«Η θεολογία ως διακονία της Εκκλησίας»[1]
Καθ. Δ. Αθ. Λιάλιου
Επέλεξα επί τούτοις τη συνθετική αυτή μορφή στον τίτλο, προκειμένου να επισημάνω εξαρχής τη γενική παραδοχή ότι ο θεολογικός λόγος που καλλιεργείται στις Θεολογικές Σχολές του τόπου μας συνδέεται ευθέως με τη ζωή του εκκλησιαστικού σώματος.
Μεταξύ των άλλων ανθρωπιστικών Σχολών, που το επιστητό των διαθέτει κειμενικό πλούτο, η Θεολογία κατέχει προνομιακή θέση ως μεταεπιστημιακή ερμηνευτική πρόταση, γιατί τουλάχιστον αντιστοιχεί σε ζώσα εκκλησιαστική κοινότητα μιας αδιάσπαστης συνέχειας, όπου η καρποφορία ελέγχεται συνεχώς από το δυναμικό γεγονός παραδίδοντος και αποδέκτη. Γι’ αυτό το παράδειγμα του αρχιεπισκόπου να θέσει κατ’ αρχήν στο περιθώριο τις Θεολογικές Σχολές, γιατί τις θεωρεί ως κέντρα «αντιστάσεως» είναι τουλάχιστον τραγικό, εκτός κι αν έχει ατομικά κριτήρια και θέτει διακρίσεις στα μέλη του εκκλησιαστικού σώματος. Πάντως από ιδρύσεως του Νεοελληνικού κράτους πρώτη φορά η θεολογική επιστήμη δέχεται μία τέτοια επίθεση εν τω συνόλω από τη διοίκηση της Εκκλησίας, η οποία ενδεχομένως θα ήταν ευτυχής, εάν δεν υπήρχαμε. Επ’ αυτού φαίνεται να συμφωνούν και οι συμπολίτες μας, οι οποίοι είναι υπέρ του διαζυγίου πολιτείας- Εκκλησίας, αν και εσχάτως για τους δικούς τους λόγους, ή γιατί έχουν αντιληφθεί τη σημασία του ελεύθερου θεολογικού λόγου, μας υπερασπίζονται.
Εν πάση περιπτώσει ο πρωταρχικός λόγος υπάρξεως της Θεολογίας απορρέει από το γεγονός του μέλους της Εκκλησίας. Επ’ αυτού ανακαλώ τη βαπτισματική ομολογία, που αποτέλεσε εξάλλου και το κύριο επιχείρημα των πατέρων κατά την υπεράσπιση της πίστεως εναντίον των αντιτριαδικών αιρέσεων αλλά συνιστά επιπλέον το υπόβαθρο ενός αρχικού αυτοπροσδιορισμού. Περαιτέρω συζήτηση περί αναπτύξεως, απωλείας ή ανενεργείας της αρχικής καταστάσεως του βαπτισθέντος δεν είναι του παρόντος.
Ο πυρήνας της βαπτισματικής ομολογίας συναντά την καταγραφή της εντολής του Χριστού για την επέκταση του κηρύγματός του σε όλα τα έθνη, επομένως και «εις τους αιώνας των αιώνων». Αναφέρω παρενθετικά ότι δεν μ’ ενδιαφέρει πρωταρχικά η ιστορικοφιλολογική προσέγγιση του σχετικού «χωρίου» του Ματθαίου, γιατί η αλήθευσή του παράγεται από την πράξη της Εκκλησίας, πράγμα που σημαίνει ότι η όποια έρευνα και ερμηνεία για το χρόνο εντάξεως στο corpus του Ευαγγελίου του Ματθαίου, δεν έχει την παραμικρή επίδραση στο γεγονός του ιερού βαπτίσματος. Τίθεται, ωστόσο, επιτακτικά το ερώτημα αντιστοίχησης θεολογικού λόγου και ενεργουμένου εκκλησιαστικού συμβάντος, που δυνάμει αφορά παν γένος ανθρώπων. Τούτο κατ’ αρχήν επιβάλλει ένα πνεύμα ανοιχτών οριζόντων και συγχρόνως μία βάση εκκινήσεως από μία αναμφίβολη πιστοποίηση, ότι δηλαδή για τα μέλη της Εκκλησίας η ομολογία του Τριαδικού Θεού συνιστά θεμελιακό γνώρισμα, το οποίο δημιουργεί συνέπειες ζωής.
Έτσι η είσοδος στην αποστολική κοινότητα- το κοινόν της Εκκλησίας- και η μετοχή στο μυστήριο του Μυστικού Δείπνου συνιστούν ένα τρόπο ζωής, όπου αρμονικά συνταιριάζονται θεωρία έμπρακτη και πράξη ελλόγιμη. Οι μάρτυρες που οδηγήθηκαν, κατά μίμηση των αποστόλων, στο μαρτύριο του αίματος, ενήργησαν κατ’ αυτόν τον τρόπο με συνέπεια ζωής και όχι υπό το σύστημα μιας ιδεολογίας αρχών, αξιών ή ιδεωδών. Μάλιστα, απέναντί τους υπήρχαν τα είδωλα της καταδυνάστευσης του κόσμου με τις καθεστηκυΐες δυνάμεις του imperium romanum, του ιουδαϊκού ιερατείου και του εκλεπτυσμένου γνωστικισμού. Η άνευ όρων ομολογία του Τριαδικού Θεού ανέτρεπε το στατικό αρχαιοελληνικό κοσμοείδωλο αλλά και κάθε μεσάζουσα ειδωλοποιημένη δύναμη του περιβάλλοντος κόσμου, της ιστορικής πραγματικότητας, της ειδωλοποίησης του ανθρώπου. Γι’ αυτό η ομολογία του Τριαδικού Θεού, η θεολογία, είχε, όπως θα λέγαμε σήμερα, συνέπειες στη σωτηρία. Εξάλλου, κατά τη διεύρυνση της εκκλησιαστικής κοινότητας και το άνοιγμά της προς τα έθνη οι πατέρες της Εκκλησίας ελέγχουν κάθε ερμηνευτική πρόταση επί της «καλής παρακαταθήκης» των προφητών και των αποστόλων με βάση τις επιπτώσεις της στη διασφάλιση της σωτηρίας. Η κλήση προς πάντας και το αγιοτριαδικό υπόβαθρο της σωτηρίας προσδίδουν στο θεολογικό λόγο οικουμενικό χαρακτήρα. Έτσι το ερώτημα που εγείρεται είναι εφ’ ενός μεν ερμηνευτικό, περί της αποκαλύψεως του Τριαδικού Θεού, αφ’ ετέρου σωτηριολογικό, περί του είδους σωτηρίας, που επαγγέλλεται η Εκκλησία.
Είναι σαφές ότι η βαπτισματική ομολογία συνοψίζει τις προφητικές και αποστολικές αποδείξεις για την αποκάλυψη του Τριαδικού Θεού στον κόσμο, δηλαδή από κτίσεως κόσμου και κατά την ιστορική διαδρομή του Ισραήλ, εξ ου ο Χριστός, όπως καταγράφονται οι μαρτυρίες αυτές στον κανόνα της Αγίας Γραφής σε μία ενότητα πίστεως. Εξάλλου αυτή η ενότητα αποδείξεων αναδύεται στην ερμηνευτική κηρυγματική της μεταποστολικής παραδόσεως αλλά κυρίως κυριαρχεί σύμφωνα στη συνοδική πράξη σε επίπεδο των τοπικών Εκκλησιαστικών διοικήσεων, ή αργότερα των γενικών συνόδων.
Μέσα από τη συνοδική πράξη η εκκλησιαστική κοινότητα υπερβαίνει μία στατική αντιμετώπιση των προφητικών και αποστολικών αποδείξεων με την ερμηνεία του «γράμματος» και την αντιστοίχηση των καταγραφών προς τα πράγματα- ακόμη και τα πρόσωπα της Αγία Τριάδος είναι πράγματα-. Ο προβληματισμός των πατέρων, που είχαν να αντιμετωπίσουν π. χ. τις αντιτριαδικές αιρέσεις, που λυμαίνονταν δηλαδή την πίστη στον Τριαδικό Θεό, άρα τη βαπτισματική ομολογία, ήταν, εάν θα έμειναν προσκολλημένοι στο «γράμμα» της Αγίας Γραφής, η οποία αποτελούσε την ιερή γραπτή παράδοση, εάν θα έμειναν δηλαδή στο «κατά τας γραφάς» λεκτικά, ή αν θα προχωρούσαν σε μία ερμηνεία των πραγμάτων. Μέσω της ζωής της εκκλησιαστικής κοινότητας, στην οποία ενέταξαν, κατά την πράξη του Χριστού, και την προφητική παράδοση, υπερέβησαν τον ιουδαϊσμό, το νομικό δογματισμό αλλά και την «τεχνολογία» των Ελλήνων. Καθίσταται, νομίζω, σαφές ότι όλα τα θέματα περί την πίστη είναι θέματα ερμηνείας της αποκαλύψεως του Τριαδικού Θεού στον κόσμο,·είτε πρόκειται για τις χριστολογικές συζητήσεις είτε αργότερα για τα θέματα περί χάριτος και ακτίστου φωτός, περί πίστεως και φυσικών επιστημών, συζήτηση που δεν είναι δυνατόν να την παρακάμψουμε. Το ζεύγος αποκάλυψη του Θεού και ερμηνεία της αποκαλύψεως διασφάλισε την ιστορική συνέχεια της αποστολικής κοινότητας και τη δυναμική πορεία της προς τον κόσμο. Στη συνοδική της εκφορά η εκκλησιαστική κοινότητα, υπό τον όρο της ευχαριστιακής ενότητος, θα καθορίσει τις προϋποθέσεις ερμηνείας της αποκαλύψεως του Τριαδικού Θεού στον κόσμο και θα διακηρύξει τον πλούτο της χάριτος του Θεού. Θέτοντας ως κριτήριο της αληθούς πίστεως τη βαπτισματική ομολογία της λειτουργικής πράξεως αξιοποιεί παράλληλα την προφητική και αποστολική καταγραφή σε μία ενότητα στα βαπτιστήρια σύμβολα των τοπικών εκκλησιών, ενώ με το Σύμβολο πίστεως Νικαίας- Κωνσταντινουπόλεως η Εκκλησία συνθέτει την αγιογραφική μαρτυρία εμμέσως με την προηγηθείσα πατερική ερμηνευτική, προσλαμβάνοντας επίσης αφομοιωτικά την ιστορική πραγματικότητα. Πρβλ. τη χρήση του όρου ομοούσιος.
Κατά την Γ΄ Οικουμενική Σύνοδο πλάϊ στις αγιογραφικές μαρτυρίες και το Σύμβολο της Νικαίας, ως ερμηνευτική αγιογραφική πρόταση επί τη βάσει της βαπτισματικής ομολογίας, αναδύεται το κριτήριο της πατερικής επιβεβαίωσης, ή του κύρους των πατέρων με την ένταξη των ανθολογίων πατερικών χρήσεων στις έγκυρες αποδείξεις, ενώ μετά από μία μακροχρόνια διακύμανση και με το φιλτράρισμα της νηπτικής πράξης το 14ο αι. οι θεολογικές προτάσεις επισφραγίζονται από ένα άγ. Γρηγόριο τον Παλαμά με τη λειτουργική μαρτυρία, το κοινό αγαθό της εκκλησιαστικής κοινότητας. Δεν είναι μάλιστα τυχαίο ότι ένα από τα κύρια θέματα, που βρίσκεται στο επίκεντρο των συζητήσεων μεταξύ ησυχαστών και σχολαστικών, είναι το είδος της παρεχόμενης από την Εκκλησία σωτηρίας: παροχή και δωρεά άμεσης (άκτιστης) επικοινωνίας Θεού και ανθρώπου μέσω των αγιοπνευματικών ενεργειών –και όχι κτιστών δεδομένων- θεωτικών μυστηρίων- και όχι ηθικοποιητικών συμβόλων (κατά Ν. Ματσούκα)- επί τη βάσει της συμφώνου παραδόσεως και των κεκυρωμένων κριτηρίων (Αγία Γραφή- Σύμβολο Νικαίας- έγκυροι πατέρες- λειτουργική πράξη), εν τέλει σωτηρία θεραπευτική και άκτιστη- και όχι δικαιική. Γι’ αυτό και η θεολογία ως διακονία της Εκκλησίας οφείλει να έχει θεραπευτικό χαρακτήρα, γνώση των κεκυρωμένων κριτηρίων, γνώση του επιστητού της ζωής του εκκλησιαστικού σώματος, γνώση των συμφραζομένων του ιστορικού γίγνεσθαι, ώστε: α) να αίρεται κάθε μορφή ειδωλολατρίας, μεσιτείας και καταδυνάστευσης, β) να καθαιρείται κάθε μηχανιστική- μαγική και αντιιστορική ερμηνεία των θεωτικών μυστηρίων, γ) να διαγιγνώσκεται κάθε δικαιική- υποκριτική αυτονόμηση από το εκκλησιαστικό σώμα και δ) να καρποφορεί η πρόσληψη και αφομοίωση της ιστορικής πραγματικότητας, κατά το «πάντας» της εντολής του Χριστού. Και όλα αυτά σε μία εποχή κυρίως πολιτιστικής παγκοσμιοποίησης και παγκοσμιοποιημένης καταδυνάστευσης, διάλυσης της κοινωνικής συνοχής και ασφάλειας, υπερπλουτισμού και φτώχειας, παραθεώρησης του ανθρωπίνου δυναμικού και των φυσικών αγαθών, θεοποίησης της εξουσίας και της υποκρισίας και μάλιστα εκλεπτυσμένης με τη βοήθεια και της ηλεκτρονικής τεχνολογίας.
Σ’ αυτόν τον κόσμο καλείται η θεολογία να έχει λόγο μεταεπιστήμης, ως ερμηνεία του κόσμου και της ζωής, ως εκκεντρισμός και εκκλησιασμός των πάντων στους ακατάληκτους ορίζοντες της χάριτος του Τριαδικού Θεού.
Προς τούτο απαιτείται:
α) Άκρα αξιοποίηση της ενιαίας εκκλησιαστικής παραδόσεως- προφητικής, αποστολικής, αγιοπατερικής- ώστε στο σύγχρονο κόσμο του πλουραλισμού να είναι ακριβής η έκθεση των δεδομένων της Ορθοδόξου Θεολογίας, υπό τα κριτήρια της Αγίας Γραφής, του Συμβόλου πίστεως, του κύρους των πατέρων και της λειτουργικής πράξης σε μία ενότητα, υπερβαίνοντας τη διάσπαση του προστεσταντικού κόσμου και το μονισμό των Ρωμαιοκαθολικών.
β) Πάση θυσία θα πρέπει να περιφρουρηθούν η ελευθερία του θεολογικού λόγου στους ανοιχτούς ορίζοντες της ακαδημαϊκής κοινότητας, γιατί έτσι εξασφαλίζεται ο διάλογος με τις άλλες επιστήμες, με την κοινωνία, με την ιστορία, με τον πολιτισμό, με τους καημούς του κόσμου και της ζωής, με την πορεία εν γένει του κόσμου. Η υπερφυσική αποκάλυψη του Τριαδικού Θεού είναι ιστορική και η ερμηνεία της δεν μπορεί παρά να έχει ιστορικό χαρακτήρα, καθώς αφορά στη σωτηρία της κτίσεως και της ιστορίας εν ελευθερία. Η αρχή της ψήφου των πλειόνων της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου αναιρεί τη στατικότητα και κάθε είδος καταδυνάστευσης. Εν τέλει είναι θέμα δημοκρατίας και πολιτισμού η περιφρούρηση του θεολογικού μας λόγου μπρος στον επιχειρούμενο αφανισμό του από το μικρονοϊκό επαρχιωτισμό όσων φορέων της εκκλησιαστικής διοίκησης, που θέλουν να αγνοήσουν επιδεικτικά τα κριτήρια του θεολογικού λόγου, προβάλλοντας μία μηχανιστική έλευση της χάριτος ανεξάρτητα από τη λειτουργία του εκκλησιαστικού σώματος εν τη ιστορία.
____________________________________________________________________
Χαιρετισμός της Προέδρου[2]
του Τμήματος Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας του Α.Π.Θ
Καθηγήτριας Δέσπως Αθ. Λιάλιου
Κύριοι Κοσμήτορες,
Κύριοι Πρόεδροι των αδερφών Τμημάτων,
Κυρίες και κύριοι συνάδερφοι,
Αγαπητοί εκπρόσωποι των φοιτητών μας,
Η παρούσα συνάντηση των Θεολογικών Σχολών της πατρίδας μας είναι όντως ιστορική, όχι μόνο γιατί δίδεται η ευκαιρία της αλληλογνωριμίας, αλλά γιατί η γνώση των προσώπων θα φέρει την ποθούμενη και αναγκαία εκ των πραγμάτων επικοινωνία και συνεργασία για τη μεγαλύτερη διάχυση των καρπών της θεολογικής έρευνας στην κοινωνία, τη συγκρότηση ενός θεολογικού λόγου που θα αποτελεί τη σύνθεση της προσπάθειας των συναδέρφων στις επιμέρους περιοχές του θεολογικού επιστητού αλλά και τη συντονισμένη παρουσία στο χώρο του πολιτισμού και της συνάντησης με τις άλλες επιστήμες. Είναι γι’ αυτό σημαντικό προνόμιο η λειτουργία μας στο Πανεπιστήμιο, που διασφαλίζει την ελευθερία στην έρευνά μας, την εφαρμογή ακαδημαϊκών κριτηρίων, την περιφρούρηση της αξιοπρέπειας και την αναίρεση όποιων εξωακαδημαϊκών επεμβάσεων και επηρεασμών.
Ασφαλώς δεν πρέπει να αποκρύψουμε τα προβλήματα και τις αδυναμίες μας, όπως είναι ένας σοβαρότερος σχεδιασμός για την οργάνωση της έρευνάς μας, (πράγμα που επηρεάζει την αποτελεσματικότητα της διδασκαλίας μας), που απορρέει εν τινι μέτρω και από την ελλιπή χρηματοδότηση μέσω τακτικού προϋπολογισμού, καθώς οι λεγόμενες Θεωρητικές Σχολές ελάχιστες ευκαιρίες έχουν για συμμετοχή σε ερευνητικά προγράμματα, ενώ οι θεολογικές δυνάμεις του τόπου μας παρουσιάζουν και ικανή κατάτμηση. Είναι ως και να μη υποψιαζόμαστε για την ύπαρξη του νέου χάρτη της Ευρώπης, των νέων κοινωνικών και πολιτικών συμφραζομένων αλλά και των ραγδαίων εξελίξεων της τεχνολογίας.
Ως εκ τούτου η συνάντησή μας αυτή πιστεύω ότι θα καταστεί αρχή για την ανασυγκρότηση των δυνάμεών μας, για την αναδιοργάνωση των προγραμμάτων σπουδών αξιοποιώντας την κοινωνία της πληροφορίας και των πληροφορικών συστημάτων (χρήση ηλεκτρονικών βιβλίων- περιοδικών, εκπαίδευση εξ αποστάσεως) αλλά και οργανώνοντας ηλεκτρονικά τον πλούτο της Ορθοδόξου παραδόσεως και των έργων πολιτισμού που παρήχθη και παράγεται από την εκκλησιαστική μας ζωή, το κοινό αγαθό των Πανελλήνων, ώστε όχι μόνο να ενισχύσουμε το διεπιστημονικό διάλογο αλλά και να οδεύσουμε στους ανοιχτούς αλλά και δύσκολους δρόμους του ευρωπαϊκού γίγνεσθαι, που έχει ανάγκη από την ελευθερία του ορθόδοξου ήθους και την εμπειρία της νηπτικής μας παραδόσεως.
[2]. Ἔνθ. ἀν., σ. 33.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου