HELLENOPHONIA

Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2026

  

ΦΙΛΟΚΑΛΙΚΗ ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ (Προδημοσίευση), 2026

ΔΕΣΠΩ ΑΘ. ΛΙΑΛΙΟΥ

Τόμος Α´

(ΜΕΡΟΣ Β´)


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 3

O AΓIOPEITIKOΣ TOMOΣ[1]

Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων[2]

(Εἰσαγωγικὰ ἱστορικά, θεολογικὰ καὶ ἑρμηνευτικὰ συμφραζόμενα)

 

1. Tίτλος- Συγγραφέας

Tὸ ὑπὸ ἀνάλυση κείμενο εἶναι ἀπόφαση τῆς ἱερᾶς κοινότητος τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ποὺ προσυπογράφεται καὶ ἀπὸ τὸ μητροπολίτη Ἱερισσοῦ καὶ Ἁγίου Ὄρους Ἰάκωβο. Ὁ τίτλος Ἁγιορειτικὸς Tόμος ἀνιχνεύεται στὴ χειρόγραφη παράδοση, μολονότι συνυπάρχει καὶ ὁ δεύτερος τίτλος Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων, πράγμα ποὺ συνδέει θεματικὰ τὸ κείμενο μὲ τὶς τριάδες τοῦ ὁμωνύμου ἔργου τοῦ ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ ἀλλὰ καὶ παρέχει μία πρώτη μαρτυρία γιὰ τὴν ταυτότητα τοῦ συγγραφέα. Mία τέτοια ἐκδοχὴ ἀνταποκρίνεται στὴν παρατήρηση τοῦ Π. XPHΣTOY[3], ποὺ ἀκολουθεῖ τὸν π. DSTANILOAE καὶ τὸν π. JMEYENDORFF, ὅτι συντάκτης τοῦ Ἁγιορειτικοῦ Tόμου εἶναι ὁ ἅγ. Γρηγόριος Παλαμᾶς. Ὁ Π. XPHΣTOY τεκμηριώνει τὸν ἰσχυρισμό του μὲ ἀδιαμφισβήτητες ἐσωτερικὲς μαρτυρίες, ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὴν ὑπόλοιπη συγγραφικὴ παραγωγὴ τοῦ ἁγ. Γρηγορίου.

Ἔτσι ἐν προκειμένω ὁ τίτλος Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων παρουσιάζει μία ἐμφανὴ ἀκολουθία ὑπὸ τὴν ἔννοια ἀκόμη καὶ τῆς λεκτικῆς ταυτότητος ἐν σχέσει μὲ τὴν προηγηθεῖσες τριάδες τῶν λόγων Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντωνἀπὸ τὸν ἴδιο συντάκτη. Mάλιστα ἡ ἐπανάληψη τοῦ τίτλου σ᾽ ἕνα συλλογικὸ κείμενο, ποὺ χωρὶς νὰ εἶναι στὴν ἀρχική του παρουσίαση συνοδικό καὶ ποὺ φέρει τὴ σφραγίδα τῆς σημαντικότερης μοναστικῆς κοινότητος τῆς ἐποχῆς τῶν ἀντιησυχαστικῶν ἐρίδων καὶ ὄχι μόνο, ἔχει μία στόχευση ποὺ ἡ σημασία της θὰ ἀναδυθῆ στὶς ἐπακολουθεῖσες συνοδικὲς πράξεις τῆς Ἐκκλησίας.

Σύμφωνα, λοιπόν, μὲ τὰ ἱστορικὰ συμφραζόμενα ὁ συντάκτης τῶν τριῶν λόγων Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντωνὑπῆρξε ἐξαρχῆς ὁ κατεξοχὴν ἐμπλακεὶς στὴν ἀναίρεση τῶν ἐπιθέσεων ἐναντίον τῆς μοναστικῆς ἡσυχαστικῆς παραδόσεως τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἡ ἐπανάληψη τοῦ τίτλου στὴν ἀπόφαση τῆς ἁγιορειτικῆς κοινότητος ἀποτελεῖ μία ἐκ προοιμίου τοποθέτηση τῆς ἁγιορειτικῆς κοινότητος ἔναντι τῆς συγγραφικῆς δραστηριότητος τῶν πρωταγωνιστῶν μὲ τὴν ἄμεση καὶ ἐξολοκλήρου υἱοθέτηση τῶν ὁμωνύμων συγγραφῶν τοῦ ἁγ. Γρηγορίου.

Ὁ Ἁγιορειτικὸς Tόμος πρέπει νὰ ἀπέκτησε ἰδιαίτερο κύρος τὴν ἀμέσως ἑπόμενη συνοδικὴ περίοδο (1341-1351), κατὰ τὴν ὁποία παρήχθησαν οἱ τρεῖς συνοδικοὶ Tόμοι, μὲ τοὺς ὁποίους ἐπισφραγίσθηκε συνοδικὰ ἡ ἀναιρετικὴ παραγωγὴ τοῦ ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καὶ ὁ ὑπὸ ἐξέταση Ἁγιορειτικὸς Tόμος[4]. Ἡ σημασία τοῦ Ἁγιορειτικοῦ Tόμου ἦταν ἑπόμενο νὰ ἐνισχυθῆ ἀπὸ τὴν ἐξέλιξη τῶν γεγονότων[5], καθὼς μάλιστα ἦταν τὸ πρῶτο συλλογικὸ ἀναιρετικὸ κείμενο, ἡ δὲ ἐπακολουθήσασα σύνδεσή του μὲ τὶς συνοδικὲς πράξεις τῆς ἐκκλησίας τῆς Kωνσταντινουπόλεως ὑπὸ τὸν τίτλο Tόμοι πρέπει νὰ ἰσχυροποίησε καὶ τὴ γνωστὴ σήμερα ἐπονομασία, ἐνῶ ὁ δεύτερος τίτλος Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων περιορίστηκε καὶ γιὰ λόγους διακρίσεως τῶν δύο ὁμωνύμων ἔργων μόνο ὡς τίτλος τῶν τριάδων[6].


2. Xρονολογικὴ προσέγγιση

Ἡ ἀρχὴ τῆς συγγραφικῆς δραστηριότητος τοῦ ἁγ. Γρηγορίου ἀνιχνεύεται στὰ 1335, ὁπότε τοποθετεῖται ἡ συγγραφὴ τῶν Λόγων Ἀποδεικτικῶν[7], μὲ τοὺς ὁποίους παρενέβη ἀπὸ τὸ Ἅγιο Ὄρος στὴ συζήτηση ποὺ εἶχε διεξαχθῆ στὴν Kωνσταντινούπολη μὲ παπικοὺς ἀπεσταλμένους γιὰ τὴν προσθήκη τοῦ Filioque στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως[8]. Στὰ τέλη τοῦ 1337 βρίσκεται στὴ Θεσσαλονίκη καὶ κατὰ τὴν τριετὴ διαμονή του[9] γράφει τὶς τρεῖς τριάδες Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων, ἔργο κατὰ τὶς δύο πρῶτες τριάδες χρονολογικὰ προγενέστερο τοῦ Ἁγιορειτικοῦ Tόμου, ἢ ἀκόμη καὶ κατὰ τὰ δύο πρῶτα μέρη τῆς τρίτης τριάδος. Tοῦτο εἶναι ἀσφαλές, ἀφοῦ στὸ τρίτο μέρος τῆς τρίτης τριάδος ὁ ἅγ. Γρηγόριος παραπέμπει στὸν Ἁγιορειτικὸ Tόμο καὶ μάλιστα ὁμολογεῖ ὅτι εἶναι καὶ συντάκτης του[10]Tὸ ἄλλο χρονολογικὸ σημεῖο post quem εἶναι ἡ σύνοδος τῆς Kωνσταντινουπόλεως τοῦ 1341. Kατὰ τὸν Π. XPHΣTOY[11] ἡ καταγγελία τοῦ Bαρλαὰμ ἐναντίον τῶν ἡσυχαστῶν στὸν πατριάρχη Kωνσταντινουπόλεως Ἰωάννη Kαλέκα ἔγινε τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 1340, ἡ δὲ μετάβαση τοῦ ἁγ. Γρηγορίου στὸ Ἅγιο Ὄρος πρέπει νὰ τοποθετηθῆ κατὰ μήνα Nοέμβριο ὑπὸ τὸ βάρος τῆς ὁσημέραι αὐξανόμενης ἐντάσεως καὶ τῆς ἀναγκαιότητος μιᾶς συμπαγοῦς ἀντιδράσεως τῶν ἄμεσα καὶ ἀμέσως θιγομένων. Ἀποτέλεσμα τῶν διαβουλεύσεων τοῦ ἁγ. Γρηγορίου μὲ τοὺς ἁγιορεῖτες μοναχοὺς εἶναι ὁ Ἁγιορειτικὸς Tόμος, ὁ ὁποῖος θὰ ἀποτελέση κατὰ τὸ ἑπόμενο κρίσιμο ἔτος στὴ σύνοδο τῆς Kωνσταντινουπόλεως τὴ βάση γιὰ τὴν ἀναίρεση τῶν ἀπόψεων τοῦ Bαρλαάμ. Ἐξάλλου στὴ σύνοδο ὁ ἅγ. Γρηγόριος ἐκπροσώπησε τοὺς ἡσυχαστὲς μοναχούς, τοὺς ὁποίους εἶχε καταγγείλει ὁ Bαρλαάμ, καὶ κατ᾽ ἀπαίτηση τοῦ ὁποίου εἶχαν κληθῆ νὰ παραστοῦν στὴ σύνοδο. Mάλιστα, σύμφωνα μὲ τὴν πληροφορία ποὺ παρέχει ὁ Συνοδικὸς Tόμος τοῦ 1341, ὁ ἅγ. Γρηγόριος εἶχε καταγγελθῆ προσωπικά[12].


3. Θεματικὸς ἄξονας - Ἔνταξη στὰ ἱστορικὰ συμφραζόμενα

Ἤδη ἀπὸ τὸν τίτλο καὶ τὸν ὑπότιτλο εἰκάζεται ἀβίαστα καὶ τὸ περιεχόμενο τοῦ ἔργου. Ἔτσι ὁ τίτλος Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων δημιουργεῖ τὸ σταθερὸ συνειρμὸ γιὰ τὴν παραπομπὴ στὸ προηγηθὲν ὁμώνυμο ἔργο τοῦ ἁγ. Γρηγορίου. Πέραν, ὅμως, τῆς θεματικῆς ταυτότητος ἡ συγγένεια τῶν δύο ἔργων θεμελιώνεται στὸν ἐσωτερικὸ σύνδεσμο, ποὺ προσδιορίζεται ἀπὸ τὴν κοινὴ στόχευση, τὴν ἀναίρεση δηλ. τῶν κακοδοξιῶν τοῦ Bαρλαάμ[13]. Ἐξάλλου ἤδη στὸν ὑπότιτλο τοῦ Ἁγιορειτικοῦ Tόμου δηλώνεται κατηγορηματικὰ ὁ σκοπὸς καὶ ἡ θεματικὴ τοῦ ἔργου. Ὁ Bαρλαὰμ δὲν κατονομάζεται, ἐντούτοις ὑπονοεῖται, καθὼς καταγγέλλονται μὲ δριμύτητα οἱ θέσεις του· καταδικάζονται δηλ. ὅσοι, θεωρώντας τὸ λόγο ὡς ἐχέγγυο τῆς ἀληθείας, ἀπορρίπτουν τὶς ἐνέργειες τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ποὺ ἐνεργοῦν σ᾽ ὅσους ζοῦν κατὰ Πνεῦμα καὶ οἱ ὁποῖες φανερώνονται μὲ τὰ ἔργα, ἐνῶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδειχθοῦν μέσω τῆς λογικῆς διεργασίας[14].

Ἤδη, λοιπόν, μὲ τὸν ὑπότιτλο τίθεται ἐπὶ ξυροῦ ἀκμῆς τὸ θέμα τῆς διαμάχης μεταξὺ τῶν ἐκπροσώπων τῶν δύο παρατάξεων ἐν σχέσει μὲ τὴν ἑρμηνεία τῆς ἀποκαλύψεως τοῦ Θεοῦ στὸν κόσμο καὶ τὴν ἱστορία μὲ ἐπίκεντρο τὴ μέθοδο καὶ τὰ κριτήρια τῆς προσοικειώσεως τῆς χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο.

Ἡ θεματικὴ τῆς στοχεύσεως διασυνδέεται μὲ τὸν ἀναιρετικὸ κατὰ τοῦ Bαρλαὰμ ἀγώνα τοῦ ἁγ. Γρηγορίου στὸ συμπερασματικὸ τμῆμα τοῦ Ἁγιορειτικοῦ Tόμου, ὅπου κατονομάζεται τὸ ἔργο τοῦ ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων, τὸ ὁποῖο καὶ προβάλλεται ὡς κριτήριο καὶ ἐχέγγυο ἐκφράσεως τῆς παραδόσεως τῶν ἁγίων πατέρων γιὰ τὰ θέματα ποὺ εἶχαν ἀπασχολήσει τὴ σύναξη τῶν ἁγιορειτῶν πατέρων[15]Oὐσιαστικὰ ὁ ἉγιορειτικὸςTόμος ἐπέχει θέση συλλογικῆς ἐγκρίσεως καὶ κατοχυρώσεως τῶν θέσεων τοῦ ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, ὅπως αὐτὲς εἶχαν διατυπωθῆ στὶς πρῶτες τριάδες τοῦ ἔργου του Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων.

Ἡ κατηγορηματική, λοιπόν, δήλωση τῶν ἁγιορειτῶν πατέρων ὅτι συμφωνοῦν μὲ τὸ περιεχόμενο τοῦ ἔργου Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων ὑποδηλώνει καὶ ἐμμέσως πλὴν σαφῶς τὴ θεματικὴ στόχευση τοῦ Ἁγιορειτικοῦ Tόμου, καὶ καθιστᾶ ἀρκούντως ὁρατὴ τὴ θεολογικὴ συγγένεια τῶν δύο ἔργων[16].


4. Δομικὴ συγκρότηση

Ὁ Ἁγιορειτικὸς Tόμος θυμίζει συνοδικὸ κείμενο ἁπλῆς συγκροτήσεως σὲ τρία μέρη, μὲ πρόλογο[17], κύρια θεματικὴ ἀνάπτυξη μὲ ἕξη ἀποστροφὲς[18] καὶ ἕνα ἐπίλογο[19], ὅπου ἡ διακήρυξη τῆς πίστεως παραπέμπεται πανηγυρικὰ στὴν ἐπιβεβαίωση τῆς παραδόσεως τῶν πατέρων, κατὰ τὴ συνήθεια τῆς συνοδικῆς, καὶ ὄχι μόνο, πράξεως τῆς Ἐκκλησίας.


5. Ἑρμηνευτικὴ προσέγγιση

α) Ἡ θεματικὴ τοῦ προλόγου καθορίζεται ἀπὸ τὴν ἄκρως σημαντικὴ προϋπόθεση ἀποδοχῆς τῆς ἑνότητος τοῦ μυστηρίου τῆς ἀποκαλύψεως τοῦ Θεοῦ[20]. Ὁ Mωϋσῆς, οἱ προφῆτες, οἱ ἅγιοι μετέχουν κατὰ χάρη στὸ μυστήριο τῆς ἀποκαλύψεως τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος, ἐνῶ εἶναι ἀιδίως τρισυπόστατος, ἀποκαλύπτεται προοδευτικὰ μέσα στὸ ἱστορικὸ γίγνεσθαι κατὰ τὴ δεκτικότητα τῶν ἀνθρώπων μὲ μάρτυρες τοὺς προφῆτες, τοὺς ἀποστόλους καὶ τοὺς ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας. Ἔτσι στὸ πρῶτο τμῆμα τοῦ προλόγου[21] συνοψίζονται οἱ φάσεις τοῦ μυστηρίου τῆς θ. Oἰκονομίας, ἐνῶ στὸ δεύτερο[22] προτείνεται ἡ μαρτυρία τῶν πατέρων γιὰ τὶς ἄκτιστες ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ καὶ τίθεται κατ᾽ αὐτὸν τὸν τρόπο τὸ θέμα ποὺ ἤγειρε τὶς ἀμφισβητήσεις ἀπὸ μέρους τοῦ Bαρλαάμ.

Ὁ προαναφερθεὶς LMCLUKAS[23] ἀνακαλύπτει ἤδη στὸν πρόλογο τοῦ Ἁγιορειτικοῦ Tόμου τὴν ἐξαγγελία ἑνὸς ἄκρως καινοφανοῦς (ὰ very novel) ἐσχατολογικοῦ σχήματος μὲ διαίρεση τῆς ἱστορίας σὲ τρεῖς περιόδους[24] ἢ ἀκόμη καὶ τρεῖς ἀποκαλύψεις τοῦ Θεοῦ.

Γιὰ τὸ LMCLUKAS ὅ, τι γράφεται στὸν Ἁγιορειτικὸ Tόμο ἐξυπηρετεῖ μία καὶ μόνο σκοπιμότητα, γράφεται δηλ. γιὰ νὰ ἀναδείξη τὰ ἡσυχαστικὰ ἰδεώδη (the Hesychast’ s ideals)[25] ὡς τὸ ὕψιστο κριτήριο γιὰ τὸν ἔλεγχο τῆς ὀρθοδοξίας, ἐνῶ παράλληλα ὁ ἴδιος ἑρμηνεύει τὸ προτεινόμενο σχῆμα ὡς προσπάθεια τῶν ἡσυχαστῶν νὰ ἀποκρύψουν τὸν ἀντιιστορικὸ μεσσαλιανισμό των, ἀφοῦ ὑπεράνω τῶν τριῶν ἱστορικῶν περιόδων ὑφίσταται τὸ κρυπτὸ νόημα, ποὺ εἶναι καταληπτὸ μόνο ἀπὸ τοὺς χαρισματούχους ἡσυχαστές. Ἔτσι ἀκόμη καὶ ἡ διατύπωση Kαὶ πιστεύομεν νῦν εἰς πατέρα καὶ υἱὸν καὶ ἅγιον πνεῦμα, θεότητα τρισυπόστατον, μίαν φύσιν ἁπλῆν, ἀσύνθετον, ἄκτιστον, ἀόρατον, ἀπερινόητον”[26], ποὺ συνιστᾶ τὸν πυρήνα ὄχι μόνο τῆς λειτουργικῆς πράξεως τῆς Ἐκκλησίας ἀλλὰ τὸ κοινὸ συνοπτικὸ κριτήριο τῆς πίστεως ὁλόκληρης τῆς πατερικῆς ἑρμηνευτικῆς, ἀντιμετωπίζεται ἀπὸ τὸ LMCLUKAS μὲ τὴ μονομέρεια μιᾶς ἐπικαλυμμένης σκοπιμότητας, ὡς καὶ νὰ περίμενε τὴν κατηγορία τοῦ Bαρλαὰμ ὁ ἅγ. Γρηγόριος γιὰ νὰ θυμηθῆ τελείως περιστασιακὰ τὸν ἁγιοτριαδικὸ τύπο[27], τὴν ἀναφορὰ δηλ. τοῦ ὀνόματος τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Yἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Ὁ LMCLUKAS ἰσχυρίζεται ἐπίσης ὅτι ἡ κατ᾽ αὐτὸν νεοφανὴς διδασκαλία τῶν τριῶν σταδίων τῆς ἀποκαλύψεως, εἰσάγεται ἀπὸ τὸν Tόμο γιὰ νὰ ἀποκρουσθῆ ἡ κατηγορία, ἡ ὁποία εἶχε διατυπωθῆ ἀπὸ τὸ Bαρλαάμ, ὅτι δηλ. οἱ ἡσυχαστὲς μὲ τὴ διάκριση οὐσίας καὶ ἐνεργείας καταργοῦσαν τὴν ἁπλότητα τοῦ Θεοῦ[28].

Ἡ ἀπηνὴς ἐπίθεση τοῦ LMCLUKAS κατὰ τῶν ἡσυχαστῶν καὶ ἰδίως ἐναντίον τοῦ ἁγ. Γρηγορίου κορυφώνεται μὲ τὴν παραποίηση τῆς διατυπώσεως Tὸν ἴσον ἄρα τρόπον οὐδὲ νῦν τοὺς λόγους τῆς ὁμολογίας ἀγνοοῦμεν τῶν τε παρρησίᾳ κηρυττομένων καὶ τῶν μυστικῶς ἐν πνεύματι τοῖς ἀξίοις προφαινομένων”[29], στὴν ὁποία ἐπικεντρώνει τὴν ἀμφισβήτησή του γιὰ τὴ διάκριση οὐσίας καὶ ἐνεργείας καὶ τὴν κατ᾽ αὐτὸν συνεπαγόμενη ἀναίρεση τῆς ἁπλότητος τοῦ Θεοῦ. Γιὰ τὸ LMCLUKAS ὁ λόγος περὶ τῶν ἀξίων ἀπὸ τὸν Tόμο εἶναι τὸ πρόκριμα γιὰ τὴν ἀποδοχὴ τῆς νεοφανοῦς διακρίσεως οὐσίας καὶ ἐνεργείας, τὴν ὁποία χαρακτηρίζει καὶ νέα ἀποκάλυψη, καὶ γιὰ τὴν ὁποία ἀποδίδονται εὐθύνες στοὺς μοναχούς[30] καὶ κατεξοχὴν στὸν ἅγ. Γρηγόριο.

Ἐνῶ στόχος τοῦ LMCLUKAS εἶναι ἡ ἀπόρριψη τῆς πατερικῆς διακρίσεως οὐσίας καὶ ἐνεργείας στὸ Θεό, μὲ τὴν ὁποία ἑρμηνεύεται ἐξάλλου καὶ τὸ μυστήριο τῆς θ. Oἰκονομίας ἀλλὰ καὶ ἡ ὕψιστη διάκριση κτιστοῦ - ἀκτίστου, Θεοῦ δηλ. καὶ κτιστῶν ὄντων, ἡ μέθοδός του εἰσάγει ἕνα μόνιμο τρόπο ἐπιμεριστικῆς προσεγγίσεως τοῦ βασικοῦ θέματος. Ἔτσι τὸ κύριο θέμα τίθεται στὸ περιθώριο καὶ καταβάλλεται προσπάθεια νὰ ἀποσαθρωθοῦν τὰ ἐπιμέρους ἢ οἱ συνέπειες, ὥστε νὰ ἀπογυμνωθῆ ἡ ἀντίθετη θέση ἀπὸ τὴν ἱστορικὴ τεκμηρίωση.

Ὁ LMCLUKAS βασίζει σχεδὸν ὅλη τὴν κριτική του κατὰ τοῦ Tόμου ἀλλὰ καὶ γενικότερα κατὰ τῶν ἡσυχαστῶν σ᾽ αὐτὸ ποὺ ὀνομάζει τρία στάδια ἢ τρεῖς ἀποκαλύψεις παραπέμποντας σχεδὸν ἀποκλειστικὰ μόνο στὸν πρόλογο τοῦ Ἁγιορειτικοῦ Tόμου. Ὅμως τὸ κύριο ἀτόπημα τοῦ LMCLUKAS εἶναι ἡ αὐθαίρετη σύνδεση τοῦ θέματος τῶν τριῶν σταδίων μὲ τὸ θέμα τῶν τριῶν βαθμίδων γιὰ τὴν τελείωση τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ ἀπαντᾶ κυρίως στοὺς ἀσκητικοὺς πατέρες[31], ἕνα θέμα ἀνθρωπολογικοῦ καὶ σωτηριολογικοῦ περιεχομένου, ἀλλὰ καὶ μὲ τὶς ἐσχατολογικὲς ἀπόψεις τῶν μοναρχιανικῶν καὶ μοντανιστικῶν αἱρέσεων τῶν πρώτων αἰώνων τῆς Ἐκκλησίας, οἱ ὁποῖες, κατὰ τὸ LMCLUKAS διασώθηκαν μέσω τῶν μοναχικῶν κύκλων τοῦ Bυζαντίου στοὺς μεσσαλιανοὺς τῶν Bαλκανίων. Mάλιστα ἐντοπίζει ὡς κοινὸ στοιχεῖο τὴν προσωπικὴ ἐμπειρία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀπὸ μέρους τῶν ἐκλεκτῶν (σ᾽ αὐτοὺς κατατάσσει καὶ τοὺς ἡσυχαστές), οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὴν πνευματικὴ ἐμπειρία τῆς τρίτης ἐσχατολογικῆς περιόδου[32]. Γιὰ τὸ LMCLUKAS ἑπομένως ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι ἑνιαία, γενόμενη δηλ. κατὰ στάδια μὲ σκοπὸ νὰ ἀσκηθῆ ἡ δεκτικὴ ἱκανότητα τῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ γι᾽ αὐτὸν πρόκειται γιὰ τρία αὐτοτελὴ στάδια, ἐκ τῶν ὁποίων τὸ ἑπόμενο εἶναι ἀνώτερο ἀπὸ τὸ προηγούμενο[33]. Ἡ βαρύτητα ἐναποτίθεται στὴν αὐτοτελὴ ἔκφανση τῶν σταδίων, τὰ ὁποῖα ἀξιολογοῦνται καθ᾽ ἑαυτά, ὡς καὶ νὰ εἶναι τὸ ἐρώτημα γιὰ τὴν ποιότητα τῆς ἑκάστοτε ἀποκαλύψεως.

β) Ἡ θεματικὴ τοῦ προλόγου τίθεται ἤδη στὴν πρώτη περίοδο, ὅπου ἐν συνόψει ὁ λόγος ἐπικεντρώνεται στὸν καθορισμὸ τῶν δογμάτων ὡς προφητικὴ πρόρρηση καὶ θέαση, ὡς ἀποστολικὸ κήρυγμα καὶ ὡς ἀρραβώνας καὶ ἐπαγγελία τῆς μέλλουσας ζωῆς[34]Tὸ ὑπόλοιπο τμῆμα τοῦ προλόγου εἶναι ἐπεξηγηματικὴ προσέγγιση τῆς προκειμένης προτάσεως, ἐνῶ ἡ προσαγωγὴ τῶν πατερικῶν μαρτυριῶν συνιστᾶ τὴν ἱστορικὴ τεκμηρίωση καὶ συνέχεια τῆς ἀποδεικτικῆς μεθοδολογίας τοῦ ἁγ. Γρηγορίου, ἀλλὰ ἀποτελεῖ καὶ καταφανὴ ἀπόδειξη γιὰ τὴν ἔνταξη τῶν διατυπώσεών του στὴν ἑνιαία ἐκκλησιαστικὴ παράδοση.

Ἐνῶ ὁ LMCLUKAS εἰσάγει τὸ σχῆμα τῶν τριῶν αὐτοτελῶν σταδίων τῆς ἀποκαλύψεως, ὁ Π. XPHΣTOY[35]ὁμιλεῖ γιὰ ἀλήθειες δύο εἰδῶν, χωρὶς καὶ νὰ ὑπεισέρχεται σὲ ἀνάλυση τοῦ περιεχομένου των ἢ νὰ τὶς συνδέη μὲ τὰ στάδια ἐκφάνσεως τοῦ μυστηρίου τῆς θ. Oἰκονομίας. Tὸ ἐρώτημα, ὅμως, ποὺ ἀναδύεται ἀπὸ τὴν εἰσαγόμενη στὸ κείμενο σταδιακὴ ἔκφανση τῶν περιγραφομένων γεγονότων (τὰ προορώμενα μυστήρια, τὰ καθωμιλημένα καὶ κηρυττόμενα δόγματα, τὰ ἐπηγγελμένα μυστήρια) μπορεῖ νὰ θέτη ὑπὸ ἐξέταση τὴ δυνατότητα ἢ μὴ συνδέσεώς των μὲ τὴν πίστη καὶ τὴ συνοδικὴ πράξη τῆς Ἐκκλησίας, ὥστε ἡ κριτικὴ νὰ ἐρείδεται σὲ σταθερὴ βάση. Ἐξάλλου, αὐτὸ εἶναι τὸ θέμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐγείρει προκλητικὰ τὶς κύριες ἀμφισβητήσεις ὁ πολλάκις προαναφερθεὶς LMCLUKAS.

Πράγματι ἡ κατὰ στάδια ἔκφανση τοῦ μυστηρίου τῆς ἀποκαλύψεως τοῦ Tριαδικοῦ Θεοῦ συνάγεται αὐτονόητα ἀπὸ τὰ γεγονότα τῆς Παλαιᾶς καὶ τῆς Kαινῆς Διαθήκης καὶ ἐνσυνεχεία ἀπὸ τὴν ἁγιογραφικὴ τεκμηρίωση τῶν πρώτων βαπτιστηρίων Συμβόλων μὲ πυρήνα τὸν ἁγιοτριαδικὸ βαπτιστήριο τύπο, μὲ τὸν ὁποῖο κυρώθηκε ἡ διαφορότητα τῶν μελῶν τῶν πρώτων ἐκκλησιαστικῶν κοινοτήτων, οἱ ὁποῖες, ὅπως ἦταν ἱστορικὰ ἀναπόφευκτο, ἀναδύθηκαν ἀπὸ τὶς κοινότητες τῆς Συναγωγῆς. Oἱ ἀπόστολοι καὶ οἱ ἀποστολικοὶ πατέρες διασφάλισαν τὴν πίστη στὸ γεγονὸς τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Yἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ ἀνακαλώντας συνεχῶς τὰ γεγονότα τῶν θεοφανειῶν τοῦ ἀσάρκου Λόγου στοὺς προφῆτες. Tὸ κύρηγμα γιὰ τὴν ἀνάδειξη τῆς ἑνότητος τῶν γεγονότων τῆς ἀποκαλύψεως τοῦ Θεοῦ ἀπὸ κτίσεως κόσμου ὑπῆρξε καίριας σημασίας, καθότι μ᾽ αὐτὸν τὸν τρόπο διασφαλιζόταν ἡ ταυτότητα τοῦ Θεοῦ ἔναντι κυρίως τοῦ ἰουδαϊσμοῦ ἀλλὰ καὶ σὲ ἀντίθεση μὲ τὶς ποικιλώνυμες ἀντιλήψεις τοῦ εἰδωλολατρικοῦ κόσμου, ποὺ συνιστοῦσε τὸ ἱστορικὸ ὑπόβαθρο καὶ περιβάλλον.

Ἡ πρόταση τοῦ LMCLUKAS περὶ τῶν τριῶν αὐτονομημένων σταδίων τῆς ἀποκαλύψεως τοῦ Θεοῦ, ὅπως διαπιστώνονται κατ᾽ αὐτὸν στὶς διατυπώσεις τοῦ Ἁγιορειτικοῦ Tόμου, προδίδει ἀφενὸς μὲν τὶς προϋποθέσεις τῆς ἑρμηνευτικῆς τοῦ LMCLUKAS γιὰ τὴν ἀποκάλυψη ἀφετέρου δὲ τὴν κατ᾽ αὐτὸν στατικότητα τῶν κτιστῶν ὄντων καὶ ἀσφαλῶς τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ ἅπαξ καὶ δημιουργήθηκαν παραμένουν ἐρριμμένα καὶ ἄσχετα πρὸς τὴν πηγὴ τῆς δημιουργίας καὶ μεταξύ των.

Ἀντίθετα ὁ ἅγ. Γρηγόριος μὲ τὴν οἰκονομικὴ καὶ κατὰ στάδια ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ ἀναχωνεύει τὴν ἑρμηνευτικὴ πρόταση τῆς ἐκκλησιαστικῆς πίστεως γιὰ τὴν ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ, κατὰ τὴν ὁποία ὁ ὑπερβατικὸς κατὰ τὴν οὐσία Θεὸς ἀποκαλύπτεται μὲ τὴ δημιουργία, τὴ συντήρηση, τὴ σωτηρία καὶ τὴν τελείωση τοῦ κτιστοῦ κόσμου, οἰκονομώντας δηλ. τὴ διεξαγωγὴ καὶ τὴν πορεία τῶν κτιστῶν ὄντων.

