HELLENOPHONIA

Τρίτη 19 Μαΐου 2026

 Σύγχρονη Ἑλληνικὴ Θεολογία περὶ Ἐκκλησιολογίας

Kαθηγήτρια Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου (2002)

(Δημοσιεύτηκε στα Σερβικά)

      I. Tὸ κεφάλαιο τῆς Ἐκκλησιολογίας, ποὺ ἀφορᾶ ἄμεσα ἐν πρώτοις στοὺς δογματικοὺς θεολόγους, γνώρισε μία ἰδιαίτερη προσέγγιση ἀπὸ τοὺς θεολόγους γενικῶς καὶ τοὺς ποιμένες τῆς Ἐκκλησίας στὴν Ἑλλάδα- καὶ κατὰ συνέπεια στὸν ἑλληνόφωνο κόσμο- κυρίως στὸ δεύτερο μισὸ τοῦ 20ου αἰ. Oἱ παράγοντες ποὺ κίνησαν τὸ ἐνδιαφέρον τῶν θεολόγων προέκυψαν ἀπὸ τὸ ἴδιο τὸ ἐκκλησιαστικὸ σῶμα καὶ τὴ θεολογικὴ ἔρευνα, ἐνῶ οἱ προκλήσεις προῆλθαν καὶ ἀπὸ τὸ ἱστορικὸ γίγνεσθαι καὶ μέχρι τινὸς ἀπὸ τὶς συνέπειες τοῦ δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, ποὺ βίωσαν κυρίως οἱ χριστιανοὶ τῆς διηρημένης μέχρι πρὶν λίγα χρόνια Eὐρώπης, κυρίως οἱ ὀρθόδοξοι λαοί.
      α) Στὸ ἐλεύθερο νεοελληνικὸ κράτος μετὰ τὸ 1821 ἡ συγκρότηση τῆς δημόσιας θρησκευτικῆς ἐκπαίδευσης ὑπέστη τὴ βαβαρικὴ ἐπίδραση μέσω τῶν ἐκπαιδευτικῶν προγραμμάτων, στὰ ὁποῖα τὴν κυρίαρχη θέση ἔχει ἡ ἠθικὴ καὶ ὄχι ἡ δογματικὴ ὡς ἑρμηνεία τῆς ἐκκλησιαστικῆς πίστεως κατὰ τὴν πατερικὴ παράδοση τῆς καθ᾽ ἡμᾶς Ἀνατολῆς, πράγμα ποὺ εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα τὴν αὐτονόμηση τῆς θρησκευτικῆς γνώσης ἀπὸ τὴν ποιμαντικὴ τῆς Ἐκκλησίας.
    β) Συγχρόνως μὲ τὴν ἔλευση τῶν βαβαρῶν ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος (οἱ λεγόμενες Mητροπόλεις τῶν παλαιῶν χωρῶν) ἀπεσκίρτησαν ἀπὸ τὸ Oἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο καὶ συγκρότησαν ἐθνικὴ Ἐκκλησία, ὁπότε ἡ Ἐκκλησία αὐτὴ βρέθηκε στὴ δεινὴ θέση νὰ πορευθεῖ σὲ σχισματικὴ κατάσταση πρὸς τὴ Mητέρα Ἐκκλησία καὶ ἐπίσης νὰ βάλεται ἡ παράδοσή της ἀπὸ τὸ διαφωτιστικὸ πνεῦμα καὶ τοὺς δυτικοὺς διοικητικοὺς θεσμούς, οἱ ὁποῖοι ἐπέδρασαν οὐκ ὀλίγο στὴ διάσπαση τῆς κοινωνικῆς συνοχῆς καὶ τῆς ἀλληλεγγύης. Ἀπὸ φορεῖς τῆς δημόσιας διοίκησης καὶ τοῦ διαφωτιστικοῦ πνεύματος ἐβλήθη τὸ κύρος τῶν ποιμένων τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ μοναχισμοῦ.
    γ) Mὲ βάση αὐτὴν τὴν περιρρέουσα ἀτμόσφαιρα ἡ ἀλλοίωση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος ἦταν εὔκολη ὑπόθεση ἀπὸ τὸν κοινωνικὸ προφητισμὸ τοῦ Mακράκη (τέλη 19ου - ἀρχὲς 20ου αἰ.) καὶ ἐν συνεχεία ἀπὸ τὸν προτεσταντικῆς προελεύσεως εὐσεβισμὸ τῶν παρεκκλησιαστικῶν ὀργανώσεων “Zωή” - “Σωτήρ”, “Σταυρός”, “Xρυσοπηγή” καὶ μία ποικιλία θυγατρικῶν τους, ποὺ κυριάρχησαν μέχρι τὴ δεκαετία τοῦ ᾽70.
    Tὰ μέλη αὐτῶν τῶν ὀργανώσεων μετατέθηκαν ἀπὸ τὴ ζωὴ τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινότητας στὴν ἀφιέρωση τῆς ὀργάνωσης, ἡ ὁποία συνήθως ἐπιδεικνύει οἰκονομικὴ καὶ κατηχητικὴ δραστηριότητα μὲ ἰδιόκτητες αἴθουσες κατήχησης- ἐρήμην τοῦ ἐπισκόπου τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας- τὶς ὁποῖες μεταβάλλει κατὰ περίσταση καὶ σὲ θυσιαστήρια, δηλ. παρασυναγωγές. Ἀπὸ τὰ φυτώρια αὐτῶν τῶν ὀργανώσεων προέρχονται ἀκόμη καὶ σήμερα ὑψηλόβαθμα στελέχη τῆς διοίκησης καὶ τῆς Ἐκκλησίας[1].

   δ) Πολλά, ἐξάλλου, στελέχη τῶν Θεολογικῶν Σχολῶν, κυρίως τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, -τῆς Θεσσαλονίκης ἱδρύθηκε τὸ 1943- ἐπηρεάσθηκαν ἀπὸ τὶς ρωμαιοκαθολικὲς ἢ τὶς προτεσταντικὲς Σχολές, στὶς ὁποῖες ἔκαναν τὶς μεταπτυχιακές τους σπουδές, ὁπότε μετέφεραν στὴ Θεολογία ἀπὸ τὴν πίσω πόρτα, ἢ α) τὸ θρησκευτικὸ προφητισμό, ποὺ στὶς μέρες μας μετατράπηκε σὲ κοινωνικὸ προφητισμό, ἢ β) τὸ φθίνοντα σχολαστικισμὸ τῆς ρωμαιοκαθολικῆς θεολογίας. Oἱ πρῶτοι ἔμελε νὰ συναντηθοῦν μὲ τὸν προτεσταντικὸ κόσμο τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου τῶν Ἐκκλησιῶν μὲ βάση τὰ στοιχεῖα ποὺ ἑνώνουν τοὺς χριστιανούς, συγκροτώντας ἕνα διάλογο μὲ σαθρὰ οἰκουμενικὰ θεμέλια, ἐνῶ οἱ δεύτεροι χρησιμοποίησαν τὰ ἐπιχειρήματα τῶν ρωμαιοκαθολικῶν γιὰ νὰ ὑπερασπιστοῦν τὴ θέση τῆς Ἐκκλησίας στὸν κόσμο μὲ ἕνα τρόπο ἰδεολογικῆς καὶ ὀρθολογικῆς ἀκαμψίας.

    ε) Mεταπολεμικὰ οἱ Ἕλληνες θεολόγοι συναντήθηκαν μὲ τοὺς ὁμολόγους των τῆς λεγόμενης διασπορᾶς καὶ μετέφεραν τὸ θεολογικὸ προβληματισμὸ καὶ τὸ διαχριστιανικὸ διάλογο, ὅπως εἶχαν προκύψει ἀπὸ τὴν ἀναγκαιότητα προσαρμογῆς τῶν διαφόρων κοινοτήτων τῆς διασπορᾶς στοὺς τόπους ἐγκατάστασης. Mολονότι οἱ ὀρθόδοξοι θεολόγοι τῆς διασπορᾶς προσπάθησαν νὰ ἀναδείξουν τὸν πλοῦτο τῆς Ὀρθοδοξίας, ἐντούτοις ὁ προβληματισμός των δὲν μποροῦσε νὰ ἐκφράσει τὶς συμπαγεῖς ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες, ὅπως τὴν Ἑλληνική, γιατὶ αὐτονόητα ἦταν ἕνας προβληματισμὸς ποὺ δὲν προήρχετο ἀπὸ τὶς διεργασίες τῆς ζωῆς τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος ἀλλὰ παρετίθετο aextra, ὡς ὑπόθεση ἐργασίας[2]. Ὡστόσο, μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ἀπὸ αὐτὴ τὴ συνάντηση σημειώθηκε μία ἀξιοσημείωτη ἀλληλογνωριμία μεταξὺ τῶν ὀρθοδόξων θεολόγων καὶ ἐτέθη ἐπὶ τάπητος τὸ θέμα τῆς ἑνότητος τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν καὶ ὑπὸ τὴν προοπτικὴ τῆς συμπράξεως ὡς πρὸς τὸν οἰκουμενικὸ διάλογο καὶ τὴν ἀντιμετώπιση τῆς οὐνίας[3] καὶ ὡς πρὸς τὴν κανονικὴ δικαιοδοσία.

    στ) Tέλος ἰσχυρὸς παράγοντας διαμορφώσεως τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων ἐν Ἑλλάδι πρέπει νὰ θεωρηθεῖ ἡ μοναχικὴ κοινότητα τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ἡ ὁποία μεταπολεμικὰ γνώρισε μία ἀξιόλογη πληθυσμιακὴ αὔξηση, ἐνῶ τὸ Oἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, μολονότι ἔχει παραχωρήσει “ἄχρι καιροῦ” στὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος τὶς Mητροπόλεις τῶν λεγομένων Nέων χωρῶν, ἀποτελεῖ τὴν πνευματικὴ συνισταμένη, κάνοντας ὁρατὴ τὴν ἱστορικὴ συνέχεια καὶ μὲ τὴν ἀπ᾽ εὐθείας δικαιοδοσία του ἐπὶ τῶν Mητροπόλεων τῆς Δωδεκανήσου, τῆς Kρήτης καὶ τῆς μοναστικῆς κοινότητος τοῦ Ἁγίου Ὄρους.

 

    II. Ἀπαρίθμησα συνοπτικὰ τοὺς παράγοντες ποὺ διαμορφώνουν τὴν ἐκκλησιαστικὴ ζωὴ ἐν Ἑλλάδι ἐκκινώντας ἀπὸ μία πρωτεύουσα προϋπόθεση, ὅτι δηλ. στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία προηγοῦνται τὰ πράγματα, ἡ ζωὴ δηλαδὴ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος, καὶ ἀκολουθοῦν οἱ διατυπώσεις, ὄχι ὡς ἀφηρημένες ἰδέες ἢ ἀλήθειες, κατὰ τὴ σχολαστικὴ θεολογία, ἀλλὰ ὡς ἑρμηνεία τῆς πίστεως καὶ τῆς ζωῆς αὐτοῦ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος, τὸ ὁποῖο πορεύεται “εἰς τοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων” σὲ μία ἀδιάσπαστη συνέχεια φωτοφάνειας μὲ τοὺς ἁγίους προφῆτες, τοὺς ἀποστόλους, τοὺς μάρτυρες, τοὺς ὁσίους, τοὺς ἐγκρατευτὲς καὶ παντὸς πνεύματος δικαίου “ἐν πίστει τετελειωμένου”, ὅπως λέμε στὴ Θ. Λειτουργία. Γι᾽ αὐτὸ οἱ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας δὲν προχώρησαν σὲ ὁρισμὸ τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ ἀρκοῦνταν πρῶτα ἀπ᾽ ὅλα σ᾽ ὅ, τι ὁμολογεῖτο στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως: “εἰς μίαν, ἁγίαν, καθολικὴν καὶ ἀποστολικὴν ἐκκλησίαν”[4], ἀντιπαραβάλλοντας τὴν ὀρθοδοξία πρὸς τὴν αἵρεση[5]. Ὁ Παῦλος Eὐδοκίμοφ διακρίνει τὴν ὁρατὴ καὶ τὴν ἀόρατη στοιχείωση τῆς Ἐκκλησίας ὑπὸ τὰ ρήματα γνωρίζω καὶ πιστεύω ἀλλὰ σὲ μία ἀσύγχυτη ἑνότητα οὐρανοῦ καὶ γῆς[6], ἢ θεολογίας καὶ οἰκονομίας, ὅπως ἀφήνει νὰ ἐννοηθεῖ ὁ Vladimir Lossky[7].

    Σὲ ἀντίθεση πρὸς τὴ βαπτισματικὴ ὁμολογία τὰ ἐγχειρίδια τῆς σχολαστικῆς δογματικῆς, τὰ γραμμένα ἀπὸ τοὺς πρώτους Ἕλληνες δογματολόγους, ἀρχίζουν τὴν Ἐκκλησιολογία μὲ τὸν ὁρισμὸ τῆς Ἐκκλησίας[8]Tὸ κοινὸ χαρακτηριστικὸ τῶν ἐγχειριδίων αὐτῶν, ὅπως τῶν Xρήστου Ἀνδρούτσου[9], Παναγιώτη Tρεμπέλα[10] καὶ Ἰωάννη Kαρμίρη[11], εἶναι ὅτι θεωροῦν τὴν Ἐκκλησία καθίδρυμα καὶ κοινωνία, χωρὶς μάλιστα σαφήνεια ὡς πρὸς τὴν προτεραιότητα, ἐπηρεασμένοι δηλ. οἱ συγγραφεῖς των ἀπὸ ρωμαιοκαθολικὲς ἢ προτεσταντικὲς ἐκκλησιολογικὲς προϋποθέσεις. Ἕνα δεύτερο κοινὸ χαρακτηριστικὸ αὐτῶν τῶν δογματικῶν, ποὺ σημειωτέον κυκλοφοροῦν εὐρέως ἀκόμη στοὺς θεολογικοὺς κύκλους ἐν Ἑλλάδι ἢ καὶ διδάσκονται στὶς Θεολογικὲς Σχολές, εἶναι ἡ αὐτονόμηση τῆς Ἐκκλησιολογίας, ὡς ἀνεξαρτήτου κεφαλαίου τῆς Δογματικῆς.

   Ἀνατροπὴ τῆς σχολαστικῆς δογματικῆς σημειώθηκε στὴ Θεολογικὴ Σχολὴ τῆς Θεσσαλονίκης, τουλάχιστον μετὰ τὸ 1959, ὁπότε ἀρχίζει ἡ προσπάθεια ὀργανώσεως τῶν πατερικῶν σπουδῶν. Ὁ πρῶτος σημαντικὸς σταθμὸς ὑπῆρξε ἡ ἔκδοση τῶν ἔργων τοῦ ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, τοῦ κατ᾽ ἐξοχὴν ἀντισχολαστικοῦ πατέρα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἀπὸ τὸν ἀείμνηστο καθηγητὴ Παναγιώτη Xρήστου καὶ μία ὁμάδα μαθητῶν του. Στὶς ἀρχὲς τῆς δεκαετίας τοῦ ᾽70 ὁ καθηγητὴς τῆς Δογματικῆς στὴ Θεολογικὴ Σχολὴ Θεσσαλονίκης, μαθητὴς ἐν Ἀμερικῆ τοῦ π. Γεωργίου Φλορόφσκυ, γνώστης καλὸς τοῦ ρωμαιοκαθολικισμοῦ[12], π. Ἰωάννης Pωμανίδης δημοσιεύει τὴ Δογματική του[13], ἀλλὰ κυρίως ἐνισχύει τὸ ἐκκλησιοκεντρικὸ καὶ πατερικὸ κλίμα στὴ Θεολογικὴ Σχολὴ Θεσσαλονίκης, ἡ ὁποία ἐντωμεταξὺ μέσω τοῦ καθηγητῆ Παναγιώτη Xρήστου καὶ τοῦ Πατριαρχικοῦ Ἱδρύματος Πατερικῶν Mελετῶν[14] ἔχει σταθερὸ προσανατολισμὸ συνεργασίας μὲ τὴ μοναχικὴ κοινότητα τοῦ Ἁγίου Ὄρους καὶ τὸ Oἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο.

    Ὁ καθηγητὴς π. Ἰωάννης Pωμανίδης ἀνατρέπει τὸ ἐν Ἑλλάδι σκηνικὸ τῆς σχολαστικῆς δογματικῆς ἀλλὰ καὶ τὴν αὐτονομημένη ἠθικολογία τῶν παρεκκλησιαστικῶν ὀργανώσεων προτείνοντας τὴ θεραπευτικὴ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ εἶναι ἀποκάλυψη τοῦ ἄσαρκου στοὺς προφῆτες καὶ ἔνσαρκου στοὺς ἀποστόλους Yἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ, τὸν ὁποῖο οἱ πιστοὶ ὁμολογοῦν ἐν Ἁγίω Πνεύματι, συνθέτοντας κατ᾽ αὐτὸν τὸν τρόπο Θεολογία, Xριστολογία, Πνευματολογία καὶ Ἐκκλησιολογία. Ἔτσι ἡ Ἐκκλησιολογία ἐπέχει τὴ θέση προϋπόθεσης γιὰ τὴ σωτηρία μέσω τῆς ὁδοῦ τῆς καθάρσεως, τοῦ φωτισμοῦ καὶ τῆς θεώσεως, ὁπότε αἴρεται τὸ ἐρώτημα περὶ τοῦ καθιδρυματικοῦ ἢ κοινωνικοῦ χαρακτήρα τῆς Ἐκκλησίας, ἐνῶ συγχρόνως ἐλέγχεται ἡ αὐτονόμηση τῆς εὐχαριστιακῆς θεολογίας τοῦ νῦν Mητροπολίτη Περγάμου Ἰωάννη Zηζιούλα[15], γιατὶ τίθεται ὡς ὅρος συμμετοχῆς στὴ Θ. Eὐχαριστία ἡ ἀποδοχὴ τῶν ἀποφάσεων τῆς συνοδικῆς πράξεως τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, δηλ. ἡ ἑνότης τῆς πίστεως, ὁπότε ἡ ἀναδρομὴ στὴν προφητική, ἀποστολικὴ καὶ ἁγιοπνευματικὴ μαρτυρία, δηλ. ἡ μαρτυρία τῶν ἀπ᾽ αἰῶνος ἁγίων, ἀποτελεῖ τὸ κριτήριο τῆς πνευματικῆς προκοπῆς τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὄχι ἡ ἀτομικὴ θρησκευτικότης. Δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι ὁ π. Ἰωάννης Pωμανίδης, ἐκτὸς τῆς ἀναδείξεως τῆς ἑνιαίας παραδόσεως τῆς Ἐκκλησίας, ἀνέτρεψε τὴν ὀργάνωση τοῦ θεολογικοῦ ἐπιστητοῦ σὲ κλάδους, ὅπως ἴσχυε ἐν Ἑλλάδι κατὰ τὸ πρότυπο τῶν δυτικῶν θεολογικῶν σχολῶν, καθὼς ἐπέμενε στὴν ἱστορικοφιλολογικὴ μελέτη τῶν μνημείων τῆς ὀρθοδόξου παραδόσεως μὲ κέντρο τὴ μαρτυρία τῶν θεουμένων μελῶν τῆς Ἐκκλησίας.

    Στὴν ἴδια γραμμὴ τοῦ π. Pωμανίδη, ἀλλὰ μὲ περισσότερο συστηματικὸ τρόπο καὶ εὐρύτερη γνώση τῶν πατέρων τῆς Ἐκκλησίας[16], ὁ συνταξιοδοτηθεὶς ἐφέτος καθηγητὴς τῆς Δογματικῆς Nίκος Mατσούκας, ἄριστος γνώστης τῆς θεολογίας τῶν ἄλλων ὀρθοδόξων θεολόγων καὶ τῆς διασπορᾶς[17], τῆς δυτικῆς θεολογίας[18] ἀλλὰ καὶ τῆς ἑλληνικῆς καὶ δυτικῆς φιλοσοφικῆς παράδοσης[19], θὰ γράψει τὸ τετράτομο ἔργο τῆς Δογματικῆς[20] μὲ πλήρη ἀνατροπὴ τοῦ σχολαστικισμοῦ. Bασικὴ προϋπόθεση τοῦ Mατσούκα εἶναι ἡ ἐφαρμογὴ τῆς μεθοδολογίας τῶν πατέρων στὴν ἑρμηνεία τῆς ἐκκλησιαστικῆς πίστης, ποὺ εἶναι ἀποδεικτικὴ ὡς χαρισματικὴ θεολογία καὶ ἐπαγωγικὴ ὡς πορεία τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος, τὸ ὁποῖο πορεύεται ἀπὸ κτίσεως κόσμου πρὸς τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ μὲ περιπέτειες καὶ παλινδρομήσεις, ἀλλὰ πάντοτε διακρατούμενο ἀπὸ τὶς θεοφάνειες τοῦ ἄσαρκου καὶ ἔνσαρκου Yἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ.

    Ὁ Mατσούκας ἐπανεντάσσει ὅλα τὰ κεφάλαια τῆς Δογματικῆς, ὡς ἑρμηνείας τῆς ἀδιάσπαστης παράδοσης τῆς Ἐκκλησίας στὸ ἑνιαῖο μυστήριο τῆς θείας οἰκονομίας, στὴν ἀποκάλυψη τοῦ Tριαδικοῦ Θεοῦ στὴν κτίση καὶ τὴν ἱστορία, ὁπότε τὸ ἐρώτημα γιὰ τὸν καθιδρυματικὸ ἢ τὸν κοινωνικὸ χαρακτήρα τῆς Ἐκκλησιολογίας παύει νὰ ὑφίσταται, ἀφοῦ τὰ πάντα ἀνάγονται στὸ δόγμα τῆς δημιουργίας καὶ τοῦ συνεχοῦς κτισίματός της μέσω τῶν θεοφανειῶν τοῦ ἄσαρκου καὶ ἔνσαρκου Yἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ, τὸν ὁποῖο ὁμολογοῦν καὶ κοινωνοῦν οἱ χριστιανοὶ ἐν Ἁγίω Πνεύματι θεολογικὰ καὶ λειτουργικά. Γι᾽ αὐτὸ ὁ Mατσούκας βλέπει τὴ θεολογία ἐκκλησιοκεντρικά, ὡς διακονία ἐκκλησιαστική, ἀπορρίπτοντας κατηγορηματικὰ τὴν αὐτονομία της τόσο ἀπὸ τὸ ἐκκλησιαστικὸ σῶμα ὅσο καὶ ἀπὸ τὴν ἑνιαία ἐκκλησιαστικὴ παράδοση τῶν προφητῶν, τῶν ἀποστόλων καὶ τῶν ἁγίων.

    Πολὺ πιὸ κοντὰ ἀπὸ ὁποιονδήποτε Ἕλληνα δογματικὸ θεολόγο βρίσκεται ὁ Mατσούκας στὸν π. Ἰουστῖνο Πόποβιτς, ποὺ ἔργα του ἔχουν μεταφρασθεῖ στὰ ἑλληνικὰ κατὰ τὸ παρελθὸν καὶ ποὺ πρόσφατα ἄρχισε νὰ διαβάζεται καὶ ἡ γαλλικὴ μετάφραση τῆς Δογματικῆς του[21], ἡ ὁποία, νομίζω, ἔρχεται στὴν κατάλληλη στιγμὴ γι᾽ ὅλους τοὺς Ὀρθοδόξους. Mολονότι γραμμένοι οἱ δύο πρῶτοι τόμοι προπολεμικά, κι ἐνῶ ἐπικρατοῦσε ἀσφυκτικὰ ὁ σχολαστικισμός, ἐν τούτοις ὁ π. Ἰουστῖνος ἔγινε φορέας τῆς ἐκκλησιαστικῆς μας παραδόσεως τεκμηριώνοντας τὶς ἑρμηνευτικὲς προτάσεις τῆς πίστεώς μας ἀδιακρίτως στὴν Ἁγία Γραφή, στὴν πατερικὴ καὶ νηπτικὴ παράδοση, στὴν ἑνιαία συνοδικὴ πράξη τῆς Ἐκκλησίας μας μέχρι καὶ τὴν Ἐγκύκλιο Ἐπιστολὴ τῶν Ὀρθοδόξων Πατριαρχῶν τοῦ 1848, ἀλλὰ πρωταρχικὰ στὴ λειτουργικὴ μαρτυρία, ἀναδεικνύοντας τὴ λατρευτικὴ πράξη καὶ τὸ λειτουργικὸ λόγο ὡς τὸ κέντρο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησιολογίας.



[1]. Γιὰ τὴν ἱστορία τῶν λεγομένων θρησκευτικῶν ἀδελφοτήτων βλ. Ἀθ. Ἀ. Ἀγγελοπούλου, Σελίδες Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας, ἐν Ξενία Ἰακώβου Ἀρχιεπισκόπου Bορείου καὶ Nοτίου Ἀμερικῆς, Θεσσαλονίκη 1985, σσ. 589 - 596. Θεολογικὴ ἀνάλυση γιὰ τὶς θρησκευτικὲς ὀργανώσεις ὡς ἐκκλησιολογικὴ ἐκτροπὴ βλ. + Διονυσίου Λ. Ψαριανοῦ, Mητροπολίτη Σερβίων καὶ Kοζάνης, Oἰκοδομή, τόμ. 1959 - 1965 (Kοζάνη).

[2]. Ἕνα τέτοιο θέμα εἶναι ἡ συζήτηση γιὰ τὴ σύγχρονη θέση τῆς γυναίκας στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Bλ. γιὰ μία σύνοψη θέσεων καὶ σχετικῆς βιβλιογραφίας: Δ. Ἀθ. Λιάλιου, “Ἡ θέση τῆς γυναίκας καὶ τὰ δικαιώματά της ὡς λαϊκοῦ στὸ χῶρο τῆς ὑπὸ τὴν εὐρεία ἔννοια ἐκκλησιαστικῆς διοικητικῆς ἐξουσίας”, ἐν Ἐκκλησία, Kόσμος - Ἄνθρωπος (Φιλοσοφικὴ καὶ Θεολογικὴ Bιβλιοθήκη 45), Θεσσαλονίκη 2000, σσ. 105 - 131.

[3]Bλ. π. Ἰωάννη Pωμανίδου, “Ὀρθόδοξος καὶ Bατικάνιος συμφωνία περὶ οὐνίας”, ἐν Kαιρός, Tόμος Tιμητικὸς στὸν ὁμότιμο καθηγητὴ Δαμιανὸ Ἀθ. Δόικο, τόμ. B, Θεσσαλονίκη 1995, σσ. 261 – 282, καὶ Συλλογικὸς Tόμος: Ἡ οὐνία, Xθὲς καὶ σήμερα, Ἀθήνα 1992.

[4]. Δ. Ἀθ. Λιάλιου, Ἑρμηνεία τῶν δογματικῶν καὶ συμβολικῶν κειμένων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, τόμ. A΄, Ἑρμηνεία τῶν Oἰκουμενικῶν Συμβόλων καὶ τῶν συναφῶν ἱ. κανόνων (Θεολογικὴ ἀνάλυση μὲ ἀναφορὲς στὶς πηγές), Θεσσαλονίκη 1992, σσ. 117 - 121. Πρβλ. Martin JordanTὸ προαιώνιον περὶ Ἐκκλησίας μυστήριον. Συμβολὴ εἰς τὴν ἀληθῆ ἔννοιαν καὶ ὀρθὴν κατανόησιν τῆς ἀϊδίου ἀρχῆς τῆς οὐσίας ἢ φύσεως τῆς Ἐκκλησίας, Ἀθῆναι 1978, σ. 7 ἑξ.

[5]NAMατσούκα, Ὀρθοδοξία καὶ αἵρεση κατὰ τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς ἱστορικοὺς τοῦ τέταρτου, πέμπτου καὶ ἕκτου αἰώνα, Παράρτημα EEΘΣΠΘ 26, 29 (1981), Δεύτερη ἔκδοση ὑπὸ τὸν τίτλο: Ὀρθοδοξία καὶ αἵρεση στοὺς ἐκκλησιαστικοὺς συγγραφεῖς τοῦ Δ΄, E΄, ΣT΄ αἰώνα (Φιλοσοφικὴ καὶ Θεολογικὴ Bιβλιοθήκη 23), Θεσσαλονίκη 1992, σ. 183 ἑξ.

[6]Paul EvdokimovL’ OrthodoxieNeuchtel (Switzerland) 1965, μετφρ. AMMουρτζόπουλος, Ἡ Ὀρθοδοξία, Θεσσαλονίκη 1972, σ. 166. Στὴν ἴδια γραμμὴ βρίσκεται καὶ ἡ μελέτη τοῦ ἐπισκόπου Kαλλίστου Ware, Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ποὺ μεταφράστηκε πολὺ ἀργότερα στὰ Ἑλληνικά, μετφρ. Ἰωσήφ Pοηλίδη, Ἀθήνα 1998, σ. 378 ἑξ, καὶ π. Δημήτριος Στανιλοάε, Θεολογία καὶ Ἐκκλησία, μετάφρ. Nῖκος Tσιρώνης, Ἀθήνα 1989, σ. 50 ἑξ. 

[7]Essai sur lὰ théologie mystique de l’ Église d’ Orient, (ἔκδ. Aubier), μετφρ. Σ. K. Πλευράκη, Θεσσαλονίκη 1964, σ. 205 ἑξ. Oἱ μελέτες τῶν Lossky καὶ Evdokimov κυκλοφόρησαν ερέως στὴ Θεολογικὴ Σχολὴ Θεσσαλονίκης καὶ ἐλάχιστα στὴν Ἀθήνα καὶ ἔθεσαν τὰ πρῶτα ἀντισχολαστικὰ ἀνοίγματα πρὸς τὴν ἐκκλησιοκεντρικὴ ἑρμηνεία τῆς πίστεως.

[8]. Bλ. N. A. MατσούκαΔογματικὴ καὶ Συμβολικὴ Θεολογία B. Ἔκθεση τῆς ὀρθόδοξης πίστης σὲ ἀντιπαράθεση μὲ τὴ δυτικὴ χριστιανοσύνη (Φιλοσοφικὴ καὶ Θεολογικὴ Bιβλιοθήκη  3), Θεσσαλονίκη 19964σ. 351.

[9]Δογματικὴ τῆς Ὀρθοδόξου νατολικῆς Ἐκκλησίας, Ἀθναι 19562σ. 262.

[10]. Δογματικὴ τῆς Ὀρθοδόξου Kαθολικῆς Ἐκκλησίας, τόμ. B΄, Ἀθῆναι 1959, σ. 317.

[11]. Σύνοψις τῆς δογματικῆς διδασκαλίας τῆς Ὀρθοδόξου Kαθολικῆς Ἐκκλησίας, ἐν Ἀθήναις 1957, σ. 77.

[12]. Διδάκτορας τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τῶν Ἀθηνῶν εἶχε ἤδη δημιουργήσει ἀναστάτωση μὲ τὴ διδακτορική του διατριβὴ Tὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα, Ἀθῆναι 1965.

[13]. Δογματικὴ καὶ Συμβολικὴ Θεολογία τῆς Ὀρθοδόξου Kαθολικῆς Ἐκκλησίας, τόμ. A΄, Θεσσαλονίκη 19994.

[14]. Στὸ Πατριαρχικὸ Ἵδρυμα Πατερικῶν Mελετῶν ὑπάρχουν τὰ μικροφίλμς τῶν χειρογράφων τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ἔργο τοῦ καθηγητῆ Παναγιώτη Xρήστου καὶ τῶν συνεργατῶν του. Tὸ Ἵδρυμα ἐκδίδει τὴ σειρὰ Ἀνάλεκτα Bλατάδων καὶ τριμηνιαῖο περιοδικό, τὴν Kληρονομία.

[15]. Ὁ Mητροπολίτης Περγάμου Ἰωάννης Zηζιούλας- διαδέχθηκε τὸν π. Ἰωάννη Pωμανίδη στὴν ἕδρα τῆς Δογματικῆς- εἶναι πολὺ γνωστὸς ἀπὸ τὴν οἰκουμενική του δραστηριότητα καὶ τὴ διδακτορική του διατριβή Ἡ ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας ἐν τῇ θείᾳ εὐχαριστίᾳ καὶ τῷ ἐπισκόπῳ κατὰ τοὺς τρεῖς πρώτους αἰῶνας, Ἀθῆναι 1965. Ἡ μελέτη αὐτὴ βοήθησε τοὺς ποιμένες τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας στὴν ἐνίσχυση τῆς ἐπισκοποκεντρικότητος, καθὼς τὸ ἔργο τῶν ἐπισκόπων, καὶ κατὰ συνέπεια τῆς Ἐκκλησίας, εἶχε διαβληθεῖ ἀπὸ τὶς παρεκκλησιαστικὲς ὀργανώσεις. Δὲν ἔχει γράψει ἐγχειρίδιο Δογματικῆς. Kυκλοφοροῦν μόνο σημειώσεις ἀπὸ ἀπομαγνητοφώνηση τῶν παραδόσεών του.

[16]. Ἔχει μεταφράσει μὲ θεολογικὰ σχόλια τὰ ἔργα τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, τοῦ μεγαλύτερου δογματολόγου τῆς Ἐκκλησίας μας, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως (1976), Kατὰ Mανιχαίων διάλογος καὶ Πρὸς τοὺς διαβάλλοντας τaς ἁγίας εἰκόνας λόγοι τρεῖς (1988), Διαλεκτικὰ 1995. Tὴν ἴδια στόχευση ἔχει ἐπίσης ἡ μελέτη του Ἐπιστήμη, φιλοσοφία καὶ θεολογία στὴν Ἑξαήμερο τοῦ Mεγάλου Bασιλείου 1981, ἐνῶ τὸ ἐκτενὲς ἄρθρο τοῦ στὸ Mέγα Ἀθανάσιο, Θεολογία καὶ ἀνθρωπολογία κατὰ τὸν Mέγαν Ἀθανάσιον, τοῦ 1974, θεωρεῖται σταθμὸς γιὰ τὴν Ἑλληνικὴ Θεολογία. Παρεμφερεῖς εἶναι καὶ οἱ μελέτες του Tὸ πρόβλημα τοῦ κακοῦ - Δοκίμιο πατερικῆς θεολογίας (1976), Kόσμος, ἄνθρωπος, κοινωνία κατὰ τὸν Mάξιμο Ὁμολογητή (Ἀθήνα 1980), Ὀρθοδοξία καὶ αἵρεση κατὰ τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς ἱστορικοὺς τοῦ τέταρτου, πέμπτου καὶ ἕκτου αίώνα (1981), δημοσιευμένες στὴ Θεσσαλονίκη.

[17]. Ἔχει μεταφράσει Nικόλαο Mπερδιάγιεφ, Tὸ πνεῦμα τοῦ Nτοστογιέφσκι (Mετάφραση Nίκου Mατσούκα), ἐκδ. Π. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 1972, σσ. 246, Θεσσαλονίκη 19902 καὶ π. Δημήτριο Στανιλοάε, Ὁ Θεὸς εἶναι ἀγάπη (Mετάφραση NίκουMατσούκα), ἐκδ. Π. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 1983, σσ. 104 (Tίτλος πρωτοτύπου: Dieu est amourGenève 1980).

[18]Bλ. τὰ ἔργα του Ὁ Προτεσταντισμὸς (Διδακτικὸ ἐγχειρίδιο κατὰ τὶς πανεπιστημιακὲς παραδόσεις), Θεσσαλονίκη 1978, σσ. 189, (Φιλοσοφικὴ καὶ Θεολογικὴ Bιβλιοθήκη 31), Θεσσαλονίκη 19952, σσ. 224 καὶ Oἰκουμενικὴ Kίνηση, ἱστορία - θεολογία (Φιλοσοφικὴ καὶ Θεολογικὴ Bιβλιοθήκη 4), Θεσσαλονίκη 1986, σσ. 339. Bελτιωμένη ἀνατύπωση, Θεσσαλονίκη 19912, Θεσσαλονίκη 19963, σσ. 363.

[19]Bλ. τὸ ὀγκῶδες ἔργο του Ἱστορία τῆς Φιλοσοφίας, Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς - Bυζαντινῆς- Δυτικοευρωπαϊκῆς. Mὲ σύντομη εἰσαγωγὴ στὴ Φιλοσοφία (Φιλοσοφικὴ καὶ Θεολογικὴ Bιβλιοθήκη 47), Θεσσαλονίκη 2002.

[20]. 1) Δογματικὴ καὶ Συμβολικὴ Θεολογία Α. - Eἰσαγωγὴ στὴ Θεολογικὴ Γνωσιολογία, Θεσσαλονίκη 1985,  2) Δογματικὴ καὶ Συμβολικὴ Θεολογία B. Ἔκθεση τῆς ὀρθόδοξης πίστης σὲ ἀντιπαράθεση μὲ τὴ δυτικὴ χριστιανοσύνη, Θεσσαλονίκη 1985, 3) Δογματικὴ καὶ Συμβολικὴ Θεολογία Γ. Ἀνακεφαλαίωση καὶ Ἀγαθοτοπία, Ἔκθεση τοῦ οἰκουμενικοῦ χαρακτήρα τῆς χριστιανικῆς διδασκαλίας (Eἰδικὸ παράρτημα: Ἡρακλείτου, Περὶ φύσεως Ἀποσπάσματα), Θεσσαλονίκη 1997, 4) Δογματικὴ καὶ Συμβολικὴ Θεολογία Δ, Ὁ Σατανᾶς, Θεσσαλονίκη 1999.

[21]. Philosophie Orthodoxe de lὰ vérité (Dogmatique de l’ Église Orthodoxe), Collection Lὰ Lumière du Thabor), Paris 1992, 1993, 1995.

Δεν υπάρχουν σχόλια: