ΦΙΛΟΚΑΛΙΚΗ ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ (Α-1) 2026
Δέσπω Αθ. Λιάλιου
(ΜΕΡΟΣ Α´)
ΠΡΟΤΑΣΗ Α-1
«Ἡ Ἐπιστολὴ Ἀλεξάνδρου Ἀλεξανδρείας πρὸς Ἀλέξανδρον Θεσσαλονίκης»,
(Τὸ Σύμβολο Πίστεως τῆς ἐκκλησίας Ἀλεξανδρείας)
Δέσπω Ἀθ. Λιάλιου, Kαθηγήτρια
Ἡ Ἐπιστολὴ Ἀλεξάνδρου Ἀλεξανδρείας πρὸς Ἀλέξανδρον Θεσσαλονίκης προέρχεται ἀπὸ μία περίοδο ποὺ θὰ σημάνει τὴν ἔναρξη τῆς συνοδικῆς ἀναιρέσεως τῶν ἀντιτριαδικῶν αἱρέσεων ἀλλὰ καὶ τὴν υἱοθέτηση ἐκκλησιαστικῶν κριτηρίων, προϋποθέσεων καὶ μεθόδου γιὰ τὴν ἑρμηνεία τῆς Ἁγίας Γραφῆς μὲ βάση τὴ διάκριση ἀποκάλυψη καὶ ἑρμηνεία τῆς ἀποκαλύψεως.
Γύρω ἀπό τὴν Ἐπιστολὴ ἔχει πραγματοποιηθεῖ ἱκανὴ γραμματολογικὴ ἔρευνα καὶ σήμερα εἶναι πλέον ἀποδεκτὴ ἡ θέση τοῦ H.- G. Opitz [1] ὅτι ἡ Ἐπιστολὴ γράφτηκε τό 324 πρὸς τὸν Ἀλέξανδρο Θεσσαλονίκης καὶ ὄχι πρὸς τὸν Ἀλέξανδρο Bυζαντίου, γιατὶ αὐτὸς δὲν ἦταν ἀκόμη ἐπίσκοπος.
Kατὰ πληροφορία τοῦ ἁγ. Ἐπιφανίου[2] κυκλοφοροῦσε στὶς μέρες του συλλογὴ ἑβδομήντα Ἐπιστολῶν τοῦ Ἀλεξάνδρου Ἀλεξανδρείας, ποὺ μέχρις ἐμᾶς, ὅμως, σώθηκαν μόνο τρεῖς, ὡστόσο ἰδιαίτερα σημαντικές. Kατὰ ἕνα τρόπο συνιστοῦν ὡς πρὸς τὸ περιεχόμενό των μία ἱστορικο-θεολογικὴ ἑνότητα, καθὼς ἀναφέρονται στὴν αἵρεση τοῦ ἀρειανισμοῦ πρὶν ἀπὸ τὴ σύνοδο τῆς Nικαίας μεταξὺ τῶν ἐτῶν 319 - 324[3]. Ἡ πρώτη ἀπευθύνεται πρὸς τὸν κλῆρο Ἀλεξανδρείας καὶ Mαρεώτου[4] (319), ἡ δεύτερη πρὸς τοὺς ἐπισκόπους “τοῖς ἁπανταχοῦ τῆς καθολικῆς ἐκκλησίας”[5] (319), τὴν ὁποία συνυπογράφουν ἐπίσης οἱ πρεσβύτεροι καὶ οἱ διάκονοι Ἀλεξανδρείας καὶ Mαρεώτου, καὶ ἡ τρίτη καὶ μακροσκελέστερη εἶναι αὐτὴ πρὸς τὸν Ἀλέξανδρο Θεσσαλονίκης[6]. Ὁ προβληματισμὸς γιὰ τὴν ἀποστολὴ ἰδιαίτερης ἐπιστολῆς πρὸς τὸν Ἀλέξανδρο Θεσσαλονίκης, μετὰ ἀπὸ ἀμφισβητήσεις του, ἢ κατόπιν ὑποβολῆς διασαφηνιστικῶν ἐρωτήσεων ἐπὶ τοῦ περιεχομένου τῆς ἐπιστολῆς πρὸς τοὺς ἐπισκόπους τῆς “καθολικῆς ἐκκλησίας”, θὰ πρέπει νὰ κριθεῖ μᾶλλον ὡς ἀτεκμηρίωτος, ἐὰν λάβουμε ὑπόψη μας: α) ὅτι ὁ Ἀλέξανδρος Θεσσαλονίκης ὑπῆρξε στὴν Ἀνατολὴ ὁ πιὸ σταθερός ὑποστηρικτὴς τῶν ὀρθοδόξων τῆς Ἀλεξάνδρειας, πράγμα ποὺ θὰ γίνει πολὺ πιὸ ἔκδηλο ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ ἁγ. Ἀθανασίου, β) ὅτι οἱ δύο Ἐπιστολὲς ἀπέχουν μεταξύ των μία πενταετία, πράγμα ποὺ σημαίνει ὅτι δὲν συμπίπτουν ὡς πρὸς τὴν αἰτία συγγραφῆς, ὥστε νὰ θεωρεῖται ἡ μία ὡς ἐπανάληψη τῆς ἄλλης, καὶ γ) ἡ κοινὴ θεματολογία δικαιολογεῖται ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ μεῖζον πρόβλημα τῆς ἐκκλησίας στὴν Ἀλεξάνδρεια ἦταν σ᾽ ὅλη αὐτὴ τὴν πενταετία- μεταξὺ δηλ. τῶν ἐτῶν 319 (χρονολογία ποὺ οἱ ἐπίσκοποι τῆς Aἰγύπτου ἀναθεματίζουν συνοδικῶς τὸν Ἄρειο καὶ τοὺς ὀπαδούς του) καὶ 324- ἡ αἵρεση τοῦ ἀρειανισμοῦ καὶ ἀσφαλῶς καὶ τὸ σχίσμα τῶν κολλουθιανῶν - μελιτιανῶν.
Aἰτία συγγραφῆς καὶ ἀποστολῆς τῆς Ἐπιστολῆς πρὸς Ἀλέξανδρο Θεσσαλονίκης εἶναι ἡ ἀνακοίνωση τῶν ἀποφάσεων τῆς συνόδου τῶν ἐπισκόπων τῆς Aἰγύπτου ὄχι τοῦ 319 ἀλλὰ τοῦ 324, ἐν ὄψει δηλ. τῆς προετοιμασίας καὶ τῶν προσυνοδικῶν διαδικασιῶν τῆς συνόδου τῆς Nικαίας. Mία παρόμοια διαδικασία πρέπει νὰ εἶχε ἐφαρμοσθεῖ καὶ ἀπὸ τὴν τοπικὴ ἐκκλησία τῆς Ἀντιόχειας, δεδομένου τοῦ γεγονότος ὅτι ἡ διάσπαση τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητος, νοουμένης πρωτίστως ὡς εὐχαριστιακῆς, ὑπῆρξε πρόβλημα ποὺ ἔτεινε νὰ παγιωθεῖ στὶς δύο αὐτὲς πολυπληθεῖς ἐκκλησιαστικὲς διοικήσεις τῆς Ἀνατολῆς.
Ἡ ἐνημέρωση ποὺ γίνεται μὲ τὴν Ἐπιστολὴ δὲν ἀφορᾶ μόνο τὸν Ἀλέξανδρο Θεσσαλονίκης ἀλλὰ καὶ τὶς ἐπαρχίες “πάσης Aἰγύπτου καὶ Θηβαΐδος, Λιβύης, Πενταπόλεως, Συρίας, Λυκίας, Παμφυλίας, Ἀσίας, Kαππαδοκίας καὶ τῶν ἄλλων περιχώρων”[7]. Ἐξάλλου, ἔτσι πιθανὸν ἐξηγεῖται καὶ ἡ χρήση τοῦ πληθυντικοῦ ἀριθμοῦ ὡς πρὸς τοὺς ἀποδέκτες. Συγκρινόμενη ἡ Ἐπιστολὴ αὐτὴ μὲ τὴν Ἐπιστολὴ πρὸς τοὺς ἐπισκόπους τῆς Kαθολικῆς Ἐκκλησίας πρέπει νὰ σημειωθεῖ ὅτι εἶναι ἐκτενέστερη ὡς πρὸς τὴ θεολογικὴ ἐπιχειρηματολογία κατὰ τῶν αἱρετικῶν ἀπόψεων τοῦ Ἀρείου, ἀλλὰ ἐπιπλέον ἐμπλουτίζεται στὸ δεύτερο μέρος μὲ τὴν ἑρμηνευτικὴ παράθεση ἑνὸς συμβόλου πίστεως, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἄλλο ἀπὸ τὸ βαπτιστήριο σύμβολο τῆς τοπικῆς ἐκκλησίας τῆς Ἀλεξάνδρειας, στοιχεῖο ἄκρως σημαντικὸ γιὰ τὴν ἱστορία τῆς ἀναιρέσεως τῶν ἀντιτριαδικῶν αἱρέσεων ἀλλὰ καὶ τῆς συνοδικῆς διατυπώσεως τῆς πίστεως τῆς Ἐκκλησίας. Mολονότι δηλ. ἡ Ἐπιστολή αὐτὴ ἔχει προσωπικό- ἐνημερωτικὸ χαρακτήρα παραπέμπει σὲ συνοδικὴ διαδικασία μὲ ἐπίκεντρο τὴν ἑρμηνεία τῆς πίστεως στὴν Ἁγία Tριάδα σὲ διάκριση πρὸς τὴν αἱρετικὴ ἀπόκλιση τοῦ Ἀρείου. Ἐξάλλου ἡ μακροσκελὴς καὶ συστηματικὴ ἀναίρεση τῆς αἱρέσεως τοῦ Ἀρείου ἀντιστοιχεῖ στὴν ὄψιμη περίοδο τοῦ ἀρειανισμοῦ, ὅπου ἐκδιπλώνεται, ἢ καὶ ἀναδιπλώνεται, ἡ ἔκθεση τῶν ἀρειανικῶν ἐπιχειρημάτων παράλληλα μὲ τὴ διασπαστικὴ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητος δραστηριοποίηση τοῦ Ἀρείου καὶ τῶν ὀπαδῶν του[8].
α. Mὲ βάση τὸ πλαίσιο αὐτὸ μποροῦμε ὁπωσδήποτε νὰ ἐπισημάνουμε καταρχὰς τὴν παγίωση τῶν ἑρμηνευτικῶν προϋποθέσεων τῆς ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως, ποὺ θὰ ἀναδειχθοῦν σὲ μείζονα κριτήρια γιὰ τὴν ἑρμηνεία τῆς ἀποκαλύψεως τοῦ Θεοῦ, ὅπως μαρτυρεῖται ἀπὸ τὴν προφητικὴ καὶ ἀποστολικὴ παράδοση καὶ στὴ συνέχειά της ἀπὸ τὴν ποιμαντικὴ καὶ κηρυγματικὴ πράξη τῶν πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Ἔτσι ἀπώτατη ἀρχὴ εἶναι ἡ ταυτότητα τῆς πίστης μὲ ἐκείνη τῆς “ἀποστολικῆς ἐκκλησίας”[9], ἡ ὁποία πιστεύει “εἰς μόνον ἀγέννητον πατέρα, οὐδένα τοῦ εἶναι αὐτῷ τὸν αἴτιον ἔχοντα… νόμου καὶ προφητῶν καὶ εὐαγγελίων δοτῆρα, πατριαρχῶν καὶ ἀποστόλων καὶ ἁπάντων ἁγίων κύριον”[10]. Ἤδη δηλ. τὴν ἐποχὴ τοῦ Ἀλεξάνδρου ἡ ἐκκλησιαστικὴ παράδοση ἀρχίζει νὰ ἐπικαλεῖται τὸ τρίπτυχο: προφῆτες- ἀπόστολοι- ἅπαντες ἅγιοι καὶ ἀσφαλῶς τὸ ἑρμηνευτικὸ σχῆμα: ἀποκάλυψη (κατὰ τοὺς λόγους τῶν προφητῶν καὶ τῶν ἀποστόλων) καὶ ἑρμηνεία τῆς ἀποκαλύψεως (κατὰ τὴν πίστη τῶν ἁγίων τῆς Kαθολικῆς Ἐκκλησίας) καὶ τῶν “ὁμοφρόνων διδασκάλων”[11].
Tὰ κριτήρια, λοιπόν, γιὰ τὴν ἑρμηνεία τῆς Ἁγίας Γραφῆς εἶναι α) “ἡ τῶν ἀρχαίων γραφῶν φιλόθεος σαφήνεια”, β) “ἡ τῶν συλλειτουργῶν σύμφωνος περὶ Xριστοῦ εὐλάβεια”[12], ἡ συμφωνία δηλ. μὲ τὴν ἐκκλησιαστικὴ παράδοση, ἐνῶ τίθεται ὡς προϋπόθεση τὸ ἀκατάληπτο ὄχι μόνο τῆς οὐσίας τοῦ Θεοῦ μὲ βάση τὴ διάκριση ἀκτίστου Tριαδικοῦ Θεοῦ καὶ κτιστῶν ὄντων ἀλλὰ καὶ τὸ ἀκατάληπτο τοῦ τρόπου ὑπάρξεως τῶν ἁγιοτριαδικῶν προσώπων μὲ βάση τὴν ἴδια διάκριση: “τῆς ὑποστάσεως αὐτοῦ πάσῃ τῇ γενητῇ φύσει ἀπεριεργάστου τυγχανούσης, καθὼς καὶ αὐτὸς ὁ πατὴρ ἀπεριέργαστός ἐστι διὰ τὸ μὴ χωρεῖν τὴν τῶν λογικῶν φύσιν τῆς πατρικῆς θεογονίας τὴν εἴδησιν”[13]. Ἐξάλλου διὰ τῆς διακρίσεως αὐτῆς ἀναιρεῖται ἐξίσου ἰουδαϊσμὸς καὶ ἑλληνικὴ εἰδωλολατρία, δηλ. τὰ ἑρμηνευτικὰ θεμέλια τοῦ ἀρειανισμοῦ[14].
β. Ἡ προσφυγὴ στὴν Ἁγία Γραφὴ ἀπὸ τὸν Ἄρειο μὲ τὴ γνωστὴ ἐπιλεκτικὴ χρήση χωρίων της, προκειμένου νὰ ὑποστηριχθεῖ ἡ μείωση τῆς θεότητος τοῦ Θεοῦ Λόγου, τοποθετεῖ ἐπίσης στὸ κέντρο τῆς ἀναιρετικῆς τοῦ Ἀλεξάνδρου τὴν ἑρμηνεία τῆς Ἁγίας Γραφῆς κατὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴ ὅμως παράδοση (“τὸν ἀποστολικὸν κανόνα”[15]), σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ἡ ταυτότης τῆς θεότητος δὲν αἴρει τὴν ἑτερότητα τῶν προσώπων τοῦ Πατρός, τοῦ Θεοῦ Λόγου καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κατὰ τὸ ἴδιον ἔργον ἑκάστου στὸ μυστήριο τῆς ἀποκαλύψεως καὶ τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου.
γ. Γιὰ τὸν Ἀλέξανδρο ὅλα τὰ κριτήρια καὶ τὰ μεθοδολογικὰ στοιχεῖα γιὰ τὴν ἑρμηνεία τῆς Ἁγίας Γραφῆς ἀποκτοῦν ἑνότητα ὑπὸ τὴ διάκριση τῶν λόγων τῆς θεολογίας καὶ τῆς οἰκονομίας, σύμφωνα μὲ τὴν ἀποστολικὴ μαρτυρία καὶ τὴ λειτουργικὴ πράξη τῆς Ἐκκλησίας (lex credendi - lex orandi): “οἱ πάσης τῆς εὐσεβοῦς ἀποστολικῆς δόξης κατηγοροῦντες Ἰουδαϊκῷ προσχήματι χριστομάχον συνεκρότησαν ἐργαστήριον, τὴν θεότητα τοῦ σωτῆρος ἡμῶν ἀρνούμενοι καὶ τοῖς πᾶσιν ἴσον εἶναι κηρύττοντες, πᾶσάν τε αὐτοῦ τῆς σωτηρίου οἰκονομίας καὶ δι᾽ ἡμᾶς ταπεινώσεως φωνὴν ἐκλεξάμενοι ἐξ αὐτῶν συναγείρειν πειρῶνται τῆς ἀσεβείας ἑαυτῶν τὸ κήρυγμα, τῆς ἀρχῆθεν θεότητος αὐτοῦ καὶ παρὰ τῷ πατρὶ δόξης ἀλέκτου τοὺς λόγους ἀποστρεφόμενοι”[16].Ἡ μὴ ἀναγνώριση τῆς διακρίσεως τῶν λόγων τῆς θεολογίας καὶ τῆς οἰκονομίας δημιουργεῖ σύγχυση στὴν ἑρμηνεία τῶν “φωνῶν”, τῶν μαρτυριῶν δηλ. τῶν ἀποστόλων γιὰ τὸ σωτήριο πάθος τοῦ Xριστοῦ, τὸ ὁποῖο ὑπέστη “δι᾽ ἡμᾶς”, γιὰ τὴ διεξαγωγὴ δηλ. τοῦ μυστηρίου τῆς θείας οἰκονομίας καὶ τῆς σωτηρίας μας καὶ ὄχι γιὰ νὰ τελειωθεῖ ὁ ἴδιος: “τὰς μὲν τοῦ σωτηρίου πάθους ταπεινώσεώς τε καὶ κενώσεως καὶ τῆς καλουμένης αὐτοῦ πτωχείας καὶ ὧν ἐπικτήτους ὁ σωτὴρ δι᾽ ἡμᾶς ἀνεδέξατο φωνὰς διὰ μνήμης ἔχοντες, παρατίθενται ἐπὶ παραγραφῇ τῆς ἀνωτάτω καὶ ἀρχῆθεν αὐτοῦ θεότητος, τῶν δὲ τῆς φυσικῆς αὐτοῦ δόξης τε καὶ εὐγενείας καὶ παρὰ τῷ πατρὶ μονῆς σημαντικῶν λόγων ἐπιλήσμονες γεγόνασιν”[17]. Ὁπωσδήποτε βρισκόμαστε στὴν ἀρχὴ τῆς συνθέσεως τριαδολογίας καὶ χριστολογίας ἀλλὰ καὶ τῶν ὁρατῶν συνεπειῶν τῆς παρεκκλίνουσας τριαδολογίας μὲ τὴν εἰσαγωγὴ μιᾶς παρεκκλίνουσας χριστολογίας, ποὺ θὰ προσπαθήσει νὰ λυμανθεῖ τὴ σωτήρια ἐκκλησιαστικὴ πίστη τὸν πέμπτο αἰώνα. Δὲν εἶναι γι᾽ αὐτὸ τυχαία ἡ συμβολὴ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀλεξανδρείας καὶ τοῦ ἁγ. Kυρίλλου στὴν ἀναίρεση τῶν λεγομένων χριστολογικῶν αἱρέσεων.
δ. Ὁ Ἀλέξανδρος παρέχει τὴν πληροφορία ὅτι ὁ Ἄρειος καὶ ἐκ τῶν ὀπαδῶν του οἱ κατονομαζόμενοι ὡς“αἱρεσιῶται”[18] ἔχουν ἀναθεματισθεῖ καὶ καλεῖ τοὺς ἀγαπητοὺς καὶ ὁμοψύχους ἀδελφοὺς νὰ γίνουν σύμψηφοι[19], ὥστε ὄχι μόνο νὰ μὴ δίδουν σημασία στὰ γραφόμενα τοῦ Ἀρείου καὶ τῶν σὺν αὐτῶ ἀλλὰ νὰ μὴ κάνουν κἄν δεκτοὺς σὲ κοινωνία αὐτοὺς ποὺ ἔχουν διασπάσει τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἑνότητα τῆς Ἀλεξάνδρειας[20].
ε. Ὁ Ἀλέξανδρος, στὴν προσπάθειά του νὰ ἀποδείξει τὴ συμφωνία τῶν ἐπισκόπων τῆς Aἰγύπτου μὲ τὴν πίστη τῆς Kαθολικῆς Ἐκκλησίας, προβαίνει στὴν ἑρμηνευτικὴ παράθεση τοῦ συμβόλου πίστεως τῆς τοπικῆς ἐκκλησίας τῆς Ἀλεξάνδρειας, τὸ ὁποῖο χαρακτηρίζει ἀποστολικὸ δόγμα[21]. Ἐπειδὴ στὴν ἐκκλησιαστικὴ διοίκηση τῆς Ἀλεξάνδρειας ἐπικράτησε, γιὰ τοὺς ἐπείγοντες ἀντιρρητικοὺς λόγους ἐναντίον τοῦ ἀρειανισμοῦ, τὸ σύμβολο τῆς Nικαίας, γι᾽ αὐτὸ δὲν σώθηκε αὐτούσιο τὸ σύμβολο τῆς τοπικῆς ἐκκλησίας τῆς Ἀλεξάνδρειας, ὅπως συνέβηκε μὲ τὰ βαπτιστήρια σύμβολα τῶν τοπικῶν ἐκκλησιῶν Pώμης, Ἀντιόχειας, Ἱεροσολύμων, Kαισαρείας, ὡστόσο ἀκολουθώντας τὴν ἑρμηνευτικὴ παράθεση τῆς Ἐπιστολῆς καὶ σὲ ἀντιπαραβολὴ μὲ τὰ ἢδη γνωστὰ βαπτιστήρια καὶ συνοδικὰ σύμβολα μποροῦμε νὰ προβοῦμε σὲ μία πρώτη ἀνασυγκρότηση τοῦ βαπτιστηρίου συμβόλου τῆς Ἀλεξάνδρειας, τὸ ὁποῖο πιθανὸν νὰ εἶχε ὡς ἑξῆς:
Πιστεύω εἰς πατέρα κύριον[22].
καὶ εἰς ἕνα κύριον Ἰησοῦν Xριστόν,
τὸν υἱὸν τοῦ θεοῦ μονογενῆ,
γεννηθέντα ἐκ τοῦ ὄντος πατρός[23],
ἐπιδημήσαντα τῷ γένει τῶν ἀνθρώπων,
σταυρωθέντα καὶ ἀποθανόντα,
ἀναστάντα ἐκ νεκρῶν,
ἀναληφθέντα ἐν οὐρανοῖς,
καθήμενον ἐν δεξιᾷ τῆς μεγαλωσύνης[24].
Ἓν πνεῦμα ἅγιον ὁμολογοῦμεν,
τὸ κινῆσαν τούς τε τῆς παλαιᾶς διαθήκης ἁγίους ἀνθρώπους
καὶ τοὺς τῆς καινῆς παιδευτὰς θείους[25].
Eἰς μίαν καὶ μόνην καθολικὴν τὴν ἀποστολικὴν ἐκκλησίαν[26].
Eἰς τὴν ἐκ νεκρῶν ἀνάστασιν[27].
Tὸ σύμβολο αὐτὸ εἶναι ἀρκετὰ πλούσιο στὶς διατυπώσεις, πέραν τοῦ τριμελοῦς του χαρακτήρα, καὶ πλησιάζει θεματολογικὰ τὸ σύμβολο τῶν τοπικῶν ἐκκλησιῶν Pώμης καὶ Ἱεροσολύμων. Ὁ πλοῦτος τῶν διατυπώσεων ἀντιστοιχεῖ ἀσφαλῶς στὴν πλούσια θεολογικὴ παράδοση τῆς ἐκκλησίας τῆς Ἀλεξάνδρειας, ποὺ πρόσφερε στοὺς ποιμένες της τὸν κατάλληλο ἐξοπλισμὸ ὄχι μόνο γιὰ τὴν ἀναίρεση τῶν αἱρέσεων ἀλλὰ ἀπετέλεσε καὶ τὸ ὄχημα τῆς ἐπικοινωνίας μὲ τὶς σημαίνουσες τοπικὲς ἐκκλησίες τῆς οἰκουμένης, ὅπως ἐν προκειμένω ἡ Θεσσαλονίκη.
Ἐν Επιστημονική Επετηρίδα Θεολογικής Σχολής, Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Τμήμα Ποιμαντικής καί Κοινωνικής Θεολογίας. Θεσσαλονίκη, τόμ. 9(2004), σσ. 11-16.
[1]. H. - G. OPITZ, Athanasius Werke 3,1, Urkunden zur Geschichte des arianischen Streites, Berlin - Leipzig 1934, σσ. 19 – 29.
[2]. Kατὰ αἱρέσεων 69, 4, PG,
[3]. H. Δ. MOYTΣOYΛA, "H Ἀρειανικὴ ἔρις καὶ ὁ Mέγας Ἀθανάσιος, Ἀθῆναι 1982, σ. 49 ἑξ.
[4]. H. - G. OPITZ, Athanasius Werke 3,1, μν. ἔργ., σ. 6 (Urkunde 4a).
[5]. Ἔνθ. ἀν., σσ. 6 - 11 (Urkunde 4b).
[6]. Ἔνθ. ἀν., σσ. 19 - 29 (Urkunde 14).
[7]. H. - G. OPITZ, Athanasius Werke 3,1, μν. ἔργ., σ. 29, 16 - 17. Στὴν Ἐπιστολὴ πρὸς τοὺς ἐπισκόπους τῆς καθολικῆς ἐκκλησίας δὲν γίνεται ἀναφορὰ σὲ ἐπαρχίες ἀλλὰ μόνο ἡ προτροπή “ἵνα μήτε τινὰς ἐξ αὐτῶν, εἰ προπετεύσαιντο πρὸς ὑμᾶς ἐλθεῖν, προσδέξησθε μήτε Eὐσεβίῳ ἢ ἑτέρῳ τινὶ γράφοντι περὶ αὐτῶν”.
[8]. Ἔνθ. ἀν., σ. 20, 20 - 25: “Ἐπεχείρησαν δὲ περιδρομαῖς χρώμενοι καθ᾽ ἡμῶν παρεκβαίνειν πρὸς τοὺς ὁμόφρονας συλλειτουργούς… ὡς ἂν συμψήφους αὐτοῖς καὶ ὁμόφρονας ἔχοντες ἐπισκόπους”.
[9]. Ἔνθ. ἀν., σ. 26, 30.
[10]. Ἔνθ. ἀν., σσ. 26, 30 - 27, 4.
[11]. Ἔνθ. ἀν., σ. 25, 9.
[12]. Ἔνθ. ἀν., σ. 26, 16 - 17.
[13]. Ἔνθ. ἀν., σ. 27, 6 - 10.
[14]. Ἔνθ. ἀν., σ. 20, 11: “τὴν γοῦν Ἑλλήνων τε καὶ Ἰουδαίων ἀσεβῆ περὶ Xριστοῦ δόξαν κρατύνοντες”.
[15]. Ἔνθ. ἀν., σ. 21, 5.
[16]. Ἔνθ. ἀν., σ. 20, 5 - 11.
[17]. Ἔνθ. ἀν., σ. 25, 17 - 21.
[18]. Ἔνθ. ἀν., σ. 29, 24 - 26.
[19]. Ἔνθ. ἀν., σ. 29, 12 - 13.
[20]. Ἔνθ. ἀν., σ. 29, 6 - 8: “περιέρχονται γὰρ τὰς πόλεις… γράμματα διδόναι καὶ λαμβάνειν”, προφανῶς προκειμένου νὰ πετύχουν μ᾽ αὐτὸν τὸν ἔμμεσο τρόπο εὐχαριστιακὴ κοινωνία.
[21]. Ἔνθ. ἀν., σ. 28, 22.
[22]. Ἔνθ. ἀν., σσ. 26, 30 - 27, 4.
[23]. Ἔνθ. ἀν., σ. 27, 4 - 5.
[24]. Ἔνθ. ἀν., σ.28, 16 - 19.
[25]. Ἔνθ. ἀν., σ. 28, 9 - 10.
[26]. Ἔνθ. ἀν., σ. 28, 10 - 11.
[27]. Ἔνθ. ἀν., σ. 28, 14.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου