HELLENOPHONIA

Δευτέρα 22 Σεπτεμβρίου 2025

 

Ἡ Σύλληψις τοῦ Προδρόμου καὶ Βαπτιστοῦ Ἰωάννου, 23 Σεπτεμβρίου 2025 (23-9-2018), (Αριθμ. 43, 1)

 

Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ.

 

Α. Κατά το Τυπικὸ τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας, (με τη μορφή που διασώθηκε του 10ου-11ου αι.) η εορτή φέρει τον τίτλο: «τὸ νέον ἔτος καὶ ἡ σύλληψις τῆς ἁγίας Ἐλισάβετ, ὅτε συνέλαβεν τὸν προφήτην, πρόδρομον καὶ βαπτιστὴν Ἰωάννην», και η σύναξη γινόταν στο Προφητείο του «ἐν τοῖς Σπαρακίου», ή Σφαρακίου, (πλησίον, δηλαδή, της Παναγίας των Χαλκοπρατείων), και ότι η ακολουθία «τῆς λειτουργίας, καθάπερ εἰς τὸ γενέσιον αὐτοῦ». Πρέπει να σημειωθεί ότι το αναφερόμενο νέο έτος αφορούσε στη γέννηση του Οκταβιανού Αυγούστου, του «μοναρχήσαντος ἐπὶ τῆς γῆς» και εφαρμόσθηκε στην Ανατολή από το Μεγάλο Κωνσταντίνο, δημοσίως ως αρχή της ινδίκτου. Αργότερα, περί το 462 καθιερώθηκε η 1η Σεπτεμβρίου ως αρχή της ινδίκτου, καθώς ήδη από το 457 τη στέψη του αυτοκράτορα την έκανε ο Πατριάρχης, πράγμα που σήμανε την ακύρωση όποιας νοηματοδότησης μιας αυτοκρατορικής ρωμαϊκής λατρείας, ή δημόσιας εορτής. Εκκλησιαστικά η 23η Σεπτεμβρίου ήταν μία ημερομηνία με διττή σημασία με δεδομένο ότι στο Α´ κεφάλαιο του Ευαγγελίου του Λουκά ιστορείται η σύλληψη του Ιωάννη αλλά συγχρόνως αμέσως μετά και μέχρι τα Χριστούγεννα τα Ευαγγελικά Αναγνώσματα είναι από το Ευαγγέλιο του Λουκά. Πάντως, η μεταφορά της ινδίκτου την 1η Σεπτεμβρίου μπορεί να μην είναι άσχετη και με την εορτή του Γενεθλίου της Θεοτόκου την 8η Σεπτεμβρίου, ενώ οι επτά προηγούμενες ημέρες να αποτελούν και την προεόρτια περίοδο, πράγμα σύνηθες στο εορτολόγιο της Εκκλησίας.

 

Β. Είχαμε ήδη επισημάνει κατά την Δ´ Κυριακή του Ματθαίου, που συνέπεσε εφέτος με το Γενέθλιο του Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου (24 Ιουνίου) ότι το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα προήρχετο κατά παρέκκλιση από το α´ κεφάλαιο του Κατά Λουκάν Ευαγγελίου, στο οποίο καταγράφεται η θαυμαστή σύλληψη, γέννηση, ονοματοδοσία του Ιωάννη και η προφητεία του πατρός του, ιερέως Ζαχαρία, περί του προδρομικού έργου του Ιωάννη («Καὶ σύ, παιδίον, προφήτης ὑψίστου κληθήσῃ· προπορεύσῃ γὰρ πρὸ προσώπου Κυρίου ἑτοιμάσαι ὁδοὺς αὐτοῦ», Λουκ. α´, 76).

 

Γ. Η εορτή του Γενεθλίου του Ιωάννη τοποθετείται κατά τη μαρτυρία του Ευαγγελιστή Λουκά (Λουκ. α´, 26: «Ἐν δὲ τῷ μηνὶ τῷ ἕκτῳ ἀπεστάλη ὁ ἄγγελος Γαβριὴλ ἀπὸ τοῦ Θεοῦ εἰς πόλιν τῆς Γαλιλαίας, ᾗ ὄνομα Ναζαρέτ, 27 πρὸς παρθένον μεμνηστευμένην ἀνδρί, ᾧ ὄνομα Ἰωσήφ, ἐξ οἴκου Δαυῒδ, καὶ τὸ ὄνομα τῆς παρθένου Μαριάμ») έξι μήνες προ της Γεννήσεως του Χριστού, αποτελώντας αυτό το χρονικό διάστημα προχειρισμό. Με τη σημερινή εορτή η Εκκλησία, σχεδόν τρεις μήνες προ της Γεννήσεως του Χριστού, σε περίοδο θεοφανικών γεγονότων των Προπατόρων, εορτάζει τη σύλληψη του Αγίου Προδρόμου και Βαπτιστή Ιωάννη σε προχειρισμό και προς την εορτή των Εισοδίων. Έτσι, μέχρι τις 19 Νοεμβρίου επανέρχεται στις καθημερινές η χρήση της Παρακλητικής, με τις Καταβασίες στον Όρθρο μέχρι 7 Νοεμβρίου «Ἀνοίξω τὸ στόμα μου», Κοντάκιο Θεομητορικό «Προστασία τῶν Χριστιανῶν ἀκαταίσχυντε, μεσιτεία πρὸς τὸν Ποιητὴν ἀμετάθετε. Μὴ παρίδῃς ἁμαρτωλῶν δεήσεων φωνάς, ἀλλὰ πρόφθασον, ὡς ἀγαθή, εἰς τὴν βοήθειαν ἡμῶν, τῶν πιστῶς κραυγαζόντων σοι· Τάχυνον εἰς πρεσβείαν, καὶ σπεῦσον εἰς ἱκεσίαν, ἡ προστατεύουσα ἀεί, Θεοτόκε, τῶν τιμώντων σε», επίσης από τις 8 Νοεμβρίου μέχρι την εορτή της Αποδόσεως των Εισοδίων, 25 Νοεμβρίου, πάλι Κοντάκιο Θεομητορικό «Ὁ καθαρώτατος ναὸς τοῦ Σωτῆρος, ἡ πολυτίμητος παστὰς καὶ Παρθένος, τὸ ἱερὸν θησαύρισμα τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ, σήμερον εἰσάγεται, ἐν τῷ οἴκῳ Κυρίου, τὴν χάριν συνεισάγουσα, τὴν ἐν Πνευματι Θείῳ· ἣν ἀνυμνοῦσιν Ἄγγελοι Θεοῦ· Αὕτη ὑπάρχει σκηνὴ ἐπουράνιος», και στην τελική ευθεία για τη Γέννηση του Χριστού από 26 Νοεμβρίου μέχρι τις 24 Δεκεμβρίου το Κοντάκιο «Ἡ Παρθένος σήμερον, τὸν προαιώνιον Λόγον, ἐν Σπηλαίῳ ἔρχεται, ἀποτεκεῖν ἀπορρήτως. Χόρευε ἡ οἰκουμένη ἀκουτισθεῖσα· δόξασον μετὰ Ἀγγέλων καὶ τῶν Ποιμένων, βουληθέντα ἐποφθῆναι, παιδίον νέον, τὸν πρὸ αἰώνων Θεόν».

 

Δ. Εν σχέσει με την εορτή του Γενεθλίου η σημερινή εορτή δεν έχει Προφητικά Αναγνώσματα, και τη συνεπαγόμενη πληθώρα των προφητικών προρρήσεων, όπως επίσης το σημερινό Αποστολικό και Ευαγγελικό Ανάγνωσμα έχουν κέντρο τους την πίστη στον αναμενόμενο ένσαρκο Λόγο, τον Ιησού Χριστό. Ωστόσο στην υμνολογία της εορτής αναπαράγονται τα Αναγνώσματα του Γενεθλίου με πιο χαρακτηριστικό τον Οἶκο: «Τὸ ἱερὸν Εὐαγγέλιον ἀναπτύξωμεν, ὁ Λουκᾶς ἡμῖν ἔγραψεν ὁ Ἱερὸς καὶ θαυμάσιος, καὶ τὴν τοῦ Προδρόμου θεασώμεθα σύλληψιν, τὴν φαιδρὰν καὶ ἐπίσημον· φησὶ γάρ, ὡς εἰσῆλθεν ὁ πρεσβύτης καὶ δίκαιος Ζαχαρίας, εἰς τὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων τοῦ θυμιᾶσαι, τῷ τῆς ἐφημερίας καιρῷ, ἐπέστη αὐτῷ Γαβριήλ, εὐαγγελιζόμενος καὶ λέγων· Ἕξεις Ἱεράρχα υἱὸν ἐν τῷ γήρᾳ, Προφήτην τε καὶ Πρόδρομον, φωνήν τε καὶ κήρυκα, καὶ λύχνον ἀείφωτον, τὸν μύστην τῆς χάριτος».

 

Ε. Πιο κοντά στο περιεχόμενο της εορτής είναι το Αποστολικό Ανάγνωσμα, που φέρεται ως του Προδρόμου, γιατί άπτεται του προτυπικού γεγονότος της στειρότητος και της θαυματουργικής υπερβάσεως των φυσικών όρων, όπως στην περίπτωση της Σάρας και της Ελισάβετ, αλλά με μία αναγωγή (ἀλληγορούμενα) στον παλαιό και το νέο Ισραήλ, που ενοποιεί ο ίδιος ο Ενανθρωπήσας. Είναι ο παλαιός Ισραήλ ο υιός, τα τέκνα που προήλθαν από το Σινά, με τη Διαθήκη, το Νόμο του Μωϋσέως και της ελευθέρας είναι τα τέκνα της ἄνω Ἰερουσαλήμ, δηλαδή, της Εκκλησίας, ως μητέρας όλων των ανθρώπων, αφού ο Λόγος δυνάμει και πραγματικά ανακαίνισε με την Ενανθρώπησή του όλο το ανθρώπινο γένος, του παρέσχε το φως της γνώσεως, ως ήλιος της δικαιοσύνης. Επ᾽ αυτού ο λόγος του Αποστόλου Παύλου είναι συγκλονιστικά οικουμενικός προς τους Γαλάτας, οι οποίοι είχαν χωρισθεί σε ομάδες ανάλογα με την προέλευσή τους, εξ Ιουδαίων και σε εξ εθνών, επισημαίνοντας ότι οι επαγγελίες αφορούν στον υιό της ελευθέρας, στην Εκκλησία, στην Ἄνω Ἰερουσαλήμ: «26 ἡ δὲ ἄνω Ἰερουσαλὴμ ἐλευθέρα ἐστίν, ἥτις ἐστὶ μήτηρ πάντων ἡμῶν».