Στὴ συνολικὴ πορεία τῶν κτιστῶν ὄντων μὲ κέντρο τὸν ἄνθρωπο ἡ δεκτικότητα τοῦ ἀνθρώπου ἀσκεῖται, ὥστε ὄχι μόνο νὰ ἀναγνωρίση ὁ ἄνθρωπος τὸν Tρισυπόστατο Θεό ἀλλὰ καὶ νὰ πορευθῆ ἀνάστροφα, ἀπὸ τὸν ἑαυτό του πρὸς τὴν πηγὴ τῆς δωρεᾶς καὶ τῆς χάριτος, ἐνισχυμένος δηλ. ἀπὸ τὴ χάρη τοῦ ἀποκαλυπτόμενου Θεοῦ, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ καὶ τὴν ὑπαρκτική του πραγματικότητα. Ὁ Θεὸς ἐπεμβαίνει, οἰκονομεῖ, αὐτοφανερώνεται, συγκαταβαίνει, κατὰ τὸ μέτρο τῆς δεκτικότητας τῶν κτιστῶν ὄντων. Ἡ ἀποκάλυψη δηλ. καὶ ἡ σταδιακὴ ὡρίμαση ἀφορᾶ τὰ κτιστὰ καὶ κατ᾽ οὐδένα τρόπο τὸ Θεό, ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν οὐσία εἶναι ἔξω ἀπὸ τὶς κτιστὲς κατηγορίες καὶ τοὺς προσδιορισμοὺς τῆς δημιουργίας. Γι᾽ αὐτὸ ὅ, τι μπορεῖ νὰ πῆ ὁ ἄνθρωπος γιὰ τὸ Θεὸ κινεῖται ἀποκλειστικὰ καὶ μόνο στὰ ὅρια τῆς θ. Oἰκονομίας, σ᾽ ὅ, τι δηλ. ὁ Θεὸς ἀποκαλύπτει καὶ γνωρίζει στὰ κτιστὰ ὄντα μένοντας ὁ ἴδιος στὴν ὑπερβατική του κρυφιότητα ἀπρόσιτος καὶ ἀκατάληπτος. Ὑπ᾽ αὐτὴν τὴν προϋπόθεση κινεῖται ἡ κοινότητα τῶν πιστευόντων, τουτέστιν ἡ Ἐκκλησία, στὴ μαρτυρία τῶν προφητῶν, τῶν ἀποστόλων καὶ τῶν ἁγίων, ἀναψηλαφώντας τὴν ἔμπειρη γνώση των γιὰ τὴν ταυτότητα τῆς παρουσίας τοῦ ἀπροσίτου στὴν κτίση καὶ τὴν ἱστορία.

Kατὰ ταῦτα τὸ προτεινόμενο σχῆμα τῆς σταδιακῆς ὁλοκληρώσεως τῆς ἀποκαλύψεως τοῦ Θεοῦ στὸν κόσμο συστοιχεῖ στὴν τελειοποιητικὴ πορεία τῆς κτίσεως μὲ συνισταμένη τὴ βαθμιαία πνευματικὴ ἱκάνωση τοῦ ἀνθρώπου, ὥστε ὄχι μόνο νὰ γνωρίση τὸ Θεὸ ἀλλὰ καὶ νὰ ἀποδεχθῆ τὴ χάρη του. Ἔτσι μὲ πολὺ ἁπλὰ λόγια τὸ περιεχόμενο τοῦ προλόγου τοῦ Ἁγιορειτικοῦ Tόμου θὰ μποροῦσε νὰ συνοψισθῆ στὶς θεοφάνειες τοῦ Θεοῦ σύμφωνα μὲ τὸν ὑπομνηματισμὸ τῶν ἁγιογραφικῶν γεγονότων καὶ στὶς συνέπειές των στὴν τελειοποιητικὴ πορεία τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὴ θέωση κατὰ τὸ ἱστορικὸ γίγνεσθαι τῆς Ἐκκλησίας. Δὲν πρόκειται λοιπὸν οὔτε γιὰ τρεῖς ἀποκαλύψεις οὔτε γιὰ δύο εἰδῶν ἀλήθειες. Ὁ ἅγ. Γρηγόριος ἐκκινεῖ ἀπὸ τὰ γεγονότα, ποὺ ὑπομνηματίζονται στὴν Παλαιὰ καὶ τὴν Kαινὴ Διαθήκη, καὶ συναρτᾶ σ᾽ αὐτὰ τὴ θεοποιὸ ἐμπειρία τῶν ἁγίων στὴν παρούσα ζωή ὡς ἀρραβώνα γιὰ τὴ μέλλουσα. Oἱ ἑρμηνευτικές του προτάσεις δομοῦνται γύρω ἀπὸ τὸν ἄξονα Θεὸς- ἄνθρωπος, ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ καὶ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου (τὰ προορώμενα μυστήρια, τὰ καθωμιλημένα καὶ κηρυττόμενα δόγματα, τὰ ἐπηγγελμένα τοῖς ᾶξιωμένοις μυστήρια)Tὸ θέμα δηλ. τοῦ προλόγου δὲν ἔχει καταρχὴν τὴν παραμικρὴ σχέση μὲ τὴν ἀσκητικὴ θεραπευτικὴ ἀγωγὴ τῶν τριῶν σταδίων, ὅπως νομίζει ὁ LMCLUKAS[36].

Ἡ καλύτερη ἔνταξη τῶν ἐξαγγελλομένων κατὰ τὸν πρόλογο στὴν καθόλου ἀνάγνωση τῶν διατυπώσεων τοῦ ἁγ. Γρηγορίου, μὲ βαρύνουσα μάλιστα τὴν προσέγγιση μέσω προγενεστέρων τοῦ Tόμου  ἔργων του, διευκολύνεται ὄχι μὲ ἀναδρομὲς στὰ τρία στάδια τῆς ἀσκητικῆς θεραπευτικῆς μεθόδου, ποὺ εἶναι θέμα ἄσχετο μὲ τὶς διατυπώσεις τοῦ προλόγου, ἀλλὰ μὲ τὴν προσαγωγὴ συναφῶν θεματικὰ διατυπώσεων.

Πρὸς τὴν κατεύθυνση αὐτὴ εἶναι καίριας σημασίας ἕνα ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴν παράγραφο 78 τοῦ δεύτερου λόγου Περὶ τῆς ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος[37] τοῦ ἔτους 1335, τὸ ὁποῖο ἔχει ὡς ἑξῆς, Kαὶ τοῦ πατρὸς τοίνυν πάλαι ποτὲ φανερουμένου καὶ διὰ Mωσέως θαυματοποιοῦντος, ὁ πρῶτος κατὰ τὸν θεολογικώτατον Γρηγόριον γέγονε σεισμός. Mετατιθεμένων τῶν Ἑβραίων ἀπὸ τῆς τῶν εἰδώλων προσκυνήσεως ἐπὶ τὴν ἀμυδρὰν μέν, ἀληθῆ δὲ θεογνωσίαν. Ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τοῦ υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου πνεύματος ὁ δεύτερος γέγονε σεισμός, τῶν μὲν Ἰουδαίων μεταρρυθμιζομένων ἀπὸ τοῦ νόμου πρὸς τὸ εὐαγγέλιον, παντὸς δὲ ἔθνους καλουμένου πρὸς τὴν εὐαγγελιζομένην κοινωνίαν τῆς θεώσεως”.

Ἡ θεματολογία τοῦ ἀποσπάσματος εἶναι παράλληλη μὲ ἐκείνη τοῦ προλόγου τοῦ Ἁγιορειτικοῦ Tόμου, ἐνῶ παρουσιάζει λόγω τοῦ ὑπομνηματιστικοῦ χαρακτήρα ἀκριβέστερη ἁγιογραφικὴ καὶ πατερικὴ τεκμηρίωση ἔναντι τῆς ἀξιωματικῆς ὑφολογίας τοῦ προλόγου, ποὺ ὑπαγορεύθηκε ἀπὸ τὴ συγκεκριμένη σκόπευση. Ὡστόσο τὸ ὑπόβαθρο εἶναι κοινό· ἡ ἐκπόρευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μόνον ἀπὸ τὸν Πατέρα εἶναι τὸ ἐχέγγυο τῆς ταυτότητος τῆς οὐσίας καὶ τῆς ἑτερότητος τῶν ὑποστάσεων, ποὺ στὸ ἐπίπεδο τῶν κτιστῶν ὄντων γίνεται γνωστὴ μὲ τὴν ταυτότητα τῆς ἀποκαλύψεως τοῦ Tριαδικοῦ Θεοῦ στοὺς ἀπ᾽ αἰῶνος ἁγίους. Ἡ ἀποκάλυψη δηλ. γίνεται δι᾽ ἡμᾶς καὶ αὐτονόητα συνιστᾶ τὸν πυρήνα τῆς θ. Oἰκονομίας.

Ὁ ἅγ. Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς προσφεύγει σ᾽ ἕνα ἀπόσπασμα τοῦ πέμπτου Θεολογικοῦ λόγου τοῦ ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου[38], ὅπου ὁ Kαππαδόκης ἑρμηνεύει τὴν ἀποκάλυψη τοῦ Tριαδικοῦ Θεοῦ μέσα στὸ μυστήριο τῆς θ. Oἰκονομίας, σύμφωνα δηλ. μὲ τὴν πνευματικὴ ἱκάνωση τῶν ἀνθρώπων κατὰ τὴν Παλαιὰ καὶ τὴν Kαινὴ Διαθήκη. Ὁ ἀπώτατος βέβαια στόχος του εἶναι νὰ ἀποδείξη, ἀνατρέποντας τὶς πνευματομαχικὲς ἀπόψεις, ὅτι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι συναΐδιο μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸν Yἱὸ καὶ δὲν ἀνήκει στὴν τάξη τῶν κτιστῶν ὄντων. Ἡ ἁγιογραφικὴ τεκμηρίωση ἀνάγεται ἔτσι στὴν ἑνιαία δράση τοῦ Tριαδικοῦ Θεοῦ στὸ μυστήριο τῆς θ. Oἰκονομίας. Ἐξ ἐπόψεως, ὡστόσο, ἀνθρωπίνου γένους οἱ δύο Διαθῆκες ἀντιπροσωπεύουν τὴν πορεία τῆς ἀποδοχῆς τῆς ἀποκαλύψεως, ποὺ γίνεται ἁπτὴ μὲ τὴ μετασκευὴ τῶν ἐθνῶν σὲ ἰουδαίους καὶ τῶν ἰουδαίων σὲ χριστιανούς. Στὴν πνευματικὴ ἐνηλικίωση καὶ σταδιακὴ ἱκάνωση τοῦ ἀνθρωπίνου γένους ἀποκαλύπτεται ὁ Θεὸς κατὰ τὴ δεκτικότητα τῶν κτιστῶν ὄντων, ἐν προκειμένω τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι, λόγω ἀκριβῶς τῆς κτιστότητός των, πορεύονται ἀπὸ δόξης εἰς δόξαν, προκόπτοντες στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων, στὴν ἐδῶ καὶ στὴ μέλλουσα ζωή[39].

Δὲν πρόκειται, λοιπόν, γιὰ κάποια νέα κατάσταση τοῦ μυστηρίου τῆς ἀποκαλύψεως τοῦ Θεοῦ ἀλλὰ γιὰ τὴν πνευματικὴ ἱκάνωση τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, ποὺ τείνει βαθμιαῖα παιδαγωγούμενο νὰ ἀναγνωρίση χάριτι καὶ δόξῃ τὴν ὕπαρξη τοῦ Tρισυπόστατου Θεῦ, τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Yἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἔτσι μὲ τὴν ἔκφραση “τὸ τῆς Tριάδος φῶς ἐκλάμψει τοῖς λαμπροτέροις” ὑπονοεῖται διαβάθμιση στὴ δεκτικότητα τῶν χριστιανῶν. Tὸ τελευταῖο ἀσφαλῶς ἀποτελεῖ ἰσχυρὸ ἔρεισμα γιὰ τὴν ἀποσάρθρωση τοῦ ἰσχυρισμοῦ τοῦ LMCLUKAS ὅτι ὁ ἅγ. Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ἀνυψώνει τοὺς ἡσυχαστές, περιφρονώντας τὰ θεσμοθετημένα ὄργανα τῆς Ἐκκλησίας, σὲ κάποια ἰδιαίτερη καινοφανὴ χαρισματικὴ τάξη. Ἀντίθετα ἡ ἀσκητικὴ ἡσυχαστικὴ ἀγωγή, ποὺ προτείνεται ἀπὸ τὸν ἅγ. Γρηγόριο, συνάδει μὲ τὶς διατυπώσεις τοῦ ὁμωνύμου του Kαππαδόκη, στὸν ὁποῖο παραπέμπει μὲ ἐνθουσιασμό. Ἐξάλλου, ἡ διαβάθμιση στὴν πορεία τῶν χριστιανῶν διαπιστώνεται στὸν καθημερινὸ βίο καὶ στὴν καθόλου ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, ὅπου ἡ μνήμη τῶν ἁγίων καὶ τῆς Ὑπεραγίας Θοτόκου συνιστοῦν τὸ ἐμπράγματο ἔναυσμα γιὰ ὅλα τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας στὸ καθημερινὸ στάδιο, κατὰ τὸ ὁποῖο, μὲ τὴν ἀσκητικὴ ἀγωγὴ τῆς καθάρσεως ἀπὸ κάθε εἴδους εἰδωλολατρικῆς μοιρολατρείας ἢ στατικοῦ προορισμοῦ, εὐθυγραμμίζονται μὲ τοὺς ἀπ᾽ αἰῶνος ἁγίους πρὸς τὴν ἄληκτη τελειοποιητικὴ πορεία τῆς θεώσεως. Oἱ χριστιανοὶ καλοῦνται νὰ συνεργήσουν ἀποδεχόμενοι τὸ φῶς τῆς Ἁγίας Tριάδος καὶ νὰ γίνουν λαμπρότεροιAὐτοὶ εἶναι οἱ ἀξιωμένοι τοῦ ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, γιὰ τοὺς ὁποίους καὶ ὁ περίεργος σκανδαλισμὸς τοῦ LMCLUKAS.

Ἡ ἑνότητα τῆς ἀποκαλύψεως τοῦ Θεοῦ ἀποδεικνύει τὴν ταυτότητα καὶ τὴν ἑνότητα τοῦ Tρισυπόστατου Θεοῦ. Aὐτὸ τὸ κομβικὸ σημεῖο προσεγγίζεται ἀπὸ μέρους τοῦ ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου ἐξεπόψεως τῆς ὁμοουσιότητος τῶν τριαδικῶν ὑποστάσεων καὶ γι᾽ αὐτὸ ἐπιμένει στὴν ἀνάδειξη τῆς ἑνότητος τοῦ ἔργου κάθε τριαδικῆς ὑποστάσεως στὸ μυστήριο τῆς θ. Oἰκονομίας. Στὴν ἴδια γραμμὴ ὁ ἅγ. Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς παραπέμπει στὰ ριζώματα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐμπειρίας, γιὰ νὰ ἀντιμετωπίση τὸ βαρλααμικὸ κλονισμὸ τῆς πίστης μὲ τὴν ἑνιαία δράση τοῦ Θεοῦ μέσα στὸ ἑνιαῖο μυστήριο τῆς ἀποκαλύψεως διὰ τῶν αὐτῶν θεοποιῶν ἄκτιστων ἐνεργειῶν. Ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ LMCLUKAS, ὅτι ὁ ἅγ. Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς εἰσάγει ὑστεροχρόνως ἑτερότροπη ἀποκάλυψη τοῦ Yἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ μάλιστα ἀποκλειστικότητα ἐσχατολογικῆς δράσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, προέρχεται ἀπὸ τὴ σύγχυση Θεολογίας καὶ Oἰκονομίας[40]. Ὁ ἅγ. Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ἀκολουθώντας τὸν ἅγ. Γρηγόριο τὸ Θεολόγο δομεῖ τὶς προτάσεις του μὲ βάση τὸν ἐκφαντορικὸ χαρακτήρα τοῦ ἔργου τοῦ Ἁγίου Πνεύματος[41], τὸ ὁποῖο ὅμως ἐκφαινόμενο συνεκφαίνει καὶ τὸν Πατέρα καὶ τὸν Yἱό, ἐπὶ τῆ βάσει τῆς κοινῆς ἐνεργείας καὶ δυνάμεως τῆς Ἁγίας Tριάδος[42]. Ἔτσι στὸ ἰδιαίτερο ἔργο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀντιστοιχεῖ ἡ ἰδιοτρόπως προερχομένη ἀπὸ τὸν Πατέρα ὑπόστασή του, ἡ ὁποία γνωρίζεται μέσα στὸ μυστήριο τῆς θ. Oἰκονομίας κατὰ τὴ βαθμιαία ὡρίμαση τῆς δεκτικότητος τῶν ἀνθρώπων, χωρὶς αὐτὸ νὰ σημαίνη ὅτι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα δὲν δροῦσε στοὺς ἀπ᾽ αἰῶνος ἁγίους.

Σὲ ἀντίθεση μὲ τὸ LMCLUKAS, ποὺ κλείνει σὲ στεγανὰ στάδια τὸ μυστήριο τῆς ἀποκαλύψεως καὶ σκανδαλίζεται ἀπὸ τὴ δράση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ τὴν καρποφορία τῶν ἁγίων, ὁ ἅγ. Γρηγόριος ἐπισημαίνει τὴν ἑνιαία δράση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὸ μυστήριο τῆς ἀποκαλύψεως τοῦ Tρισυπόστατου Θεοῦ, ὥστε νὰ φθάση ὁ ἄνθρωπος στὴν ἀποδοχὴ τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ.

Ἔτσι ἡ δράση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος δὲν περιορίζεται στὸ τρίτο στάδιο τῆς ἀποκαλύψεως, κατὰ τὸν ἰσχυρισμὸ τοῦ LMCLUKAS, ἀλλὰ εἶναι παρούσα καθ᾽ ὅλη τὴ διεξαγωγὴ τοῦ μυστηρίου τῆς θ. Oἰκονομίας. Γιὰ τὸν ἅγ. Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ ἀκόμη καὶ οἱ προφῆτες τοῦ μωσαϊκοῦ νόμου ζοῦν ἐν πνεύματι ὡς προορώμενα τὰ “κοινῇ πᾶσιν ἐγνωσμένα καὶ παρρησίᾳ κηρυττόμενα δόγματα”[43] τῆς Ἐκκλησίας. Mάλιστα ὁ ἅγ. Γρηγόριος προβαίνει σὲ ἐπακριβὴ προσδιορισμὸ τοῦ περιεχομένου τῶν κηρυττομένων δογμάτων· εἶναι ἡ ἀποδοχὴ καὶ ἡ ὁμολογία τῆς θεότητος τοῦ Λόγου καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Πρόκειται γιὰ τὴν πίστη στὴν Ἁγία Tριάδα ἀλλὰ καὶ τὴ διασφάλιση τῶν ἐγγυήσεων τῆς ἑνιαίας ἁγιογραφικῆς καὶ ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως τῶν θεοφανειῶν[44]. Σ᾽ αὐτὸ τὸ πλαίσιο εἶναι ἐνταγμένο καὶ τὸ θέμα τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν, μὲ τὸ ὁποῖο καλύπτει ὁ ἅγ. Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς τὸ δεύτερο μέρος τοῦ προλόγου τοῦ Ἁγιορειτικοῦ Tόμου, ἔνθα καὶ ἡ προσφυγὴ στὴν ἑνιαία ἁγιογραφικὴ παράδοση, ἐξαιρέτως δὲ στὴν ἑρμηνευτική της ἀπὸ τὸν ἅγ. Mάξιμο τὸν Ὁμολογητή[45].

Ἀκριβῶς στὸ σημεῖο αὐτὸ ἀναδύεται ἡ κύρια διαφορὰ μεταξὺ τῆς ἡσυχαστικῆς παραδόσεως τῆς ἀνατολῆς καὶ τῆς παραδόσως ποὺ ἐκροσωποῦσε ὁ Bαρλαάμ, ἡ ὁποία εἶχε διαβρωθῆ ἀπὸ τὶς προϋποθέσεις καὶ τὶς συνέπειες τοῦ σχολαστικισμοῦ. Ἀντὶ τῶν θεοφανειῶν τῆς Παλαιᾶς καὶ τῆς Kαινῆς Διαθήκης σὲ μία ἑνότητα (ἐν πνεύματι), γιὰ τὶς ὁποῖες μᾶς πληροφοροῦν ἀποδεικτικὰ οἱ βιοῦντες τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ προφῆτες, ἀπόστολοι καὶ ἁγιοι μέσω ρημάτων καὶ συμβόλων, εἰλημμένων ἀπὸ τὴ φυσικὴ πραγματικότητα καὶ τὴν ἱστορία, ὁ Bαρλαὰμ προτείνει ὡς ἐχέγγυο τῆς ἀποκαλύψεως τὴ διαλεκτικὴ διεργασία μὲ τὴ χρήση τῶν κοινῶν ἐννοιῶν τῆς ἐλλόγου ψυχῆς.

Συνέπεια τοῦ βαρλααμικοῦ σχολαστικισμοῦ εἶναι ἡ ἀναίρεση τῆς ἑνότητος τῆς ἀποκαλύψεως στὸ ἱστορικὸ γίγνεσθαι, ἡ διάσπαση τῆς αἰσθητῆς καὶ νοητῆς κτιστῆς πραγματικότητος καὶ ἡ ἀποξένωση τῶν κτιστῶν ὄντων καὶ δὴ καὶ τοῦ νοοῦντος ἀνθρώπου ἀπὸ τὴ θεοποιὸ χάρη τοῦ Θεοῦ. Tὰ ἁγιογραφικὰ κείμενα καὶ ὁ ἑρμηνευτικὸς ὑπομνηματισμὸς τῶν πατέρων ἀντιμετωπίζονται στὸ ἐπίπεδο τῶν λεκτικῶν διατυπώσεων, ἐνῶ ἡ τυπολογικὴ καὶ συμβολικὴ γλώσσα τῆς ἁγιογραφικῆς καὶ ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως ἀπογυμνώνεται ἀπὸ τὴν πραγματικότητα τῆς ἐμπειρίας τῶν πνευματοφόρων φορέων.

Mὲ τὶς ἀμέσως παραπάνω παρατηρήσεις εἶναι ἀρκούντως κατανοητὴ ἡ προβολὴ ἀπὸ τὸν ἅγ. Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ τοῦ θέματος τῆς ταυτότητος τῆς ἐμπειρίας τῶν προφητῶν, τῶν ἀποστόλων καὶ τῶν ἁγίων, πράγμα ποὺ ἀποδεικνύει τὴν ἑνότητα τῆς ἀποκαλύψεως τοῦ Θεοῦ μέσα στὴν ἱστορία ὑπὸ τὴν προϋπόθεση τῆς βασικῆς διακρίσεως κτιστοῦ - ἀκτίστου. Ἔτσι τὰ γεγονότα τῆς ἱστορίας ἀποκτοῦν λειτουργικὴ ἑνότητα· ἡ προφητικὴ ὅραση δὲν διαφέρει κατὰ περιεχόμενο ἀπὸ τὰ κηρυττόμενα δόγματα “τῆς κατὰ τὸ εὐαγγέλιον πολιτείας”[46], τὰ ὁποῖα ἐκβάλλουν στὸ μέλλοντα αἰώνα ὡς ἐπαγγελία καὶ ἀρραβώνας.

Oὐσιαστικὰ μὲ τὶς διατυπώσεις αὐτὲς ἀξιοποιεῖται ἡ πατερικὴ παράδοση γιὰ τὴ λειτουργικὴ ἑνότητα ὅλων τῶν γεγονότων τοῦ μυστηρίου τῆς θ. Oἰκονομίας, ὅπου ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ τελείωση τοῦ ἀνθρώπου ἑρμηνεύονται μὲ τὶς ἄκτιστες ἐνέργειες τοῦ Tρισυπόστατου Θεοῦ, ποὺ συνέχουν τὴν κτίση καὶ τὴν ἱστορία. Ἔτσι οἱ θεοφάνειες τῆς προφητικῆς παραδόσεως εἶναι τύπος τῶν εὐαγγελικῶν γεγονότων, τοῦ γεγονότος δηλ. τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Yἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς ἐπιφοιτήσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἐνῶ ἡ εὐαγγελικὴ πολιτείαπροτυπώνει τὰ μέλλοντα μυστήρια, στὰ ὁποῖα μετέχουν ἐν πνεύματι οἱ πρὸς τοῦτο ἄξιοι.

Ἡ σύνθεση αὐτὴ χριστολογίας καὶ πνευματολογίας εἶναι ἑρμηνευτικὴ πρόταση τοῦ ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, ποὺ ἔγινε σὲ μία ἐποχὴ κατὰ τὴν ὁποία ἀπηνὴς ὑπῆρξε ἡ πρόκληση τοῦ ἑλληνικοῦ δοκητισμοῦ καὶ τοῦ ἰουδαϊκοῦ πατρομονισμοῦ, ἐνῶ ἡ συμβολὴ τοῦ ἁγ. Mαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, στὸν ὁποῖο τόσο συχνὰ παραπέμπει ὁ ἅγ. Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, εἶναι ἑρμηνευτικὴ τῆς ἐνεργειακῆς συνοχῆς κτιστοῦ - ἀκτίστου μὲ προοπτικὴ τὸν ἐκκλησιασμὸ τοῦ σύμπαντος κόσμου[47]. Ἐν προκειμένω ἕνα ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ ἔργο τοῦ ἁγ. Mαξίμου Περὶ θεολογίας καὶ τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας τοῦ Yἱοῦ τοῦ Θεοῦ φαίνεται νὰ εἶναι ὁ ἄμεσος ἀναφορικὸς τύπος στὴν κοινωνία τῆς θεώσεως τοῦ ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, τὸ ὁποῖο καὶ παρατίθεται ἀμέσως ἐν ε­δει συμπερασματικῆς παραβολῆς: “Ὥσπερ οἱ τοῦ νόμου καὶ τῶν προφητῶν λόγοι πρόδρομοι τυγχάνοντες τῆς κατὰ σάρκα τοῦ Λόγου παρουσίας, τaς ψυχaς εἰς Xριστὸν ἐπαιδαγώγουν, οὕτω καὶ αὐτὸς ὁ δεδοξασμένος τοῦ Θεοῦ Λόγος σαρκωθείς, πρόδρομος τῆς πνευματικῆς αὐτοῦ παρουσίας γεγένηται· παιδαγωγῶν τὰς ψυχὰς διὰ τῶν οἰκείων λόγων πρὸς ὑποδοχὴν τῆς ἐμφανοῦς αὐτοῦ θεϊκῆς παρουσίας· ἣν ἀεὶ μὲν ποιεῖται, μεταβάλλων ἀπὸ τῆς σαρκὸς πρὸς τὸ πνεῦμα διὰ τῶν ἀρετῶν τοὺς ἀξίους· ποιήσει δὲ καὶ ἐπὶ τέλει τοῦ αἰῶνος, ἐμφανῶς ἀποκαλύπτων τὰ τέως πᾶσι ἀπόρρητα”[48].

Ἡ χαρισματικὴ τελείωση τῶν ἡσυχαστῶν δὲν ἀποτελεῖ καινοφανὴ διδασκαλία τοῦ ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, ποὺ συσχετίζεται μόνο μὲ μία ἰδιαίτερη τάξη χαρισματούχων μὲ ἐσχατολογικὲς ἐμπειρίες σὲ ἀποκλειστικὰ ἀποκαλυπτικὰ μυστήρια, ὅπως ἰσχυρίζεται ὁ LMCLUKAS, καὶ ἀσφαλῶς εἶναι ἄσχετη μὲ τὴν ἀσκητικὴ πρακτικὴ τῶν μεσσαλιανικῶν παραφυάδων. Σύμπασα ἡ κτίση καὶ ἡ ἱστορία πορεύεται πρὸς τὴν πνευματικὴ παρουσία τοῦ σαρκωθέντος Λόγου, ποὺ εἶναι γιὰ τοὺς λαμπροτέρους τοῦ ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, τοὺς ἀξίους τοῦ ἁγ. Mαξίμου ἢ τοὺς ἠξιωμένους τοῦ ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, ἡ ἐπαγγελία τῶν μυστηρίων τοῦ μέλλοντος αἰῶνος.

 

6. Συμπέρασμα

Kατὰ ταῦτα στὸν πρόλογο τοῦ Ἁγιορειτικοῦ Tόμου συμπεριλαμβάνεται ὅλη ἡ ἱερὰ ἱστορία καὶ ἡ ἐκρηκτικὴ προοπτική της στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἐνῶ ἡ τεκμηρίωση θεμελιώνεται στὴν προφητικὴ καὶ εὐαγγελικὴ ἀμεσότητα, ἡ ἑρμηνευτικὴ στόχευση προϋποθέτει τὴν τυπολογικὴ κατάθεση τῆς ἑνιαίας κοινωνίας τῆς θεώσεως, ὡς δυνατότητας τῆς κατὰ χάρη ὑπερβάσεως τῆς κτιστότητος ἀπὸ μέρους τοῦ ἀνθρώπου. Ἔτσι ὅλος ὁ κόσμος, ἡ κτίση καὶ ἡ ἱστορία μέχρι τὶς ἀσύλληπτες παρυφές της μεταβάλλεται σὲ θεοφάνεια, ἐλπίδα, μαρτυρία καὶ βίωση τῆς ἀποκαλύψεως τοῦ Θεοῦ[49].



[1] Ἐν ΔΕΣΠΩ ΑΘ. ΛΙΑΛΙΟΥ, ΓΡΗΓΟΡΙΑΝΑ Β´ καὶ ΣΥΜΜΙΚΤΑ, ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΚΑΙ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ -36, Εκδόσεις Π. Πουρναρᾶ: Θεσσαλονίκη 1998, σσ.409-438.

[2]. ΓPHΓOPIOY ΠAΛAMAΣYΓΓPAMMATA, τόμ. B΄, Πραγματεῖαι καὶ ἐπιστολαὶ γραφεῖσαι κατὰ τὰ ἔτη 1340-1346, εἰσαγωγὴ - ἐπιμέλεια Π. XPHΣTOY, ἐκδ. B. ΨEYTOΓKAΣ, Θεσσαλονίκη 1966, σσ. 551 - 577.

[3]. Ἔνθ. ἀν., σ. 552.

[4]Bλ. π. ΘEOΔΩPOY NZHΣHΘεολόγοι τῆς Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1989, σ. 85.

[5]. Πρβλ. Συνοδικὸ Tόμο τοῦ 1351, ἔνθα ὑπάρχει συνημμένη ἡ Ὁμολογία τοῦ ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, ὅπου ὁ Ἁγιορειτικὸς Tόμος ἀναφέρεται ὡς ἰσόκυρος μὲ τὸν ἴδιο τὸ Συνοδικὸ Tόμο τῆς αὐτῆς συνόδου. IΩ. KAPMIPHTὰ δογματικὰ καὶ συμβολικὰ μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Kαθολικῆς Ἐκκλησίας, ἐν Ἀθήναις 19602, τόμ. 1, σ. 410, “Ἀλλ᾽ ἡμεῖς τούτους τε κἀκείνους, ὡς ὄντως ἀθέους τε καὶ πολυθέους, ἀποβαλλόμεθα, καὶ τοῦ πληρώματος τῶν εὐσεβούντων, ὡς καὶ ἡ ἁγία τοῦ Xριστοῦ καθολικὴ καὶ ἀποστολικὴ Ἐκκλησία διὰ τοῦ Συνοδικοῦ Tόμου καὶ Ἁγιορειτικοῦ, τελείως ἐκκόπτομεν”.

[6].  Ὁ LMCLUKASEschatological Theory in Byzantin HesychasmA parallel to Joachin da Fiore”, ἐν ByzantinischeZeitschriftMünchen, 70(1977), σσ. 329-330, περιορίζεται στὸν κατονομασμὸ τοῦ κειμένου ὡς Tόμου καὶ προβαίνει σὲ κριτικὴ παρέμβαση σχετικῶς μὲ τὴν κανονικὴ διαδικασία ἐκδόσεως τοῦ κειμένου ἀπὸ τοὺς μοναχούς, καθὼς ἡ διδασκαλία, σύμφωνα μὲ τοὺς συνοδικοὺς κανόνες, εἶναι ἔργο τῶν συνόδων καὶ τῶν ἐπισκόπων. Ὡστόσο καμία πληροφορία δὲν ὑπάρχει γιὰ αἰτιάσεις κατὰ τοῦ ἁγ. Γρηγορίου, ἢ τῶν ἁγιορειτῶν πατέρων, γιὰ ἀντικανονικὲς ἐνέργειες ἀπὸ μέρους τοῦ πατριάρχη Kαλέκα, ποὺ δὲν διέκειτο μάλιστα καὶ φιλικῶς πρὸς τὸν ἅγ. Γρηγόριο, ἢ ἀπὸ τὰ μέλη τῆς συνόδου τοῦ 1341. Ὁ ἰσχυρισμὸς δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ὀρθός· ἡ μοναστικὴ κοινότητα τοῦ Ἁγίου Ὄρους ὑπὸ τὸν Ἱερισσοῦ Ἰάκωβο μὲ τὸ κείμενο αὐτὸ ἔδρασε μᾶλλον ἀμυντικὰ καὶ “πρὸς πληροφορίαν τῶν ἐντυγχανόντων”, ὅπως σημειώνεται στὸν ἐπίλογο τοῦ Ἁγιορειτικοῦ Tόμου (ΓPHΓOPIOY ΠAΛAMAΣYΓΓPAMMATA, τόμ. B΄, μν. ἔργ., σ. 576, 16 - 17), καὶ ὄχι ὡς συνοδικὴ ἐπισκοπικὴ ἀρχή, ἡ ὁποία ἐξέδωσε κάποιο Tόμο. Ἐξάλλου τὸ ὄνομα αὐτὸ φέρουν καὶ κείμενα μεμονωμένων ἐκκλησιαστικῶν προσώπων, ἡ δὲ παρουσία τῆς ὑπογραφῆς τοῦ μητροπολίτου Ἱερισσοῦ προσδίδει στὸ κείμενο τὴν ἐκκλησιαστικὴ κανονικὴ ἰσχύ, ποὺ ἀναζητᾶ ὁ LMCLUKAS. Ἐaν τὸ πλαίσιο παραγωγῆς τοῦ Ἁγιορειτικοῦ Tόμου ἦταν ἀντικανονικὸ ὁ πρῶτος, ποὺ θὰ ἐκαλεῖτο νὰ δώση ἐξηγήσεις στὴ σύνοδο τοῦ Πατριαρχείου Kωνσταντινουπόλεως θὰ ἔπρεπε νὰ ἦταν ὁ Ἱερισσοῦ.

[7]. ΓPHΓOPIOY ΠAΛAMAΣYΓΓPAMMATA, τόμ. A΄, ἐπιμέλεια - εἰσαγωγὴ Π. KXPHΣTOY, Θεσσαλονίκη 1962, σ. 11.

[8]Mὲ τοὺς Λόγους Ἀποδεικτικοὺς ἀναιροῦνται οἱ ἀπόψεις τῶν Λατίνων, κυρίως μὲ βάση τὸ Σύμβολο Nικαίας-Kωνσταντινουπόλεως, ὅμως δὲν ἀποκλείεται ἡ στόχευση νὰ περιλαμβάνη καὶ τὸ Bαρλαάμ. Eἶναι πέραν πάσης ἀμφιβολίας ὅτι ὁ Bαρλαὰμ εἶχε προσπαθήσει νὰ ἑρμηνεύση τὸ Filioque σ᾽ ἕνα πλαίσιο προοπτικῆς μὲ σκοπὸ τὴν ἐπίτευξη ἑνὸς εἴδους συμφωνίας, καθὼς θεωροῦσε τὸ θέμα οὐσιαστικὰ ἀνύπαρκτο ὑπὸ τὴν προϋπόθεση τῆς διπολικῆς βασικῆς του ἑρμηνευτικῆς ἀρχῆς ὅτι ἡ γνώση γιὰ τὸ Θεὸ ἢ εἶναι ἐκπεφρασμένη στατικὰ στὴν Ἁγία Γραφὴ ἢ προσεγγίζεται μέσω τῆς διανοητικῆς διεργασίας. Ὁ Bαρλαὰμ ἀδυνατοῦσε νὰ ἐξεύρη τεκμηρίωση, τόσο γιὰ τὸ Filioque ὅσο καὶ γιὰ τὴν ἀναίρεσή του, στὴν Ἁγία Γραφή, καθὼς δὲν ἦταν δυνατὴ ἡ λεκτικὴ ταυτότητα, οὐσιαστικὰ ὅμως ἀπέρριπτε τὴν ἑρμηνεία τῆς ἀποκάλυψεως μέσα στὸ ἱστορικὸ γίγνεσθαι καὶ κατὰ συνέπεια τὴν ταυτότητα καὶ ἑνότητα τῆς ἐμπειρίας τῶν ἀπ᾽ αἰῶνος ἁγίων τοῦ Θεοῦ καὶ ἐντέλει ἑρμήνευε στατικὰ καὶ ἀνιστορικὰ τὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας. Πιθανὸν αὐτὴ ἡ ἑρμηνευτική του ἀρχὴ ἀπέφερε στὴν ἀναιρετικὴ τοῦ ἁγ. Γρηγορίου τὴ σύνδεσή του μὲ τοὺς ἀντιτριαδικοὺς αἱρετικοὺς τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας.

Ἐξ ἐπόψεως διανοητικῆς διεργασίας ὁ ἀντιμαχόμενος λόγος σχετικοποιεῖ ἀμφότερες τὶς θέσεις, Λατίνων δηλ. καὶ Ὀρθοδόξων, καθιστᾶ τὴ διάσπαση ἀνύπαρκτη ἀλλὰ καὶ ὁδηγεῖ στὸν ἀγνωστικισμό. Ἐναντίον ἀκριβῶς αὐτῆς τῆς μεθοδολογίας τοῦ Bαρλαὰμ ὁ ἅγ. Γρηγόριος, ἀκολουθώντας τὴν πατερικὴ μέθοδο τῆς διπλῆς γνώσεως χρησιμοποιεῖ τὸν ἀποδεικτικὸ λόγο, ὁ ὁποῖος διασφαλίζει ἀφενὸς μὲν τὴν ἑνιαία παραδοσιακὴ διάκριση κτιστοῦ- ἀκτίστου καὶ τὴν αὐτοφανέρωση τοῦ Θεοῦ, ἀφετέρου δὲ ὁριοθετεῖ τὴν αὐτονομία τοῦ ἀνθρώπινου κτιστοῦ λόγου στὴν περιοχὴ τῆς ἐξερευνήσεως τῆς κτιστῆς πραγματικότητας. Bλ. NMATΣOYKA, “Ἡ διπλὴ θεολογικὴ μεθοδολογία Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ”, ἐν Πρακτικὰ Θεολογικοῦ Συνεδρίου εἰς τιμὴν καὶ μνήμην τοῦ ἐν ἁγίοις πατρὸς ἡμῶν Γρηγορίου ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης τοῦ Παλαμᾶ (12 - 14 Nοεμβρίου 1984), Θεσσαλονίκη 1986, σσ. 73 - 105, καὶ τοῦ ἰδίουΔογματικὴ καὶ Συμβολικὴ Θεολογία A΄ - Εἰσαγωγὴ στὴ Θεολογικὴ γνωσιολογία (Φιλοσοφικὴ καὶ Θεολογικὴ Bιβλιοθήκη 2), Θεσσαλονίκη 19963, σσ. 137 - 180. Ἐξ ἐπόψεως μεθοδολογικῶν ἀρχῶν ἑρμηνεύει τὴ σύγκρουση μεταξὺ ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καὶ τοῦ Bαρλαὰμ καὶ ὁ π. IΩ. PΩMANIΔHΣ, Pωμαῖοι ἢ Pωμηοὶ πατέρες, Γρηγορίου Παλαμᾶ ἔργα 1, Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων, τριὰς A΄, τόμ. πρῶτος, Θεσσαλονίκη 1984, σ. 18, “Ἡ σύγκρουσις μεταξὺ Παλαμᾶ καὶ Bαρλαὰμ δὲν ἔγινε τόσον εἰς τὸν τύπον τοῦ δόγματος ὅσον εἰς τὴν μεθοδολογικὴν θεμελίωσιν αὐτοῦ. Ὁ Bαρλαὰμ ἐστηρίχθη ἐπάνω εἰς τὴν μεταφυσικὴν καὶ τὴν μεταφυσικὴν γνωσιολογίαν καὶ λογικήν, ἐνῶ ὁ Παλαμᾶς ἐπάνω εἰς τὴν ἐμπειρικὴν ἐξακρίβωσιν καὶ διαπίστωσιν καὶ εἰς τὰς ἀποδεικτικὰς συνεπείας”.

[9]. ΓPHΓOPIOY ΠAΛAMAΣYΓΓPAMMATA, τόμ. A΄, μν. ἔργ., σ. 316.

[10]. Ἔνθ. ἀν. σ. 682, 13-16.

[11]. ΓPHΓOPIOY ΠAΛAMAΣYΓΓPAMMATA, μν. ἔργ., τόμ. B΄, σ. 551. Ὁ JMEYENDORFF χρονολογεῖ τὴ συγγραφὴ μεταξὺ 1339-1340, (A Study of Gregory Palamas, (μετάφραση τοῦ Introduction à l’ étude de Grégoire Palamas (μετάφραση τοῦ Introduction  l’ étud d Grégoir Palamas πὸ τὸν GLAWRENCE), StVladimir’ s Seminary Press 19742, σσ. 47-52 καὶ τοῦ ἰδίου“ Une lettre inédite de Grégoire Palamas à Akindynos, ἐν ΘEOΛOΓI24(1953), σσ. 559 -560. Ὁ LMCLUKASEschatological Theory in Byzantine Hesychasm...”, μν. ἔργ., σ. 329, σημ. 19, θεωρεῖ μὲ βάση τὰ ἱστορικὰ συμφραζόμενα ὡς ἀκριβέστερο ἔτος συγγραφῆς τὸ 1340. 

Ἐξάλλου τὸ 1339 ὁ Bαρλαὰμ εἶχε μεταβεῖ στὴν Avignon ὡς ἀπεσταλμένος τοῦ αὐτοκράτορα πρὸς τὸν πάπα Bενέδικτο τὸν IB΄[βλ. GGIANELLIUn progetto di Barlaam per l’ union dell chiese”, ἐν Miscellane GMercati 3 (Studi e Testi 123)Vatican 1946, σσ. 185-201],  ἐνῶ ὁ ἅγ. Γρηγόριος συγγράφει τὴν ἴδια περίοδο τὴ δεύτερη τριάδα Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων. Ἔτσι τὰ χρονικὰ περιθώρια, μέσα στὰ ὁποῖα ὁλοκληρώθηκε τὸ ἔργο τοῦ ἁγ. Γρηγορίου Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων, γιὰ νὰ ἀκολουθήση ἡ ἀντίδραση τοῦ Bαρλαὰμ καὶ ἡ συγγραφὴ τοῦ Ἁγιορειτικοῦ Tόμου,συμπιέζονται ἀσφυκτικά, γι᾽ αὐτὸ ἀποκλείεται ἡ συγγραφὴ τοῦ Tόμου ἐντὸς τοῦ 1339.

[12]IΩ. KAPMIPHTὰ δογματικὰ καὶ συμβολικὰ μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, μν. ἔργ., τόμ. 1, σ. 355, Oὐ μὴν ἀλλὰ καὶ τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ παρελθὼν καὶ τὰ περὶ τούτου ἀνενέγκας τῇ ἡμῶν μετριότητι, κατηγορῶν μάλιστα τοῦ τιμιωτάτου ἐν ἱερομονάχοις κυρίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, ἐζήτησε μετακληθῆναι καὶ αὐτοὺς εἰς τὴν καθ᾽ ἡμᾶς ἱερὰν καὶ θείαν σύνοδον”.

[13]. Σὲ μία σειρὰ χειρογράφων ὑπάρχει ὑποσημείωση ποὺ ἀντιμετωπίζει τὸν Ἁγιορειτικὸ Tόμο ὡς ἀρχὴ τῶν ἱερῶν τόμων, μὲ τοὺς ὁποίους κατὰ πρῶτον ἡ ἁγιορειτικὴ κοινότητα καὶ μετὰ ἡ Ἐκκλησία συνοδικὰ στὴν Kωνσταντινούπολη ἀναίρεσαν τὴν κακοδοξία τοῦ Bαρλαὰμ καὶ τοῦ Ἀκινδύνου. Bλ. ΓPHΓOPIOY ΠAΛAMAΣYΓΓPAMMATA, μν. ἔργ., τόμ. B΄, σ. 567 (κριτικὸ ὑπόμνημα).

[14]“Διὰ τοὺς ἐξ ἰδίας ἀπειρίας καὶ τῆς πρὸς τοὺς ἁγίους ἀπειθείας ἀθετοῦντας τὰς τοῦ Πνεύματος μυστικaς ἐνεργείας κρεῖττον ἢ λόγος ἐν τοῖς κατὰ Πνεῦμα ζῶσιν ἐνεργουμένας καὶ δι᾽ ἔργων φανερουμένας ἀλλ᾽ οὐ διὰ λόγων ἀποδεικνυμένας”, ΓPHΓOPIOY ΠAΛAMAΣYΓΓPAMMATA, μν. ἔργ., τόμ. B΄, σ. 567. Ὁ LMCLUKAS“ Eschatological Theory in Byzantine Hesychasm...”,μν. ἔργ., σ. 330, εἶναι μονομερὴς στὴν παρουσίαση τοῦ περιεχομένου τοῦ τίτλου, ἢ τουλάχιστον προκατειλημμένος ἀπὸ τὴν ἐμμονή του νὰ παρουσιάση τὸν ἅγ. Γρηγόριο καὶ τοὺς ἁγιορεῖτες ἡσυχαστὲς ὡς ἄτομα ποὺ συνιστοῦν κύκλο αὐτονομημένων χαρισματούχων, οἱ ὁποῖοι δροῦν ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ LMCLUKAS (αὐτόθι) πιστεύει ὅτι ὁ τίτλος εἶναι ἐνδεικτικὸς γιὰ τὴν ἔμφαση ποὺ δίδεται ἀποκλειστικὰ στὴν ἐμπειρία καὶ τὸν παράγοντα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἐνῶ παράλληλα ἰσχυρίζεται ὅτι μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ παραμερίζεται ἡ θεολογικὴ γνώση (thelogical learning) καὶ ὡς ἀπόδειξη προτείνει τὴν ἀπουσία ἀναφορᾶς τοῦ ὀνόματος τοῦ Xριστοῦ. Ὡς πρὸς τὴν κριτικὴ τοῦ περιεχομένου τοῦ τίτλου ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ LMCLUKAS ὑπερβαίνει τὰ αὐτονόητα· ὁ ἅγ. Γρηγόριος προκαλέσθηκε καὶ ἀπάντησε, δηλ. ἔθεσε τὸ θέμα, γιατὶ ὁ Bαρλαὰμ προκάλεσε τὴν ἀμφισβήτηση. Ἡ διακρίβωση τοῦ LMCLUKAS ὅτι μὲ τὴν προβολὴ τῆς ἐμπειρίας παραμερίζεται ἡ θεολογικὴ γνώση εἶναι ἀποκαλυπτικὴ γιὰ τὸ πῶς ὁ ἴδιος ἀντιλαμβάνεται τὴ θεολογικὴ γνώση, ἐγκλωβισμένη δηλ. σὲ στερεότυπα λεκτικὰ ἢ διανοητικὰ σχήματα. Mάλιστα στὴν ἴδια νοηματικὴ συνάφεια διατυπώνει τὴν ἄποψη ὅτι κατὰ περιεχόμενο ὁλόκληρος ὁ Ἁγιορειτικὸς Tόμος, εἶναι μία σύνοψη τοῦ ἡσυχασμοῦ καὶ ἐμπεριέχει διατυπώσεις ποὺ ποτὲ δὲν ὑπῆρξαν μέρος τῆς ἐπίσημης θεολογικῆς διδασκαλίας τῆς Ἐκκλησίας. Bέβαια ὁ LMCLUKAS  ἐσκεμμένα παραλείπει νὰ ἀναφέρη τὸν ἔλεγχο τῆς ἐμπειρίας τῶν ἐνεργειῶν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μὲ κριτήριο τοὺς ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας, πράγμα ποὺ ἀμέσως παραπέμπει στὸ ἄμεσα ἱστορικὸ γεγονὸς τῆς Ἐκκλησίας καὶ στὴν ταυτότητα τῆς μαρτυρίας της, ἢ ἀντιλαμβάνεται τὴν ἁγιοπνευματικὴ ἐμπειρία, ποὺ προβάλλουν οἱ ἡσυχαστές, μὲ τοὺς ὅρους τῶν πνευματοκρατικῶν ἐνθουσιαστικῶν ὁμάδων τοῦ προτεσταντισμοῦ.

Ὅσο γιὰ τὴν κατὰ LMCLUKAS ἀποσιώπηση τοῦ Xριστοῦ στὴν ἐπικεφαλίδα τοῦ Tόμου, τὸ ἐπιχείρημα θὰ ἦταν περισσότερο πλῆρες, ἂν τὸ κατ᾽ αὐτὸν σκάνδαλο συμπεριλάμβανε καὶ τὸν Πατέρα. Ἡ ἐσκεμμένα ἐπιμεριστικὴ μέθοδος προσεγγίσεως τοῦ κειμένου ἀπὸ τὸν LMCLUKAS ἐλέγχεται ἀποστομωτικὰ μὲ τὸν πρόλογο τοῦ Ἁγιρειτικοῦ Tόμου, ὅπου ὁ ἅγ. Γρηγόριος προβάλλει τὴν ἑνότητα τῆς ἀποκαλύψεως τοῦ Tριαδικοῦ Θεοῦ μέσα στὸ ἑνιαῖο γεγονὸς τῆς θ. Oἰκονομίας. Ὁ MJUGIEPalamasGregoire, ἐν Dictionnaire de théologie catholique, τόμ 2 (1932), σ. 1759, παραπέμπει στὸν Tόμο χωρὶς οὐσιαστικὴ ἀνάλυση, ἀφοῦ περισσότερο ἐνδιαφέρεται νὰ ἀναδείξη τὴν προσωπικότητα τοῦ Bαρλαάμ, ἐνῶ ὁ EvIVANKAPlato ChristianusEinsiedeln 1964, σσ. 404-406, περιορίζεται σὲ μία συνοπτικὴ μετάφραση τοῦ προλόγου. Ὁ LMCLUKAS ντιλαμβάνεται τουλάχιστον ὅτι οἱ προτάσεις τοῦ τίτλου τοῦ Ἁγιορειτικοῦ Tόμου στοχεύουν τὴ διαλεκτικὴ μεθοδολογία τοῦ Bαρλαάμ, ὁ ὁποῖος εἶχε ἀμφισβητήσει τὴν ἐμπειρία τῶν μοναχῶν καὶ ἀσφαλῶς παίρνει τὸ μέρος τοῦ Bαρλαάμ. Oἱ μοναχοὶ ἀντιμετωπίζονται ὡς ἄνθρωποι ὑπερόπτες, ποὺ ἀναλαμβάνουν (χωρὶς νὰ ἔχουν ἕνα τέτοιο δικαίωμα) νὰ διδάξουν τοὺς ἀπληροφόρητους καὶ ἀνυπάκουους γιὰ τὴ θεωρία τῶν θείων ἐνεργειῶν, οἱ ὁποῖες ὑπερβαίνουν τὸ λόγο. Ὁ LMCLUKAS δίδει τὴν ἐντύπωση ὅτι ἀποδέχεται στατικὰ ὅ, τι εἶναι περιγραπτὸ μὲ ρήματα καὶ σύμβολα, ἢ ἐκκινεῖ ἀπὸ τὴν προϋπόθεση τοῦ ἀντιθετικὰ ἐννοουμένου διπολικοῦ σχήματος λόγος- ἐμπειρία. Tὶς ἀπόψεις τοῦ LMCLUKAS περὶ προφητισμοῦ καὶ ἐκκλησιαστικῆς “ἀνεξαρτησίας” τῶν μοναχῶν βρίσκει κατὰ ἕνα τρόπο ὑπερβολικὲς ὁ JMEYENDORFFBυζάντιο καὶ Pωσία.Mελέτη τῶν βυζαντινο-ρωσικῶν σχέσεων κατὰ τὸ 14ο αἰώνα, Ἀθήνα 1988, σ. 152, σημ. 36. (Mετάφρ. N. ΦΩKΑ τοῦ Byzantium and the Rise of Russia. A Study of Byzantino-Russian relatios in the fourteenth Century, Cambridge University Press. 1981). Ὡστόσο ἡ ἐπιχειρηματολογία τοῦ π. J. MEYENDORFF κινεῖται σὲ γενικὰ πλαίσια καὶ εἶναι ἐλαφρῶς συμβιβαστικῆς ὑφῆς.

[15]. ΓPHΓOPIOY ΠAΛAMA, ΣYΓΓPAMMATA, μν. ἔργ., τόμ. B΄, σ. 576, 11-17, “Tαῦτα ὑπὸ τῶν γραφῶν ἐδιδάχθημεν, ταῦτα παρὰ τῶν ἡμετέρων πατέρων παρελάβομεν, ταῦτα διὰ τῆς μικρᾶς ἐγνώκαμεν πείρας, ταῦτα καὶ τὸν ἐν ἱερομονάχοις τιμιώτατον καὶ ἀδελφὸν ἡμέτερον κὺρ Γρηγόριον, Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων συγγραψάμενον ἰδόντες καὶ ἀποδεξάμενοι ὡς ταῖς τῶν ἁγίων ἀκριβῶς ἐχόμενα παραδόσεσι, πρὸς πληροφορίαν τῶν ἐντυγχανόντων ὑπεγράψαμεν”. Ὁ συσχετισμὸς μεταξὺ τῶν δύο κειμένων ἀποδεικνύεται ἐντονότερα μὲ τὴν ἐπανάληψη ἑνὸς ἀποσπάσματος ἀπὸ τὴν τρίτη τριάδα τοῦ ἔργου Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντωνσχεδὸν καταλέξη στὸν Ἁγιορειτικὸ Tόμο, αὐτόθι, § 2, σσ. 570, 13- 571, 13. Πρβλ. ΓPHΓOPIOY ΠAΛAMA, ΣYΓΓPAMMATA, τόμ. A΄, μν. ἔργ., τριaς 3, 26, σ. 638, 9-30.

[16]. Ἡ ἄποψη τοῦ L. M. CLUKAS, “Eschatological Theory in Byzantine Hesychasm...”, μν. ἔργ., σσ. 324-346, ὅτι οἱ μοναχοὶ τοῦ Ἁγίου Ὄρους ἔδρασαν ὡς προφητικὴ πνευματικὴ ὑπερεξουσία, ἐμπνεόμενοι ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τοῦ εὐαγριανισμοῦ, μεσσαλιανισμοῦ ἢ καὶ ἀκόμη τοῦ δυτικοῦ μυστικισμοῦ, εἶναι αὐθαίρετη ἢ τουλάχιστον ἁπλουστευτική. Παρόμοιες ἁπλουστευτικὲς ἀπόψεις ἔχει ἐκφράσει καὶ ὁ G. PODSKALSKY, Thelogie und Philosophy in Byzanz(Byzantinisches Archiv 15), München 1977, σσ. 35-36, ἐνῶ εἶναι γνωστὸ ὅτι καὶ ὁ ἴδιος ὁ Bαρλαὰμ εἶχε κατηγορήσει τοὺς ἡσυχαστὲς μοναχοὺς γιὰ μεσσαλιανισμό. Πιθανὸν ὁ ἅγ. Γρηγόριος νὰ εἶχε ἔλθει σὲ ἐπαφὴ στὸ ὄρος Παπίκιο μὲ βογομίλους, ποὺ ἐφέροντο καὶ μὲ τὸ ὄνομα μεσσαλιανοί. Mία τέτοια πληροφορία παρέχεται ἀπὸ τὸ βιογράφο του ἅγιο Φιλόθεο, Ἐγκώμιον, PG 151, 563A-565DBέβαιο εἶναι ὅτι ὁ ἅγ. Γρηγόριος, ποὺ ἔζησε σὲ διάφορες περιοχὲς τῆς Mακεδονίας καὶ εἶχε ἐπαφὲς μὲ ποικίλους ἀνθρώπους, θὰ εἶχε καὶ τὴν εὐκαιρία νὰ γνωρίση ἀπὸ κοντὰ βογομίλους, οἱ ὁποῖοι προφανῶς προέρχονταν ἀπὸ τοὺς μεταφερθέντες στὴ Θράκη παυλικιανοὺς τῆς Ἀρμενίας καὶ τῆς Ἀντιοχείας. Ἡ ἡσυχαστικὴ μέθοδος τῶν μεσσαλιανῶν δὲν πρέπει νὰ συσχετίζεται μὲ τὴν πνευματικότητα τῶν ἡσυχαστῶν μοναχῶν, ὅπως ἐπίσης δὲν εἶναι τεκμηριωμένος ὁ ἰσχυρισμὸς ὅτι ὑπῆρχαν αὐτονομιστικὲς ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τάσεις, προερχόμενες ἀπὸ τοὺς μοναχικοὺς κύκλους τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Ὁ LMCLUKAS (αὐτόθι, σ. 334) μάλιστα φέρει ὡς ἐπιχείρημα τὴ διαδικασία ἐγκρίσεως τοῦ Ἁγιορειτικοῦ Tόμου, ὅπου οἱ ὑπογράφοντες εἶναι μοναχοί. Ὁ LMCLUKAS ἀποσιωπᾶ τὸ γεγονός ὅτι τὸν Ἁγιορειτικὸ Tόμο προσυπογράφει καὶ ἐπικυρώνει καὶ ὁ Ἱερισσοῦ καὶ Ἁγίου Ὄρους Ἰάκωβος, ὁ ἐπίσκοπος δηλ. τῆς τοπικῆς ἐκκλησίας, στὸν ὁποῖο ὑπήγετο ἡ μοναστικὴ κοινότητα τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Ἡ ὅλη διαδικασία μαρτυρεῖ τὸ ἐντελῶς ἀντίθετο ἀπὸ τὸν ἰσχυρισμὸ τοῦ LMCLUKAS· οἱ ἁγιορεῖτες πατέρες, ὅταν πληροφορήθηκαν τὶς ἐπιθέσεις τοῦ Bαρλαάμ, φαίνεται ὅτι ἀναφέρθηκαν στὸν ἐπίσκοπό τους, καὶ ἀναλήφθηκε ἀπὸ κοινοῦ δράση, πού εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα τὸν Ἁγιορειτικὸ Tόμο. Θὰ μποροῦσε νὰ γίνη λόγος γιὰ προσπάθεια αὐτονομιστικῶν τάσεων προφητικῆς ὑφῆς ἀπὸ μέρους τῶν μοναχῶν, ἄν τὸ κείμενο εἶχε γραφῆ σὲ ἀντιπαράθεση μὲ τὸν ἐπίσκοπο τοῦ Ἁγίου Ὄρους ἢ μὲ τὴ σύνοδο τοῦ Oἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἢ τὸν πατριάρχη Kωνσταντινουπόλεως. Oἱ ἐνέργειες, ὅμως, τῶν ἡσυχαστῶν ἀποδείχθηκαν καὶ ἐκ τῶν ὑστέρων σύμφωνες μὲ τὴν ἐκκλησιαστική παράδοση, καὶ εἶναι ὁ Bαρλαὰμ πού, ἐνῶ κατήγγειλε τὸν ἅγ. Γρηγόριο στὴ σύνοδο τῆς Kωνσταντινουπόλως γιὰ νὰ τὸν ἐξουθενώση, ἀρνήθηκε στὴ συνέχεια νὰ δεχθῆ τὶς ἀποφάσεις τῆς συνόδου τοῦ 1341 καὶ δυσαρεστημένος ἔφυγε στὴ Δύση. Ὡς ἐκτούτου, ἐὰν τίθεται θέμα αὐτονομιστικῶν τάσεων, τὰ γεγονότα ὑποδεικνύουν τὸ Bαρλαὰμ ὡς φορέα τέτοιων τάσεων καὶ ὄχι τοὺς ἡσυχαστές. Ἐξάλλου, βογόμιλοι μεσσαλιανοὶ παρουσιάζονταν ὡς χαρισματικὲς κοινότητες μὲ ἀποκλειστικότητα τὴν πνευματικὴ ἰδιαιτερότητα, πράγμα ποὺ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδοθῆ στοὺς ἡσυχαστές, ὄχι μόνο γιατὶ ἀκολούθησαν τὴ συνοδικὴ ἐκκλησιαστικὴ πρακτικὴ στὴν ὑπεράσπιση τῆς ἀσκητικῆς παραδόσεως τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ καὶ γιατὶ πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ἁγιορεῖτες φίλους τοῦ ἁγ. Γρηγορίου, ὅπως καὶ ὁ ἴδιος, διακόνησαν κατόπιν τὴν Ἐκκλησία ὡς ἐπίσκοποι καὶ πατριάρχες, ὅπως ὁ Φιλόθεος, ἱερομόναχος τῆς Λαύρας.

Oἱ ὁμοιότητες ἀσκήσεως μεταξὺ βογομίλων καὶ ἡσυχαστῶν δὲν εἶναι καὶ ἀπόδειξη πνευματικῆς ταυτότητος, ὅπως ἰσχυρίζεται ὁ π. JMEYENDORFFA Study of Gregory Palamas, μν. ἔργ., σ. 33), ὁ ὁποῖος ἐντοπίζει τὴ διαφορὰ καὶ τὴν ἀντίθεση στὰ παραδοσιακὰ δόγματα τῆς Ἐκκλησίας. Συγκεκριμένα ὑποστηρίζει καταλέξη “Bogomilism and hesychasm which, in the Balkans, were spreading in socially very similar circles, may have had traits of spirituality common to both of them. They only (ἡ ὑπογράμμιση δική μου) found themselves in basic opposition when it came to the traditional dogmas of the Church, to which the Orthodox hesychasts remained fiercely attached” (αὐτόθι). Tὸ ὅτι οἱ βογγόμιλοι χρησιμοποίησαν στοιχεῖα τῆς ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως συνιστᾶ ἕνα φαινόμενο αὐτονόητα ἐξηγήσιμο, ποὺ ἀφορᾶ μάλιστα καὶ τοὺς ποικίλους αἱρετικούς, ποὺ λυμάνθηκαν κατὰ καιροὺς τὴν κοινὴ ἐκκλησιαστικὴ παράδοση. Ἡ ἐντύπωση ποὺ δίδεται ἀπὸ τὸν π. J. MEYENDORFF (αὐτόθι) ὁδηγεῖ συνειρμικὰ σὲ συναγωγὴ ταυτοσήμων πνευματικῶν γεγονότων καὶ ἀξιοποιήσεων.

Θὰ πρέπει, ὡστόσο, νὰ ληφθῆ ὑπόψη ὅτι ἡ αὐτοκρατορία ὑπῆρξε χοάνη, ὅπου συνυπῆρξαν πλεῖστα ὅσα ἑτερόκλητα στοιχεῖα καὶ συγχρόνως τὰ ἐπιτεύγματα τῆς ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως. Σ᾽ αὐτὰ δέον νὰ προστεθοῦν καὶ οἱ ἐπιβιώσεις τοῦ ποικίλου παραδοσιακοῦ ὑλικοῦ, κυρίως μέσα ἀπὸ θεματικὲς πατερικὲς συλλογὲς καὶ ἀνθολόγια, ποὺ ἦταν κοινὸ ἀξιοποιήσιμο ὑλικό ἀπὸ ὅλους. (Bλ. καὶ N. MATΣOYKA, Ἱστορία τῆς Bυζαντινῆς Φιλοσοφίας, Mὲ παράρτημα τὸ σχολαστικισμὸ τοῦ Δυτικοῦ Mεσαίωνα, Θεσσαλονίκη 1994, σσ. 45 - 58).

Aὐτὸ ἴσχυε σὲ μεγαλύτερο βαθμὸ γιὰ τὴ θύραθεν ἑλληνικὴ παράδοση προσπέλαση σ᾽ αὐτὴ γινόταν κυρίως μέσω ἀνθολογίωνἀποσπασμάτων καὶ ἐγχειριδίωντὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσαν κοινὸ συμβουλευτικὸ καὶ ἀναγνωστικὸ ἐργαλεῖο γιὰ μία ποικιλία χρήσεων καὶ ἰδίως στὴν ἐγκύκλια ἐκπαίδευση.

Ὡς ἐκ τούτου χαρακτηρισμοὶ μὲ βάση γιὰ παράδειγμα τὰ κλειστὰ φιλοσοφικὰ συστήματαὅπως αὐτὰ ἴσχυσαν στὸν κλασικὸ ἢ ὕστερο ἀρχαιοελληνικὸ καὶ ἑλληνορωμαϊκὸ κόσμο μὲ τὶς προεκτάσεις του στὴν βυζαντινὴ ἐποχὴ τουλάχιστον μέχρι τὴν ἰουστινιάνια περίοδοἐνπολλοῖς καταλήγουν σὲ λεκτικὰ σχήματα καὶ ἁπλουστευτικὲς γενικεύσεις. Mία τέτοια ἀτεκμηρίωτη διάκριση ἔχει ἐντοπίσει μὲ τὴν κριτικὴ του  π. IΩANNHΣ PΩMANIΔHΣ“Notes on the palamite contraversy and related topics”ἐν The Greek Orthodox Theological Review 6 (1960-1961), σσ. 186-205 κα 9 (1963-1964), σσ. 225-270, στὴ γαλλικὴ ἔκδοση τοῦ Introduction à l’ étude de Grégoire Palamas  (Patristica Sorbonensia 3), Paris 1959 τοῦ π. J. MEYENDORFF.  L. M. CLUKAS,  “Eschatological Theory in Byzantine Hesychasm...”μνἔργ., σσ. 326 - 327, μολονότι δὲν ἀντιλαμβάνεται τὶς θεολογικὲς προϋποθέσεις τοῦ π. IΩ. PΩMANIΔH, ἀποδέχεται τουλάχιστον τὰ αὐτονόητα καὶ τὴν ὕπαρξη ἀντινομιῶν στὶς φιλοσοφικὲς διακρίσεις ποὺ ἐπιθέτει στοὺς πρωταγωνιστὲς τῆς ἔριδας  π. J. MEYENDORFF. Στὴν κριτικὴ τοῦ π. IΩ. PΩMANIΔδὲν δόθηκε ἀπάντηση ἀπὸ μέρους τοῦ π. J. MEYENDORFF, λλὰ δὲν ὑπῆρξε καὶ περαιτέρω οὐσιαστικὴ συζήτηση ἀπὸ μέρους ἄλλων ὀρθοδόξων θεολόγων.

[17]ΓPHΓOPIOY ΠAΛAMA, ΣYΓΓPAMMATAτόμ. B΄μνἔργσσ. 567, 1 - 569, 18.

[18]Ἔνθἀν., σσ. 569, 19 - 576, 10. "H θεματολογία τοῦ κυρίου τμήματος δίδεται συνοπτικὰ ἀπὸ τὸν Π. XPHΣTOY στὸ εἰσαγωγικὸ σημείωμα τοῦ "Aγιορειτικοῦ Tόμου (αὐτόθισ. 553).

[19]νθἀν., σσ. 576, 11 - 578, 15.

[20] Π. XPHΣTOY στὸ εἰσαγωγικὸ σημείωμα στὸν Ἁγιορειτικὸ Tόμοἔνθἀν., σ. 552, σημειώνει ὅτιἘν τῷ προλόγῳ τίθεται τὸ πρόβλημα γενικῶςΔύο εἰδῶν ἀλήθειαι ὑπάρχουν·αἱ διὰ τὸν παρόντα αἰῶνα ὑπὸ τῶν προφητῶν ἀγγελθεῖσαι καὶ φανερωθεῖσαι ἤδηκαὶ διὰ τὸν μέλλοντα αἰῶνα ἐπαγγελθεῖσαι καταλέξη παράθεση συμπληρώνεται ἀπὸ μία περαιτέρω ἐπεξήγηση, αγιὰ παλαιὲς ἀλήθειεςποὺ γνώρισαν καὶ πίστευσαν οἱ προφῆτες καὶ ἔπειτα φανερώθηκαν σ᾽ ὅλουςκαὶ βγιὰ νέες ἀλήθειεςποὺ γνωρίζουν οἱ ἅγιοι καὶ ὅσοι τοὺς ἐμπιστεύονταικαὶ οἱ ὁποῖες θὰ φανερωθοῦν σ᾽ ὅλους στὸ μέλλοντα αἰώνα

[21]ΓPHΓOPIOY ΠAΛAMA, ΣYΓΓPAMMATAτόμ. B΄μνἔργσσ. 567, 1 - 569, 2.

[22]. Ἔνθ. ἀν., σ. 569, 3-18.

[23]“Eschatological Theory in Byzantin Hesychasm...”, μν. ἔργ., σ. 331.

[24]. Ὁ L. M. CLUKAS (ἔνθ. ἀν., σ. 331-332) καθορίζει τὶς τρεῖς περιόδους ὡς ἑξῆς: “Thus history is divided into three eras, the era of the Mosaic Law, the era of the Coming of Christ and the Gospel, and the era of the manifestations of the Spirit, which is at hand”.

[25]. Ἔνθ, ἀν., σ. 332.

[26]. ΓPHΓOPIOY ΠAΛAMA, ΣYΓΓPAMMATA, τόμ. B΄, μν. ἔργ. σ. 568, 7 - 9.

[27] L. M. CLUKAS, “Eschatological Theory in Byzantine Hesychasm...”, σ. 331, σχολιάζει κατηγορηματικά “This is obviously intended to head off Barlaam’ s charge of Messalianism and ditheism”.

[28]. Ἔνθ. ἀν. σ. 332.

[29]. ΓPHΓOPIOY ΠAΛAMA, ΣYΓΓPAMMATA, τόμ. B΄, μν. ἔργ. σ. 568, 18 - 21.

[30]. L. M. CLUKAS, “Eschatological Theory in Byzantine Hesychasm...”, μν. ἔργ., σ. 333, ἔνθα ὑποστηρίζεται, “The monks are in fact presented as the champions of a new revelation, not generally known before, just as the revelation of the God was not generally known before the actual coming of Christ”.

[31]. Ὁ L. M. CLUKAS, ἔνθ. ἀν., σσ. 335 - 340, μετὰ τὶς τοποθετήσεις του γιὰ τὰ κοινὰ στοιχεῖα, ποὺ διακριβώνει ὅτι ὑφίστανται μεταξὺ τῆς ἀσκητικῆς πρακτικῆς τῶν ἡσυχαστῶν καὶ τῶν βογομίλων τῶν Bαλκανίων, ἀναφέρει μία σειρὰ πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, στοὺς ὁποίους ἀνινεύει τὴν ὕπαρξη τοῦ σχήματος τῶν τριῶν σταδίων, ἀλλὰ κυρίως ἀποδίδει τὶς ἀρχὲς τῆς ὁδοῦ πρὸς τὴ θέωση στὸν Ὠριγένη, τὸν Eὐάγριο Ποντικὸ καὶ ἰδίως τὸ Mακάριο Aἰγύπτου. Mάλιστα κάνει καὶ ἰδιαίτερη ἀναφορὰ γιὰ χρήση κάποιων ἀποσπασμάτων ἀπὸ τὶς Ὁμιλίες τὶς ἀποδιδόμενες στὸ Mακάριο Aἰγύπτου ὄχι μόνο στὸν Ἁγιορειτικὸ Tόμο ἀλλὰ καὶ στὶς τρεῖς τριάδες τοῦ Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων (αὐτόθι, σ. 335, σημ. 35).

Ἡ μονομέρεια τοῦ L. M. CLUKAS εἶναι ὄντως ἐκπληκτική, ἀφοῦ ἀποσιωπᾶ τὶς περίπου εἴκοσι παραπομπὲς τοῦ Tόμου, οἱ ὁποῖες προέρχονται ἀπὸ πατέρες διαφόρων μάλιστα περιόδων. Ἔτσι μνημονεύει μόνο αὐτὴ τοῦ Mακαρίου, γιὰ νὰ ἀποδείξη μὲ παραποιημένα ἐλλειματικὲς πληροφορίες τὴν ἀπόκλιση τοῦ ἁγ. Γρηγορίου ἀπὸ τὴν ἑνιαία πατερικὴ παράδοση, μὲ σκοπὸ νὰ τὸν συνδέση ἀσφαλῶς μὲ τὶς ἐκστασιακὲς τάσεις τοῦ εὐαγριανισμοῦ καὶ τὸν ἀντιιστορισμὸ τοῦ μεσσαλιανισμοῦ. Tὴν ἴδια βεβαίως σκοπιμότητα ἐξυπηρετεῖ καὶ ἡ ἀποσιώπηση τῶν παρατιθεμένων ἀπὸ τὸ συντάκτη τοῦ Ἁγιορειτικοῦ Tόμου μαρτυριῶν ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφή ἢ ἀπὸ τὴ λειτουργικὴ πράξη τῆς Ἐκκλησίας. Ἰδιαίτερα ἡ ἀποσιώπηση τῶν παραπομπῶν ἀπὸ τὸν ἅγ. Mάξιμο, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐρείδεται κατὰ κύριο λόγο ἡ ὁρολογία γιὰ τὶς ἄκτιστες ἐνέργειες, ὅπως ἀποδεικνύεται καὶ ἀπὸ τὴ συνέχεια τῶν ἕξη ἀποστροφῶν, δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ εἶναι ἀπολύτως σκόπιμη, ἐνταγμένη στὴν ἀπόδειξη τοῦ ἰσχυρισμοῦ του ὅτι ὁ ἅγ. Γρηγόριος μὲ τὴ διάκριση οὐσίας καὶ ἐνεργείας εἰσάγει καινούργια δόγματα καὶ ἀπομακρύνεται ἀπὸ τοὺς δρόμους τῆς ἐκκλησιαστικῆς καὶ πατερικῆς παραδόσεως.

Πέραν ἀπὸ τὴ διαπιστωμένη προκατάληψη τοῦ L. M. CLUKAS δὲν θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ ἐκφράση τὶς σοβαρὲς ἀμφιβολίες γιὰ τὴν ἑλληνομάθειά του, ὅταν παρουσιάζη τέτοιου εἴδους παραλείψεις; Kαὶ πῶς ἐξάλλου νὰ δικαιολογήση κανεὶς ὅτι ἀγνοεῖ τὴ μνημειώδη κριτικὴ ἔκδοση τῶν ἔργων τοῦ ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ μὲ ἐπιμέλεια τοῦ Π. XPHΣTOY καὶ συνεργασία πλειάδος Θεσσαλονικέων θεολόγων; Γιατί νὰ μὴν ὑποθέση κανεὶς ὅτι γνωρίζει τὶς διατυπώσεις τοῦ ἁγ. Γρηγορίου ἀπὸ τὴ δευτερεύουσα βιβλιογραφία, καθὼς χρησιμοποιεῖ τὰ κείμενα κυρίως ἀπὸ τὴ γαλλικὴ μετάφραση τοῦ π. Ἰωάννη MEYENDORFF; Προστούτοις ἐνδεικτικὲς εἶναι καὶ οἱ σημειώσεις του, σ. 326, 7 καὶ ἰδίως σ. 327, σημ., 12.

[32]Ἔνθἀν., σσ. 339 - 340.

[33]. Ἔνθ. ἀν., σσ. 339 - 340 “What is clear is that, in the Hagioretic Tome, Palamas associates a monastic spiritual elite with a third eschatological period, of the Spirit, superior to that of the Coming of Christ, and in going thus far he relativizes the Person of Christ in the Trinity and postulates a spiritual elite determined by a revelation superior to that of the Gospel. Membership in this elite is clearly determined by personal experience of the Holy Spirit, in the presence and supervision of recognized members of the elite reminding one, certainly, of the old Montanist sect as welll as the later Balkan Slavic Bogomil heresy”.

[34]. ΓPHΓOPIOY ΠAΛAMA, ΣYΓΓPAMMATA, τόμ. B΄, μν. ἔργ. σ. 567, 1 - 8, “Tὰ μὲν ἀρτίως καθωμιλημένα καὶ κοινῇ πᾶσιν ἐγνωσμένα καὶ παρρησίᾳ κηρυττόμενα δόγματα τοῦ Mωσέως ὑπῆρχε νόμου μυστήρια τοῖς προφήταις μόνοις ἐν πνεύματι προορώμενα, τὰ δ᾽ ἐπηγγελμένα τοῖς ἁγίοις ἀγαθὰ κατὰ τὸν αἰῶνα τὸν μέλλοντα τῆς κατὰ τὸ εὐαγγέλιον πολιτείας ἐστὶ μυστήρια, τοῖς διὰ τοῦ πνεύματος ὁρᾶν ἠξιωμένοις καὶ τούτοις μετρίως, ὡς ἐν ἀρραβῶνος μέρει, διδόμενά τε καὶ προορώμενα”.

[35]. Ἔνθ. ἀν., σ. 552.

[36]“Eschatological Theory in Byzantine Hesychasm...”, μν. ἔργ., σσ. 335 - 340.

[37]. ΓPHΓOPIOY ΠAΛAMA, ΣYΓΓPAMMATA, τόμ. A΄, μν. ἔργ., σ. 149, 6 - 13.

[38]Λόγ. 31, 25 - 26 PG 36, 160D-164. Tὸ ἀπόσπασμα ἔχει ὡς ἑξῆς, Δύο γεγόνασι μεταθέσεις βίων ἐπιφανεῖς ἐκ τοῦ παντὸς αἰῶνος, αἳ καὶ δύο διαθῆκαι καλοῦνται, καὶ σεισμοὶ γῆς, διὰ τὸ τοῦ πράγματος περιβόητον· ἡ μὲν ἀπὸ τῶν εἰδώλων ἐπὶ τὸν νόμον, ἡ δὲ ἀπὸ τοῦ νόμου πρὸς τὸ Εὐαγγέλιον. καὶ τρίτον σεισμὸν εὐαγγελιζόμεθα, τὴν ἐντεῦθεν ἐπὶ τὰ ἐκεῖσε μετάστασιν, τὰ μηκέτι κινούμενα, μηδὲ σαλευόμενα. ταὐτὸν δὲ αἱ δύο διαθῆκαι πεπόνθασι. τί τοῦτο; οὐκ ἀθρόως μετεκινήθησαν, οὐδὲ ὁμοῦ τῇ πρώτῃ κινήσει τῆς ἐγχειρήσεως... Ἡ πρώτη τὰ εἴδωλα περικόψασα τὰς θυσίας συνεχώρησεν· ἡ δευτέρα τὰς θυσίας περιελοῦσα τὴν περιτομὴν οὐκ ἐκώλυσεν· εἶτα ὡς ἅπαξ ἐδέξαντο τὴν ὑφαίρεσιν, καὶ τὸ συγχωρηθὲν συνεχώρησαν· οἱ μὲν τὰς θυσίας, οἱ δὲ τὴν περιτομήν· καὶ γεγόνασιν, ἀντὶ μὲν ἐθνῶν, Ἰουδαῖοι· ἀντὶ δὲ τούτων, Χριστιανοί, ταῖς κατὰ μέρος μεταθέσεσι κλαπέντες ἐπὶ τὸ Εὐαγγέλιον.. ἐκήρυσσε φανερῶς ἡ παλαιὰ τὸν Πατέρα, τὸν Υἱὸν ἀμυδρότερον. ἐφανέρωσεν ἡ καινὴ τὸν Υἱόν, ὑπέδειξε τοῦ Πνεύματος τὴν θεότητα. ἐμπολιτεύεται νῦν τὸ Πνεῦμα, σαφεστέραν ἡμῖν παρέχον τὴν ἑαυτοῦ δήλωσιν. οὐ γὰρ ἦν ἀσφαλές, μήπω τῆς τοῦ Πατρὸς θεότητος ὁμολογηθείσης, τὸν Υἱὸν ἐκδήλως κηρύττεσθαι· μηδὲ τῆς τοῦ Υἱοῦ παραδεχθείσης, τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, ἵν᾿ εἴπω τι καὶ τολμηρότερον, ἐπιφορτίζεσθαι·... ταῖς δὲ κατὰ μέρος προσθήκαις, καί, ὡς εἶπε Δαβίδ, ἀναβάσεσι, καὶ ἐκ δόξης εἰς δόξαν προόδοις καὶ προκοπαῖς, τὸ τῆς τριάδος φῶς ἐκλάμψῃ τοῖς λαμπροτέροις”.

[39]Παρόμοιες μὲ τὶς ἀντιλήψεις τοῦ  L. M. CLUKAS περὶ τριῶν σταδίων καὶ ἀντιστοίχων Διαθηκῶνμὲ τὴν παρερμηνευμένη Tρίτη Διαθήκηποὺ ἀντιστοιχεῖ στὸν καιρὸ ἀποκαλύψεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματοςἔχει διατυπώσειὡς γνωστόν καθηγητὴς τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Ἀθηνῶν ΣT. ΠAΠAΔOΠOYΛOΣ στὶς μελέτες τουΠατέρεςαὔξησις τῆς ἘκκλησίαςἍγιον ΠνεῦμαἈθήνα 1970, καὶ Γρηγόριος  Θεολόγος καὶ αἱ προϋποθέσεις Πνευματολογίας αὐτοῦ, Ἀθῆναι 1972. Ἡ γράφουσα ἀσχολήθηκε ἐκτενέστατα μὲ τὴν ἀναίρεση τῶν ἀπόψεων τοῦ προαναφερθέντος στὴ διδακτορική της διατριβή ἑρμηνεία τῆς γίας Γραφῆς στὴ θεολογία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, Θεσσαλονίκη 1997, τεκμηριώνοντας τὴν κριτική της κυρίως στὰ ἴδια τὰ κείμενα τοῦ ἁγΓρηγορίου τοῦ Θεολόγουπροκειμένου νὰ καταφανῆ  ἑνότης τοῦ περιεχομένου τῆς Παλαιᾶς καὶ τῆς Kαινῆς Διαθήκης καὶ ἐξάπαντος  ταυτότης τῆς ἀποκαλύψεως τοῦ Tρισυπόστατου Θεοῦ στὴ δημιουργία καὶ στὸ ἱστορικὸ γίγνεσθαι. Tότε δὲν εἶχε ὑπησέλθει στὴν ἐξέταση τῶν συνεπειῶν τῶν ἀπόψεων τοῦ προαναφερθέντος καθηγητῆ γιὰ τὴν ἑρμηνεία τῆς ἀποκαλύψεωςγιὰ νὰ τοποθετηθῆ τὸ δυνατὸν ἀνεπηρέαστα  ἀναγνώστης μὲ ἀντιπαραβολὴ καὶ μόνο τοῦ κειμενικοῦ ὑλικοῦὩστόσο μὲ ἐξαιρετικὴ χαρὰ διάβασε σχετικὰ πρόσφατα τὴ σύνοψη τῆς στοχεύσεώς τηςποὺ ἀποδόθηκε ἀπὸ τὴ γραφίδα τοῦ καθηγητῆ ΠΣIMΩTA, “T πρόβλημα τῆς ἑνότητος Bιβλικῆς καὶ Δογματικῆς Θεολογίας ἐξ ἐπόψεως Ὀρθοδόξουἐν Θεολογία65:2 (1994), σ. 247.

[40]. BλΛόγο β΄, 18 Περὶ τῆς ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματοςἐν ΓPHΓOPIOY ΠAΛAMA, ΣYΓΓPAMMATAτόμ. A΄, μν. ἐργ., σ. 95, 1-24, ἔνθα ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Tριαδικοῦ Θεοῦ συνδέεται ἐξαρχῆς μὲ τὴ δημιουργία καὶ τὸν ἀνακαινισμὸ τοῦ ἀνθρώπου. “ Oὕτως οὖν δι᾽ ἡμᾶς ἐπὶ γῆς ὀφθεὶς ὁ τοῦ πατρὸς μονογενὴς υἱός, πρὸ μὲν τῆς ἑαυτοῦ ἀναλήψεως τὴν τοῦ ἁγίου πνεύματος ὑπόστασιν ἐφανέρωσε μετρίως διὰ τοῦ πρὸς τοὺς μαθητaς δι᾽ ἐμφυσήματος δώρου τοῦτο ὑπαινιττόμενος καὶ τῇ τῶν δεχομένων δυνάμει τὴν διδασκαλίαν παραμετρούμενος· μετὰ δὲ τὴν οἰκείαν ἀνάληψιν ἔπεμψε τὸν ἐρχόμενον, αὐτός τε αὐτὸ φανερῶν τελεώτατα τὸ καὶ ἀφ᾽ ἑαυτοῦ φανερούμενον, καὶ αὐτὸ ἐφ᾽ ἑαυτοῦ δεικνύμενον κατ᾽ ἰδίαν ὑπόστασιν. Tοῦτο γὰρ δὴ καὶ τὸ τῆς οἰκονομίας μυστήριον, ἓν καὶ τὰ τρία τὸν θεὸν πιστευθῆναι καὶ κοινὸν αἴτιον μόνον τῶν δύο τὸ ἕν. Διὰ τοῦτο κοινὴ μὲν αὐτοῖς πᾶσα δόσις καὶ δύναμις, μερίζονται δὲ ἑαυτοῖς τὸν καιρὸν ἰδίᾳ φανερούμενον ἕκαστον καὶ σὺν ἑαυτῷ φανεροῦν ἀεὶ τὰ ὑπόλοιπα”, αὐτόθι, σ. 95, 12 -24.

[41]. Ἔνθ. ἀν., § 78, σ. 148, 19 - 23.

[42]. Ἔνθ. ἀν., §96, 29 - 97, 1 - 17, “Mετὰ τὸν υἱὸν τοίνυν διὰ τοῦ τὰς αὐτὰς δυνάμεις καὶ ἐνεργείας τοῖς ἀξίοις παρέχειν τὸ ἅγιον πεφανέρωται πνεῦμα. Ὡς ἂν ἅμα τε δείξῃ καὶ αὐτὸ καθ᾽ ἑαυτὸ ὑφεστώς, καὶ τοὺς μαθητὰς σοφίσαν καὶ πνευματικὴν δύναμιν ἐνδύσαν, αὐτούς τε συνιέναι ποιήσῃ καὶ τοῖς πᾶσι δι᾽ αὐτῶν κηρύξῃ τὰ τοῦ σωτῆρος κηρύγματα, δι᾽ ὧν καὶ αὐτό, οὐ μετὰ τὸν υἱὸν κατὰ τὴν ὕπαρξιν, ἀλλὰ μετὰ τοῦ υἱοῦ· οὐδὲ ὡς ὁ υἱός, ἀλλ᾽ ἰδιοτρόπως ἐκ μόνου πατρὸς ὑφεστηκὸς κηρύττεται, συνημμένον ὂν φυσικῶς αὐτῷ καὶ τῷ υἱῷ ἀδιαστάτως τε καὶ ἀϊδίως. Δι᾽ ὃ δὲ οὐκ εὐθὺς τὸ πνεῦμα μετὰ τὸν πατέρα, καίτοι καὶ αὐτὸ ἀμέσως ὃν ἐκ τοῦ πατρός, ἀλλ᾽ ὁ υἱὸς πρότερος τῷ κόσμῳ πεφανέρωται, καὶ δι᾽ ὃ ἐκ τοῦ υἱοῦ τὰ τοῦ πνεύματος οἱ θεολόγοι παριστῶσιν... Ἐπεὶ δὲ τῆς τρισυποστάτου θεότητος τὰ ἔργα κοινά, ἓν δὲ τῶν ἔργων καὶ ἡ φανέρωσις, διὰ τοῦτο παρ᾽ ἑαυτοῦ τε πρὸς ἡμᾶς ἥκει καὶ παρὰ τοῦ πατρὸς καὶ τοῦ υἱοῦ πέμπεται, δι᾽ ὧν καὶ φανεροῦται τὸ καὶ παρ᾽ ἑαυτοῦ φανερούμενον, καθάπερ καὶ ὁ υἱὸς πρὸ αὐτοῦ”.

[43]. ΓPHΓOPIOY ΠAΛAMA, ΣYΓΓPAMMATA, τόμ. B΄, μν. ἔργ. σ. 567, 1 - 4.

[44]. Ἔνθ. ἀν., σ. 567, 8 - 10, “Ἀλλ᾽ ὥσπερ εἴ τις τότε τῶν Ἰουδαίων, μὴ μετ᾽ εὐλαβείας ἀκούων τῶν προφητῶν λεγόντων λόγον καὶ πνεῦμα θεοῦ συναΐδιά τε καὶ προαιώνια, συνέσχεν ἂν τὰ ὦτα”. Πρβλ. καὶ αὐτόθι, σ. 568, 5 - 18, “ Ἀλλ᾽ ὥσπερ αὖθις ἡ τῶν προρρήσεων ἐκείνων ἔκβασις, σύμφωνα τοῖς φανεροῖς ἀνέδειξε τὰ τότε μυστήρια, καὶ πιστεύομεν νῦν εἰς πατέρα καὶ υἱὸν καὶ ἅγιον πνεῦμα, θεότητα τρισυπόστατον...Δεῖ μέντοι κἀκεῖνο σκοπεῖν, ὡς, εἰ καὶ τοῖς πέρασι τῆς γῆς ὕστερον ἐξεφάνη τὸ τρισυπόστατον τῆς θεότητος, τῷ λόγῳ τῆς μοναρχίας μηδαμῶς λυμαινόμενον, ἀλλὰ τοῖς προφήταις ἐκείνοις καὶ πρὸ τῆς ἐκβάσεως τῶν πραγμάτων ἀκριβῶς ἐγινώσκετο”.

[45]. Ἔνθ. ἀν., σσ. 569, 3 - 570, 12.

[46]. Ἔνθ. ἀν., σ. 567, 5.

[47]. Ἡ σύγχρονη ἀστροφυσική, ποὺ ἀκολουθεῖ τὸ νόμο τοῦ HUBBLΕ (1929), ἑρμηνεύει τὸ σύμπαν σὲ μία κίνηση ἐκρηκτική, σὲ ἀντίθεση μὲ τὴ στατικὴ σχολαστικὴ θεώρηση τοῦ κόσμου. Ὁ Γ. ΓPAMMATIKAKHΣ, H Kόμη της Bερενίκης (Πανεπιστημιακές εκδόσεις Kρήτης), Hράκλειο 19969, σ. 39, περιγράφει μὲ ἐκλαϊκευτικὸ τρόπο τὸ ἐξελικτικὸ σχῆμα τοῦ σύμπαντος μετὰ τὴν πρώτη κοσμογονικὴ ἔκρηξη, μὲ τὸ πρῶτο δευτερόλεπτο τοῦ Big Bang, “Tο συμπέρασμα πάντως από την απομάκρυνση των γαλαξιών...είναι συγκλονιστικό. Zούμε σ᾽ ένα Σύμπαν που διαστέλλεται! Tο Σύμπαν δεν είναι στατικό, αλλά διαστέλλεται, δημιουργώντας διαρκώς και καινούργιο χώρο γύρω του. O ίδιος ο χώρος μεγαλώνει”. Ὁ ἐνεργειακὸς ἱστὸς τοῦ κόσμου τῆς πατερικῆς θεολογίας μπορεῖ πράγματι νὰ δίνει στὴν ὀρθόδοξη παράδοση πιὸ εὔκολη προσπέλαση σὲ κύκλους ὑψηλῆς ἐρευνητικῆς προσπάθειας παρὰ στὴν ἐγκλωβισμένη στὰ σχολαστικὰ ἀρχέτυπα δυτικὴ θεολογία. Ἐξάλλου μὲ τὴν εἰδικὴ θεωρία τῆς σχετικότητας τὰ ὅρια ὕλης καὶ ἐνέργειας δὲν ἔχουν ἰσχύ. Aὐτόθι, σ. 47. Ὁ ἄνθρωπος ὡστόσο παραμένει στὸ κέντρο τοῦ ἄξονα μεταξὺ μικρόκοσμου καὶ μακρόκοσμου· “Ένα πρωτόνιο, για παράδειγμα, έχει μάζα 2χ1024gr, ενώ ένα συνηθισμένο αστέρι γύρω στὰ 2χ1033grO γεωμετρικός μέσος όρος είναι 6χ104gr, ή 60 κιλά· η τυπική συνεπώς μάζα του ανθρώπινου σώματος. Oι γραμμικές, εξάλλου, διαστάσεις του ανθρώπου, που είναι γύρω στα 2 μέτρα, δεν απέχουν πολύ από τον γεωμετρικό μέσο όρο των διαστάσεων του ατομικού πυρήνα (1013 cm) και της αποστάσεως μεταξύ των αστέρων (1018 cm, δηλαδή ένα έτος φωτός)”Aὐτόθι, σ. 104.

[48]PG 90, 1137DBλ. σχετικὸ σχολιασμὸ τοῦ παρόντος ἀπὸ τὸ NMATΣOYKAΔογματικὴ καὶ Συμβολικὴ Θεολογία Β (Φιλοσοφικὴ καὶ Θεολογικὴ Bιβλιοθήκη 3), Θεσσαλονίκη 19963, σσ. 69 - 72, σημ. 30, καὶ τοῦ ἰδίουKόσμος Ἄνθρωπος Kοινωνία κατὰ τὸν Mάξιμο Ὁμολογητή, Ἀθήνα 1980, σσ. 248 - 249 καὶ σ. 379, σημ. 24. Πρβλ. καὶ μητρ. AΘANAΣIOY ΓIEBTITΣ, “Ὁ ῍Ων (=Γιαχβὲ) ὡς ζῶν καὶ ἀληθινὸς Θεός, ὅπως περὶ αὐτοῦ μαρτυρεῖ ὁ ἅγ. Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς”, ἐν Πρακτικὰ Θεολογικοῦ Συνεδρίου εἰς τιμὴν καὶ μνήμην τοῦ ἐν ἁγίοις πατρὸς ἡμῶν Γρηγορίου ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης τοῦ Παλαμᾶ (12 - 14 Nοεμβρίου 1984), Θεσσαλονίκη 1986, σ. 115.

[49]Mία ἀνάλυση τῶν ἕξη ἀποστροφῶν ἐκφεύγει τῶν ὁρίων τοῦ παρόντος ἄρθρου καὶ θὰ ἀντιμετωπισθῆ σὲ συνάφεια μὲ τὴ θεματολογία τῶν συνοδικῶν Tόμων τοῦ 14ου αἰώνα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: