HELLENOPHONIA

Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2026

  

ΦΙΛΟΚΑΛΙΚΗ ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ 

(Προδημοσίευση), 2026

ΔΕΣΠΩ ΑΘ. ΛΙΑΛΙΟΥ

Τόμος Α´

(ΜΕΡΟΣ Β´)

 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 4


«Ἑνότητα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐμπειρίας κατὰ τὸν ἅγ. Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ: Τὸ παράδειγμα τῶν Κεφαλαίων Ἑκατὸν Πεντήκοντα -Φυσικὰ καὶ Θεολογικά, Ἠθικά τε καὶ Πρακτικὰ καὶ καθαρτικὰ τῆς Βαρλααμίτιδος λύμης»

 

Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου

(Καθηγήτρια Θεολογικῆς Σχολῆς- Ἀντιπρύτανις Α.Π.Θ., ἐν Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Θεολογική Σχολή, Εἰς Μαρτύριον τοῖς Ἔθνεσι, Τόμος Χαριστήριος Εἰκοσαετηρίδος εἰς τὸν Οἰκουμενικὸν Πατριάρχην κ.κ. Βαρθολομαῖον, Θεσσαλονίκη 2011, σσ. 19- 24).

 

Τὸ γραμματειακὸ εἶδος τῶν Κεφαλαίων εἶναι κυρίως γνωστὸ ἀπὸ τὰ σχετικὰ ἔργα τῶν Εὐαγρίου, ἁγ. Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητῆ, τοῦ Νικήτα Στηθάτου, ἐνῶ θὰ πρέπει νὰ σημειώσουμε ὅτι ἀκόμη καὶ ἡ Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως τοῦ ἁγ. Ἰωάννη τοῦ Δαμασκηνοῦ εἶναι οὐσιαστικὰ διαρθρωμένη σὲ ἑκατὸ κεφάλαια, διανεμημένα σὲ τέσσερα μέρη[1]. Συνήθως ἡ προσέγγιση αὐτοῦ τοῦ γραμματειακοῦ εἴδους παραπέμπει σὲ εὐσύνοπτες προτάσεις συμβουλευτικοῦ περιεχομένου πρὸς τοὺς ἐπιλέξαντες τὸ βίο τῆς ἀσκήσεως καὶ τῆς νήψεως.

Ἐν προκειμένω ἡ ἐναλλαγὴ στὸν τίτλο τῶν ὅρων Φυσικὰ ἢ Οἰκονομικὰ καὶ Θεολογικὰ τῆς προηγηθείσας κειμενικῆς παραδόσεως ἀντιστοιχεῖ στὰ τρία πρῶτα τμήματα τοῦ ἔργου τοῦ ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, συμπεριλαμβανομένων δηλ. καὶ τῶν Ἠθικῶν καὶ Πρακτικῶν μέχρι τοῦ 67ου Κεφαλαίου. Οὐσιαστικὰ πρόκειται γιὰ ἔκθεση τῆς ἐκκλησιαστικῆς πίστης κατὰ τὴν ἁγιογραφικὴ καταγραφὴ καὶ τὴν πατερικὴ ἑρμηνευτικὴ μέχρι τὰ περὶ τῆς πτώσεως. Ὁ Π. Χρήστου στὴν εἰσαγωγὴ τῆς κριτικῆς ἐκδόσεως τοῦ Ε´ τόμου τῶν Συγγραμμάτωντοῦ Ἁγίου ἐπισημαίνει γιὰ τὰ Κεφάλαια 41-67, τὰ ὁποῖα διακρίνει ὡς Ἠθικὰ καὶ Πρακτικά: «Κατὰ τὴν τυπικὴν ὁρολογίαν τὰ κεφάλαια ταῦτα ἔπρεπε νὰ ἐπιγραφοῦν “οἰκονομικά”, ἐφόσον πραγματεύονται περὶ τῆς πτώσεως τοῦ ἀνθρώπου καὶ παραλλήλως καὶ περὶ τοῦ τρόπου θεραπείας του. ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δώσωμεν αυτὸν τὸν χαρακτηρισμόν, διότι στεροῦνται τῆς οὐσιαστικῆς ἀναφορᾶς εἰς τὸ κύριον στοιχεῖον τῆς “οἰκονομίας”, τὸ ὁποῖον εἶναι ἡ ἐνανθρώπησις»[2]. Ἡ ἐπισήμανση γιὰ τὴν ἐκτενὴ ἀναφορὰ τῶν γεγονότων τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου ἔχει ἰδιαίτερη σημασία: ἐκ πρώτης ὄψεως δικαιολογεῖται ἡ ἀπουσία τοῦ ὅρου “οἰκονομικά”, ποὺ δὲν ἦταν ἁπλῶς τυπικὴ ὁρολογία, ἀλλὰ ἀποτελοῦσε ἕνα μεγάλο τμῆμα τῆς ἑρμηνείας τῆς πίστεως, δηλ. τῆς κατὰ κεφάλαιο ἑρμηνείας τοῦ μυστηρίου τῆς θείας οἰκονομίας, ποὺ ἀρχίζει μὲ τὴ φανέρωση τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ στὴ δημιουργία τοῦ κόσμου καὶ τὴν ἀποκάλυψή του στοὺς Προφῆτες, συμπίπτει δηλ. κειμενικὰ μὲ τὴν προφητικὴ καὶ εν συνεχεία ἀποστολικὴ καταγραφὴ καὶ μαρτυρία τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ μάλιστα σὲ μία ἑνότητα.

Κατὰ τὴν ἑρμηνευτικὴ γραμμὴ τῶν Πατέρων ἡ διάκριση οἰκονομίας- θεολογίας εἶναι πρωταρχική, ὄχι μόνο γιατὶ κατ᾽ αὐτὴν ἐκφράζεται ἡ διάκριση τοῦ ἀκτίστου Θεοῦ ἀπὸ τὰ δημιουργήματά του, ἀπ᾽ ὅλα δηλ. τὰ κτιστὰ ὄντα, ἀλλὰ καὶ γιατὶ ὁριοθετεῖται ἡ ἑρμηνεία τῆς πίστεως κατὰ τὴν ἀποδεικτικὴ καταγραφὴ καὶ μαρτυρία ἢ ἐμπειρία, περὶ τοῦ τρόπου δηλ. τῆς ἀποκαλύψεως τοῦ Θεοῦ στοὺς Προφῆτες καὶ τοὺς Ἀποστόλους ἀπὸ ἕνα λόγο περὶ τοῦ Θεοῦ καθ᾽ ἑαυτόν, ὁ ὁποῖος ἐκφεύγει ἀπὸ ὅλες τὶς κτιστὲς κατηγορίες. Μὲ ἄλλα λόγια ὁριοθετεῖται ἡ περὶ Θεοῦ γνώση τοῦ ἀνθρώπου κατὰ τὰ ὅρια τῆς κτιστότητός του καὶ ὡς πρὸς τὸ τί κάνει καὶ ἐνεργεῖ ὁ Θεὸς γιὰ τὰ δημιουργήματά του καὶ ὄχι κατὰ τὸ τί εἶναι ὁ Θεὸς καθ᾽ ἑαυτόν.

Ἐφαρμόζοντας, λοιπόν, οἱ Πατέρες τὴν ἑρμηνευτικὴ ἀρχὴ ἢ διάκριση θεολογίας-οἰκονομίας ἀκολουθοῦν ἕνα ἄκρως αὐστηρὸ ἑρμηνευτικὸ πρόγραμμα, τὸ ὁποῖο στὴν περίπτωση τοῦ γραμματειακοῦ εἴδους τῶν Κεφαλαίων ὑπακούει στοὺς ὅρους τῆς ἐκφραστικῆς λιτότητας καὶ σχεδὸν τῆς κατὰ παράγραφο ὁλοκλήρωσης ἑνὸς νοήματος. Πρόκειται οὐσιαστικὰ γιὰ περιληπτικὴ ἐκφορὰ τῆς ὀρθοδόξου πίστεως καὶ ὄχι γιὰ λόγο ποὺ ἀπευθύνεται μόνο πρὸς τοὺς μοναχοὺς γιὰ λόγους διδακτικοὺς καὶ μάλιστα ἀσκητικῆς ὑφῆς κατὰ τὰ συνήθη. Ἡ ἐκκίνηση ἀπὸ τὴ θεολογία ἢ τὴν οἰκονομία ἐναπόκειται στὴν προσωπικὴ ἐπιλογὴ τοῦ συντάκτη, ἂν καὶ μπορεῖ νὰ ἀνιχνευθοῦν τὰ αἴτια στὶς ἰδιαίτερες θεολογικὲς συνθῆκες καὶ συζητήσεις τῆς κάθε ἐποχῆς.

Ἡ ἐκκίνηση ἐν προκειμένω  τοῦ ἁγ. Γρηγορίου ἀπὸ τὰ Φυσικά, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν τὸ λόγο περὶ τῆς δημιουργίας, ἡ ὁποία εἶναι κεφάλαιο τῆς οἰκονομίας, δικαιολογεῖται ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι τὰ Ἑκατὸν Πεντήκοντα Κεφάλαια ἔχουν ὡς στόχο ἀφενὸς μὲν τὴν ἔκθεση τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, ἀφετέρου δὲ καὶ ταυτοχρόνως τὴν ἀνασκευὴ τῶν ἀπόψεων τῶν Βαρλααμιτῶν, «τῆς Βαρλααμίτιδος λύμης», καθότι δὲν γίνεται εὐθεία ἀναφορὰ στὸ Βαρλαὰμ ἀλλὰ στὰ ἔκγονα αὐτοῦ. ἐντὸς τοῦ κειμένου ἀπαντοῦν οἱ χαρακτηρισμοὶ «Βαρλααμῖται» καὶ «Ἀκινδυανοί»[3]. Ἐπιπλέον ἀναφορὰ γίνεται, τουλάχιστον, στὶς δύο συνόδους τοῦ 1341 καὶ 1347, ἐνῶ ἡ ἀξιοποίηση ὁρισμένων ἐκ τῶν Ὁμιλιῶν ἐπιβάλλει τὴ χρονολόγηση τοῦ ἔργου περὶ τὸ 1350. Ἀνεξάρτητα, ἑπομένως, ἀπὸ τὴν ἄποψη ὅτι πιθανὸν νὰ ἔγινε ὁ καταρτισμὸς τῶν Κεφαλαίων κατὰ διαφόρους περιόδους, ἡ τελικὴ μορφή των ὁλοκληρώθηκε περὶ τὸ 1350, ἔτος ἐλεύσεως τοῦ ἁγ. Γρηγορίου στὴ Θεσσαλονίκη[4].

Τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ ἅγ. Γρηγόριος αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκη νὰ ἐπανέλθει στὴν ἀναίρεση τῶν Βαρλααμιτῶν καὶ Ἀκινδυανῶν ἔχει σχέση μὲ τὴν ποιμαντική του διακονία καὶ τὶς θεολογικὲς ἀντιπαραθέσεις ποὺ εἶχε δημιουργήσει στὴ Θεσσαλονίκη ὁ Βαρλαάμ. Ἔτσι, ὡς ἐπίσκοπος ὁ ἅγ. Γρηγόριος παραδίδει τὰ Κεφάλαια ὡς σύνοψη δογματική, ποὺ ἀφορᾶ στὸ ποίμνιό του καὶ ὄχι σὲ κάποια εἰδικὴ ὁμάδα. Πρὸς τὸ σκοπὸ αὐτὸ συντείνει καὶ ἡ ἀκροτελεύτια περίοδος: «Φευκτέον οὖν αὐτοὺς καὶ τὴν αὐτῶν κοινωνίαν, ὡς ψυχοφθόρον καὶ πολυκέφαλον ὕδραν, ὡς πολυειδῆ τῆς εὐσεβείας λύμην[5]», ποὺ ἔχει νόημα, ὅταν ἀπευθύνεται σὲ χριστιανοὺς μιᾶς ἀνοικτῆς κοινωνίας.

Ἡ ἐκκίνηση, λοιπόν, ἐκ τῶν Φυσικῶν καὶ ὄχι ἐκ τῶν Θεολογικῶν, κατὰ τὴν περίπτωση τοῦ ἁγ. Ἰωάννη τοῦ Δαμασκηνοῦ, ὅπως ἐπισημαίνει εὔστοχα ὁ Π. Χρήστου, ἀνάγεται στὴν ἀναγκαιότητα νὰ ἀπαντήσει ὁ ἅγ. Γρηγόριος στοὺς ἀντιησυχαστὲς θεολόγους, οἱ ὁποῖοι ἀσχολοῦνταν μὲ τὴν ἔρευνα τῆς φυσικῆς γνώσεως, δηλ. τοῦ κόσμου, δηλ. «περὶ φύσεως» καὶ δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου αὐτοτελῶς, καὶ ἐφήρμοζαν, ὡς γνωστόν, τὴν ἐξεταστικὴ μέθοδο ἔρευνας τῶν κτιστῶν ὄντων καὶ ἐπὶ τοῦ Θεοῦ, ἤτοι περὶ ἑρμηνείας τῆς ἀποκαλύψεως τοῦ Θεοῦ, ἀντικαθιστῶντες τὴν κοινὴ ἀποδεικτικὴ μέθοδο τῆς προφητικῆς καὶ ἀποστολικῆς παραδόσεως καὶ θεωτικῆς ἐμπειρίας μὲ τὴν ἐξεταστικὴ μέθοδο τῶν Ἑλλήνων φιλοσόφων καὶ τῆς ἀνθρώπινης γνώσεως.

Ἐπειδή, λοιπόν, τὸ κεντρικὸ θέμα τῶν συζητήσεων ἡσυχαστῶν - ἀντιησυχαστῶν εἶναι περὶ τῆς ἀποκαλύψεως τοῦ Θεοῦ καὶ ἐὰν αὐτὴ εἶναι κτιστὴ ἢ ἄκτιστη, ἐὰν δηλ. παρέχεται ὡς δωρεὰ ἀπὸ τὸ Θεὸ ἢ εἶναι ἐπίτευγμα τῆς διανοητικῆς ἱκανότητος τοῦ ἀνθρώπου, καὶ κατὰ συμπερασμό, ἐὰν ἡ σωτηρία εἶναι κτιστὴ ἢ ἄκτιστη, γι᾽ αὐτὸ ὁ ἅγ. Γρηγόριος, μολονότι ἀξιοποιεῖ τὴν πατερικὴ ἑρμηνευτικὴ καὶ τεκμηρίωση, ἐπανακάμπτει στὰ στοιχειακὰ ἱστορικὰ δεδομένα τῆς ἁγιογραφικῆς καταγραφῆς καὶ τῆς φυσικῆς ἱστορίας: «Ἦρχθαι τὸν κόσμον καὶ ἡ φύσις διδάσκει καὶ ἡ ἱστορία πιστοῦται καὶ τῶν τεχνῶν αἱ εὑρέσεις καὶ τῶν νόμων αἱ θέσεις καὶ τῶν πολιτειῶν αἱ χρήσεις ἐναργῶς παριστᾶσι[6]», μὲ ἀνατροπὴ τῆς αἰωνιότητος τοῦ ἀρχαιοελληνικοῦ κοσμοειδώλου, καθότι «καὶ τέλος ἕξειν τὸν κόσμον[7]», ὄχι ὡς ἀφανισμό: «ὡς οὐχὶ πρὸς τὸ μὴ ὂν ὁ κόσμος οὗτος ἅπας χωρήσει παντάπασιν, ἀλλ᾽, ὡς καὶ τὰ ἡμέτερα σώματα, μετασκευασθήσεται, πρὸς τὸ θειότερον λυθείς τε καὶ μεταστοιχειωθείς, ὡς ἀνάλογος ἡμῖν εἴη, τῇ δυνάμει τοῦ θείου πνεύματος»[8].

Ἤδη, λοιπόν, απὸ τὰ δύο πρῶτα Κεφάλαια καθίσταται σαφὴς ἡ στόχευση, ποὺ εἶναι ἡ ἀνάδειξη τῆς ἑνότητος τῆς δημιουργίας κατὰ τὴν καταγραφὴ τῆς Γενέσεως ἀπὸ Μωϋσέως, ὁ ὁποῖος «διὰ τοσούτων ἔργων καὶ λόγων ἐξαισίων ἀναντιρρήτους παρέσχετο πίστεις τῆς καθ᾽  ἑαυτὸν ἀληθείας[9]», ἀλλὰ καὶ ἡ πορεία τοῦ σύμπαντος κόσμου, ποὺ ἑδράζεται στὴ δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Μὲ ἄκρως εὐσύνοπτο τρόπο στὸ Κεφάλαιο 24 γίνεται ἡ ἔκθεση γιὰ τὴ δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου, καὶ ὑπογραμμίζεται ὁ προορισμός του γιὰ τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, «εὐθὺς ἀπὸ καταβολῆς κόσμου δι᾽ ἑαυτὸν ἑτοιμασθῆναι πρὸ αὐτοῦ καὶ βουλὴν περὶ αὐτοῦ προηγήσασθαι καὶ χειρὶ Θεοῦ καὶ κατ᾽ εἰκόνα πλασθῆναι Θεοῦ[10]», ἀλλὰ συγχρόνως ἐνθεωρεῖται στὸ ἴδιο Κεφάλαιο καὶ τὸ γεγονὸς τῆς ἐνανθρωπήσεως: «καὶ μὴ ὅτι Θεοῦ δεκτικὸν δι᾽ ἀγῶνος καὶ χάριτος, ἀλλὰ καὶ δυνατὸν ἑνωθῆναι τούτῳ κατὰ μίαν ὑπόστασιν[11]».

Ἡ ἐπιστροφὴ στὴ βιβλικὴ καταγραφὴ τῆς ἀποκαλύψεως τοῦ Θεοῦ συνιστᾶ τὴ μείζονα πρόταση τῆς ἀναιρέσεως τῆς ἀπολυτότητος τῆς ἀνθρώπινης γνώσεως, ὑπὸ τὴν προϋπόθεση ὅτι ἡ καταγραφὴ ἀναφέρεται στὴν ἐπισήμανση τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς «μεγαλειότητος» ἢ «βουλῆς» τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία ἐκφαίνεται στὴ δημιουργία, καὶ ἡ ὁποία, ὡς ἀποτέλεσμά της, ἕπεται, καὶ ἑπομένως ὑπόκειται.

Κατὰ ταῦτα, ἡ ἀντιπαραβολὴ πρὸς τὴ φυσικὴ γνώση καὶ τὴν ἀνθρώπινη σοφία εἶναι ἐλεγκτικὴ μόνο κατὰ τὴν εἰδωλοποίησή της, ὡς συνέπεια τῆς προπατορικῆς ἀποστασίας, ἢ κατὰ τὸ μέτρο ποὺ ὑποκαθιστᾶ τὴν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ καὶ τὰ ἀποτελέσματά της[12].

Αὐτὴ ἡ ἐμμονὴ τοῦ ἁγ. Γρηγορίου στὴ δημιουργία δικαιολογεῖ τὴ συντομία τῶν Θεολογικῶν Κεθαλαίων[13],ἀφοῦ ὁ κύριος στόχος του εἶναι νὰ ὁδηγήσει τοὺς χριστιανοὺς στὴν ἀρχέγονη κοίτη. Ἔτσι στὴν ἀρχὴ τῶν Κεφαλαίων Καθαρτικῶν, ποὺ καλύπτουν τὸ ἥμισυ τοῦ ἔργου[14], ἐπανέρχεται στὸ θέμα τῆς δημιουργίας[15], τῆς «πρὸ παραβάσεως» καταστάσεως τοῦ Ἀδάμ, καί, στὴν αὐτὴ πνευματικὴ γραμμή, τῆς ἐλλάμψεως τοῦ Παύλου μὲ παράλληλη ἀναφορὰ στὸ σχολιασμὸ ἀπὸ τὸν ἅγ. Γρηγόριο τὸ Θεολόγο, στὸ Λόγο 39, Εἰς τὰ ἅγια Φῶτα[16]. Τὸ ἐξαιρετικὰ σημαντικὸ στοιχεῖο εἶναι ἡ ἐπαναφορὰ τοῦ θέματος τῆς διακρίσεως οὐσίας- ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὴν Τριαδολογία- ἐνδεικτικὴ ἡ ἀναφορὰ στὸ Μ. Βασίλειο- στὴ δημιουργία, μὲ ἕνα προβληματισμὸ πρὸς ὑπέρβαση τῆς κτιστότητος, ἐπεκτείνοντας τὴν ἑρμηνευτικὴ τοῦ ἁγ. Βασιλείου: «Πῶς γὰρ νοήσομεν τὰ τῶν αἰώνων ἐπέκεινα; Τίνες ἦσαν αὐτοῦ πρὸ τῆς νοητῆς κτίσεως αἱ ἐνέργειαι;[17]», ἐρωτᾶ ὁ ἅγ. Βασίλειος. Ἡ ἀπάντηση- ἐπέκταση τοῦ ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ εἶναι: «πρὸ γοῦν τῆς νοητῆς κτίσεως καὶ τῶν αἰώνων ἐπέκεινα (καὶ γὰρ καὶ οἱ αἰῶνες νοητὰ κτίσματά εἰσι) κτιστὸν οὐδεὶς ποτ᾽ εἶπεν, οὐδὲ ἐπενόησεν. Ἄκτιστοι τοιγαροῦν αἱ τοῦ θείου πνεύματος δυνάμεις τε καὶ ἐνέργειαι»[18].

Ἐντέλει, συνθέτοντας δημιουργία καὶ οἰκονομία καὶ τὴν ἐξ αὐτῆς μαρτυρούμενη θεολογία, ἐπικαλεῖται τὴ μαρτυρία τοῦ προφήτη Ἠσαΐα περὶ τῶν ἑπτὰ ἀκτίστων ἐνεργειῶν—πνευμάτων, τῶν ἐπαναπαυσομένων ἐπὶ τῆς ἀναβησομένης «ῥάβδου ἐκ τῆς ῥίζης Ἰεσσαί[19]», μία προφητεία ποὺ καταγράφεται εὐθέως στὸ Α´ κεφ. τῆς Ἀποκαλύψεως τοῦ Εὐαγγελιστῆ Ἰωάννη: «Χάρις ὑμῖν καὶ εἰρήνη ἀπὸ Θεοῦ καὶ ἀπὸ τῶν ἑπτὰ πνευμάτων, ἃ ἐνώπιον τοῦ θρόνου τοῦ Θεοῦ εἰσί, καὶ ἀπὸ τοῦ Χριστοῦ, τὸ πνεῦμα τὸ ἅγιον εἶναι ταῦτα τοῖς πιστοῖς ἐμφανῶς παρίστησιν»[20], ἑνώνοντας τὴν ἀρχὴ τῆς δημιουργίας μὲ τὰ ἔσχατα στὴν κοινὴ ἐμπειρία τῆς χάριτος.

 

SUMMARY

The purpose of this article is to highlight the importance of the One Hundred and Fifty Chapters of St. Gregory Palamas in shaping this specific literary genre. Our staudy also seeks to elucidate the specific reasons that led St. Gregory to commence his theological interpretation with the Natural Chapters. The main debate on the revelation of God and on the uncreated nature of the salvation of man , led St. Gregory to compose chapters on the divine economy, on the creation of man, and the uncreated nature of salvation.



[1]Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ Συγγράμματα, ἐκδ. Π. Κ. Χρήστου, τόμ. Ε´, Κυρομάνος: Θεσσαλονίκη 1992, σ. 11.

[2]. Ένθ. ἀν., 17.

[3]. Ἔνθ. ἀν., σ. 12.

[4]. Ἔνθ. ἀν., σ. 29 ἑξ.

[5]. Ἔνθ. ἀν., παρ. 150, σ. 119, 15-17 (ὅπου παράγραφος ἡ ἀντιστοιχία σὲ Κεφάλαιο).

[6]. Ἔνθ. ἀν., παρ.1, σ. 37, 1-3.

[7]. Ἔνθ. ἀν., παρ. 2, σ. 37, 1.

[8]. Ἔνθ. ἀν., παρ. 2, σ. 38, 3-6.

[9]. Ἔνθ. ἀν., παρ. 1, σ. 37, 9-11.

[10]. Ἔνθ. ἀν., παρ. 24, σ. 48, 12-14.

[11]. Ἔνθ. ἀν., παρ. 24, σ. 48, 21-22.

[12]Κεφάλαια 41-67.

[13]. Κεφάλαια 34-40.

[14]. Κεφάλαια 68-150.

[15]Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ Συγγράμματα, ἔνθ. ἀn., παρ. 67, σ. 74, 2-4.

[16]PG 36, 344B.

[17]Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ Συγγράμματα, ἔνθ. ἀn., παρ. 67, σ. 74, 14–15.

[18]. Ἔνθ. ἀν., παρ. 68, σ. 74, 15-19.

[19]. Ἔνθ. ἀν., παρ. 70, σ. 75, 4-5.

[20]. Ἔνθ. ἀν., παρ. 71, σ. 76, 4-7.

Δεν υπάρχουν σχόλια: