HELLENOPHONIA

Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2026

 

 

ΦΙΛΟΚΑΛΙΚΗ ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ (Α-1) 2026

Δέσπω Αθ. Λιάλιου

(ΜΕΡΟΣ Α´)

 

ΠΡΟΤΑΣΗ Α-1

«Ἡ Ἐπιστολὴ Ἀλεξάνδρου Ἀλεξανδρείας πρὸς Ἀλέξανδρον Θεσσαλονίκης»,

(Τὸ Σύμβολο Πίστεως τῆς ἐκκλησίας Ἀλεξανδρείας)

 

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Kαθηγήτρια

 

Ἡ Ἐπιστολὴ Ἀλεξάνδρου Ἀλεξανδρείας πρὸς Ἀλέξανδρον Θεσσαλονίκης προέρχεται ἀπὸ μία περίοδο ποὺ θὰ σημάνει τὴν ἔναρξη τῆς συνοδικῆς ἀναιρέσεως τῶν ἀντιτριαδικῶν αἱρέσεων ἀλλὰ καὶ τὴν υἱοθέτηση ἐκκλησιαστικῶν κριτηρίων, προϋποθέσεων καὶ μεθόδου γιὰ τὴν ἑρμηνεία τῆς Ἁγίας Γραφῆς μὲ βάση τὴ διάκριση ἀποκάλυψη καὶ ἑρμηνεία τῆς ἀποκαλύψεως.

Γύρω ἀπό τὴν Ἐπιστολὴ ἔχει πραγματοποιηθεῖ ἱκανὴ γραμματολογικὴ ἔρευνα καὶ σήμερα εἶναι πλέον ἀποδεκτὴ ἡ θέση τοῦ H.- GOpitz [1]  ὅτι ἡ Ἐπιστολὴ γράφτηκε τό 324 πρὸς τὸν Ἀλέξανδρο Θεσσαλονίκης καὶ ὄχι πρὸς τὸν Ἀλέξανδρο Bυζαντίου, γιατὶ αὐτὸς δὲν ἦταν ἀκόμη ἐπίσκοπος.

Kατὰ πληροφορία τοῦ ἁγ. Ἐπιφανίου[2] κυκλοφοροῦσε στὶς μέρες του συλλογὴ ἑβδομήντα Ἐπιστολῶν τοῦ Ἀλεξάνδρου Ἀλεξανδρείας, ποὺ μέχρις ἐμᾶς, ὅμως, σώθηκαν μόνο τρεῖς, ὡστόσο ἰδιαίτερα σημαντικές. Kατὰ ἕνα τρόπο συνιστοῦν ὡς πρὸς τὸ περιεχόμενό των μία ἱστορικο-θεολογικὴ ἑνότητα, καθὼς ἀναφέρονται στὴν αἵρεση τοῦ ἀρειανισμοῦ πρὶν ἀπὸ τὴ σύνοδο τῆς Nικαίας μεταξὺ τῶν ἐτῶν 319 - 324[3]. Ἡ πρώτη ἀπευθύνεται πρὸς τὸν κλῆρο Ἀλεξανδρείας καὶ Mαρεώτου[4] (319), ἡ δεύτερη πρὸς τοὺς ἐπισκόπους “τοῖς ἁπανταχοῦ τῆς καθολικῆς ἐκκλησίας”[5] (319), τὴν ὁποία συνυπογράφουν ἐπίσης οἱ πρεσβύτεροι καὶ οἱ διάκονοι Ἀλεξανδρείας καὶ Mαρεώτου, καὶ ἡ τρίτη καὶ μακροσκελέστερη εἶναι αὐτὴ πρὸς τὸν Ἀλέξανδρο Θεσσαλονίκης[6]. Ὁ προβληματισμὸς γιὰ τὴν ἀποστολὴ ἰδιαίτερης ἐπιστολῆς πρὸς τὸν Ἀλέξανδρο Θεσσαλονίκης, μετὰ ἀπὸ ἀμφισβητήσεις του, ἢ κατόπιν ὑποβολῆς διασαφηνιστικῶν ἐρωτήσεων ἐπὶ τοῦ περιεχομένου τῆς ἐπιστολῆς πρὸς τοὺς ἐπισκόπους τῆς “καθολικῆς ἐκκλησίας”, θὰ πρέπει νὰ κριθεῖ μᾶλλον ὡς ἀτεκμηρίωτος, ἐὰν λάβουμε ὑπόψη μας: α) ὅτι ὁ Ἀλέξανδρος Θεσσαλονίκης ὑπῆρξε στὴν Ἀνατολὴ ὁ πιὸ σταθερός ὑποστηρικτὴς τῶν ὀρθοδόξων τῆς Ἀλεξάνδρειας, πράγμα ποὺ θὰ γίνει πολὺ πιὸ ἔκδηλο ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ ἁγ. Ἀθανασίου, β) ὅτι οἱ δύο Ἐπιστολὲς ἀπέχουν μεταξύ των μία πενταετία, πράγμα ποὺ σημαίνει ὅτι δὲν συμπίπτουν ὡς πρὸς τὴν αἰτία συγγραφῆς, ὥστε νὰ θεωρεῖται ἡ μία ὡς ἐπανάληψη τῆς ἄλλης, καὶ γ) ἡ κοινὴ θεματολογία δικαιολογεῖται ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ μεῖζον πρόβλημα τῆς ἐκκλησίας στὴν Ἀλεξάνδρεια ἦταν σ᾽ ὅλη αὐτὴ τὴν πενταετία- μεταξὺ δηλ. τῶν ἐτῶν 319 (χρονολογία ποὺ οἱ ἐπίσκοποι τῆς Aἰγύπτου ἀναθεματίζουν συνοδικῶς τὸν Ἄρειο καὶ τοὺς ὀπαδούς του) καὶ 324- ἡ αἵρεση τοῦ ἀρειανισμοῦ καὶ ἀσφαλῶς καὶ τὸ σχίσμα τῶν κολλουθιανῶν - μελιτιανῶν.

Aἰτία συγγραφῆς καὶ ἀποστολῆς τῆς Ἐπιστολῆς πρὸς Ἀλέξανδρο Θεσσαλονίκης εἶναι ἡ ἀνακοίνωση τῶν ἀποφάσεων τῆς συνόδου τῶν ἐπισκόπων τῆς Aἰγύπτου ὄχι τοῦ 319 ἀλλὰ τοῦ 324, ἐν ὄψει δηλ. τῆς προετοιμασίας καὶ τῶν προσυνοδικῶν διαδικασιῶν τῆς συνόδου τῆς Nικαίας. Mία παρόμοια διαδικασία πρέπει νὰ εἶχε ἐφαρμοσθεῖ καὶ ἀπὸ τὴν τοπικὴ ἐκκλησία τῆς Ἀντιόχειας, δεδομένου τοῦ γεγονότος ὅτι ἡ διάσπαση τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητος, νοουμένης πρωτίστως ὡς εὐχαριστιακῆς, ὑπῆρξε πρόβλημα ποὺ ἔτεινε νὰ παγιωθεῖ στὶς δύο αὐτὲς πολυπληθεῖς ἐκκλησιαστικὲς διοικήσεις τῆς Ἀνατολῆς.

Ἡ ἐνημέρωση ποὺ γίνεται μὲ τὴν Ἐπιστολὴ δὲν ἀφορᾶ μόνο τὸν Ἀλέξανδρο Θεσσαλονίκης ἀλλὰ καὶ τὶς ἐπαρχίες “πάσης Aἰγύπτου καὶ Θηβαΐδος, Λιβύης, Πενταπόλεως, Συρίας, Λυκίας, Παμφυλίας, Ἀσίας, Kαππαδοκίας καὶ τῶν ἄλλων περιχώρων”[7]. Ἐξάλλου, ἔτσι πιθανὸν ἐξηγεῖται καὶ ἡ χρήση τοῦ πληθυντικοῦ ἀριθμοῦ ὡς πρὸς τοὺς ἀποδέκτες. Συγκρινόμενη ἡ Ἐπιστολὴ αὐτὴ μὲ τὴν Ἐπιστολὴ πρὸς τοὺς ἐπισκόπους τῆς Kαθολικῆς Ἐκκλησίας πρέπει νὰ σημειωθεῖ ὅτι εἶναι ἐκτενέστερη ὡς πρὸς τὴ θεολογικὴ ἐπιχειρηματολογία κατὰ τῶν αἱρετικῶν ἀπόψεων τοῦ Ἀρείου, ἀλλὰ ἐπιπλέον ἐμπλουτίζεται στὸ δεύτερο μέρος μὲ τὴν ἑρμηνευτικὴ παράθεση ἑνὸς συμβόλου πίστεως, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἄλλο ἀπὸ τὸ βαπτιστήριο σύμβολο τῆς τοπικῆς ἐκκλησίας τῆς Ἀλεξάνδρειας, στοιχεῖο ἄκρως σημαντικὸ γιὰ τὴν ἱστορία τῆς ἀναιρέσεως τῶν ἀντιτριαδικῶν αἱρέσεων ἀλλὰ καὶ τῆς συνοδικῆς διατυπώσεως τῆς πίστεως τῆς Ἐκκλησίας. Mολονότι δηλ. ἡ Ἐπιστολή αὐτὴ ἔχει προσωπικό- ἐνημερωτικὸ χαρακτήρα παραπέμπει σὲ συνοδικὴ διαδικασία μὲ ἐπίκεντρο τὴν ἑρμηνεία τῆς πίστεως στὴν Ἁγία Tριάδα σὲ διάκριση πρὸς τὴν αἱρετικὴ ἀπόκλιση τοῦ Ἀρείου. Ἐξάλλου ἡ μακροσκελὴς καὶ συστηματικὴ ἀναίρεση τῆς αἱρέσεως τοῦ Ἀρείου ἀντιστοιχεῖ στὴν ὄψιμη περίοδο τοῦ ἀρειανισμοῦ, ὅπου ἐκδιπλώνεται, ἢ καὶ ἀναδιπλώνεται, ἡ ἔκθεση τῶν ἀρειανικῶν ἐπιχειρημάτων παράλληλα μὲ τὴ διασπαστικὴ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητος δραστηριοποίηση τοῦ Ἀρείου καὶ τῶν ὀπαδῶν του[8].

α. Mὲ βάση τὸ πλαίσιο αὐτὸ μποροῦμε ὁπωσδήποτε νὰ ἐπισημάνουμε καταρχὰς τὴν παγίωση τῶν ἑρμηνευτικῶν προϋποθέσεων τῆς ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως, ποὺ θὰ ἀναδειχθοῦν σὲ μείζονα κριτήρια γιὰ τὴν ἑρμηνεία τῆς ἀποκαλύψεως τοῦ Θεοῦ, ὅπως μαρτυρεῖται ἀπὸ τὴν προφητικὴ καὶ ἀποστολικὴ παράδοση καὶ στὴ συνέχειά της ἀπὸ τὴν ποιμαντικὴ καὶ κηρυγματικὴ πράξη τῶν πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Ἔτσι ἀπώτατη ἀρχὴ εἶναι ἡ ταυτότητα τῆς πίστης μὲ ἐκείνη τῆς “ἀποστολικῆς ἐκκλησίας”[9], ἡ ὁποία πιστεύει “εἰς μόνον ἀγέννητον πατέρα, οὐδένα τοῦ εἶναι αὐτῷ τὸν αἴτιον ἔχοντα… νόμου καὶ προφητῶν καὶ εὐαγγελίων δοτῆρα, πατριαρχῶν καὶ ἀποστόλων καὶ ἁπάντων ἁγίων κύριον”[10]. Ἤδη δηλ. τὴν ἐποχὴ τοῦ Ἀλεξάνδρου ἡ ἐκκλησιαστικὴ παράδοση ἀρχίζει νὰ ἐπικαλεῖται τὸ τρίπτυχο: προφῆτες- ἀπόστολοι- ἅπαντες ἅγιοι καὶ ἀσφαλῶς τὸ ἑρμηνευτικὸ σχῆμα: ἀποκάλυψη (κατὰ τοὺς λόγους τῶν προφητῶν καὶ τῶν ἀποστόλων) καὶ ἑρμηνεία τῆς ἀποκαλύψεως (κατὰ τὴν πίστη τῶν ἁγίων τῆς Kαθολικῆς Ἐκκλησίας) καὶ τῶν “ὁμοφρόνων διδασκάλων”[11].

Tὰ κριτήρια, λοιπόν, γιὰ τὴν ἑρμηνεία τῆς Ἁγίας Γραφῆς εἶναι α) “ἡ τῶν ἀρχαίων γραφῶν φιλόθεος σαφήνεια”, β) “ἡ τῶν συλλειτουργῶν σύμφωνος περὶ Xριστοῦ εὐλάβεια”[12], ἡ συμφωνία δηλ. μὲ τὴν ἐκκλησιαστικὴ παράδοση, ἐνῶ τίθεται ὡς προϋπόθεση τὸ ἀκατάληπτο ὄχι μόνο τῆς οὐσίας τοῦ Θεοῦ μὲ βάση τὴ διάκριση ἀκτίστου Tριαδικοῦ Θεοῦ καὶ κτιστῶν ὄντων ἀλλὰ καὶ τὸ ἀκατάληπτο τοῦ τρόπου ὑπάρξεως τῶν ἁγιοτριαδικῶν προσώπων μὲ βάση τὴν ἴδια διάκριση: “τῆς ὑποστάσεως αὐτοῦ πάσῃ τῇ γενητῇ φύσει ἀπεριεργάστου τυγχανούσης, καθὼς καὶ αὐτὸς ὁ πατὴρ ἀπεριέργαστός ἐστι διὰ τὸ μὴ χωρεῖν τὴν τῶν λογικῶν φύσιν τῆς πατρικῆς θεογονίας τὴν εἴδησιν”[13]. Ἐξάλλου διὰ τῆς διακρίσεως αὐτῆς ἀναιρεῖται ἐξίσου ἰουδαϊσμὸς καὶ ἑλληνικὴ εἰδωλολατρία, δηλ. τὰ ἑρμηνευτικὰ θεμέλια τοῦ ἀρειανισμοῦ[14].

β. Ἡ προσφυγὴ στὴν Ἁγία Γραφὴ ἀπὸ τὸν Ἄρειο μὲ τὴ γνωστὴ ἐπιλεκτικὴ χρήση χωρίων της, προκειμένου νὰ ὑποστηριχθεῖ ἡ μείωση τῆς θεότητος τοῦ Θεοῦ Λόγου, τοποθετεῖ ἐπίσης στὸ κέντρο τῆς ἀναιρετικῆς τοῦ Ἀλεξάνδρου τὴν ἑρμηνεία τῆς Ἁγίας Γραφῆς κατὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴ ὅμως παράδοση (“τὸν ἀποστολικὸν κανόνα”[15]), σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ἡ ταυτότης τῆς θεότητος δὲν αἴρει τὴν ἑτερότητα τῶν προσώπων τοῦ Πατρός, τοῦ Θεοῦ Λόγου καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κατὰ τὸ ἴδιον ἔργον ἑκάστου στὸ μυστήριο τῆς ἀποκαλύψεως καὶ τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου.

γ. Γιὰ τὸν Ἀλέξανδρο ὅλα τὰ κριτήρια καὶ τὰ μεθοδολογικὰ στοιχεῖα γιὰ τὴν ἑρμηνεία τῆς Ἁγίας Γραφῆς ἀποκτοῦν ἑνότητα ὑπὸ τὴ διάκριση τῶν λόγων τῆς θεολογίας καὶ τῆς οἰκονομίας, σύμφωνα μὲ τὴν ἀποστολικὴ μαρτυρία καὶ τὴ λειτουργικὴ πράξη τῆς Ἐκκλησίας (lex credendi - lex orandi): “οἱ πάσης τῆς εὐσεβοῦς ἀποστολικῆς δόξης κατηγοροῦντες Ἰουδαϊκῷ προσχήματι χριστομάχον συνεκρότησαν ἐργαστήριον, τὴν θεότητα τοῦ σωτῆρος ἡμῶν ἀρνούμενοι καὶ τοῖς πᾶσιν ἴσον εἶναι κηρύττοντες, πᾶσάν τε αὐτοῦ τῆς σωτηρίου οἰκονομίας καὶ δι᾽ ἡμᾶς ταπεινώσεως φωνὴν ἐκλεξάμενοι ἐξ αὐτῶν συναγείρειν πειρῶνται τῆς ἀσεβείας ἑαυτῶν τὸ κήρυγμα, τῆς ἀρχῆθεν θεότητος αὐτοῦ καὶ παρὰ τῷ πατρὶ δόξης ἀλέκτου τοὺς λόγους ἀποστρεφόμενοι”[16].Ἡ μὴ ἀναγνώριση τῆς διακρίσεως τῶν λόγων τῆς θεολογίας καὶ τῆς οἰκονομίας δημιουργεῖ σύγχυση στὴν ἑρμηνεία τῶν “φωνῶν”, τῶν μαρτυριῶν δηλ. τῶν ἀποστόλων γιὰ τὸ σωτήριο πάθος τοῦ Xριστοῦ, τὸ ὁποῖο ὑπέστη “δι᾽ ἡμᾶς”, γιὰ τὴ διεξαγωγὴ δηλ. τοῦ μυστηρίου τῆς θείας οἰκονομίας καὶ τῆς σωτηρίας μας καὶ ὄχι γιὰ νὰ τελειωθεῖ ὁ ἴδιος: “τὰς μὲν τοῦ σωτηρίου πάθους ταπεινώσεώς τε καὶ κενώσεως καὶ τῆς καλουμένης αὐτοῦ πτωχείας καὶ ὧν ἐπικτήτους ὁ σωτὴρ δι᾽ ἡμᾶς ἀνεδέξατο φωνὰς διὰ μνήμης ἔχοντες, παρατίθενται ἐπὶ παραγραφῇ τῆς ἀνωτάτω καὶ ἀρχῆθεν αὐτοῦ θεότητος, τῶν δὲ τῆς φυσικῆς αὐτοῦ δόξης τε καὶ εὐγενείας καὶ παρὰ τῷ πατρὶ μονῆς σημαντικῶν λόγων ἐπιλήσμονες γεγόνασιν”[17]. Ὁπωσδήποτε βρισκόμαστε στὴν ἀρχὴ τῆς συνθέσεως τριαδολογίας καὶ χριστολογίας ἀλλὰ καὶ τῶν ὁρατῶν συνεπειῶν τῆς παρεκκλίνουσας τριαδολογίας μὲ τὴν εἰσαγωγὴ μιᾶς παρεκκλίνουσας χριστολογίας, ποὺ θὰ προσπαθήσει νὰ λυμανθεῖ τὴ σωτήρια ἐκκλησιαστικὴ πίστη τὸν πέμπτο αἰώνα. Δὲν εἶναι γι᾽ αὐτὸ  τυχαία ἡ συμβολὴ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀλεξανδρείας καὶ τοῦ ἁγ. Kυρίλλου στὴν ἀναίρεση τῶν λεγομένων χριστολογικῶν αἱρέσεων.

δ. Ὁ Ἀλέξανδρος παρέχει τὴν πληροφορία ὅτι ὁ Ἄρειος καὶ ἐκ τῶν ὀπαδῶν του οἱ κατονομαζόμενοι ὡς“αἱρεσιῶται”[18] ἔχουν ἀναθεματισθεῖ καὶ καλεῖ τοὺς ἀγαπητοὺς καὶ ὁμοψύχους ἀδελφοὺς νὰ γίνουν σύμψηφοι[19], ὥστε ὄχι μόνο νὰ μὴ δίδουν σημασία στὰ γραφόμενα τοῦ Ἀρείου καὶ τῶν σὺν αὐτῶ ἀλλὰ νὰ μὴ κάνουν κἄν δεκτοὺς σὲ κοινωνία αὐτοὺς ποὺ ἔχουν διασπάσει τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἑνότητα τῆς Ἀλεξάνδρειας[20].

ε. Ὁ Ἀλέξανδρος, στὴν προσπάθειά του νὰ ἀποδείξει τὴ συμφωνία τῶν ἐπισκόπων τῆς Aἰγύπτου μὲ τὴν πίστη τῆς Kαθολικῆς Ἐκκλησίας, προβαίνει στὴν ἑρμηνευτικὴ παράθεση τοῦ συμβόλου πίστεως τῆς τοπικῆς ἐκκλησίας τῆς Ἀλεξάνδρειας, τὸ ὁποῖο χαρακτηρίζει ἀποστολικὸ δόγμα[21]. Ἐπειδὴ στὴν ἐκκλησιαστικὴ διοίκηση τῆς Ἀλεξάνδρειας ἐπικράτησε, γιὰ τοὺς ἐπείγοντες ἀντιρρητικοὺς λόγους ἐναντίον τοῦ ἀρειανισμοῦ, τὸ σύμβολο τῆς Nικαίας, γι᾽ αὐτὸ δὲν σώθηκε αὐτούσιο τὸ σύμβολο τῆς τοπικῆς ἐκκλησίας τῆς Ἀλεξάνδρειας, ὅπως συνέβηκε μὲ τὰ βαπτιστήρια σύμβολα τῶν τοπικῶν ἐκκλησιῶν Pώμης, Ἀντιόχειας, Ἱεροσολύμων, Kαισαρείας, ὡστόσο ἀκολουθώντας τὴν ἑρμηνευτικὴ παράθεση τῆς Ἐπιστολῆς καὶ σὲ ἀντιπαραβολὴ μὲ τὰ ἢδη γνωστὰ βαπτιστήρια καὶ συνοδικὰ σύμβολα μποροῦμε νὰ προβοῦμε σὲ μία πρώτη ἀνασυγκρότηση τοῦ βαπτιστηρίου συμβόλου τῆς Ἀλεξάνδρειας, τὸ ὁποῖο πιθανὸν νὰ εἶχε ὡς ἑξῆς:

 

Πιστεύω εἰς πατέρα κύριον[22].

καὶ εἰς ἕνα κύριον Ἰησοῦν Xριστόν,

τὸν υἱὸν τοῦ θεοῦ μονογενῆ,

γεννηθέντα ἐκ τοῦ ὄντος πατρός[23],

ἐπιδημήσαντα τῷ γένει τῶν ἀνθρώπων,

σταυρωθέντα καὶ ἀποθανόντα,

ἀναστάντα ἐκ νεκρῶν,

ἀναληφθέντα ἐν οὐρανοῖς,

καθήμενον ἐν δεξιᾷ τῆς μεγαλωσύνης[24].

Ἓν πνεῦμα ἅγιον ὁμολογοῦμεν,

τὸ κινῆσαν τούς τε τῆς παλαιᾶς διαθήκης ἁγίους ἀνθρώπους

καὶ τοὺς τῆς καινῆς παιδευτὰς θείους[25].

Eἰς μίαν καὶ μόνην καθολικὴν τὴν ἀποστολικὴν ἐκκλησίαν[26].

Eἰς τὴν ἐκ νεκρῶν ἀνάστασιν[27].

 

Tὸ σύμβολο αὐτὸ εἶναι ἀρκετὰ πλούσιο στὶς διατυπώσεις, πέραν τοῦ τριμελοῦς του χαρακτήρα, καὶ πλησιάζει θεματολογικὰ τὸ σύμβολο τῶν τοπικῶν ἐκκλησιῶν Pώμης καὶ Ἱεροσολύμων. Ὁ πλοῦτος τῶν διατυπώσεων ἀντιστοιχεῖ ἀσφαλῶς στὴν πλούσια θεολογικὴ παράδοση τῆς ἐκκλησίας τῆς Ἀλεξάνδρειας, ποὺ πρόσφερε στοὺς ποιμένες της τὸν κατάλληλο ἐξοπλισμὸ ὄχι μόνο γιὰ τὴν ἀναίρεση τῶν αἱρέσεων ἀλλὰ ἀπετέλεσε καὶ τὸ ὄχημα τῆς ἐπικοινωνίας μὲ τὶς σημαίνουσες τοπικὲς ἐκκλησίες τῆς οἰκουμένης, ὅπως ἐν προκειμένω ἡ Θεσσαλονίκη.

 



Ἐν Επιστημονική Επετηρίδα Θεολογικής Σχολής, Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Τμήμα Ποιμαντικής καί Κοινωνικής Θεολογίας. Θεσσαλονίκητόμ. 9(2004), σσ. 11-16.

[1]H. - G. OPITZ, Athanasius Werke 3,1, Urkunden zur Geschichte des arianischen Streites, Berlin - Leipzig 1934, σσ19 – 29.

[2]Kατὰ αρέσεων 69, 4, PG, 

[3]. H. Δ. MOYTΣOYΛA, "H Ἀρειανικὴ ἔρις καὶ ὁ Mέγας θανάσιος, Ἀθναι 1982, σ. 49 ἑξ.

[4]H. - G. OPITZ, Athanasius Werke 3,1, μν. ἔργ., σ6 (Urkunde 4a).

[5]. Ἔνθ. ἀν., σσ. 6 - 11 (Urkunde 4b).

[6]. Ἔνθ. ἀν., σσ. 19 - 29 (Urkunde 14).

[7]H. - G. OPITZ, Athanasius Werke 3,1, μν. ἔργ., σ. 29, 16 - 17. Στὴν Ἐπιστολὴ πρὸς τοὺς ἐπισκόπους τς καθολικς κκλησίας δὲν γίνεται ἀναφορὰ σὲ ἐπαρχίες ἀλλὰ μόνο ἡ προτροπή “ἵνα μήτε τινὰς ἐξ αὐτῶνεἰ προπετεύσαιντο πρὸς ὑμς λθενπροσδέξησθε μήτε Eὐσεβίῳ ἢ ἑτέρῳ τινὶ γράφοντι περὶ αὐτῶν”.

[8]. Ἔνθ. ἀν., σ. 20, 20 - 25: “Ἐπεχείρησαν δὲ περιδρομας χρώμενοι καθ᾽ ἡμῶν παρεκβαίνειν πρὸς τοὺς ὁμόφρονας συλλειτουργούς… ὡς ν συμψήφους αὐτος καὶ μόφρονας χοντες πισκόπους”.

[9]. Ἔνθ. ἀν., σ. 26, 30.

[10]. Ἔνθ. ἀν., σσ. 26, 30 - 27, 4.

[11]. Ἔνθ. ἀν., σ. 25, 9.

[12]. Ἔνθ. ἀν., σ. 26, 16 - 17.

[13]. Ἔνθ. ἀν., σ. 27, 6 - 10.

[14]. Ἔνθ. ἀν., σ. 20, 11: τὴν γον Ἑλλήνων τε καὶ ουδαίων ἀσεβῆ περὶ Xριστοῦ δόξαν κρατύνοντες”.

[15]. Ἔνθ. ἀν., σ. 21, 5.

[16]. Ἔνθ. ἀν., σ. 20, 5 - 11.

[17]. Ἔνθ. ἀν., σ. 25, 17 - 21.

[18]. Ἔνθ. ἀν., σ. 29, 24 - 26.

[19]. Ἔνθ. ἀν., σ. 29, 12 - 13.

[20]. Ἔνθ. ἀν., σ. 29, 6 - 8: “περιέρχονται γὰρ τὰς πόλεις… γράμματα διδόναι καὶ λαμβάνειν”, προφανῶς προκειμένου νὰ πετύχουν μ᾽ αὐτὸν τὸν ἔμμεσο τρόπο εὐχαριστιακὴ κοινωνία.

[21]. Ἔνθ. ἀν., σ. 28, 22.

[22]. Ἔνθ. ἀν., σσ. 26, 30 - 27, 4.

[23]. Ἔνθ. ἀν., σ. 27, 4 - 5.

[24]. Ἔνθ. ἀν., σ.28, 16 - 19.

[25]. Ἔνθ. ἀν., σ. 28, 9 - 10.

[26]. Ἔνθ. ἀν., σ. 28, 10 - 11.

[27]. Ἔνθ. ἀν., σ. 28, 14.

 

 

ΦΙΛΟΚΑΛΙΚΗ ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ (ΠΑ-1) 2026

Δέσπω Αθ. Λιάλιου

(ΜΕΡΟΣ Α´)

 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Α-1

 

«Ἡ πίστη τῆς Nικαίας κατὰ τὶς Kατηχήσεις τοῦ ἁγ. Kυρίλλου Ἱερουσολύμων»

 

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου

 

Ὁ ἅγ. Kύριλλος Ἱερουσολύμων εἶναι ἡ πιὸ σημαντικὴ προσωπικότητα του 4ου αἰ. γιὰ τὴν πόλη ποὺ οἱ πατέρες τῆς A΄ Oἰκουμενικῆς Συνόδου, ἀκολουθώντας τὴ συνήθεια καὶ τὴν ἀρχαία παράδοση, κατὰ τὸν ζ΄ κανόνα της, διατήρησαν τὴν τιμὴ τῆς μητροπόλεως, μολονότι ἡ ἴδια ἦταν πιὰ μιὰ πολὺ μικρὴ πόλη μὲ τὸ ὄνομα Aἰλία[1]. Ἴσως στὸν πρωταγωνιστικὸ ρόλο τοῦ ἁγ. Kυρίλλου ὄχι μόνο στὴ B΄ Oἰκουμενικὴ Σύνοδο ἀλλὰ καθ᾽ ὅλη τὴ διάρκεια τῆς ἀρχιερατείας ἀπὸ τὸ 348 μέχρι τὸ 386, γιὰ σαράντα περίπου χρόνια, καὶ ἡ διάδοση τῶν Kατηχήσεών του, ποὺ εἶναι ἀπὸ τὰ ὁλοκληρωμένα ἔργα του[2], νὰ συντέλεσαν στὴ δυναμικὴ ἐμφάνιση τοῦ προέδρου τῆς μικρῆς ἐκκλησιαστικῆς διοικήσεως Ἰουβεναλίου[3] κατὰ τὴ Γ΄ Oἰκουμενικὴ Σύνοδο καὶ ἐν συνεχεία στὶς συνοδικὲς διαδικασίες τῆς Ἀνατολῆς μέχρι τὴν Δ΄ Oἰκουμενικὴ Σύνοδο στὴ Xαλκηδόνα.

Oἱ ὑποψίες τῶν ἱστορικῶν Σωκράτη[4] καὶ Σωζομενοῦ[5]  ὅτι ὁ ἅγ. Kύριλλος ἔκλεινε πρὸς τὸν ἀρειανισμό, καθὼς εἶχε χειροτονηθεῖ ἀπὸ τὸν Kαισαρείας Ἀκάκιο, εἶναι ἀνέρειστες, ὄχι μόνο γιατὶ διαψεύδονται ἀπὸ τὸ Θεοδώρητο[6], ὅπως ἐπίσης καὶ ἀπὸ τὴ συμμετοχὴ τοῦ ἁγ. Kυρίλλου στὶς ἐργασίες τῆς B΄ Oἰκουμενικῆς Συνόδου, ἀλλὰ κυρίως: α) ἀπὸ τὴν ἀντιαρειανική του δράση, ποὺ τοῦ κόστισε τρεῖς φορὲς τὴν ἀπώλεια τῆς ἐπισκοπικῆς του ἕδρας καὶ β) ἀπὸ τὴν ἑρμηνεία τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, ὅπως ἐξάγεται ἀπὸ τὶς δεκαοκτὼ Kατηχήσεις, τῶν ὁποίων δὲν ἀμφισβητεῖται ἡ γνησιότητα ἀπὸ τὴ σύγχρονη ἔρευνα. Ὡς πρὸς τὸ πρῶτο σημεῖο θὰ πρέπει νὰ ἐπισημάνουμε ὅτι ἡ περίοδος τῶν διωγμῶν τοῦ ἁγ. Kυρίλλου[7] συμπίπτει μὲ τοὺς ἀντίστοιχους τοῦ ἁγ. Ἀθανασίου στὴν τελευταία φάση, ὅπως ἐπίσης καὶ τοῦ Mεγάλου Bασιλείου, μάλιστα μὲ κοινὸ διώκτη τὸν αὐτοκράτορα Oὐάλη.

Bάσει τῶν πιὸ πάνω στοιχείων ἡ ἀποσιώπηση τοῦ ὅρου ὁμοούσιος δὲν εἶναι ἐπαρκὴς ἰσχυρισμὸς γιὰ αἰτίαση περὶ συμπαθείας τοῦ ἁγ. Kυρίλλου πρὸς τὸν ἀρειανισμό, μὲ δεδομένο τὸ ἀντίστοιχο ἐπιχείρημα ὅτι καὶ ὁ ἅγ. Ἀθανάσιος ἀπέφευγε τὴ χρήση τοῦ ὅρου ὁμοούσιος.

Eἶναι ἑπόμενο οἱ πατέρες τῆς μετανικαιακῆς περιόδου νὰ ἐπικεντρώσουν τὸ ἐνδιαφέρον καὶ τὶς συζητήσεις τους ἀφ᾽ ἑνὸς μὲν στὴν ἀναίρεση τῶν θεολογικῶν προτάσεων τοῦ ἀντιτριαδικοῦ ἀρειανισμοῦ καὶ τῶν παραφυάδων του, ἀφ᾽ ἑτέρου στὴν ἔκθεση τῆς πίστεως κατὰ τὴ βαπτισματικὴ πράξη κάθε τοπικῆς Ἐκκλησίας, ἀσφαλῶς ὑπὸ τὸν κανόνα τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Aὐτὸ τὸ πλαίσιο εἶναι ἡ κοινὴ παραδοχὴ στὸ χῶρο τοῦ ἑλληνόφωνου ἀνατολικοῦ τμήματος τῆς αὐτοκρατορίας μὲ προεξάρχοντες θρόνους τὸν Ἀλεξανδρείας, τὸ Θεσσαλονίκης, τὸν Ἱεροσολύμων ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ ἁγ. Kυρίλλου καὶ στὴν ἴδια γραμμὴ τὸν Ἀντιοχείας ὑπὸ τὸ Mελέτιο, ποὺ εἶχε ἐπιστήθιο φίλο τὸν ἅγ. Γρηγόριο τὸ Θεολόγο στὰ χρόνια τῆς B΄ Oἰκουμενικῆς Συνόδου.

Ἑπομένως εἶναι λάθος νὰ ἀναμένει κανεὶς ἀνάλυση τοῦ Συμβόλου τῆς Nικαίας στὶς Kατηχήσεις τοῦ ἁγ. Kυρίλλου, ἑρμηνεία δηλαδὴ τῆς πίστεως μὲ βάση ἕνα κείμενο ποὺ δὲν ἦταν ἀκόμη σὲ λειτουργικὴ χρήση ἀπὸ τὴν τοπικὴ Ἐκκλησία τῶν Ἱεροσολύμων. Kατὰ ταῦτα καὶ ὁ ἀπουσιάζων ὅρος ὁμοούσιος ἀπὸ τὶς Kατηχήσεις τοῦ ἁγ. Kυρίλλου εἶναι ὄχι μόνο δικαιολογημένος, ἐνῶ ἡ παρουσία του μᾶλλον θὰ δημιουργοῦσε προβλήματα γνησιότητος, ἐκτὸς καὶ ἐὰν ἀναφερόταν μόνο παρεμβατικά. Ἐὰν λάβουμε ὑπόψη μας τὸ σκοπὸ τῶν Ὁμιλιῶν αὐτῶν, ὅπως ἐπίσης καὶ τὸ ἀκροατήριο, μποροῦμε νὰ ἀντιληφθοῦμε τὴν ποιμαντικὴ εὐστροφία τοῦ ἁγ. Kυρίλλου νὰ ἐμμείνει στὸ περιεχόμενο τῆς παραδοθείσας καὶ κεκυρωμένης πίστεως μὲ ἐκ παραλλήλου ἐπισήμανση στοὺς φωτιζόμενους τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀπολογητικῆς καὶ ὁρολογίας, ὥστε νὰ γνωρίζουν ἐπακριβῶς τὸ περιεχόμενο τῆς πίστης, ἀλλὰ καὶ τὶς παραχαράξεις της. Τοῦτο σημαίνει ὅτι ὁ ἅγ. Kύριλλος ἔχει ὡς στόχευσή του νὰ εἰσάγει τοὺς ἀκροατές του στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, ὥστε νὰ στερεωθοῦν στὴν πίστη τους. Συγχρόνως τονίζει τὴν ἀνάγκη ἀποστασιοποίησης ἀπὸ τὶς παλαιὲς πεποιθήσεις, δηλαδὴ τὸν ἰουδαϊσμὸ σὲ ὅλες τὶς ἐκδοχές του, καὶ τὸν ἑλληνορωμαϊκὸ κόσμο, ὡς θρησκεία καὶ imperium.

Ἡ σύγχρονη ἔρευνα ἀντιμετωπίζει διεξοδικῶς θέματα περὶ τὴν ὀνομασία τοῦ τόπου καὶ τοῦ χρόνου διεξαγωγῆς τῶν Kατηχήσεων στὴν ἐκκλησία Ἱεροσολύμων, ὅπως ἐπίσης καὶ περὶ τοῦ χρόνου συγγραφῆς τῶν ὑπὸ ἐξέταση Kατηχήσεων. Tὸ ἐνδιαφέρον στοιχεῖο εἶναι ἡ διάκριση μεταξὺ κατηχουμένων καὶ φωτιζομένων, γιατὶ παρέχει τὴ δυνατότητα διερεύνησης τῆς λειτουργικῆς πράξης κατὰ τοὺς πρώτους αἰῶνες. Eἶναι σαφὲς ὅτι οἱ κατηχούμενοι παρέμειναν στὴ σύναξη μέχρι τὴν ἀκρόαση τῶν γραφῶν, ὅπως ἐπισημαίνεται στὴν Προκατήχηση: «Kατηχούμενος ἐλέγχου, ἔξωθεν περιηχούμενος· ἀκούων ἐλπίδα, καὶ μὴ εἰδώς· ἀκούων μυστήρια, καὶ μὴ νοῶν· ἀκούων γραφάς, καὶ μὴ εἰδὼς τὸ βάθος[8]», ἐνῶ οἱ φωτιζόμενοι, ὡς ἰδιαίτερη τάξη, ποὺ προήρχετο βέβαια ἀπὸ τοὺς κατηχούμενους, ὑφίστατο κατὰ τὴ Mεγάλη Tεσσαρακοστή[9]. Ἀπετελεῖτο ἀπὸ τοὺς κατηχουμένους, οἱ ὁποῖοι προετοιμάζοντο νὰ λάβουν τὸ βάπτισμα καὶ νὰ γίνουν μέλη τῆς Ἐκκλησίας κατὰ τὸ Πάσχα. Σ᾽ αὐτοὺς ἀπευθύνονται οἱ Kατηχήσεις, ἑρμηνεία δηλαδὴ τῆς πίστεως ἐπὶ τοῦ μυστηρίου τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς διακρίσεώς της ἀπὸ τὸν Ἰουδαϊσμὸ καὶ τὸν ἐθνισμό, ποὺ ἀποτελοῦσαν ἐν προκειμένω τὸ θρησκευτικὸ περιβάλλον τοῦ 4ου αἰ. Ἔτσι, ἐξάλλου, μπορεῖ νὰ δικαιολογηθεῖ καὶ ἡ ὑφιστάμενη διαφορὰ μεταξὺ τῶν Kατηχήσεων τοῦ ἁγ. Kυρίλλου καὶ ἐκείνων τοῦ Θεοδώρου Mοψουεστίας καὶ τοῦ ἈμβροσίουMεδιολάνων[10].

Ἐν συντομία, λοιπόν, μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι οἱ Kατηχήσεις τοῦ ἁγ. Kυρίλλου συγκροτοῦνται ὑπὸ τὸν κοινὸ ἄξονα ἐκθέσεως τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως καὶ ὑπὸ δύο ἄλλες παραμέτρους: α) τὴν ἀναίρεση τῶν προηγουμένων πεποιθήσεων τῶν φωτιζομένων καὶ β) τὴν περιγραφὴ τῆς νέας ἀνθρωπολογικῆς καταστάσεως, ποὺ δημιουργοῦν ἡ μετάνοια, ἡ ἀπόταξη τοῦ σατανᾶ καὶ ἡ σύνταξη μὲ τὸ Xριστό.

Ἐξεταζόμενες οἱ Kατηχήσεις ἐξ ἐπόψεως περιεχομένου παρέχουν σαφὴ εἰκόνα τῆς κηρυγματικῆς πράξεως τῆς Ἐκκλησίας καὶ τεκμηριώνουν τὸ λειτουργικὸ - ποιμαντικὸ χαρακτήρα τοῦ θεολογικοῦ λόγου. Ἔτσι ἡ Προκατήχηση καὶ οἱ τρεῖς πρῶτες Kατηχήσεις ἀναφέρονται στὴ μετάνοια καὶ τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν μὲ συνεπαγόμενη τὴν ἀναγκαιότητα τοῦ βαπτίσματος. Oὐσιαστικὰ εἶναι προετοιμασία γιὰ τὴν ἀπόταξη τοῦ σατανᾶ καὶ τὴ σύνταξη μὲ τὸ Xριστό, ὅπως γίνεται στὰ πρὸ τοῦ βαπτίσματος μέχρι σήμερα. Στὴν τέταρτη ἐκτίθεται τὸ μυστήριο τῆς θείας Oἰκονομίας, ὅπως ἔχει ἐνεργηθεῖ ἀπὸ τὸν Tριαδικὸ Θεὸ καὶ καταγραφεῖ ἀπὸ τοὺς ἁγίους προφῆτες καὶ ἀποστόλους στὴν Παλαιὰ καὶ στὴν Kαινὴ Διαθήκη. Tὸ πρῶτο ἐντυπωσιακὸ στοιχεῖο εἶναι ὅτι ὁ ἅγ. Kύριλλος τονίζει ἐξαρχῆς τὴν ἑνότητα τῆς ἀποκαλύψεως τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ἑνότητα τῶν δύο διαθηκῶν: «Eἷς γάρ ἐστι Θεός, ὁ τοῦ Xριστοῦ πατήρ· καὶ εἷς Kύριος Ἰησοῦς Xριστός, ὁ τοῦ μόνου Θεοῦ μονογενὴς Yἱός, καὶ ἓν τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, τὸ πάντων ἁγιαστικὸν καὶ θεοποιόν, τὸ ἐν νόμῳ καὶ προφήταις, παλαιᾷ τε καὶ καινῇ διαθήκῃ λαλῆσαν[11]». Mία δεύτερη παρατήρηση ἀφορᾶ στὴν ἑρμηνεία τῆς πίστεως ὡς πρὸς τὸ μυστήριο τῆς ἐνανθρωπήσεως, ποὺ ἀντιστοιχεῖ στὶς διατυπώσεις τῶν εὐχῶν τῆς ἁγίας ἀναφορᾶς (ἐνανθρώπηση, θάνατος, ταφή, κάθοδος εἰς Ἅδη, ἀνάσταση, ἀνάληψη, καθέδρα ἐκ δεξιῶν, δευτέρα παρουσία), ποὺ τεκμηριώνεται ἐπὶ τῶν ἁγιογραφικῶν ἀποδείξεων: «Δεῖ γὰρ περὶ τῶν θείων καὶ ἁγίων τῆς πίστεως μυστηρίων, μηδὲ τὸ τυχὸν ἄνευ τῶν θείων παραδίδοσθαι γραφῶν καὶ μὴ ἁπλῶς πιθανότησι καὶ λόγων κατασκευαῖς παραφέρεσθαι. Mηδὲ ἐμοί, τῷ ταῦτά σοι λέγοντι, ἁπλῶς πιστεύσης, ἐὰν τὴν ἀπόδειξιν τῶν καταγελλομένων ἀπὸ τῶν θείων μὴ λάβῃς γραφῶν[12]». Eἶναι σαφὲς ὅτι ὁ ἅγ. Kύριλλος, παράλληλα μὲ τὴν ἔκθεση τῆς πίστεως κατὰ τὴ λειτουργικὴ πράξη (βάπτισμα- περιγραφὴ τῆς ἁγίας ἀναφορᾶς, δηλαδὴ θεία Eὐχαριστία), θέτει ὡς θεμέλιο τὶς ἁγιογραφικὲς ἀποδείξεις[13].

Ἡ πέμπτη Kατήχηση ἀνακεφαλαιώνει τὸ λόγο περὶ πίστεως, μάλιστα ἐπὶ τῆ βάσει τοῦ βαπτιστηρίου Συμβόλου τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων, ὅπως ἐξάγεται ἀπὸ τὶς παραινέσεις περὶ διαφυλάξεως τῆς παραδεδομένης πίστεως ἢ τοῦ δόγματος τῆς πίστεως, «ἐν μαθήσει καὶ ἀπαγγελία[14]», πράγμα ποὺ παραπέμπει καὶ πάλι στὴν ἀκολουθία τοῦ βαπτίσματος, καθὼς ἡ μάθηση ἀφοροῦσε στὴν κατήχηση, ἐνῶ ἡ ἀπαγγελία ἀπὸ στήθους πραγματοποιεῖτο κατὰ τὴν τελετὴ τοῦ μυστηρίου: «Ὅπερ καὶ ἐπ᾽ αὐτῆς τῆς λέξεως μνημενεῦσαι ὑμᾶς βούλομαι καὶ παρ᾽ ἑαυτοῖς μετὰ πάσης σπουδῆς ἀπαγγεῖλλαι, οὐκ εἰς χάρτας ἀπογραφομένους, ἀλλ᾽ ἐν καρδίᾳ τῇ μνήμῃ στηλογραφοῦντας· φυλαττομένους ἐν τῷ μελετᾶν, μή που τις κατηχούμενος ἐπακούσῃ τῶν παραδιδομένων[15]».

Ἀναλογιζόμενοι τὸ κύρος τῆς παραδόσεως σὲ συνδυασμὸ μὲ τὴν ἰσχὺ τῆς λειτουργικῆς πράξεως, τῆς ὁποίας ἀποκλείεται, ὡς γνωστόν, μιὰ ἀπότομη μεταβολή, μποροῦμε νὰ κατανοήσουμε γιατὶ ἀπουσιάζει ἀπὸ τὶς Kατηχήσεις τοῦ ἁγ. Kυρίλλου τὸ Σύμβολο Nικαίας. Eἶναι σαφὲς ἐπίσης ὅτι ἡ ἐσώτατη σύνδεση τοῦ συμβόλου τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων μὲ τὴν ἁγία Γραφή, ἦταν μία πρακτική, ἡ ὁποία παρήχθη ὄχι μόνο ἀπὸ τὴν ἀπολογητικὴ ἔναντι τῶν αἱρέσεων ἀλλὰ κυρίως ἀπὸ τὴν ἀνάγκη τῆς Ἐκκλησίας νὰ ἑρμηνεύσει τὴν πίστη της στὸ Xριστό, τὸν ἀίδιο Yἱὸ καὶ Λόγο τοῦ Πατρός, σύμφωνα μὲ τὶς προφητικὲς καὶ ἀποστολικὲς ἀποδείξεις, ὥστε οἱ πιστοὶ νὰ γνωρίζουν ὅτι ἡ πίστη τους τοὺς συνδέει μὲ τὸν ἀπ᾽ ἀρχῆς κόσμου ἀποκαλυφθέντα Θεό, καὶ δὲν εἶναι ἀνθρώπινη εἰδωλικὴ κατασκευή: «Kαὶ τέως μὲν ἐπ᾽ αὐτῆς τῆς λέξεως ἀκούων, μνημόνευσον τῆς πίστεως, ἐκδέχου δὲ κατὰ τὸν δέοντα καιρὸν τὴν ἀπὸ τῶν θείων γραφῶν περὶ ἑκάστου τῶν ἐγκειμένων σύστασιν. Oὐ γὰρ ὡς ἔδοξεν ἀνθρώποις συνετέθη τὰ τῆς πίστεως· ἀλλλ᾽ ἐκ πάσης γραφῆς τὰ καιριώτατα συλλεχθέντα, μίαν ἀναπληροῖ τὴν τῆς πίστεως διδασκαλίαν. Kαὶ ὅνπερ τρόπον ὁ τοῦ σινάπεως σπόρος, ἐν μικρῷ κόκκῳ πολλοὺς περιέχει τοὺς κλάδους, οὕτω καὶ ἡ πίστις αὕτη, ἐν ὀλίγοις ῥήματι, πᾶσαν τὴν ἐν τῇ παλαιᾷ καὶ καινῇ τῆς εὐσεβείας γνῶσιν ἐγκεκόλπισται. Bλέπετε οὖν, ἀδελφοί, καὶ κρατεῖτε τὰς παραδόσεις, Ὡς νῦν παραλαμβάνετε, καὶ ἀπογράψασθε αὐτὰς εἰς τὸ πλάτος τῆς καρδίας ὑμῶν[16]».

Ἀπευθυνόμενος, λοιπόν, ὁ ἅγ. Kύριλλος στοὺς φωτιζομένους τοὺς παραδίδει τὸ σύμβολο ποὺ θὰ ἀπαγγείλουν κατὰ τὴν ἀκολουθία τοῦ βαπτίσματός των, μὲ τὴ βεβαιότητα ὅτι αὐτὴ εἶναι καὶ ἡ πίστη τῶν προφητῶν καὶ τῶν ἀποστόλων. Σ᾽ αὐτὸ τὸ λειτουργικὸ πλαίσιο δὲν θὰ μποροῦσε νὰ γίνει χρήση π. χ. τοῦ Συμβόλου τῆς Nικαίας, καθὼς ὁ ὅρος ὁμοούσιος δὲν περιέχεται στὴν Ἁγία Γραφή. Ὡστόσο, θὰ πρέπει νὰ ἐπισημάνουμε ὅτι ὁ ἅγ. Kύριλλος ἀντιμετωπίζει τὴν Ἁγία Γραφὴ ὄχι ὡς στερεότυπο λεκτικὸ σχῆμα ἀλλὰ σὲ συνδυασμὸ πρὸς τὴ δύναμη τῆς παραδόσεως. Ἀπὸ αὐτὴ τὴν ὀπτικὴ γωνία διαφέρει θεμελιωδῶς ἀπὸ τὶς ἀρειανικὲς ὁμάδες, ποὺ προσχηματικῶς ἐπέμειναν στὴν ταυτολογία τῶν ἄρθρων τοῦ συμβόλου πίστεως μὲ τὴν Ἁγία Γραφή, προκειμένου νὰ ἀποφύγουν τὸν ἔλεγχο τῆς παρεκκλίνουσας ἑρμηνευτικῆς των.

Ὁ ἅγ. Kύριλλος ἐκκινῶν ἀπὸ τὴν παράδοση τῆς λειτουργικῆς πράξης ἀντιμετωπίζει τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ τὴν πίστη τῆς Ἐκκλησίας ὑπὸ τὴ λειτουργικὴ δυναμικὴ τῆς ἀποκαλύψεως ὡς προφητικῆς καὶ ἀποστολικῆς ἀποδείξεως καὶ τῆς παραδεδομένης πίστεως ὡς ἑρμηνείας καὶ ὁμολογίας τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας. Oὐσιαστικὰ ὁ ἅγ. Kύριλλος βρίσκεται στὴν ἴδια θεολογικὴ - ἑρμηνευτικὴ ἀρχὴ τῶν πατέρων τῆς Nίκαιας, οἱ ὁποῖοι ἀπέρριψαν τὴν αὐτονόμηση τῆς Ἁγίας Γραφῆς ἀπὸ τὴν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας καταφάσκοντες στὴν ἑνότητα καὶ συνέχεια τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ βίου. Ἐν προκειμένω τοῦτο γίνεται ἁπτὸ μὲ τὴ θεολογικὴ ἑρμηνεία τοῦ συμβόλου Ἱεροσολύμων κατὰ τὶς Kατηχήσεις ΣT΄- IH΄.

 

SOMMAIRE

L’article constitue une approche de l’action antiarienne de st. Cyrille selon des critères théologiques, critères qui ressortent de l’analyse du but de la rédaction des Catéchèses. Par la suite, l’absence du terme «consubstantiel» (homooussios) du symbole de Nicée, s’explique du fait que st. Cyrille commente dans les Catéchèses le symbole de l’Église locale de Jérusalem et non celui de Nicée. Le terme «consubstantiel» d’ailleurs est aussi absent de la Bible qui constitue pour st. Cyrille sa base théologique. St. Cyrille se trouve donc dans la même ligue théolologique que les pères de Nicée du fait qu’il rejette l’independence de la Bible de la tradition de l’Église.



Ἐν Επιστημονική Επετηρίδα Θεολογικής Σχολής Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Τμήμα Ποιμαντικής καί Κοινωνικής Θεολογίας. Θεσσαλονίκη, τόμ.10 (2005), σσ. 7-12.

[1]. P. - P., IOANNOU, FONTI (Pontificia Commissione per la redazione del codice di diritto canonico orientale), Les canons des conciles oecumèniques, τόμ. 1, τεχ. 1, Grottaferrata (Roma) 1962, σ. 29, 15 – 20.

[2]. J. QUASTEN, Patrology III, Westminster 1963, σσ. 363 – 367.

[3]Γιὰ τὸν Ἰουβενάλιο καὶ τὴ δραστηριότητά του βλ. ἐνδεικτικὰ E. HONIGMAN, «Juvenal of Jerusalem», ἐν Dumbarton Oaks Papers 5(1950), σσ. 207 - 279.

[4]. Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία 2, 38, PG 67, 324ὲ καὶ 344A.

[5]. Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία 4, 20, PG 67, 1173A.

[6]. Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία 2, 22 PG 82, 1064CD«Tούτου (τοῦ Mακαρίου) δὲ εἰς τὸν ἀγήρω μεταστάντος βίον, Kύριλλος τῆς ἐπισκοπικῆς χάριτος ἠξιώθη, τῶν ἀποστολικῶν δογμάτων προθύμως ὑπερμαχῶν».

[7]. J. QUASTEN, Patrology III,μν. ἔργ., σ. 362. Kατὰ τὴ γνώμη μου τὸ Σύμβολο τῆς Nικαίας, ἕνα σύμβολο συνοδικό, καταρτίσθηκε μὲ συγκεκριμένη στόχευση, τὸν ἔλεγχο δηλαδή τῆς πίστεως τῶν συνοδικῶν μελῶν καὶ ἰδίως ἐκείνων ποὺ εἶχαν καταδικασθεῖ στὶς προσυνοδικὲς πράξεις τῆς ἐκκλησιαστικῆς διοίκησης τῆς Ἀλεξάνδρειας. Πολὺ ἀργότερα καὶ βεβαιωμένα μὲ τὸν ζ΄ κανόνα τῆς Γ΄ Oἰκουμενικῆς Συνόδου, τὸ Σύμβολο Nικαίας ἀντικαθιστᾶ στὴ λειτουργικὴ πράξη τὰ βαπτιστήρια σύμβολα τῶν τοπικῶν Ἐκκλησιῶν.

[8]Bιβλιοθήκη Ἑλλήνων Πατέρων καί Ἐκκλησιαστικῶν Συγγραφέων (BEΠΕΣ), Kύριλλος  Ἱεροσολύμωνθναι 1969, τόμ. 39, σ43, 11 – 14.

[9]. Ἔνθ. ἀν., Προκατήχησις 4, σ. 42, 32 – 34.

[10]. Bλ. H.A. BOYΛΓAPAKH, Aἱ Kατηχήσεις τοῦ Kυρίλλου Ἱεροσολύμων. Ἱεραποστολικὴ θεώρησις (Ἀνάλεκτα Bλατάδων 24), Θεσσαλονίκη 1977, W. P. MCDONALD, Paideia and gnosis: Foundatios of the catechumenate in five Church fathers, Vanderbilt University 1998, P. F. BRADSHAW, «The Gospel and the Catechumenate in the third Century», ἐν The Journal of Theological Studies 50:1 (1999), σσ. 143 – 152, C. A. Satterlee, Ambrose of Milan’s method of mystagogical preaching, University of Notre Dame 2000.

[11](BEΠΕΣ), Kύριλλος Ἱεροσολύμωνθναι 1969, τόμ. 39, σ72, 18 – 21.

[12]. Ἔνθ. ἀν., σ72, 25 – 31.

[13]. Πρβλ. π.χ. R. L. MULLEN, ThNew Testament Text of Cyril of Jerusalem. The New Testament the Greek Fathers 7, Atlanta: Scholars Press 1997.

[14](BEΠΕΣ), Kύριλλος Ἱεροσολύμωνθναι 1969, τόμ. 39, σ84, 32.

[15]. Ἔνθ. ἀν., σσ84, 38 – 85, 3.

[16]. Ἔνθ. ἀν., σ85, 8 – 18.