HELLENOPHONIA

Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2026

 

 

 Ἡ Ὑπαπαντὴ τοῦ Κυρίου, καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, 2 Φεβρουαρίου 2026, (2/2/2019), (Αριθμ. 67Β1)

Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ.


Α. 1. α. Στο Τυπικὸν τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας η εορτή τιτλοφορείται ως εξής: «Ἀπάντησις τοῦ μεγάλου Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὅτε ἐδέξατο αὐτὸν ὁ δίκαιος Συμεὼν ἐν ταῖς ἀγκάλαις», και επιπλέον σημειώνεται ότι «Ἡ δὲ τοιαύτη σύναξις τελεῖται ἐν τῷ σεβασμίῳ οἴκῳ τῆς ἀχράντου Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας τῷ ὄντι ἐν Βλαχέρναις». Παρακολουθώντας το προαναφερθέν Τυπικόν, όπως και το Συναξάριον Κωνσταντινουπόλεως, το έργο Περὶ τῆς βασιλείου τάξεως και τα αυτοκρατορικά Μηνολόγια μπορούμε να συναγάγουμε ότι οι εκκλησίες της Παναγίας των Χαλκοπρατείων και των Βλαχερνών ήταν οι πιο επίσημες εκκλησίες για τις εορτές της Θεοτόκου, θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι πατριαρχικοί ναοί, καθώς συνδέονται με λιτές, δηλαδή λιτανείες που ξεκινούσαν από τη Μεγάλη Εκκλησία, δηλαδή την Αγία Σοφία, και με κληρικούς που εναλλάσσονταν, ενώ στις τελούμενες εορτές ήταν παρόντες οπωσδήποτε ο Πατριάρχης και ο αυτοκράτορας. Μία ακόμη εκκλησία που συνδεόταν με το Μεγάλο Παλάτιο κοντά στην Αγία Σοφία και ανατολικά της ήταν το μοναστήρι της Παναγίας της Οδηγήτριας με την περίφημη εικόνα της Παναγίας της Οδηγήτριας, η οποία λιτανευόταν από τους μοναχούς κάθε Τρίτη μέσα στο Μεγάλο Παλάτιο, καθώς ολόκληρη η αυτοκρατορία είχε τεθεί υπό την προστασία της Θεοτόκου, της Υπερμάχου Στρατηγού.

β. Μελετώντας τη διάταξη της εορτής μπορούμε να πούμε ότι είναι ίσως η πλέον πολυσύνθετη εορτή της Παναγίας, ίσως και μοναδική, γιατί ετελείτο συγχρόνως στους τρεις πατριαρχικούς ναούς καταλήγοντας σε μία Θεία Λειτουργία στις Βλαχέρνες ως εξής: Την παραμονή ο Πατριάρχης κατείρχετο στην Παναγία των Χαλκοπρατείων για τον εσπερινό, ενώ ο όρθος γινόταν πάλι εκεί με τον Πατριάρχη στον άμβωνα, ενώ ετελείτο και όρθρος στον νάρθηκα της Αγίας Σοφίας εν αναμονή της ελεύσεως του αυτοκράτορα. Μετά ο Πατριάρχης «εἰς οἷον θέλει ἀντίφωνον κατέρχεται καὶ εἰσέρχεται ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ», και μάλιστα διά της πλαγίας θύρας, ώστε να απαντήσει τον αυτοκράτορα, για να ασπασθεί αυτός το Σταυρό και το Ευαγγέλιο, ο οποίος αυτοκράτορας με λαμπάδα ετίθετο επικεφαλής της λιτανείας μέσω του Φόρου, προφανώς του Αγίου Κωνσταντίνου, η οποία λιτανεία κατέληγε στην Παναγία των Βλαχερνών, όπου είχαν κατατεθεί αρχικά όλα τα καταπιστεύματα της Παναγίας, ενώ στο παρεκκλήσιο του Αγίου Ιακώβου του Αδελφοθέου των Χαλκοπρατείων ήταν όλα τα καταπιστεύματα των Θεοπατόρων και το Λείψανο του Αγίου Συμεώνος του Θεοδόχου, του οποίου η σύναξη εορταζόταν την επομένη εκεί. Στις Βλαχέρνες η ακολουθία συνεχιζόταν με τον Τρισάγιο και το Προκείμενο «Μεγαλύνει ἡ ψυχή μου τὸν Κύριον...» και τα υπόλοιπα της Θείας Λειτουργίας, γι᾽ αυτό σημειώνεται στο Τυπικὸν «καὶ ἐν Βλαχέρναις δοξάζουσιν».

γ. H εορτή της Υπαπαντής του Κυρίου έρχεται ως συνέχεια της εορτής της Περιτομής, τριάντα τρεις ημέρες μετά από αυτήν και σαράντα μέρες από τη Γέννηση, όπως μας πληροφορεί ο Ευαγγελιστής Λουκάς στην Ευαγγελική περικοπή λέγοντας ότι το γεγονός συνέβηκε, όταν πλησίασαν οι ημέρες «τοῦ καθαρισμοῦ αὐτῶν κατὰ τὸν νόμον Μωϋσέως», και μετέφεραν ο Ιωσήφ και η Θεοτόκος στα Ιεροσόλυμα τον τεσσαρακονθήμερο Χριστό, για να τον παρουσιάσουν στο Ναό. Το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα βρίσκεται σε πλήρη αντιστοιχία προς το Α´ Προφητικό Ανάγνωσμα του Εσπερινού, το οποίο προέρχεται κυρίως από τα κεφάλαια δώδεκα και δεκατρία του βιβλίου της Εξόδου. Ο αγιασμός των πρωτογενών πρωτοτόκων του Ισραήλ γινόταν εις ανάμνηση της εξαγωγής του Ισραήλ από την Αίγυπτο, ως ἀπόδομα έναντι της θανατώσεως των πρωτοτόκων των ασεβών Αιγυπτίων, με το διακριτικό σημείο της περιτομής και τις τριάντα τρεις ημέρες της καθάρσεως βρέφους και μητρός, ώστε να προσφερθεί θυσία καθαρά με ὁλοκαύτωμα, «ζεῦγος τρυγόνων ἢ δύο νεοσσοὺς περιστερῶν», μία παραστατική εξήγηση για τον παλαιό και το νέο Ισραήλ. Και θέλω να επισημάνω εδώ ότι, ενώ ο σύγχρονος κόσμος είναι πλήρης ειδωλικών παραστάσεων και ιδίως με την τεχνητή νοημοσύνη, συγχρόνως σκληρόκαρδος, απάνθρωπος, άθεος, ή ακόμη και θρησκευτικά ειδωλικός και πλήρης υποκρισίας, σκανδαλίζεται τάχα και βάλλεται εξ αυτού η Εκκλησία, γιατί στην Αγία Γραφή και τα φιλοκαλικά κείμενα χρησιμοποιείται ο παραβολικός λόγος και εικόνες- φυσικά σύμβολα- ως παραστατικός τρόπος περιγραφής είτε γεγονότων, είτε χαρακτηριστικών συμπεριφορών των ανθρώπων.

2. Όπως στην περίπτωση της περιτομής η όγδοη ημέρα φέρεται ως τύπος και εξεικονισμός της μέλλουσας άληκτης ζωής, αλλά και αρχή της νέας ζωής της χάριτος της ένσαρκης επιφανείας του Λόγου, έτσι και το γεγονός της Υπαπαντής με την εκπλήρωση των διατάξεων του Νόμου κατά τη διερμηνεία της βουλής του Θεού υπό του Μωϋσέως, σύμφωνα με το πρώτο Προφητικό Ανάγνωσμα και την καταγραφή του Ευαγγελιστή Λουκά, και την υπάντηση του Αγίου και Δικαίου Συμεώνος, τίθεται στο κέντρο των θεοφανικών γεγονότων του ενός και του αυτού δρώντος Λόγου, ασάρκως και ενσάρκως, ενώ προκαταγγέλλεται η σωτηρία όλου του ανθρώπινου γένους, ως Χριστωνύμου λαού: «Ὁ τοῖς Χερουβὶμ ἐποχούμενος, καὶ ὑμνούμενος ὑπὸ τῶν Σεραφίμ, σήμερον τῷ θείῳ Ἱερῷ κατὰ νόμον προσφερόμενος, πρεσβυτικαῖς ἐνθρονίζεται ἀγκάλαις, καὶ ὑπὸ Ἰωσὴφ εἰσδέχεται δῶρα θεοπρεπῶς, ὡς ζεῦγος τρυγόνων τὴν ἀμίαντον Ἐκκλησίαν, καὶ τῶν ἐθνῶν τὸν νεόλεκτον λαόν, περιστερῶν δὲ δύο νεοσσούς, ὡς ἀρχηγὸς Παλαιᾶς τε καὶ Καινῆς. Τοῦ πρὸς αὐτὸν χρησμοῦ δὲ Συμεών, τὸ πέρας δεξάμενος, εὐλογῶν τὴν Παρθένον, Θεοτόκον Μαρίαν, τὰ τοῦ πάθους σύμβολα τοῦ ἐξ αὐτῆς προηγόρευσε, καὶ παρ᾽ αὐτοῦ ἐξαιτεῖται τὴν ἀπόλυσιν βοῶν· Νῦν ἀπολύεις με Δέσποτα, καθὼς προεπηγγείλω μοι, ὅτι εἶδόν σε τὸ προαιώνιον φῶς, καὶ Σωτῆρα Κύριον τοῦ Χριστωνύμου λαοῦ», Δοξαστικό μετά τα Στιχηρά Ιδιόμελα, ήχος πλ. δ´ (Αγίου Ανδρέα Κρήτης). Εξάλλου, ο ύμνος του Συμεώνος «29 Νῦν ἀπολύεις τὸν δοῦλόν σου, δέσποτα, κατὰ τὸ ῥῆμά σου ἐν εἰρήνῃ, 30 ὅτι εἶδον οἱ ὀφθαλμοί μου τὸ σωτήριόν σου, 31 ὃ ἡτοίμασας κατὰ πρόσωπον πάντων τῶν λαῶν. 32 φῶς εἰς ἀποκάλυψιν ἐθνῶν καὶ δόξαν λαοῦ σου Ἰσραήλ», με την αναφορά στο σωτήριο γεγονός εξίσου στα Έθνη και τον Ισραήλ επεξηγείται με την συμπερίληψη και των κεκοιμημένων, για τους οποίους ο Θεόπτης Συμεών παρακαλεί την απόλυση από τον παρόντα βίο, για να φέρει την πληροφορία της Ενανθρωπήσεως και στους εν Άδη: γ´ Στιχηρό Ιδιόμελο στο Στίχο: Φῶς εἰς ἀποκάλυψιν ἐθνῶν, καὶ δόξαν λαοῦ σου Ἰσραήλ./ «Τὸν ὀχούμενον ἐν ἅρμασι Χερουβίμ, καὶ ὑμνούμενον ἐν ᾄσματι Σεραφίμ, φέρουσα ἐν ἀγκάλαις ἡ Θεοτόκος Μαρία, ἀπειρογάμως ἐξ αὐτῆς σαρκωθέντα, τὸν Νομοδότην νόμου, πληροῦντα νόμου τάξιν, ἐδίδου χερσὶ πρεσβύτου ἱερέως· ζωὴν δὲ φέρων, ζωῆς ᾐτεῖτο λύσιν, λέγων· Δέσποτα, νῦν ἀπόλυσόν με, μηνῦσαι τῷ Ἀδάμ, ὡς εἶδον ἄτρεπτον βρέφος, Θεὸν προαιώνιον, καὶ Σωτῆρα τοῦ κόσμου».

3. α. Το δεύτερο Προφητικό Ανάγνωσμα από το βιβλίο του Ησαΐα, αντιστοιχεί στο Αποστολικό Ανάγνωσμα, το οποίο έχει ευχαριστιακό περιεχόμενο. Στο όραμα του Ησαΐα ένα των Σεραφίμ λαμβάνει από το άνω θυσιαστήριο άνθρακα με λαβίδα, που την φέρει στα χείλη του Προφήτη, προς τον οποίο λέγει: «Ἰδού, ἥψατο τοῦτο τῶν χειλέων σου καὶ ἀφελεῖ τὰς ἀνομίας σου, καὶ τὰς ἁμαρτίας σου περικαθαριεῖ». («Εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καὶ ζωὴν τὴν αἰώνιον» κοινωνούμε και οι χριστιανοί του σώματος και του αίματος του Χριστού). Στην ερμηνευτική της Εκκλησίας άνθρακας είναι τύπος, εξαγγελία, του Χριστού στη Θεία Ευχαριστία, ο οποίος είναι θύτης και θύμα, προσφέρων και προσφερόμενος και δεχόμενος την αναίμακτο θυσία μετά του Πατρός και του Αγίου Πνεύματος, προσάγοντας στον ένα Μυστικό Δείπνο παλαιό και νέο Ισραήλ με την ενοποίηση των αξιωμάτων του Ισραήλ, και όντας ιερεύς κατά την τάξη του αγενεαλόγητου Μελχισεδέκ, ο οποίος δεν ήταν ενταγμένος στη λευιτική ιερατική φυλή. Ο Μελχισεδέκ είναι, επίσης, τύπος του Χριστού, γιατί η ιεροσύνη που χαρίζει στην Εκκλησία ο Χριστός, μετατίθεται, απλώνεται, από τον Ισραήλ προς κάθε άνθρωπο ως κλήση, που καλείται, δηλαδή, να εισέλθει στην ακατάλυτη ζωή του Χριστού, να επανεύρει την οδό της σωτηρίας ως δωρεάς στο ευχαριστιακό δείπνο. Εξάλλου, η μετάθεση της ιεροσύνης πραγματοποιείται από το Χριστό, ο οποίος διενεργεί και τη μετάθεση του Νόμου, καθώς ο ίδιος κατά σάρκα προέρχεται από τη φυλή του Ιούδα, «εἰς ἣν φυλὴν οὐδὲν περὶ ἱερωσύνης Μωϋσῆς ἐλάλησε».

β. Το γεγονός της Υπαπαντής με τον ευχαριστιακό εξαγγελτικό χαρακτήρα του οράματος του Ησαΐα καταγράφεται στον αξεπέραστο Κανόνα της εορτής από τον Άγιο Κοσμά, ιδίως στον Εἱρμό και τα τροπάρια της ε´  Ὠδῆς, ἦχος γ´,  όπου συνδυάζεται το δεύτερο Προφητικό Ανάγνωσμα του Εσπερινού εκ του Ησαΐα με το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα της ημέρας σε μία ενότητα προφητικής και ευαγγελικής θεοπτίας και φωτοείδειας: «Ὡς εἶδεν Ἡσαΐας συμβολικῶς, ἐν θρόνῳ ἐπηρμένῳ Θεόν, ὑπ᾽ Ἀγγέλων δόξης δορυφορούμενον, ὦ τάλας! ἐβόα, ἐγώ· πρὸ γὰρ εἶδον σωματούμενον Θεόν, φωτὸς ἀνεσπέρου, καὶ εἰρήνης δεσπόζοντα»./ Συνεὶς ὁ θεῖος Πρέσβυς, τὴν προφανεῖσαν, πάλαι τῷ Προφήτῃ δόξαν, χερσὶ Λόγον βλέπων Μητρὸς κρατούμενον, ᾧ χαίροις, ἐβόα Σεμνή· ὡς γὰρ θρόνος περιέχεις τόν Θεόν, φωτὸς ἀνεσπέρου, καὶ εἰρήνης δεσπόζοντα./ Προκύψας ὁ Πρεσβύτης, καὶ τῶν ἰχνῶν ἐνθέως ἐφαψάμενος, τῆς ἀπειρογάμου καὶ Θεομήτορος, πῦρ, ἔφη, βαστάζεις Ἁγνή, βρέφος φρίττω ἀγκαλίσασθαι Θεόν, φωτός ἀνεσπέρου, καὶ εἰρήνης δεσπόζοντα./ Ῥύπτεται Ἡσαΐας, τοῦ Σεραφὶμ τὸν ἄνθρακα δεξάμενος,Πρέσβυς ἐβόα τῇ Θεομήτορι· σὺ ὥσπερ λαβίδι χερσὶ λαμπρύνεις με, ἐπιδοῦσα ὃν φέρεις, φωτὸς ἀνεσπέρου, καὶ εἰρήνης δεσπόζοντα».

γ. Το τρίτο Προφητικό Ανάγνωσμα αποτελεί την εξαγγελία της φυγής στην Αίγυπτο, το οποίο συνδυαζόμενο με το σκοπό της Ενανθρωπήσεως του Λόγου, που είναι ο ανακαινισμός πάσης της ανθρώπινης φύσεως, όπως καταδεικνύεται από τα δύο πρώτα Αναγνώσματα και την υμνολογία της εορτής, αποτελεί ένα προχειρισμό για την αρχή της εκδιπλώσεως του μυστηρίου της ένσαρκης Οικονομίας του Λόγου, καθώς τούτο αφορά σε κάθε άνθρωπο.

δ. Σημειώνεται εκ νέου, όπως και στην περίπτωση της εορτής της Εισόδου της Θεοτόκου στο Ναό, ότι μία ακριβής μελέτη και ευρεία αντιστοίχηση των προφητικών εξαγγελιών, των Ψαλμών, της Πεντατεύχου με τα Ευαγγελικά γεγονότα είναι τελείως απαραίτητη, πριν ακρίτως αποδοθούν λεπτομέρειες της υμνολογίας και της αγιογραφίας σε παραπομπές εκ των Αποκρύφων. Εξάλλου, αυτό συνάδει και με τις παραπομπές στις Παλαιοδιαθηκικές καταγραφές από τους Ευαγγελιστές και τους Αποστόλους κατά σύνθεση και όχι κατά σειρά, πράγμα που οδηγεί σε μία ενοποιητική θέαση της αποκαλύψεως του Θεού στην ιστορία του Ισραήλ.

 

Β. 1. Ανεξάρτητα από τις λεπτομέρειες για την εμφάνιση και λειτουργική ανάπτυξη της εορτής της Υπαπαντής το βέβαιο είναι ότι η έμφαση δόθηκε μετά τις εμηνευτικές διατυπώσεις των Οικουμενικών Συνόδων Γ´ και Δ´  και με κατάληξη την Ζ´ Οικουμενική Σύνοδο, που αποτελεί το επιστέγασμα της παραδοχής της δυνατότητος εξεικονισμού του ενανθρωπήσαντος Λόγου, εφόσον είναι και τέλειος κατά την ανθρωπότητα. Η υμνολογία της εορτής προέρχεται από μία μακροχρόνια ερμηνευτική καταγραφή του συνόλου της Αγίας Γραφής με τις Προφητικές προτυπώσεις και παραδοχές περί του λαλήσαντος στους Πατριάρχες, το Μωϋσή και τους Προφήτες Λόγου, του αυτού και συγκαταβάντος, Ενανθρωπήσαντος και ανακεφαλαιώσαντος πάσαν την προς ημάς Οικονομία, αεί δε παρόντος Πνευματικώς: «Ἐν νόμῳ, σκιᾷ καὶ γράμματι, τύπον κατίδωμεν οἱ πιστοί, πᾶν ἄρσεν τὸ τὴν μήτραν διανοῖγον, ἅγιον Θεῷ· διὸ πρωτότοκον Λόγον, Πατρὸς ἀνάρχου Υἱόν, πρωτοτοκούμενον Μητρί, ἀπειράνδρῳ, μεγαλύνομεν». Η παρουσία εξαιρέτως της Θεοτόκου, του Δικαίου Συμεώνος και της Προφήτιδος Άννας κατά την ιδιαίτερη διακονία εκάστου πιστοποιεί το γεγονός ότι ο Θεός Λόγος ενηνθρώπησε πραγματικά και όχι φανταστικά: «Νηπιάζει δι᾽ ἐμέ,Παλαιὸς τῶν ἡμερῶν, καθαρσίων κοινωνεῖ, ὁ καθαρώτατος Θεός, ἵνα τὴν σάρκα πιστώσῃ μου, τὴν ἐκ Παρθένου. Καὶ ταῦτα Συμεὼν μυσταγωγούμενος, ἐπέγνω τὸν αὐτόν, Θεὸν φανέντα σαρκί, καὶ ὡς ζωὴν ἠσπάζετο, καὶ χαίρων, πρεσβυτικῶς ἀνεκραύγαζεν· Ἀπόλυσόν με· σὲ γὰρ κατεῖδον, τὴν ζωὴν τῶν ἁπάντων», Κάθισμα μετά τον Πολυέλεον, ἦχος δ´. Ο θεόπτης Συμεών εν Αγίω Πνεύματι και η Προφήτις Άννα, δύο σεβάσμιοι γέροντες, είναι οι αυτόπτες μάρτυρες και κήρυκες του σωματωθέντος Λόγου, καθώς μ᾽ αυτούς εξαγγέλλεται ο Σταυρός και η Ανάσταση: «Σήμερον Συμεὼν ὁ πρεσβύτης, ἐν τῷ Ναῷ εἰσέρχεται, χαίρων τῷ πνεύματι τὸν Νομοδότην Μωσέως, καὶ πληρωτὴν τοῦ νόμου, ἀγκάλαις εἰσδέξασθαι· ἐκεῖνος μέν, διὰ γνόφου καὶ φωνῆς ἀμυδρᾶς, θεόπτης ἠξίωτο, καὶ κεκαλυμμένῳ προσώπῳ τῶν Ἑβραίων τὰς ἀπίστους καρδίας διήλεγξεν, οὗτος δέ, τὸν προαιώνιον Λόγον τοῦ Πατρός, σωματωθέντα ἐβάστασε, καὶ τῶν Ἐθνῶν ἀπεκάλυψε τὸ φῶς, τὸν Σταυρὸν καὶ τὴν Ἀνάστασιν. Καὶ Ἄννα Προφῆτις ἀναδείκνυται, τὸν Σωτῆρα λυτρωτὴν τοῦ Ἰσραὴλ κηρύττουσα. Αὐτῷ βοήσωμεν. Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, διὰ τῆς Θεοτόκου ἐλέησον ἡμᾶς», Στιχηρό Ιδιόμελο Ανδρέου Ιεροσολυμίτου, ἦχος β´.

2. Όπως έχει ήδη σημειωθεί η εορτή της Υπαπαντής έχει ένα άκρως ευχαριστιακό χαρακτήρα, καθώς αποτελεί μία συνοπτική αναδρομή στα γεγονότα της Θείας Οικονομίας και Αποκαλύψεως του Θεού από κτίσεως κόσμου και συναγωγή παντός του ανθρώπινου γένους με εξαγγελία του γεγονότος της Ενανθρωπήσεως και στους εν Άδη. Με ένα αμυδρό τρόπο υπάρχει ένας προχειρισμός, μία σχηματική προδιαγραφή των γεγονότων των παθών και της Αναστάσεως, μία οικουμενική θέαση της ανθρώπινης ιστορίας που εκβάλλει στην άπειρη χάρη του αγκαλοφορούμενου Θεού: «Ἐκάλυψεν οὐρανούς, ἡ ἀρετή σου Χριστέ· τῆς κιβωτοῦ γὰρ προελθών, τοῦ ἁγιάσματός σου, τῆς ἀφθόρου Μητρός, ἐν τῷ ναῷ τῆς δόξης σου, ὤφθης ὡς βρέφος, ἀγκαλοφορούμενος, καὶ ἐπληρώθη τὰ πάντα τῆς σῆς αἰνέσεως», Κανών της εορτής, ᾽Ωδὴ δ´,  ἦχος γ´,  Εἱρμός.

3. Η ερμηνευτική της Εκκλησίας για την ομολογία του ενός και του αυτού Υιού και Λόγου του Θεού Πατρός δεν ήταν μία θεωρητική κατασκευή αλλά το πιο πραγματικό αίτημα για μία σταθερή βάση για την ενότητα του ανθρώπινου γένους, ενός γένους οικουμενικά ανακαινισμένου, ενώ οι φυσικές και κοινωνικές συμβάσεις το κατακερματίζουν και προσθέτουν οδύνες, δυστυχία και απανθρωπία, παραλογισμό και θάνατο.

 

Αποστολικό Ανάγνωσμα: Ἑβρ. ζ´, 7-17: «7 χωρὶς δὲ πάσης ἀντιλογίας τὸ ἔλαττον ὑπὸ τοῦ κρείττονος εὐλογεῖται. 8 καὶ ὧδε μὲν δεκάτας ἀποθνήσκοντες ἄνθρωποι λαμβάνουσιν, ἐκεῖ δὲ μαρτυρούμενος ὅτι ζῇ. 9 καὶ ὡς ἔπος εἰπεῖν, διὰ Ἀβραὰμ καὶ Λευῒ ὁ δεκάτας λαμβάνων δεδεκάτωται· 10 ἔτι γὰρ ἐν τῇ ὀσφύϊ τοῦ πατρὸς ἦν ὅτε συνήντησεν αὐτῷ Μελχισεδέκ. 11 Εἰ μὲν οὖν τελείωσις διὰ τῆς Λευϊτικῆς ἱερωσύνης ἦν· ὁ λαὸς γὰρ ἐπ᾽ αὐτῇ νενομοθέτητο· τίς ἔτι χρεία κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδὲκ ἕτερον ἀνίστασθαι ἱερέα καὶ οὐ κατὰ τὴν τάξιν Ἀαρὼν λέγεσθαι; 12 μετατιθεμένης γὰρ τῆς ἱερωσύνης ἐξ ἀνάγκης καὶ νόμου μετάθεσις γίνεται. 13 ἐφ ὃν γὰρ λέγεται ταῦτα, φυλῆς ἑτέρας μετέσχηκεν, ἀφ᾽ ἧς οὐδεὶς προσέσχηκε τῷ θυσιαστηρίῳ. 14 πρόδηλον γὰρ ὅτι ἐξ Ἰούδα ἀνατέταλκεν ὁ Κύριος ἡμῶν, εἰς ἣν φυλὴν οὐδὲν περὶ ἱερωσύνης Μωϋσῆς ἐλάλησε. 15 Καὶ περισσότερον ἔτι κατάδηλόν ἐστιν, εἰ κατὰ τὴν ὁμοιότητα Μελχισεδὲκ ἀνίσταται ἱερεὺς ἕτερος, 16 ὃς οὐ κατὰ νόμον ἐντολῆς σαρκικῆς γέγονεν, ἀλλὰ κατὰ δύναμιν ζωῆς ἀκαταλύτου· 17 μαρτυρεῖ γὰρ ὅτι σὺ ἱερεὺς εἰς τὸν αἰῶνα κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδέκ».


Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: Λουκ. β´, 22-40: «22 Καὶ ὅτε ἐπλήσθησαν αἱ ἡμέραι τοῦ καθαρισμοῦ αὐτῶν κατὰ τὸν νόμον Μωϋσέως, ἀνήγαγον αὐτὸν εἰς Ἱεροσόλυμα παραστῆσαι τῷ Κυρίῳ, 23 καθὼς γέγραπται ἐν νόμῳ Κυρίου ὅτι πᾶν ἄρσεν διανοῖγον μήτραν ἅγιον τῷ Κυρίῳ κληθήσεται, 24 καὶ τοῦ δοῦναι θυσίαν κατὰ τὸ εἰρημένον ἐν τῷ νόμῳ Κυρίου, ζεῦγος τρυγόνων ἢ δύο νεοσσοὺς περιστερῶν. 25 Καὶ ἰδοὺ ἦν ἄνθρωπος ἐν Ἰερουσολύμοις ᾧ ὄνομα Συμεών, καὶ ὁ ἄνθρωπος οὗτος δίκαιος καὶ εὐλαβής, προσδεχόμενος παράκλησιν τοῦ Ἰσραήλ, καὶ Πνεῦμα ἦν ἅγιον ἐπ᾽ αὐτόν· 26 καὶ ἦν αὐτῷ κεχρηματισμένον ὑπὸ τοῦ Πνεύματος τοῦ ἁγίου μὴ ἰδεῖν θάνατον πρὶν ἢ ἴδῃ τὸν Χριστὸν Κυρίου. 27 καὶ ἦλθεν ἐν τῷ Πνεύματι εἰς τὸ ἱερόν· καὶ ἐν τῷ εἰσαγαγεῖν τοὺς γονεῖς τὸ παιδίον Ἰησοῦν τοῦ ποιῆσαι αὐτοὺς κατὰ τὸ εἰθισμένον τοῦ νόμου περὶ αὐτοῦ 28 καὶ αὐτὸς ἐδέξατο αὐτὸν εἰς τὰς ἀγκάλας αὐτοῦ καὶ εὐλόγησε τὸν Θεὸν καὶ εἶπε· 29 Νῦν ἀπολύεις τὸν δοῦλόν σου, δέσποτα, κατὰ τὸ ῥῆμά σου ἐν εἰρήνῃ, 30 ὅτι εἶδον οἱ ὀφθαλμοί μου τὸ σωτήριόν σου, 31 ὃ ἡτοίμασας κατὰ πρόσωπον πάντων τῶν λαῶν. 32 φῶς εἰς ἀποκάλυψιν ἐθνῶν καὶ δόξαν λαοῦ σου Ἰσραήλ. 33 καὶ ἦν Ἰωσὴφ καὶ ἡ μήτηρ αὐτοῦ θαυμάζοντες ἐπὶ τοῖς λαλουμένοις περὶ αὐτοῦ. 34 καὶ εὐλόγησεν αὐτοὺς Συμεὼν καὶ εἶπεν πρὸς Μαριὰμ τὴν μητέρα αὐτοῦ· Ἰδοὺ οὗτος κεῖται εἰς πτῶσιν καὶ ἀνάστασιν πολλῶν ἐν τῷ Ἰσραὴλ καὶ εἰς σημεῖον ἀντιλεγόμενον. 35 καὶ σοῦ δὲ αὐτῆς τὴν ψυχὴν διελεύσεται ῥομφαία, ὅπως ἂν ἀποκαλυφθῶσιν ἐκ πολλῶν καρδιῶν διαλογισμοί. 36 Καὶ ἦν Ἅννα προφῆτις, θυγάτηρ Φανουήλ, ἐκ φυλῆς Ἀσήρ· αὕτη προβεβηκυῖα ἐν ἡμέραις πολλαῖς, ζήσασα μετὰ ἀνδρὸς ἔτη ἑπτὰ ἀπὸ τῆς παρθενίας αὐτῆς, 37 καὶ αὐτὴ χήρα ἕως ἐτῶν ὀγδοήκοντα τεσσάρων, ἣ οὐκ ἀφίστατο ἀπὸ τοῦ ἱεροῦ νηστείαις καὶ δεήσεσι λατρεύουσα νύκτα καὶ ἡμέραν· 38 καὶ αὕτη αὐτῇ τῇ ὥρᾳ ἐπιστᾶσα ἀνθωμολογεῖτο τῷ Κυρίῳ καὶ ἐλάλει περὶ αὐτοῦ πᾶσι τοῖς προσδεχομένοις λύτρωσιν ἐν Ἱερουσαλήμ. 39 Καὶ ὡς ἐτέλεσαν πάντα τὰ κατὰ τὸν νόμον Κυρίου, ὑπέστρεψαν εἰς τὴν Γαλιλαίαν εἰς πόλιν ἑαυτῶν Ναζαρέτ. 40 Τὸ δὲ παιδίον ηὔξανε καὶ ἐκραταιοῦτο πνεύματι πληρούμενον σοφίας, καὶ χάρις Θεοῦ ἦν ἐπ᾽ αὐτό».

 

Κυριακὴ τοῦ Τελώνου καὶ Φαρισαίου (ἄρχεται τὸ Τριῴδιον), ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΣΤ´ ΛΟΥΚΑ, Ἄθλησις τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Τρύφωνος, 1η Φεβρουαρίου 2026, (17/2/2019), (Αριθμ. 1Γ[1])

 

Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατὰ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς καί τινων ἑορτῶν

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Α.Π.Θ.

 

Α. 1. Με την Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου επανέρχονται τα Αναγνώσματα από το Κατά Λουκάν Ευαγγέλιο, των οποίων η ανάγνωση ολοκληρώνεται την επόμενη Κυριακή του Ασώτου, ΙΖ´ Λουκά. Συγχρόνως με την Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου αρχίζει η περίοδος του Τριωδίου, κατά την οποία τα κατά Κυριακήν Ευαγγελικά Αναγνώσματα είναι, μετά τη διαμόρφωση του ενιαύσιου εορτολογίου, αυστηρά καθορισμένα. Το ίδιο ισχύει και για την περίοδο που θα ακολουθήσει, αυτήν του Πεντηκοσταρίου. Να σημειωθεί ότι η ανάγνωση του Κατά Μάρκον Ευαγγελίου αρχίζει κατά τις καθημερινές μετά την εορτή της Συλλήψεως της Θεοτόκου, 9 Δεκεμβρίου, ή την Κυριακή Ι´ Λουκά, και διατρέχει την περίοδο μέχρι την Κυριακή ΙΖ´ Λουκά, ενώ χαρακτηρίζει εν πολλοίς την περίοδο του Τριωδίου κατά Σάββατα και Κυριακές, πράγμα που σημαίνει ότι αρχικά η ανάγνωση του Κατά Μάρκον Ευαγγελίου ακολουθούσε εκείνην του Κατά Λουκάν. Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για μία αλληλοπεριχώρηση των τριών Ευαγγελίων κατά την περίοδο μετά την εορτή της Συλλήψεως της Θεοτόκου μέχρι και την αρχή του Τριωδίου με ανάγνωση οπωσδήποτε του α´ κεφαλαίου του Κατά Μάρκον Ευαγγελίου, εάν συμπέσει Κυριακή μεταξύ Περιτομής του Χριστού και Φώτων.

2. Σύμφωνα με το Συναξάριο του Τριωδίου, συνταχθέν από τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Άγιο Κάλλιστο Ξανθόπουλο (δρα στο δεύτερο μισό του 14ου αιώνα), ένα νηπτικό Πατέρα της Εκκλησίας που συνδυάζει με τρόπο θαυμαστό τη λειτουργική πράξη και μαρτυρία με την ησυχαστική-μοναστική και φιλόκαλη ησυχία και την Πατερική ερμηνευτική, η περίοδος του Τριωδίου συνιστά μία ενότητα, που ουσιαστικώς συνοψίζει ακόμη και το Πεντηκοστάριο εκβάλλοντας σ᾽ αυτό: «Σκοπὸς μέντοι τοῖς ἁγίοις ἡμῶν Πατράσι διὰ τῆς βίβλου τοῦ Τριῳδίου παντὸς ἐν συντόμῳ τὸ πᾶν τῆς περὶ ἡμᾶς τοῦ Θεοῦ εὐεργεσίας ἐξ ἀρχῆς ἀναμνῆσαι, καὶ εἰς ὑπόμνησιν πᾶσιν ἐνθεῖναι ὅπως παρ᾽ αὐτοῦ πλασθέντες καὶ τὴν δοθεῖσαν πρὸς γυμνασίαν ἐντολὴν ἀθετήσαντες, τῆς τρυφῆς τοῦ Παραδείσου ἐξώσθημεν, καὶ ἐπερρίφθημεν φθόνῳ τοῦ ἀρχεκάκου ὄφεος καὶ ἐχθροῦ, καταβληθέντος δι᾽ ἔπαρσιν καὶ ὅπως ἐμένομεν ἀπερριμένοι τῶν ἀγαθῶν, καὶ ὑπὸ τοῦ διαβόλου ἀγόμενοι· ὅπως τε ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ καὶ Λόγος, σπλάχνοις οἰκείοις παθών, κλίνας οὐρανοὺς κατέβη, καὶ Παρθένον ᾤκησε καὶ δι᾽ ἡμᾶς ἐγένετο ἄνθρωπος, καὶ διὰ τῆς κατ᾽ αὐτὸν πολιτείας, τὴν εἰς οὐρανοὺς ἄνοδον ἐνεφάνισε, διὰ ταπεινώσεως προηγουμένως, καὶ νηστείας, καὶ ἀποχῆς τῶν κακῶν, καὶ λοιπῶν αὐτοῦ πράξεων· ὅπως τε ἔπαθε καὶ ἀνέστη, καὶ εἰς οὐρανοὺς ἀνελήλυθεν αὖθις, καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ἐξαπέστειλε τοῖς Ἁγίοις αὐτοῦ Μαθηταῖς καὶ Ἀποστόλοις καὶ ὅπως Υἱὸς Θεοῦ, καὶ Θεὸς τέλειος παρὰ τούτων κατὰ πάντα ἀνεκηρύχθη· τί τε αὖθις οἱ θεῖοι Ἀπόστολοι διὰ τῆς χάριτος τοῦ Παναγίου ἐνήργησαν Πνεύματος· ὅτι τοὺς ἐκ περάτων ἁγίους πάντας ἐν ταυτῷ συνηγάγοντο διὰ τοῦ κηρύγματος, ἀναπληρώσαντας τὸν ἄνω κόσμον, ὃ δὴ καὶ σκοπὸς ἦν ἀρχῆθεν τῷ Κτίσαντι. Ἀλλ᾽ ἐν τούτοις μὲν ὁ τοῦ Τριῳδίου σκοπός».

3. α. Αυτή η σύνοψη του Τριωδίου, που είναι ουσιαστικά μία συνόψιση των γεγονότων του Μυστηρίου της Θείας Οικονομίας, φαίνεται να βρίσκεται σε ερμηνευτικὴ συμφωνία με την Ἔκδοση ἀκριβὴ τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως του Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού και ειδικότερα την παράγραφο Δ. 13(86) Περὶ τῶν ἁγίων καὶ ἀχράντων τοῦ Κυρίου μυστηρίων σε συνδυασμό με το Σύμβολο της Πίστεως, το οποίο είναι συνοδική συνόψιση του Μυστηρίου της Θείας Οικονομίας στο μυστήριο του βαπτίσματος και της Θείας Ευχαριστίας του Προαιωνίου Λόγου του Θεού Πατρός, ασάρκως, ενσάρκως και Πνευματικώς ορωμένου και μετεχομένου προς συναγωγή και εκκλησιασμό του σύμπαντος κόσμου ἀρχῆθεν. Η όλη έκθεση αυτής της ενότητος ανήκει στην Αποστολική κοινότητα και τις πρώτες εκκλησιαστικές κοινότητες ακόμη και κατά την καταγραφή των Αγίων Πατέρων Αθανασίου και Κυρίλλου Αλεξανδρείας.

β. Δεν είναι τυχαίο ότι οι περισσότερες Καταβασίες είναι της περιόδου του Τριωδίου και του Πεντηκοσταρίου, ενώ οι Καταβασίες της Θεοτόκου «Ἀνοίξω τὸ στόμα μου, καὶ πληρωθήσεται Πνεύματος» ενώνουν τα γεγονότα της Υπαπαντής με τον Ευαγγελισμό, διατρέχοντας με τροποποιήσεις αναλόγως της εορτής όλο το έτος. Χαρακτηριστικό της ενότητος Τριωδίου και Πεντηκοσταρίου, ως αναμνήσεως του Μυστηρίου της Θείας Οικονομίας, είναι η ανύμνηση: «Ἀνάστασιν Χριστοῦ θεασάμενοι, προσκυνήσωμεν Ἅγιον, Κύριον, Ἰησοῦν τὸν μόνον ἀναμάρτητον. Τὸν Σταυρόν σου, Χριστέ, προσκυνοῦμεν, καὶ τὴν ἁγίαν σου Ἀνάστασιν ὑμνοῦμεν καὶ δοξάζομεν. Σὺ γὰρ εἶ Θεὸς ἡμῶν, ἐκτὸς σοῦ ἄλλον οὐκ οἴδαμεν, τὸ ὄνομά σου ὀνομάζομεν. Δεῦτε πάντες οἱ πιστοί, προσκυνήσωμεν τὴν τοῦ Χριστοῦ ἁγίαν Ἀνάστασιν. Ἰδοὺ γὰρ ἦλθε διὰ τοῦ Σταυροῦ, χαρὰ ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ. Διὰ παντὸς εὐλογοῦντες τὸν Κύριον, ὑμνοῦμεν τὴν Ἀνάστασιν αὐτοῦ· Σταυρὸν γὰρ ὑπομείνας δι᾽ ἡμᾶς, θανάτῳ θάνατον ὤλεσεν», η οποία λέγεται μετά το Εωθινό Ευαγγέλιο καθόλη την περίοδο Τριωδίου και Πεντηκοσταρίου, σαφώς σταυροαναστάσιμου περιεχομένου. Η ενότητα των δύο περιόδων συνδέεται εμφανέστατα και με τα δύο Σάββατα των ψυχών, ήτοι του Ψυχοσάββατου προ της Κυριακής των Απόκρεω και αυτού προ της Πεντηκοστής.

γ. Η ενότητα Τεσσαρακοστής και Πεντηκοστής, ή Τριωδίου και Πεντηκοσταρίου, ήδη σε υμνολογική κορύφωση κατά την εποχή του Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού, δεν ήταν άγνωστη στη ζωή της Εκκλησίας πολύ ενωρίτερα, ιδίως στην Εκκλησία της Αλεξανδρείας με πρωταγωνιστές τους Αγίους Αθανάσιο και Κύριλλο, καθώς ο μεν πρώτος ομιλεί σαφώς για την Αγία Τεσσαρακοστή, ενώ ο Άγιος Κύριλλος, που έχει ερμηνευτικό του άξονα επίσης το Σύμβολο της Πίστεως, ευρισκόμενος στην ανάγκη να αντιμετωπίσει την πρόκληση περί του έργου του Ενανθρωπήσαντος Λόγου ως χάριτι ευεργεσία, κάνει ρητή αναφορά στην ενότητα των δύο περιόδων και τη διάκριση του έργου του Ενανθρωπήσαντος Λόγου και του Αγίου Πνεύματος[2].

 

Β. 1.Το Αποστολικό Ανάγνωσμα της σημερινής Κυριακής, μολονότι αρχίζει εφέτος το Τριώδιο, όπως και άλλες φορές και ενωρίτερα, είναι καθορισμένο ως του Μάρτυρος και κατά το Τυπικὸν τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας. Ὁ σήμερα εορταζόμενος Μάρτυρας Άγιος Τρύφωνας μαρτύρησε επί Δεκίου στη Νίκαια της Βιθυνίας, την πόλη που αργότερα θα συγκληθεί και η Α´ Οικουμενική Σύνοδος, σημαντικό οικονομικό κέντρο της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, καταγόμενος από τη Λάμψακο, μία επίσης σημαντική πόλη στις παρυφές του Ελλησπόντου, από όπου μεταφέρθηκαν τα τίμια λείψανά του αργότερα στον πλησίον του Παλατίου Ναό του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, όπου ετελείτο και η σύναξη της εορτής.

2. α. Το Αποστολικό Ανάγνωσμα προέρχεται από το όγδοο κεφάλαιο της Προς Ρωμαίους Επιστολής αποτελώντας την κατακλείδα του. Είναι ένα απόσπασμα πολύ σημαντικό, γιατί με ένα δραματικό τρόπο, που προμηνύει το μαρτυρικό τέλος του συγγραφέα Απόστολου Παύλου στη Ρώμη, συντίθενται στο υπόβαθρο της Προς Ρωμαίους- ιδίως στο παρόν απόσπασμα- τρεις κόσμοι, ο Ισραήλ της Πεντατεύχου, της αιχμαλωσίας και των Ψαλμών, οι οποίοι Ψαλμοί υπήρξαν το κατεξοχήν βιβλίο της λατρευτικής πράξης του Ισραήλ, η εξουσία και ιδίως η αυτοκρατορική εξουσία (Ρωμαίοι, Έλληνες και Πάρθοι) και ο νέος εν Χριστώ Ισραήλ εν τω μυστηρίω της του Υιού Θείας Οικονομίας, του εν χάριτι ανακαινισμού του ανθρωπίνου γένους, των παθών, της Αναστάσεως και της εκ δεξιών του Πατρός καθέδρας.

β. Εάν το παρόν Αποστολικό Απόσπασμα εξετασθεί με μία αποκλειστικά καινοδιαθηκική λεκτική προσέγγιση,- γνωστή μας από τη Λουθηρανική παραδοχή- είναι φυσικό να προκύψουν απόλυτος, ή σχετικός προορισμός της δυτικής χριστιανοσύνης, συνεχής πάλη μεταξύ ενοχής και δικαιώσεως, Νόμου και χάριτος, λύτρωσης και σωτηρίας, συλλογικότητος και ατομικής εσχατολογικής αυτοπραγμάτωσης. Όμως, εξεταζόμενο το Ανάγνωσμα με βάση την ενότητα του μυστηρίου της δημιουργίας, την κλήση- πρόγνωση του Ισραήλ στο Σινά, τη βαβυλώνια αιχμαλωσία, τη μακκαβαϊκή- αποκαλυπτική περίοδο, τη λατρεία και ανάμνηση όλων των προφητικών γεγονότων, και τέλος την ένσαρκη Θ. Οικονομία, τότε τα πάντα ενοποιούνται δικαιοσύνη, πίστη, σωτηρία, χάρη και βασιλεία του Τριαδικού Θεού, οπότε είτε μαρτύριο του αίματος, ή μαρτύριο του φιλόκαλου βίου είναι η αυτή πορεία του λαού του Θεού μετά πάντων των Αγίων εν Χριστώ Ιησού. Και δεν είναι τυχαίο ότι το Ανάγνωσμα αυτό αποτελεί ένα πρόπλασμα της βαπτιστήριας ομολογίας και εν συνεχεία ευρίσκεται και στο υπόβαθρο του Συμβόλου Πίστεως Νικαίας- Κωνσταντινουπόλεως.

 

Γ. 1. Το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα αποτελεί την πολύ γνωστή παραβολή του Τελώνη και του Φαρισαίου. Πρόκειται για δύο αξιωματούχους του Ισραήλ. Οι Φαρισαίοι ήταν διδάσκαλοι του Μωσαϊκού Νόμου με μία τυπολατρική ερμηνεία και εφαρμογή του. Επανειλημμένα ο Χριστός τους έχει ελέγξει για τη στείρα τυπολατρεία και την προσπάθεια χειραγώγησης του πλήθους. Ο Φαρισαίος της παραβολής αντιπροσωπεύει ακριβώς αυτήν τη νοοτροπία, που οδηγεί στην αυτοδικαίωση και την έπαρση έναντι των άλλων ανθρώπων. Οι τελώνες ήταν γνωστή ομάδα στον Ελληνορωμαϊκό κόσμο, που λειτουργούσε διαμεσολαβητικά για την είσπραξη των φόρων. Στα χρόνια του Χριστού η Παλαιστίνη βρίσκεται υπό Ρωμαϊκή κατοχή, αναγνωρίζεται, όμως, η θρησκευτική οντότητα του Ισραήλ, και οι Εβραίοι απολαμβάνουν τη θρησκευτική τους αναγνώριση, ωστόσο είναι υποχρεωμένοι να πληρώνουν φόρο. Οι τελώνες αναλάμβαναν την είσπραξη των φόρων και, συνήθως, ήταν καταπιεστικοί και άδικοι στην προσπάθειά τους να προσπορισθούν όσο το δυνατόν μεγαλύτερα προσωπικά οφέλη, πράγμα που τους έκανε μισητούς. Οι δύο τύποι της παραβολής, που η νοοτροπία τους ήταν ευδιάκριτη από τον απλό λαό, παρουσιάζονται με διαφορετικό πρόσωπο από το Χριστό: Ο Φαρισαίος, ως εγωϊστής και υψηλόφρων, ενώ ο τελώνης μετανοών και ταπεινόφρων και εντέλει δικαιωμένος από το Χριστό.

2. Η παραβολή θα μπορούσε να ερμηνευθεί με ένα φαρισαϊκό ηθικιστικό τρόπο κατά το αντιθετικό ζεύγος υπερηφανείας και ταπεινοσύνης, ωστόσο η υμνολογία της εορτής είναι άκρως αναγωγική ως προς τη σημασία της εν σχέσει με το Μυστήριο της Θείας Οικονομίας. Ο προαναφερθείς Άγιος Κάλλιστος στο Συναξάριο του Τριωδίου λέγει ότι οι τρεις πρώτες εορτές του Τριωδίου, δηλαδή, του Τελώνου και του Φαρισαίου, του Ασώτου και της Δευτέρας Παρουσίας τέθηκαν «ὥσπερ τις προγυμνασία καὶ παρακίνησις», για να προετοιμασθούν οι χριστιανοί για τον πνευματικό αγώνα της νηστείας της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, προσδεχόμενοι τη χάρη της μετανοίας, η οποία είναι η αρχή της εν Χριστώ σωτηρίας. Δεν πρόκειται για την ταπείνωση ως θεωρητική αρετή αλλά για την κλήση μιμήσεως, ή ταυτισμού κατά χάρη με το έργο του Ενανθρωπήσαντος Υιού και Λόγου του Θεού, όπως ερμηνεύεται η παραβολή από την υμνολογία της εορτής, σύμφωνα με την οποία στον τρόπο των δύο προσώπων αντιστοιχεί η αποδοχή ή η άρνηση του μυστηρίου της Θείας Οικονομίας του Υιού και Λόγου του Θεού, ως συγκαταβάσεως, «κενώσεως» και οικονομικής ενσάρκου φανερώσεώς του στον κόσμο: «Ἀρίστην ἔδειξεν ὁδὸν ὑψώσεως τὴν ταπείνωσιν Λόγος, ταπεινωθείς, μέχρι καὶ μορφῆς δουλικῆς, ἣν ἐκμιμούμενος ἅπας, ἀνυψοῦται ταπεινούμενος», Ὠδὴ δ´ Τριωδίου, ἦχος πλ. β´, τροπάριο α´, και «Προέφης Δέσποτα, τοῖς μεγαλόφροσιν, ἀντιτάσσεσθαι πάντως, καὶ ταπεινοῖς, χάριν σὴν παρέχων Σωτήρ, ταπεινωθεῖσι νῦν ἡμῖν, τὴν σὴν χάριν ἐξαπόστειλον», Ὠδὴ δ´ Τριωδίου, ἦχος πλ. β´, τροπάριο δ´. Του αυτού περιεχομένου, με προδήλωση των σωτηρίων παθών και της Αναστάσεως, είναι το Εξαποστειλάριο του Τριωδίου, κατά το σταυραναστάσιμο χαρακτήρα της περιόδου, ἦχος β´: «Ὑψηγορίαν φύγωμεν, Φαρισαίου κακίστην, ταπείνωσιν δὲ μάθωμεν, τοῦ Τελώνου ἀρίστην, ἵν᾽ ὑψωθῶμεν βοῶντες, τῷ Θεῷ σὺν ἐκείνῳ· Ἱλάσθητι τοῖς δούλοις σου, ὁ τεχθεὶς ἐκ Παρθένου, Χριστὲ Σωτήρ, ἑκουσίως, καὶ Σταυρὸν ὑπομείνας, συνήγειρας τὸν κόσμον σου θεϊκῇ δυναστείᾳ». Εξάλλου, η αλαζονική και ναρκισσιστική συμπεριφορά δεν είναι μόνο αποστασία από το Θεό, οδηγεί και στη διάρρηξη των σχέσεων και με τους άλλους ανθρώπους, γιατί εισάγει το φθοροποιό πάθος της ιδιοποιήσεως των αγαθών του πλησίον, της προδοσίας και της κατακρίσεως: «Λιτὰς τῷ Κτίστῃ οἴκτου προσφέρωμεν, τελωνικάς, τὰς φαρισαϊκὰς ἐκτρεπόμενοι, ἀχαρίστους εὐχάς, μεγαλαύχους φωνάς, αἳ κατὰ τοῦ πλησίον, κρίσιν ἐπάγουσιν, ἵνα Θεὸν ἵλεων, καὶ φῶς ἐπισπασώμεθα»,  θ´  Ὠδὴ Τριωδίου, ἦχος πλ. β´, τροπάριο γ´.

 

Αποστολικό Ανάγνωσμα: Ῥωμ. η´, 28-39: «28 Οἴδαμεν δὲ ὅτι τοῖς ἀγαπῶσι τὸν Θεὸν πάντα συνεργεῖ εἰς ἀγαθόν, τοῖς κατὰ πρόθεσιν κλητοῖς οὖσιν· 29 ὅτι οὓς προέγνω, καὶ προώρισε συμμόρφους τῆς εἰκόνος τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ, εἰς τὸ εἶναι αὐτὸν πρωτότοκον ἐν πολλοῖς ἀδελφοῖς· 30 οὓς δὲ προώρισε, τούτους καὶ ἐκάλεσε, καὶ οὓς ἐκάλεσε, τούτους καὶ ἐδικαίωσεν, οὓς δὲ ἐδικαίωσε, τούτους καὶ ἐδόξασε. 31 Τί οὖν ἐροῦμεν πρὸς ταῦτα; εἰ ὁ Θεὸς ὑπὲρ ἡμῶν, τίς καθ᾿ ἡμῶν; 32 ὅς γε τοῦ ἰδίου υἱοῦ οὐκ ἐφείσατο, ἀλλ᾿ ὑπὲρ ἡμῶν πάντων παρέδωκεν αὐτόν, πῶς οὐχὶ καὶ σὺν αὐτῷ τὰ πάντα ἡμῖν χαρίσεται; 33 τίς ἐγκαλέσει κατὰ ἐκλεκτῶν Θεοῦ; Θεὸς ὁ δικαιῶν· 34 τίς ὁ κατακρίνων; Χριστὸς ὁ ἀποθανών, μᾶλλον δὲ καὶ ἐγερθείς, ὃς καί ἐστιν ἐν δεξιᾷ τοῦ Θεοῦ, ὃς καὶ ἐντυγχάνει ὑπὲρ ἡμῶν. 35 τίς ἡμᾶς χωρίσει ἀπὸ τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ; θλῖψις ἢ στενοχωρία ἢ διωγμὸς ἢ λιμὸς ἢ γυμνότης ἢ κίνδυνος ἢ μάχαιρα; 36 καθὼς γέγραπται ὅτι ἕνεκά σου θανατούμεθα ὅλην τὴν ἡμέραν· ἐλογίσθημεν ὡς πρόβατα σφαγῆς. 37 ἀλλ᾿ ἐν τούτοις πᾶσιν ὑπερνικῶμεν διὰ τοῦ ἀγαπήσαντος ἡμᾶς. 38 πέπεισμαι γὰρ ὅτι οὔτε θάνατος οὔτε ζωὴ οὔτε ἄγγελοι οὔτε ἀρχαὶ οὔτε δυνάμεις οὔτε ἐνεστῶτα οὔτε μέλλοντα 39 οὔτε ὕψωμα οὔτε βάθος οὔτε τις κτίσις ἑτέρα δυνήσεται ἡμᾶς χωρίσαι ἀπὸ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ τῆς ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν».

 

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: Λουκ. ιη´, 10-14: «10 Ἄνθρωποι δύο ἀνέβησαν εἰς τὸ ἱερὸν προσεύξασθαι, ὁ εἷς Φαρισαῖος καὶ ὁ ἕτερος τελώνης. 11 ὁ Φαρισαῖος σταθεὶς πρὸς ἑαυτὸν ταῦτα προσηύχετο· ὁ Θεός, εὐχαριστῶ σοι ὅτι οὐκ εἰμὶ ὥσπερ οἱ λοιποὶ τῶν ἀνθρώπων, ἅρπαγες, ἄδικοι, μοιχοί, ἢ καὶ ὡς οὗτος ὁ τελώνης· 12 νηστεύω δὶς τοῦ σαββάτου, ἀποδεκατῶ πάντα ὅσα κτῶμαι. 13 καὶ ὁ τελώνης μακρόθεν ἑστὼς οὐκ ἤθελεν οὐδὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς εἰς τὸν οὐρανὸν ἐπᾶραι, ἀλλ᾽ ἔτυπτεν εἰς τὸ στῆθος αὐτοῦ λέγων· ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ. 14 λέγω ὑμῖν, κατέβη οὗτος δεδικαιωμένος εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ ἢ γὰρ ἐκεῖνος· ὅτι πᾶς ὁ ὑψῶν ἑαυτὸν ταπεινωθήσεται, ὁ δὲ ταπεινῶν ἑαυτὸν ὑψωθήσεται».



[1]. Εφαρμόζω την αρίθμηση σύμφωνα με την πρόταση του Αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας, όπως εκτίθεται εν συνεχεία περί Αγίας Τεσσαρακοστής και Πεντηκοστής.



[2]. «Ἀπαρχήν τινα τῆς ἀνθρώπων φύσεως προσάγων ἑαυτὸν τῷ Πατρί, ἀῤῥαβῶνα δὲ ὥσπερ ἡμῖν τῆς μελλούσης ἐλπίδος τὸ Πνεῦμα χαρίζεται, λέγων· «Λάβετε Πνεῦμα ἅγιον». Ταῦτα τῆς τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν σωτηρίας τὰ γνωρίσματα· ἐπὶ τούτοις αὐτὸν εὐεργέτην καὶ Σωτῆρα κηρύττομεν. Ἐπειδὴ δὲ διὰ τῶν ἔργων αὐτῶν προσήκει γνησίους εὑρίσκεσθαι, καὶ καλὴν διὰ τούτων ἀντιδιδόναι τῷ Δεσπότῃ τὴν ἀμοιβήν, ὑπακούσωμεν Παύλῳ λέγοντι· "Καθαρίσωμεν ἑαυτοὺς ἀπὸ παντὸς μολυσμοῦ σαρκὸς καὶ πνεύματος, ἐπιτελοῦντες ἁγιωσύνην ἐν φόβῳ Θεοῦ". Οὕτω γάρ, οὕτω καθαρὰν τῷ Δεσπότῃ τὴν νηστείαν ἐπιτελέσομεν, ἀρχόμενοι μὲν τῆς ἁγίας Τεσσαρακοστῆς ἀπὸ πεντεκαιδεκάτης τοῦ Μεχὲρ μηνός· τῆς ἑβδομάδος δὲ τοῦ σωτηριώδους Πάθους ἀπὸ εἰκάδος τοῦ Φαρμενὼθ μηνός· περιλύοντες δὲ τὰς νηστείας τῇ πεμπτῇ καὶ εἰκάδι τοῦ αὐτοῦ μηνός, κατὰ τὸ ἔθος, ἑορτάζοντες δὲ τῇ ἐπιφωσκούσῃ Κυριακῇ τῇ ἕκτῃ καὶ εἰκάδι τοῦ αὐτοῦ μηνὸς Φαμενώθ· συνάπτοντες ἑξῆς καὶ τὰς ἑπτὰ ἑβδομάδας τῆς ἁγίας Πεντηκοστῆς. Οὕτω γὰρ μετὰ τῶν ἁγίων τὴν τῶν οὐρανῶν βασιλείαν κληρονομήσομεν ἐν Χριστῷ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν». (Ὁμλίαι Ἑορταστικαί, ΛόγοςΑ´ ).