HELLENOPHONIA

Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2026

  

Μνήμη τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρὸς ἡμῶν Γρηγορίου, Ἀρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως, τοῦ Θεολόγου, 25 Ἰανουαρίου 2026, και Ἡ ἀνακομιδὴ τοῦ Λειψάνου τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρὸς ἡμῶν Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, 27 Ἰανουαρίου 2026, (Αριθμ. 65Α- 66Α-/Β)
Κυριακὴ ΙΕ´ Λουκᾶ

 

Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ.

 

Ι. Α. 1. Η μνήμη του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου τιμάται σε μία σημαντική περίοδο του εορτολογίου της Εκκλησίας μαζί με μία σειρά εγκρίτων Πατέρων και ασκητών και Μαρτύρων της Εκκλησίας της περιόδου των Οικουμενικών Συνόδων, οι οποίοι ερμήνευσαν τη βαπτισματική ομολογία στον Τριαδικό Θεό και την ένσαρκη οικονομία του Υιού και Λόγου του Θεού Πατρός, με συμμετοχή στις Οικουμενικές Συνόδους, ή με ερμηνευτική χρήση των υπομνημάτων τους από τη συνοδική πράξη της Εκκλησίας, πολλές φορές εν είδει Ανθολογίου πατερικών χρήσεων. Μεταξύ αυτών ο Άγιος Γρηγόριος είναι ο μόνος που φέρει το όνομα Θεολόγος. Είναι ένα επιθετικό ουσιαστικό, αφού μόνο τρεις Άγιοι της Εκκλησίας φέρουν αυτό το προσωνύμιο, ο Άγιος Ιωάννης ο Ευαγγελιστής, του οποίου το Ευαγγέλιο ονομάζεται και θεολογικό Ευαγγέλιο, που διαβάζεται από το βράδυ της Αναστάσεως μέχρι την Πεντηκοστή, ο Άγιος Γρηγόριος και ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος, ενώ πολύ αργότερα, το 14ο αιώνα, προβάλλεται συγκαταριθμούμενος ως τέταρτος από την ησυχαστική πράξη της Εκκλησίας και ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς.

2. Για το βίο του Αγίου Γρηγορίου έχουμε μία βιογραφία, γραμμένη από το Γρηγόριο τον Πρεσβύτερο, τον 7ο αι., ενώ εκτενή σχόλια έχουν γίνει από τον Άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή στο έργο του «Περὶ διαφόρων ἀποριῶν Διονυσίου καὶ Γρηγορίου πρὸς Θωμᾶν τὸν ἡγιασμένον». Μεγάλη επίδραση δέχτηκαν οι Άγιοι Κοσμάς ο Μελωδός και Ιωάννης ο Δαμασκηνός, όπως αποτυπώνεται στο ερμηνευτικό της πίστεως έργο του δευτέρου Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, όπως και στους Κανόνες του, ενώ ο Άγιος Φώτιος έχει ως θεμέλιο της ερμηνείας του περί της εκ του Πατρός εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος τους Πέντε Θεολογικοὺς Λόγους του Αγίου Γρηγορίου. Με τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά και τις συζητήσεις μερί αποκαλύψεως του Θεού στους απ᾽ αιώνος Αγίους Προφήτες, Αποστόλους, Μάρτυρες και Οσίους επανέρχονται οι ερμηνευτικές προτάσεις του Αγίου Γρηγορίου περί της ενότητος Παλαιάς και Καινής Διαθήκης ως καταγραφής των θεοφανικών γεγονότων του αυτού ασάρκου, ενσάρκου και Πνευματικώς ορωμένου Λόγου προς απόδειξη ότι η παρεχόμενη υπό του Θεού σωτηρία είναι άκτιστη χάρη και όχι κτιστή προκοπή μιας ατομικής εγωπαθούς προσπάθειας του ανθρώπου με κέντρο τη διάνοιά του. Αυτή η νηπτική πρόσληψη του έργου του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου καταγράφεται και στη νεότερη πατερική παραγωγή μετά την κορυφαία ησυχαστική περίοδο του 14ου-15ου αι. και μέχρις τις αρχές του 19ου αι.

Β. 1. Η υμνολογία της εορτής του Αγίου απηχεί την κηρυγματική του ερμηνευτική, που εκκινεί από την ποιμαντική φροντίδα ερμηνείας της Αγίας Γραφής ως κεντρικού αναγνώσματος στη λατρευτική πράξη της Εκκλησίας σε συνδυασμό με ανταπάντηση στην πρόκληση εκείνων των μελών της Εκκλησίας που επηρεάζονταν είτε από την ιουδαϊκή τους προέλευση και υποτιμούσαν το Χριστό, ως τον ενανθρωπήσαντα Υιό και Λόγο του Θεού Πατρός, πολύ δε περισσότερο το Άγιο Πνεύμα, αφού γι᾽ αυτούς ένας είναι Κύριος ο Θεός κατά το Δεκάλογο του Μωϋσέως, που είναι ο Νόμος, είτε από την εθνική τους καταγωγή, με προεξέχουσα την Ελληνική σκέψη, κατά την οποία η συμπαντική πραγματικότητα διαιρείται στο νοητό και τον αισθητό κόσμο, εκ των οποίων ο νοητός είναι ανώτερος, ταυτίζεται μεν με το Θεό, αλλά συγχρόνως δεν δικαιολογεί την ετερότητα των προσώπων, και, επομένως, ο Λόγος και το Άγιο Πνεύμα, που δρουν, κατά το μυστήριο της Θείας Οικονομίας, στην ιστορία, όπως καταγράφεται στην Αγία Γραφή, πρέπει μετά τη δράση τους να απορροφηθούν από το πρόσωπο του Θεού Πατέρα, για να υπάρξει ενότητα στο νοητό κόσμο, τον κόσμο πέραν της αισθητής πραγματικότητος.

2. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, Καππαδόκης στην καταγωγή (329-390), ανήκε σε οικογένεια γαιοκτημόνων, ένα είδος ακριτών της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, και γι᾽ αυτό η παιδεία που έλαβε, όπως και ο αδελφός του Καισάριος, αργότερα έπαρχος της Βιθυνίας, ήταν παιδεία που εξασφάλιζε μια θέση στη διοικητική μηχανή της αυτοκρατορίας. Η στροφή του στην εκκλησιαστική ζωή οφείλεται στην οικογένειά του αλλά και στο φίλο του Μέγα Βασίλειο, με τον οποίο συνέπεσαν για σπουδές Σοφιστικής στην Αθήνα, που στις μέρες τους ήταν ακόμη κέντρο της Ελληνικής παιδείας αλλά και της θεουργίας της θρησκείας του δωδεκάθεου. Γνωρίζοντας καλά την Αγία Γραφή αλλά και την Ελληνική κλασική σκέψη και έχοντας ως βάση τη βαπτισματική ομολογία  και τη συνοδική ερμηνεία της Α´ Οικουμενικής Συνόδου στη Νίκαια ο Άγιος Γρηγόριος προβαίνει σε μία ενοποιητική ερμηνεία της συμπαντικής πραγματικότητος, διακρίνοντας τον Τριαδικό Θεό από την κτίση, τη δημιουργία του κόσμου, και την πορεία του ανθρώπινου γένους. Ωστόσο, κτίση και ιστορία κατά το λόγο της δημιουργίας και της εκρηκτικής πορείας εν χρόνω είναι σημεία της μεγαλειότητος και δυνάμεως του Τριαδικού Θεού, καθώς τα πάντα έχουν λόγο υπάρξεως, λογοποιούνται από τον εν αρχή Λόγο, που παραδεικνύει τη θεότητά του με τη δημιουργία του κόσμου, καθώς Αυτός είπε και εγένετο, με την άσαρκη αποκάλυψή του στους θεόπτες Προφήτες, με την ένσαρκη παρουσία του και τη διαρκή του φανέρωση Πνευματικώς, με τη διαρκή του κλήση για εκκλησιασμό των πάντων σε μία πορεία αναβαθμών και τελειώσεως, παρά τις παλινδρομήσεις του ανθρώπινου γένους, που επιφέρει πόνους ακόμη και στην άλογη κτίση.

3. Εκκινώντας, λοιπόν, από την ενοποιητική ερμηνεία της συμπαντικής πραγματικότητας ο Άγιος Γρηγόριος επιμένει στην οικουμενικότητα της Προφητικής μαρτυρίας και εξαγγελίας για την επανάκαμψη του ανθρώπινου γένους στην κατά χάρη θεοείδειά του με την πρόσληψή του από τον ίδιο το Δημιουργό του, ως ένα διαρκές κτίσιμο, μία διαρκή ζωοποίηση στο βαπτιστήριο της Εκκλησίας και συναγωγή των πάντων, ζώντων και τεθνεώτων και ερχομένων κατά την ευδοκία του Πατρός, τη λογοποίηση των πάντων υπό του Υιού και τη ζωοποίησή των υπό του Αγίου Πνεύματος, σύμφωνα με τη βαπτισματική ομολογία και τη συνόψιση του μυστηρίου της Θείας Οικονομίας στο μυστήριο της αναίμακτης θυσίας στη Θεία Ευχαριστία. Ενώ, λοιπόν, ο Άγιος Γρηγόριος γνωρίζει την τέχνη του ανθρώπινου λόγου κατά το κατάκτημα της Ελληνικής παιδείας, η ερμηνευτική του θέαση απλώνεται στους ανοιχτούς ορίζοντες της οικουμενικής θέασης της Προφητικής μαρτυρίας μιας συγχρονικής συμπτώσεως ολόκληρου του ανθρώπινου γένους, που διακρατείται από την παντουργό παρουσία της δυνάμεως του Θεού, όπως αποκαλύφθηκε στην κτίση και την ιστορία την πρώτη στιγμή της δημιουργίας ως φως απρόσιτο, πέραν και πάνω από την κτιστή πραγματικότητα. Γι᾽ αυτό η ομολογία της ομοουσιότητος των προσώπων της Αγίας Τριάδος υπερβαίνει την τεχνολογία του ανθρώπινου λογισμού μιας στενής επιχειρηματολογίας της ανθρώπινης γνώσεως, εγωϊστικής, μερικής και αλληλοαναιρούμενης θέασης του κόσμου, των κοινωνικών συμβατικοτήτων και της καταδυναστεύσεως. Το Απολυτίκιο του Αγίου τού ανταποδίδει ακριβώς αυτή την οικουμενική θέαση: «Ὁ ποιμενικὸς αὐλὸς τῆς θεολογίας σου, τὰς τῶν ῥητόρων ἐνίκησε σάλπιγγας· ὡς γὰρ τὰ βάθη τοῦ Πνεύματος ἐκζητήσαντι, καὶ τὰ κάλλη τοῦ φθέγματος προσετέθη σοι», όπου με τον όρο θεολογία αποδίδεται η ομολογία του Τριαδικού Θεού, ως ομοουσίων υποστάσεων, ως Μονάδος κατά τη φύση και την ουσία και Τριάδος προσώπων, κατά τη βαπτισματική ομολογία, την προσκύνηση και το δοξασμό, όπως λέγεται, εξάλλου, και στο Κάθισμα μετά τον Πολυέλαιον: «Στηλιτεύων τὴν πλάνην τῶν δυσσεβῶν, τὰς Γραφὰς διανοίγων θεοπρεπῶς, ἐξέπεμψας δόγματα,ὑπὲρ μέλι ἡδύνοντα, τῶν πιστῶν τὰς καρδίας, σαφῶς ἀξιάγαστε, τῇ Τριάδι λατρεύειν, ἐν Μονάδι Θεότητος·ὅθεν τοῦ Σωτῆρος, τὴν μορφὴν ἐν εἰκόνι προέστησας ἀσπάζεσθαι, σχετικῶς τὸ ἀνθρώπινον. Θεολόγε Γρηγόριε, πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, τῶν πταισμάτων ἄφεσιν δωρήσασθαι, τοῖς ἑορτάζουσι πόθῳ, τὴν ἁγίαν μνήμην σου».

4. Θα πρέπει να υπογραμμίζεται πάντα αυτή η οικουμενική θέαση του σύμπαντος κόσμου ως η ερμηνευτική πρόταση της Αγίας Γραφής υπό του Αγίου Γρηγορίου, κατά την οποία η λειτουργική πράξη αποτελεί συμπερίληψη της αποκαλύψεως του Τριαδικού Θεού μετά πάντων των απ᾽ αιώνος Αγίων και όλου του πληρώματος της δημιουργίας. Αυτό αποδίδεται με το Κάθισμα, ἦχος πλ. δ´, ως μία ανάκληση στη πρώτη στιγμή της δημιουργίας: «Ἐξανοίξας τὸ στόμα λόγῳ Θεοῦ, ἐξηρεύξω σοφίαν Κήρυξ φωτός, καὶ φρόνημα ἔνθεον, τῇ οἰκουμένῃ κατέσπειρας, τῶν Πατέρων ὄντως, κυρώσας τὰ δόγματα, κατὰ Παῦλον ὤφθης, τῆς Πίστεως πρόμαχος· ὅθεν καὶ Ἀγγέλων, συμπολίτης ὑπάρχεις, καὶ τούτων συνόμιλος, ἀνεδείχθης μακάριε, Θεολόγε Γρηγόριε, πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, τῶν πταισμάτων ἄφεσιν δωρήσασθαι, τοῖς ἑορτάζουσι πόθῳ, τὴν ἁγίαν μνήμην σου».

 

ΙΙ. Α. 1. Η ανακομιδή του Λειψάνου του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου από τα Κόμανα του Πόντου στην Κωνσταντινούπολη έγινε από το μαθητή του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Άγιο Πρόκλο στις 27 Ιανουαρίου 438. Όπως έχει ήδη σημειωθεί στην εορτή των Εισοδίων: «Η Εκκλησία εορτάζει κατά τα Προεόρτια των Εισοδίων τη μνήμη του Αγίου Πρόκλου, Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως (434-446). Υπήρξε μαθητής του Αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου και έκανε την ανακομιδή του Λειψάνου του και την εναπόθεσή του στο Ιερό Βήμα της εκκλησίας των Δώδεκα Αποστόλων. Μετά την κλοπή από τους Σταυροφόρους τα λείψανα του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου και του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου επεστράφησαν στο Οικουμενικό Πατριαρχείο το 2004 και φυλάσσονται προς προσκύνηση στον Πατριαρχικό Ναό του Αγίου Γεωργίου στο Φανάρι. Ο Άγιος Πρόκλος υπήρξε ένας από τους υπερασπιστές των αποφάσεων της Τρίτης Οικουμενικής Συνόδου και των ερμηνευτικών διατυπώσεων της Εκθέσεως των Διαλλαγών, ενός Συνοδικού Κειμένου διαλλαγής μεταξύ των τοπικών εκκλησιών Αλεξάνδρειας και Αντιόχειας μετά την Τρίτη Οικουμενική, διά του οποίου επαναβεβαιώθηκε η καταδίκη του Νεστορίου, ο οποίος δεν δεχόταν τον όρο Θεοτόκος για την Παναγία, και γι᾽ αυτό η Εκκλησία ενσωμάτωσε τις διατυπώσεις του μαζί με αυτές του Αγίου Κυρίλλου στον Όρο και τις ερμηνευτικές διασαφηνίσεις κατά την Τέταρτη Οικουμενική Σύνοδο, ενέταξε δε τη μνήμη του στο πλαίσιο των εόρτιων γεγονότων αποδόσεως της εξαίρετης τιμής της Παναγίας ως Θεοτόκου. Η παρουσία του Αγίου Πρόκλου στο θρόνο της Κωνσταντινούπολης δημιούργησε κλίμα συμφιλιώσεως μεταξύ των χριστιανών, καθώς πολλοί ήσαν εκείνοι που δεν είχαν αποδεχθεί την απομάκρυνση του Αγίου Ιωάννου από το θρόνο της Κωνσταντινούπολης. Επιπλέον, παρά τις παλινδρομήσεις της αυτοκρατορικής αυλής και τη διαφορετική πρόσληψη των ερμηνευτικών προτάσεων του Αγίου Κυρίλλου και της Γ´ Οικουμενικής Συνόδου, κατ᾽ αυτήν την περίοδο αναδύθηκαν οι εορτές προς τη Θεοτόκο, ενώ η λεπτομερής μελέτη των Προφητικών εξαγγελιών και της ανακεφαλαιώσεώς των στα γεγονότα της ένσαρκης παρουσίας του Λόγου εν πολλοίς και με αναιρετικό στόχο θα έχει ως αποτέλεσμα τον εορτολογικό πλουτισμό και την ιδιαίτερη αρχιτεκτόνηση ναών προς τιμήν της Θεοτόκου και του Χριστού».

2. Παρακολουθώντας την υμνολογία της εορτής της ανακομιδής του Λειψάνου του Αγίου πρέπει να ξεχωρίσουμε το Στιχηρό, ἦχος δ´, του Εσπερινού, όπου περιγράφεται το γεγονός: «Ἱερωτάτην στησώμεθα χορείαν· στέφος γὰρ χρυσόμορφον, τῆς Ἐκκλησίας Χριστοῦ, βασιλικῇ δόξῃ σήμερον, ἀπὸ Κομάνων, πρὸς πόλιν ἥκει τὴν Βασιλεύουσαν, λάμπει στίλβον ἄνωθεν, τῇ ἐπανόδῳ αὐτοῦ, πρὸς βασιλείαν τὴν ἄϋλον, πιστοὺς εἰσάγει, καὶ τῷ τῶν ὅλων προσοικειοῖ Βασιλεῖ· διὸ βοῶμεν· Χρυσεπώνυμε, Πάτερ θεῖε Χρυσόστομε πάγχρυσε, καθικέτευε σῶσαι, καὶ φωτίσαι τὰς ψυχὰς ἡμῶν», όπως και το Κοντάκιο, όπου επίσης δίδεται η καταγραφή του γεγονότος: «Ἐφράνθη μυστικῶς, ἡ σεπτὴ Ἐκκλησία, τῇ ἀνακομιδῇ, τοῦ σεπτοῦ σου λειψάνου∙ καὶ τοῦτο κατακρύψασα, ὡς χρυσίον πολύτιμον, τοῖς ὑμνοῦσί σε, ἀδιαλείπτως παρέχει, ταῖς πρεσβείαις σου, τῶν ἰαμάτων τὴν χάριν, Ἰωάννη Χρυσόστομε», ἦχος α´. Η υμνολογία της εορτής έχει την ίδια διάρθωση με την πρώτη εορτή του Αγίου με τον Κανόνα στον Άγιο και τη Θεοτόκο, καθώς και εκεί η περίοδος αποτελεί προχειρισμό των Εισοδίων, όπως και στη δεύτερη η περίοδος σημαίνεται με τις Καταβασίες της Υπαπαντής, και γι᾽ αυτό οι Κανόνες είναι του Αγίου και της Θεοτόκου. Χωρίς να υπάρχουν Ειρμοί των Καταβασιών των Χριστουγέννων, όπως στην εορτή του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, εν τούτοις οι Προφητικοί τύποι είναι πολυπληθείς στον Κανόνα της Θεοτόκου, ενώ ο ίδιος ο Άγιος με το ερμηνευτικό- κηρυγματικό του έργο και την οσιακή μαρτυρική βιωτή παραβάλλεται με τους Απόστολους και τους Πατριάρχες του Ισραήλ, τον Αβραάμ, τον Ιακώβ και το Μωϋσή, ενώ η προσωπογραφία του κοσμείται με ένα πλήθος ονομάτων και επιθέτων που αποτελούν μετάπλαση του κύριου προσωνυμίου του Χρυσόστομος («Στρατὸς Ἀγγέλων, δῆμος Προφητῶν, Ἀποστόλων τε καὶ τῶν Μαρτύρων θεῖος χορός, ἡμῖν συναγάλλονται φαιδρῶς κοινωνοῦντες, τῆς Ἑορτῆς Παμμάκαρ, καὶ τὸν ὕμνον τῶν σῶν, οἰκείαν ἡγούμενοι τὴν χάριν∙ πάντων γὰρ ἔσχες, ἐν σοὶ τὸν βίον ἀποματτόμενος», Κανών γ´, Ὠδὴ θ´. «Ὁ ἐπίγειος Ἄγγελος, καὶ οὐράνιος ἄνθρωπος, χελιδὼν ἡ εὔλαλος καὶ πολύφωνος, τῶν ἀρετῶν τὸ θησαύρισμα, ἡ πέτρα ἡ ἄρρηκτος τῶν πιστῶν ὑπογραμμός, τῶν Μαρτύρων ἐφάμιλλος, ἰσοστάσιος τῶν ἁγίων Ἀγγέλων, Ἀποστόλων ὁ ὁμότροπος ἐν ὕμνοις, μεγαλυνέσθω Χρυσόστομος», γ´ Στιχηρό Προσόμοιο. «Νέος Ἀβραάμ, ἐδείχθης Ἱεράρχα, ἄλλον Ἰσαάκ, τὸν βίον θυσιάσας, καὶ μυστικὴν ὁλοκάρπωσιν ἀνενέγκας, ἐν τῷ πυρὶ τῆς συνειδήσεως./ Σὺ τὸν Ἰακώβ, ζηλώσας θεοφόρε, κλῖμαξ πρακτικῆς, ἐδείχθης πολιτείας, τὰς ἀναβάσεις τῶν θείων σου νοημάτων, ἐν τῇ καρδίᾳ σου τιθέμενος./ Ῥάβδῳ μυστικῇ, τῇ γλώττῃ διασχίσας, ὅλην τῆς Γραφῆς, τὴν ἄβυσσον, Τρισμάκαρ, ὡς Μωϋσῆς διεβίβασας τοὺς ἀνθρώπους, πρὸς τὴν ἐπίγνωσιν τῆς πίστεως», Κανών β´ του Αγίου, Ὠδὴ δ´).

 

ΙΙΙ. 1. Σύμφωνα με το Τυπικὸν τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας η σύναξη του Αγίου Γρηγορίου ετελείτο στην Αγιότατη Μεγάλη Εκκλησία, στο Μαρτύριο της Αγίας Αναστασίας «ἐν τοῖς Δομνίνου Ἐμβόλοις καὶ ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων τῶν μεγάλων», όπου ο φιλόχριστος και πανευσεβής βασιλεύς Κωνσταντίνος ο Πορφυρογέννητος έφερε το Λείψανο του Αγίου από την Αριανζό της Καππαδοκίας και το κατέθεσε στην εκκλησία των Αγίων Αποστόλων. Σημειώνεται ότι η λιτή «ἕωθεν» ξεκινούσε από τη Μεγάλη Εκκλησία και έφτανε στο Φόρο, προφανώς του Θεοδοσίου, ή διά της Μέσης Οδού, ή μέ στάση πιο πριν και στο Μαρτύριο της Αγίας Αναστασίας, το οποίο έκειτο περί το Μακρό Έμβολο προς τη θάλασσα, ή νοτιότερα από το Τετράπυλο και βορείως του λιμένα της Αγίας Σοφίας, και μετά το Φόρο του Θεοδοσίου η λιτή συνέχιζε την τέμνουσα Μέση προς την Πύλη του Χαρισίου. Ένα δεύτερο στοιχείο που πρέπει να σημειωθεί για τον Άγιο Γρηγόριο είναι η πληροφορία του Συναξαρίου Κωνσταντινουπόλεως ότι «Οὗτος ὁ ἅγιος πατριαρχεῖον ὁρίζει εἶναι τὴν ἐκκλησίαν Κωνσταντινουπόλεως, ἧς καὶ προέστη ἔτη δώδεκα μέχρι τῆς δευτέρας συνόδου, καὶ δευτέραν εἶναι τῆς πρεσβυτέρας Ῥώμης ταύτην διεκελεύσατο». Το Συναξάριον υπαινίσσεται το γ´ κανόνα της Β´ Οικουμενικής Συνόδου, κατά την οποία ο Άγιος Γρηγόριος ανέλαβε την προεδρεία της Συνόδου και εισηγήθηκε τον κανόνα μετά το θάνατο του Μελετίου Αντιοχείας, με προτροπή του οποίου, εξάλλου, είχε φθάσει στην Κωνσταντινούπολη το 379 και έμεινε έως το 381, και όχι δώδεκα έτη, εκτός και αν στην Κωνσταντινούπολη ατύπως εθεωρείτο επίσκοπός των μέχρι την κοίμησή του το 390. Το καίριο σημείο είναι η διατύπωση «Οὗτος ὁ ἅγιος πατριαρχεῖον ὁρίζει εἶναι τὴν ἐκκλησίαν Κωνσταντινουπόλεως», πάνω από τους θρόνους Αλεξανδρείας και Αντιοχείας. Υπήρξε, λοιπόν, αυτή η τομή που ο θρόνος της Κωνσταντινούπολης συνένωσε ως ενδημούσα σύνοδος τις τοπικές εκκλησίες του ανατολικού τμήματος της αυτοκρατορίας παρέχοντας τη δυνατότητα μιας δυναμικής και ζώσας μαρτυρίας του εκκλησιαστικού βίου στο κέντρο της αυτοκρατορίας, μιας συνοδικότητας με τη συμμετοχή όλων, ως κοινής πράξης και θεωρίας, ως κοινής έκφρασης, καθώς όλα τα Πατριαρχεία είχαν αποκρισάριους, μετείχαν, δηλαδή, κατά πρεσβεία σε όποια διεργασία. Σημειώνεται τούτο, για να κατανοηθεί πώς λειτούργησε η συνοδικότητα στην Ορθόδοξη Εκκλησία της πενταρχίας, αλλά και να υπογραμμισθεί ο οραματικός τρόπος διαχείρισης των εκκλησιαστικών πραγμάτων από ένα πατέρα της Εκκλησίας που κυρίως προκαλεί το θαυμασμό ως ο Θεολόγος υπερασπίσεως της αγιοτριαδικής ομολογίας και λιγότερο ως ποιμένας της εκκλησιαστικής πράξης, πράγμα που συνιστά μία λανθασμένη εκτίμηση ως προς το δεύτερο.

2. Και πάλι κατά το Τυπικὸν τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας το τίμιο Λείψανο του Αγίου Ιωάννου, ανακομισθέν μετά τριάντα τρία έτη από τα Κόμανα της Αρμενίας από τον Πατριάρχη Άγιο Πρόκλο, κατατέθηκε υπό το θυσιαστήριο των Αγίων Αποστόλων, ένθα ετελείτο έκτοτε και η σύναξη του Αγίου. Και πάλι σημειώνεται ότι η λιτή ξεκινούσε από τη Μεγάλη Εκκλησία, περνούσε από το ναό του Αποστόλου Θωμά «ἐν τοῖς Ἀμαντίου», πλάϊ, δηλαδή, από το λιμένα της Αγίας Σοφίας, έβγαινε στο Φόρο του Μεγάλου Κωνσταντίνου και από τη Μέση Οδό κατέληγε στην εκκλησία των Αγίων Αποστόλων στον τέταρτο λόφο. Και πάλι κατά καταγραφή του Συναξαρίου Κωνσταντινουπόλεως υποσημειώνεται ότι η τιμία σορός του Αγίου προσκομίσθηκε στο ναό της Αγίας Ειρήνης, που ήταν η έδρα του Οικουμενικού Πατριαρχείου, και τέθηκε στον πατριαρχικό θρόνο και το πλήθος έκραζε «Ἀπόλαβέ σου τὸν θρόνον, ἅγιε». Εν συνεχεία με «βασιλικό ὄχημα», δηλαδή, άμαξα, η τιμία σορός μεταφέρθηκε στην εκκλησία των Αγίων Αποστόλων «ἔνθα δὴ καὶ καταλαβόντες ὁ μὲν ἅγιος εἰς τὴν ἱερὰν καθέδραν ἀνενεχθεὶς καὶ τῷ θείῳ θρόνῳ ἐνιδρυθεὶς καὶ μυστικῶς τὰ μεμυκότα χείλη κινήσας καὶ εἰρήνην ἐπειπὼν τῷ ποιμνίῳ τῇ ἑτοιμασθείσῃ σορῷ ἐναπετέθη...». Προφανώς αυτή η παράδοση του Συναξαρίου διασώζεται στη λειτουργική πράξη του Πατριαρχείου, και γι᾽ αυτό κατά τις εορτές του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου στον πατριαρχικό θρόνο εναποτίθεται η εικόνα του Αγίου και ο Πατριάρχης ανέρχεται στο παραθρόνιο!

3. Τέλος, συγκρίνοντας τα Προφητικά Αναγνώσματα της μνήμης των Αγίων Αθανασίου και Κυρίλλου, Πατριαρχών Αλεξανδρείας, 18 Ιανουαρίου, με εκείνα του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, 25 Ιανουαρίου, και της Ανακομιδής του Λειψάνου του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, 27 Ιανουαρίου, ουσιαστικά τεσσάρων Πατριαρχών, πρέπει να επισημάνουμε ότι: α) τα Προφητικά Αναγνώσματα της μνήμης των Αγίων Αθανασίου και Κυρίλλου, τα δύο πρώτα, ειλημμένα από το Δευτερονόμιο, απηχούν κυρίως την πρώτη εντολή του βιβλίου της Ἐξόδου, κεφ. κ´, 2-17 περί της ομολογίας Κυρίου του Θεού σε αντιστοιχία με το πρώτο κεφάλαιο της Γενέσεως περί της δημιουργίας του κόσμου, αλλά και της ενότητος των δύο Διαθηκών κατά την ομολογία του Συμβόλου της Πίστεως της Νικαίας μέσω του επιθέτου Κύριος για τον Πατέρα και τον Υιό και τη διάκριση του Υιού από τη δημιουργία, συνιστώντας μία θεματολογία που είναι στον πυρήνα των ερμηνευτικών διατυπώσεων των δύο συνοδικών Πατέρων της Α´ και Γ´ Οικουμενικής Συνόδου, όπως δηλώνεται και με το στίχο του Ευαγγελικού Αναγνώσματος Ματθ. ε´, 5, 17: «Μὴ νομίσητε ὅτι ἦλθον καταλῦσαι τὸν νόμον ἢ τοὺς προφήτας· οὐκ ἦλθον καταλῦσαι, ἀλλὰ πληρῶσαι»[1], ενώ β) το τρίτο από το βιβλίο της Σοφίας Σολομῶντος σχεδόν ταυτίζεται κατά περιεχόμενο με τα δύο Προφητικά εκ της Σοφίας Σολομῶντος για τη μνήμη των Αγίων Γρηγορίου και Χρυσοστόμου, όπως και τα Ευαγγελικά Αναγνώσματα Ματθ. δ´, 25-5, 12α και Ἰω. 9-16 αντίστοιχα περί των ποιμένων και της διδασκαλίας των επί της Αγίας Γραφής με συνεκτικό στοιχείο το στίχο Ματθ. 5, 14: «῾Υμεῖς ἐστε τὸ φῶς τοῦ κόσμου». Εξάλλου και τα δύο Προφητικά Αναγνώσματα εκ των Παροιμιῶν για τους δύο Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως έχουν σχεδόν κοινό περιεχόμενο με εκείνα εκ της Σοφίας Σολομῶντος και σε γενικές γραμμές προβάλλεται ο ταυτισμός σοφίας, δικαιοσύης, νόμου, ελέους, με μία εκπληκτική αναφορά στη σοφοποιό ενέργεια του Θεού: «ἔστι γὰρ ἐν αὐτῇ πνεῦμα νοερόν, ἅγιον, ἀπαύγασμα φωτὸς ἀϊδίου, καὶ εἰκὼν τῆς ἀγαθότητος τοῦ Θεοῦ. Αὕτη φίλους Θεοῦ καὶ προφήτας κατασκευάζε» (Κατ᾽ εκλογή, Σοφίας Σολομῶντος ζ´, 22), αλλά κυρίως με πλήρη καταγραφή της ενότητος ζ,´, 22-30: «22 ῎Εστι γὰρ ἐν αὐτῇ πνεῦμα νοερόν, ἅγιον, μονογενές, πολυμερές, λεπτόν, εὐκίνητον, τρανόν, ἀμόλυντον, σαφές, ἀπήμαντον, φιλάγαθον, ὀξύ, ἀκώλυτον, εὐεργετικόν, 23 φιλάνθρωπον, βέβαιον, ἀσφαλές, ἀμέριμνον, παντοδύναμον, πανεπίσκοπον καὶ διὰ πάντων χωροῦν πνευμάτων νοερῶν καθαρῶν λεπτοτάτων. 24 πάσης γὰρ κινήσεως κινητικώτερον σοφία, διήκει δὲ καὶ χωρεῖ διὰ πάντων διὰ τὴν καθαρότητα· 25 ἀτμὶς γάρ ἐστι τῆς τοῦ Θεοῦ δυνάμεως καὶ ἀπόρροια τῆς τοῦ Παντοκράτορος δόξης εἰλικρινής· διὰ τοῦτο οὐδὲν μεμιαμμένον εἰς αὐτὴν παρεμπίπτει. 26 ἀπαύγασμα γάρ ἐστι φωτὸς ἀϊδίου καὶ ἔσοπτρον ἀκηλίδωτον τῆς τοῦ Θεοῦ ἐνεργείας καὶ εἰκὼν τῆς ἀγαθότητος αὐτοῦ. 27 μία δὲ οὖσα πάντα δύναται καὶ μένουσα ἐν αὐτῇ τὰ πάντα καινίζει καὶ κατὰ γενεὰς εἰς ψυχὰς ὁσίας μεταβαίνουσα φίλους Θεοῦ καὶ προφήτας κατασκευάζει· 28 οὐδὲν γὰρ ἀγαπᾷ ὁ Θεὸς εἰ μὴ τὸν σοφίᾳ συνοικοῦντα. 29 ἔστι γὰρ αὕτη εὐπρεπεστέρα ἡλίου καὶ ὑπὲρ πᾶσαν ἄστρων θέσιν, φωτὶ συγκρινομένη, εὑρίσκεται προτέρα· 30 τοῦτο μὲν γὰρ διαδέχεται νύξ, σοφίας δὲ οὐ κατισχύει κακία» το κείμενο ενσωματώνεται στις ερμηνευτικές διατυπώσεις του Αγίου Γρηγορίου, στον Πέμπτο Θεολογικό Λόγο, ή Περὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, και αυτή η έκθεση αφορά στο έργο του Αγίου Πνεύματος αλλά αποτελεί και την πεμπτουσία της νηπτικής πράξης και ολόκληρης της φιλοκαλικής παράδοσης της Ορθόδοξης Εκκλησίας με μία όραση της θεωτικής ενότητας Προφητών και Αποστόλων αλλά και των Αγίων της Πεντηκοστής όλων των εθνών κατά τη δεκτικότητα εκάστου ατελευτήτως.

 

ΙV. 1. Το Αποστολικό Ανάγνωσμα της εορτής του Αγίου Γρηγορίου είναι το αυτό με εκείνο της εορτής της μνήμης του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου στις 13 Νοεμβρίου, όπως και της μεθαυριανής εορτής, 27 Ιανουαρίου, της ανακομιδής του Λειψάνου του από τα Κόμανα στην Κωνσταντινούπολη επί Πατριάρχου Αγίου Πρόκλου, ή, όπως άλλως λέγεται «των Αρχιερέων». Η περικοπή αναφέρεται στο αρχιερατικό αξίωμα του Χριστού, του τελείου Αρχιερέως, ο οποίος στο πρόσωπό του ενώνει, ασφαλώς, το τρισσό χαρισματικό αξίωμα των φορέων του Ισραήλ, που υπήρξε σε διαφορετικά πρόσωπα. Η έμφαση στο αξίωμα του Χριστού ως Αρχιερέως έχει λειτουργική σημασία, γιατί αναφέρεται στο Μυστικό Δείπνο, την προσαγωγή του αρχαίου Ισραήλ, την ανακεφαλαίωση του ανθρωπίνου γένους εν Χριστώ και την προσαγωγή όλων στη δόξα της Αγίας Τριάδος με την ανάληψη και την εκ δεξιών καθέδρα του Ενανθρωπήσαντος Λόγου: «ὃς ἐκάθισεν ἐν δεξιᾷ τοῦ θρόνου τῆς μεγαλωσύνης ἐν τοῖς οὐρανοῖς», όπως ομολογείται, εξάλλου, και στο Σύμβολο της Πίστεως.Πάντως, φαίνεται ότι το παρόν Αποστολικό Ανάγνωσμα αποτέλεσε σταθερό ανάγνωσμα της εορτής των δύο μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας, οι οποίοι υπήρξαν Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως σε μία περίοδο που το κήρυγμα της Εκκλησίας, πλην του ερμηνευτικού κηρυγματικού χαρακτήρα, διευρύνεται θεματολογικά, καθώς συνδυάζει και τις αναιρετικές διασαφηνίσεις επί της ορθοδόξου πίστεως έναντι των αιρετικών προκλήσεων, όπως επίσης και έναντι της επεμβάσεως των πολιτικών αρχών στα πράγματα της Εκκλησίας, με επακόλουθο το μαρτύριο, ή τη βίαιη απομάκρυνση Πατριαρχών.

2. Κατά ταύτα, ως υπόδειγμα Αρχιερέως, κατά τον τύπο του Αρχιερέως Χριστού, άμα τε και θεολόγου της Αγίας Τριάδος, φέρεται ο Άγιος Γρηγόριος στο Θεοτοκίο του β´ ήχου μετά το Ἐξαποστειλάριο της εορτής: «Μετὰ τῆς Θεομήτορος, καὶ Παρθένου Μαρίας, καὶ Βασιλείου πάνσοφε, παρεστὼς τοῦ Μεγάλου, τῇ ἀπροσίτῳ Τριάδι, τὴν εἰρήνην τῷ κόσμῳ, τῷ Βασιλεῖ τὰ τρόπαια, καὶ ἡμῖν σωτηρίαν, πρέσβευε, νῦν τοῖς ἀνευφημοῦσί σε Θεολόγε, Ἀρχιερεῦ Γρηγόριε, Ῥῆτορ τῆς Ἐκκλησίας», ή στο ε´ Στιχηρό Προσόμοιο του Εσπερινού: «Ποίοις λόγοις Ἰσάγγελε, ἐγκωμίων σε στέψωμεν, τὸν ἐν γῇ βιώσαντᾳ, ὑπὲρ ἄνθρωπον, τοῦ Θεοῦ Λόγου τὸν κήρυκα, τὸν φίλον τὸν γνήσιον, τῆς Παρθένου καὶ Ἁγνῆς, Ἀποστόλων τὸν σύνθρονον, τῶν Μαρτύρων τε, καλλονὴν καὶ Ὁσίων, θεῖον λάτριν τῆς ἀνάρχου θεαρχίας, Ἀρχιερεῦ ἁγιώτατε».

 

V. 1. Το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα προέρχεται από την τελευταία περίοδο παρουσίας του Χριστού στα Ιεροσόλυμα και της σφοδρής σύγκρουσής του με τους Φαρισαίους, που διεκδικούσαν ρόλο πνευματικών ποιμένων και διδασκάλων του Ισραήλ. Ο Χριστός αποκαλύπτει μετά τη θεοσημία που ενήργησε στον εκ γενετής τυφλό και τη νίψη στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ, περί της οποίας έχει ήδη γίνει λόγος, ότι είναι ο Υιός του Θεού Πατρός και προκαταγγέλλει τη σταυρική θυσία («ἐγώ εἰμι ὁ ποιμὴν ὁ καλός. ὁ ποιμὴν ὁ καλὸς τὴν ψυχὴν αὐτοῦ τίθησιν ὑπὲρ τῶν προβάτων»), η οποία αφορά όχι μόνο στον Ισραήλ, που τον νέμονταν οι Φαρισαίοι σαν μισθωτοί, αλλά σε όλο το ανθρώπινο γένος, καθώς επισημαίνει: «καὶ ἄλλα πρόβατα ἔχω, ἃ οὐκ ἔστιν ἐκ τῆς αὐλῆς ταύτης· κἀκεῖνά με δεῖ ἀγαγεῖν, καὶ τῆς φωνῆς μου ἀκούσουσι, καὶ γενήσεται μία ποίμνη, εἷς ποιμήν».

2. Το σταθερό Ευαγγελικό Ανάγνωσμα της εορτής διαποτίζει την υμνολογία της ημέρας των δύο Αγίων, σύμφωνα με την οποία ο Άγιος Γρηγόριος, κατά το πρότυπο του Χριστού, είναι ο «Ποιμενικός αὐλὸς τῆς θεολογίας», ο Ποιμὴν ποιμένων («Τὰς καρδίας τῶν πιστῶν, γεηπονῶν τῇ γλώσσῃ σου Γρηγόριε, εὐσεβείας ἐν αὐταῖς, ἀειθαλεῖς ἐβλάστησας καρποὺς τῷ Θεῷ, τὰς ἀκανθώδεις αἱρέσεις πρόρριζον ἐκτεμών, καὶ κοσμῶν τοὺς λογισμοὺς καθαρότητι. Διὸ δεχόμενος ἡμῶν τὰ ἐγκώμια, ἡ θεία λύρα, ὁ γρήγορος ὀφθαλμός, τῶν ποιμένων ὁ Ποιμήν, ὁ τῶν λύκων ἀγρευτής, πρέσβευε ἐκτενῶς, Θεολόγε τῷ Λόγῳ, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν»,Δοξαστικό των Προσομοίων, ἦχος πλ. δ´), με αναφορά στον Αρχιποίμενα Χριστό: «Ὅσιε τρισμάκαρ, ἁγιώτατε Πάτερ, ὁ Ποιμὴν ὁ καλός, καὶ τοῦ Ἀρχιποίμενος Χριστοῦ Μαθητής, ὁ τιθεὶς τὴν ψυχὴν ὑπὲρ τῶν προβάτων·αὐτὸς καὶ νῦν Πανεύφημε, Θεολόγε Γρηγόριε, αἴτησαι πρεσβείαις σου, δωρηθῆναι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος».

3. Η απόδοση του προσωνυμίου του Θεολόγου, επειδή ερμήνευσε σε μία ενότητα Παλαιάς και Καινής Διαθήκης τα θεοφανικά γεγονότα της Θείας Οικονομίας, ιδίως το γεγονός της ενανθρωπήσεως του Υιού και Λόγου του Θεού και την ομολογία της θεότητος του Αγίου Πνεύματος, αποτυπώνεται στους δύο Κανόνες του Αγίου και τον Κανόνα της Θεοτόκου (Μικρά Παράκληση), όπου μαζί με τις Καταβασίες της Υπαπαντής επαναλαμβάνονται ως Ειρμοί οι Καταβασίες των Χριστουγέννων.

 

VI. 1. Η Κυριακή ΙΕ´του Λουκά ονομάζεται του Ζακχαίου, από το κύριο πρόσωπο της περικοπής. Ο Χριστός με τους Μαθητές του πορεύεται προς τα Ιεροσόλυμα, όπως πληροφορούμαστε στο προηγούμενο κεφάλαιο: «Παραλαβὼν δὲ τοὺς δώδεκα εἶπε πρὸς αὐτούς· Ἰδοὺ ἀναβαίνομεν εἰς Ἰερουσόλυμα, καὶ τελειωθήσεται πάντα τὰ γεγραμμένα διὰ τῶν προφητῶν τῷ υἱῷ τοῦ ἀνθρώπου», Λουκ. ιη´, 31, κατά την τελευταία επίσκεψη και περνάει μέσα από την Ιεριχώ, μια πόλη που είναι γνωστή από τον ιδιαίτερο τρόπο που καταλήφθηκε από τον Ισραήλ, οδηγούμενο από τον Ιησού του Ναυή, μετά την επιστροφή από την Αίγυπτο. Πιθανόν οι κάτοικοί της να διέσωζαν την ιστορία των προγόνων τους, ή να επηρεάζονταν περισσότερο από το κλίμα της Ιουδαίας και των νομικών διατάξεων, πράγμα που αφήνεται να εννοηθεί και στην παραβολή του Καλού Σαμαρείτη. Βρισκόμαστε στο τέλος της τριετούς δράσης του Χριστού, και ο μικρόσωμος Ζακχαίος, που ήταν ο αρχιτελώνης της πόλης, επόπτευε, δηλαδή, την είσπραξη των φόρων, καθώς η Ιουδαία είχε κατακτηθεί από τους Ρωμαίους, ανεβαίνει πάνω στη συκομουριά, για να δει το Χριστό, περί του οποίου είχε ακούσει πολλά. Ακολουθεί ο διάλογος με το Χριστό, ο οποίος τον καλεί με το όνομά του. Αυτό ήταν αρκετό, για να αντιληφθεί ποιός ήταν αυτός που εισήλθε στον οίκο του. Ακολουθεί η έμπρακτη μετάνοια και η αποκατάσταση των οικονομικών αδικιών σε αντίστιξη προς το νέο που ήταν κι αυτός πλούσιος και έγινε περίλυπος, όταν του είπε ο Χριστός να αποχωρισθεί από τα πλούτη του. Ο Ευαγγελιστής Λουκάς σημειώνει ότι «καὶ ἰδόντες πάντες διεγόγγυζον λέγοντες ὅτι παρὰ ἁμαρτωλῷ ἀνδρὶ εἰσῆλθε καταλῦσαι», καθώς ο πλουτισμός του μάλλον ήταν και προϊόν αδικιών. Ωστόσο, στη μετάνοια του Ζακχαίου ο Χριστός απαντά ως ο Θεάνθρωπος, παρέχων τη σωτηρία ως ανταπόκριση στην πίστη του Ζακχαίου κατά την Προφητική μαρτυρία, καθώς ο Χριστός συνδέει την έμπρακτη μετάνοιά του με την πίστη του Πατριάρχη Αβραάμ και το έργο του ως του Ενανθρωπήσαντος Λόγου, αφού ο τίτλος ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου είναι ένα από τα ονόματα του αναμενόμενου Μεσσία: «ὅτι σήμερον σωτηρία τῷ οἴκῳ τούτῳ ἐγένετο, καθότι καὶ αὐτὸς υἱὸς Ἀβραάμ ἐστιν· ἦλθε γὰρ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ζητῆσαι καὶ σῶσαι τὸ ἀπολωλός».

2. Στο σκανδαλισμό όλων, που, ίσως, είχαν ακούσει το κήρυγμα και περί μετανοίας και βασιλείας των ουρανών, ο Χριστός, καθώς δεν ενεργεί καταδυναστευτικά, όπως οι άρχοντες και οι εν δυνάμει ευρισκόμενοι, ή όπως τον περίμενε βασιλέα εξουσιαστή ο Ισραήλ, αντιτείνει το λόγο της θεραπείας από τα πάθη, και αυτό της φιλοχρηματίας είναι μέγιστο, αφού επισωρεύει δυστυχία στο συνάνθρωπο με την εκμετάλλευση και την ιδιοποίηση των κοινών αγαθών, ενώ δωρείται επίσης στο μετανοήσαντα Ζακχαίο και τη χάρη της υιοθεσίας.

 

Aποστολικό Ανάγνωσμα των Ιεραρχών: Ἑβρ. ζ´, 26-η´, 2: «26 Τοιοῦτος γὰρ ἡμῖν ἔπρεπεν ἀρχιερεύς,ὅσιος, ἄκακος, ἀμίαντος, κεχωρισμένος ἀπὸ τῶν ἁμαρτωλῶν καὶ ὑψηλότερος τῶν οὐρανῶν γενόμενος, 27 ὃς οὐκ ἔχει καθ᾽ ἡμέραν ἀνάγκην, ὥσπερ οἱ ἀρχιερεῖς, πρότερον ὑπὲρ τῶν ἰδίων ἁμαρτιῶν θυσίας ἀναφέρειν, ἔπειτα τῶν τοῦ λαοῦ· τοῦτο γὰρ ἐποίησεν ἐφάπαξ ἑαυτὸν ἀνενέγκας. 28 ὁ νόμος γὰρ ἀνθρώπους καθίστησιν ἀρχιερεῖς ἔχοντας ἀσθένειαν, ὁ λόγος δὲ τῆς ὁρκωμοσίας τῆς μετὰ τὸν νόμον υἱὸν εἰς τὸν αἰῶνα τετελειωμένον.- 1 Κεφάλαιον δὲ ἐπὶ τοῖς λεγομένοις, τοιοῦτον ἔχομεν ἀρχιερέα, ὃς ἐκάθισεν ἐν δεξιᾷ τοῦ θρόνου τῆς μεγαλωσύνης ἐν τοῖς οὐρανοῖς, 2 τῶν ἁγίων λειτουργὸς καὶ τῆς σκηνῆς τῆς ἀληθινῆς, ἣν ἔπηξεν ὁ Κύριος, καὶ οὐκ ἄνθρωπος».

 

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα των Ιεραρχών: Ἰω. ι´, 9-16: «9 ἐγώ εἰμι ἡ θύρα· δι᾽ ἐμοῦ ἐάν τις εἰσέλθῃ, σωθήσεται, καὶ εἰσελεύσεται καὶ ἐξελεύσεται, καὶ νομὴν εὑρήσει. 10 ὁ κλέπτης οὐκ ἔρχεται εἰ μὴ ἵνα κλέψῃ καὶ θύσῃ καὶ ἀπολέσῃ· ἐγὼ ἦλθον ἵνα ζωὴν ἔχωσι καὶ περισσὸν ἔχωσιν. 11 ἐγώ εἰμι ὁ ποιμὴν ὁ καλός. ὁ ποιμὴν ὁ καλὸς τὴν ψυχὴν αὐτοῦ τίθησιν ὑπὲρ τῶν προβάτων· 12 ὁ μισθωτὸς δὲ καὶ οὐκ ὢν ποιμήν, οὗ οὐκ εἰσὶ τὰ πρόβατα ἴδια, θεωρεῖ τὸν λύκον ἐρχόμενον καὶ ἀφίησι τὰ πρόβατα καὶ φεύγει· καὶ ὁ λύκος ἁρπάζει αὐτὰ καὶ σκορπίζει τὰ πρόβατα. 13 ὁ δὲ μισθωτὸς φεύγει, ὅτι μισθωτός ἐστι καὶ οὐ μέλει αὐτῷ περὶ τῶν προβάτων. 14 ἐγώ εἰμι ὁ ποιμὴν ὁ καλός, καὶ γινώσκω τὰ ἐμὰ καὶ γινώσκομαι ὑπὸ τῶν ἐμῶν, 15 καθὼς γινώσκει με ὁ πατὴρ κἀγὼ γινώσκω τὸν πατέρα, καὶ τὴν ψυχήν μου τίθημι ὑπὲρ τῶν προβάτων. 16 καὶ ἄλλα πρόβατα ἔχω, ἃ οὐκ ἔστιν ἐκ τῆς αὐλῆς ταύτης· κἀκεῖνά με δεῖ ἀγαγεῖν, καὶ τῆς φωνῆς μου ἀκούσουσι, καὶ γενήσεται μία ποίμνη, εἷς ποιμήν».

 

    Ευαγγελικό Ανάγνωσμα της Κυριακής ΙΕ´ Λουκά: Λουκ. ιθ´, 1-10: «1 Καὶ εἰσελθὼν διήρχετο τὴν Ἰεριχώ· 2 καὶ ἰδοὺ ἀνὴρ ὀνόματι καλούμενος Ζακχαῖος, καὶ αὐτὸς ἦν ἀρχιτελώνης, καὶ οὗτος ἦν πλούσιος, 3 καὶ ἐζήτει ἰδεῖν τὸν Ἰησοῦν τίς ἐστι, καὶ οὐκ ἠδύνατο ἀπὸ τοῦ ὄχλου, ὅτι τῇ ἡλικίᾳ μικρὸς ἦν. 4 καὶ προδραμὼν ἔμπροσθεν ἀνέβη ἐπὶ συκομορέαν, ἵνα ἴδῃ αὐτόν, ὅτι δι᾽ ἐκείνης ἤμελλε διέρχεσθαι. 5 καὶ ὡς ἦλθεν ἐπὶ τὸν τόπον, ἀναβλέψας ὁ Ἰησοῦς εἶδεν αὐτόν καὶ εἶπεν πρὸς αὐτόν· Ζακχαῖε, σπεύσας κατάβηθι· σήμερον γὰρ ἐν τῷ οἴκῳ σου δεῖ με μεῖναι. 6 καὶ σπεύσας κατέβη, καὶ ὑπεδέξατο αὐτὸν χαίρων. 7 καὶ ἰδόντες πάντες διεγόγγυζον λέγοντες ὅτι παρὰ ἁμαρτωλῷ ἀνδρὶ εἰσῆλθε καταλῦσαι. 8 σταθεὶς δὲ Ζακχαῖος εἶπε πρὸς τὸν Κύριον· Ἰδοὺ τὰ ἡμίση τῶν ὑπαρχόντων μου, Κύριε, δίδωμι τοῖς πτωχοῖς, καὶ εἴ τινός τι ἐσυκοφάντησα, ἀποδίδωμι τετραπλοῦν.9 εἶπε δὲ πρὸς αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς ὅτι σήμερον σωτηρία τῷ οἴκῳ τούτῳ ἐγένετο, καθότι καὶ αὐτὸς υἱὸς Ἀβραάμ ἐστιν· 10 ἦλθε γὰρ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ζητῆσαι καὶ σῶσαι τὸ ἀπολωλός».


[1]. Κατά  το Τυπικὸν τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα είναι το Ματθ. ε´, 14-19: «῾Υμεῖς ἐστε τὸ φῶς τοῦ κόσμου... οὗτος μέγας κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν».

Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2026

 

 

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΒ´ ΛΟΥΚΑ, Ἁγίων Ἀθανασίου καὶ Κυρίλλου, Πατριαρχῶν Ἀλεξανδρείας, 18 Ἰαναουρίου 2026, (20/1/2019), (Αριθμ. 64Β)

Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ.

 

Α. 1. Με την Απόδοση της εορτής των Θεοφανείων κλείνει η περίοδος κατά Κυριακάς, που άρχισε με την Κυριακή Προ της Γεννήσεως του Χριστού, και επανέρχεται και πάλι η αρίθμηση των Κυριακών εκ του Κατά Λουκάν Ευαγγελίου, η οποία είχε διακοπεί με την ΙΑ´ Λουκά, Τῶν Ἁγίων Προπατόρων, Ἀγγαίου Προφήτου, 14 Δεκεμβρίου 2025. Από τη 15η Ιανουαρίου έως την 9η Φεβρουαρίου, Απόδοση της εορτής της Υπαπαντής, η περίοδος σημαίνεται από τις Καταβασίες της Υπαπαντής ως προχειρισμός της εορτής, ως εξαγγελία ενός γεγονότος που έρχεται, και η Εκκλησία προετοιμάζει τους χριστιανούς γι᾽ αυτό. Τον προχειρισμό της Υπαπαντής σημαίνουν επίσης οι διπλές καταβασίες κατά τις εορτές των μεγάλων Αγίων, οι εἱρμοί των Καταβασιών της Υπαπαντής «Χέρσον ἀβυσσοτόκον πέδον ἥλιος, ἐπεπόλευσέ ποτε· ὡσεὶ τεῖχος γὰρ ἐπάγη, ἑκατέρωθεν ὕδωρ, λαῷ πεζοποντοποροῦντι, καὶ θεαρέστως μέλποντι. ᾌσωμεν τῷ Κυρίῳ· ἐνδόξως γὰρ δεδόξασται[1]», ο κανόνας της Μικράς Παρακλήσεως και το Κοντάκιο τηςΥπαπαντής «Ὁ μήτραν παρθενικὴν ἁγιάσας τῷ τόκῳ σου, καὶ χεῖρας τοῦ Συμεὼν εὐλογήσας ὡς ἔπρεπε, προφθάσας καὶ νῦν ἔσωσας ἠμᾶς Χριστὲ ὁ Θεός. Ἀλλ᾽ εἰρήνευσον ἐν πολέμοις τὸ πολίτευμα, καὶ κραταίωσον Βασιλεῖς οὖς ἠγάπησας, ὁ μόνος φιλάνθρωπος», γεγονότα και σημεία ενός συνεχούς υπομνηματισμού του μυστηρίου της Θείας Ενανθρωπήσεως και της μαρτυρίας της Θεοτόκου περί του σωματουμένου[2] Λόγου, οὐσιωδῶς, ήτοι πραγματικώς, κατά τον Άγιο Κύριλλο Αλεξανδρείας. Υπογραμμίζεται για μια φορά ακόμη ότι στον ενιαύσιο κύκλο της λατρευτικής πράξης της Εκκλησίας καμία ημέρα δεν είναι αυτονομημένη, τα πάντα συνέχονται από το Λόγο του Θεού, καθώς εκδιπλώνεται το μυστήριο της Θείας Οικονομίας «σήμερον» και στους ατέλειωτους αιώνες μετά πάντων των απ᾽ αιώνος Αγίων, ως μία διαρκής εξαγγελία και επαγρύπνηση «ὅτι ἔρχεται ὥρα, καὶ νῦν ἐστίν».

2. Μετά τα Φώτα και μέχρι την Υπαπαντή η Εκκλησία εορτάζει τη μνήμη μιας σειράς εγκρίτων Πατέρων και ασκητών και Μαρτύρων της Εκκλησίας της περιόδου των Οικουμενικών Συνόδων, οι οποίοι ερμήνευσαν τη βαπτισματική ομολογία στον Τριαδικό Θεό και την ένσαρκη οικονομία του Υιού και Λόγου του Θεού Πατρός, με συμμετοχή στις Οικουμενικές Συνόδους, ή με ερμηνευτική χρήση των υπομνημάτων τους από τη συνοδική πράξη της Εκκλησίας, όπως οι Άγιοι Γρηγόριος Νύσσης, Όσιος Αντώνιος ο Μεγάλος, καθηγητής των μοναστών Αιγύπτου, οι Άγιοι Αθανάσιος και Κύριλλος, πατριάρχες Αλεξανδρείας, οι Άγιοι Γρηγόριος ο Θεολόγος και Ιωάννης ο Χρυσόστομος, Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως, Άγιοι από όλες τις περιοχές, όπου αναδύθηκαν εν πολλοίς οι πρώτες εκκλησιαστικές κοινότητες, και λαμπρύνονται από τη δράση αυτών των Αγίων. Εδώ, ως ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ- ΠΡΟΘΕΩΡΙΑ, παρατίθεται κατωτέρω, μετά το σχολιασμό της εορτής των δύο Πατριαρχών, και ένα σημείωμα για την εορτή του Αγίου Μαξίμου του Ομολογητή (21-1-26).

 

Β. 1. Κατά το Τυπικὸν τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας η σύναξη της εορτής των δύο ιεραρχών γινόταν στη Μεγάλη Εκκλησία, οι δε Κανόνες αυτών είναι ποιήματα των Αγίων Θεοφάνους του Γραπτού για τον Άγιο Αθανάσιο και του Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού για τον Άγιο Κύριλλο, όπως και ο Κανόνας και οι Καταβασίες της Υπαπαντής από τον παράδελφο αυτού Κοσμά το Μελωδό.

2. α. Κατά την υμνολογία της εορτής, και ιδίως με τους Κανόνες των δύο Αγίων, προβάλλεται ως κοινό χαρακτηριστικό τους η υπαράσπιση της ορθοδόξου πίστεως, της Ορθοδοξίας, έναντι του Αρείου, του Σαβελλίου και ιδίως του Νεστορίου εν σχέσει με τον Άγιο Κύριλλο, αλλά συγχρόνως και τα καίρια σημεία της συνοδικής τους παρουσίας και των θεολογικών τους διατυπώσεων στο πλαίσιο της επίδρασής τους στην οικουμένη, σε όλο τον κόσμο, ως Πατέρες και οικουμενικοί «διδάσκαλοι»: «Ἱεραρχῶν τοὺς ἀκραίμονας, καὶ παμφαεῖς φωστῆρας τῆς οἰκουμένης», «Ὀρθοδόξων τὸ κλέος», «τὰ τῆς Ὀρθοδοξίας τρόπαια, ἀνεστήσατο καθ᾿ ὅλης τῆς οἰκουμένης», «Ἔργοις λάμψαντες Ὀρθοδοξίας», «τῶν Ὀρθοδόξων τὸ κέρας», «Ὀρθοδοξίας ἀκτῖσι περιλαμπόμενοι»: «ἐπὶ τῇ μνήμῃ τῶν σοφωτάτων Διδασκάλων ἡμῶν, Ἀθανασίου τε καὶ Κυρίλλου», «Πρέσβευε Δέσποινα, μετὰ τῶν Διδασκάλων», «Σὲ διδάσκαλον ὄντως, μέγαν Διδασκάλων σοφὲ Ἀθανάσιε», «Δεῦτε φιλέορτοι πάντες πανηγυρίσωμεν, τὴν μνήμην τῶν ἐνδόξων, Διδασκάλων τιμῶντες», «Τὴν ἱερὰν Ξυνωρίδα τῶν Διδασκάλων», «τὴν ἀεισέβαστον δυάδα τῶν Διδασκάλων ἡμῶν», «οἱ Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν ἱερώτατοι Διδάσκαλοι», «καὶ τῆς οἰκουμένης οἱ Διδάσκαλοι», «Διδάσκαλον κήρυκα, ἱεροφάντην τοῦ τρισηλίου φωτός», «Νομεὺς καὶ διδάσκαλος σοφός, τῆς Ἐκκλησίας δειχθείς».

β. Είναι χαρακτηριστική η ορολογία περί διδασκαλίας των πιστών με συγκεκριμένες ερμηνευτικές διατυπώσεις, όπως για τον Άγιο Αθανάσιο ότι ερμήνευσε την ομολογία της Αγίας Τριάδος και της ομοουσιότητος του Υιού με τον Πατέρα στη Σύνοδο της Νικαίας, δηλαδή την Α´ Οικουμενική Σύνοδο, μία ομολογία που αφορά στο ίδιο το Σύμβολο της Πίστεως και γι᾽ αυτό φέρεται ως δέκατος τρίτος Απόστολος: «Ἀπόστολον δεικνύει, τρισκαιδέκατον Πάτερ, τὴν ὀρθόδοξον Πίστιν κηρύττοντα. Σὺ θεϊκῷ, ζήλῳ σφοδρῶς πυρπολούμενος, τῇ Συνόδῳ συναγωνιζόμενος, καὶ πρὸ τοῦ σέ, Πρόεδρον τελεῖν, ἐν τῇ Νικαέων, κυρύττεις τὸ Ὁμοούσιον· διὸ τῆς Ἐκκλησίας, ὁ Χριστὸς Ποιμενάρχην, καὶ Διδάσκαλον σὲ προχειρίζεται», Κανών Αγ. Αθανασίου, Ωδή δ´, τροπάριο β´. Υπό τον αυτό νοηματικό άξονα έν σχέσει προς τον όρο ὁμοούσιος είναι και το τέταρτο τροπάριο της Ωδής ε´: «Σὲ διδάσκαλον ὄντως, μέγαν Διδασκάλων σοφὲ Ἀθανάσιε, ἀκομψεύτῳ φράσει, μετὰ τοὺς Ἀποστόλους εὐμοίρησεν, Ἐκκλησία Πάτερ, ἡ τοῦ Χριστοῦ διασαφοῦντα, τὸν ἀμώμητον λόγον τῆς Πίστεως», ενώ με το δεύτερο τροπάριο της ζ´ Ωδής βαίνων ο λόγος προς μία ερμηνευτική κορύφωση απηχεί τους Λόγους προς Σεραπίωνα περί Αγίου Πνεύματος, όπως, όμως, προσλήφθηκαν από τον Άγιο Γρηγόριο το Θεολόγο, τη Β´ Οικουμενική Σύνοδο, τη λειτουργική πράξη, τις μετέπειτα Συνόδους και τους Πατέρες και ιδίως την Έκδοση Ακριβή της Ορθοδόξου πίστεως του Αγίου Ιωάννη του Δαμασκηνού και την ερμηνευτική του υμνολόγηση, ιδίως με τους Κανόνες: «Ὁμότιμον, σύνθρονον, Πατρὶ τὸν Λόγον, μονογενῆ τε Υἱόν, ὀρθοδόξως κηρύξας, ἀθανασίας Πάτερ ἐπώνυμε, αὖθις διδάσκεις, τὸ Πνεῦμα Γεννήτορι, καὶ τῷ Υἱῷ συμφυὲς καὶ ὁμοούσιον». Είναι σαφές ότι ο όρος ὁμοούσιον για το Άγιο Πνεύμα δεν είναι ένας όρος που τον εισηγήθηκε ο Άγιος Αθανάσιος αλλά ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, οι Λόγοι του οποίου απετέλεσαν το ερμηνευτικό και κειμενικό πρόπλασμα για τη θεολόγηση της ομοουσιότητος της Αγίας Τριάδος και το έργο του Αγίου Πνεύματος με την Πεντηκοστή και την υμνολογική έκφραση. Πάντως, με τον Ειρμό της θ´ Ωδής ο όρος Θεοτόκος απηχεί τη χρήση του από τον Άγιο Αθανάσιο, ο οποίος είναι ένας από τους πρώτους Πατέρες της Αλεξάνδρειας που τον χρησιμοποιεί συναφώς με το μυστήριο της Θείας Ενανθρωπήσεως.

Με μία πρώτη προσέγγιση του Κανόνα του Αγίου Αθανασίου μπορούμε να πούμε ότι ο Άγιος Θεοφάνης έχει ως πρότυπο τον Κανόνα του Αγίου Κυρίλλου από τον Άγιο Ιωάννη το Δαμασκηνό, γιατί από το θεολογικό υπόβαθρο αναδύεται η προσπάθεια αναδείξεως της θεολογικής ενότητος και ερμηνευτικής ταυτότητος αμφοτέρων, πράγμα που επιβεβαιώνεται και από την κειμενική τους παραγωγή.

γ. Ο ποιητής του Κανόνα στον Άγιο Κύριλλο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, γνώστης άριστος των κειμένων του Αγίου Κυρίλλου και της συνοδικής επιρροής στις αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων Γ´- Ζ´, συνοψίζει με ένα τρόπο δωρικό τον πυρήνα της ερμηνευτικής στόχευσης του Αγίου Κυρίλλου για την ενότητα της Θείας Οικονομίας και τον τρόπο της ενανθρωπήσεως του Υιού και Λόγου, που είναι η ενότητα των δύο Διαθηκών, γιατί είναι ο εις και ο αυτός Λόγος που δρα σε αμφότερες και ο τρόπος της ενανθρωπήσεως που έγινε «δι᾽ ἡμᾶς»: Ωδή η´, τροπάρια δύο και τρία: «Νομεὺς καὶ διδάσκαλος σοφός, τῆς Ἐκκλησίας δειχθείς, τὰς δύω Κύριλλε, σαφῶς ἀνέπτυξας Ὅσιε, Διαθήκας· ὡς γὰρ ἄγκυραν, καὶ πατρικὸν κλῆρον τοὺς σούς, ἔχουσα λόγους βοᾷ· Εὐλογεῖτε, πάντα τὰ ἔργα Κυρίου τὸν Κύριον./ Λόγου σαρκωθέντος δι᾿ ἡμᾶς, τοῦ παντεχνήμονος, σὺ τὴν ἀπόρρητον, διδάσκεις ἕνωσιν Κύριλλε, ἀδιαίρετον ἀσύγχυτον, τὰς ἐφ᾿ ἑκάτερα ῥοπάς, ἴσως ἐκκλίνας βοῶν· Εὐλογεῖτε, πάντα τὰ ἔργα Κυρίου τὸν Κύριον». Την κορύφωση του Κανόνα αποτελούν το πρώτο και δεύτερο τροπάριο της θ´ Ωδής, κυριαρχούμενα από τον όρο Θεοτόκος για την Παναγία, που συνιστά το κριτήριο της Ορθοδοξίας για το μυστήριο της Θείας Οικονομίας, ό,τι συνιστά ο όρος ὁμοούσιος- ομοούσιον για την ομολογία της Αγίας Τριάδος, ως δύο κρίκοι που ενώνουν Άγιο Βάπτισμα και πορεία προς τη Θεία Ευχαριστία: «Ὕψωμα Χριστοῦ κατεπαρθὲν τῆς γνώσεως, καὶ τῆς τούτου Θεομήτορος, Κύριλλε, ἅπαν κατὰ κράτος, καθεῖλες Νεστορίου τὴν ἄθεον, υἱῶν δυάδα ὡσαύτως καὶ σύγχυσιν, τῶν Ἀκεφάλων τὴν τῶν φύσεων./ Ῥώσει τῶν φρενῶν καὶ φωτισμῷ τῆς χάριτος, τὴν Τριάδα ὁμοούσιον, τόν τε Υἱὸν σεσαρκωμένον, Θεὸν θεολογήσας Μακάριε, ὀφθείς τε τῆς Θεοτόκου ὑπέρμαχος, ἐν τοῖς ὑψίστοις νῦν δεδόξασαι».

 

Γ. 1. Το Αποστολικό Ανάγνωσμα αποτελεί ουσιαστικά τον Επίλογο της Πρὸς Ἑβραίους Ἐπιστολῆς. Πρόκειται για ένα από τα συγκλονιστικότερα αποσπάσματα εκ των Επιστολών του Αποστόλου Παύλου, ενός ζηλωτή Ισραηλίτη, γνώστη κατά πάντα του Νόμου και των λατρευτικών διατάξεων του Ισραήλ, που με οραματικό τρόπο δέχθηκε την κλήση του Αναστάντος Χριστού, εξήλθε προς τα έθνη κηρύττων το Χριστό της αναίμακτης θυσίας, ως το Μεγάλο Αρχιερέα που καλεί όλους τους λαούς «ἔξω τῆς παρεμβολῆς», έξω της πύλης, τον κάθε άνθρωπο στο δείπνο της Βασιλείας του!

 

Δ. 1. Το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα προέρχεται από μία περιοδεία του Χριστού προς τα Ιεροσόλυμα και ενώ περνούσε «διὰ μέσου Σαμαρείας καὶ Γαλιλαίας» (Λουκ. ιζ´, 11). Στη συνάντηση με τους δέκα λεπρούς στην είσοδο κάποιας κωμόπολης, που ζούσαν σαν εξόριστοι έξω από αυτήν και η θεραπεία τους με το λόγο, όχι γιατί ο Χριστός δεν έδειξε διάθεση προσεγγίσεώς τους,  αλλά γιατί οι ίδιοι, καταταλαιπωρημένοι σε άκρα απόγνωση και ταπείνωση για την άσχημη κατάστασή τους, «ἔστησαν πόρρωθεν» ζητώντας με δυνατή φωνή να τους ελεηθεί ο Χριστός: «Ἰησοῦ ἐπιστάτα, ἐλέησον ἡμᾶς», τίθεται το θέμα της αποδοχής του κηρύγματος του Χριστού, όπως και της πραγματικής πίστης τόσο από τους Ιουδαίους όσο και από τους αλλογενείς. Μετά την επίδειξή τους στους ιερείς για την πιστοποίηση ότι είναι καθαροί από τη λέπρα, «ὑπέστρεψε μετὰ φωνῆς μεγάλης δοξάζων τὸν Θεόν, καὶ ἔπεσεν ἐπὶ πρόσωπον παρὰ τοὺς πόδας αὐτοῦ εὐχαριστῶν αὐτῷ» μόνο ένας, που ήταν αλλογενής Σαμαρείτης, πράγμα το οποίο σημειώνει ο Χριστός, επαινώντας την πίστη του, αν και αλλογενής. Το Ανάγνωσμα κατακλείεται με τη συζήτηση του Χριστού με τους Φαρισαίους, οι οποίοι, με ένα τραγικό τρόπο αρνούμενοι τη θεοσημία επί των λεπρών, έπιασαν κουβέντα με το Χριστό, για να τον εξετάσουν τί ξέρει για τα σημεία της ελεύσεως της βασιλείας του Θεού, προφανώς κατά τις προφητικές καταγραφές, ουσιαστικώς, όμως, με ένα άκρως υποκριτικό τρόπο προσπάθησαν να μειώσουν τη θεοσημία, αρνούμενοι ότι ο Χριστός ενήργησε ως Θεός, γι᾽ αυτό  και ο Χριστός τους απαντά με ένα σκληρά ειρωνικό τρόπο: «ἰδοὺ γὰρ ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντὸς ὑμῶν ἐστιν». Είναι σαν και να τους λέγει ότι έχουν αναγάγει σε θεό τον εαυτό τους, όπως έκαναν κατά την αποστασία τους ο Αδάμ και η Εύα, και δεν έχουν καμία ανάγκη από τη βασιλεία του Θεού, όπως όλοι οι εγωπαθείς αρρωστημένοι άνθρωποι. Σε αντίστιξη με τους άρρωστους σωματικά λεπρούς και τη μειωμένη ανταπόκριση στην ευχαριστία ως δωρεά του Θεού κατά τη δεκτικότητά τους, οι πραγματικά άρρωστοι, εμμένοντες στη φθοροποιό αποστασία, αποδεικνύονται οι Φαρισαίοι, οι οποίοι έχουν ειδωλοποιήσει τον εαυτό τους, ενώ ένας αλλογενής Σαμαρείτης δέχεται τη δωρεά της σωτηρίας.

2. Το περιστατικό της θεοσημίας με τη θεραπεία των δέκα λεπρών συνοψίζει αφενός μεν τον οικουμενικό και άνευ συμβατικών διακρίσεων του κηρύγματος του Χριστού, της αποκαλύψεώς του ως του Ζώντος Θεού όλων των ανθρώπων, αφετέρου δε με τη μη ανταπόκριση του παλαιού Ισραήλ κατά την πατρώα κλήση, αρχίζει να συνάγεται ο νέος Ισραήλ της πίστεως εν Χριστώ.

 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ- ΠΡΟΘΕΩΡΙΑ: α. Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής (580-662), είναι ένας Άγιος στον οποίο συνδυάζεται η ασκητική πράξη και η ομολογία του Συμβόλου της Πίστεως κατά τις ερμηνευτικές συνοδικές διατυπώσεις των Οικουμενικών Συνόδων Γ´ και Δ´ στην Έφεσο και τη Χαλκηδόνα με τη λειτουργική χρήση του όρου Θεοτόκος για την Παναγία και την ομολογία της ενότητος του μυστηρίου της Αποκαλύψεως του προαιωνίου Υιού και Λόγου του Θεού «σαρκί», του ενός και του αυτού Κυρίου της κτίσεως, αποκαλυφθέντος ασάρκως στους Προφήτες, ενσάρκως, εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου σαρκωθέντα και ενανθρωπήσαντα, στους Μαθητές και Αποστόλους και Πνευματικώς, ορωμένου και μετεχομένου στην Εκκλησία των Αποστόλων της συμπαρεκτεινόμενης Πεντηκοστής.

β. Ο βίος του Αγίου Μαξίμου μάς είναι αρκούντως γνωστός και θαυμαστός, η δε θεολογική του συμβολή συνοψίζεται αφενός μεν στο Κοντάκιο: «Τὸν τῆς Τριάδος ἐραστὴν καὶ Μέγαν Μάξιμον, τὸν ἐκδιδάξαντα τρανῶς πίστιν τὴν ἔνθεον, τοῦ δοξάζειν τὸν Χριστόν, φύσεσιν ἐν δύω, ἐνεργείαις τε διτταῖς ὡς καὶ θελήσεσιν, ἐπαξίως οἱ πιστοὶ ἀνευφημήσωμεν, ἀνακράζοντες· Χαῖρε κήρυξ τῆς Πίστεως», αφετέρου στα τέσσερα τροπάρια του Κανόνα της ζ´ Ωδής («Μίαν φύσιν Τριάδος, μίαν θέλησιν ἔφης, μίαν ἐνέργειαν· Θεοῦ δὲ σαρκωθέντος, δύο φύσεις θελήσεις, ἐνεργείας, ἐκήρυξας· ὁ τῶν Πατέρων Θεός, βοῶν εὐλογητός εἶ./ Οὐ θελήματα δύω, διαιρούμενα γνώμης ἐναντιότητι, ποιότητι δὲ μᾶλλον, ἀνεκήρυξας Πάτερ, φυσικῇ διαφέρόντα· Ὁ τῶν Πατέρων Θεός, βοῶν εὐλογητὸς εἶ./ Στήλην ὀρθοδοξίας, τοὺς ἐνθέους σου λόγους, Πάτερ κατέχοντες, τὸν ἕνα τῆς Τριάδος, ἐν δυσὶ ταῖς οὐσίαις, καὶ θελήσεσι σέβομεν· Εὐλογητὸς εἶ Χριστέ, αὐτῷ ἀναβοῶντες./ Δύο, Πάτερ, εἰδότες, ἐνεργείας τοῦ οἴκτῳ, σεσαρκωμένου Θεοῦ, διττὰς αὐτεξουσίους, θελήσεις διδαχθέντες, ὑπὸ σοῦ ἀναμέλπομεν· Ὁ τῶν Πατέρων ἡμῶν, Θεὸς εὐλογητός εἶ»), ποίημα του Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού, όπου συντίθεται η πίστη στον Τριαδικό Θεό και ο τρόπος της ενανθρωπήσεως του Λόγου, ως ερμηνευτική πρόταση του άρθρου του Συμβόλου της Πίστεως «σαρκωθέντα καὶ ἐνανθρωπήσαντα», όπως ερμηνεύθηκε από τον Άγιο Μάξιμο και ενσωματώθηκε στη συνοδική πράξη της ΣΤ´ Οικουμενικής Συνόδου (680/81) κατά του Μονοθελητισμού και του Μονοενεργητισμού.

γ. Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός στον Κανόνα προς τιμήν του Αγίου ονομάζει τον Άγιο Μάξιμο φιλόσοφο και θεόσοφο, που μπορεί να κατανοηθούν ως εξής: ότι ο Άγιος Μάξιμος υπήρξε ένας άνθρωπος με λογιοσύνη ελληνική, όπως καλλιεργείτο αυτή στο Πανδιδακτήριο της Μαγναύρας, πλάι στο Παλάτι της Κωνσταντινούπολης, αλλά και στα μοναστήρια της, και λογιοσύνη εκκλησιαστική, κατά την οποία η πράξη η νηπτική είναι επίβαση θεωρίας. Μεγαλωμένος ο Άγιος Μάξιμος στην Κωνσταντινούπολη και αρχιγραμματέας του αυτοκράτορα Ηράκλειου γνωρίζει από πρώτο χέρι όλη τη λειτουργική πράξη του Πατριαρχείου και της αυτοκρατορικής αυλής, γι᾽ αυτό δεν είναι τυχαίο ότι γράφει το έργο του «Περὶ διαφόρων ἀποριῶν Διονυσίου καὶ Γρηγορίου πρὸς Θωμᾶν τὸν ἡγιασμένον» ως μία σύνθεση και ερμηνεία της θεολογικής κηρυγματικής του κατεξοχήν Θεολόγου πατέρα Αγίου Γρηγορίου, που οι Λόγοι του διαβάζονταν στις Παννυχίδες στη Μεγάλη Εκκλησία και τους πατριαρχικούς ναούς της Παναγίας των Χαλκοπρατείων και των Βλαχερνών (και ασφαλώς και σε όλες τις εκκλησίες και τα μοναστήρια της Κωνσταντινούπολης), πράγμα που περνάει, εξάλλου, και στα μεταγενέστερα Μηνολόγια και ιδίως τα αυτοκρατορικά, και της λειτουργικής ερμηνευτικής των Αρεοπαγιτικών κειμένων, καθώς μετά το 532 τα λειτουργικά κείμενα προσάγονται ως κριτήριο Ορθοδοξίας. Έτσι στον Άγιο Μάξιμο η Θεία Λειτουργία, που φέρεται με το όνομα Μυστική Θεολογία σύμφωνα με τα Αρεοπαγικά κείμενα τα αποδιδόμενα στον Άγιο Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη (που δεν έχει σχέση ο όρος με τη μυστική θεολογία των μεθοδιστών και των Ρώσων θεολόγων, ούτε με τη μυστική θεολογία κατά παρερμηνεία του Αγίου Γρηγορίου Νύσσης από τους ίδιους κύκλους), εδράζεται στην ερμηνευτική του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, οι Λόγοι του οποίου ήταν οικείοι σε όλο το εκκλησίασμα της Κωνσταντινούπολης, εξ ου και η μουσική αναπαραγωγή τους στους Κανόνες Χριστουγέννων και Πάσχα από τους παραδελφούς Αγίους Ιωάννη το Δαμασκηνό και Κοσμά και η ευρεία διάδοσή τους, όχι κειμενικά, όπως νομίζουν οι σύγχρονοι θεολόγοι του σπουδαστηρίου, αλλά λειτουργικά ως ψάλσιμο από όλους τους Ορθόδοξους, από όλο τον απλό κόσμο και τους μοναχούς. Επιπλέον, θα πρέπει να σημειώσω ότι με το λειτουργικό εμπλουτισμό των Αρεοπαγιτικών κειμένων από τον Άγιο Μάξιμο διευρύνεται η ερμηνεία της ανατροπής του αρχαιοελληνικού κοσμοειδώλου, όπως είχε ανατραπεί από τον Άγιο Αθανάσιο και τους Καππαδόκες Πατέρες με μία ιεράρχηση των πάντων πέραν του χρόνου, στους άπειρους αιώνες της θείας χάριτος: ο Ενανθρωπήσας Λόγος είναι αρχή και μέση και τέλος και όλα τα όντα μετέχουν στη δημιουργική, τη ζωοποιό, τη σοφοποιό και τη θεοποιό ενέργεια του Τριαδικού Θεού κατά το λόγο υπάρξεως, όμως, του καθένα, εκκλησιαζόμενα στη θεία φωτοείδεια, που για τα αποστατικά λογικά όντα είναι κολασμός ως παρυποστάσεις.

 

Αποστολικό Ανάγνωσμα: (Των Ιεραρχών, 18 Ιανουαρίου): Ἑβρ. ιγ´, 7-16: «7 Μνημονεύετε τῶν ἡγουμένων ὑμῶν, οἵτινες ἐλάλησαν ὑμῖν τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ, ὧν ἀναθεωροῦντες τὴν ἔκβασιν τῆς ἀναστροφῆς μιμεῖσθε τὴν πίστιν. 8 ᾿Ιησοῦς Χριστὸς χθὲς καὶ σήμερον ὁ αὐτὸς καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας. 9 διδαχαῖς ποικίλαις καὶ ξέναις μὴ παραφέρεσθε· καλὸν γὰρ χάριτι βεβαιοῦσθαι τὴν καρδίαν, οὐ βρώμασιν, ἐν οἷς οὐκ ὠφελήθησαν οἱ περιπατήσαντες. 10 ἔχομεν θυσιαστήριον ἐξ οὗ φαγεῖν οὐκ ἔχουσιν ἐξουσίαν οἱ τῇ σκηνῇ λατρεύοντες·11 ὧν γὰρ εἰσφέρεται ζῴων τὸ αἷμα περὶ ἁμαρτίας εἰς τὰ ῞Αγια διὰ τοῦ ἀρχιερέως, τούτων τὰ σώματα κατακαίεται ἔξω τῆς παρεμβολῆς· 12 διὸ καὶ ᾿Ιησοῦς, ἵνα ἁγιάσῃ διὰ τοῦ ἰδίου αἵματος τὸν λαόν, ἔξω τῆς πύλης ἔπαθε. 13 τοίνυν ἐξερχώμεθα πρὸς αὐτὸν ἔξω τῆς παρεμβολῆς τὸν ὀνειδισμὸν αὐτοῦ φέροντες· 14 οὐ γὰρ ἔχομεν ὧδε μένουσαν πόλιν, ἀλλὰ τὴν μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν. 15 δι᾽ αὐτοῦ οὖν ἀναφέρωμεν θυσίαν αἰνέσεως διὰ παντὸς τῷ Θεῷ, τοῦτ᾽ ἔστι καρπὸν χειλέων ὁμολογούντων τῷ ὀνόματι αὐτοῦ. 16 τῆς δὲ εὐποιΐας καὶ κοινωνίας μὴ ἐπιλανθάνεσθε· τοιαύταις γὰρ θυσίαις εὐαρεστεῖται ὁ Θεός».

 

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: Λουκ. ιζ´, 12-19: «12 καὶ εἰσερχομένου αὐτοῦ εἴς τινα κώμην ἀπήντησαν αὐτῷ δέκα λεπροὶ ἄνδρες, οἳ ἔστησαν πόρρωθεν, 13 καὶ αὐτοὶ ἦραν φωνὴν λέγοντες· Ἰησοῦ ἐπιστάτα, ἐλέησον ἡμᾶς. 14 καὶ ἰδὼν εἶπεν αὐτοῖς· Πορευθέντες ἐπιδείξατε ἑαυτοὺς τοῖς ἱερεῦσι. καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ὑπάγειν αὐτοὺς ἐκαθαρίσθησαν. 15 εἷς δὲ ἐξ αὐτῶν, ἰδὼν ὅτι ἰάθη, ὑπέστρεψε μετὰ φωνῆς μεγάλης δοξάζων τὸν Θεόν, 16 καὶ ἔπεσεν ἐπὶ πρόσωπον παρὰ τοὺς πόδας αὐτοῦ εὐχαριστῶν αὐτῷ· καὶ αὐτὸς ἦν Σαμαρείτης. 17 ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν· Οὐχὶ οἱ δέκα ἐκαθαρίσθησαν; οἱ δὲ ἐννέα ποῦ; 18 οὐχ εὑρέθησαν ὑποστρέψαντες δοῦναι δόξαν τῷ Θεῷ εἰ μὴ ὁ ἀλλογενὴς οὗτος; 19 καὶ εἶπεν αὐτῷ· Ἀναστὰς πορεύου· ἡ πίστις σου σέσωκέ σε. 20 Ἐπερωτηθεὶς δὲ ὑπὸ τῶν Φαρισαίων πότε ἔρχεται ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἀπεκρίθη αὐτοῖς καὶ εἶπεν· Οὐκ ἔρχεται ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ μετὰ παρατηρήσεως, 21 οὐδὲ ἐροῦσιν ἰδοὺ ὧδε ἤ ἰδοὺ ἐκεῖ· ἰδοὺ γὰρ ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντὸς ὑμῶν ἐστιν». 


[1]. Πολύ χαρακτηριστική του προχειρισμού της εορτής της Υπαπαντής η Καταβασία μετά την Ὠδὴ δ´: «Ἐκάλυψεν οὐρανοὺς ἡ ἀρετή σου, Χριστέ· τῆς κιβωτοῦ γὰρ προελθών, τοῦ ἁγιάσματός σου, τῆς ἀφθόρου Μητρός, ἐν τῷ ναῷ τῆς δόξης σου, ὤφθης ὡς βρέφος ἀγκαλοφορούμενος, καὶ ἐπληρώθη τὰ πάντα τῆς σῆς αἰνέσεως».

[2]. «Ὡς εἶδεν Ἡσαΐας συμβολικῶς, ἐν θρόνῳ ἐπηρμένῳ Θεόν, ὑπ᾿ Ἀγγέλων δόξης δορυφορούμενον, ὦ τάλας! ἐβόα, ἐγώ, πρὸ γὰρ εἶδον σωματούμενον Θεόν, φωτὸς ἀνεσπέρου, καὶ εἰρήνης δεσπόζοντα», Καταβασία Υπαπαντής.

Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2026

 

Κυριακὴ μετὰ τὰ Φῶτα. Ἀπόδοσις τῶν Θεοφανείων, 11 Ἰανουαρίου 2026, (13/1/2019), (Αριθμ. 63A2)

 

Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ.

 

Α. 1. Η Κυριακή μετά τα Φώτα κείται εντός του διαστήματος μεταξύ Φώτων και Αποδόσεως της εορτής με μέγιστο όριο την ημέρα της Αποδόσεως την 14η Ιανουαρίου. Είναι η τελευταία Κυριακή, με την οποία ουσιαστικώς κλείνει η περίοδος που άρχισε με την Κυριακή Προ της Γεννήσεως του Χριστού, κατά την οποία σημειώνεται η διακοπή των Ευαγγελικών Αναγνωσμάτων κατά την αρίθμηση των Κυριακών του Λουκά, των οποίων η συνέχεια επανέρχεται από την επόμενη Κυριακή με μία εξαιρετικά αποκαλυπτική διάρθρωση μέχρι την αρχή του Τριωδίου, που, όπως θα δούμε, αποδεικνύει τη σειρά αναγνώσεως των Ευαγγελίων στη λατρευτική πράξη της Εκκλησίας κατά τη Θεία Λειτουργία ως προς τον ενιαύσιο κύκλο με παράλληλη είσοδο ως τρίτου στη σειρά του Ευαγγελίου του Μάρκου, εάν υπάρχει Κυριακή μετά τη Γέννηση του Χριστού και πριν την Περιτομή, όπως συνέβηκε στη λήξη του 2023 και εφέτος.

2. Yμνολογικά φέρει η παρούσα Κυριακή συνοπτικά τα πλέον χαρακτηριστικά στοιχεία της εορτής των Φώτων, όπως επίσης και στοιχεία του μεθεόρτιου διαστήματος, που συνδυάζονται με το Αποστολικό και Ευαγγελικό Ανάγνωσμα. Ως συνήθως, ψάλλονται οι Ειρμοί των δύο Κανόνων της εορτής, καθότι η Κυριακή αυτή συνέχεται ασφαλώς από το αυτό Κοντάκιο, Απολυτίκιο και Κοινωνικό με προσθήκη και των αναστασίμων, καθώς συνδυάζεται η Κυριακή με την Απόδοση.

 

Β. 1. Το Αποστολικό και το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα της σημερινής Κυριακής είναι καθορισμένα και αποτελούν νοηματική συνέχεια των αντιστοίχων των Φώτων και του μυστηρίου του αγίου βαπτίσματος. Το Αποστολικό Ανάγνωσμα αποτελεί ουσιαστικώς υπόμνηση του μυστηρίου του βαπτίσματος και του χρίσματος, της σφραγίδος δωρεάς του Αγίου Πνεύματος κατά την εκάστου δεκτικότητα, καθώς η χάρη του Τριαδικού Θεού μερίζεται στα μέλη του σώματος του ενανθρωπήσαντος Λόγου ἀμερίστως, μένουσα μία και η αυτή, ως άκτιστη χάρη και βασιλεία του συγκαταβάντος και αποκαλύπτοντος τον Πατέρα, συμπαρομαρτούντος του Αγίου Πνεύματος, κατά τη δημιουργία, η οποία αεί κτίζεται, και την πορεία του μεθορίου απάσης της κτίσεως ανθρώπου σε μία ενότητα άσαρκης και ένσαρκης παρουσίας. Το μέτρο της δωρεάς του Χριστού γνωρίζεται σε όλο τον κόσμο, σε όλα τα έθνη, κατά την ένσαρκη κατ᾽ άκρα συγκατάβαση και παρουσία του Λόγου, την ἐπιφάνεια, «οἰκονομικῶς», όπως μαρτυρείται στα γεγονότα της Γεννήσεως, της Περιτομής, ως της ογδοάδος, του καινού χρόνου της βασιλείας του Θεού και του βαπτίσματος στον Ιορδάνη, που είναι το λουτρό της παλιγγενεσίας και ανακαινώσεως διά του Αγίου Πνεύματος, κατά το Αποστολικό Ανάγνωσμα των Φώτων, το οποίο και οδηγεί Προφήτες, Αποστόλους και τα μέλη της Εκκλησίας στο φωτισμό της γνώσεως και ομολογίας του Χριστού, ως του Θεού των απ᾽ αιώνος Πατέρων και Κυρίου της Δόξης. Επειδή ενηθρώπησε ο Λόγος δι᾽ ἡμᾶς καὶ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν, γι᾽ αυτό το άμετρο μέτρο είναι ο Χριστός, γιατί ως Θεάνθρωπος δρα όλα τα γεγονότα της θείας συγκαταβάσεως, φέρων ἐν ἑαυτῶ την ανθρώπινη φύση, ως ο νέος Αδάμ. Η δωρεά του άνευ όρων ανακαινισμού της ανθρώπινης φύσης εν Χριστώ εκφράζεται από τον Απόστολο Παύλο με παραστατικό τρόπο ως αἰχμαλωσία, ένας όρος που μπορεί να σκανδαλίσει, ή να δημιουργεί αμηχανία στους ανθρώπους σήμερα, καθώς προσεγγίζουν με μία ηθικιστική αντίληψη, κατά τα διανοητικά ανθρώπινα μέτρα, τον παραστατικό τρόπο της αγιογραφικής καταγραφής. Όμως η αιχμαλωσία συνιστά τη δωρεά των δομάτων, της διαμονῆς, της σκηνῆς, στους κόλπους του Θεού, μία νύξη επίσης του γεγονότος της Μεταμορφώσεως, όπου και εκεί ο Χριστός σε αγιοτριαδικό πλαίσιο «παραδεικνύει» τη θεότητά του, μία δυνατότητα οράσεως πλέον για τον κάθε άνθρωπο, γιατί ο Χριστός σαρκί επεφάνη και σαρκί ανήλθε, «καθεζόμενος ἐκ δεξιῶν τοῦ Πατρός», συναναφέρων το ανθρώπινο. Οι στίχοι 8 και 9 αποτελούν το ερμηνευτικό μετάπλασμα του Συμβόλου της Πίστεως κατά τα άρθρα της ομολογίας του μυστηρίου της ένσαρκης Θείας Οικονομίας ως ἀνακεφαλαιώσεως των πάντων εν Χριστώ «ἵνα πληρώσῃ τὰ πάντα»: «Τὸν δι᾽ ἡμᾶς τοὺς ἀνθρώπους καὶ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν κατελθόντα ἐκ τῶν οὐρανῶν καὶ σαρκωθέντα ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καὶ Μαρίας τῆς Παρθένου καὶ ἐνανθρωπήσαντα. Σταυρωθέντα τε ὑπὲρ ἡμῶν ἐπὶ Ποντίου Πιλάτου καὶ παθόντα καὶ ταφέντα. Καὶ ἀναστάντα τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ κατὰ τὰς Γραφάς. Καὶ ἀνελθόντα εἰς τοὺς Οὐρανοὺς καὶ καθεζόμενον ἐκ δεξιῶν τοῦ Πατρός».

2. Η συμπερασματική διατύπωση στην αναφορά των χαρισμάτων «εἰς οἰκοδομὴν τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ» είναι ερμηνευτική για τη λειτουργία των χαρισματικών φορέων του εκκλησιαστικού σώματος, καθώς με τα ενδεικτικώς αναφερόμενα χαρίσματα αναδεικνύεται πρωτίστως η ιεραρχική συγκρότηση του εκκλησιαστικού σώματος κατά την ενότητα των τριών αξιωμάτων του Χριστού, όπως υποτυπώνεται στην κατακλείδα του Αναγνώσματος με τον 13ο στίχο: «μέχρι καταντήσωμεν οἱ πάντες εἰς τὴν ἑνότητα τῆς πίστεως καὶ τῆς ἐπιγνώσεως τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, εἰς ἄνδρα τέλειον, εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ», καθώς το πλήρωμα του Χριστού είναι η ἀνακεφαλαίωση του Μυστηρίου της Θείας Οικονομίας, όπως ομολογείται, εξάλλου, στο ίδιο το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας των μελών της Εκκλησίας: «Τὸ πλήρωμα τοῦ νόμου καὶ τῶν προφητῶν, αὐτὸς ὑπάρχων, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ πληρώσας πᾶσαν τὴν πατρικὴν οἰκονομίαν». Ως εκ τούτου θα πρέπει να υπογραμμισθεί ότι τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος, κατά τη δεκτικότητα και προκοπή εκάστου, είναι λειτουργίες του εκκλησιαστικού σώματος και όχι ατομικά αποκτήματα, όπως και η σωτηρία και η προκοπή εκάστου μέλους του σώματος του Χριστού είναι κοινό λειτούργημα, ή με απλά λόγια η σωτηρία είναι κοινό ενέργημα και όχι ατομική λειτουργία και ατομικό ηθικό κατόρθωμα, καθώς πάσα δόσις αγαθή άνωθεν[1].

 

Γ. 1. Στο Ευαγγελικό Ανάγνωσμα καταγράφεται σε αντιστοιχία προς το Αποστολικό Ανάγνωσμα η οικουμενικότητα του κηρύγματος του Χριστού. Μετά το βάπτισμα στον Ιορδάνη, όπως καταγράφεται στο τρίτο κεφάλαιο του Κατά Ματθαίον Ευαγγελίου, που είναι το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα των Φώτων, μεσολαβούν στην αρχή του τέταρτου κεφαλαίου οι πειρασμοί, ως ένας πρώτος προχειρισμός των παθών και της Αναστάσεως και των εν Άδη. Η πληροφορία της παραδόσεως του Ιωάννη μετά το Βάπτισμα του Χριστού «ἵνα δικαιωθέντες τῇ ἐκείνου χάριτι » σήμανε την έξοδο του Χριστού προς τα Έθνη. Με προσφυγή στην εξαγγελία του Προφήτη Ησαΐα (Ἠσ. 8, 28) ο Ευαγγελιστής Ματθαίος ομιλεί για την έναρξη του κηρύγματος του Χριστού από την Καπερναούμ, μια πόλη «ἐν ὁρίοις Ζαβουλὼν καὶ Νεφθαλείμ», αλλά που μέσω της λίμνης της Τιβεριάδος, ή Γεννησαρέτ, έφθανε κανείς διά θαλάσσης στην απέναντι όχθη, μία περιοχή που αποτέλεσε τη Δεκάπολη των κτήσεων του Μ. Αλεξάνδρου. Τόσο η περιοχή της Δεκαπόλεως, όσο κυρίως οι περιοχές της Ζαβουλὼν καὶ Νεφθαλείμ στη δυτική όχθη της Τιβεριάδος, επειδή προ της εγκαταστάσεως του Ισραήλ κατοικούνταν από εθνικούς, ή λόγω και εγκαταστάσεων εθνικών και επιμειξιών και κατά τη Ρωμαϊκή εποχή, στα χρόνια του Χριστού, αυτή η περιοχή ονομαζόταν Γαλιλαία των Εθνών. Εξαιτίας, μάλιστα, των επιμειξιών, όπως έχουμε ήδη σημειώσει, οι Ισραηλίτες της Ιουδαίας θεωρούσαν εκείνους της Γαλιλαίας, των βορείων περιοχών πάνω από τη Σαμάρια, ως δεύτερης κατηγορίας Ισραηλίτες. Εξάλλου, ο σκληρός πυρήνας των ερμηνευτών του Νόμου με τις τυπικές διατάξεις, Φαρισαίων και νομικών, σχετίζονταν με την Ιερουσαλήμ και το Ναό. Εξού επανειλημμένα και η υποτίμηση του Χριστού από μέρους τους, καθώς εφέρετο ως κάτοικος Ναζαρέτ και όχι Βηθλεέμ κατά την απογραφή. Η υμνολογία της περιόδου από την Κυριακή Προ της Γέννησης, αλλά κυρίως τα Φώτα και εντεύθεν υπομνηματίζει τη Γαλιλαία των Εθνών ως πρώτη δεχόμενη την επιφάνεια του Χριστού («Τῇ Γαλιλαίᾳ τῶν Ἐθνῶν, τῇ τοῦ Ζαβουλὼν χώρᾳ, καὶ τοῦ Νεφθαλεὶμ γαίᾳ, ὡς εἶπεν ὁ Προφήτης, φῶς μέγα ἔλαμψε Χριστός· τοῖς ἐσκοτισμένοις φαεινὴ ὤφθη αὐγή, ἐκ Βηθλεὲμ ἀστράπτουσα· μᾶλλον δὲ ἐκ Μαρίας ὁ Κύριος πάσῃ τῇ οἰκουμένῃ ἀνατέλλει τάς ἀκτῖνας, ὁ Ἥλιος τῆς Δικαιοσύνης. Διὸ οἱ ἐξ Ἀδὰμ γυμνοί, δεῦτε πάντες ὑποδύωμεν αὐτόν, ἵνα θαλφθῶμεν· σκέπη γὰρ γυμνῶν, καὶ αἴγλη ἐσκοτισμένων, ἦλθες ἐφάνης τὸ Φῶς τὸ ἀπρόσιτον», Οἶκος του Κοντακίου «Ἐπεφάνης σήμερον τῇ οἰκουμένῃ»).

2. Το κήρυγμα του Χριστού ξεκινά με το «Μετανοεῖτε· ἤγγικεν γὰρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν», μία ευθεία σύνδεση με τις Προφητικές εξαγγελίες περί του βασιλέως του Ισραήλ, αλλά και του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, ως του βοώντος εν τη ερήμω το «Μετανοεῖτε». Πρόκειται για ένα κήρυγμα ανοικτό προς όλα τα έθνη, ένα κήρυγμα, κυρίως, σε ανοιχτούς χώρους, όπου οι ακροατές είναι ο ὄχλος της Γαλιλαίας των εθνών, γιατί η ἐπιφάνεια και άκρα συγκατάβαση του Λόγου «σαρκί» είναι ανακαινισμός ολόκληρης της ανθρωπότητας περιληπτικά από Αδάμ και Εύας και των εξ αυτών και όχι μόνο του Ισραήλ κατά σάρκα.

3. Το οικουμενικό κήρυγμα της βασιλείας των ουρανών, που ἤγγικεν, έχει ήδη έλθει, είναι κήρυγμα ανακεφαλαιώσεως των πάντων και του χρόνου, είναι η ογδοάς της Περιτομής, η πληρότητα της χάριτος, όχι ως μία εσχατολογική, καταθλιπτική ατομικιστική κατάσταση μελλοντικής αναμονής, αλλά εγκαινισμού εν Χριστώ όλου του ανθρωπίνου γένους απ᾽ αρχής και στους άπειρους αιώνες. Και γι᾽ αυτό τα θρυλούμενα περί «ανθρωπίνου προσώπου» και όχι περί του ανακαινισμού εν Χριστώ του γένους των ανθρώπων, είναι μία καταθλιπτική φαντασιακή εκδοχή εσχατολογικής πραγμάτωσης, ξένης από τη φιλόκαλη άσκηση και νήψη. Γι᾽ αυτό π.χ. οι Πατέρες ομιλούν για το Χριστό παραστατικά ως αρχή και μέση και τέλος. Η ευαγγελική και αποστολική καταγραφή περί του κηρύγματος της βασιλείας των ουρανών μαρτυρεί την πραγματικότητα της επιφάνειας του Χριστού, είτε κηρύσσει στον όχλο, είτε ελέγχει τους Φαρισαίους, είτε τελεί τα θαύματα και τις θεοσημίες στον Ισραήλ, ή σε εθνικούς, πάντα ως σημεία της ελεύσεως της βασιλείας των ουρανών, που ήδη είναι παρούσα, γιατί ο Λόγος είναι αεί παρών ως ο Ὤν, ο Ἦν και ο αεί Ἐρχόμενος.

 

Αποστολικό Ανάγνωσμα: Ἐφεσ. δ´, 7-13: «7 Ἑνὶ δὲ ἑκάστῳ ἡμῶν ἐδόθη ἡ χάρις κατὰ τὸ μέτρον τῆς δωρεᾶς τοῦ Χριστοῦ. 8 διὸ λέγει· ἀναβὰς εἰς ὕψος ᾐχμαλώτευσεν αἰχμαλωσίαν καὶ ἔδωκε δόματα τοῖς ἀνθρώποις. 9 τὸ δὲ ἀνέβη τί ἐστιν εἰ μὴ ὅτι καὶ κατέβη πρῶτον εἰς τὰ κατώτερα μέρη τῆς γῆς; 10 ὁ καταβὰς αὐτός ἐστι καὶ ὁ ἀναβὰς ὑπεράνω πάντων τῶν οὐρανῶν, ἵνα πληρώσῃ τὰ πάντα. 11 καὶ αὐτὸς ἔδωκε τοὺς μὲν ἀποστόλους, τοὺς δὲ προφήτας, τοὺς δὲ εὐαγγελιστάς, τοὺς δὲ ποιμένας καὶ διδασκάλους, 12 πρὸς τὸν καταρτισμὸν τῶν ἁγίων εἰς ἔργον διακονίας, εἰς οἰκοδομὴν τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, 13 μέχρι καταντήσωμεν οἱ πάντες εἰς τὴν ἑνότητα τῆς πίστεως καὶ τῆς ἐπιγνώσεως τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, εἰς ἄνδρα τέλειον, εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ».

 

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: Ματθ. δ´, 12-17: «12 Ἀκούσας δὲ ὅτι Ἰωάννης παρεδόθη ἀνεχώρησεν εἰς τὴν Γαλιλαίαν. 13 καὶ καταλιπὼν τὴν Ναζαρὲτ ἐλθὼν κατῴκησεν εἰς Καπερναοὺμ τὴν παραθαλασσίαν ἐν ὁρίοις Ζαβουλὼν καὶ Νεφθαλείμ· 14 ἵνα πληρωθῇ τὸ ῥηθὲν διὰ Ἠσαΐου τοῦ προφήτου λέγοντος· 15 Γῆ Ζαβουλὼν καὶ γῆ Νεφθαλείμ, ὁδὸν θαλάσσης, πέραν τοῦ Ἰορδάνου, Γαλιλαία τῶν ἐθνῶν, 16 ὁ λαὸς ὁ καθήμενος ἐν σκότει φῶς εἶδεν μέγα, καὶ τοῖς καθημένοις ἐν χώρᾳ καὶ σκιᾷ θανάτου φῶς ἀνέτειλεν αὐτοῖς. 17 Ἀπὸ τότε ἤρξατο ὁ Ἰησοῦς κηρύσσειν καὶ λέγειν· Μετανοεῖτε· ἤγγικεν γὰρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν».



[1]. Η υπογράμμιση τίθεται, ώστε να γίνει σαφές ότι ο ανακαινισμός είναι κοινή δωρεά και επίσης το κατόρθωμα κοινό. Πρόκειται για ανακαινισμό της φύσεως και πάσης της δημιουργίας, εν αντιστροφή προς την ιδιωτεία και αποστασία των προπατόρων και των μεταποτορικών αμαρτημάτων και παραβάσεων. Ως εκ τούτου, με μία θεολογική ερμηνεία ατομικού δικαιώματος, ή του «προσώπου» αυτοτελώς, έναντι της φύσεως, ή ασχέτου προς τη φύση, (όπως έχει καταγραφεί εξάλλου και από τη συνοδκή πράξη της Εκκλησίας κατά την ερμηνεία του τρόπου της ενανθρωπήσεως του Λόγου), υπό την καταθλιπτική αγωνία της προσωπικής ελευθερίας από την ενοχή, αίρεται η καθολικότητα και η ενότητα του ανθρωπίνου γένους ώς άνωθεν δωρεά της φιλανθρώπου Θείας Οικονομίας, και μεταβάλλεται η σωτηρία σε προοριστική εσχατολογία ατομικής αυτοπραγμάτωσης.