοί, καὶ ὑπερυψοῦσιν, εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας» (Καταβασία), ενώ με το τελευταίο Μεγαλυνάριο ο εν προχειρισμώ προσερχόμενος στον Ιορδάνη ομολογείται ότι είναι ο εις και ο αυτός Θεός Δημιουργός και άνθρωπος, θυμίζοντάς μας ενταυτώ την ευχή της Αγίας Αναφοράς κατά τη Θεία Λειτουργία του Μ. Βασιλείου και τις μεταγενέστερες συνοδικές διατυπώσεις: «Ὁ τὰ ὑπερῷα ἐν ὕδασι, στεγάζων μόνος Κύριος, ἀναχαιτίζων θάλασσαν, ἀβύσσους τε ὁ ξηραίνων, ἐκ σοῦ Ἁγνὴ τὴν σάρκα προσλαβόμενος, ἐκ Βηθλεὲμ ἐπείγεται πρὸς Ἰορδάνην βαπτισθῆναι σαρκί». Σε μία ερμηνευτική αντιστοίχιση προς το Αποστολικό Ανάγνωσμα προβάλλεται, εξάλλου, στο δεύτερο Στιχηρό Προσόμοιο των Αίνων ο ίδιος ο Άγιος Βασίλειος ως πρότυπο αποδέκτη της βαπτισματικής χάριτος και της ομολογίας του ὁμοουσίου του Υιού και Λόγου του Θεού με το Θεό Πατέρα και των αποτελεσμάτων της θεοποιού ενεργείας στον Άγιο, ανακαλώντας τη νηπτική πράξη της Εκκλησίας κατά την ησυχαστική περίοδο: «Θέσει υἱὸς Θεοῦ γεγονώς, ἀναγεννήσει τῇ του θείου Βαπτίσματος, τὸν φύσει καὶ ἀληθείᾳ, καὶ πρὸ αἰώνων Υἱόν, τοῦ Θεοῦ καὶ Λόγον ὁμοούσιον, Πατρὶ καὶ συνάναρχον, ὡμολόγησας, Ὅσιε, αἱρετικῶν δέ, τὰ ἀπύλωτα στόματα, τῇ λαμπρότητι, τῶν σῶν λόγων ἐνέφραξας. Ὅθεν καὶ τὰ Βασίλεια, τὰ ἄνω κατῴκησας, συμβασιλεύων τῷ μόνῳ, καὶ φυσικῶς βασιλεύοντι Χριστῷ, τῷ πλουσίως διανέμοντι τῷ κόσμῳ, τὸ μέγα ἔλεος».

 

Δ. 1. Το σημερινό Αποστολικό Ανάγνωσμα προέρχεται από την Επιστολή Προς Κολοσσαείς του Αποστόλου Παύλου. Πρόκειται για μια μικρή Επιστολή, η οποία αποτελείται από τέσσερα κεφάλαια. Οι αποδέκτες της Επιστολής δεν έχουν προσωπική γνωριμία με τον Απόστολο Παύλο, ο ίδιος, όμως, είναι γνωστός στις Αποστολικές κοινότητες των Εθνών της Μεσογείου και ενδότερα της Μικράς Ασίας. Σ᾽ αυτήν την Επιστολή ο Απόστολος Παύλος ομιλεί ως ο Απόστολος του Χριστού και της Εκκλησίας.

2. Στο σημερινό Αποστολικό Ανάγνωσμα, όπως και στο Ευαγγελικό, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα τονίζεται με ρεαλιστικούς όρους από τη φυσική πραγματικότητα το γεγονός της Ενανθρωπήσεως, όπως και τα αποτελέσματα του έργου του Χριστού για την άρση της ειδωλικής μεταπατορικής καταστάσεως των Εθνών αλλά και της μεταποίησης των συμβάσεων του Μωσαϊκού Νόμου με την εισοδική Ισραηλιτική πράξη της περιτομής κατά το πρώτο Προφητικό Ανάγνωσμα του Εσπερινού εκ του δέκατου έβδομου κεφαλαίου της Γενέσεως (Γεν. ιζ´, 11-14: «11 καὶ περιτμηθήσεσθε τὴν σάρκα τῆς ἀκροβυστίας ὑμῶν, καὶ ἔσται εἰς σημεῖον διαθήκης ἀνὰ μέσον ἐμοῦ καὶ ὑμῶν. 12 καὶ παιδίον ὀκτὼ ἡμερῶν περιτμηθήσεται ὑμῖν, πᾶν ἀρσενικὸν εἰς τὰς γενεὰς ὑμῶν, ὁ οἰκογενὴς καὶ ὁ ἀργυρώνητος, ἀπὸ παντὸς υἱοῦ ἀλλοτρίου, ὃς οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ σπέρματός σου. 13 περιτομῇ περιτμηθήσεται ὁ οἰκογενὴς τῆς οἰκίας σου καὶ ὁ ἀργυρώνητος, καὶ ἔσται ἡ διαθήκη μου ἐπὶ τῆς σαρκὸς ὑμῶν εἰς διαθήκην αἰώνιον. 14 καὶ ἀπερίτμητος ἄρσην, ὃς οὐ περιτμηθήσεται τὴν σάρκα τῆς ἀκροβυστίας αὐτοῦ τῇ ἡμέρᾳ τῇ ὀγδόῃ, ἐξολοθρευθήσεται ἡ ψυχὴ ἐκείνη ἐκ τοῦ γένους αὐτῆς, ὅτι τὴν διαθήκην μου διεσκέδασε») σε αχειροποίητη περιτομή απεκδύσεως διά του βαπτίσματος του προπατορικού αμαρτήματος και των μεταπατορικών αμαρτημάτων της αποστασίας διά της αποδοχής του θεοφανικού έργου του Χριστού. Εξάλλου, με την περιτομή του Χριστού κατά την όγδοη ημέρα άρχεται ο καινός χρόνος της αλήκτου βασιλείας του Θεού, ο καινός χρόνος της χάριτος (α. Εἱρμός, Ὠδὴ α´, ἦχος β´ του Κανόνος της εορτής: «Δεῦτε λαοί, ᾄσωμεν ᾆσμα Χριστῷ τῷ Θεῷ, τῷ διελόντι θάλασσαν, καὶ ὁδηγήσαντι, τὸν λαὸν ὃν ἀνῆκε, δουλείας Αἰγυπτίων, ὅτι δεδόξασται»./ Ἡ Ὀγδοὰς φέρουσα τύπον τοῦ μέλλοντος, τῇ σῇ Χριστὲ λαμπρύνεται, καὶ ἁγιάζεται, ἑκουσίῳ πτωχείᾳ· ἐν ταύτῃ γὰρ νομίμως, περιετμήθης σαρκί./ Περιτομὴν δέχεται τῇ ὀγδοάδι Χριστός, τῆς ἑαυτοῦ γεννήσεως· καὶ ταύτης σήμερον, τὴν σκιὰν καταστέλλει, τὸ φῶς ἐξανατέλλων, τῆς νέας χάριτος», β. Εἱρμός, Ὠδὴ δ´, ἦχος β´ του α´ Κανόνος της εορτής: «Εἰσακήκοα Κύριε, τὴν ἀκοὴν τῆς σῆς οἰκονομίας, καὶ ἐδόξασά σε μόνε φιλάνθρωπε»./ Περιτέμνεσθαι πέπαυται ἀφ᾽ οὗ Χριστὸς ἑκὼν περιετμήθη, τῶν Ἐθνῶν τὰ πλήθη, σῴζων τῇ χάριτι./ Τήν του μέλλοντος ἄληκτον, ἡ ὀγδοὰς ζωὴν ἐξεικονίζει, ἐν ᾗ ὁ Δεσπότης, περιετμήθη Χριστός»).

 

Αποστολικό Ανάγνωσμα: Κολ. β´, 8-12: «8 Βλέπετε μή τις ὑμᾶς ἔσται ὁ συλαγωγῶν διὰ τῆς φιλοσοφίας καὶ κενῆς ἀπάτης, κατὰ τὴν παράδοσιν τῶν ἀνθρώπων, κατὰ τὰ στοιχεῖα τοῦ κόσμου καὶ οὐ κατὰ Χριστόν· 9 ὅτι ἐν αὐτῷ κατοικεῖ πᾶν τὸ πλήρωμα τῆς θεότητος σωματικῶς, 10 καὶ ἐστὲ ἐν αὐτῷ πεπληρωμένοι, ὅς ἐστιν ἡ κεφαλὴ πάσης ἀρχῆς καὶ ἐξουσίας, 11 ἐν ᾧ καὶ περιτμήθητε περιτομῇ ἀχειροποιήτῳ ἐν τῇ ἀπεκδύσει τοῦ σώματος τῶν ἁμαρτιῶν τῆς σαρκός, ἐν τῇ περιτομῇ τοῦ Χριστοῦ, 12 συνταφέντες αὐτῷ ἐν τῷ βαπτίσματι, ἐν ᾧ καὶ συνηγέρθητε διὰ τῆς πίστεως τῆς ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ τοῦ ἐγείραντος αὐτὸν ἐκ τῶν νεκρῶν».

 

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: Λουκ. β´, 20- 21, 40-52 «20 καὶ ὑπέστρεψαν οἱ ποιμένες δοξάζοντες καὶ αἰνοῦντες τὸν Θεὸν ἐπὶ πᾶσιν οἷς ἤκουσαν καὶ εἶδον καθὼς ἐλαλήθη πρὸς αὐτούς. 21 Καὶ ὅτε ἐπλήσθησαν ἡμέραι ὀκτὼ τοῦ περιτεμεῖν τὸ παιδίον, καὶ ἐκλήθη τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦς, τὸ κληθὲν ὑπὸ τοῦ ἀγγέλου πρὸ τοῦ συλληφθῆναι αὐτὸν ἐν τῇ κοιλίᾳ.- 40 Τὸ δὲ παιδίον ηὔξανε καὶ ἐκραταιοῦτο πνεύματι πληρούμενον σοφίας, καὶ χάρις Θεοῦ ἦν ἐπ᾽ αὐτό. 41 Καὶ ἐπορεύοντο οἱ γονεῖς αὐτοῦ κατ᾽ ἔτος εἰς Ἱερουσαλὴμ τῇ ἑορτῇ τοῦ πάσχα. 42 καὶ ὅτε ἐγένετο ἐτῶν δώδεκα, ἀναβάντων αὐτῶν εἰς Ἱεροσόλυμα κατὰ τὸ ἔθος τῆς ἑορτῆς 43 καὶ τελειωσάντων τὰς ἡμέρας, ἐν τῷ ὑποστρέφειν αὐτοὺς ὑπέμεινεν Ἰησοῦς ὁ παῖς ἐν Ἱερουσαλήμ, καὶ οὐκ ἔγνω Ἰωσὴφ καὶ ἡ μήτηρ αὐτοῦ. 44 νομίσαντες δὲ αὐτὸν ἐν τῇ συνοδίᾳ εἶναι ἦλθον ἡμέρας ὁδὸν καὶ ἀνεζήτουν αὐτὸν ἐν τοῖς συγγενέσι καὶ τοῖς γνωστοῖς· 45 καὶ μὴ εὑρόντες αὐτὸν ὑπέστρεψαν εἰς Ἱερουσαλὴμ ζητοῦντες αὐτόν. 46 καὶ ἐγένετο μεθ᾽ ἡμέρας τρεῖς εὗρον αὐτὸν ἐν τῷ ἱερῷ καθεζόμενον ἐν μέσῳ τῶν διδασκάλων καὶ ἀκούοντα αὐτῶν καὶ ἐπερωτῶντα αὐτούς· 47 ἐξίσταντο δὲ πάντες οἱ ἀκούοντες αὐτοῦ ἐπὶ τῇ συνέσει καὶ ταῖς ἀποκρίσεσιν αὐτοῦ. 48 καὶ ἰδόντες αὐτὸν ἐξεπλάγησαν, καὶ πρὸς αὐτὸν ἡ μήτηρ αὐτοῦ εἶπε· Τέκνον, τί ἐποίησας ἡμῖν οὕτως; ἰδοὺ ὁ πατήρ σου κἀγὼ ὀδυνώμενοι ἐζητοῦμέν σε. 49 καὶ εἶπεν πρὸς αὐτούς· Τί ὅτι ἐζητεῖτέ με; οὐκ ᾔδειτε ὅτι ἐν τοῖς τοῦ πατρός μου δεῖ εἶναί με; 50 καὶ αὐτοὶ οὐ συνῆκαν τὸ ῥῆμα ὃ ἐλάλησεν αὐτοῖς. 51 καὶ κατέβη μετ᾽ αὐτῶν καὶ ἦλθεν εἰς Ναζαρέτ, καὶ ἦν ὑποτασσόμενος αὐτοῖς. καὶ ἡ μήτηρ αὐτοῦ διετήρει πάντα τὰ ῥήματα ταῦτα ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτῆς. 52 Καὶ Ἰησοῦς προέκοπτε σοφίᾳ καὶ ἡλικίᾳ καὶ χάριτι παρὰ Θεῷ καὶ ἀνθρώποις».