HELLENOPHONIA

Κυριακή 21 Δεκεμβρίου 2025

 

Ἡ κατὰ Σάρκα Γέννησις τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ιησοῦ Χριστοῦ, 25 Δεκεμβρίου 2025, (25/12/2018), (Αριθμ. 59Γ)

 

Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ.

 

 

Α. 1. α. Ο εορτασμός της κατά Σάρκα γεννήσεως του Χριστού περιλαμβάνει ένα τριήμερο με την ακολουθία των Μεγάλων Ωρών, την κυριώνυμη ημέρα και την επομένη, που φέρεται ως η Σύναξις της Παναγίας Θεοτόκου, μία από τις εορτές της Θεοτόκου που ετελείτο «ἐν Βλαχέρναις, ἔνθα ἀπόκειται ἡ ἁγία Σορός», όπως σημειώνεται στο Τυπικὸν τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας. Πρόκειται για την κορύφωση μιας λειτουργικής πορείας από την Απόδοση της εορτής των Εισοδίων και εντεύθεν.

β. Έχει ήδη σημειωθεί στην προηγούμενη ερμηνεία ότι προ της Παννυχίδος της εορτής «τῆς παναγίας καὶ ἀχράντου Γεννήσεως τοῦ μεγάλου Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ», που ετελείτο, όπως και όλα της παραμονής, στην Αγιότατη Μεγάλη Εκκλησία, κατά την «προανάγνωσιν» διαβάζονταν κείμενα των Πατέρων με ονομαστική αναφορά στον Άγιο Γρηγόριο το Θεολόγο. Η ονομαστική αναφορά στον Άγιο Γρηγόριο το Θεολόγο είναι μείζονος λειτουργικής, θεολογικής και υμνολογικής σημασίας όχι μόνο για την Κωνσταντινούπολη αλλά για ολόκληρη την Εκκλησία. Συνήθως οι θεολογούντες μελετούν τα κείμενα των Πατέρων, ή των επιμέρους ειδικοτήτων, ανεξάρτητα από την καθημερινή λειτουργική πράξη της Εκκλησίας και γι᾽ αυτό παράγουν «ϑεολογίες», δηλαδή κατασκευές του νου τους με απίθανες παρερμηνείες και θρησκευτικές προπαγάνδες και τσιτάτα. Δεν συνέβησαν, όμως, έτσι τα γεγονότα της εκκλησιαστικής μας ζωής κατά τρόπο αφηρημένο. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος έφτασε στην Κωνσταντινούπολη το 379 προς υποστήριξη των Ορθοδόξων, οι οποίοι ακολουθούσαν το Σύμβολο της Νικαίας και τις αποφάσεις της, έχοντας να αντιμετωπίσει τη μερίδα των Αρειανών, που ήταν και η πλειονοψηφία. Οι Λόγοι που θα εκφωνήσει στις εορτές των Φώτων, του Πάσχα και της Πεντηκοστής είναι Λόγοι εντός των ακολουθιών αυτών των εορτών, είναι το κήρυγμα της ημέρας, ερμηνεία, δηλαδή, στα Αναγνώσματα αυτών των εορτών, δεν είναι εισηγήσεις σε αίθουσες κατηχητικού σχολείου, ή σεμιναρίου, και συνδέονται ευθέως με τη βαπτισματική πράξη, με το βάπτισμα των κατηχουμένων, τουλάχιστον ως προς τα Φώτα και το Πάσχα, και γι᾽ αυτό υπάρχει και λεκτική ταυτότητα μεταξύ των εξής Λόγων: Λόγος 1: Εἰς τὸ ἅγιον Πάσχα καὶ εἰς τὴν βραδυτῆτα, Λόγος 38: Εἰς τὰ Θεοφάνια, εἴτουν Γενέθλια τοῦ Σωτῆρος, Λόγος 39. Εἰς τὰ ἅγια Φῶτα, Λόγος 40. Εἰς τὸ ἅγιον βάπτισμα, Λόγος 45. Εἰς τὸ ἅγιον Πάσχα. Πρέπει να επισημάνω ότι αυτοί οι Λόγοι ακολουθούν κατά τις ερμηνευτικές διατυπώσεις τα άρθρα του Συμβόλου της Νικαίας, ως προς την Γέννηση, τα πάθη και την Ανάσταση του Χριστού, το οποίο θα εκφωνούσαν εντός της ακολουθίας του βαπτίσματος οι κατηχούμενοι προ της Θείας Λειτουργίας των Φώτων και του Πάσχα, στην οποία και θα συμμετείχαν πια ως μέλη της Εκκλησίας. Μάλιστα, ας σημειωθεί ότι τόσο ο πέμπτος Θεολογικός Λόγος, ο 31, όσο και ο Λόγος 41, Εἰς τὴν Πεντηκοστήν, είναι δύο Λόγοι ερμηνευτικοί της ομολογίας της θεότητος του Αγίου Πνεύματος αλλά δεν έχουν μία ακριβή αντιστοίχιση στα άρθρα του ενιαίου Συμβόλου Νικαίας- Κωνσταντινουπόλεως, όπως είναι το εν χρήσει Λειτουργικό μας Σύμβολο Πίστεως των Ορθοδόξων, αφού ο Άγιος Γρηγόριος απεχώρησε από την Κωνσταντινούπολη ολίγο προ της λήξεως της Β´ Οικουμενικής Συνόδου, εκφωνήσας το Συντακτήριόν του Λόγο κατενώπιον των 150 επισκόπων. Πρέπει επιπλέον να επισημάνω ότι στους πέντε βαπτιστήριους Λόγους του ο Άγιος Γρηγόριος, εμμένων στον υπό του ενανθρωπήσαντος Υιού και Λόγου παρεχόμενο ανακαινισμό της ανθρώπινης φύσεως, του ημετέρου φυράματος, καθότι σαρκωθέντος «ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καὶ Μαρίας τῆς Παρθένου» έρχεται και επανέρχεται στο θέμα υιοθετήσεως του νηπιοβαπτισμού, ή τουλάχιστον μόλις τα παιδιά πλησιάσουν τα τρία έτη, γιά όσους επέμειναν να τονίζουν την ανάπτυξη της προαιρέσεως του ανθρώπου. Πάνω στην ερμηνεία της δωρηθείσας χάριτος προς όλα τα ἐθνη διά της ενανθρωπήσεως αργότερα ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας θα ερμηνεύσει τον τρόπο της ενανθρωπήσεως, ότι δηλαδή ο Λόγος εξ άκρας συλλήψεως δημιούργησε στη μήτρα της Θεοτόκου «ἑαυτῷ» την «ἰδίαν» του ανθρώπινη φύση, γι᾽ αυτό λέμε ότι ο Χριστός δρα τόσο τα θεία, όσο και τα ανθρώπινα, ως Θεάνθρωπος και τα εξής του Όρου της Χαλκηδόνος, και γι᾽ αυτό η κύηση της Θεοτόκου είναι άσπορη και δημιουργική με τη σημασία του ανακαινισμού του όλου ανθρώπου, καθότι μετά λογικής ψυχής και οίκοθεν το «ἑκουσίως», ενώ η ορολογία σῶμα, σάρξ, ἄνθρωπος αφορά στον όλο άνθρωπο κι όχι μία μονομερή θεώρηση της σαρκός ως ψευδούς αντιθέσεως στο σύγχρονο εικονικό πολιτισμό, όπως διαστρέφεται ερμηνευτικά από μερίδα των θεολόγων της Trans–Theology του μισογυνισμού.

2. α. Ως προς την Ακολουθία των Ωρών αυτή βασίζεται στην καθημερινή πράξη των Ωρών, όπως είχε διαμορφωθεί στην ακοίμητη λατρεία στη Μονή του Αγίου Σάββα στα Ιεροσόλυμα και μεταφορά του προτύπου αυτού στην Κωνσταντινούπολη και από εκεί σ᾽ όλη την αυτοκρατορία. Τα σημαντικά στοιχεία των Μεγάλων Ωρών, όπως και κατά την παραμονή των Φώτων, ως η παλαιά ημερομηνία εορτασμού των Χριστουγένων, καθώς και κατά τη Μ. Παρασκευή, είναι οι Ψαλμοί και τα Αναγνώσματα από την Αγία Γραφή, δηλαδή, Πεντάτευχος, Προφητικά, Αποστολικά και Ευαγγελικά Ανάγνωσματα, ενώ το Κοντάκιο και το Απολυτίκιο μάς είναι γνωστά από τις υπόλοιπες ακολουθίες της ημέρας, οι οποίες έχουν προηγηθεί, αρχομένης της ακολουθίας από την ανάγνωση του πρώτου κεφαλαίου της Γενέσεως. Διαφοροποίηση υπάρχει ως προς την ακολουθία των Ωρών των Χριστουγέννων και των Φώτων με την ανάγνωση του Συμβόλου της Πίστεως στο τέλος της Ενάτης Ώρας, η οποία τελείται συναπτά με τον Εσπερινό της επομένης ημέρας, όταν πέφτει η παραμονή των Χριστουγέννων Σάββατο ή Κυριακή. Τούτο δικαιολογείται από το γεγονός ότι κατά τα Φώτα- Χριστούγεννα, όπως και το Πάσχα, πριν τη Θ. Λειτουργία της Αναστάσεως γινόταν κατά τον Όρθρο το βάπτισμα των Κατηχουμένων, προκειμένου εν συνεχεία να μετάσχουν στη Θεία Ευχαριστία. Στις τρεις αυτές εορτές Μεγάλες Ώρες, Εσπερινός και Παννυχίδα έχουν βαπτιστήριο χαρακτήρα, εξ ου και η αντικατάσταση του Τρισαγίου με το «Ὅσοι εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθητε».

β. Εξ επόψεως περιεχομένου Ψαλμών, Αναγνωσμάτων και ιδιόμενων των Μεγάλων Ωρών των Χριστουγέννων πρέπeι να σημειώσω ότι αυτά βαίνουν με μία κλιμάκωση από τις προφητικές προρρήσεις, ως σημεία αναγνώρισης περί του ερχομένου βασιλέως εν μέσω του λαού Ιακώβ και ρίζης Δαυΐδ, του Υιού του Θεού ως νέου Αδάμ: «Βηθλεὲμ ἑτοιμάζου· εὐτρεπιζέσθω ἡ φάτνη· τὸ Σπήλαιον δεχέσθω, ἡ ἀλήθεια ἦλθεν· ἡ σκιὰ παρέδραμε· καὶ Θεὸς ἀνθρώποις, ἐκ Παρθένου πεφανέρωται, μορφωθείς τὸ καθ᾽ ἡμᾶς, καὶ θεώσας τὸ πρόσλημμα. Διὸ Ἀδὰμ ἀνανεοῦται σὺν τῇ Εὔᾳ, κράζοντες· Ἐπὶ γῆς εὐδοκία ἐπεφάνη, σῶσαι τὸ γένος ἡμῶν» (Στιχηρὸ ἰδιόμελο Πρώτης Ώρας, ἦχος πλ. δ´), δρώντος κατά την αυτού οικονομία και άκρα συγκατάβαση και κατά το τρισσό αξίωμα του βασιλέως- δημιουργού, του Αρχιερέως κατά την τάξη Μελχισεδέκ και του προφήτου ως του της Μεγάλης βουλής Αγγέλου, ανακεφαλαιούντος τον παλαιό και το νέο Ισραήλ και προσάγοντος μετ᾽ αυτού το ανθρώπινο στην εκ δεξιών καθέδρα του Θεού και Πατρός των όλων.

γ. Οι εξαγγελίες με τους Ψαλμούς και τα Προφητικά Αναγνώσματα και τα Ευαγγελικά Αναγνώσματα γύρω από την απογραφή «διὰ τὸ εἶναι αὐτὸν ἐξ οἴκου καὶ πατριᾶς Δαβίδ», η προσκύνηση του Χριστού υπό των σοφών εξ Ανατολής, ως του ενοποιούντος τα τρία χαρισματικά αξιώματα του αρχαίου Ισραήλ, και αυτών ως εκπροσώπων των Εθνών, και η φυγή στην Αίγυπτο σε μία αντιστοιχία θεοφανικών γεγονότων από κτίσεως κόσμου του ενός και του αυτού Λόγου του Θεού, ασάρκως και ενσάρκως, συνιστούν την κατάφαση ότι ο Λόγος ενηνθρώπησε πραγματικά, ενώ τα Αποστολικά Αναγνώσματα, κυρίως από την Προς Εβραίους Επιστολή είναι επεξηγηματικά της βαπτισματικής ομολογίας και πράξεως της Εκκλησίας, που ενσωματώθηκε στο Σύμβολο της Πίστεως, όπως το γνωρίζουμε από τη συνοδική πράξη των δύο πρώτων Οικουμενικών Συνόδων Νικαίας- Κωνσταντινουπόλεως και την ενσωμάτωσή του στην τέλεση του μυστηρίου του βαπτίσματος και της Θείας Ευχαριστίας, που ακολουθούσε κατά την αρχαία λειτουργική πράξη της Εκκλησίας. Κυρίως το περιεχόμενο της Ενάτης Ώρας μετά τα Τυπικά, με τους Ψαλμούς 102 και 145, όπως επίσης το τροπάριο «Ὁ μονογενὴς Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ἀθάνατος ὑπάρχων, καὶ καταδεξάμενος, διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν, σαρκωθῆναι ἐκ τῆς ἁγίας Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας, ἀτρέπτως ἐνανθρωπήσας, σταυρωθείς τε, Χριστὲ ὁ Θεός, θανάτῳ θάνατον πατήσας. Εἷς ὢν τῆς ἁγίας Τριάδος, συνδοξαζόμενος τῷ Πατρὶ καὶ τῷ ἁγίῳ Πνεύματι, σῶσον ἡμᾶς», τους Μακαρισμούς και το Σύμβολο της Πίστεως αποτυπώνουν την προετοιμασία για το εν συνεχεία βάπτισμα και τη Θεία Ευχαριστία.

δ) Και πάλι πρέπει να επισημανθεί, όπως και κατά την εορτή των Εισοδίων, ότι στην υμνολογική πράξη της Εκκλησίας το ζεύγος εξαγγελία- εκπλήρωση, ως ανακεφαλαίωση του σύμπαντος κόσμου υπό του Χριστού, είναι κεφαλαιώδες, αρκούντως ξένο προς την προσπάθεια των σύγχρονων βιβλικών θεολόγων και γραμματολόγων να συνδυάσουν μονομερώς τις πέραν της Καινής Διαθήκης αποτυπώσεις στην απόκρυφη γραμματεία. Επ᾽ αυτού ο υμνωδός απαντά με το στόμα του Ιωσήφ του μνήστορος: «Ἰωσήφ, εἰπὲ ἡμῖν, πῶς ἐκ τὼν ἁγίων ἣν παρέλαβες Κόρην, ἔγκυον φέρεις ἐν Βηθλεέμ; Ἐγώ φησι, τοὺς Προφήτας ἐρευνήσας, καὶ χρηματισθεὶς ὑπὸ Ἀγγέλου, πέπεισμαι, ὅτι Θεὸν γεννήσει ἡ Μαρία ἀνερμηνεύτως· οὗ εἰς προσκύνησιν, Μάγοι ἐξ Ἀνατολῶν ἥξουσι, σὺν δώροις τιμίοις λατρεύοντες. Ὁ σαρκωθεὶς δι᾽ ἡμᾶς, Κύριε, δόξα σοι», Στιχηρό ιδιόμελο στο Δόξα..., ἦχος γ´, της Τρίτης Ώρας.

 

Β. 1. Κατά την τρίτη μέρα του τριημέρου των Χριστουγέννων εορτάζεται η σύναξη της Υπεραγίας Θεοτόκου. Σημειώνεται ότι οι εορτές των συνάξεων αποτελούν ουσιαστικώς επανάληψη της κυριώνυμης ημέρας το πλείστον με κάποια επιπλέον υπογράμμιση. Εν προκειμένω οι χριστιανοί καλούνται να επικεντρωθούν στη διακονία της Θεοτόκου κατά την Ενανθρώπηση του Λόγου και στις συνέπειες του παραδόξου μυστηρίου στη ζωή των ανθρώπων με το προηγηθέν άγιο βάπτισμα. Χαρακτηριστική είναι η Καταβασία: «Μεγάλυνον ψυχή μου, τὴν λυτρωσαμένην, ἡμᾶς ἐκ τῆς κατάρας» και στο Ἐξαιρέτως.

2. Κατά ταύτα, ως προς τις διαφορές με την κυριώνυμη ημέρα παρατηρούνται οι εξής διαφορές:

α. Κατά τη Σύναξη δεν παρατίθενται εκ νέου Προφητικά Αναγνώσματα, όπως στον Εσπερινό των Χριστουγέννων, όπου επαναλαμβάνονται Αναγνώσματα των Μεγάλων Ωρών με έτι περαιτέρω εμπλουτισμό από το Α´ κεφάλαιο της Γενέσεως μέχρι και το τελευταίο βιβλίο της Π. Διαθήκης, του Δανιήλ και επανάληψη και ενός Αποστολικού και ενός Ευαγγελικού Αναγνώσματος εκ των Μεγάλων Ωρών, ως συνόψιση όλων των γεγονότων της Θείας Οικονομίας κατά τη δημιουργία και την ιστορία του αρχαίου Ισραήλ μέχρι της Γεννήσεως Ιησού Χριστού, «δι᾽ οὗ τὰ πάντα ἐγένετο», και ως μία αντιστοίχιση με την εορτή του Πάσχα, όπου κυριαρχεί ο εκφαντορικός λόγος του Ευαγγελιστή Ιωάννη με το Α´ κεφάλαιο του Ευαγγελίου του «Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος...» κατ᾽ αντιστοιχία προς το πρώτο κεφάλαιο της Γενέσεως.

β. Ο τόνος της εορτής της Συνάξεως αντανακλά τη βαπτιστήρια χαρά των νέων μελών της Εκκλησίας με την προσθήκη στον Εσπερινό του βαπτιστηρίου Προκειμένου «Τίς Θεὸς μέγας, ὡς ὁ Θεὸς ἡμῶν; σὺ εἶ ὁ Θεός, ὁ ποιῶν θαυμάσια μόνος», που χαρακτηρίζει, κυρίως, την εορτή της Πεντηκοστής[1], όπως επίσης και με τα ιδιαίτερα Στιχηρά Ιδιόμελα του Εσπερινού, τα οποία απηχούν τις ερμηνευτικές διατυπώσεις των Οικουμενικών Συνόδων περί της ενσάρκου Οικονομίας του Υιού και Λόγου του Θεού Πατρός[2]. Το αυτό συμβαίνει και με την αντικατάσταση του Τρισαγίου με το «Ὅσοι εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθητε».

γ. Τα Αναγνώσμα, Αποστολικό (Ἑβρ. β´, 11-18) και το Ευαγγελικό (Ματθ. β´, 13-23) είναι τα ίδια με την Ενάτη Ώρα της ακολουθίας των Μεγάλων Ωρών της παραμονής των Χριστουγέννων, όπου κυριαρχεί η προετοιμασία για τη βαπτιστήρια χαρά και ομολογία του Τριαδικού Θεού από τα νέα μέλη της Εκκλησίας. Μάλιστα, το ίδιο Ευαγγελικό Ανάγνωσμα διαβάζεται και την Κυριακὴ Μετὰ τὴν Χριστοῦ Γέννησιν. γ) Αντί της Θείας Λειτουργίας του Μεγάλου Βασιλείου τελείται η Θεία Λειτουργία του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου.

 

Γ. Η βαπτιστήρια ατμόσφαιρα ως δωρεά της υπέρ ημών ένσαρκης Θείας Οικονομίας του Υιού αντανακλάται στο Αποστολικό και Ευαγγελικό Ανάγνωσμα της κύριας ημέρας των Χριστουγέννων, στα οποία καταγράφεται το μυστήριο της ανακεφαλαιώσεως της κτίσης και της ιστορίας εν Χριστώ («πλήρωμα τοῦ χρόνου»), ο εν Χριστώ ανακαινισμός, η υιοθεσία με το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα και η θεογνωσία από όλα τα Έθνη, σημειούμενη με την προσκύνηση των αλλόφυλων σοφών μάγων με το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα, όπως διερμηνεύεται στο τελευταίο Στιχηρό Ιδιόμελο του γ´ ἤχου, ποίημα Ανατολίου, κατά το οποίο αναγνωρίζεται και ομολογείται ο Χριστός, ως ο ενανθρωπήσας Θεός εκ του έργου αυτού κατά το τρισσό αξίωμα, που αφορά σε κάθε άνθρωπο και όχι μόνο στον κατά σάρκα Ισραήλ, όχι κατά τρόπο μηχανιστικό αλλά κατά τη δεκτικότητα εκάστου, διαφορετικά με το μυστήριο της Θείας Ενανθρωπήσεως θα ήρετο η προαίρεση των λογικών όντων, όπως συμβαίνει με τον ειδωλικό κόσμο της καταδυνάστευσης και της αρχέγονης αλογίας: «Τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ γεννηθέντος, ἐν Βηθλεὲμ τῆς Ἰουδαίας, ἐξ Ἀνατολῶν ἐλθόντες Μάγοι, προσεκύνησαν Θεὸν ἐνανθρωπήσαντα, καὶ τοὺς θησαυροὺς αὐτῶν προθύμως ἀνοίξαντες, δῶρα τίμια προσέφερον, δόκιμον χρυσόν, ὡς Βασιλεῖ τῶν αἰώνων, καὶ λίβανον, ὡς Θεῷ τῶν ὅλων, ὡς τριημέρῳ δὲ νεκρῷ, σμύρναν τῷ Ἀθανάτῳ. Πάντα τὰ ἔθνη, δεῦτε προσκυνήσωμεν, τῷ τεχθέντι σῶσαι τὰς ψυχὰς ἡμῶν».

 

Αποστολικό Ανάγνωσμα: Γαλ. δ´, 4-7: «4 ὅτε δὲ ἦλθε τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου, ἐξαπέστειλεν ὁ Θεὸς τὸν υἱὸν αὐτοῦ, γενόμενον ἐκ γυναικός, γενόμενον ὑπὸ νόμον, 5 ἵνα τοὺς ὑπὸ νόμον ἐξαγοράσῃ, ἵνα τὴν υἱοθεσίαν ἀπολάβωμεν. 6 Ὅτι δέ ἐστε υἱοί, ἐξαπέστειλεν ὁ Θεὸς τὸ Πνεῦμα τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ εἰς τὰς καρδίας ἡμῶν, κρᾶζον· ἀββᾶ ὁ πατήρ. 7 ὥστε οὐκέτι εἶ δοῦλος, ἀλλ᾽ υἱός· εἰ δὲ υἱός, καὶ κληρονόμος Θεοῦ διὰ Χριστοῦ».

 

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: Ματθ. β´, 1-12: «1 Τοῦ δὲ Ἰησοῦ γεννηθέντος ἐν Βηθλέεμ τῆς Ἰουδαίας ἐν ἡμέραις Ἡρῴδου τοῦ βασιλέως, ἰδοὺ μάγοι ἀπὸ ἀνατολῶν παρεγένοντο εἰς Ἱεροσόλυμα 2 λέγοντες· Ποῦ ἐστιν ὁ τεχθεὶς βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων; εἴδομεν γὰρ αὐτοῦ τὸν ἀστέρα ἐν τῇ ἀνατολῇ καὶ ἤλθομεν προσκυνῆσαι αὐτῷ. 3 ἀκούσας δὲ Ἡρῴδης ὁ βασιλεὺς ἐταράχθη καὶ πᾶσα Ἱεροσόλυμα μετ᾽ αὐτοῦ, 4 καὶ συναγαγὼν πάντας τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ γραμματεῖς τοῦ λαοῦ ἐπυνθάνετο παρ᾽ αὐτῶν ποῦ ὁ Χριστὸς γεννᾶται. 5 οἱ δὲ εἶπον αὐτῷ· Ἐν Βηθλέεμ τῆς Ἰουδαίας· οὕτως γὰρ γέγραπται διὰ τοῦ προφήτου· 6 Καὶ σύ Βηθλέεμ, γῆ Ἰούδα, οὐδαμῶς ἐλαχίστη εἶ ἐν τοῖς ἡγεμόσιν Ἰούδα· ἐκ σοῦ γὰρ ἐξελεύσεται ἡγούμενος, ὅστις ποιμανεῖ τὸν λαόν μου τὸν Ἰσραήλ. 7 Τότε Ἡρῴδης λάθρᾳ καλέσας τοὺς μάγους ἠκρίβωσεν παρ᾽ αὐτῶν τὸν χρόνον τοῦ φαινομένου ἀστέρος, 8 καὶ πέμψας αὐτοὺς εἰς Βηθλέεμ εἶπε· Πορευθέντες ἐξετάσατε ἀκριβῶς περὶ τοῦ παιδίου· ἐπὰν δὲ εὕρητε ἀπαγγείλατέ μοι, ὅπως κἀγὼ ἐλθὼν προσκυνήσω αὐτῷ. 9 οἱ δὲ ἀκούσαντες τοῦ βασιλέως ἐπορεύθησαν· καὶ ἰδοὺ ὁ ἀστὴρ ὃν εἶδον ἐν τῇ ἀνατολῇ προῆγεν αὐτοὺς ἕως ἐλθὼν ἐστάθη ἐπάνω οὗ ἦν τὸ παιδίον· 10 ἰδόντες δὲ τὸν ἀστέρα ἐχάρησαν χαρὰν μεγάλην σφόδρα. 11 καὶ ἐλθόντες εἰς τὴν οἰκίαν εἶδον τὸ παιδίον μετὰ Μαρίας τῆς μητρὸς αὐτοῦ, καὶ πεσόντες προσεκύνησαν αὐτῷ, καὶ ἀνοίξαντες τοὺς θησαυροὺς αὐτῶν προσήνεγκαν αὐτῷ δῶρα, χρυσὸν καὶ λίβανον καὶ σμύρναν· 12 καὶ χρηματισθέντες κατ᾽ ὄναρ μὴ ἀνακάμψαι πρὸς Ἡρῴδην, δι᾽ ἄλλης ὁδοῦ ἀνεχώρησαν εἰς τὴν χώραν αὐτῶν».



[1]. «Προκείμενον Ἦχος βαρύς, Τίς Θεὸς μέγας, ὡς ὁ Θεὸς ἡμῶν; σὺ εἶ ὁ Θεός, ὁ ποιῶν θαυμάσια μόνος. Στίχ. Ἐγνώρισας ἐν τοῖς λαοῖς τὴν δύναμίν σου. Τίς Θεὸς μέγας, ὡς ὁ Θεὸς ἡμῶν... Στίχ. Καὶ εἶπα· Νῦν ἠρξάμην· αὕτη ἡ ἀλλοίωσις τῆς δεξιᾶς τοῦ Ὑψίστου. Τίς Θεὸς μέγας, ὡς ὁ Θεὸς ἡμῶν... ».

[2]. Εἰς τὸν Στίχον, Στιχηρὰ Ἰδιόμελα, Ἦχος πλ. δ´ Ἰωάννου Μοναχοῦ: «Παράδοξον Μυστήριον, οἰκονομεῖται σήμερον! καινοτομοῦνται φύσεις, καὶ Θεὸς ἄνθρωπος γίνεται· ὅπερ ἦν μεμένηκε, καὶ ὃ οὐκ ἦν προσέλαβεν, οὐ φυρμὸν ὑπομείνας, οὐδὲ διαίρεσιν». Στίχ. Εἶπεν ὁ Κύριος τῷ Κυρίῳ μου, κάθου ἐκ δεξιῶν μου, ἕως ἂν θῶ τοὺς ἐχθρούς σου ὑποπόδιον τῶν ποδῶν σου. «Κύριε, ἐν Βηθλεὲμ παραγέγονας, ἐν τῷ Σπηλαίῳ παρῴκησας, ὁ οὐρανὸν τὸν θρόνον ἔχων, ἐν φάτνῃ ἀνεκλίθης, ὃν στρατιαὶ κυκλοῦσιν Ἀγγέλων, Ποιμέσι συγκατέβης, ἵνα σώσῃς ὡς εὔσπλαγχνος τὸ γένος ἡμῶν, δόξα σοι». Στίχ. Ἐκ γαστρὸς πρὸ Ἑωσφόρου ἐγέννησά σε, ὤμοσε Κύριος, καὶ οὐ μεταμεληθήσεται. Σὺ Ἱερεὺς εἰς τὸν αἰῶνα, κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδέκ. «Πῶς ἐξείπω τὸ μέγα Μυστήριον; ὁ ἄσαρκος σαρκοῦται, ὁ Λόγος παχύνεται, ὁ ἀόρατος ὁρᾶται καὶ ὁ ἀναφὴς ψηλαφᾶται· καὶ ὁ ἄναρχος ἄρχεται. Ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ἀνθρώπου Υἱὸς γίνεται, Ἰησοῦς Χριστός, χθὲς καὶ σήμερον ὁ αὐτός, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας».

Σάββατο 20 Δεκεμβρίου 2025

 

Κυριακὴ Πρὸ τῆς Χριστοῦ Γεννήσεως, 21 Δεκεμβρίου 2025, (23/12/2018), (Αριθμ. 58Γ)

 

Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ.

 

Α. 1. Όπως έχουμε ήδη σημειώσει την προηγούμενη Κυριακή, η Κυριακή των Αγίων Προπατόρων κείται στο εορτολόγιο της Εκκλησίας μεταξύ 11-17 Δεκεμβρίου, ενώ η Προ της Χριστού Γεννήσεως μεταξύ 18-24, συγκροτώντας και ημερολογιακά μία ενότητα. Η υμνολογία των δύο αυτών Κυριακών είναι σχεδόν κοινή ως προς τους εορταζόμενους Αγίους Προπάτορες με κεντρικό πρόσωπο τον Αβραάμ και με τους Τρεις Παίδας εν Καμίνω και τον Προφήτη Δανιήλ να κλείνουν τον κύκλο των Προφητικών οράσεων, όπως καταγράφονται ερμηνευτικά σε δύο Καταβασίες της περιόδου[1]. Εξάλλου, η Βαβυλώνια αιχμαλωσία (586-538) είναι μία περίοδος η οποία, παρά τη δοκιμασία του Ισραήλ, εντούτοις αποτελεί την ανανέωση της διαθήκης μεταξύ Θεού και Ισραήλ, ένα μεθόριο, με το οποίο αρχίζει ο κύκλος των δεκατεσσάρων γενεών μέχρι τη γέννηση του Χριστού, κατά την καταγραφή, εξάλλου, και του σημερινού Ευαγγελικού Αναγνώσματος («17 Πᾶσαι οὖν αἱ γενεαὶ ἀπὸ Ἀβραὰμ ἕως Δαυῒδ γενεαὶ δεκατέσσαρες, καὶ ἀπὸ Δαυῒδ ἕως τῆς μετοικεσίας Βαβυλῶνος γενεαὶ δεκατέσσαρες, καὶ ἀπὸ τῆς μετοικεσίας Βαβυλῶνος ἕως τοῦ Χριστοῦ γενεαὶ δεκατέσσαρες») και την υμνολογική επιμαρτυρία της προηγούμενης Κυριακής κατά παραπομπή στο Κατά Λουκάν Ευαγγέλιο. Συγχρόνως, από τις αρχές του μήνα με τη μνήμη των Προφητών Αββακούμ, Αγγαίου και πάντα εντός του διαστήματος των Αγίων Προπατόρων, στις 17 Δεκεμβρίου, με την εορτή της μνήμης «τοῦ Ἁγίου Προφήτου Δανιήλ, καὶ τῶν Ἁγίων τριῶν Παίδων, Ἀνανίου, Ἀζαρίου, Μισαήλ» ολοκληρώνεται ο κύκλος των Προφητών αλλά και των Προφητικών βιβλίων με τελευταίο εκείνο του Δανιήλ, που ως προφητική όραση και δράση ενώνει όχι μόνο την αποδοχή της πίστης στο Θεό του Ισραήλ από δύο αλλόφυλους βασιλείς, Ναβουχοδονόσoρα και Δαρείο, αλλά μέσω της ταυτόχρονης θεοφάνειας του Άσαρκου Λόγου, ως Αγγέλου του Θεού Πατρός, σε Δανιήλ στα Σούσα και Αββακούμ εν Ιουδαία και θεοφανικής μεταφοράς του Αββακούμ, για να τραφεί ο επί εξαήμερο ευρισκόμενος στο λάκκο των λεόντων Δανιήλ, εξαγγέλλεται η ανατολή της νέας ημέρας του Μυστικού Δείπνου και επέκεινα, Δαν. ιβ´, 33-42: «33 καὶ ἦν ᾿Αμβακοὺμ ὁ προφήτης ἐν τῇ ᾿Ιουδαίᾳ, καὶ αὐτὸς ἥψησεν ἕψεμα καὶ ἐνέθρυψεν ἄρτους εἰς σκάφην καὶ ἐπορεύετο εἰς τὸ πεδίον ἀπενέγκαι τοῖς θερισταῖς. 34 καὶ εἶπεν ὁ ἄγγελος Κυρίου τῷ ᾿Αμβακούμ· ἀπένεγκε τὸ ἄριστον, ὃ ἔχεις, εἰς Βαβυλῶνα τῷ Δανιὴλ εἰς τὸν λάκκον τῶν λεόντων. 35 καὶ εἶπεν ᾿Αμβακούμ· Κύριε, Βαβυλῶνα οὐχ ἑώρακα καὶ τὸν λάκκον οὐ γινώσκω. 36 καὶ ἐπελάβετο ὁ ἄγγελος Κυρίου τῆς κορυφῆς αὐτοῦ καὶ βαστάσας τῆς κόμης τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ ἔθηκεν αὐτὸν εἰς Βαβυλῶνα ἐπάνω τοῦ λάκκου ἐν τῷ ροίζῳ τοῦ πνεύματος αὐτοῦ. 37 καὶ ἐβόησεν ᾿Αμβακοὺμ λέγων· Δανιὴλ Δανιήλ, λαβὲ τὸ ἄριστον, ὃ ἀπέστειλέ σοι ὁ Θεός. 38 καὶ εἶπε Δανιήλ· ἐμνήσθης γάρ μου, ὁ Θεός, καὶ οὐκ ἐγκατέλιπες τοὺς ἀγαπῶντάς σε. 39 καὶ ἀναστὰς Δανιὴλ ἔφαγεν· ὁ δὲ ἄγγελος τοῦ Θεοῦ ἀποκατέστησε τὸν ᾿Αμβακοὺμ παραχρῆμα εἰς τὸν τόπον αὐτοῦ. 40 ὁ δέ βασιλεὺς ἦλθε τῇ ἡμέρᾳ τῇ ἑβδόμῃ πενθῆσαι τὸν Δανιήλ· καὶ ἦλθεν ἐπὶ τὸν λάκκον καὶ ἐνέβλεψε, καὶ ἰδοὺ Δανιὴλ καθήμενος. 41 καὶ ἀναβοήσας φωνῇ μεγάλῃ εἶπε· μέγας εἶ, Κύριε ὁ Θεὸς τοῦ Δανιήλ, καὶ οὐκ ἔστιν ἄλλος πλὴν σοῦ. 42 καὶ ἀνέσπασεν αὐτόν, τοὺς δὲ αἰτίους τῆς ἀπωλείας αὐτοῦ ἐνέβαλεν εἰς τὸν λάκκον, καὶ κατεβρώθησαν παραχρῆμα ἐνώπιον αὐτοῦ».

2. Στο διάστημα που πέφτει η Κυριακή Προ της Χριστού Γεννήσεως άρχεται και η προεόρτιος περίοδος της εβδομάδος προ των Χριστουγέννων, στις 20 Δεκεμβρίου, κατά την προχειριστική αρίθμηση των έξι ημερών του Δανιήλ στο λάκκο των λεόντων, ως απόδοση και συγχρόνως προλαμπρισμός των Αγίων της Παλαιάς Διαθήκης και αρχή της πορείας του νέου Ισραήλ εν Χριστώ, ο οποίος ενοποιεί ανακαινίζοντας άπαν το ανθρώπινο γένος κατά το πρώτο Ἐξαποστειλάριο των Πατέρων, ἦχος β´, και σε μία ερμηνευτική ενότητα με το Αποστολικό Ανάγνωσμα της ημέρας, καθώς, μάλιστα, η διατύπωση «τῇ πίστει», ή «ἐν πίστει» διατρέχει όλη την υμνολογία: «Πατριαρχῶν οἱ πρόκριτοι, καὶ πρὸ νόμου Πατέρες, ἐν πίστει προεξέλαμψαν, Ἀβραάμ, Ἰσαάκ τε, καὶ Ἰακὼβ ὡς φωστῆρες· ἅπαντες γὰρ Προφῆται, καὶ Δίκαιοι ἀνήφθησαν, ἐξ αὐτῶν ὡς λαμπάδες, φωτοειδεῖς, καὶ τὴν Κτίσιν, πᾶσαν ἐσκοτισμένην, ἀκτῖσι κατεφώτισαν, τῆς σεπτῆς Προφητείας». Και ενώ κατά το Συναξάριο της ημέρας γίνεται ακριβής μνεία όλων των ἀπ᾽ αἰῶνος Αγίων, ανδρών και γυναικών, «ἀπὸ Ἀδὰμ ἄχρι καὶ Ἰωσὴφ τοῦ μνήστορος τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, κατὰ γενεαλογίαν» και ονομαστική αναφορά κατά Στίχο, και πάλι η τριάς Ἀβραάμ, Ἰσαάκ τε, καὶ Ἰακώβ, και κυρίως οι παραπομπές στον Αβραάμ ως αρχηγέτη των Εθνών[2], όπως επίσης στους Τρεις Παίδες εν Καμίνω και τον Προφήτη Δανιήλ συνέχουν προτυπικά την υμνολογία της εορτής ως προχειρισμού της υπέρ ημών ένσαρκης Οικονομίας του Λόγου: «Ὡς ἐν ψεκάδι μέσον τῆς φλογός, τῇ δρόσῳ τοῦ Πνεύματος, ἀγαλλόμενοι οἱ Παῖδες τοῦ Θεοῦ, περιεπάτουν μυστικῶς, ἐν αὐτῇ προτυπώσαντες, τὴν Τριάδα καὶ τὴν σάρκωσιν Χριστοῦ, καὶ ὡς σοφοὶ διὰ Πίστεως, ἔσβεσαν δύναμιν πυρός, καὶ Δανιὴλ δὲ ὁ δίκαιος, λεόντων ὤφθη φιμωτής, ὧν ταῖς δεήσεσι, δυσωπούμενος φιλάνθρωπε Σωτήρ, καὶ ἡμᾶς τοῦ ἀσβέστου, καὶ αἰωνίου λύτρωσαι πυρός, καὶ ἀξίωσον τυχεῖν, τῆς οὐρανίου Βασιλείας σου», τρίτο Στιχηρό των Αγίων Πατέρων, ἦχος πλ. δ´.

3. O προτυπικός αλλά συγχρόνως και προεξαγγελτικός χαρακτήρας της Κυριακής αυτής, ως προχειρισμός της Γέννησης του Χριστού, τονίζεται με τα Προφητικά Αναγνώσματα του Εσπερινού, στα οποία κυριαρχούν οι Θεοφάνειες στον Αβραάμ τον Προπάτορα, ως εκπρόσωπο των Εθνών και του Ισραήλ, δηλαδή όλων των ανθρώπων, στο πρώτο Προφητικό Ανάγνωσμα, Γεν. ιδ´, 14-20, και στο Μωϋσή, ο οποίος έλαβε στο όρος Σινά το Νόμο, ως μαρτυρία της εκλογής του Ισραήλ, στο δεύτερο και το τρίτο Προφητικό Ανάγνωσμα από το Δευτερονόμιο, Δευτ. α´, 8-11: 15-17 και Δευτ. ι´, 14-21. Στα τρία Προφητικά Αναγνώσματα καταγράφονται τα γεγονότα της αποκαλύψεως του δρώντος Θεού ως Δημιουργού και Κυρίου του σύμπαντος κόσμου, της κτίσης και της ιστορίας, της πορείας του ανθρώπινου γένους ως κλήσης για τη νέα σχέση όλων των Εθνών με το φωτοδότη Θεό, μία προμνήστευση για την Εκκλησία της Πεντηκοστής στους άπειρους αιώνες της χάριτος του Τριαδικού Θεού. Στο πρώτο Ανάγνωσμα οι οἰκογενείς του Αβραάμ είναι τριακόσιοι δέκα οκτώ, μία προτύπωση των τριακοσίων δέκα οκτώ Αγίων Πατέρων της Α´ Οικουμενικής Συνόδου, ενώ ο προσφέρων το δείπνο στον Αβραάμ με άρτο και οίνο αγενεαλόγητος Μελχισεδέκ, βασιλεύς Σαλήμ, προφητικός τύπος του αναμενομένου εν σαρκί Λόγου, εκκλησιάζει όλο το ανθρώπινο γένος. Έτσι ο προερχόμενος από τον Αβραάμ Χριστός δρα αποκαλυπτόμενος με το τρισσό αρχιερατικό αξίωμα, του Προφήτη, διερμηνευτού της βουλής του Θεού Πατρός, του ιερέως και του βασιλέως. Γι᾽ αυτό λέγεται ότι ο Χριστός στο ευχαριστιακό δείπνο της Μεγάλης Πέμπτης συνάγει παλαιό και νέο Ισραήλ, είναι προσφέρων και προσφερόμενος και δεχόμενος τη λογική λατρεία, ως κλήση προς πάντα άνθρωπο. Στο δεύτερο και τρίτο Ανάγνωσμα κυριαρχεί η Θεοφάνεια προς το Μωϋσή με την παράδοση του Νόμου ως περιεχόμενο πίστης προς τον Κύριο το Θεό, δηλαδή, τα δύο Αναγνώσματα συνιστούν την προμνήστευση του γεγονότος της Ενανθρωπήσεως του Κυρίου του Θεού του Μωϋσέως, του ενός και του αυτού Κυρίου της Δόξης, του Παλαιού των ημερών, ο οποίος θα εισέλθει στην ιστορία του ανθρώπινου γένους πραγματικά, και απόδειξη είναι η ακριβής γενεαλογία του σημερινού Ευαγγελικού Αναγνώσματος. Θα πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι ακόμη και στο Δευτερονόμιο, που απετέλεσε το «Ευαγγέλιο» του Ισραήλ, το οποίο παραχάρατταν οι Φαρισαίοι και οι νομικοί του Ισραήλ αρνούμενοι τον Ιησού ως τον υπό των Προφητών προκαταγγελλόμενο Θεό Λόγο «σαρκί», «δι᾽ ἡμᾶς καὶ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν», υπάρχει και εκεί το άνοιγμα προς όλη την ανθρωπότητα με την καταγραφή ότι ο Νόμος δεν αφορά μόνο στον Ισραήλ αλλά και στους προσηλύτους: «Διακούετε ἀναμέσον τῶν ἀδελφῶν ὑμῶν, καὶ κρίνατε δικαίως ἀναμέσον ἀνδρὸς καὶ ἀναμέσον τοῦ ἀδελφοῦ αὐτοῦ, καὶ τοῦ προσηλύτου αὐτοῦ. Οὐκ ἐπιγνώσει πρόσωπον ἐν κρίσει, κατὰ τὸν μικρὸν καὶ κατὰ τὸν μέγα κρινεῖς, οὐ μὴ ὑποστείλῃ πρόσωπον ἀνθρώπου, ὅτι ἡ κρίσις τοῦ Θεοῦ ἐστι», Δευτ. α´, 16-17, και «ὁ γὰρ Κύριος ὁ Θεὸς ὑμῶν, οὗτος Θεὸς τῶν Θεῶν, καὶ Κύριος τῶν Κυρίων, ὁ Θεὸς ὁ μέγας, καὶ ἰσχυρός, καὶ φοβερός, ὅς τις οὐ θαυμάζει πρόσωπον, οὐδ᾽ οὐ μὴ λάβῃ δῶρον, ποιῶν κρίσιν προσηλύτῳ καὶ ὀρφανῷ καὶ χήρᾳ, καὶ ἀγαπᾷ τὸν προσήλυτον, δοῦναι αὐτῷ ἄρτον καὶ ἱμάτιον. καὶ ἀγαπήσετε τὸν προσήλυτον· προσήλυτοι γὰρ ἦτε ἐν γῇ Αἰγύπτῳ», Δευτ. ι´, 17-19. Οι προσήλυτοι, εξάλλου, απετέλεσαν τη μεγάλη δύναμη του Ισραήλ, μία διαρκή εσωτερική ανανέωση αλλά και την προσαρμοστική δύναμη στη δύσκολη πορεία του Εβραϊκού λαού μέχρι σήμερα. Εξ επόψεως κηρύγματος των Αποστόλων προς τα Ἔθνη η Συναγωγή με τους προσηλύτους αποτέλεσε επίσης το θεμέλιο για το σπάσιμο της φυλετικής αποκλειστικότητος του παλαιού Ισραήλ, και η ερμηνεία της πίστεως κατά τις Προφητικές εξαγγελίες σήμαινε την επισυναγωγή του ανθρώπινου γένους, ως νέου γένους εν Χριστώ, κατά την ερμηνεία ότι ο Χριστός είναι ο νέος Αδάμ κατά τη γενεαλογία του σημερινού Ευαγγελικού Αναγνώσματος.

4. Τα συγκεκριμένα Προφητικά Αναγνώσματα, μαζί με την τέλεση του Βαπτίσματος ως ομολογίας του Τριαδικού Θεού, Πατρός και Υιού και Αγίου Πνεύματος, προκειμένου να μετάσχει ο πιστός στο κοινό ευχαριστιακό δείπνο αποτέλεσαν μαζί με τις ερμηνευτικές κηρυγματικές προτάσεις των πρώτων μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας το θεολογικό πρόπλασμα για τα ευσύνοπτα πρώτα Σύμβολα Πίστεως των τοπικών εκκλησιών και αργότερα για το Σύμβολο Πίστεως της Νικαίας- Κωνσταντινουπόλεως και τους Όρους Πίστεως των Οικουμενικών Συνόδων, ως συνοδικές ερμηνευτικές διατυπώσεις του Συμβόλου της Πίστεως σε μία ενότητα, πράγμα που καμία σχέση δεν έχει με τις θεωρίες των σύγχρονων θεολόγων που ψάχνουν έννοιες, ιδέες, λεκτικά σχήματα και λεξούλες από δω κι από εκεί για τις συνοδικές ερμηνευτικές αποφάσεις των Πατέρων της Εκκλησίας. Τα δύο Ιδιόμελα στη Λιτή της εορτής συνοψίζουν ερμηνευτικά αυτήν την μακρά εκκλησιαστική θεολογική συνέχεια, ἦχος α´: α) «Βολίδες ἀστράπτοντες θεηγορίαις, οἱ μεγαλώνυμοι Προφῆται, εἰς ἀεὶ μακαρίζονται· καὶ τὰ ἔπη τοῦ Πνεύματος καρπούμενοι, τὴν ἀνερμήνευτον λοχείαν Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ πᾶσιν ἐκήρυξαν, νομίμως δὲ τὸ τέλος διήνυσαν, ζήσαντες ζωὴν ὑπερθαύμαστον», και β) «Ἄκουε οὐρανέ, καὶ ἐνωτίζου ἡ γῆ· ἰδοὺ γὰρ ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρός, πρόεισι τεχθῆναι, ἐκ Κόρης ἀπειράνδρου, εὐδοκίᾳ τοῦ φύσαντος αὐτὸν ἀπαθῶς, καὶ συνεργείᾳ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος· Βηθλεὲμ εὐτρεπίζου, ἄνοιγε πύλην ἡ Ἐδέμ· ὅτι ὁ Ὢν γίνεται ὃ οὐκ ἦν, καὶ ὁ πλαστουργὸς πάσης κτίσεως διαπλάττεται, ὁ παρέχων τὸ μέγα ἔλεος».

 

Β. 1. Έχουμε ήδη επισημάνει ότι λατρευτικά η Αποστολική κοινότητα συγκροτείται στο χώρο του Ισραήλ και στον ανοιχτό κόσμο των ἐθνῶν της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, και ο εορτολογικός κύκλος εκδιπλώνεται ως νέος κόσμος ερμηνεύοντας προσαρμοστικά την ιστορία του ανθρώπινου γένους από κτίσεως κόσμου, επιλέγοντας κάθε φορά το οικουμενικό από το μερικό μιας αποκλίνουσας αποκλειστικότητος. Στο παλαιό Ρωμαϊκό ημερολόγιο απλώνονται λατρευτικά και ερμηνευτικά τα γεγονότα του μυστηρίου της Θείας Οικονομίας πέριξ των μυστηρίων του Βαπτίσματος και της Θείας Ευχαριστίας. Το μυστήριο της Ενανθρωπήσεως του Υιού και Λόγου του Θεού Πατρός και ο σκοπός της Ενανθρωπήσεως «δι᾽ ἡμᾶς» απετέλεσαν τη βάση της βαπτιστήριας πράξης της Εκκλησίας για τα νέα μέλη της, συγκροτώντας τη λατρευτική και κηρυγματική της έκφραση. Έτσι η Γέννηση του Χριστού, είτε στις 6 Ιανουαρίου ως Φώτα, είτε στις 25 Δεκεμβρίου, και το Πάσχα μέχρις και τον τέταρτο αιώνα σηματοδοτούσαν μία ενότητα βαπτιστήριας έκφρασης για την Εκκλησία. Μετά την Γ´ Οικουμενική Σύνοδο το 431 στην Έφεσο, την υιοθέτηση του νηπιοβαπτισμού και τη συνοδική ερμηνεία για το μυστήριο της Θείας Οικονομίας του Ενανθρωπήσαντος και Πνευματικώς ορωμένου και μετεχομένου στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας Υιού και Λόγου του Θεού Πατρός, η λατρεία της Εκκλησίας εμπλουτίζεται ραγδαία με τη θεολογική της παραγωγή, την υμνολογική της έκφραση και την οργάνωση των ιερών χώρων, στην οποία ήλθε αρωγός η αυτοκρατορική παρουσία. Έτσι, δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, που μας είναι γνωστός ως ο Θεολόγος υπερασπισμού της πίστεως στον Τριαδικό Θεό, της Θεότητας του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, σε δύο Λόγους του Εἰς τὰ ἅγια Φῶτα και Εἰς τὸ Ἅγον Πάσχα επαναλαμβάνει στο μεγαλύτερο τμήμα τους κατά λέξη την αυτήν ερμηνεία. Επιλέον, ο προτελευταίος από τους σαράντα πέντε διασωθέντες Λόγους του είναι Εἰς τὴν καινὴν Κυριακήν, ένας Λόγος ως κήρυγμα για τα εγκαίνια της εκκλησίας στη μνήμη του Μάρτυρα Αγίου Μάμαντος στην πατρίδα του στη Ναζιανζό της Καππαδοκίας, όταν πια είχε αποχωρήσει από την Κωνσταντινούπολη πριν το τέλος της Β´ Οικουμενικής Συνόδου, που, ωστόσο, είναι ένας Λόγος για τη δημιουργία του κόσμου, την πορεία του αρχαίου και του νέου Ισραήλ εν Χριστώ, ένας Λόγος για τη σημασία του ανακαινισμού του σύμπαντος κόσμου, μία σύνοψη του μυστηρίου της Θείας Οικονομίας του Αναστάντος Χριστού και καινοποιήσαντος τον άνθρωπο και σύμπασα τη δημιουργία. Ουσιαστικά πρόκειται για ερμηνεία του στίχου του Συμβόλου της πίστεως «δι᾽ οὗ τὰ πάντα ἐγένετο» σε μία διαρκή και ατελεύτητη θεοφανική έκφανση.

2. Η τιμή και η μνήμη του Αγίου Γρηγορίου στην Κωνσταντινούπολη των Οικουμενικών Συνόδων, ως ενός μεγάλου Πατέρα της και Πατριάρχη, αποτυπώνεται στη μεταγενέστερή του συνοδική καταγραφή και θεολογική ερμηνευτική της Εκκλησίας, εξού και ο τετιμημένος τίτλος Θεολόγος. Όμως, κατά τη γνώμη μου, η παρουσία του Αγίου Γρηγορίου στην Κωνσταντινούπολη είχε αποτελέσματα σε όλη τη ζωή της Εκκλησίας, γιατί αποτέλεσαν οι σαρανταπέντε Λόγοι του, και ιδιαίτερα οι προαναφερθέντες, το θεολογικό υπόβαθρο για το χτίσιμο και την αφιέρωση ναού στην Αγία του Θεού Σοφία, δηλαδή στο Χριστό, ως της εκκλησίας κέντρου της Εκκλησίας και της αυτοκρατορίας σε μία οικουμενική ενότητα ουρανού και γης, και μετά κατά το οικουμενικό θεοφανικό έργο του Χριστού των συνοδικών ερμηνευτικών προτάσεων της Γ´ και Δ´ Οικουμενικής Συνόδου, έχοντες την ευλογία να εορτάζουμε στις 23 Δεκεμβρίου, έστω και νοερώς και εμπόνως, τη μνήμη των δευτέρων εγκαινίων το 563 επί Πατριάρχου Αγίου Ευτυχίου Τῆς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας, ἤτοι τῆς Ἁγίας τοῦ Θεοῦ Σοφίας ἐν Κωνσταντινουπόλει, και β) Οι ταυτιζόμενοι θεολογικά και λεκτικά δύο Λόγοι του στα Φώτα, δηλαδή τη Γέννηση του Χριστού, και στο Άγιο Πάσχα απετέλεσαν το διαβατήριο γεγονός λειτουργικής αναπτύξεως αυτής της προεόρτιας εβδομάδος Προ της Κυριακής της Γεννήσεως του Χριστού κατά μίμηση της Μεγάλης Εβδομάδος προ του Πάσχα, όπως εμφανώς αποτυπώνεται με την πρώτη ματιά διαβάζοντας τους Κανόνες των Προεόρτιων ημερών, ιδίως, αν αναλογισθούμε ότι ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, ένας από τους κύριους διαμορφωτές και υμνογράφους της Εκκλησίας, έχει ως κύρια πηγή του το έργο του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου με όποιες επιπλέον μεταγενέστερες προσθήκες, όπως συνέβηκε και κατά την κορύφωση της Αγιοπαλαμικής παραδόσεως.

3. Η ενοποιητική θέαση- ερμηνεία Γεννήσεως- Βαπτίσεως του Χριστού και Πάσχα από τον Άγιο Γρηγόριο το Θεολόγο θεμελιώνεται:

 α. στο κοινό γεγονός του βαπτίσματος των κατηχουμένων, όπως ίσχυε την εποχή του δύο φορές το έτος κατά τα Φώτα και το Πάσχα, αμέσως μετά την Ακολουθία των Μεγάλων Ωρών, οι οποίες κατακλείονται, εξάλλου, με την εκφώνηση του Συμβόλου της Πίστεως.

β. στην επίμονη ερμηνεία του Αγίου Γρηγορίου επί του Συμβόλου της Πίστεως τόσο ως προς το θέμα της βασιλείας του Υιού, μία ερμηνευτική πρόταση που ενσωματώθηκε στο Σύμβολο Κωνσταντινουπόλεως το 381 με τη διατύπωση «οὗ της βασιλείας οὐκ ἔσται τέλος», όπως μας είναι γνωστό το Σύμβολο Πίστεως, όσο και για το έργο του Αγίου Πνεύματος, δίνοντας μία ενοποιητική ομολογία του μυστηρίου της Θείας Οικονομίας λειτουργικού προσανατολισμού με βάση την επιφάνεια του Θεού στη δημιουργία, την Ενανθρώπηση δι᾽ ἡμᾶς διά της Γεννήσεως- βαπτισμού, των παθών, της Ανάστασης (ενοποίηση ανθρωπίνου γένους) και της Πεντηκοστής, ως συνεχούς κλήσης για μετοχή «Πνευματικῶς» στο σώμα του Αναστάντος Χριστού. Κατά ταύτα, ευρισκόμενος στο κέντρο της αυτοκρατορίας, μαζί με τη διοικητική ανύψωση του θρόνου της βασιλίδος Πόλεως, κάνει τη μετάβαση προς την οικουμένη πέραν των Εόρτιων Επιστολών του Αγίου Αθανασίου, που έχουν κέντρο την Τεσσαρακοστή και το Πάσχα.

4. Πάντως θα πρέπει να υπογραμμισθεί ότι, παρά την επίδραση της εβδομάδος προ των Χριστουγέννων από την υμνολογία της Μ. Εβδομάδος, εντούτοις δεν είχε καθιερωθεί καιρός νηστείας, κάτι που έγινε πολύ μεταγενέστερα, πέραν του 12ου αι. παραμένοντας εν ισχύι κατά τους Κανόνες η νηστεία Τετάρτης και Παρασκευής και Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Είναι μάλιστα ενδεικτική η σημείωση που καταγράφεται σε ένα χειρόγραφο του Τυπικοῦ τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας για το, αν η παραμονή των Χριστουγέννων πέσει σε νηστεία, ή όχι: «Τοῦτο δὲ ἔστω γινώσκων πᾶς ἱεράρχης, ὅτι ἐὰν οὐκ ἔστι νηστεία οὐκ ἔξεστι καθέζεσθαι ἐν τῷ συνθρόνῳ, ἀλλὰ πλαγίως εἰς ἕτερον σκάμνον, εἰ δέ ἐστι νηστεία γίνεται καθέδρα ἐν συνθρόνῳ. Εἰ δὲ νηστεία οὐκ ἔστιν, γίνεται μὲν ἀκολουθ. ὁμοίως μέχρι τοῦ εὐαγγελίου, ἀνερχόμενος δὲ ὁ πατριάρχης ἐν τῷ συνθρόνῳ, μετὰ τὸ σφραγίσαι κ. εἰρηνεύσαι οὐ καθέζεται εἰς τὸν θρόνον ἀλλ᾽ ἐκεῖ μὲν τίθεσιν εὐαγγέλιον· λαβὼν ἐκ τοῦ δευτερεύοντος τῶν διακόνων κ. ἀσπασάμενος οὕτω τίθεσιν. Αὐτὸς δὲ κάθηται εἰς τὸν τοῦ πρωτοπαπᾶ τόπον εἰς τὰ δεξιά, οἱ δὲ πρεσβύτεροι κάθηνται εἰς τὸν κάτω βαθμόν. Κεῖται δὲ εἰς τὴν ἁγίαν τράπεζαν ἕτερον εὐαγγέλιον». Σημειωτέον, ανάλογες τροποποιήσεις προεβλέποντο, εάν συνέπιπτε η παραμονή Σάββατο, ή Κυριακή, ως προς την τέλεση της παννυχίδος με προανάγνωση ονομαστικά εκ του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου και άλλων Πατέρων.

 

Γ. Το σημερινό Αποστολικό Ανάγνωσμα βρίσκεται σε μία ενότητα με το Αποστολικό Ανάγνωσμα Ἑβρ. ια´, 33- ιβ´, 2 της Α´ Κυριακής του Ματθαίου, που είναι η Κυριακή των Αγίων Πάντων σε αναστάσιμο, βέβαια πλαίσιο, καθώς με την Κυριακή των Αγίων Πάντων κλείνει η περίοδος του Πεντηκοσταρίου, όπως επίσης και με το Αποστολικό Ανάγνωσμα της Α´ Κυριακής των Νηστειών, δηλαδή, της Κυριακής της Ορθοδοξίας, Ἑβρ. ια΄ 24-26, 32-40, όπου κυριαρχεί η διατύπωση «πίστει», ενώ νοηματικά το ίδιο ισχύει και για την εορτή του γενεθλίου του Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου στις 24 Ιουνίου ως προχειρισμός της Γεννήσεως του Χριστού. Ο στόχος είναι συγκεκριμένος: Είτε Προφήτες, είτε Απόστολοι, είτε Πατέρες βρίσκονται στην αυτήν πορεία, έχοντες όραση του αυτού Θεού, αποκαλυπτομένου στη δημιουργία, «δι᾽ οὗ τὰ πάντα ἐγένετο», άσαρκου Λόγου στους Προφήτες, ένσαρκου στους Μαθητές και Αποστόλους, Πνευματικώς ορωμένου, αοράτως συνόντος και μετεχομένου στην Εκκλησία της Πεντηκοστής  και αεί ερχομένου εν Δόξη. Ασφαλώς, πρόκειται για την αυτήν πίστη, ως δωρεά προς όλους τους θεόφρονας Αγίους, ενώ η πλαστή αντίθεση Νόμου και πίστης παράγεται από μία άκρως ηθικιστική, ήτοι μηχανιστική και ειδωλική, ερμηνεία της Αγίας Γραφής, όταν έναντι των Αγίων προσώπων και των θεοφανικών γεγονότων προτάσσονται χωρία και λεκτικά στερεότυπα, ως και να είναι δυνατόν να ταυτίζεται το Άγιο Πνεύμα με τους περιγραπτούς όρους της ανθρώπινης έκφρασης και διανοίας. Γι᾽ αυτό ο Απόστολος Παύλος και οι Πατέρες της Εκκλησίας ομιλούν για την ανακεφαλαίωση των πάντων εν Χριστώ, από κτίσεως κόσμου και εις τους αιώνας των αιώνων της βασιλείας του, που δεν έχει τέλος.

 

Αποστολικό Ανάγνωσμα: Ἑβρ. ια´, 9-10, 32-40: «9 Πίστει παρῴκησεν εἰς γῆν τῆς ἐπαγγελίας ὡς ἀλλοτρίαν, ἐν σκηναῖς κατοικήσας μετὰ Ἰσαὰκ καὶ Ἰακὼβ τῶν συγκληρονόμων τῆς ἐπαγγελίας τῆς αὐτῆς· 10 ἐξεδέχετο γὰρ τὴν τοὺς θεμελίους ἔχουσαν πόλιν, ἧς τεχνίτης καὶ δημιουργὸς ὁ Θεός. - 32 Καὶ τί ἔτι λέγω; ἐπιλείψει με γὰρ διηγούμενον ὁ χρόνος περὶ Γεδεών, Βαράκ, Σαμψών, Ἰεφθάε, Δαυῒδ τε καὶ Σαμουὴλ καὶ τῶν προφητῶν, 33 οἳ διὰ πίστεως κατηγωνίσαντο βασιλείας, εἰργάσαντο δικαιοσύνην, ἐπέτυχον ἐπαγγελιῶν, ἔφραξαν στόματα λεόντων, 34 ἔσβεσαν δύναμιν πυρός, ἔφυγον στόματα μαχαίρας, ἐνεδυναμώθησαν ἀπὸ ἀσθενείας, ἐγενήθησαν ἰσχυροὶ ἐν πολέμῳ, παρεμβολὰς ἔκλιναν ἀλλοτρίων· 35 ἔλαβον γυναῖκες ἐξ ἀναστάσεως τοὺς νεκροὺς αὐτῶν· ἄλλοι δὲ ἐτυμπανίσθησαν, οὐ προσδεξάμενοι τὴν ἀπολύτρωσιν, ἵνα κρείττονος ἀναστάσεως τύχωσιν· 36 ἕτεροι δὲ ἐμπαιγμῶν καὶ μαστίγων πεῖραν ἔλαβον, ἔτι δὲ δεσμῶν καὶ φυλακῆς· 37 ἐλιθάσθησαν, ἐπρίσθησαν, ἐπειράσθησαν, ἐν φόνῳ μαχαίρας ἀπέθανον, περιῆλθον ἐν μηλωταῖς, ἐν αἰγείοις δέρμασιν, ὑστερούμενοι, θλιβόμενοι, κακουχούμενοι, 38 ὧν οὐκ ἦν ἄξιος ὁ κόσμος, ἐπὶ ἐρημίαις πλανώμενοι καὶ ὄρεσι καὶ σπηλαίοις καὶ ταῖς ὀπαῖς τῆς γῆς. 39 Καὶ οὗτοι πάντες μαρτυρηθέντες διὰ τῆς πίστεως οὐκ ἐκομίσαντο τὴν ἐπαγγελίαν, 40 τοῦ Θεοῦ περὶ ἡμῶν κρεῖττόν τι προβλεψαμένου, ἵνα μὴ χωρὶς ἡμῶν τελειωθῶσι».

 

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: Ματθ. α´, 1-25: «1 Βίβλος γενέσεως Ἰησοῦ Χριστοῦ, υἱοῦ Δαυῒδ, υἱοῦ Ἀβραάμ. 2 Ἀβραὰμ ἐγέννησεν τὸν Ἰσαάκ, Ἰσαὰκ δὲ ἐγέννησεν τὸν Ἰακώβ, Ἰακὼβ δὲ ἐγέννησεν τὸν Ἰούδαν καὶ τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ, 3 Ἰούδας δὲ ἐγέννησεν τὸν Φαρὲς καὶ τὸν Ζαρὰ ἐκ τῆς Θάμαρ, Φαρὲς δὲ ἐγέννησεν τὸν Ἑσρώμ, Ἑσρὼμ δὲ ἐγέννησεν τὸν Ἀράμ, 4 Ἀρὰμ δὲ ἐγέννησεν τὸν Ἀμιναδάβ, Ἀμιναδὰβ δὲ ἐγέννησεν τὸν Ναασσών, Ναασσὼν δὲ ἐγέννησεν τὸν Σαλμών, 5 Σαλμὼν δὲ ἐγέννησεν τὸν Βοὸζ ἐκ τῆς Ραχάβ, Βοὸζ δὲ ἐγέννησεν τὸν Ὠβὴδ ἐκ τῆς Ρούθ, Ὠβὴδ δὲ ἐγέννησεν τὸν Ἰεσσαί, 6 Ἰεσσαὶ δὲ ἐγέννησεν τὸν Δαυῒδ τὸν βασιλέα. Δαυῒδ δὲ ἐγέννησεν τὸν Σολομῶντα ἐκ τῆς τοῦ Οὐρίου, 7 Σολομὼν δὲ ἐγέννησεν τὸν Ροβοάμ, Ροβοὰμ δὲ ἐγέννησεν τὸν Ἀβιά, Ἀβιὰ δὲ ἐγέννησεν τὸν Ἀσά, 8 Ἀσὰ δὲ ἐγέννησεν τὸν Ἰωσαφάτ, Ἰωσαφὰτ δὲ ἐγέννησεν τὸν Ἰωράμ, Ἰωρὰμ δὲ ἐγέννησεν τὸν Ὀζίαν, 9 Ὀζίας δὲ ἐγέννησεν τὸν Ἰωάθαμ, Ἰωάθαμ δὲ ἐγέννησεν τὸν Ἀχαζ, Ἀχαζ δὲ ἐγέννησεν τὸν Ἑζεκίαν, 10 Ἑζεκίας δὲ ἐγέννησεν τὸν Μανασσῆ, Μανασσῆς δὲ ἐγέννησεν τὸν Ἀμών, Ἀμὼν δὲ ἐγέννησεν τὸν Ἰωσίαν, 11 Ἰωσίας δὲ ἐγέννησεν τὸν Ἰεχονίαν καὶ τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ ἐπὶ τῆς μετοικεσίας Βαβυλῶνος. 12 Μετὰ δὲ τὴν μετοικεσίαν Βαβυλῶνος Ἰεχονίας ἐγέννησεν τὸν Σαλαθιήλ, Σαλαθιὴλ δὲ ἐγέννησεν τὸν Ζοροβάβελ, 13 Ζοροβάβελ δὲ ἐγέννησεν τὸν Ἀβιούδ, Ἀβιοὺδ δὲ ἐγέννησεν τὸν Ἐλιακείμ, Ἐλιακεὶμ δὲ ἐγέννησεν τὸν Ἀζώρ, 14 Ἀζὼρ δὲ ἐγέννησεν τὸν Σαδώκ, Σαδὼκ δὲ ἐγέννησεν τὸν Ἀχείμ, Ἀχεὶμ δὲ ἐγέννησεν τὸν Ἐλιούδ, 15 Ἐλιοὺδ δὲ ἐγέννησεν τὸν Ἐλεάζαρ, Ἐλεάζαρ δὲ ἐγέννησεν τὸν Ματθάν, Ματθὰν δὲ ἐγέννησεν τὸν Ἰακώβ, 16 Ἰακὼβ δὲ ἐγέννησεν τὸν Ἰωσὴφ τὸν ἄνδρα Μαρίας, ἐξ ἧς ἐγεννήθη Ἰησοῦς ὁ λεγόμενος Χριστός. 17 Πᾶσαι οὖν αἱ γενεαὶ ἀπὸ Ἀβραὰμ ἕως Δαυῒδ γενεαὶ δεκατέσσαρες, καὶ ἀπὸ Δαυῒδ ἕως τῆς μετοικεσίας Βαβυλῶνος γενεαὶ δεκατέσσαρες, καὶ ἀπὸ τῆς μετοικεσίας Βαβυλῶνος ἕως τοῦ Χριστοῦ γενεαὶ δεκατέσσαρες. 18 Τοῦ δὲ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἡ γένεσις οὕτως ἦν· μνηστευθείσης τῆς μητρὸς αὐτοῦ Μαρίας τῷ Ἰωσήφ, πρὶν ἢ συνελθεῖν αὐτοὺς εὑρέθη ἐν γαστρὶ ἔχουσα ἐκ Πνεύματος ἁγίου. 19 Ἰωσὴφ δὲ ὁ ἀνὴρ αὐτῆς, δίκαιος ὢν καὶ μὴ θέλων αὐτὴν παραδειγματίσαι, ἐβουλήθη λάθρᾳ ἀπολῦσαι αὐτήν. 20 ταῦτα δὲ αὐτοῦ ἐνθυμηθέντος ἰδοὺ ἄγγελος Κυρίου κατ᾽ ὄναρ ἐφάνη αὐτῷ λέγων· Ἰωσὴφ υἱὸς Δαυῒδ, μὴ φοβηθῇς παραλαβεῖν Μαριὰμ τὴν γυναῖκά σου, τὸ γὰρ ἐν αὐτῇ γεννηθὲν ἐκ πνεύματός ἐστιν ἁγίου· 21 τέξεται δὲ υἱὸν καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν, αὐτὸς γὰρ σώσει τὸν λαὸν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν αὐτῶν. 22 Τοῦτο δὲ ὅλον γέγονεν ἵνα πληρωθῇ τὸ ῥηθὲν ὑπὸ τοῦ Κυρίου διὰ τοῦ προφήτου λέγοντος· 23 Ἰδοὺ ἡ παρθένος ἐν γαστρὶ ἕξει καὶ τέξεται υἱόν, καὶ καλέσουσι τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἐμμανουήλ, ὅ ἐστιν μεθερμηνευόμενον Μεθ' ἡμῶν ὁ Θεός. 24 Διεγερθεὶς δὲ ὁ Ἰωσὴφ ἀπὸ τοῦ ὕπνου ἐποίησεν ὡς προσέταξεν αὐτῷ ὁ ἄγγελος Κυρίου καὶ παρέλαβε τὴν γυναῖκα αὐτοῦ, 25 καὶ οὐκ ἐγίνωσκεν αὐτὴν ἕως οὗ ἔτεκε τὸν υἱόν αὐτῆς τὸν πρωτότοκον, καὶ ἐκάλεσε τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν».



[1]. Βλ. α) «Οἱ Παῖδες εὐσεβείᾳ συντραφέντες, δυσσεβοῦς προστάγματος καταφρονήσαντες, πυρὸς ἀπειλὴν οὐκ ἐπτοήθήσαν, ἀλλ᾽ ἐν μέσῳ τῆς φλογός, ἑστῶτες ἔψαλλον· Ὁ τῶν Πατέρων Θεὸς εὐλογητὸς εἶ», β) «Θαύματος ὑπερφυοῦς ἡ δροσοβόλος, ἐξεικόνισε κάμινος τύπον· οὐ γὰρ οὓς ἐδέξατο φλέγει Νέους, ὡς οὐδὲ πῦρ τῆς Θεότητος, Παρθένου ἣν ὑπέδυ νηδύν· διὸ ἀνυμνοῦντες ἀναμέλψωμεν· Εὐλογείτω ἡ Κτίσις πᾶσα τὸν Κύριον, καὶ ὑπερυψούτω, εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας».

[2]. Κανών α´ των Πατέρων, ὠδὴ ζ´, ἦχος πλ. β´: « Χριστὸν γεννήσας τὸ κατὰ σάρκα τῆς πίστεως, ἀρχηγέτα Πάτερ, Ἀβραάμ, ἐδείχθης Ἐθνῶν, Πνεύματι Πατὴρ ἐναργῶς, εἰς σωτηρίαν ἡμῶν τῶν μελῳδούντων· Λυτρωτὰ ὁ Θεὸς εὐλογητὸς εἶ».

 

Κυριακὴ τῶν Ἁγίων Προπατόρων, ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΑ´ ΛΟΥΚΑ, 14 Δεκεμβρίου 2025, (16/12/2018), (Αριθμ. 57Β)

 

Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ.

 

 

Α. Σύμφωνα με το Τυπικὸν τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας η μνήμη των Τριών Παίδων και του Προφήτη Δανιήλ άγεται κατά την εορτή της Κυριακής προ της Χριστού Γεννήσεως, μαζί με τη μνήμη των Αγίων Πατέρων Αβράμ, Ισαάκ και Ιακώβ, παρά το γεγονός ότι καταγράφεται ότι την 17η Δεκεμβρίου είναι η άθληση των Τριών Παίδων με ιδιαίτερη αναφορά ότι «Τελεῖται δὲ ἡ αὐτῶν σύναξις ἐν τῇ ἁγιωτάτῃ Μεγάλῃ Ἐκκλησίᾳ», ίσως λόγω διακύμανσης της ημέρας των Χριστουγέννων εν σχέσει με τις δύο Κυριακές που προηγούνται.

 

Β. 1. Η Κυριακή των Αγίων Προπατόρων κείται στο εορτολόγιο της Εκκλησίας μεταξύ 11-17 Δεκεμβρίου, ενώ η Προ των Χριστουγέννων μεταξύ 18-24. Η υμνολογία των δύο αυτών Κυριακών είναι σχεδόν κοινή ως προς τους εορταζόμενους Αγίους Προπάτορες με κεντρικό πρόσωπο τον Αβραάμ, ως Πρόπαππο Χριστού («Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, Κυριακὴ τῶν Ἁγίων Προπατόρων». Ενδεικτικοί οι στίχοι: «Δέξασθαι χαρὰν οἱ πάλαι Προπάτορες, Βλέποντες ἐγγίζοντα Χριστὸν Μεσσίαν. Γήθεο Ἀβραάμ, ὅτι Πρόπαππος Χριστοῦ ἐδείχθης», το Συναξάριο της ημέρας) και εν συνεχεία τους Θεόπτες Προφήτες και τους εν Βαβυλώνι Παίδες εν καμίνω, ενώ κατά την Κυριακή Προ των Χριστουγέννων, κατά το Συναξάριο της ημέρας, η μνήμη έχει ακριβή αναφορά στη γενεαλογία του τρίτου κεφαλαίου του Κατά Λουκάν Ευαγγελίου: «Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, Κυριακὴ πρὸ τῆς Χριστοῦ γεννήσεως, Μνήμην ἄγειν ἐτάχθημεν παρὰ τῶν Ἁγίων καὶ θεοφόρων Πατέρων ἡμῶν, πάντων τῶν ἀπ᾽ αἰῶνος Θεῷ εὐαρεστησάντων, ἀπὸ Ἀδὰμ ἄχρι καὶ Ἰωσὴφ τοῦ μνήστορος τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, κατὰ γενεαλογίαν, καθὼς ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς ἱστορικῶς ἠριθμήσατο, ὁμοίως καὶ τῶν Προφητῶν καὶ τῶν Προφητίδων. Μνήμη τῶν πρωτοπλάστων Ἀδὰμ καὶ Εὔας...». Στο μακρότατο κατάλογο των στίχων του Συναξαρίου κατονομάζονται όλοι οι Προφήτες και οι Προφήτιδες της Παλαιάς Διαθήκης σε συνδυασμό και με τη γενεαλογία του πρώτου κεφαλαίου του Κατά Ματθαίον Ευαγγελίου, το οποίο είναι και το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα της Κυριακής Πρό της γεννήσεως του Χριστού.

2. Η εξέχουσα αναφορά στον Αβραάμ κατά το Συναξάριο και την υμνολογία της Κυριακής των Αγίων Προπατόρων εξυπηρετεί την ανάδειξη του Αβραάμ ως του Προπάτορος όλων των ανθρώπων προ του Νόμου, άρα και όλων των εθνών, αλλά και του αυτού Αγίου Προπάτορος και της φυλής Δαυΐδ κατά τις Προφητικές επαγγελίες περί του ένσαρκου Λόγου, που συνιστούν το περιεχόμενο ιδιαίτερα της επόμενης Κυριακής Προ της γεννήσεως του Χριστού. Στο Απολυτίκιο των Προπατόρων η εκπλήρωση της δικαιοσύνης των Προπατόρων εκφέρεται ως προμνήστευση για την Εκκλησία, όπου εντάσσεται, δηλαδή, «δυνάμει» όλο το ανθρώπινο γένος: «Ἐν πίστει τοὺς Προπάτορας ἐδικαίωσας, τὴν ἐξ Ἐθνῶν δι᾽ αὐτῶν προμνηστευσάμενος Ἐκκλησίαν. Καυχῶνται ἐν δόξῃ οἱ Ἅγιοι, ὅτι ἐκ σπέρματος αὐτῶν ὑπάρχει καρπὸς εὐκλεής, ἡ ἀσπόρως τεκοῦσά σε. Ταῖς αὐτῶν ἱκεσίαις, Χριστὲ ὁ Θεός, σῶσον τὰς ψυχὰς ἡμῶν».

3. Χωρίς να παραλείπονται οι ενδιάμεσοι Πατριάρχες και Προφήτες με αναγωγή στον ίδιο τον Αδάμ[1] η υμνολογία της Κυριακής των Προπατόρων κινείται, κυρίως, ανάμεσα στον Αβραάμ και τους εν Καμίνω Παίδες μετά του Προφήτου Δανιήλ, ως προχειρισμός όχι μόνο της γεννήσεως του Χριστού αλλά εκφάνσεως της Εκκλησίας της Πεντηκοστής και της κρίσεως του κόσμου. Στα Στιχηρά Προσόμοια συνοψίζεται προζωγραφιζόμενο το Μυστήριο της Θείας Οικονομίας, η πορεία του ανθρώπινου γένους και η αποκάλυψη του Τριαδικού Θεού εις τους αιώνας, η ενότητα της συμπαντικής πραγματικότητας ως μιας δυναμικής οικουμενικότητας του σύμπαντος κόσμου[2].

 

Γ. 1. Το σημερινό Αποστολικό Ανάγνωσμα προέρχεται από την Επιστολή Προς Κολοσσαείς του Αποστόλου Παύλου, καθορισθέν ειδικώς από το Τυπικὸν τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας[3]. Πρόκειται για μια μικρή Επιστολή, η οποία αποτελείται από τέσσερα κεφάλαια. Οι αποδέκτες της Επιστολής δεν έχουν προσωπική γνωριμία με τον Απόστολο Παύλο, ο ίδιος, όμως, είναι γνωστός στις Αποστολικές κοινότητες των εθνών της Μεσογείου και ενδότερα της Μικράς Ασίας. Σ᾽ αυτήν την Επιστολή ο Απόστολος Παύλος ομιλεί ως ο Απόστολος του Χριστού και της Εκκλησίας. Πρόκειται για ένα λόγο επίκαιρο σε κάθε εποχή και συνοπτικό του Μυστηρίου της Θείας Οικονομίας από κτίσεως κόσμου και αποκαλύψεως του Θεού, («εἰς ἐπίγνωσιν τοῦ μυστηρίου τοῦ Θεοῦ καὶ πατρὸς καὶ τοῦ Χριστοῦ», Κολοσ. β´, 2), που διενεργείται διά Ιησού Χριστού, του προ των αιώνων Υιού του Θεού, και για τα αποτελέσματα της πίστης στη ζωή των χριστιανών και του κόσμου, ως άρσης της αρχαίας αποστασίας, καθαίρεσης των αντίθεων δυνάμεων και κάθε ειδωλικού πνεύματος, αναίρεσης κάθε κοινωνικής και φυλετικής διακρίσεως που διασπά την ενότητα του ανθρώπινου γένους, ή που αφήνει περιθώρια εκμετάλλευσης και καταδυνάστευσης του ανθρώπου από άλλο άνθρωπο.

2. Ειδικότερα, το σημερινό Αποστολικό Ανάγνωσμα έχει ως νοηματικό άξονα το σκοπό και τα αποτελέσματα του θεοφανικού έργου του Χριστού για τον άνθρωπο. Η επιλογή του υποδεικνύει την εορτή των Χριστουγέννων, ενώ ο τελευταίος στίχος («ὅπου οὐκ ἔνι Ἕλλην καὶ Ἰουδαῖος, περιτομὴ καὶ ἀκροβυστία, βάρβαρος, Σκύθης, δοῦλος, ἐλεύθερος, ἀλλὰ τὰ πάντα καὶ ἐν πᾶσι Χριστός») επεκτείνει την εσωτερική υπόδειξη στο γεγονός της Πεντηκοστής κατά την ομιλία του Αποστόλου Πέτρου ενώπιον του πλήθους των πιστευσάντων εκείνην την ημέρα, ανεξαρτήτως φυλής, θρησκευτικής προελεύσεως και κοινωνικής καταστάσεως. Επιπλέον, ο Απόστολος Παύλος διακρίνει το ανθρώπινο γένος κατά τις δύο φάσεις της πορείας του μετά την προπατορική αποστασία, στον καιρό της ειδωλολατρίας και στον εν Χριστώ άνθρωπο, περιγράφοντας τα αποτελέσματα της βιωτής του. Πρέπει να σημειώσουμε ότι η ειδωλολατρία δεν είναι απλώς οι τυπικές θεουργικές πράξεις λατρείας των ειδώλων αλλά όλος ο εντός ανθρώπου ειδωλικός κόσμος, οι εμπαθείς λογισμοί του πεπτωκότος «παλαιού» ανθρώπου, των «υἱῶν τῆς ἀπειθείας», πορνεία, ακαθαρσία, πάθη, κακές επιθυμίες και κυρίως η πλεονεξία, που δημιουργούν οργή, θυμό, κακία, βλασφημία, αισχρολογία και ψεύδη και οδηγούν τον άνθρωπο στη διάπραξη του κακού εναντίον των συνανθρώπων του («σὺν ταῖς πράξεσιν αὐτοῦ»). Δεν υπάρχει ο διάβολος ως αυτοτελής ύπαρξη, υπάρχουν οι δαιμονικοί εμπαθείς λογισμοί των λογικών όντων και οι δαιμονικές πράξεις των λογικών όντων, που η έκπτωσή τους από τη γνώση του Θεού δημιουργεί είδωλα και λατρεία τους στη θέση του Θεού. Πρόκειται για τη σατανική αυτοαποθέωση του εγκλωβισμένου στην ιδιοτέλεια και την πλεονεξία ανθρώπου, στην αυτολατρεία του, στην απόλυτη ακοινωνησία με το συνάνθρωπό του και το Θεό ως δημιουργό και εγγυητή της ενότητος του σύμπαντος κόσμου. Στον ειδωλικό κόσμο του αυτοκαταστρεφόμενου μεταπατορικού ανθρώπου ο Χριστός, ως ένσαρκος Λόγος, εισέρχεται στην ιστορία του ανθρώπινου γένους «δι᾽ ἡμᾶς καὶ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν», ξαναδημιουργεί τον άνθρωπο «κατ᾽ εἰκόνα τοῦ κτίσαντος αὐτόν», ενώνει τα διεστώτα, καταργώντας όλες τις συμβάσεις της διαίρεσης της ανθρώπινης ιστορίας, ή με απλά λόγια όλες τις μεταπατορικές αμαρτίες. Πρόκειται για την κατάργηση της ειδωλολατρίας και την έλευση της βασιλείας του Θεού ως δυναμικής πραγματικότητας της ιστορίας και πορείας προς τα έσχατα, και εις τους αιώνας των αιώνων. Γι᾽ αυτό μία εσχατολογία ανεξάρτητη από τη δημιουργία του σύμπαντος κόσμου και την ιστορική του πορεία, όπου κυριαρχεί η θεοφανική συνεκτική παρουσία του Τριαδικού Θεού, είναι ειδωλολατρία, και γι᾽ αυτό η σωτηρία, και ό,τι συνιστά την αγαθοτοπία του Θεού και του πολιτισμού, είναι κοινή και όχι ατομική υπόθεση, την οποία αντιστρατεύονται οι ιδιοτελείς και κατεχόμενοι από τους εμπαθείς λογισμούς τους άνθρωποι, δρώντες δαιμονικώς εναντίον των συνανθρώπων τους και ολόκληρης της ανθρωπότητος.

 

Δ. 1. Το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα συμπίπτει νοηματικά με το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα της Κυριακής Α´ Ματθαίου, Κυριακή τῶν Ἁγίων Πάντων, και σχεδόν λεκτικά με την Κυριακή ΙΔ´ Ματθαίου. Μάλιστα, δεν είναι τυχαίο ότι στη σημερινή Ευαγγελική περικοπή ο τελευταίος στίχος («πολλοὶ γάρ εἰσι κλητοί, ὀλίγοι δὲ ἐκλεκτοί») προέρχεται από το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο της ΙΔ´ Κυριακής, εισάγοντάς μας στην περίοδο των Χριστουγένων και των Φώτων με Ευαγγελικά Αναγνώσματα κατ᾽ εξαίρεση από το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο. Πάντως, το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα αποτελεί κλήση για είσοδο στην εγκαινιαζόμενη διά της γεννήσεως του Χριστού βασιλεία του Θεού, κατά τις επαγγελίες και την προμνήστευση των Αγίων Προπατόρων.

 

Αποστολικό Ανάγνωσμα: Κολοσ. γ´, 4-11: «4 ὅταν ὁ Χριστὸς φανερωθῇ, ἡ ζωὴ ὑμῶν, τότε καὶ ὑμεῖς σὺν αὐτῷ φανερωθήσεσθε ἐν δόξῃ. 5 Νεκρώσατε οὖν τὰ μέλη ὑμῶν τὰ ἐπὶ τῆς γῆς, πορνείαν, ἀκαθαρσίαν, πάθος, ἐπιθυμίαν κακήν, καὶ τὴν πλεονεξίαν ἥτις ἐστὶν εἰδωλολατρία, 6 δι᾽ ἃ ἔρχεται ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ ἐπὶ τοὺς υἱοὺς τῆς ἀπειθείας, 7 ἐν οἷς καὶ ὑμεῖς περιεπατήσατέ ποτε, ὅτε ἐζῆτε ἐν αὐτοῖς· 8 νυνὶ δὲ ἀπόθεσθε καὶ ὑμεῖς τὰ πάντα, ὀργήν, θυμόν, κακίαν, βλασφημίαν, αἰσχρολογίαν ἐκ τοῦ στόματος ὑμῶν· 9 μὴ ψεύδεσθε εἰς ἀλλήλους, ἀπεκδυσάμενοι τὸν παλαιὸν ἄνθρωπον σὺν ταῖς πράξεσιν αὐτοῦ 10 καὶ ἐνδυσάμενοι τὸν νέον τὸν ἀνακαινούμενον εἰς ἐπίγνωσιν κατ᾽ εἰκόνα τοῦ κτίσαντος αὐτόν, 11 ὅπου οὐκ ἔνι Ἕλλην καὶ Ἰουδαῖος, περιτομὴ καὶ ἀκροβυστία, βάρβαρος, Σκύθης, δοῦλος, ἐλεύθερος, ἀλλὰ τὰ πάντα καὶ ἐν πᾶσι Χριστός».

 

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: Λουκ. ιδ´, 16-24 - Ματθ. κβ´, 14: «16 ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ· Ἄνθρωπός τις ἐποίησε δεῖπνον μέγα, καὶ ἐκάλεσε πολλούς· 17 καὶ ἀπέστειλε τὸν δοῦλον αὐτοῦ τῇ ὥρᾳ τοῦ δείπνου εἰπεῖν τοῖς κεκλημένοις· ἔρχεσθε, ὅτι ἤδη ἕτοιμά ἐστι πάντα. 18 καὶ ἤρξαντο ἀπὸ μιᾶς παραιτεῖσθαι πάντες, ὁ πρῶτος εἶπεν αὐτῷ· ἀγρὸν ἠγόρασα, καὶ ἔχω ἀνάγκην ἐξελθεῖν καὶ ἰδεῖν αὐτόν· ἐρωτῶ σε, ἔχε με παρῃτημένον. 19 καὶ ἕτερος εἶπε· ζεύγη βοῶν ἠγόρασα πέντε, καὶ πορεύομαι δοκιμάσαι αὐτά· ἐρωτῶ σε, ἔχε με παρῃτημένον. 20 καὶ ἕτερος εἶπε· γυναῖκα ἔγημα, καὶ διὰ τοῦτο οὐ δύναμαι ἐλθεῖν. 21 καὶ παραγενόμενος ὁ δοῦλος ἐκεῖνος ἀπήγγειλε τῷ κυρίῳ αὐτοῦ ταῦτα. τότε ὀργισθεὶς ὁ οἰκοδεσπότης εἶπε τῷ δούλῳ αὐτοῦ· ἔξελθε ταχέως εἰς τὰς πλατείας καὶ ῥύμας τῆς πόλεως, καὶ τοὺς πτωχοὺς καὶ ἀναπήρους καὶ χωλοὺς καὶ τυφλοὺς εἰσάγαγε ὧδε. 22 καὶ εἶπεν ὁ δοῦλος· κύριε, γέγονεν ὡς ἐπέταξας, καὶ ἔτι τόπος ἐστί. 23 καὶ εἶπεν ὁ κύριος πρὸς τὸν δοῦλον· Ἔξελθε εἰς τὰς ὁδοὺς καὶ φραγμοὺς καὶ ἀνάγκασον εἰσελθεῖν, ἵνα γεμισθῇ ὁ οἶκός μου. 24 λέγω γὰρ ὑμῖν ὅτι οὐδεὶς τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων τῶν κεκλημένων γεύσεταί μου τοῦ δείπνου. - 14 πολλοὶ γάρ εἰσι κλητοί, ὀλίγοι δὲ ἐκλεκτοί».

 



[1]. Ο τόνος της εορτής θυμίζει την Κυριακή των Αγίων Πατέρων: «Τῶν Προπατόρων τὸ σύστημα, οἱ φιλέορτοι δεῦτε, ψαλμικῶς εὐφημήσωμεν, Ἀδὰμ τὸν Προπάτορα, Ἐνώχ, Νῶε, Μελχισεδέκ, Ἀβραάμ, Ἰσαὰκ καὶ Ἰακώβ· μετὰ νόμον, Μωϋσῆν καὶ Ἀαρών, Ἰησοῦν, Σαμουὴλ καὶ Δαυΐδ· μεθ᾽ ὧν τὸν Ἡσαΐαν, Ἱερεμίαν, Ἰεζεκιήλ, καὶ Δανιὴλ καὶ τοὺς δώδεκα, ἅμα Ἠλιού, Ἐλισαῖον καὶ τοὺς ἅπαντας, Ζαχαρίαν καὶ τὸν Βαπτιστήν, καὶ τοὺς κηρύξαντας Χριστόν, τὴν ζωὴν καὶ ἀνάστασιν τοῦ γένους ἡμῶν», Δοξαστικό των Αποστίχων, ποίημα Αγίου Γερμανού Κωνσταντινουπόλεως.

[2]. α. «Τῶν Προπατόρων σήμερον πιστοί, τελοῦντες μνημόσυνα, ἀνυμνήσωμεν Χριστὸν τὸν Λυτρωτήν, τὸν μεγαλύναντα αὐτούς, ἐν πᾶσι τοῖς ἔθνεσι, καὶ θαυμάτων τὰ παράδοξα πιστῶς, ἐπιτελέσαντα Κύριον, ὡς κραταιὸν καὶ δυνατόν· καὶ ἐξ αὐτῶν ἀναδείξαντα, ῥάβδον δυνάμεως ἡμῖν, τὴν μόνην ἀπείρανδρον, καὶ θεόπαιδα Μαρίαν τὴν ἁγνήν, ἐξ ἧς τὸ ἄνθος προῆλθε Χριστός, βλαστήσας πᾶσι τὴν ζωήν, καὶ ἀδάπανον τρυφήν, καὶ σωτηρίαν τὴν αἰώνιον».

β. «Ὁ τοὺς Ἁγίους Παῖδας ἐκ πυρός, ῥυσάμενος Δέσποτα, καὶ ἐκ στόματος λεόντων Δανιήλ, ὁ εὐλογήσας Ἀβραάμ, Ἰσαάκ τε τὸν δοῦλόν σου, καὶ τὸν τούτου υἱὸν τὸν Ἰακώβ, ὁ εὐδοκήσας ἐκ σπέρματος, τούτων γενέσθαι καθ᾽ ἡμᾶς, ἵνα τοὺς πρὶν ὀλισθήσαντας, σώσῃς προπάτορας ἡμῶν, σταυροῦσαι καὶ θάπτεσαι, καὶ συντρίβεις τοῦ θανάτου τὰ δεσμά, συνεγείρεις τε πάντας, τοὺς ἀπ᾽ αἰῶνος ὄντας ἐν νεκροῖς, προσκυνοῦντάς σου Χριστέ, τὴν Βασιλείαν τὴν αἰώνιον».

γ. «Ὡς ἐν ψεκάδι μέσον τῆς φλογός, τῇ δρόσῳ τοῦ Πνεύματος, ἀγαλλόμενοι οἱ Παῖδες τοῦ Θεοῦ, περιεπάτουν μυστικῶς, ἐν αὐτῇ προτυπώσαντες, τὴν Τριάδα καὶ τὴν σάρκωσιν Χριστοῦ, καὶ ὡς σοφοὶ διὰ πίστεως, ἔσβεσαν δύναμιν πυρός, καὶ Δανιὴλ δὲ ὁ δίκαιος, λεόντων ὤφθη φιμωτής· ὧν ταῖς δεήσεσι, δυσωπούμενος φιλάνθρωπε Σωτήρ, καὶ ἡμᾶς τοῦ ἀσβέστου, καὶ αἰωνίου λύτρωσαι πυρός, καὶ ἀξίωσον τυχεῖν, τῆς οὐρανίου Βασιλείας σου».

δ. «Ὥσπερ ἐν δρόσῳ ὄντες οἱ πιστοί, καὶ Ἅγιοι Παῖδες σου, ἐν καμίνῳ τῆς φλογὸς τῆς τοῦ πυρός, προεζωγράφουν μυστικῶς, τὴν ἐκ Παρθένου σου ἔλευσιν, τὴν ἀφλέκτως ἀναλάμψασαν ἡμῖν, καὶ Δανιὴλ δὲ ὁ δίκαιος, καὶ ἐν Προφήταις θαυμαστός, τρανῶς τὴν θείαν δευτέραν σου, ἐπιδημίαν προδηλῶν. Ἑώρων ἐκραύγαζεν, ἕως οὗ θρόνοι ἐτέθησαν φησί, καὶ κριτὴς ἐκαθέσθη, καὶ τοῦ πυρὸς ἐπέστη ποταμός· οὗ ῥυσθείημεν Χριστέ, ταῖς ἱκεσίαις αὐτῶν Δέσποτα».

[3]. «Δεῖ δὲ εἰδέναι ὅτι τῇ κυριακῇ πρὸ τῶν ἁγίων πατέρων Ἀβραάμ, Ἰσαὰκ καὶ Ἰακὼβ ἀναγινώσκεται ὁ ἀπόστολος πρὸς Κολασσαεῖς· Ἀδελφοί, ὅταν ὁ Χριστὸς φανερωθῇ, ἡ ζωὴ ἡμῶν, τέλος· καὶ ἐν πᾶσι Χριστός».