 

ΣΤ. Επίσης, η Ελισάβετ και Ιωάννης είναι υπηρέτες στο μυστήριο της Θείας Οικονομίας, αποδέχονται το ρόλο τους σε συμφωνία με τη μαρτυρία περί του ασάρκως αποκαλυφθέντος Υιού και Λόγου του Πατρός στους Προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης. Γι᾽ αυτό και τα Προφητικά Αναγνώσματα της εορτής του Γενεθλίου του Ιωάννη αναφέρονται στην Αποκάλυψη του Θεού στον Αβραάμ (παράλληλο παράδειγμα ατεκνίας) και τη σύναψη της Διαθήκης με τον Ισαάκ (Γεν. Κεφ. 17,15-17,19 - 18,11-14 - 21,1-2,4-8), την εξ ατεκνίας γέννηση του Σαμψών από το Μανωέ, του πλέον επιφανούς εκ των κριτών (Κριτ. Κεφ. 13, 2-8, 13-14, 17-18, 21) και την ευθεία αναφορά στον Ιωάννη και το Χριστό από τον Ησαΐα με ένα δραματικό σπάσιμο της ιουδαϊκής αποκλειστικότητος και της υπέρβασης όποιας ατεκνίας, αφού η φωνή της ευφροσύνης αφορά μία αναγγελία «ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς» («Φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ. Ἑτοιμάσατε τὴν ὁδὸν Κυρίου, εὐθείας ποιεῖτε τὰς τρίβους αὐτοῦ, πᾶσα φάραγξ πληρωθήσεται, καὶ πᾶν ὄρος καὶ βουνὸς ταπεινωθήσεται, καὶ ἔσται τὰ σκολιὰ εἰς εὐθεῖαν, καὶ αἱ τραχεῖαι εἰς ὁδοὺς λείας, καὶ ὄψεται πᾶσα σάρξ τὸ σωτήριον τοῦ Θεοῦ. Ἐπ᾽ ὅρους ὑψηλοῦ ἀνάβηθι ὁ εὐαγγελιζόμενος Σιών, ὕψωσον ἐν ἰσχύϊ τὴν φωνήν σου, ὁ εὐαγγελιζόμενος Ἱερουσαλήμ, ὑψώσατε, μὴ φοβεῖσθε. Ἐγὼ Κύριος ὁ Θεός, ἐγὼ ἐπακούσομαι, ὁ Θεὸς Ἰσραήλ, καὶ οὐκ ἐγκαταλείψω αὐτούς» - «Εὐφρανθήτω ὁ οὐρανὸς ἄνωθεν, καὶ αἱ νεφέλαι ῥανάτωσαν δικαιοσύνην, ἀνατειλάτω ἡ γῆ, καὶ βλαστησάτω ἔλεος, καὶ δικαιοσύνην ἀνατειλάτω ἅμα. Φωνὴν εὐφροσύνης ἀναγγείλατε ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς, καὶ ἀκουστὸν γενέσθω τοῦτο», Ἡσ. Κεφ. 40,1-5, 9: 41, 17-18: 45,8 : 48, 20-21: 54,1).

 

Αποστολικό Ανάγνωσμα: (Του Προδρόμου): Γαλ. δ´, 22-27: «22 Γέγραπται γὰρ ὅτι Ἀβραὰμ δύο υἱοὺς ἔσχεν, ἕνα ἐκ τῆς παιδίσκης καὶ ἕνα ἐκ τῆς ἐλευθέρας. 23 ἀλλ᾽ ὁ μὲν ἐκ τῆς παιδίσκης κατὰ σάρκα γεγέννηται, ὁ δὲ ἐκ τῆς ἐλευθέρας δι᾽ ἐπαγγελίας. 24 ἅτινά ἐστιν ἀλληγορούμενα. αὗται γάρ εἰσι δύο διαθῆκαι, μία μὲν ἀπὸ ὄρους Σινᾶ, εἰς δουλείαν γεννῶσα, ἥτις ἐστὶν Ἄγαρ· 25 τὸ γὰρ Ἄγαρ Σινᾶ ὄρος ἐστὶν ἐν τῇ Ἀραβίᾳ, συστοιχεῖ δὲ τῇ νῦν Ἰερουσαλήμ, δουλεύει δὲ μετὰ τῶν τέκνων αὐτῆς· 26 ἡ δὲ ἄνω Ἰερουσαλὴμ ἐλευθέρα ἐστίν, ἥτις ἐστὶ μήτηρ πάντων ἡμῶν. 27 γέγραπται γάρ· εὐφράνθητι στεῖρα ἡ οὐ τίκτουσα, ῥῆξον καὶ βόησον ἡ οὐκ ὠδίνουσα· ὅτι πολλὰ τὰ τέκνα τῆς ἐρήμου μᾶλλον ἢ τῆς ἐχούσης τὸν ἄνδρα».

 

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: (Του Προδρόμου) Λουκ. α´, 5-25: «5 Ἐγένετο ἐν ταῖς ἡμέραις Ἡρῴδου τοῦ βασιλέως τῆς Ἰουδαίας ἱερεύς τις ὀνόματι Ζαχαρίας ἐξ ἐφημερίας Ἀβιά, καὶ γυνὴ αὐτῷ ἐκ τῶν θυγατέρων Ἀαρών, καὶ τὸ ὄνομα αὐτῆς Ἐλισάβετ. 6 ἦσαν δὲ δίκαιοι ἀμφότεροι ἐναντίον τοῦ Θεοῦ, πορευόμενοι ἐν πάσαις ταῖς ἐντολαῖς καὶ δικαιώμασιν τοῦ Κυρίου ἄμεμπτοι. 7 καὶ οὐκ ἦν αὐτοῖς τέκνον, καθότι ἡ Ἐλισάβετ ἦν στεῖρα, καὶ ἀμφότεροι προβεβηκότες ἐν ταῖς ἡμέραις αὐτῶν ἦσαν. 8 Ἐγένετο δὲ ἐν τῷ ἱερατεύειν αὐτὸν ἐν τῇ τάξει τῆς ἐφημερίας αὐτοῦ ἔναντι τοῦ Θεοῦ, 9 κατὰ τὸ ἔθος τῆς ἱερατείας ἔλαχε τοῦ θυμιᾶσαι εἰσελθὼν εἰς τὸν ναὸν τοῦ Κυρίου· 10 καὶ πᾶν τὸ πλῆθος ἦν τοῦ λαοῦ προσευχόμενον ἔξω τῇ ὥρᾳ τοῦ θυμιάματος. 11 ὤφθη δὲ αὐτῷ ἄγγελος Κυρίου ἑστὼς ἐκ δεξιῶν τοῦ θυσιαστηρίου τοῦ θυμιάματος. 12 καὶ ἐταράχθη Ζαχαρίας ἰδών, καὶ φόβος ἐπέπεσεν ἐπ᾽ αὐτόν. 13 εἶπε δὲ πρὸς αὐτὸν ὁ ἄγγελος· Μὴ φοβοῦ, Ζαχαρία· διότι εἰσηκούσθη ἡ δέησίς σου, καὶ ἡ γυνή σου Ἐλισάβετ γεννήσει υἱόν σοι, καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰωάννην· 14 καὶ ἔσται χαρά σοι καὶ ἀγαλλίασις, καὶ πολλοὶ ἐπὶ τῇ γενέσει αὐτοῦ χαρήσονται. 15 ἔσται γὰρ μέγας ἐνώπιον τοῦ Κυρίου, καὶ οἶνον καὶ σίκερα οὐ μὴ πίῃ, καὶ Πνεύματος ἁγίου πλησθήσεται ἔτι ἐκ κοιλίας μητρὸς αὐτοῦ, 16 καὶ πολλοὺς τῶν υἱῶν Ἰσραὴλ ἐπιστρέψει ἐπὶ Κύριον τὸν Θεὸν αὐτῶν. 17 καὶ αὐτὸς προελεύσεται ἐνώπιον αὐτοῦ ἐν πνεύματι καὶ δυνάμει Ἠλίου, ἐπιστρέψαι καρδίας πατέρων ἐπὶ τέκνα καὶ ἀπειθεῖς ἐν φρονήσει δικαίων, ἑτοιμάσαι Κυρίῳ λαὸν κατεσκευασμένον. 18 καὶ εἶπε Ζαχαρίας πρὸς τὸν ἄγγελον· Κατὰ τί γνώσομαι τοῦτο; ἐγὼ γάρ εἰμι πρεσβύτης καὶ ἡ γυνή μου προβεβηκυῖα ἐν ταῖς ἡμέραις αὐτῆς. 19 καὶ ἀποκριθεὶς ὁ ἄγγελος εἶπεν αὐτῷ· Ἐγώ εἰμι Γαβριὴλ ὁ παρεστηκὼς ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, καὶ ἀπεστάλην λαλῆσαι πρός σε καὶ εὐαγγελίσασθαί σοι ταῦτα. 20 καὶ ἰδοὺ ἔσῃ σιωπῶν καὶ μὴ δυνάμενος λαλῆσαι ἄχρι ἧς ἡμέρας γένηται ταῦτα, ἀνθ᾽ ὧν οὐκ ἐπίστευσας τοῖς λόγοις μου, οἵτινες πληρωθήσονται εἰς τὸν καιρὸν αὐτῶν. 21 καὶ ἦν ὁ λαὸς προσδοκῶν τὸν Ζαχαρίαν, καὶ ἐθαύμαζον ἐν τῷ χρονίζειν αὐτὸν ἐν τῷ ναῷ. 22 ἐξελθὼν δὲ οὐκ ἠδύνατο λαλῆσαι αὐτοῖς, καὶ ἐπέγνωσαν ὅτι ὀπτασίαν ἑώρακεν ἐν τῷ ναῷ· καὶ αὐτὸς ἦν διανεύων αὐτοῖς, καὶ διέμενεν κωφός. 23 καὶ ἐγένετο ὡς ἐπλήσθησαν αἱ ἡμέραι τῆς λειτουργίας αὐτοῦ ἀπῆλθεν εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ. 24 Μετὰ δὲ ταύτας τὰς ἡμέρας συνέλαβεν Ἐλισάβετ ἡ γυνὴ αὐτοῦ· καὶ περιέκρυβεν ἑαυτὴν μῆνας πέντε, 25 λέγουσα ὅτι Οὕτω μοι πεποίηκεν ὁ Κύριος ἐν ἡμέραις αἷς ἐπεῖδεν ἀφελεῖν τὸ ὄνειδός μου ἐν ἀνθρώποις».

Τρίτη 16 Σεπτεμβρίου 2025

Κυριακὴ μετὰ τὴν Ὕψωσιν, 21 Σεπτεμβρίου 2025, Ἀπόδοσις τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ (17 -9- 2023), (Αριθμ. 42. 1Β)

 

Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ.

 

Α. 1. Η σημερινή Κυριακή συνδυάζει δύο χαρακτηριστικά, συμπίπτει με την εορτἠ της Αποδόσεως της εορτής της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού, ενώ παρουσιάζει σταθερή ένταξη στο Εορτολόγιο με σταθερά Αναγνώσματα, που παραπέμπουν, μάλιστα, με το Ευαγγελικό στη Γ´ Κυριακή των Νηστειών, δηλαδή την Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως.

2. Ας σημειωθεί, εξάλλου, ότι μετά την καταστροφή της Ιερουσαλήμ από τους Ρωμαίους το 70 π.Χ. η πόλη είχε σχεδόν ερημωθεί. Από τις ιστορικές πηγές είναι γνωστοί οι πόλεμοι κατά Ιουδαίων, και είναι ο ρωμαίος αυτοκράτορας Αδριανός αργότερα που προσπάθησε να εξαφανίσει επιπλέον κάθε τι από την ήδη κατεστραμμένη Ιερουσαλήμ, το οποίο θα θύμιζε την κατοίκησή της από τον Ισραήλ, μέχρι σε σημείο που άλλαξε και το όνομα της Ιερουσαλήμ σε Αιλία Καπιτωλίνα, ένα όνομα που διατηρήθηκε ως επίσημο όνομα μέχρι τα έτη της αυτοκρατορίας του Μεγάλου Κωνσταντίνου, όπως εξάγεται και από τον ζ´ Κανόνα της Α´ Οικουμενικής Συνόδου για τη διατήρηση της μητροπολιτικής αξίας από τον επίσκοπο της Αιλίας, χωρίς να έχει αυτός επιρροή, ή ευθύνη σε κανένα επιπλέον ζωτικό χώρο[1]. Αυτό το ιστορικό και πραγματικό πλαίσιο ήταν ο λόγος που ο Ιεροσολύμων είναι τέταρτος στα πρεσβεία τιμής μεταξύ των παλαίφατων Πατριαρχείων.

3. Ας επαναλάβω επιπλέον ότι κατά το Τυπικὸν τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας η μνήμη της ΣΤ´ Οικουμενικής Συνόδου, μαζί με τη μνήμη της ευρέσεως του λειψάνου του Αγίου Πρωτομάρτυρος Στεφάνου και τη μνήμη του Αγίου Ακακίου, επισκόπου Μελιτηνής, μολονότι καταγράφεται κατά τη 15η Σεπτεμβρίου καθορίζεται συγχρόνως η «σύναξις» να τελείται στη Μεγάλη Εκκλησία κατά την Κυριακή μετά την Ύψωση. Και ασφαλώς για τη συνοδική πράξη δεν είναι περίεργη η σύνδεση του Αγίου Ακακίου, επισκόπου Μελιτηνής, με την ΣΤ´ Οικουμενική Σύνοδο, αν λάβουμε υπόψη ότι ο Άγιος Ακάκιος είναι ένα από τα κεντρικά πρόσωπα της μετασυνοδικής περιόδου της Γ´ Οικουμενικής Συνόδου, προς τον οποίο ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας απηύθυνε το πρώτο Ὑπομνηστικό, στο οποίο παρέχει τις ερμηνευτικές διατυπώσεις επί της Ἐκθέσεως των Διαλλαγών του 433, διά της οποίας κατέστη δυνατή η άρση του σχίσματος μεταξύ Αλεξάνδρειας κα Αντιόχειας και η συμπόρευση προς τη Δ´ Οικουμενική Σύνοδο, της οποίας περαιτέρω διασάφηση είναι η ΣΤ´ Οικουμενική Σύνοδος του 680/81. Επιπλέον, ας επισημανθεί ότι τρεις Κανόνες της εν συνεχεία Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου (692) άπτονται της τιμής και προσκυνήσεως του Τιμίου Σταυρού

 

Β. Η αναφορά στη σταθερότητα εν τω Εορτολογίω της σημερινής Κυριακής, συνδέεται, πλην της επανάληψης πολλών υμνολογικών στοιχείων από την εορτή της Υψώσεως, και με τα σταθερά Αναγνώσματα. Με μία πιο προσεκτική μελέτη του λειτουργικού υλικού της περιόδου, μπορώ να πω με μία σχετικά ασφαλή εκτίμηση ότι, ενώ στην εορτή της Υψώσεως η σύνδεση παραπέμπει με το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα στη Μεγάλη Παρασκευή (αλλά με ενσωμάτωση και των προτυπώσεων της Θεοτόκου, λόγω και του Γενεθλίου της), νοηματοδοτώντας και την άκρως αυστηρή νηστεία της εορτής, τα Προεόρτια και η Κυριακή μετά την Ύψωση αποτελούν πηγή, ή σημείο υπομνήσεως, ή συσχετισμού της εορτής με την τρίτη Κυριακή των Νηστειών, δηλαδή, την Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως, με την ανάγνωση του αυτού Ευαγγελικού Αναγνώσματος.

 

Γ. Το Αποστολικό Ανάγνωσμα είναι το ΚΑ´ εκ των Επιστολών της Κυριακής, το οποίο θα το ξανασυναντήσουμε. Κατά περιεχόμενο εν πολλοίς συμπίπτει με το Αποστολικό Ανάγνωσμα της Γ´ Κυριακής του Ματθαίου (Ρωμ ε´, 1-10), αν και οι αποδέκτες στο σημερινό Ανάγνωσμα είναι οι χριστιανοί της Γαλατίας, όπως και την προηγούμενη Κυριακή, οι οποίοι μετέφεραν την ένταση και αντίθεση του θρησκευτικού και κοινωνικού τους υποβάθρου στο κοινό της Εκκλησίας με μία, μάλλον, υπεροπτική συμπεριφορά των εξ Ιουδαίων χριστιανών ότι οι χριστιανοί όφειλαν να τηρούν και τις τυπικές διατάξεις του Νόμου. Στην προβολή του αντιθετικού σχήματος Νόμος-πίστη στο Χριστό ο Απόστολος Παύλος προβάλλει το Σταυρό του Χριστού ως την πιστοποίηση και βεβαιότητα της σωτηρίας, την οποία ο άνθρωπος δεν αξίζει, αλλά παρέχεται δωρεάν σε όλα τα έθνη, εξ αγάπης Θεού. Πρέπει να επισημάνουμε ότι η δικαίωση και η δικαιοσύνη δεν έχουν τη σημερινή σημασία των όρων της Νομικής επιστήμης, αλλά αποτελούν όρους ένταξης στο λαό του Ισραήλ και συμμόρφωσης στις εντολές του Θεού Αβραάμ και Ισαάκ και Ιακώβ. Ο Απόστολος Παύλος, ζώντας το Ζώντα Θεό παλαιού και νέου Ισραήλ, αίρει την αντίθεση, λέγοντας ότι «ἐγὼ γὰρ διὰ νόμου νόμῳ ἀπέθανον, ἵνα Θεῷ ζήσω», εν τω ανακεφαλαιώσαντι τη Θεία Οικονομία Χριστώ, τω δι᾽ ημάς Σταυρωθέντι, ήτοι για όλο το ανθρώπινο γένος.

 

Δ. Στην ίδια γραμμή, ότι το Μυστήριο της Θείας Οικονομίας με κορυφαίο γεγονός τον προχειρισμό του θανάτου στο Σταυρό και τον παρεχόμενο ανακαινισμό όλου του ανθρώπινου γένους δια της Ενανθρωπήσεως του Λόγου, αλλά κατά τη δεκτικότητα εκάστου αποδοχή της παρεχόμενης χάριτος του Αναστάντος Χριστού, μας παρέχει το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα. Πρόκειται για την αποδοχή και ομολογία της θεότητος του Χριστού, που περνάει από τη Σταύρωση και την κατάλυση του θανάτου, την κατάλυση του αποστατικού πνεύματος. Ο χριστιανός καλείται να υπερβεί τον εαυτό του και την αυτοθέωσή του, την αυτάρκειά του, να υπερβεί την οίησή του και να πορευθεί γευόμενος τη δόξα του Αναστάντος. Η βεβαίωση του Χριστού είναι ότι η βασιλεία του Θεού είναι μία παρούσα πραγματικότητα, και ότι οι άγιοι γεύονται από τούτη τη ζωή τη δόξα του Υιού του ανθρώπου, που είναι και Υιός του Πατρός, γιατί η περικοπή κλείνει με το «δυνάμει», που σημαίνει κάτι το πραγματικό, το χειροπιαστό κι όχι μια αόριστη εσχατολογία, αποκομμένη από τη ζωή, από την ιστορία. Όλα εδώ και τώρα, χωρίς σταμάτημα στους αιώνες των αιώνων, ένα διαρκές προχώρημα. Η πρόσκληση, για να άρει ο χριστιανός το σταυρό του, δεν έχει πρωταρχικά τη σημασία να άρει τα βάσανά του και να έχει υπομονή, γιατί τότε ο Χριστός θα έμοιαζε με ένα Θεό που ζητάει να αυτομαστιγωθούν οι άνθρωποι, αυτό δεν συνάδει κατ᾽ ουδένα τρόπο με το μυστήριο της θείας φιλανθρωπίας, στο Θεό που δημιουργεί, συντηρεί και ανακαινίζει τον άνθρωπο και τα σύμπαντα. Ο Χριστός ανακαλεί τον άνθρωπο στην αρχαία δόξα, καλεί να κάνει, δηλαδή, ο καθένας μας εν τω προσώπω του Χριστού, αυτό που δεν έκανε ο Αδάμ στον παράδεισο.

 

Αποστολικό Ανάγνωσμα: Γαλ. β´, 16-20: «16 εἰδότες δὲ ὅτι οὐ δικαιοῦται ἄνθρωπος ἐξ ἔργων νόμου ἐὰν μὴ διὰ πίστεως Ἰησοῦ Χριστοῦ, καὶ ἡμεῖς εἰς Χριστὸν Ἰησοῦν ἐπιστεύσαμεν, ἵνα δικαιωθῶμεν ἐκ πίστεως Χριστοῦ καὶ οὐκ ἐξ ἔργων νόμου, διότι οὐ δικαιωθήσεται ἐξ ἔργων νόμου πᾶσα σάρξ. 17 Εἰ δὲ ζητοῦντες δικαιωθῆναι ἐν Χριστῷ εὑρέθημεν καὶ αὐτοὶ ἁμαρτωλοί, ἆρα Χριστὸς ἁμαρτίας διάκονος; μὴ γένοιτο. 18 εἰ γὰρ ἃ κατέλυσα ταῦτα πάλιν οἰκοδομῶ, παραβάτην ἐμαυτὸν συνίστημι. 19 ἐγὼ γὰρ διὰ νόμου νόμῳ ἀπέθανον, ἵνα Θεῷ ζήσω. 20 Χριστῷ συνεσταύρωμαι· ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός· ὃ δὲ νῦν ζῶ ἐν σαρκί, ἐν πίστει ζῶ τῇ τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀγαπήσαντός με καὶ παραδόντος ἑαυτὸν ὑπὲρ ἐμοῦ. 21 Οὐκ ἀθετῶ τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ· εἰ γὰρ διὰ νόμου δικαιοσύνη, ἄρα Χριστὸς δωρεὰν ἀπέθανεν».

 

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: (το αυτό με Γ´ ΚΥΡΙΑΚΗ ΝΗΣΤΕΙΩΝ): Μάρκ. η´, 34- θ´, 1:«34 Καὶ προσκαλεσάμενος τὸν ὄχλον σὺν τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ εἶπεν αὐτοῖς· Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ, καὶ ἀκολουθείτω μοι. 35 ὃς γὰρ ἂν θέλῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ σῶσαι, ἀπολέσει αὐτήν· ὃς δ' ἂν ἀπολέσῃ τὴν ἑαυτοῦ ψυχὴν ἕνεκεν ἐμοῦ καὶ τοῦ εὐαγγελίου, οὗτος σώσει αὐτήν. 36 τί γὰρ ὠφελήσει ἄνθρωπον ἐὰν κερδήσῃ τὸν κόσμον ὅλον, καὶ ζημιωθῇ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ; 37 ἢ τί δώσει ἄνθρωπος ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς αὐτοῦ; 38 ὃς γὰρ ἐὰν ἐπαισχυνθῇ με καὶ τοὺς ἐμοὺς λόγους ἐν τῇ γενεᾷ ταύτῃ τῇ μοιχαλίδι καὶ ἁμαρτωλῷ, καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπαισχυνθήσεται αὐτὸν ὅταν ἔλθῃ ἐν τῇ δόξῃ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ μετὰ τῶν ἀγγέλων τῶν ἁγίων.- 1 Καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς· Ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι εἰσί τινες ὧδε τῶν ἑστηκότων, οἵτινες οὐ μὴ γεύσωνται θανάτου ἕως ἂν ἴδωσι τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ ἐληλυθυῖαν ἐν δυνάμει».



[1]. Καν. ζ´: «Ἐπειδὴ συνήθεια κεκράτηκε, καὶ παράδοσις ἀρχαία, ὥστε τὸν ἐν Αἰλίᾳ ἐπίσκοπον τιμᾶσθαι, ἐχέτω τὴν ἀκολουθίαν τῆς τιμῆς· τῇ μητροπόλει σῳζομένου τοῦ οἰκείου ἀξιώματος».


Τετάρτη 10 Σεπτεμβρίου 2025

 

Ἡ παγκόσμιος Ὕψωσις τοῦ Τιμίου καὶ Ζωοποιοῦ Σταυροῦ, Κυριακή 14 Σεπτεμβρίου 2025 (14-9-23), Μνήμη τῆς ΣΤ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου τῆς ἐν Τρούλῳ (680), (Αριθμ. 41Α2)

 

Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ.

 

Α. 1. Η σημερινή εορτή της παγκόσμιας Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού τελείται σε ανάμνηση της ανακτήσεως του Τιμίου Σταυρού και της θριαμβευτικής εισόδου μετ᾽ αυτού του αυτοκράτορα Ηρακλείου στις 14 Σεπτεμβρίου του 628 δια της Χρυσής Πύλης στην Κωνσταντινούπολη. Ο Τίμιος Σταυρός είχε κλαπεί από τους Πέρσες το 614 από τα Ιεροσόλυμα, και είχε καταστραφεί και η Εκκλησία της Αναστάσεως, δηλαδή, ο Ναός του Παναγίου Τάφου, τον οποίο ανήγειρε ο Μέγας Κωνσταντίνος στο Γολγοθά και τα εγκαίνια έγιναν το 335. (Το 637 τα Ιεροσόλυμα καταλαβάνονται από τους Άραβες). Στο εορτολόγιο της Εκκλησίας τα Εγκαίνια του Ναού της Αγίας Αναστάσεως του Χριστού εορτάζονται μαζί με τα Προεόρτια της Υψώσεως. Μαζί με την Ύψωση του Τιμίου Σταυρού εορτάζεται και η μνήμη της ΣΤ´ Οικουμενικής Συνόδου του 680, ενώ υπαινιγμοί στην υμνολογία της εορτής υπάρχουν και για τους Κανόνες της Πενθέκτης του 691/92[1].

2. Στο Τυπικὸν τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας υπάρχει η σημείωση ότι το Αποστολικό Ανάγνωσμα, «Ὁ ἀπόστολος πρὸς Κορινθίους ἐπιστολῆς α´ (ὃς λέγεται καὶ τῇ ἁγίᾳ παρασκευῇ)...», που ίσως να παραπέμπει σε μία πρώιμη μορφή λιτάνευσης «τῶν τιμίων ξύλων» το θέρος, όπως και με την εορτή της Προόδου του Τιμίου Σταυρού την πρώτη Αυγούστου, ώστε να καταστεί δυνατή η προσκύνηση από όλο τον κόσμο και ιδίως τους κατοίκους της υπαίθρου. Εξάλλου, αυτή η πράξη-έκθεση συνάδει και με τη φύλαξη των «τιμίων ξύλων» σε ειδική θήκη στο Παλάτι και όχι στο σκευοφυλάκιο της Μεγάλης Εκκλησίας, ή την εκκλησία της Αγίας Ειρήνης, γιατί η μεταφορά τους στην Κωνσταντινούπολη το πρώτον σχετίζεται με τον ίδιο τον Άγιο Κωνσταντίνο και την Αγία Ελένη, στην οποία οφείλεται και η εύρεση του Τιμίου Σταυρού. Πάντως, το Τυπικὸν τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας προέβλεπε τετραήμερη προσκύνηση για τις 10 και 11 Σεπτεμβρίου για τους άνδρες και 12 για τις γυναίκες. Επιπλέον η μνήμη της ΣΤ´ Οικουμενικής Συνόδου, μαζί με τη μνήμη της ευρέσεως του λειψάνου του Αγίου Πρωτομάρτυρος Στεφάνου  και τη μνήμη του Αγίου Ακακίου, επισκόπου Μελιτηνής, μολονότι καταγράφεται κατά τη 15η Σεπτεμβρίου, καθορίζεται συγχρόνως η «σύναξις» να τελείται στη Μεγάλη Εκκλησία κατά την Κυριακή μετά την Ύψωση. Και ασφαλώς για τη συνοδική πράξη δεν είναι περίεργη η σύνδεση του Αγίου Ακακίου, επισκόπου Μελιτηνής, με την ΣΤ´ Οικουμενική Σύνοδο, αν λάβουμε υπόψη ότι ο Άγιος Ακάκιος είναι ένα από τα κεντρικά πρόσωπα της μετασυνοδικής περιόδου της Γ´ Οικουμενικής Συνόδου, προς τον οποίο ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας απηύθυνε το πρώτο Ὑπομνηστικό, στο οποίο παρέχει τις ερμηνευτικές διατυπώσεις επί της Ἐκθέσεως των Διαλλαγών του 433, διά της οποίας κατέστη δυνατή η άρση του σχίσματος μεταξύ Αλεξάνδρειας κα Αντιόχειας και η συμπόρευση προς τη Δ´ Οικουμενική Σύνοδο, της οποίας περαιτέρω διασάφηση είναι η ΣΤ´ Οικουμενική Σύνοδος του 680/81. Επιπλέον, ας επισημανθεί ότι τρεις Κανόνες της εν συνεχεία Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου (692) άπτονται της τιμής και προσκυνήσεως του Τιμίου Σταυρού.

 

Β. Φαίνεται ότι βασική προέκταση της εορτής απετέλεσε η υμνολογία της Γ´ Κυριακής των Νηστειών, κατά την οποία εορτάζεται η Προσκύνηση του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού με το αυτό Απολυτίκιο και τα αυτά Στιχηρά. Το περιεχόμενο των ύμνων εν πολλοίς συμπίπτει, αλλά με έντονο προσανατολισμό στα γεγονότα των παθών και της Αναστάσεως ως προς την εορτή της Σταυροπροσκυνήσεως. Χαρακτηριστικά της εορτής της Υψώσεως είναι η ύπαρξη των Προφητικών Αναγνωσμάτων, εκ των οποίων τα προεόρτια έχουν προτυπικό ευχαριστιακό χαρακτήρα, ιδίως το τρίτο Παροιμ. θ´, 1-11 «Ἡ σοφία ᾠκοδόμησεν ἑαυτῇ οἶκον, καὶ ὑπήρεισε στύλους ἑπτά. Ἔσφαξε τὰ ἑαυτῆς θύματα, καὶ ἐκέρασεν εἰς κρατῆρα τὸν ἑαυτῆς οἶνον, καὶ ἡτοιμάσατο τὴν ἑαυτῆς τράπεζαν...», το οποίο συμπίπτει με το τρίτο Προφητικό Ανάγνωσμα της εορτής του Γενεθλίου της Θεοτόκου, ενώ με τα Προφητικά Αναγνώσματα της κυρίως εορτής ο νοηματικός άξονας δομείται ευρύτερα στο γεγονός του Μυστηρίου της Θείας Οικονομίας με προέχοντα τα θεοφανικά γεγονότα του παλαιού Ισραήλ ως προτυπώσεων και εξαγγελιών του νέου Ισραήλ, που αφορά σε όλα τα έθνη με τον αυτόν ευχαριστιακό χαρακτήρα.

 

Γ. Κατά ταύτα στο πρώτο Προφητικό Ανάγνωσμα ο Μωϋσής με το ξύλο που του υποδεικνύει ο Θεός γλυκαίνει το ύδωρ εκ Μερράς, υπαινιγμός του ύδατος και αίματος εκ της πλευράς του σταυρωθέντος Χριστού αλλά και του Ζέοντος της Θείας Ευχαριστίας, στο δεύτερο το ξύλο της ζωής είναι ευθεία παραπομπή στο δέντρο της γνώσεως του παραδείσου[2], ενώ το τρίτο παραπέμπει ευθέως στο Σταυρό, τα Πάθη αλλά και στη συγκρότηση της Εκκλησίας, ως Σιώνος του Αγίου Ισραήλ, παλαιού και νέου, της καθολικότητος της Εκκλησίας.

 

Δ. Τα Προφητικά Αναγνώσματα συμπληρώνονται με τις Καταβασίες της εορτής, από την έξοδο με το χάραγμα του Σταυρού υπό του Μωϋσέως στην Ερυθρά Θάλασσα μέχρι τον οικουμενικό ύμνο των Τριών Παιδων εν Καμίνω, μία σύνθεση εξαγγελιών και προτυπώσεων της Ενανθρωπήσεως και της διακονίας της Θεοτόκου στο Μυστήριο της Θείας Οικονομίας, ένας προχειρισμός και προσανατολισμός προς την εορτή των Χριστουγέννων.

 

Ε. Ο συνεορτασμός της μνήμης της ΣΤ´ Οικουμενικής Συνόδου συνιστά μία κορυφαία ερμηνευτική βεβαίωση της ομολογίας του Ενανθρωπήσαντος Λόγου, του υποστάντος ἑκουσίως, δηλαδή, πραγματικά, τα Πάθη και το σταυρικό θάνατο, παρέχοντας στο ανθρώπινο γένος την καινή ζωή ως Θεός. Η διατύπωση της Συνόδου ότι ο Χριστός: «καθάπερ ἄνωθεν οἱ προφῆται περὶ αὐτοῦ καὶ αὐτὸς ἡμᾶς Ἰησοῦς ὁ Χριστὸς ἐξεπαίδευσε καὶ τὸ τῶν ἁγίων Πατέρων ἡμῖν παραδέδωκε Σύμβολον. Καὶ δύο φυσικὰς θελήσεις ἤτοι θελήματα ἐν αὐτῷ καὶ δύο φυσικὰς ἐνεργείας ἀδιαιρέτως ἀτρέπτως ἀμερίστως ἀσυγχύτως κατὰ τὴν τῶν ἁγίων Πατέρων διδασκαλίαν ὡσαύτως κηρύττομεν... Δύο δὲ φυσικὰς ἐνεργείας ἀδιαιρέτως ἀτρέπτως ἀμερίστως ἀσυγχύτως ἐν αὐτῷ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστῷ τῷ ἀληθινῷ Θεῷ ἡμῶν δοξάζομεν» είναι η μακρά ερμηνευτική συνοδική παραγωγή του Συμβόλου της Πίστεως «σαρκωθέντα, ... ἐνανθρωπήσαντα, σταυρωθέντα τε ὑπὲρ ἡμῶν,... παθόντα καὶ ταφέντα καὶ ἀναστάντα», οπότε και ο Σταυρός του Χριστού καθίσταται σημείον, τύπος της εις ημάς παρεχόμενης καινής ζωής και του αγιασμού, ανακεφαλαιώνοντας ο Σταυρωθείς τις προτυπώσεις του Ισραήλ, την εναλλαγή των χειρών του Πατριάρχου Ιακώβ, την ύψωση των χειρών του Μωϋσή, του Ιησού του Ναυή, των παλαμών του Ιωνά αλλά και τον εναγκαλισμό όλου του κόσμου κατά το Ἐξαποστειλάριο της εορτής, που είναι συγχρόνως και ομολογία του Τριαδικού Θεού: «Σταυρὸς ὑψοῦται σήμερον, καὶ κόσμος ἁγιάζεται· ὁ γὰρ Πατρὶ συνεδρεύων, καὶ Πνεύματι τῷ Ἁγίῳ, ἐν τούτῳ χεῖρας ἁπλώσας, τὸν κόσμον ὅλον εἵλκυσας, πρὸς σὴν Χριστὲ ἐπίγνωσιν· τοὺς οὖν εἰς σὲ πεποιθότας, θείας ἀξίωσον δόξης».

 

ΣΤ. Το Αποστολικό και το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα έχουν νοηματική ενότητα. Με το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα δίδεται η μαρτυρία και καταγραφή του αυτόπτη μάρτυρα Ευαγγελιστή Ιωάννη για το γεγονός της Σταύρωσης του Χριστού και του εν τω Σταυρώ θανάτου του ως πραγματικού γεγονότος (αίμα και ύδωρ εκ της πλευράς αυτού) και γι᾽ αυτό η χορήγηση της ζωής διά της νίκης επί του θανάτου με το θάνατό του, μη κρατουμένου υπό του θανάτου ως της αληθούς Ζωής, είναι πραγματικότητα συμπαντικών συνεπειών για όλη την κτίση, ενώ στο Αποστολικό Ανάγνωσμα ο Απόστολος Παύλος αντιμετωπίζει τις κυρίαρχες ομάδες από τις οποίες απετελείτο ο κόσμος της Αποστολικής Κοινότητος στην Κόρινθο και εν πολλοίς ο κόσμος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Αυτοί ήταν οι Ιουδαίοι, που περίμεναν ένα Μεσσία, ο οποίος θα κάνει σημεία θαυμαστά (δύναμις) και θα εξαφανίσει τη δύναμη των Ρωμαίων, γενόμενος βασιλεύς του Ισραήλ, ενώ οι Έλληνες, οι εθνικοί, οι οποίοι ερμήνευαν τον κόσμο και υπόσχονταν τη σωτηρία των ανθρώπων μέσω της γνώσεως και της ανθρώπινης σοφίας, περίμεναν ένα σοφό, που μέσω της διαλεκτικής θα απεκάλυπτε μία αλήθεια πέραν των γνωστών φιλοσοφικών συστημάτων (σοφία). Στα μάτια αμφοτέρων ο Εσταυρωμένος ήταν σκάνδαλο και μωρία αντιστοίχως. Εξάλλου, απέναντι στον Πιλάτο (που κι αυτός διακατείχετο από το ερώτημα του Ελληνικού τρόπου σκέψεως περί του τί είναι η αλήθεια) οι Ιουδαίοι προτιμούν ως βασιλέα τον Καίσαρα, «Οὐκ ἔχομεν βασιλέα εἰ μὴ Καίσαρα», μη αναγνωρίζοντες τις εξαγγελίες και τα θεοφανικά γεγονότα των Προφητών.

Στη δύναμη και τη σοφία του κόσμου με όλες τις σοφιστείες και τις δαιμονικές απάτες, που είναι καταδυναστευτική για το συνάνθρωπο και ενπολλοίς ιδιοτελής, χειριστική και απάνθρωπη, η Εκκλησία προβάλλει το Ζωηφόρο Σταυρό του Χριστού, σημείο και τύπο του επ᾽ αυτόν ανακαινίσαντος δωρεάν, χάριτι, τον άνθρωπο Σταυρωθέντος Χριστού και ενώσαντος τα σύμπαντα, αγκαλιάζοντας τη συμπαντική πραγματικότητα, καλώντας την σε εκκλησιασμό, όπως λέγει χαρακτηριστικά ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, ο Άγιος της ΣΤ´ Οικουμενικής Συνόδου.

 

Αποστολικό Ανάγνωσμα: Α´ Κορινθ. α´, 18-24: «18 Ὁ λόγος γὰρ ὁ τοῦ σταυροῦ τοῖς μὲν ἀπολλυμένοις μωρία ἐστί, τοῖς δὲ σῳζομένοις ἡμῖν δύναμις Θεοῦ ἐστι. 19 γέγραπται γάρ· ἀπολῶ τὴν σοφίαν τῶν σοφῶν, καὶ τὴν σύνεσιν τῶν συνετῶν ἀθετήσω. 20 ποῦ σοφός; ποῦ γραμματεύς; ποῦ συζητητὴς τοῦ αἰῶνος τούτου; οὐχὶ ἐμώρανεν ὁ Θεὸς τὴν σοφίαν τοῦ κόσμου τούτου; 21 ἐπειδὴ γὰρ ἐν τῇ σοφίᾳ τοῦ Θεοῦ οὐκ ἔγνω ὁ κόσμος διὰ τῆς σοφίας τὸν Θεόν, εὐδόκησεν ὁ Θεὸς διὰ τῆς μωρίας τοῦ κηρύγματος σῶσαι τοὺς πιστεύοντας. 22 ἐπειδὴ καὶ Ἰουδαῖοι σημεῖον αἰτοῦσι καὶ Ἕλληνες σοφίαν ζητοῦσιν, 23 ἡμεῖς δὲ κηρύσσομεν Χριστὸν ἐσταυρωμένον, Ἰουδαίοις μὲν σκάνδαλον, Ἕλλησι δὲ μωρίαν, 24 αὐτοῖς δὲ τοῖς κλητοῖς, Ἰουδαίοις τε καὶ Ἕλλησι, Χριστὸν Θεοῦ δύναμιν καὶ Θεοῦ σοφίαν».

 

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: Ἰω. ιθ´, 6-11, 13-20, 25-28, 30-35: «6 καὶ λέγει αὐτοῖς· Ἴδε ὁ ἄνθρωπος. ὅτε οὖν εἶδον αὐτὸν οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ ὑπηρέται, ἐκραύγασαν λέγοντες· Σταύρωσον σταύρωσον αὐτὸν. λέγει αὐτοῖς ὁ Πιλᾶτος· Λάβετε αὐτὸν ὑμεῖς καὶ σταυρώσατε· ἐγὼ γὰρ οὐχ εὑρίσκω ἐν αὐτῷ αἰτίαν. 7 ἀπεκρίθησαν αὐτῷ οἱ Ἰουδαῖοι· Ἡμεῖς νόμον ἔχομεν, καὶ κατὰ τὸν νόμον ὀφείλει ἀποθανεῖν, ὅτι ἑαυτὸν Θεοῦ υἱὸν ἐποίησεν. 8 Ὅτε οὖν ἤκουσεν ὁ Πιλᾶτος τοῦτον τὸν λόγον, μᾶλλον ἐφοβήθη, 9 καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὸ πραιτώριον πάλιν καὶ λέγει τῷ Ἰησοῦ· Πόθεν εἶ σύ; ὁ δὲ Ἰησοῦς ἀπόκρισιν οὐκ ἔδωκεν αὐτῷ. 10 λέγει οὖν αὐτῷ ὁ Πιλᾶτος· Ἐμοὶ οὐ λαλεῖς; οὐκ οἶδας ὅτι ἐξουσίαν ἔχω σταυρῶσαί σε καὶ ἐξουσίαν ἔχω ἀπολῦσαί σε; 11 ἀπεκρίθη Ἰησοῦς· Οὐκ εἶχες ἐξουσίαν οὐδεμίαν κατ' ἐμοῦ, εἰ μὴ ἦν δεδομένον σοι ἄνωθεν· διὰ τοῦτο ὁ παραδιδούς μέ σοι μείζονα ἁμαρτίαν ἔχει.- 13 ὁ οὖν Πιλᾶτος ἀκούσας τοῦτον τὸν λόγον ἤγαγεν ἔξω τὸν Ἰησοῦν, καὶ ἐκάθισεν ἐπὶ τοῦ βήματος εἰς τόπον λεγόμενον Λιθόστρωτον, Ἑβραϊστὶ δὲ Γαββαθᾶ· 14 ἦν δὲ παρασκευὴ τοῦ πάσχα, ὥρα δὲ ὡσεὶ ἕκτη· καὶ λέγει τοῖς Ἰουδαίοις· Ἴδε ὁ βασιλεὺς ὑμῶν. 15 οἱ δὲ ἐκραύγασαν· Ἆρον ἆρον, σταύρωσον αὐτόν. λέγει αὐτοῖς ὁ Πιλᾶτος· Τὸν βασιλέα ὑμῶν σταυρώσω; ἀπεκρίθησαν οἱ ἀρχιερεῖς· Οὐκ ἔχομεν βασιλέα εἰ μὴ Καίσαρα. 16 τότε οὖν παρέδωκεν αὐτὸν αὐτοῖς ἵνα σταυρωθῇ. 17 Παρέλαβον δὲ τὸν Ἰησοῦν καὶ ἤγαγον· καὶ βαστάζων τὸν σταυρὸν αὑτοῦ ἐξῆλθεν εἰς τὸν λεγόμενον κρανίου τόπον, ὃς λέγεται Ἑβραϊστὶ Γολγοθᾶ, 18 ὅπου αὐτὸν ἐσταύρωσαν, καὶ μετ' αὐτοῦ ἄλλους δύο ἐντεῦθεν καὶ ἐντεῦθεν, μέσον δὲ τὸν Ἰησοῦν. 19 ἔγραψε δὲ καὶ τίτλον ὁ Πιλᾶτος καὶ ἔθηκεν ἐπὶ τοῦ σταυροῦ· ἦν δὲ γεγραμμένον· Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων. 20 τοῦτον οὖν τὸν τίτλον πολλοὶ ἀνέγνωσαν τῶν Ἰουδαίων, ὅτι ἐγγὺς ἦν τῆς πόλεως ὁ τόπος ὅπου ἐσταυρώθη ὁ Ἰησοῦς· καὶ ἦν γεγραμμένον Ἑβραϊστί, Ἑλληνιστί, Ρωμαϊστί.- 25 Οἱ μὲν οὖν στρατιῶται ταῦτα ἐποίησαν. εἱστήκεισαν δὲ παρὰ τῷ σταυρῷ τοῦ Ἰησοῦ ἡ μήτηρ αὐτοῦ καὶ ἡ ἀδελφὴ τῆς μητρὸς αὐτοῦ, Μαρία ἡ τοῦ Κλωπᾶ καὶ Μαρία ἡ Μαγδαληνή. 26 Ἰησοῦς οὖν ἰδὼν τὴν μητέρα καὶ τὸν μαθητὴν παρεστῶτα ὃν ἠγάπα, λέγει τῇ μητρί αὐτοῦ· Γύναι, ἴδε ὁ υἱός σου, 27 εἶτα λέγει τῷ μαθητῇ· Ἰδοὺ ἡ μήτηρ σου. καὶ ἀπ' ἐκείνης τῆς ὥρας ἔλαβεν ὁ μαθητὴς αὐτὴν εἰς τὰ ἴδια. 28 Μετὰ τοῦτο εἰδὼς ὁ Ἰησοῦς ὅτι πάντα ἤδη τετέλεσται, ἵνα τελειωθῇ ἡ γραφή, λέγει· Διψῶ.- 30 ὅτε οὖν ἔλαβε τὸ ὄξος ὁ Ἰησοῦς εἶπε· Τετέλεσται, καὶ κλίνας τὴν κεφαλὴν παρέδωκε τὸ πνεῦμα. 31 Οἱ οὖν Ἰουδαῖοι, ἵνα μὴ μείνῃ ἐπὶ τοῦ σταυροῦ τὰ σώματα ἐν τῷ σαββάτῳ, ἐπεὶ παρασκευὴ ἦν· ἦν γὰρ μεγάλη ἡ ἡμέρα ἐκείνου τοῦ σαββάτου· ἠρώτησαν τὸν Πιλᾶτον ἵνα κατεαγῶσιν αὐτῶν τὰ σκέλη, καὶ ἀρθῶσιν. 32 ἦλθον οὖν οἱ στρατιῶται, καὶ τοῦ μὲν πρώτου κατέαξαν τὰ σκέλη καὶ τοῦ ἄλλου τοῦ συσταυρωθέντος αὐτῷ· 33 ἐπὶ δὲ τὸν Ἰησοῦν ἐλθόντες ὡς εἶδον αὐτὸν ἤδη τεθνηκότα, οὐ κατέαξαν αὐτοῦ τὰ σκέλη, 34 ἀλλ᾽ εἷς τῶν στρατιωτῶν λόγχῃ αὐτοῦ τὴν πλευρὰν ἔνυξε, καὶ εὐθέως ἐξῆλθεν αἷμα καὶ ὕδωρ. 35 καὶ ὁ ἑωρακὼς μεμαρτύρηκε, καὶ ἀληθινὴ αὐτοῦ ἐστιν ἡ μαρτυρία, κἀκεῖνος οἶδεν ὅτι ἀληθῆ λέγει, ἵνα καὶ ὑμεῖς πιστεύσητε».



[1]. Κανών λβ´: «...Ἐπεὶ καὶ τῇ κατ’ αὐτὸν ἐκκλησίᾳ, ἔνθα τὴν ποιμαντικὴν ἐνεχειρίσθη ἡγεμονίαν, ὕδωρ οἴνῳ μιγνῦναι παρέδωκεν, ἡνίκα τὴν ἀναίμακτον θυσίαν ἐπιτελεῖσθαι δεήσειε, τὴν ἐκ τῆς τιμίας πλευρᾶς τοῦ λυτρωτοῦ ἡμῶν καὶ Σωτῆρος Χριστοῦ τοῦ θεοῦ ἐξ αἵματος καὶ ὕδατος κρᾶσιν παραδεικνύς, ἥτις εἰς ζωοποίησιν παντὸς τοῦ κόσμου ἐξεχύθη, καὶ ἁμαρτιῶν ἀπολύτρωσιν· καὶ κατὰ πᾶσαν δὲ ἐκκλησίαν, ἔνθα οἱ πνευματικοὶ φωστῆρες ἐξέλαμψαν, ἡ θεόσδοτος αὕτη τάξις κρατεῖ. Καὶ γὰρ καὶ Ἰάκωβος ὁ κατὰ σάρκα Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν ἀδελφός, ὃς τῆς Ἱεροσολυμιτῶν ἐκκλησίας πρῶτος τὸν θρόνον ἐνεπιστεύθη, καὶ Βασίλειος ὁ τῆς Καισαρέων ἀρχιεπίσκοπος, οὗ τὸ κλέος κατὰ πᾶσαν τὴν οἰκουμένην διέδραμεν, ἐγγράφως τὴν μυστικὴν ἡμῖν ἱερουργίαν παραδεδωκότες, οὕτω τελειοῦν ἐν τῇ θείᾳ λειτουργίᾳ ἐξ ὕδατός τε καὶ οἴνου τὸ ἱερὸν ποτήριον ἐκδεδώκασι...».

[2]. «Μυστικῶς εἶ Θεοτόκε Παράδεισος, ἀγεωργήτως βλαστήσασα Χριστόν, ὑφ᾿ οὗ τὸ τοῦ Σταυροῦ, ζωηφόρον ἐν γῇ, πεφυτούργηται δένδρον· δι᾿ οὗ νῦν ὑψουμένου, προσκυνοῦντες αὐτὸν σὲ μεγαλύνομεν».

«Ὁ διὰ βρώσεως τοῦ ξύλου, τῷ γένει προσγενόμενος θάνατος, διὰ Σταυροῦ κατήργηται σήμερον· τῆς γὰρ Προμήτορος ἡ παγγενὴς κατάρα διαλέλυται, τῷ βλαστῷ τῆς ἁγνῆς Θεομήτορος, ἣν πᾶσαι αἱ Δυνάμεις, τῶν οὐρανῶν μεγαλύνουσι» (Καταβασία α´, β).

Τετάρτη 3 Σεπτεμβρίου 2025

 

Τὸ Γενέθλιον τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου, 8 Σεπτεμβρίου 2025 (8/9/2023), (Αριθμ. 39Ν1)

Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ.


Α. Όπως έχω ήδη επισημάνει, με την εορτή του Γενεθλίου της Θεοτόκου και της Υψώσεως του Σταυρού βρισκόμαστε σε ένα μεταβατικό στάδιο μεταξύ των Κυριακών του Ματθαίου και των Κυριακών του Λουκά, που καλύπτουν τη περίοδο μέχρι τις παραμονές των Χριστουγέννων.

 

Β. 1. Τα Αναγνώσματα της εορτής του Γενεθλίου της Θεοτόκου είναι τα αυτά με εκείνα της Κοιμήσεως, και, όπως, στην εορτή της Κοιμήσεως, έχουμε και κατ᾽ αυτήν Προεόρτια και την επομένη εν είδει συνάξεως την εορτή της μνήμης των Αγίων και Δικαίων Θεοπατόρων Ιωακείμ και Άννης. Βασικά στοιχεία της εορτής επαναλαμβάνονται και κατά την Απόδοση του Γενεσίου στις 12 Σεπτεμβρίου, η οποία κλείνει με το Κοντάκιο «Ἰωακεὶμ καὶ Ἄννα». Συγχρόνως η Εκκλησία μαζί με την εορτή των Θεοπατόρων, ως Μεθέορτα, ποιεί τη μνήμη της Γ´ Οικουμενικής Συνόδου στην Έφεσο το 431, της οποίας ο δογματικός ορισμός είναι ο όρος Θεοτόκος, ο κατεξοχήν όρος ομολογίας και προσκυνήσεως του ίδιου του Υιού και Λόγου του Θεού Πατρός ως ενανθρωπήσαντος. Και δεν είναι τυχαίο ότι στις ημέρες μας βάλλεται από τους επιφανείς της Trans–theology του μισογυνισμού και των διεθνών Μ.Κ.Ο. και πάλι σφόδρα το πρόσωπο της Παναγίας, όπως κι από διάφορες ομάδες που θέλουν να επιβάλλουν στην πίστη της Εκκλησίας μία κοινωνιολογική προτεσταντική αισθητική ως προς τη λατρεία και τη θεολογική ερμηνευτική με πρώτο θύμα και πάλι το πρόσωπο της Παναγίας ως Θεοτόκου.

2. Κατά το Τυπικὸν τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας το τριήμερο της εορτής του Γενεθλίου της Θεοτόκου είχε κέντρο την Παναγία των Χαλκοπρατείων με λιτή στο Φόρο του Αγίου Κωνσταντίνου και παννυχίδα κατά τα Προεόρτια και ασφαλώς με την παρουσία του Πατριάρχη.

 

Γ. Γι᾽ αυτό πρέπει να υπογραμμισθεί και πάλι ότι η τιμή στη Θεοτόκο έχει ως κέντρο τον ενανθρωπήσαντα Λόγο, γι᾽ αυτό όλη η υμνολογία της εορτής και τα Αναγνώσματα δομούνται με τις οράσεις και τις επαγγελίες των Προφητών για τον εν σαρκί ερχόμενο εκ παρθένου. Παράλληλα, η υμνολογία της εορτής αντιστοιχεί ερμηνευτικά, κυρίως, α. στα τρία Προφητικά Αναγνώσματα, β. τις σύντομες ερμηνευτικές προτάσεις της Γ´ Οικουμενικής Συνόδου του 431, με την ομολογία ότι η Παναγία είναι η όντως Θεοτόκος, ένα γεγονός που συνεορτάζεται σταθερά την επόμενη μέρα, στις 9 Σεπτεμβρίου, μαζί με τη μνήμη των Αγίων και Δικαίων Θεοπατόρων Ιωακείμ και Άννης και γ. στη δοξολογική αναφορά του ύμνου των Τριών Παίδων εν καμίνω, μία Θεοφάνεια κατενώπιον του βασιλέως Βαβυλώνος από το τελευταίο βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης, του Δανιήλ, όπου συντελείται το άνοιγμα του Ισραήλ προς όλα τα έθνη, αλλά και προκαταγγέλλεται και η κοινή Ανάσταση[1]. Εξάλλου, ψάλλονται οι Καταβασίες της Ὑψώσεως του Σταυρού, που συνοψίζουν την κραταιά παρουσία του Θεού στον Ισραήλ από τη διάβαση της Ερυθράς Θαλάσσης μέχρι και την ομολογία του Τριαδικού Θεού: «Εὐλογεῖτε Παῖδες, τῆς Τριάδος ἰσάριθμοι, δημιουργὸν Πατέρα Θεόν, ὑμνεῖτε τὸν συγκαταβάντα Λόγον, καὶ τὸ πῦρ εἰς δρόσον μεταποιήσαντα· καὶ ὑπερυψοῦτε τὸ πᾶσι ζωὴν παρέχον, Πνεῦμα πανάγιον εἰς τοὺς αἰῶνας». ( Καταβασία, ᾠδὴ η´).

 

Δ. Το θεολογικό ερμηνευτικό πλαίσιο της εορτής ιστορεί το Μυστήριο της Θείας Οικονομίας από κτίσεως κόσμου, με αναφορές στον Αδάμ και την Εύα, γεναρχών του ανθρώπινου γένους, τη δραματική πορεία του περιούσιου λαού με τα κορυφαία προφητικά θεοφανικά γεγονότα, όπου καταγράφεται η επαγγελία του εν σαρκί ερχόμενου, ο οποίος θα επισυναγάγει ἐν ἑαυτῷ και πάλι το ανθρώπινο γένος στο κοινό δείπνο, του ασάρκου, ενσάρκου και Πνευματικώς ορωμένου Λόγου της βασιλείας του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, όχι ως μιας μελλοντικής καταστάσεως, μιας εσχατολογικής προβολής, αλλά ως ανακαινισμού και ανακεφαλαιώσεως «σήμερον». Η κτίση ανακαινίζεται κι ο χρόνος συμπυκνώνεται στη νέα Ζωή της χάριτος: «Σήμερον ἡ στεῖρα Ἄννα τίκτει θεόπαιδα, τὴν ἐκ πασῶν τῶν γενεῶν προεκλεχθεῖσαν, εἰς κατοίκησιν τῷ παμβασιλεῖ, καὶ Κτίστῃ Χριστῷ τῷ Θεῷ, εἰς ἐκπλήρωσιν τῆς θείας οἰκονομίας· δι᾽ ἧς ἀνεπλάσθημεν οἱ γηγενεῖς, καὶ ἀνεκαινίσθημεν ἐκ τῆς φθορᾶς, πρὸς ζωὴν τὴν ἄληκτον».

 

Ε. 1. α. Κατά ταύτα, στο πρώτο Προφητικό Ανάγνωσμα προτυπώνεται η Θεοτόκος ως κλίμαξ και πύλη του ουρανού. Επ᾽ αυτής ο άσαρκος Λόγος, ως Κύριος της Δόξης, αποκαλύπτεται στον Ιακώβ, βεβαιώνοντάς τον ότι είναι ο Θεός Αβραάμ και Ισαάκ. Είναι μία Θεοφάνεια που αφορᾶ σε όλο το ανθρώπινο γένος: «Καὶ ἔσται τὸ σπέρμα σου ὡσεὶ ἄμμος τῆς γῆς καὶ πλατυνθήσεται ἐπὶ Θάλασσαν, καὶ Λίβα, καὶ Βορρᾶν, καὶ ἐπὶ Ἀνατολάς· καὶ ἐνευλογηθήσονται ἐν σοὶ πᾶσαι αἱ φυλαὶ τῆς γῆς, καὶ ἐν τῷ σπέρματί σου» (Γεν. 28, 14).

β. Το δεύτερο Προφητικό Ανάγνωσμα προέρχεται από το όραμα του Προφήτη Ιεζεκιήλ, κατά το οποίο ο Προφήτης βρίσκεται κατενώπιον του Κυρίου της Δόξης και θεωρεί το Μυστήριο της Θείας Ενανθρωπήσεως με την κεκλεισμένη κατά ανατολάς πύλη, την Παναγία, και ετοιμαζομένη τράπεζα της Θείας Ευχαριστίας: «Καὶ ἐπέστρεψέ με κατὰ τὴν ὁδὸν τῆς πύλης τῶν Ἁγίων τῆς ἐξωτέρας τῆς βλεπούσης κατὰ ἀνατολάς, καὶ αὕτη ἦν κεκλεισμένη. Καὶ εἶπε Κύριος πρὸς με· Ἡ πύλη αὕτη κεκλεισμένη ἔσται, οὐκ ἀνοιχθήσεται, καὶ οὐδεὶς οὐ μὴ διέλθῃ δι᾿ αὐτῆς, ὅτι Κύριος ὁ Θεός, Ἰσραὴλ εἰσελεύσεται δι᾿ αὐτῆς, καὶ ἔσται κεκλεισμένη. Διότι ὁ Ἡγούμενος οὗτος κάθηται ἐπ᾿ αὐτὴν τοῦ φαγεῖν ἄρτον ἐνώπιον Κυρίου» (Ἰεζ. 44, 1-3), ενώ δηλώνεται στην αρχή του Αναγνώσματος ότι πρόκειται για γεγονότα της ὀγδόης ἡμέρας του νῦν καὶ ἐπέκεινα, πέραν, δηλαδή, του όποιου χρόνου, γιατί η δόξα και η βασιλεία του Κυρίου είναι άκτιστη και ατελεύτητη.

γ. Με το τρίτο Προφητικό Ανάγνωσμα από το Βιβλίο των Παροιμιών παρέχεται η προτύπωση περί των Παθών του Χριστού αλλά και του Μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας. Η Σοφία, δηλαδή, ο Λόγος του Θεού Πατρός, ο ενανθρωπήσας Ιησούς Χριστός οικοδομεί οίκο για τον εαυτό του, μία ευθεία αναφορά ότι δημιούργησε την ανθρώπινή του φύση στη μήτρα της Παναγίας, «ἑαυτῷ», όπως λέγει ο μέγας Πατήρ της Εκκλησίας Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας, ενώ με όλο το έργο του της ένσαρκης Οικονομίας καλεί τον πεπτωκότα άνθρωπο στο κοινό ευχαριστιακό δείπνο, τον άφρονα και τον ενδεή, τον καλεί να αποκτήσει το φρόνημα των Προφητών, κατά τους επτά στύλους του οίκου της Σοφίας, τα επτά πνεύματα, για τα οποία μας ομιλεί ο Προφήτης Ησαΐας («Καὶ ἀναπαύσεται ἐπ’ αὐτὸν Πνεῦμα Κυρίου· Πνεῦμα σοφίας καὶ συνέσεως· Πνεῦμα βουλῆς καὶ ἰσχῦος· Πνεῦμα γνώσεως καὶ εὐσεβείας· καὶ ἐμπλήσει αὐτὸν Πνεῦμα φόβου Θεοῦ», Ἡσ. 11, 2), ώστε να επανέλθει ο πεπτωκώς άνθρωπος στη γνώση του Θεού, την οποία απέρριψε κατά την αρχαία αποστασία: «Ἔλθετε φάγετε τὸν ἐμὸν ἄρτον, καὶ πίετε οἶνον, ὃν κεκέρακα ὑμῖν, ἀπολίπετε ἀφροσύνην, καὶ ζήσεσθε· καὶ ζητήσατε φρόνησιν, ἵνα βιώσητε, καὶ κατορθώσητε σύνεσιν ἐν γνώσει» (Παροιμ. 9, 5-7). Είναι κλήση οικουμενική, κλήση, δηλαδή, για τον κάθε άνθρωπο, πάντα κατά την ιδία προαίρεση και δεκτικότητα εκάστου. Αυτή η κλήση αίρει όλες τις συμβάσεις της μεταπατορικής ιστορίας.

2. Αμέσως μετά από τα Προφητικά Αναγνώσματα με το πρώτο Στιχηρό Ιδιόμελο στη Λιτή συνοψίζεται η διακονία της Θεοτόκου στο Μυστήριο της Ενανθρωπήσεως του Λόγου κατά την επαγγελία και την πραγματοποίηση της σωτηρίας του ανθρωπίνου γένους, ως νέας ζωής: «Ἡ ἀπαρχὴ τῆς ἡμῶν σωτηρίας, λαοὶ σήμερον γέγονεν· ἰδοὺ γὰρ ἡ προορισθεῖσα ἀπὸ γενεῶν ἀρχαίων, Μήτηρ καὶ Παρθένος, καὶ δοχεῖον Θεοῦ, ἐκ στείρας γεννηθῆναι προέρχεται· ἄνθος ἐκ τοῦ Ἰεσσαί, καὶ ἐκ τῆς ῥίζης αὐτοῦ ῥάβδος ἐβλάστησεν. Εὐφραινέσθω Ἀδὰμ ὁ προπάτωρ, καὶ ἡ Εὔα ἀγαλλιάσθω χαίρουσα· ἰδοὺ γὰρ ἡ οἰκοδομηθεῖσα ἐκ πλευρᾶς τοῦ Ἀδάμ, τὴν θυγατέρα καὶ ἀπόγονον, μακαρίζει ἐμφανῶς· Ἐτέχθη μοι γάρ φησι λύτρωσις, δι᾿ ἧς ἐκ τῶν δεσμῶν τοῦ ᾍδου ἐλευθερωθήσομαι. Ἀγαλλιάσθω ὁ Δαυΐδ κρούων τὴν κινύραν, καὶ εὐλογείτω τὸν Θεόν· ἰδοὺ γὰρ ἡ Παρθένος πρόεισιν ἐκ πέτρας ἀγόνου, πρὸς σωτηρίαν τῶν ψυχῶν ἡμῶν».

3. Το Μυστήριο της Θείας Οικονομίας αφορά σε όλο το ανθρώπινο γένος. Η υμνολογία της σημερινής εορτής είναι γεμάτη από διατυπώσεις με χρήση της αόριστης επιμεριστικής αντωνυμίας πᾶς, όπως πᾶσι, πάντες. Συγχρόνως ο χρόνος ακινητίζεται από τη φωτοδοσία του Κυρίου της Δόξης, ο οποίος κενούται ενανθρωπήσας, κατά το Αποστολικό Ανάγνωσμα, για να χαρίσει τη μακαριότητα στον καθένα που με απλότητα αναφωνεί: «Μακαρία ἡ κοιλία ἡ βαστάσασά σε καὶ μαστοὶ οὓς ἐθήλασας».

 

ΣΤ. 1.α. Ο εορτασμός της μνήμης της Γ´ Οικουμενικής Συνόδου είναι μεταγενέστερος, οπωσδήποτε μετά τη Σύνοδο της Χαλκηδόνος. Εντάχθηκε στο εορτολόγιο στο πλαίσιο υπογραμμίσεως των σημαντικών γεγονότων, κατά τα οποία η Εκκλησία, με κορυφαίες συνοδικές αποφάσεις, ερμήνευσε το Σύμβολο της Πίστεως, ιδίως όταν πλέον είχε να αντιμετωπίσει αφενός την παραχάραξή του, αφετέρου την αμφισβήτηση για την ίδια της την πίστη ως προς την υπό του Θεού παρεχόμενη δωρεά, εάν, δηλαδή, η σωτηρία μας είναι άκτιστη, ή είναι κατορθωτή από τον ίδιο τον άνθρωπο διά των ιδίων του δυνάμεων μέσω μιας ηθικής τελειώσεως, υπακούοντας αυτός σε εντολές και τσιτάτα από την Καινή Διαθήκη και εξωτερικούς κανόνες, αν είναι εν τέλει η Εκκλησία η φανέρωση των γεγονότων της Θείας Οικονομίας, ή είναι μία οργάνωση χρήσιμη για την κοινωνία, όπως στους νεότερους χρόνους ο στρατός και η αστυνομία, της οποίας, μάλιστα, τα μέλη είναι νόμιμοι και ηθικοί πολίτες, όπως όλες οι ομαδούλες. Βέβαιο είναι ότι πολύ νωρίς η Εκκλησία ποιούσε μνήμη των Αγίων Πατέρων της Συνόδου της Νικαίας (Ζ´ Κυριακή από του Πάσχα) και βαθμιαία, λόγω του σχίσματος με τους αντιχαλκηδόνιους, της Συνόδου της Χαλκηδόνος και, βέβαια, αργότερα με την Κυριακή της Ορθοδοξίας, κατά την οποία ανακεφαλαιώνεται πανηγυρικά η κατάφασή της στη λειτουργική χρήση των αγίων εικόνων ως τύπων και σημείων της αληθούς Ενανθρωπήσεως του Λόγου κατά τις αποδείξεις των Προφητών και τη μαρτυρία των Αποστόλων και την ερμηνεία των Αγίων και εγκρίτων Πατέρων συνοδικά. Το εορτολόγιο συγκροτείται με τη μνήμη των προσώπων και έπεται η ιδιαίτερη μνήμη γεγονότων καθεαυτών, γιατί το κατεξοχήν θεοφανικό γεγονός είναι ο ίδιος ο Χριστός, ο πληρώσας πάσαν την Οικονομίαν, γι᾽ αυτό το αρχικό πλαίσιο ήταν το Τριώδιο και το Πεντηκοστάριο ως διαστήματα, κατά τη μαρτυρία των Αγίων Αθανασίου και Κυρίλλου, πατριαρχών Αλεξανδρείας.

β. Στην Γ´ Οικουμενική Σύνοδο η ομολογία του όρου Θεοτόκος, ως ερμηνευτικού θεολογικού ορισμού επί των άρθρων του Συμβόλου Πίστεως της Νικαίας «τὸν δι᾽ ἡμᾶς τοὺς ἀνθρώπους καὶ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν κατελθόντα καὶ σαρκωθέντα, ἐνανθρωπήσαντα» βαθμιαία και με τις ερμηνευτικές προτάσεις στη Δ´ Οικουμενική Σύνοδο της Χαλκηδόνος, απετέλεσε την ιερή καταφυγή μιας λειτουργικής και ερμηνευτικής παραγωγής που καλύπτει χίλια χρόνια. Ο όρος Θεοτόκος, ως ευσύνοπτο κριτήριο της Ορθοδόξου πίστεως είναι ό,τι και ο όρος ὁμοούσιος για το Σύμβολο της Πίστεως, που ακούμε σε κάθε Θεία Λειτουργία. Θέλω να πω, λοιπόν, με πέντε λόγια ότι από την Τρίτη Οικουμενική Σύνοδο μέχρι και την Έβδομη, και ανακεφαλαιωτικά με την τελευταία Γενική Σύνοδο της ενωμένης Εκκλησίας του 879-80, η Εκκλησία έχει ερμηνεύσει διά μακρών το Μυστήριο της ένσαρκης Οικονομίας του Υιού και Λόγου του Θεού κατά το Σύμβολο της Πίστεως. Αυτό που λέμε Όροι των Οικουμενιών Συνόδων, είναι ερμηνευτικές προτάσεις, διατυπώσεις, επί του Συμβόλου Πίστεως, είναι ερμηνεία του Μυστηρίου της Θείας Οικονομίας από κτίσεως κόσμου και μέχρις αιώνος, όπως ακούμε στο Πιστεύω, δεν είναι ούτε διαμόρφωση δογμάτων ούτε έννοιες, πολύ δε περισσότερο ανάπτυξη δογμάτων και γενικώς αλήθειες της πίστεως. Η μόνη αλήθεια είναι ο Λόγος, ο ἐν ἀρχῇ, ὁ δι᾽ οὗ τὰ πάντα, αυτός δημιουργεί το σύμπαν και τον άνθρωπο, αποκαλύπτεται ασάρκως στους Προφήτες, που τον επαγγέλλονται και ένσαρκο, ένσαρκο δια της Ενανθρωπήσεως τον ακολουθούν οι Απόστολοι, τον αυτόν και Πνευματικώς ορώμενο κατά την Πεντηκοστή και σε κάθε Θεία Λειτουργία με την Ἐπίκληση του Αγίου Πνεύματος και Πνευματικώς μετεχόμενο και διαδιδόμενο, γενόμενοι μέλη και οι χριστιανοί του Σώματός του μυστικώς, ήτοι Πνευματικώς. Η Θεοτόκος διακονεί στο μυστήριο της έναρκης Οικονομίας του Λόγου, είναι η πιστοποίηση ότι ο Υιός του Θεού ενηνθρώπησε πραγματικά και όχι φαινομενικά, είναι ο Ζων Θεός της δημιουργίας, της ιστορίας και ο Ερχόμενος, ο αεί ερχόμενος, δεν είναι κάποια έννοια, κάποια θεωρητική κατασκευή.

2. Γι᾽ αυτό στη Θεία Ευχαριστία, που είναι η σύνοψη του Μυστηρίου της Θείας Οικονομίας, δηλαδή, ό,τι κάνει ο Θεός απακαλυπτόμενος με το πρώτο γενηθήτω της δημιουργίας και εις τους αιώνας των αιώνων, κατά την Ἐπίκληση για τη μεταβολή των Τιμίων Δώρων σε Σώμα και Αίμα Χριστού η Παναγία αναφέρεται με το ἐξαιρέτως, πάνω απ᾽ όλους, δηλαδή, τους απ᾽ αιώνος Αγίους, Πατριάρχες και Αποστόλους, έτσι: «Ἔτι προσφέρομέν σοι τὴν λογικὴν ταύτην λατρείαν ὑπέρ τῶν ἐν πίστει ἀναπαυσαμένων Προπατόρων, Πατέρων, Πατριαρχῶν, Προφητῶν, Ἀποστόλων, Κηρύκων, Εὐαγγελιστῶν, Μαρτύρων, Ὁμολογητῶν, Ἐγκρατευτῶν, Διδασκάλων, καὶ παντὸς πνεύματος δικαίου ἐν πίστει τετελειωμένου. Ἐξαιρέτως τῆς Παναγίας, ἀχράντου, ὑπερευλογημένης, ἐνδόξου, Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας». Και ομολογεί μεγαλόφωνα ο λειτουργός την Παναγία Θεοτόκο και Αειπάρθενο, ενώ οι ψάλτες απαντούν για όλο το εκκλησιαστικό πλήρωμα: «Ἄξιόν ἐστιν ὡς ἀληθῶς, μακαρίζειν σὲ τὴν Θεοτόκον, τὴν ἀειμακάριστον καὶ παναμώμητον, καὶ Μητέρα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν. Τὴν τιμιωτέραν τῶν Χερουβείμ, καὶ ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ, τὴν ἀδιαφθόρως Θεὸν Λόγον τεκοῦσαν, τὴν ὄντως Θεοτόκον, σὲ μεγαλύνομεν».

3. Ομολογεί, λοιπόν, η Εκκλησία την Παναγία ως ἀληθῶς Θεοτόκο, ως την κατεξοχήν αυτόπτη μάρτυρα και διάκονο του Ενανθρωπήσαντος Θεού και αποδίδοντάς την εξαίρετο τιμή, ομολογεί τον εξ αυτής γεννηθέντα Υιό και Λόγο του Θεού Πατρός, τον ένα και τον αυτόν.

 

Ζ. Εξάλλου, οι γεννήτορες της Θεοτόκου, και ως εκ τούτου Θεοπάτορες, που ανήκαν στη γενεά Ιεσσαί και Δαυΐδ, μακαρίζονται για τη Θεοτόκο, και η τιμή ανάγεται στον Ενανθρωπήσαντα Λόγο. Προτυπώσεις και προφητικές επαγγελίες ερμηνεύονται ως ανακεφαλαίωση της ένσαρκης Θεοφάνειας του προ των αιώνων Λόγου. Εξάλλου, και οι ίδιοι οι Άγιοι Προπάτορες, Ιωακείμ και Άννα, δέχθηκαν την Θεοφάνεια του άσαρκου Λόγου, ως Αγγέλου, για το γεγονός της συλλήψεως της Θεοτόκου και σήμερον οι Προπάτορες: «Οἱ ἐξ ἀκάρπων λαγόνων, ῥάβδον ἁγίαν τὴν Θεοτόκον βλαστήσαντες, ἐξ ἧς ἡ σωτηρία τῷ κόσμῳ ἀνέτειλε, Χριστὸς ὁ Θεός, τὸ ζεῦγος τὸ ἅγιον, ἡ ξυνωρὶς ἡ ἁγία, Ἰωακεὶμ καί, Ἄννα· οὗτοι μεταστάντες πρὸς οὐρανίους σκηνάς, σὺν τῇ αὐτῶν θυγατρὶ ὑπεραχράντῳ Παρθένῳ, μετ᾿ Ἀγγέλων χορεύουσιν, ὑπὲρ τοῦ κόσμου πρεσβείας ποιούμενοι· οἷς καὶ ἡμεῖς συνελθότες εὐσεβῶς, ὑμνοῦντες λέγομεν· οἱ διὰ τῆς θεόπαιδος καὶ πανάγνου Μαρίας, προπάτορες Χριστοῦ χρηματίσαντες, πρεσβεύσατε ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν»,  και γι᾽ αυτό προέχει το Απολυτίκιο της χθεσινής εορτής του Γενεθλίου: «Ἡ γέννησίς σου Θεοτόκε, χαρὰν ἐμήνυσε πάσῃ τῇ οἰκουμένῃ· ἐκ σοῦ γὰρ ἀνέτειλεν ὁ ἥλιος τῆς δικαιοσύνης, Χριστὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν, καὶ λύσας τὴν κατάραν, ἔδωκε τὴν εὐλογίαν, καὶ καταργήσας τὸν θάνατον, ἐδωρήσατο ἡμῖν ζωὴν τὴν αἰώνιον».

 

Η. (Αποστολικό και Ευαγγελικό Ανάγνωσμα, όπως ερμηνεύθηκαν για την εορτή της Κοιμήσεως: 35Ν2 στην ενταύθα σειρά!).

 

Αποστολικό Ανάγνωσμα: Φιλιπ. β´, 5-11: «5 τοῦτο φρονείσθω ἐν ὑμῖν ὃ καὶ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, 6 ὃς ἐν μορφῇ Θεοῦ ὑπάρχων οὐχ ἁρπαγμὸν ἡγήσατο τὸ εἶναι ἴσα Θεῷ, 7 ἀλλ' ἑαυτὸν ἐκένωσε μορφὴν δούλου λαβών, ἐν ὁμοιώματι ἀνθρώπων γενόμενος, 8 καὶ σχήματι εὑρεθεὶς ὡς ἄνθρωπος ἐταπείνωσεν ἑαυτὸν γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δὲ σταυροῦ. 9 διὸ καὶ ὁ Θεὸς αὐτὸν ὑπερύψωσε καὶ ἐχαρίσατο αὐτῷ ὄνομα τὸ ὑπὲρ πᾶν ὄνομα, 10 ἵνα ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ πᾶν γόνυ κάμψῃ ἐπουρανίων καὶ ἐπιγείων καὶ καταχθονίων, 11 καὶ πᾶσα γλῶσσα ἐξομολογήσηται ὅτι Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς εἰς δόξαν Θεοῦ πατρός».

 

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: Λουκ. ι´, 38-42-ια´, 27-28: «38 Ἐγένετο δὲ ἐν τῷ πορεύεσθαι αὐτοὺς καὶ αὐτὸς εἰσῆλθεν εἰς κώμην τινά. γυνὴ δέ τις ὀνόματι Μάρθα ὑπεδέξατο αὐτὸν εἰς τὸν οἴκον αὐτῆς. 39 καὶ τῇδε ἦν ἀδελφὴ καλουμένη Μαρία, ἣ καὶ παρακαθίσασα παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ ἤκουε τὸν λόγον αὐτοῦ. 40 ἡ δὲ Μάρθα περιεσπᾶτο περὶ πολλὴν διακονίαν· ἐπιστᾶσα δὲ εἶπε· Κύριε, οὐ μέλει σοι ὅτι ἡ ἀδελφή μου μόνην με κατέλιπε διακονεῖν; εἰπὲ οὖν αὐτῇ ἵνα μοι συναντιλάβηται. 41 ἀποκριθεὶς δὲ εἶπεν αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· Μάρθα Μάρθα, μεριμνᾷς καὶ τυρβάζῃ περὶ πολλά· 42 ἑνὸς δέ ἐστι χρεία· Μαρία δὲ τὴν ἀγαθὴν μερίδα ἐξελέξατο, ἥτις οὐκ ἀφαιρεθήσεται ἀπ' αὐτῆς.- 27 Ἐγένετο δὲ ἐν τῷ λέγειν αὐτὸν ταῦτα ἐπάρασά τις γυνὴ φωνὴν ἐκ τοῦ ὄχλου εἶπεν αὐτῷ· Μακαρία ἡ κοιλία ἡ βαστάσασά σε καὶ μαστοὶ οὓς ἐθήλασας. 28 αὐτὸς δὲ εἶπε· Μενοῦνγε μακάριοι οἱ ἀκούοντες τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ καὶ φυλάσσοντες αὐτόν».



[1]. Κανών α´, ᾠδὴ η´, ἦχος β´: «Ἐν τῇ καμίνῳ τῇ τῶν Παίδων, προαπεικόνισας ποτέ, τὴν σὴν Μητέρα Κύριε· ὁ γὰρ τύπος τούτους πυρὸς ἐξείλετο, ἀφλέκτως ἐμβατεύοντας· ἣν ὑμνοῦμεν ἐμφανισθεῖσαν, διὰ σοῦ τοῖς πέρασι σήμερον, καὶ ὑπερυψοῦμεν εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας».